Σήμερα η κε του μπλοκ έχει την τιμή να φιλοξενεί μια δουλειά του Άναυδου, που συνδέεται με τη δεκαετία του 30', τις Δίκες της Μόσχας και την εκκαθάριση στον Κόκκινο Στρατό για την οποία έχουν γραφτεί τόσα από αστική και μικροαστική σκοπιά. Η εργασία του Άναυδου είναι εκτενής, αλλά προτίμησα να δημοσιευτεί ενιαία, παρά να σπάσει σε δύο και τρεις συνέχειες, και να χαθεί ο ειρμός. Καλή ανάγνωση-μελέτη.
Άναυδος - Ιούνιος 2017
1. Εισαγωγή
Άναυδος - Ιούνιος 2017
1. Εισαγωγή
Στις 11 Ιουνίου συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη δίκη στο Ανώτατο Στρατοδικείο στη Μόσχα όπου 8 υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού καταδικάστηκαν σε θάνατο για τη συμμετοχή τους σε μια αντισοβιετική συνωμοσία που είχε στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης σε συνεργασία με τη Γερμανία και την Ιαπωνία.
Σε αυτό το ιστολόγιο έχουμε ασχοληθεί πολλές φορές με τις εκκαθαρίσεις στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1930. Ορισμένα κείμενα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ κι εδώ. Η άποψή μας είναι ότι οι εκκαθαρίσεις εκείνης της δεκαετίας είχαν σκοπό να:
Τα παραπάνω δεν αναιρούν το γεγονός ότι τη δεκαετία του 1930 η Σοβιετική εξουσία απολάμβανε τη στήριξη της ευρείας πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων. Η υποστήριξη αυτή βασιζόταν κυρίως σε 2 πυλώνες
Αναφορικά με τις εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό (ΚΣ) η αστική αλλά και η αριστερή αντικομουνιστική ιστοριογραφία προσφέρουν τρεις ερμηνείες:
Είναι φανερό ότι οι δύο πρώτες εκδοχές πέρα από τα προπαγανδιστικά τους προτερήματα έχουν κι ένα ακόμη. Κάθε στοιχείο ή απόδειξη είτε προέρχεται από τις υπηρεσίες ασφαλείας της ΕΣΣΔ είτε από αυτές της ναζιστικής Γερμανίας απορρίπτεται εκ προοιμίου σαν πλαστό. Έτσι η μόνη απόλυτη αλήθεια είναι τα έργα και τα απομνημονεύματα κάθε αντικομουνιστή.
Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε
2. Ζητήματα τριβής στον Κόκκινο Στρατό
- Καταστείλουν τις υπονομευτικές δραστηριότητες της αντισοβιετικής αντιπολίτευσης.
- Να βελτιώσουν τις επιδόσεις του κρατικού μηχανισμού και να εκκαθαρίσουν κράτος και κόμμα από ασταθή και διαβρωμένα στοιχεία που δεν τίμησαν την εμπιστοσύνη του κόμματος και του λαού.
- Και να περιορίσουν το χώρο δράσης των παλιών καπιταλιστικών στρωμάτων αλλά και εθνοτήτων που η θέση τους στη μελλοντική εμπλοκή ήταν τουλάχιστον αμφισβητούμενη.
- Στη ριζική κοινωνικοοικονομική μεταμόρφωση της χώρας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού σα συνέπεια των πολιτικών του ΠΚΚ(μπ) δηλ. της κολεκτιβοποίησης, της εκβιομηχάνισης των 5χρονων σχεδίων αλλά και της πολιτιστικής επανάστασης.
- Στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών τόσο του κόμματος όσο του κράτους και της οικονομίας είχαν ταπεινή εργατική και αγροτική καταγωγή προέρχονταν δηλαδή από τις φτωχές λαϊκές μάζες.
Η βίαιη σύγκρουση στα μέσα της δεκαετίας του 1930 οφειλόταν στο γεγονός ότι τα εχθρικά στην υπόθεση του σοσιαλισμού στρώματα και απομεινάρια των παλιών εκμεταλλευτικών τάξεων συνειδητοποιούσαν ότι η μεταμόρφωση της χώρας ήταν οριστική και η επιστροφή στο παρελθόν αδύνατη εκτός κι αν αντιδρούσαν άμεσα και βίαια.
- δεν υπήρξε συνωμοσία αλλά σχέδιο του Στάλιν για να αποκτήσει την απόλυτη εξουσία, οπότε θεωρούν τις καταθέσεις και τις ομολογίες των πρωταίτιων της αντισοβιετικής συνομωσίας σαν ψεύτικες και αποτέλεσμα βίας και εκβιασμού ενώ τις αποδείξεις των υπηρεσιών ασφαλείας του σοβιετικού κράτους σαν επινοήσεις και χαλκεύματαi.
- Άλλοι αποδίδουν την καταδίκη των αξιωματικών σε χαλκευμένα στοιχεία που διοχέτευσαν οι μυστικές υπηρεσίες της ναζιστικής Γερμανίας στον Στάλιν εκμεταλλευόμενη την παράνοια του. Ο Χρουστσόφ έδωσε επιπλέον αξιοπιστία στην εκδοχή αυτή όταν την αποδέχτηκε σαν αληθινή στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1961ii
- Τέλος ορισμένοι αστοί ιστορικοί αλλά και πολιτικοί αποδέχονται ότι υπήρχε συνωμοσία στα ψιλά κλιμάκια του ΚΣ και η ανακάλυψή της οδήγησε στο χαμό των πρωταίτιωνiii.
- με τη διαπάλη για τα ζητήματα τριβής αναφορικά με τη φύση, την οργάνωση και τον εξοπλισμό του Κόκκινου Στρατού στα χρόνια πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο
- την υπονομευτική δραστηριότητα στο εσωτερικό του Κόκκινου Στρατού
- το ξετύλιγμα του κουβαριού της αντισοβιετικής συνωμοσίας.
- με την ιδιαίτερη περίπτωση του Γκένρικ Λιουσκόφ υψηλόβαθμου αξιωματικού του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων (ΛΕΕΥ - NKVD) που αυτομόλησε στην ιμπεριαλιστική Ιαπωνία τον Ιούνιο του 1938 και που ελάχιστη κάλυψη έχει βρει από την αστική ιστοριογραφία. Ο λόγος είναι ότι δυστυχώς για το αντικομουνιστικό υπόδειγμα η περίπτωσή του δίνει ισχυρές ενδείξεις τόσο για την ύπαρξη συνωμοσίας εντός του ΚΣ όσο και για τη στενή σχέση των συνωμοτών με την Ιαπωνία.
Η ίδια η ύπαρξη ενός μόνιμου στρατού ήταν μια αντίφαση εν τοις όροις για τους μπολσεβίκους και την ιδεολογία τους σχετικά με το προλεταριακό κράτος. Ο στρατός θα έπρεπε να αποτελείται από την πολιτοφυλακή των προλετάριων και θα είχε εθελοντικό και όχι μόνιμο χαρακτήρα. Η προσαρμογή όμως στις νέες συνθήκες τόσο του εμφυλίου πολέμου και της ξένης επέμβασης όσο και της καπιταλιστικής περικύκλωσης υποχρέωσε τους μπολσεβίκους να αποδεχτούν την αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας μόνιμης κάστας αξιωματικών. Τα βασικότερα ζητήματα τριβής που δημιούργησε η ύπαρξη μόνιμου στρατού σε ένα σοσιαλιστικό κράτος αναλύονται εν συντομία παρακάτω.
2.1. Οι ειδικοί της στρατιωτικής τέχνης.
Η τέχνη του πολέμου είναι περίπου μία επιστήμη. Τα στελέχη του αστικού στρατού περνούν μέσα από μια τετραετή εντατική φοίτηση στις στρατιωτικές σχολές ενώ σε όλη τους τη ζωή ασχολούνται με τα στρατιωτικά ζητήματα συσσωρεύοντας συνεχώς εμπειρία. Η επανάσταση του Οκτώβρη επικράτησε με την ένοπλη συνδρομή των εθελοντών Ερυθροφρουρών και των εργατικών φρουρών. Οι διοικητές αυτών των ένοπλων σωμάτων (οι Κόκκινοι διοικητές) εκλέγονταν από τους ίδιους τους στρατιώτες. Όταν όμως η επανάσταση βρέθηκε αντιμέτωπη με τους οργανωμένους στρατούς αρχικά της Γερμανίας και μετά το 1918 με τους στρατούς των λευκών υποχρεώθηκε να καλύψει το κενό της γνώσης και της πείρας με την χρησιμοποίηση στον Κόκκινο Στρατό των αστών ειδικών δηλ. αξιωματικών του διαλυμένου πλέον τσαρικού στρατού. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έτρεφαν καμία συμπάθεια για τους Μπολσεβίκους και το σκοπό τους. Για να ισοφαρίσουν την επιρροή τους το ΠΚΚ(μπ) θεσμοθέτησε το θεσμό του Πολιτικού Επιτρόπου σε κάθε μεγάλη και μικρή μονάδα του ΚΣ. Ο πολιτικός επίτροπος ήταν η σκιά του στρατιωτικού ειδικού με αρμοδιότητες τον πολιτικοϊδεολογικό εξοπλισμό των στρατιωτών αλλά συνυπέγραφε επίσης τις εντολές του στρατιωτικού διοικητή ενώ είχε και τη δυνατότητα βέτο. Η στρατολόγηση των τσαρικών αξιωματικών και η παραμονή τους στο στράτευμα για πολλά χρόνια μετά την οριστική επικράτηση της επανάστασης αποτέλεσε θέμα διαφωνίας μέσα στο ΠΚΚ(μπ). Πέρα από τις πολλές περιπτώσεις προδοσίας μεγάλη αναταραχή προκαλούσε η αυταρχική συμπεριφορά αυτών των ειδικών στους στρατιώτες. Το στρατιωτικό ζήτημα αποτέλεσε θέμα στο 8ο συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) με την αριστερή αντιπολίτευση να επιμένει στον αποκλειστικά εθελοντικό χαρακτήρα του στρατού χωρίς όμως να πείσει την πλειοψηφία. Από την άλλη ο θεσμός του πολιτικού επιτρόπου δημιούργησε μεγάλες τριβές με τους στρατιωτικούς διοικητές. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920 με την αύξηση των κομματικών μελών στον ΚΣ η θέση του πολιτικού επιτρόπου συγχωνεύθηκε με αυτή του στρατιωτικού διοικητή ενώ διατηρήθηκε στις περιπτώσεις των μη-κομματικών στρατιωτικών διοικητών.
2.2. Ο τρόπος οργάνωσης του Κόκκινου Στρατού
2.3. Το πρόγραμμα εξοπλισμού του Κόκκινου Στρατού
3. Η υπονομευτική δραστηριότητα στον Κόκκινο Στρατό.
3. Το ξετύλιγμα του κουβαριού
Ο Μ. Φρούνζε που διαδέχτηκε τον Τρότσκι σαν Λαϊκός Επίτροπος Στρατιωτικών το Γενάρη του 1925 σχεδίαζε την ολική αντικατάσταση των τσαρικών αξιωματικών με κόκκινους διοικητές. Αν και ο αριθμός τους από 75,000 είχε μειωθεί περίπου στους 2,000, οι πρώην τσαρικοί αξιωματικοί κυριαρχούσαν στις στρατιωτικές σχολές ακόμη και στην Ακαδημία του Γενικού επιτελείουiv. Το ζήτημα των αστών ειδικών λύθηκε οριστικά το 1931 με την επιχείρηση ‘άνοιξη’ της OGPU (πιο αναλυτικά παρακάτω).
2.2. Ο τρόπος οργάνωσης του Κόκκινου Στρατού
Η συζήτηση για τον χαρακτήρα και τον τρόπο οργάνωσης του Κόκκινου Στρατού εντάθηκε στη διάρκεια της μεταρρύθμισης του Μ. Φρούνζε το 1924. Ο Φρούνζε χώρισε το Γενικό Επιτελείο σε 3 τμήματα τη Διοίκηση του ΚΣ (υπεύθυνη για την καθημερινή διοίκηση του ΚΣ), τη Στρατιωτική Επιθεώρηση (υπεύθυνη για την επαλήθευση της ετοιμότητας αλλά και της εκπαίδευσης του στρατεύματος) και το Επιτελείο (υπεύθυνο για τη διοίκηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και την προετοιμασία των επιχειρησιακών σχεδίων και της επιστράτευσης). Ο Φρούνζε αποτέλεσε τον θεωρητικό του ενιαίου στρατιωτικού δόγματος ενώ οι ιδέες του που συνοψίζονται στο έργο του ‘Μέτωπο και Μετόπισθεν στο μελλοντικό πόλεμο’v είχαν μεγάλη απήχηση στο ΠΚΚ(μπ).
Βασικός στόχος της οργανωτικής δομής αυτής ήταν η αποφυγή της υπερβολικής συγκέντρωσης της εξουσίας αν και δημιουργούσε προβλήματα στην αποτελεσματική λειτουργία του στρατούvi. Για τον Φρούνζε ήταν ξεκάθαρο ότι οι ένοπλες δυνάμεις σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να αυτονομηθούν από την πολιτική καθοδήγηση, το κόμμα και την κοινωνία. Ο στρατός θα ήταν βασικό όργανο της επανάστασης ακόμη κι αν αυτό ήταν σε βάρος της ποιοτικής-επαγγελματικής επάρκειας των στελεχών του. Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής στεκόταν ο Τουχατσέφκι που υποστήριζε τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα που μόνο μια ενιαία διοίκηση και ένα σώμα επαγγελματικών στελεχών μπορούσε να υπηρετήσει. Για τον Φρούνζε ο τυχόν πόλεμος της ΕΣΣΔ ενάντια στην όποια καπιταλιστική δύναμη δεν θα ήταν μία κλασσική πολεμική αναμέτρηση αλλά μια επαναστατική διαδικασία. Η επικράτηση σε έναν τέτοιο πόλεμο δεν εξαρτιόταν μόνο από την πολεμική ισχύ της ΕΣΣΔ αλλά και από το επαναστατικό κίνημα στη ενδοχώρα του εχθρού. Ο επαγγελματισμός δεν είχε νόημα χωρίς τον επαναστατικό ζήλοvii.
Από την άλλη οι ιδέες του Τουχατσέφσκι περί ενός επαγγελματικού και τεχνολογικά σύγχρονου στρατού είχαν τη δική τους απήχηση στον Κόκκινο Στρατό, απήχηση που ενισχυόταν από τις στενές σχέσεις που είχαν τα στελέχη του με αυτά του Γερμανικού στρατού καθ’ όλη τη διάρκεια της συνθήκης του Ράπαλοviii. Η στενή συνεργασία μέχρι και το 1934 των σοβιετικών και γερμανών στρατιωτικών μπορεί να υποθέσει κανείς ότι επηρέασε ένα μέρος των στελεχών του ΚΣ να ξεχάσουν τις ιδεολογικές και πολιτικές παραμέτρους του στρατιωτικού προβλήματοςix.
Το 1928 ο Τουχατσέφσκι κατέθεσε εκ νέου πρόταση για την ενοποίηση της διοίκησης του ΚΣ και επιπλέον ζήτησε ο στρατός να έχει ηγετικό ρόλος στον καθορισμό της βιομηχανικής πολιτικής. Η πρόταση του απορρίφθηκε από το Επαναστατικό Στρατιωτικό Συμβούλιο του ΚΣ μετά από τις σφοδρές αντιδράσεις των μελών του που κατηγόρησαν τον Τουχατσέφκι για βοναπαρτισμό. Στις 5/5/1928 ο Τουχατσέφκι κατέθεσε την παραίτηση του από επικεφαλής του επιτελείου και μετατέθηκε σαν διοικητής στη Στρατιωτική Περιοχή του Λένινγκραντ. Η άποψή του για ένα ενιαίο γενικό επιτελείο θεωρήθηκε ελιτίστικη και ασύμβατη με τα ιδανικά ενός σοσιαλιστικού κράτους. Τη θέση του Τουχατσέφσκι ανέλαβε ο Μπ. Σαπόσνικοφ ο οποίος ωστόσο το 1930 κατάφερε αυξήσει σημαντικά τις εξουσίες του Γενικού Επιτελείουx.
2.3. Το πρόγραμμα εξοπλισμού του Κόκκινου Στρατού
Μέχρι τον τερματισμό της ΝΕΠ και την έναρξη του πρώτου πεντάχρονου ο εξοπλισμός του ΚΣ συμβάδιζε με τις χαμηλές επιδόσεις της σοβιετικής οικονομίας. Η έναρξη όμως της ραγδαίας εκβιομηχάνισης δημιούργησε νέες προοπτικές. Από την νέα του θέση στο Λένινγκραντ ο Τουχατσέφκι βομβάρδιζε την ηγεσία του ΠΚΚ(μπ) με προτάσεις κατασκευής εξωπραγματικού αριθμού αρμάτων και αεροπλάνων. Η ηγεσία του ΠΚΚ(μπ) και ειδικότερα οι Βοροσίλοφ και Στάλιν αντέδρασαν με σφοδρότητα στις προτάσεις αυτές κατηγορώντας τον Τουχατσέφσκι για ‘κόκκινο μιλιταρισμό’ και ενσυνείδητη προσπάθεια υπονόμευσης της εκβιομηχάνισηςxi. Ο Στάλιν έγραφε στο Βοροσίλοφ ‘‘η πραγματοποίηση τέτοιου σχέδιου θα κατάστρεφε πιθανότατα την οικονομία της χώρας μας όπως επίσης και το στρατό. Αυτό θα ήταν χειρότερο από κάθε αντεπανάσταση’’xii. Ωστόσο η επιτυχία της εκβιομηχάνισης οδήγησε την ηγεσία του ΠΚΚ(μπ) να αναθεωρήσει την αρχική της αντίδραση στις προτάσεις Τουχατσέφσκι. Το 1931 ο Τουχατσέφσκι επανέρχεται σαν επικεφαλής του προγράμματος εξοπλισμού του ΚΣ ενώ το 1934 επιστρέφει στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου. Οι αριθμοί παραγωγής τανκς και αεροπλάνων αυξήθηκαν σημαντικά μετά το 1933 σαν αντίδραση τόσο της απειλής της Ιαπωνίας στην Άπω Ανατολή όσο και της ανάδυσης της απειλής της ναζιστικής πλέον Γερμανίας. Η αύξηση αυτή των στρατιωτικών εξοπλισμών έγινε σε βάρος της υπόλοιπης οικονομίας αλλά και της λαϊκής κατανάλωσης. Ακόμη πιο σημαντικό, το 1941 η ΕΣΣΔ βρέθηκε με μεγάλο αριθμό αρμάτων και αεροπλάνων που ήταν πλέον παρωχημένα, γερασμένα και άρα ακατάλληλα να αντιμετωπίσουν το Γερμανό εισβολέα. Η στρατιωτική ιεραρχία άρχισε να αυτονομείται από την εξουσία του ΠΚΚ(μπ) και να διεκδικεί για τον εαυτό της μεγαλύτερο κομμάτι της εξουσίας αλλά και του πλεονάσματος (διαμέσου των αυξήσεων μισθών και άλλων απολαβών). Το πνεύμα της κάστας είχε επανέλθει στο σώμα των αξιωματικώνxiii.
3. Η υπονομευτική δραστηριότητα στον Κόκκινο Στρατό.
Ήδη από τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του ο ΚΣ θεωρήθηκε από το ΠΚΚ(μπ) σαν βασικός στόχος διάβρωσης τόσο από τους εσωτερικούς όσο και από τους εξωτερικούς εχθρούς της ΕΣΣΔ. Η χρήση αξιωματικών του τσαρικού στρατού ήδη την περίοδο του εμφυλίου λόγω έλλειψης έμπειρων στελεχών (το 1918 το 75% των αξιωματικών του ΚΣ προέρχονταν από τον τσαρικό στρατό) οδήγησε στην καθιέρωση του θεσμού του Πολιτικού Επιτρόπου και τη δημιουργία ειδικού τμήματος της Τσεκά (Έκτακτη Επιτροπή Ενάντια στην Αντεπανάσταση και τη Δολιοφθορά - η πρώτη υπηρεσία ασφαλείας του σοβιετικού κράτους) με σκοπό την παρακολούθηση αντεπαναστατικών ενεργειών στις τάξεις του ΚΣ. Η πιο γνωστή περίπτωση στρατιωτικών ειδικών που πρόδωσαν την επανάσταση εκείνη την εποχή ήταν η ανταρσία του διοικητή του Αν. Μετώπου Μ.Α Μουράβιεβ τον Ιούλιο του 1918xiv.
Μετά το τέλος του εμφυλίου οι Λευκοί ενέτειναν τις προσπάθειες τους να αποκτήσουν επαφές στον ΚΣ. Η δεξαμενή υποψηφίων δεν ήταν άλλη από τους αξιωματικούς του παλιού τσαρικού στρατού που ειδικά μετά τις μεταπολεμικές αμνηστίες του σοβιετικού κράτους είχαν τη δυνατότητα να υπηρετήσουν ξανά αυτή τη φορά στον ΚΣ. . Η μυστική υπηρεσία της Πανρώσικης Στρατιωτικής Ένωσης (ROVS) οργάνωσης των λευκοφρουρών ανέλαβε το έργο της διείσδυσης ενώ με τη σειρά της η Τσεκά και η διάδοχος της η Γκε-Πε-Ου (Κρατική Πολιτική Διεύθυνση - GPU) ανέλαβε να εντοπίσει τους λογής λογής κατασκόπους. Εκτός από τους λευκοφρουρούς ο ΚΣ αποτέλεσε στόχο των μυστικών υπηρεσιών των καπιταλιστικών κρατών. Έτσι το 1924 η Γκε-Πε-Ου συλλαμβάνει στο Κίεβο ομάδα αξιωματικών του ΚΣ που κατασκόπευε για λογαριασμό της Πολωνίας ενώ η υπονομευτική δραστηριότητα των Πολωνών εντάθηκε με την άνοδο την εξουσία του Πιλσούδσκι το 1926xv.
Μια επιπλέον απειλή για τον ΚΣ αποτέλεσε η τροτσκιστική αντιπολίτευση μετά την απομάκρυνση του Τρότσκι από τη θέση του Επίτροπου Άμυνας και τη δημιουργία της Αριστερής Αντιπολίτευσης το 1923. Ο σύμμαχος του Τρότσκι Βλ. Αντόνοφ-Οβσεενκο απομακρύνεται από τη θέση του επικεφαλής των πολιτικών επιτρόπων του ΚΣ γιατί επιχείρησε να στρέψει τους στρατιωτικούς ενάντια στα πολιτικά στελέχη του ΠΚΚ(μπ) ενώ μέχρι το τέλος του 1927, 211 υποστηρικτές του Τρότσκι απομακρύνθηκαν από το στράτευμα ανάμεσα τους οι Πούτνα και Πριμακόφ που στάλθηκαν σε διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό. Είναι ανάμεσα σε αυτούς που καταδικάστηκαν σε θάνατο δέκα χρόνια μετά μαζί με τον Τουχατσέφκσι το 1937xvi.
Το Νοέμβριο του 1927 η ένοπλη πτέρυγα της ενωμένης αντιπολίτευσης σχεδίαζε ένα πραξικόπημα σκοπεύοντας στη βίαιη κατάληψη του Κρεμλίνου, του αρχηγείου της OGPU στη Μόσχα και παρόμοιες επιχειρήσεις στο Λένινγκραντ και το Χάρκοβο. Η απόπειρα κατεστάλη στη γέννηση της από τον επικεφαλή της OGPU Β. Μενζινσκιxvii. Το 1928 συλλαμβάνεται στη Μόσχα ο Σ. Μραχκοβσκι σαν επικεφαλής της παράνομης στρατιωτικής οργάνωσης των τροτσκιστών στη Μόσχα.xviii
Το 1928 η OGPU έλαβε πληροφορίες για προετοιμασία εξέγερσης στην Ουκρανία με την υποστήριξη της Πολωνίας και της Μ. Βρετανίας. Στην εξέγερση θα λάμβαναν μέρος και ορισμένες μονάδες του ΚΣ. Η OGPU έδρασε γρήγορα και ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και πρώην τσαρικοί αξιωματικοί που είχαν σχέσεις με νυν αξιωματικούς του ΚΣ. Το 1930 η επιχείρηση ‘άνοιξη’ είχε σαν αποτέλεσμα το ξερίζωμα μιας αντεπαναστατικής οργάνωσης που δρούσε κυρίως στις στρατιωτικές σχολές. Δύο από τους συλληφθέντες στις καταθέσεις τους κατονόμασαν τον Τουχατσέφκι σαν συμπαθούντα τη δεξιά αντιπολίτευση και σαν επικεφαλής μιας δεξιάς συνωμοτικής οργάνωσης. Ωστόσο ο Στάλιν μαζί με το Βοροσίλοφ και τον Ορντονικίτζε έφερε σε αντιπαράθεση τον Τουχατσέφσκι με τους 2 κατηγόρους του και κατέληξαν ότι ο ‘Τουχατσέφσκι ήταν 100% καθαρός’ όπως έγραψε στον Μολότοφ στις 23/10/1930. Η επιχείρηση ‘άνοιξη’ έληξε το Φεβρουάριο του 1931 με χιλιάδες συλλήψεις και αποτάξεις ενώ οι κατηγορίες ήταν η κατασκοπία, το σαμποτάζ και η συνωμοσία για την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίαςxix.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 πολλοί τροτσκιστές επέστρεψαν στο στράτευμα έχοντας αποκηρύξει τις προηγούμενες θέσεις τους. Η δολοφονία του Κιρόφ το Δεκέμβριο του 1934 από τους υποστηρικτές του Ζηνόβιεφ οδήγησε σε ένα επιπλέον κύμα συλλήψεων αντισοβιετικών στοιχείων στις τάξεις του ΚΣ. Τον Αύγουστο του 1934 ο Α. Νακάεβ αξιωματικός πυροβολικού της Πολιτοφυλακής (Osoaviakhim) αποπειράθηκε να οργανώσει εξέγερση κατά της σοβιετικής εξουσίας χωρίς επιτυχίαxx. Τον Μάη του 1935 στη διάρκεια της επαλήθευσης των κομματικών καρτών 7,783 άτομα διαγράφηκαν από τις κομματικές οργανώσεις του ΚΣ εκ των οποίων 261 για σχέσεις με την τροτσκιστική-ζηνοβιεφικη αντιπολίτευση και άλλοι 114 για κατασκοπίαxxi.
3. Το ξετύλιγμα του κουβαριού
