Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αργεντινάσο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αργεντινάσο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Η αλήθεια είναι στο (Μουντο)μπάσκετ

Άντε να δούμε αναρχοτέτοιε, ποιον άλλο εκτός από εμένα κι εσένα μπορεί να αφορά το σημερινό κείμενο για το μουντομπάσκετ.
Το οποίο πλέον λέγεται world cup –παγκόσμιο κύπελλο- κι ας μην το λέει κανείς παγκοσμίως έτσι. Αλλάζουν όμως ονόματα σε ό,τι αγαπήσαμε ως παιδιά, θαρρείς για να μας το στερήσουν. Γιατί κανείς δε θα απατήσει πχ την παλιά αγαπημένη άλφα εθνική για το χάλι της σημερινής σούπερ λιγκ και το άθλιο όνομά της. Και πώς θα βγει άλλωστε η ρίμα στα συνθήματα για την καζούρα: εκεί-εκεί στη βήτα εθνική;


Ευτυχώς πάντως τις παιδικές μας αναμνήσεις δεν μπορούν να τις πειράξουν (ακόμα τουλάχιστον) κι ειδικά τις μουντομπασκετικές. Την τρομερή ανατροπή των σοβιετικών απέναντι στους γιούγκους το 86’, εννιά πόντοι σε 45 δεύτερα, η μεγαλύτερη μέχρι τις επόμενες (της αντεπανάστασης) –όπως θα έλεγε και ο γκάλης, που βγήκε πρώτος σκόρερ σε εκείνο το μουντομπάσκετ. Η διοργάνωση του 90’ στην αργεντινή, που είχε, λέει, μουσειακό χαρακτήρα, λόγω της παλαιότητας των γηπέδων, κι ήταν όντως τέτοια, αν αναλογιστεί κανείς την τελευταία παρουσία της μεγάλης σοβιετικής ομάδας, της ενιαίας γιουγκοσλαβίας και των ερασιτεχνών-κολεγιόπαιδων των ηπα. Οι δύο συνεχόμενες τέταρτες θέσεις της εθνικής σε καναδά κι αθήνα, με το σιγάλα να μην μπορεί να αστοχήσει επίτηδες σε μια βολή (που μας βγήκε τελικά σε καλό) και τον παπανικολάου, τέσσερα χρόνια αργότερα, να μην μπορεί να βάλει μία για δείγμα απέναντι στους γιούγκους. Που όσο συμπαθής και κατατρεγμένος λαός ήταν πολιτικά, άλλο τόσο «λαομίσητοι» ήταν ως μπασκετικό κατεστημένο.

Υπάρχει επίσης μια παλιότερη ιστορία από τη δεκαετία του 50, που δεν ανήκει στις δικές μου τουλάχιστον παιδικές αναμνήσεις, οπότε τη διηγούμαι παρεμπιπτόντως, γιατί έχει και πολιτικό ενδιαφέρον. Το 59’ λοιπόν η σοβιετική ομάδα, που ήταν το απόλυτο φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου, επέλεξε να μην αγωνιστεί απέναντι στην ταϊβάν-φορμόζα, με αποτέλεσμα να μηδενιστεί και να αποκλειστεί αήττητη από τη διοργάνωση. Στη συνέχεια μάλιστα, στην εσσδ κυκλοφόρησε, λέει, μια σειρά γραμματοσήμων, όπου αναγραφόταν: ηθικοί νικητές του 3ου μουντομπάσκετ. Κι όλα αυτά στα χρόνια του ρεβιζιονιστή νικήτα, έτσι;

Αλλά κι οι πιο πρόσφατες γεω-αθλητικές αναμνήσεις από την περασμένη δεκαετία δεν υστερούν σε λάμψη και συγκινήσεις. Καταρχάς το μπάσκετ μας δίνει πλέον περισσότερους λόγους κι ερείσματα, για να σταθεί αυτός ο μυστήριος, ανεκπλήρωτος συλλογικός έρωτας προς την αργεντινή, που κρατά από τα χρόνια του ντιέγκο στο ποδόσφαιρο. Με μια φοβερή πεντάδα, πριτζιόνι, τζινόμπιλι (ή μήπως πριχιόνι, χινόμπιλι;), ντελφίνο, νοσιόνι, σκόλα, που κανονικά θα έπρεπε να τη βάζουν σε μαυσωλείο στη φορμόλη (και όχι στη φορμόζα) και να τους βγάζουν φρέσκους κι αγέραστους κάθε δυο χρόνια για να παίζουν μπάσκετ στις μεγάλες διοργανώσεις. Και με την πρώτη νίκη (σχετικά άνετη μάλιστα) επί των ηπα, από καταβολής ντριμ-τιμ, στο μουντοπάσκετ της μπασκετομάνας ιντιανάπολης, μόλις ένα χρόνο μετά το σοκ της 11ης σεπτέμβρη, σαν ένα είδος μπασκετικής επανάληψής της. Εκεί όπου κανονικά άξιζε το χρυσό η αργεντινή, αλλά ας όψεται ο πιτσίλκας κι οι γιούγκοι.

Οι οποίοι γιούγκοι είχαν δώσει το τελειωτικό χτύπημα σε εκείνη την ομάδα των ηπα, αφήνοντάς την εκτός τετράδας. Και ο αντι-ιμπεριαλιστικός θρίαμβος (με ενδιάμεσο σταθμό τους ολυμπιακούς της αθήνας και το χρυσό της αρχεντίνας) κορυφώθηκε το 06’ στη σαϊτάμα, μία μέρα σαν και χτες, με το τρομερό 101-95 της ελλάδας, που είναι κι η τελευταία ήττα των αμερικανών σε μεγάλη διοργάνωση –μέχρι την επόμενη, όπως θα μας βεβαίωνε ο αμερικανοθρεμμένος στο νιου τζέρσεϊ νικ γκάλης.

Στον τελικό μετά βέβαια μας περίμενε η κατραπακιά από τους ισπανούς κι έκτοτε έχουμε περίπου ως εθνικό χόμπι να τους μισούμε φανατικά. Αλλά είναι οι μόνοι που έχουν κοιτάξει -και μπορούν να το ξανακάνουν- στα μάτια τους αμερικάνους. Συνεπώς δεν μπορούμε να παραμένουμε σε θέσεις ιδεολογικής καθαρότητας, με τακτική ίσων αποστάσεων στο διαγραφόμενο τελικό μεταξύ ηπα και ισπανίας. Χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, χωρίς να μπλέξουμε βέβαια και στη λογική να επιλέξουμε τον «καλό» ιμπεριαλιστή. Όπως δηλ και στην περίπτωση της ουκρανίας..

Εκείνη η διοργάνωση του 02’ πάντως (που ‘χε έρθει σαν οξυγόνο, μετά το αθλιότερο μουντιάλ της πρόσφατης ιστορίας στην άπω ανατολή, κι έδειξε πως η αλήθεια είναι στο μουντομπάσκετ –γκέγκε;) ήταν παραδόξως και το κύκνειο άσμα της μεγάλης ομάδας των πλάβι, που δεν παρουσίασαν κάτι ιδιαίτερο στη συνέχεια (με εξαίρεση μια μικρή αναλαμπή τη διετία 09-10’), θαρρείς κι έπαιζαν για να αποδείξουν κάτι, ότι κουβαλούσαν μέσα τους ως κίνητρο και μαγικό ζωμό τον πόνο για τα βάσανα και τα δεινά της πατρίδας τους. Κι αφού γκρέμισαν τους αμερικάνους μες στο σπίτι τους, εκτέλεσαν την αποστολή τους και γκρεμίστηκαν κι αυτοί από την κορυφή. Ενώ οι επόμενες γενιές δεν είχαν το ίδιο κίνητρο ή το ίδιο μέταλλο από το ατσάλι της ιστορίας.
Χώρια βέβαια που τότε ήταν ακόμα οδγ, γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, μαζί με το μαυροβούνιο, που στην πορεία ανεξαρτητοποιήθηκε. Φαντάσου δηλ τους σέρβους σήμερα να είχαν και πέκοβιτς στη σύνθεσή τους..

-.-.-

Λέγαμε και σε ένα πρόσφατο κείμενο πως η ελλάδα είναι η χώρα του κουβά κι αυτό εξηγεί εν μέρει την αγάπη της για την καλαθοσφαίριση, όπως η σημερινή στενωπός καθιστά εύλογη τη νοσταλγία για τα καλά της μεταπολιτευτικής παρένθεσης και τις κατακτήσεις της δεκαετίας με τις βάτες. Τότε δηλ που ήταν στα ντουζένια του το μπάσκετ και τα φεστιβάλ της οργάνωσης –αλλά και η ενσωμάτωση, ο εκφυλισμός της αισθητικής, η βιντεοταινίας και ο πετρόχειλος με την ατάκα του τίτλου του κειμένου για τους σεξ πίστολς, πριν βρει πρόσφατα την αλήθεια στους χρυσαυγίτες).


Διαβάζω παράλληλα το αφιέρωμα του ριζοσπάστη στα φεστιβάλ της εποχής, με την κριτική υποσημείωση πως το καλλιτεχνικό πρόγραμμα παρέμενε πολύ πιο φτωχό, με ελάχιστα ξένα συγκροτήματα αλλά ακόμα και την ερασιτεχνική δημιουργία να υποεκπροσωπείται. Είχαμε όμως το 86’, έναν χρόνο πριν από το ευρωμπάσκετ, τις πρώτες εμφανίσεις της γλυκερίας (που επανεμφανίζεται φέτος μετά από τόσο καιρό) και του λεωνίδα βελή! Με το στόμα γεμάτο φιλιά... Με τον γκάλη, το γιαννάκη, το φασούλα και τα άλλα παιδιά. Ή εναλλακτικά για την εποχή: με το μίμη, το μαράκι, λαφαζάνη και τα άλλα παιδιά


Και σκέφτομαι συνειρμικά τον γκέγκε πετρόχειλο, τους χρυσαυγίτες, τους φουσκωτούς με τα αναβολικά που βρέθηκαν δολοφονημένοι, την εθνική και τον αντετοκούμπο που, λόγω χρώματος, κάθεται στο λαιμό των φασιστών της άριας φυλής, τη γλυκερία που θα ξανάρθει φέτος... Και για κάποιο λόγο μου ‘ρχεται συνεχώς στο μυαλό αυτό το κλιπάκι από το εθνοσωτήριο 1987 (που είναι απερίγραπτο, και δεν χρειάζεται να εμβαπτιστεί στο καλτ, για να απενοχοποιηθεί).


Τα σκέφτομαι όλα αυτά, βλέποντας στο μουντομπάσκετ αμερικάνους δεύτερης διαλογής (γιατί οι περισσότεροι πρωτοκλασάτοι προέταξαν την καριέρα τους κι απείχαν) να πηδάνε στο θεό και να κερδίζουν κυρίως χάρη στα εξωπραγματικά αθλητικά τους προσόντα, που κάνουν τη διαφορά. Και την εξέλιξη του σύγχρονου μπάσκετ που από ένα πρωτίστως εγκεφαλικό παιχνίδι –φαίνεται και από μια απλή σύγκριση με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές, που δεν ξέρουν να αρθρώσουν ούτε μια λέξη σωστά- με τακτική, πικ εν ρολ και διάβασμα της αντίπαλης άμυνας, επιστρέφει στη δύναμη, την ταχύτητα, τον αιφνιδιασμό, το λεγόμενο transition game, με τη γρήγορη μετάβαση από την άμυνα στην επίθεση και το σοσιαλισμό..

Κι ένιωσα να μου λείπει, όσο ποτέ άλλοτε, ένα γλυκό γιουγκοσλάβικο σουτάκι κι η αρχεντίνα μαγκιά του σκόλα, που είναι μεγάλη λατρεία, από αυτές που λες πως θα μείνουν άφθαρτες στον χρόνο και δε θα γεράσουν ποτέ, αλλά το μπασκετικό καντήλι του τρεμοπαίζει και ο πανδαμάτωρ χρόνος τελειώνει εδώ..
It’ s the final countdown


Υγ1: κι έφυγε κι ο αντώνης βαρδής. Τιρινίνι και πάσης ελλάδος.



2: και έδινε λέει ο ρίζος το 86’ ειδική έκδοση για το τσέρνομπιλ! Και πού θα μπορούσαμε να τη βρούμε αυτή τώρα σφε αναγνώστη, μου λες;

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Μια νύχτα μαγική

Η (τεχνητή εν μέρει) χρεοκοπία της αργεντίνικης οικονομίας φέρνει στο προσκήνιο διάφορα ειδικά ζητήματα, που μπορεί να φαίνονται στον απλό κόσμο (και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου) πιο σύνθετα κι από τη διπλή ορθογραφία της λέξης, με ωμέγα αλλά/ή και με δύο όμικρον, που είναι αμφότερες αποδεκτές ως εκδοχές. Οι αναλύσεις κι οι λεπτομέρειες όμως μοιάζουν ψιλά γράμματα στην κοινή γνώμη που κρατάει συνήθως την ουσία (ή ό,τι μας πλασάρουν ως τέτοια) και τον απλό και ισχυρό αντίκτυπο της λέξης «χρεοκοπία» που σκεπάζει τα πάντα στο άκουσμά της. Τον ίδιο αντίκτυπο δηλ που πασχίζουν να αποφύγουν με δημιουργική λογιστική κι αλχημείες οι ελληνικές κυβερνήσεις, για να έχει δράκο (του σέιχ-σου) το σαξές στόρι κι αληθοφάνεια το παραμύθι της σωτηρία μας, που απλώνεται σε βάθος χρόνου και σειρά επεισοδίων, με φωσκολικό ορίζοντα κι ατάκες.

Παλιότερη γελοιογραφία του Πάνου Ζάχαρη από το Ποντίκι
Τα αστικά επιτελεία αρνούνται να επωμιστούν το ψυχολογικό βάρος και τη ρετσινιά ενός σύγχρονου «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Όπως ακριβώς δηλ κάποιοι παλιοί σφοι αρνήθηκαν να αποδεχτούν την κληρονομιά της ήττας της σοβιετίας και του κομμουνιστικού κινήματος· λύγισαν στη θύελλα της αντεπανάστασης και τη βάφτισαν «κατάρρευση» (ή «σταλινισμό» ή «γραφειοκρατικές αγκυλώσεις») για να τα ‘χουν καλά με την εξωνημένη συνείδησή τους.

Βάραινε όμως αντίστροφα και το αδιέξοδο της κλασικής δημοσιογραφικής ερώτησης: πού εφαρμόζονται αυτά που λέτε; Ποια χώρα είναι πρότυπο-υπόδειγμα για εσάς; Ποιες διεθνείς συμμαχίες-αναφορές έχει ο πολιτικός σας προσανατολισμός;
Κι έτσι λοιπόν αυτοί που αποκήρυξαν εν μια νυκτί το κομμουνιστικό τους παρελθόν και την προσφορά της σοβιετικής ένωσης, έγιναν ακριβοί στα πίτουρα και τους έφαγαν οι κότες. Ενώ δηλ ισχυρίζονται πως το σοβιετικό εγχείρημα είναι παράδειγμα προς αποφυγή, που πρόδωσε τα ιδανικά που πρέσβευε θεωρητικά, ψάχνουν να βρουν ελπιδοφόρα στηρίγματα που να επιβεβαιώνουν τις δικές τους «συνεπείς κι αμόλυντες ιδέες» σε «σύγχρονες προοδευτικές δυνάμεις» κι ενθουσιάζονται ακόμα και με μέτρα που παίρνουν αστικές, δεξιές κυβερνήσεις στο πλαίσιο του ευρωσκεπτικισμού και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Οτιδήποτε μπορεί να μεταφραστεί σε λαϊκή κατάκτηση και μικρή νίκη: η στάση της δεξιάς κυβέρνησης της ουγγαρίας, της ισλανδικής κυβέρνησης, η ελε (επιτροπή λογιστικού ελέγχου) του κορέα στον ισημερινό για το χρέος, η παύση πληρωμών του κίρχνερ στην αργεντινή… Οτιδήποτε, αρκεί να μην παραπέμπει στο αμαρτωλό σοβιετικό-κομμουνιστικό παρελθόν. Μια νύχτα μαγική, σαν την αργεντινή… Ποτέ όμως σαν την πετρούπολη (το μετέπειτα λένινγκραντ, για να μην μπερδευτεί κανείς με τον κόκκινο δήμο στα δυτικά προάστια της αθήνας), όπου ο λαός δεν περίμενε την επουράνια λύτρωση από ένα ελικόπτερο που απομακρυνόταν με τους ενόχους, αλλά οργάνωσε τη δική του επουράνια έφοδο.

Ο χώρος αυτός δε φαίνεται να ενθουσιάζεται τόσο από κάποια πιθανή μελλοντική προοπτική στην οποία θα μπορούσε να οδηγήσει η δυναμική των πραγμάτων, αλλά από αυτά καθαυτά τα γεγονότα, από τα πιο αυθόρμητα κι ανώριμα χαρακτηριστικά των μαζικών ξεσπασμάτων. Με άλλα λόγια, η κίνηση είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα. Οι ελπίδες εναποτέθηκαν κατά (τυχαία) σειρά στους αγανακτισμένους, το κίνημα της κατσαρόλας, το «99%» του κινήματος της γουόλ στριτ, τη μηχανική μεταφορά των συγκεντρώσεων στην πλατεία ταχρίρ (που μας έδωσε μεταξύ άλλων και ένα εκκολαπτόμενο μεϊντάν), την έφοδο (όχι στον ουρανό, αλλά) σε μαγαζιά και σούπερ μάρκετ, ως ένα είδος νομιμοποίησης αντίστοιχων περιστατικών στην αθήνα, το δεκέμβρη τουυ 08’.

Ο σάββας μιχαήλ εκτιμούσε στο αργεντινάσο του 01’ πως είχε τεθεί θέμα εξουσίας, που κυλούσε στους δρόμους και περίμενες τους διαδηλωτές να την καταλάβουν, χωρίς να πτοηθεί απ’ το εκλογικό αποτέλεσμα της αδελφής οργάνωσης του τότε ΜΕΡΑ, που δεν ξέφυγε από τα όρια του στατιστικού λάθους από το μηδέν και την απόλυτη πολιτική ανυπαρξία. Αυτός αποτελεί ίσως την πλέον συμπαθή κι ακίνδυνη περίπτωση αυτής της κατηγορίας.

Όλο το πολιτικό φάσμα από τα δεξιά του εεκ ως την αριστερά του πασοκ (ή μάλλον την «αριστερά» τύπου πασόκ) ένιωσε να γοητεύεται από τα πειράματα αυτοδιαχείρισης κι εναλλακτικού εμπορίου –ένα συνώνυμο του «εναλλακτικού καπιταλισμού»- με αυτοσχέδια νομίσματα. Να συνεπαίρνεται από την πτώση τεσσάρων διαδοχικών κυβερνήσεων σε μικρό χρονικό διάστημα, ως αδιάψευστο μάρτυρα της πολιτικής κρίσης, που δεν εξελίχτηκε ωστόσο σε επαναστατική. Ενθουσιάστηκε με την ιδέα του ελικόπτερου, που θα έπαιρνε μακριά (στα πέρα μέρη) τους πολιτικούς και το μνημόνιο κι (εκτός από το πλατειακό σύνθημα του τίτλου της ανάρτησης) αποτυπώθηκε σε πανό κι αυτοκολλητάκια της κοε με τον πολιτικό στόχο «ουστ». Εκστασιάστηκε με την παύση πληρωμών του κίρχνερ, θεωρώντας την εναλλακτική διέξοδο στο μνημονιακό δρόμο για τη διαχείριση του χρέους. Και είδε δευτερεύουσες διαμάχες στο εσωτερικό του να εξελίσσονται σε λεονταρισμούς κι έναν άτυπο διαγωνισμό «τακτικής ευελιξίας vs ριζοσπαστικής συνέπειας». Με το συριζαίο σταθάκη να παίζει εκτός συναγωνισμού και να περιορίζει το επαχθές χρέος του ελληνικού κράτος  μόλις στο 5% του συνολικού. Και το ναρίτη πι-πι να τερματίζει το κοντέρ, βρίσκοντας την χρυσή τομή: «να ζητήσουμε επαναδιαπραγμάτευση και εφόσον την αρνηθούν οι πιστωτές μας, να προχωρήσουμε σε μονομερή διαγραφή μέρους ή και του συνόλου του χρέους».

Η τεχνητή (εν μέρει) χρεοκοπία της αργεντινής έφερε στο προσκήνιο με δραματικά επίκαιρο τρόπο την παταγώδη χρεοκοπία των δυνάμεων του (παλιού και «νέου») οπορτουνισμού. Μια χρεοκοπία που δε δικαιώνει την άλλη όψη του νομίσματος της αστικής διαχείρισης και την υστερία της κυβέρνησης εναντίον όσων «ήθελαν να μας κάνουν αργεντινή». Δείχνει όμως με πόσα επιχειρήματα εξοπλίζουν και καθιστούν πιο ‘πειστικό’ και ‘ρεαλιστικό’ τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο τα αδιέξοδα, οι αντιφάσεις κι οι παλινωδίες της πολιτικής του ποικιλώνυμου οπορτουνισμού.


Ο λαός μας δεν χρειάζεται να κλάψει για την αργεντινή, αλλά μόνο για τη δική του μοίρα, εφόσον δεν απαλλαγεί από τις ρεφορμιστικές αυταπάτες και δε βγάλει τα απαραίτητα συμπεράσματα από την ακριβοπληρωμένη πείρα των αργεντίνων. Όχι για να χαρίσει μια «μικροκομματική» δικαίωση στους κομμουνιστές, που μίλησαν έγκαιρα για τη διαγραφή του χρέους, την παγίδα των εναλλακτικών τρόπων αποπληρωμής του (με κούρεμα, επιμήκυνση, επαναδιαπραγμάτευση, κτλ) και τους δόλιους φάρους της αργεντινής. Αλλά για να αποφύγει στο μέλλον την επώδυνη διάψευση των δικών του ελπίδων από μια επανάληψη-παραλλαγή του αργεντίνικου πειράματος στα ελληνικά δεδομένα.

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Οι Γερμανοί (δεν) είναι φίλοι μας

Όχι, δεν πρόκειται να αναλύσουμε ένα μουντιάλ με αντιδραστικό και λυπημένο τέλος –αν και από μία άποψη ήταν ρεαλιστικό σαν τη ζωή. Αλλά στον πρόσφατο τελικό όλη σχεδόν η φίλαθλη χώρα ήταν στο πλευρό της αργεντινής. Πολλοί πήγαν βέβαια με το αυθόρμητο αντι-γερμανικό, αντι-μερκελικό ρεύμα. Αλλά στην πλατεία που το έβλεπα, ο κόσμος χειροκρόρησε μετά τον ύμνο της αργεντινής, σα να ήταν η δική του ομάδα, χωρίς να αποδοκιμάσει πχ το γερμανικό εθνικό ύμνο.

Σε κάθε κανόνα υπάρχουν βέβαια οι εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν. Κι αυτές στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν: οι παραδοσιακοί γερμανόφιλοι τσολιάδες· οι πιστοί του μαραντόνα, που δεν ήθελαν να δουν το θεό τους να εκθρονίζεται ή να αποκτά συγκάτοικο στην κορυφή –με την αργεντινή του μέσι να το σηκώνει μες στη βραζιλία· κι όσοι δεν μπορούσαν να αντέξουν τη ρηχή, αντι-μερκελική συριζίλα με το ντεμέκ κινηματικό αργεντινάσο επίστρωμα και πήγαν από αντίδραση με τους άλλους. Αν και δεν ξέρω πόσο υγιές αντανακλαστικό είναι ο ετεροκαθορισμός ή γιατί να μη διαλέξουμε τους γερμανούς βαραββάδες στο δίλημμα ποιον αντιπαθούμε και θέλουμε να σταυρώσουμε.

Όχι δηλ πως αυτή η γερμανία είναι τόσο αντιπαθητική –συγκριτικά και με παλιότερες εκδοχές της νάσιοναλ μάνσαφτ- με τόσους γκασταρμπάιτερ στη σύνθεσή της: τους κλόζε και ποντόλσκι από την πολωνία, τον μουστάφι, τον μπόατενγκ που βρέθηκε σε άλλο ένα μουντιάλ αντιμέτωπος με τον γκανέζο αδελφό του, τον τυνήσιο κεντίρα, τον τούρκο οζίλ –που διάβασα κάπου πως ήθελε να χαρίσει το πριμ του στους παλαιστίνιους, αλλά δεν του επιτράπηκε. Υπήρχαν φυσικά και κλασικοί γερμαναράδες, σαν τον μίλερ, που ξέσπασε σε μια κολομβιανή μπάρμπι δημοσιογράφο, και τον σβαϊνστάιγκερ, που πανηγύριζε σα μεθυσμένος τουρίστας κι αν δεν κάνω λάθος το επίθετό του σημαίνει κάτι σαν αναβάτης γουρουνιού –που θα μπορούσε να υποδηλώνει σημειολογικά και τα PIGS ως χώρες. Αλλά υπήρχαν και σχετικά συμπαθείς παίκτες, σαν τον χούμελς, το λαμ, τον γκέτσε ή το ροδομάγουλο υπεράνθρωπο νόιερ, του οποίου η απόκρουση στο σουτ του μπενζεμά με τη γαλλία, θα μπορούσε να είναι το οπτικό αντίστοιχο του βιβλίου με τίτλο «στη γροθιά του σούπερμαν». Αν κι εμένα μου θύμισε αρκετά το μεγάλο ιβάν ντράγκο, το σοβιετικό πυγμάχο από το Rocky IV, που μιλούσε κυρίως με τις γροθιές του στο ρινγκ κι ελάχιστα εκτός αγωνιστικού χώρου.

Κάποιοι σφοι το προχώρησαν παραπέρα, θεωρώντας το παιχνίδι της γερμανίας ένα υπόδειγμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όπου καμία μονάδα δεν είναι πιο σημαντική από το σύνολο και δε λάμπει υπερβολικά, για να επισκιάσει τους υπόλοιπους. Ο τελικός του μουντιάλ θα μπορούσε να ιδωθεί και ως ιδεολογικό μάθημα για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία. Γιατί ένας και μόνο αστέρας δεν μπορεί να νικήσει μόνος του ένα καλοδουλεμένο σύνολο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο –πόσο μάλλον όταν είναι ντεφορμέ και ξεζουμισμένος, έχοντας ξεκινήσει ίσως την κατηφόρα της καριέρας του.

Προσωπικά ωστόσο έχω ορισμένες ενστάσεις στο παραπάνω σχήμα. Στη γερμανική ομάδα μπορεί κάθε γρανάζι να γνωρίζει πολύ καλά τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που του αναλογούν στο γενικό καταμερισμό εργασίας και όλα μαζί να συναρμολογούν μια ανίκητη πολεμική μηχανή (πάντσερ). Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας κι ο γιος μου το ανταλλακτικό.
Αλλά όπως μας λέει ένας άλλος γερμανός, ο στρατιώτης έχει ένα σοβαρό «μειονέκτημα»: ξέρει να σκέφτεται. Και διαθέτει (ποδοσφαιρική) φαντασία. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι όπως τον παρουσιάζουν, μια καρικατούρα τέχνης αυστηρά προσκολλημένη στον τελικό σκοπό (νίκη) και το σύστημα, αδιαφορώντας για το αισθητικό κομμάτι και την ανάδειξη κάθε ξεχωριστής μονάδες (δηλ την ανάπτυξη της προσωπικότητας). Η γερμανία ακόμα και στην κορυφαία στιγμή της στο μουντιάλ (την επτάρα στη διοργανώτρια βραζιλία, όπου πέτυχε σε ένα μόνο αγώνα όσα γκολ είχε πετύχει σε όλο το τουρνουά η προηγούμενη πρωταθλήτρια, ισπανία) ήταν περισσότερο ένας αμείλικτος επαγγελματίας, που εκτέλεσε ψυχρά τη δουλειά του και τιμώρησε σκληρά τα κενά των βραζιλιάνων, οδηγώντας τους σε γοερό κλάμα, παρά μια σούπερ φαντεζί ομάδα που κέρδισε το θαυμασμό και την αναγνώρισή τους.

Οι περισσότεροι έμειναν βέβαια στο βασικό δίπολο που περιγράψαμε εισαγωγικά. Από τη μια ήταν η αργεντινή του τσε, του ντιέγκο με τον τσε τατουάζ στο μπράτσο κι επίσης του αργεντινάσο, της παύσης πληρωμών και των πειραμάτων αυτοδιαχείρισης –που δεν οδήγησαν σε τίποτα απολύτως, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για το οπαδικό φαντασιακό. Κι από την άλλη οι ναζί, μερκελιστές κατακτητές-πιστωτές μας, που έχουν βγάλει όμως φωτεινά επαναστατικά μυαλά σαν τον μαρξ, τον ένγκελς και την πολωνή ρόζα λούξεμπουργκ, που έδρασε όμως κυρίως στη γερμανία –κάτι σαν τον κλόζε της εποχής.

Μπαίνει όμως κι ένας γενικός προβληματισμός, πέρα από τα έτοιμα στερεότυπα που ψάχνουμε να τα ενισχύσουμε ή να τα διαψεύσουμε με επιλεκτικά παραδείγματα από την ιστορία και τον αθλητισμό, για να επιβεβαιώσουμε το αρχικό μας συμπέρασμα. Ένας προβληματισμός για το πώς εξελίχτηκε ο λαός του κάρολου, του φρίντριχ και της ρόζας (που μετείχε κι αυτή της γερμανικής, μαρξιστικής παιδείας). Και για το τι απέγινε το πανίσχυρο εργατικό κίνημα στη γερμανία, η επαναστατική φιλοσοφική παράδοση (πριν από τη σχολή της φρανκφούρτης), οι κατακτήσεις κι η κληρονομιά που άφησε η λδγ, το κομμουνιστικό κίνημα συνολικά. (Θυμάμαι παρεμπιπτόντως κάτι που μου έλεγε μια φίλη για ένα βιβλίο του ταχτσή, που είχε αναμνήσεις από τους γερμανούς της κατοχής, και αρκετά χρόνια μετά δεν μπορούσε να συναντήσει το αρσενικό σκληρό πρότυπο που είχε κρατήσει στο νου του, παρά μόνο στους λδγερμανούς πίσω από το τείχος).

Αναλογίζεται κανείς τη σφραγίδα αυτού του παρελθόντος που έμοιαζε ανεξίτηλο και ψάχνει αμήχανα να τη βρει στην εικόνα του σύγχρονου γερμανού, που το συναντάμε κυρίως ως τουρίστα. Του γερμανού που ζει αθόρυβα, μεθάει φασαριόζικα, κινείται ελεγχόμενα κι αποκλειστικά σε μέρη και μαγαζιά που συνεργάζονται με το τουριστικό του γραφείο, απολαμβάνει άγευστη χωριάτικη σαλάτα και greek musaka σε ακριβές τουριστικές ταβέρνες της κακιάς ώρας, γιατί στην πατρίδα του δεν έχει ούτε καν αυτό. Ζει (;) για να δουλεύει από ήλιο σε ήλιο το χειμώνα, που είναι μικρότερη η μέρα, μελαγχολεί όταν τελειώνει το ωράριό του και δεν έχει ζωή πέρα από αυτό –αντίθετα με εμάς που μελαγχολούμε τα πρωινά και ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας με το πέρας της δουλειάς, όταν υπάρχει κι αυτή. Παθιάζεται με την οικονομία στα έξοδα, λατρεύει την τάξη, την πειθαρχία, όλα με πρόγραμμα, όλα στο σχέδιο, πρωτοκολλήσαμε τον έρωτα, προκατασκευασμένες στιγμές, ακόμα κι οι αποδράσεις τους για διακοπές, ακόμα κι οι πορείες, όπου περνάς από σωματικό έλεγχο, για να διαδηλώσεις ελεύθερα.. Πώς να βρεις μια χαραμάδα, κάπου να πιαστείς και να βρεις κάτι ελπιδοφόρο σε αυτή την χώρα; Πόση δουλειά μυρμηγκιού χρειάζεται σε μια κοινωνία εργατικών μυρμηγκιών, που έχουν ξεχάσει ότι κάποτε είχαν φτερά και φλέρταραν με την έφοδο στον ουρανό;

Σίγουρα υπάρχουν διάφορες επιμέρους εξηγήσεις. Οι μεγάλες ήττες του λαϊκού κινήματος, στο μεσοπόλεμο με την επικράτηση του ναζισμού και το 89’ με την (κατ’ ουσίαν) προσάρτηση της λδγ. Το ταπεινωμένο εθνικό αίσθημα μετά τη συνθήκη των βερσαλιών που έστρωσε το δρόμο στον χίτλερ. Οι συλλογικές τύψεις μετά το τέλος του β’ ππ που μετουσιώθηκαν σε μια λογική εργασιομανίας και «τα κεφάλια μέσα». Η πολυπλόκαμη ιμπεριαλιστική επέμβαση που βάρυνε αποφασιστικά σε μια χώρα-προμετωπίδα και σύνορο του καπιταλισμού απέναντι στις σοσιαλιστικές χώρες. Το σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο (ή τέλος πάντων εισόδημα, γιατί «ζωή είναι αυτή;») που λειτουργεί ως παράγοντας αποπροσανατολισμού κι ενσωμάτωσης.


Δεν ξέρω όμως αν αυτά αρκούν για να ερμηνεύσουν πειστικά αυτό που η ρόζα στην (πολύ πιο ανήσυχη και ηρωική) εποχή της περιέγραφε ως απάθεια πτώματος για το γερμανικό προλεταριάτο –προκειμένου να το αφυπνίσει. Και δεν είναι μόνο στη γερμανία που δίνει τον τόνο πια αυτή η θλιβερή απάθεια κι αποσύνθεση…