Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απ' έξω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απ' έξω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Περιθώριο κι απέξω

Οι κλασικοί λένε κάπου πως η κυρίαρχη ιδεολογία σε ένα δοσμένο κοινωνικό σύνολο είναι η ιδεολογία της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης. Κι είναι ζήτημα (βασικά λυμένο αλλά και) προς συζήτηση αν θα μπορούσε ποτέ η επαναστατική-κομμουνιστική ιδεολογία να πλειοψηφήσει στις σημερινές συνθήκες, χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας επαναστατικής διαδικασίας –κάτι που παραπέμπει στη γνωστή ρεφορμιστική-ιδεαλιστική αντίληψη: πρώτα να κερδίσουμε-αλλάξουμε τις συνειδήσεις του κόσμου κι ύστερα τον κόσμο γύρω μας. Αλλά αυτό δε θα το αναλύσουμε περαιτέρω στο σημερινό κείμενο.

Κατ’ αντιστοιχία, ο κυρίαρχος τρόπος ζωής κι οι διάφορες τάσεις που διαμορφώνονται είναι εμποτισμένες με τις αξίες της κυρίαρχης τάξης –δεν υπάρχει προφανώς πλήρης ταύτιση, γιατί δεν έχουν όλοι τα εισοδήματα της κυρίαρχης τάξης, για να ακολουθήσουν το life-style των αστών. Μπορούν όμως να το ονειρεύονται δωρεάν και θα τους κοστίσει ακριβά να το αποβάλουν, νικώντας τη δύναμη της συνήθειας, για να μάθουν να σκέφτονται διαφορετικά.

Αυτή ακριβώς η επέκταση του παραπάνω σχήματος είναι που κάνει ίσως αρκετούς να βρίσκουν εύστοχο και να αποδέχονται αυθόρμητα τον όρο «ολοκληρωτικός καπιταλισμός», που αγκαλιάζει σχεδόν κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας και αποτυπώνει πιστά τη σημερινή κατάσταση γενικευμένης εμπορευματοποίησης. Αν και στην πραγματικότητα, οι βάσεις αυτής της θεωρητικής επεξεργασίας είναι διαφορετικές κι έχουν να κάνουν με τις ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις και την τάση προς τον ολοκληρωτισμό. Αλλά ούτε αυτό είναι της παρούσης να αναλυθεί διεξοδικά.

Τι (μπορούμε) να κάνουμε λοιπόν; Αναζητούμε στο περιθώριο του κυρίαρχου τρόπου ζωής μικρές κοφτές (ου μην και κομμένες) ανάσες ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Αποδεχόμαστε σιωπηρά αλλά συνειδητά πως δεν πρόκειται να βρούμε στη δουλειά μας (αν την έχουμε και αυτήν) την ανάπτυξη κι ολοκλήρωση της προσωπικότητάς μας και διαπραγματευόμαστε με στιλ ελληνικό, βαρουφακίσιο, έναν έντιμο συμβιβασμό για την τυπική μας συμμετοχή και το μικρότερο δυνατό ξόδεμα στο προκαθορισμένο ωράριο, που θα μας αφήνει τουλάχιστον αρκετό ελεύθερο χρόνο μες στη μέρα για να βρούμε τον εαυτό μας σε άλλες δευτερεύουσες δραστηριότητες. Που δεν είναι καθόλου ασήμαντες, λειτουργούν όμως συμπληρωματικά προς την εργασία, που αποτελεί τη βασική κοινωνική σχέση που καθορίζει τον άνθρωπο και στο σημερινό πλαίσιο καταλήγει συνήθως να αδειάζει αντί να γεμίζει τον εργαζόμενο, αφήνοντάς του ελάχιστα περιθώρια για να κάνει κάτι δημιουργικό –πόσο μάλλον κάποια «βαριά» πνευματική ασχολία- στο λιγοστό ελεύθερο χρόνο του.

Η παραπάνω ιδέα βασίζεται κατά μία έννοια στο περίφημο «απέξω» του βλαδίμηρου για την επαναστατική θεωρία και την εργατική τάξη –αν και υπάρχει η ερμηνεία ότι αυτό το απέξω δεν αναφέρεται απαραίτητα στο στρώμα των διανοούμενων που βρίσκονται εκτός εργατικής τάξης και μόνο αυτοί μπορούν να φιλοσοφούν και να ασχολούνται με θεωρητικά ζητήματα, αλλά σε αυτή καθαυτή τη θεωρητική σύλληψη που προκύπτει έξω από τον υποδουλωτικό, αποβλακωτικό χαρακτήρα της μισθωτής δουλείας και την παραγωγική διαδικασία σε αυτές τις συνθήκες. Αλλά για κάθε σωστή ιδέα, υπάρχει κι η υπερβολή της, που τη σπρώχνει έξω από τα όρια της ισχύος της.

Φτιάχνουμε λοιπόν μικρά προσωπικά –ή και συλλογικά- καταφύγια, περισσότερο για να ξεφύγουμε από την πραγματικότητα παρά για να την αλλάξουμε. Κι όσο βαυκαλιζόμαστε πως χτίζουμε εναλλακτικές ετεροτοπίες, τόσο τις ενσωματώνει και τις απορροφά με δύναμη ηλεκτρικής σκούπας το σύστημα. Ο καλός μύλος της αντίδρασης όλα τα αλέθει: εμπορικά, «εναλλακτικά» δίκτυα, εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης, δεκάδες μικρά ρυάκια (καλλιτεχνικά στέκια, ομάδες, ομίλους, κολεκτίβες, κ.ά) που στερεύουν και ξεστρατίζουν όταν δε χύνονται στο Ποτάμι του αδόλφου χίπστερ και τις ανόητες εξαγγελίες πως θα αλλάξουν όλα (χωρίς να βουλιάξει η χώρα) ξεκινώντας από τα μικρά πράγματα που «κάνουν τη διαφορά», όπως το καφάσι στο δρόμο για το παρκάρισμα.

Ακόμα κι αν δεν έχει κανείς όμως αυταπάτες αλά μαρκούζε για τη γλυκιά ενσωμάτωση του περιθωρίου, που βαφτίζεται επαναστατικό υποκείμενο, υπάρχει ο κίνδυνος του βολέματος, μιας ιδιότυπης ανακωχής κι ενός άτυπου κοινωνικού συμβολαίου, που συμπυκνώνεται στη λογική της παραίτησης και του «κάντε ό,τι θέλετε, αλλά αφήστε μας τουλάχιστον ήσυχους». Στην πραγματική ζωή όμως –που τρυπώνει από τις χαραμάδες του τείχους μας και παίρνει πάντα την εκδίκησή της- δεν υπάρχει εκεχειρία, δεν μπορούν να σταθούν οι μεσοβέζικοι συμβιβασμοί κι η αναπόληση μιας χαμένης ισορροπίας του πρόσφατου παρελθόντος. Και όσο η απογοήτευση μεταφράζεται σε ιδιώτευση και αναχωρητισμό, τόσο επιτρέπουμε την πλήρη επικράτηση και την εισβολή των εμπορικών σχέσεων στην «ιδιωτική» μας σφαίρα.

Η σύγκρουση που έρχεται δε θα δοθεί σε δευτερεύοντα χαρακώματα του εποικοδομήματος (όσο κι αν έχουν αυτά τα τελευταία τη σημασία τους) ούτε σε εναλλακτικούς μικρόκοσμους του περιθωρίου, χωρίς καμία επαφή με τον πραγματικό κόσμο· αλλά στην κεντρική σκηνή και με όλους τους προβολείς πάνω μας. Η νίκη της επανάστασης θα έρθει μέρα μεσημέρι κι όχι σαν κλέφτης από το παράθυρο. Και όσο φυγομαχούμε και δεν προετοιμαζόμαστε για αυτήν, τόσο θα στενεύουν τα περάσματα.

Ξέρεις καλά πως πια δεν έχω περιθώρια
Ξέρω καλά πως θα σαλτάρω, αν δε σε δω

Hasta la Βικτώρια siempre

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Το τρίτο μέγα ΟΧΙ

Για μένα τα χρόνια στο δημοτικό ήταν συνυφασμένα με μια παιδική ανεμελιά, που κόπηκε κάπως απότομα με τη μετάβαση στην εφηβεία και το γυμνάσιο. Εκ των υστέρων καταλαβαίνω πως μία από τις βασικές δυσκολίες αυτής της μετάβασης ήταν η προσαρμογή από τη «γενική μόρφωση» του δημοτικού και τη σύνδεσή της με εξωσχολικά διαβάσματα, που μας απασχολούσαν και μες στην τάξη, στην εξειδίκευση μιας ύλης που πρέπει να βγει πάση θυσία, χωρίς χρονοβόρες παρεκκλίσεις, για να ξεχαστεί την αμέσως επόμενη μέρα των εξετάσεων. Κι όταν θυμάμαι τη δασκάλα που είχα ως την τετάρτη δημοτικού, σκέφτομαι πως της οφείλω πολλές χρήσιμες γνώσεις, εκτός σχολικών εγχειριδίων κι ως ένα βαθμό το ευ ζην –αν και τελευταία έχει καταστεί εντελώς αμφίβολο αυτό καθαυτό το ζην, για όσους δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στον εαυτό τους τα προς το ζην, δηλ την επιβίωση, πόσο μάλλον την πραγματική ζωή, που παραπέμπει περισσότερο στο ευ ζην.

Ευτυχώς όμως δεν της οφείλω τις πολιτικές πεποιθήσεις μου. Γιατί ανάμεσα στις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που μας περνούσε, ήταν κι ένα τραγουδάκι για τη μακεδονία (ήταν στην επικαιρότητα τότε και τα σκοπιανοφάγα συλλαλητήρια με την καθολική –πλην λακεδαιμονίων- συμμετοχή) που έλεγε: στρατός, ξηρά και ναυτικό κρατούν γερά τη λόγχη, για να απαντήσουν στον εχθρό το τρίτο μέγα όχι. Ήμασταν βέβαια πολύ μικροί για να πιάσουμε το ιστορικό υπονοούμενο στο τακτικό αριθμητικό τρίτο και σε ποιο γεγονός αναφερόταν. Πότε ήταν δηλ το δεύτερο όχι, για να φτάσουμε στο τρίτο; Χρειάζονταν εξωσχολικά αναγνώσματα, για να το καταλάβουμε. Ενώ κι οι μισές, κουτσουρεμένες απαντήσεις που θα βρίσκαμε τα επόμενα χρόνια στα σχολικά εγχειρίδια του γυμνασίου και του λυκείου έμεναν πάντα εκτός διδακτέας κι εξεταζόμενης ύλης.

Και το πρώτο όχι πότε ειπώθηκε δηλ; Ο μεταξάς απάντησε στον ιταλό πρέσβη κάτι σαν «αλόρ, σε λα γκερ», λοιπόν έχουμε πόλεμο. Με βάση όσα μας έμαθε η δασκάλα μας στο δημοτικό, αυτό είναι συμπερασματικός σύνδεσμος και δεν εισάγει κάποια άρνηση αλλά μια διαπίστωση. Ώστε έτσι λοιπόν.. Και τέλος πάντων η τάξη που εκπροσωπούσε ο μεταξάς, χωρισμένη σε φιλοβρετανικό και φιλογερμανικό τμήμα, δεν είπε κανένα απολύτως όχι, ούτε έμεινε να υπερασπιστεί, γιατί το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, παρά μόνο συμφέροντα και εθνικά κράτη ή διακρατικούς οργανισμούς ως όργανα και συλλογικούς εκφραστές τους.

Το ΟΧΙ το είπε ο ελληνικός λαός που πολέμησε στην πίνδο τους ιταλούς κι αργότερα ενάντια στους γερμανούς φασίστες (και όχι τη γερμανία και την ιταλία ως έθνη, όπως έλεγαν οι τεταρταυγουστιανές αρχές) ενώ η πολιτική του ηγεσία ήταν τελείως απρόθυμη κι ανέτοιμη για αυτόν τον πόλεμο, χωρίς να έχει προχωρήσει στη στοιχειώδη υλική προπαρασκευή για τη διεξαγωγή του.
Το ΟΧΙ το είπε ο ελληνικός λαός που δεν τράπηκε σε φυγή στο κάιρο, αλλά αντιστάθηκε στις δυνάμεις κατοχής με ψυχή και οργανωτή του αγώνα του το εαμ, τον αντάρτικο στρατό του ελας, την επον και την εθνική αλληλεγγύη.  Το δεύτερο ΟΧΙ δεν το είπαν οι δοσίλογοι συνεργάτες του κατακτητή, που βρήκαν προστασία κάτω από τις φτερούγες των βρετανών και των αμερικάνων αργότερα, αλλά οι ηρωικοί μαχητές του δημοκρατικού στρατού, που ιδρύθηκε στην έκτη επέτειο του ΟΧΙ στους ιταλούς, 28 οκτώβρη του 46’.

Συνεπώς το πρώτο όχι συνδέεται άρρηκτα με το δεύτερο και δεν μπορεί να ιδωθεί ξεκομμένο από αυτό και από όλα τα μικρά και μεγαλύτερα όχι που ακολούθησαν: στις νατοϊκές βάσεις, στο λάκκο των λεόντων της εοκ και το μάαστριχτ, στο σχέδιο ανάν. Η άρνηση να γίνουμε δούλοι του εικοστού πρώτου αιώνα και το «τρίτο μέγα όχι» στον κόσμο της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας.

Τα ιστορικά μισόλογα (όχι μεν αλλά) προσιδιάζουν κατεξοχήν στον πολιτικό χυλό της σοσιαλδημοκρατίας (σε όλες του τις ιστορικές εκδοχές κι απ’ όπου κι αν προέρχεται) που επιχειρεί να αντλήσει (συνήθως με όρους λεηλασίας) πολιτική υπεραξία από την ιστορική παράδοση του εαμ, αλλά... αναγνωρίζει την αντίσταση μόνο ως το 44’, οικτίρει το «λάθος» του δεκέμβρη και της αποχής του 46’, τον «αδελφοκτόνο εμφύλιο» (έλληνες να ντουφεκάνε έλληνες) και τον αγώνα του δσε. Καλλιεργεί την αυταπάτη ότι υπήρχε δυνατότητα ομαλής, δημοκρατικής εξέλιξης αλά γαλλία κι ιταλία και ότι η αντίδραση θα ανεχόταν την ειρηνική συνύπαρξή της με ένα τόσο ισχυρό εαμικό κίνημα, χωρίς να συγκρουστεί στρατιωτικά μαζί του, για να το τσακίσει και να το οδηγήσει στη συντριβή.

Είναι ο ίδιος πολιτικός χυλός που απορρίπτει τη «στείρα άρνηση» των κομμουνιστών, «που δεν έχουν προτάσεις, δε θέλουν να κυβερνήσουν και λένε σε όλα όχι, από συνήθεια και θέση αρχής». Αυτός που προβάλλει τον «τρίτο δρόμο» των παπατζήδων και των ιστορικών τους κακέκτυπων, γιατί… αυτοί έλεγαν και κανένα όχι τουλάχιστον –κι ας μην το εννοούσαν- στην εοκ, τους αμερικάνους, το παλάτι. Αλλά τα περήφανα «όχι» και «μη» έγιναν «μη κυβερνητικές οργανώσεις» και «μη κρατικά πανεπιστήμια» (με ιδιωτικούς σεκιούριτι) ή ένα αφοριστικό «όχι σε όλα τα κόμματα», σε μια άλλη του εκδοχή.

Η διέξοδος όμως, ιδίως σήμερα, δε βρίσκεται σε μισόλογα και ντροπαλές αρνήσεις, που είναι σαν τα νάζια της σεμνότυφης χαμηλοβλεπούσας που λέει «μη» για τα μάτια του κόσμου. Το ζήτημα είναι να ξέρουμε πού να χτυπήσουμε και τι να αρνηθούμε. Το ζητούμενο είναι το τρίτο μέγα ‘όχι’ που λέγαμε και παραπάνω, η συνολική άρνηση της σημερινής μιζέριας. Ένα «όχι» που δεν είναι στείρο, αλλά διαλεκτικό και αρνείται όλα όσα κρατάνε πίσω την εξέλιξη του κόσμου και τον εμποδίζουν να σταθεί στο μπόι των ονείρων μας και των δυνατοτήτων της εποχής μας.

Για να τα βρει κανείς αυτά όμως, πρέπει πρώτα να διαβάσει φιλοσοφία, για να αρχίσει να καταλαβαίνει τη διαλεκτική, να διαβάσει την πραγματική ιστορία του τόπου, που δεν πρόκειται να τη μάθει στο σχολείο, από τα βιβλία και τους καθηγητές του, αλλά μόνο σε εξωσχολικά αναγνώσματα. Ένα σχολείο, που συνήθως αφήνει στους απόφοιτούς του, ως μοναδικό εφόδιο, την απέχθεια για το διάβασμα, το βιβλίο και συνολικά τη γνώση. Και δίνει και μια άλλη διάσταση στο περίφημο «απέξω» του βλαδίμηρου και στο ερώτημα πώς και σε ποια βάση μπορεί να προκύψει η επαναστατική συνείδηση.

Υστερόγραφο

Το.. «πουλιοπουλικό αντιεαμικό μένος» –όπως θα έλεγε κάποια ψυχή- έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, που χτες στην πάτρα, μετά την κατάθεση στεφάνου από το κκε στο σημείο που είχε πέσει η πρώτη βόμβα στον πόλεμο του 40’, οι συγκεντρωμένοι κομμουνιστές (και κομμουνίζοντες σαν κι εμένα) τραγουδήσαμε για το εαμ: «τρία γράμματα μόνο φωτίζουν» και τους «ήρωες». Ναι αλλά γιατί ο σφος που τραγουδούσε από τη ντουντούκα ξέχασε και παρέλειψε τη δεύτερη στροφή «νέοι, γέροι, όλοι μαζί φωνάζουν»; Πού θα φτάσει πια αυτός ο κατήφορος; Ε;

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Αιωνιότητα και μια μέρα

Αν θέλει κανείς να δει τη δύναμη του κυρίαρχου λόγου και την ύπουλη επίδραση της αστικής προπαγάνδας στη λεγόμενη κοινή γνώμη, μπορεί να τη μετρήσει σε ένα επίκαιρο παράδειγμα με το ζήτημα των αιώνιων φοιτητών. Ο μέσος τηλεθεατής δε βλέπει σε αυτή την κατηγορία νέους που σπουδάζουν με πενιχρά μέσα και πρέπει να δουλεύουν παράλληλα, για να βγάλουν τα προς το ζην, μένουν σε άλλο μέρος και δεν έχουν λεφτά να νοικιάσουν σπίτι στην πόλη των σπουδών τους, άτομα γενικά που πήγε κάτι στραβά στη ζωή τους και χρειάζονται συνεπώς βοήθεια αντί για εκβιαστικά τελεσίγραφα. Αλλά φαντάζεται ρέμπελους φοιτητοπατέρες που τρώνε τα λεφτά του πατέρα και του κρατικού προϋπολογισμού και βασικά ευθύνονται για τη (δημοσιονομική) κρίση (χρέους και αξιών), μαζί με τους υδραυλικούς που δεν κόβουν απόδειξη και τους δημόσιους υπαλλήλους.
Δεν έχει τόση σημασία που στην πραγματικότητα οι αιώνιοι (λες και μιλάμε για ντέρμπυ πάο-οσφπ) δεν επιβαρύνουν στο παραμικρό τα πανεπιστήμια και την πολιτεία. Σημασία έχει μόνο πως έχουμε αποστηθίσει αυτό το σχήμα δια της συχνής τηλεοπτικής επανάληψης κι έχουμε μάθει αυθόρμητα να το θεωρούμε δική μας σκέψη κι ανάλυση, θεωρώντας τους αιώνιους φοιτητές κάτι σαν τον προ-αιώνιο εχθρό (τους εαμοβούλγαρους), που μας εμποδίζει να ξαναζήσουμε τον χρυσό αιώνα του περικλή.

Ποιος είναι όμως ο λόγος που στοχοποιούνται οι αιώνιοι φοιτητές από την κυβέρνηση, εφόσον δεν κοστίζουν τίποτα και δεν επιβαρύνουν στο παραμικρό το κράτος; Η βασική λογική είναι να γίνουν τα πανεπιστήμια ανταγωνιστικά, με κριτήρια ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς βαρίδια (δηλ τους αιώνιους) που δυσφημούν και ρίχνουν την αποτελεσματικότητά τους, ανεβάζοντας το μέσο όρο (απο)φοίτησης. Μια παράπλευρη αλλά εξίσου σημαντική πτυχή είναι και η εξασφάλιση δεξαμενής πελατών για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια (που όλο και λιγότεροι δημοσιολόγοι νιώθουν την ανάγκη να τα αναφέρουν ως μη κρατικά, για να μη χτυπάν πολύ άσχημα στο αυτί). Αν διαβάσει κανείς εκπαιδευτικά ρεπορτάζ και αναλύσεις στον τύπο και το διαδίκτυο, θα βρει κι άλλες αντίστοιχες παραμέτρους πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων.

Πλάι στα άλλα ζητούμενα όμως, υπάρχει και μια γενικότερη κοινωνική στόχευση, που δεν υστερεί καθόλου σε σημασία: η εμπέδωση της προσωρινότητας, της πίεσης, της δια βίου ελαστικότητας των αυριανών εργαζόμενων, ήδη απ’ τα φοιτητικά τους χρόνια. Γιατί κανείς δεν πρέπει να νιώθει ασφαλής και μόνιμος (ακόμα και με τη σχετική έννοια που έχει αυτός ο όρος σε μια εξ ορισμού μεταβατική φάση, όπως η φοιτητική). Αλλά να νιώθει στην πρέσα, υπό διαρκή κρίση κι αίρεση (αξιολόγηση) για να είναι υποτακτικός κι υπάκουος και να συνηθίζει για να προσαρμοστεί γρήγορα και στο επαγγελματικό κάτεργο που τον περιμένει.

Παράλληλα χτυπιέται η παραδοσιακή και κακόφημη φοιτητική «ανεμελιά», που διασφαλίζει ωστόσο ένα διαφορετικό κλίμα, μια γενική ατμόσφαιρα και έμπρακτη δυνατότητα ενεργού συμμετοχής των φοιτητών στα κοινά. Είναι αυτό το περίφημο «απέξω» (έξω από την εργατική τάξη, την αλλοτρίωση και την εκμετάλλευση των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής) που αναλύει στο έργο του ο βλαδίμηρος για το πώς προκύπτει η επαναστατική συνείδηση. Κάτι που επιβεβαιώνεται και στην πράξη από μία άποψη (που είναι όμως η μισή αλήθεια), καθώς τα πανεπιστήμια αποδεικνύονται προνομιακό πεδίο στρατολόγησης (και για κάποιες οργανώσεις ο αποκλειστικός χώρος δράσης και ύπαρξής τους, κάτι σαν υδροβιότοπος με προστατευόμενα είδη). Το οποίο κρύβει όμως κινδύνους άλλης φύσης, που μπορεί να εκδηλωθούν στην πορεία.

Αυτή η παράμετρος επηρεάζει αποφασιστικά τη νοοτροπία και τη συμπεριφορά πολλών φοιτητών κι αποτελεί το κλειδί για την ερμηνεία κάποιων τάσεων κι αρκετών φαινομένων. Εξηγεί ίσως εν μέρει –και σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες προφανώς- πώς εξανεμίστηκε η αγωνιστική παράδοση κι οι κινητοποιήσεις της διετίας 06-07’, γιατί δε βρήκαν συνέχεια τα επόμενα χρόνια, γιατί το φοιτητικό κίνημα έμεινε ουραγός και παθητικός θεατής –ως επί το πλείστο- κατά την περίοδο της κρίσης, ενώ οι όποιες αγωνιστικές διεργασίες υστερούσαν φανερά σε ένταση, συμμετοχή και διάρκεια –και αυτό παρά τη σημαντική άνοδο της πανσπουδαστικής στις φοιτητικές εκλογές της τελευταίας τριετίας.

Πολλές φορές κατά το παρελθόν –κι από εδώ επίσης- έχει ανοίξει η συζήτηση για το αν αλλάζει ή όχι τα τελευταία χρόνια η κοινωνική σύνθεση των φοιτητών, με την έννοια της αύξησης των ταξικών φραγμών. Το τελευταίο στοιχείο δεν μπορεί να αγνοηθεί, εκτιμώ όμως πως οι αλλαγές την τελευταία πχ δεν είναι τόσο δραματικές κι εντυπωσιακές, που να δικαιολογούν από μόνες τους αυτή τη νηνεμία. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει πάντως είναι το γενικό πλαίσιο και η ατμόσφαιρα των πανεπιστημίων, αλλαγή που γίνεται αντιληπτή και με απλές εμπειρικές παρατηρήσεις ενός απλού περαστικού 30άρη, που είχε προλάβει το μαϊούνη. Η κρίση δε συντελεί αυτόματα στη ριζοσπαστικοποίηση συνειδήσεων (ιδίως σε έναν χώρο με μεταβατικά χαρακτηριστικά, όπου δεν υπάρχει μόνιμη, σταθερή παρέμβαση στον ίδιο κόσμο και πολλά ζητούμενα πρέπει να κατακτούνται κάθε χρόνο ξανά από την αρχή). Η αδιέξοδη λογική της ατομικής λύσης κάνει πολλά παιδιά να σκύβουν το κεφάλι περισσότερο, για να χωρέσουν στο καινούριο καλούπι, και να αποφεύγουν συστηματικά κάθε συλλογική αναζήτηση, που μπορεί να τους αποπροσανατολίσει από το αυστηρό χρονοδιάγραμμα της αποφοίτησής τους. Γιατί ο χρόνος είναι χρήμα και δεν περισσεύει για αιώνιους ρεμπεσκέδες και την αιωνιότητα συν δύο.

Αντί επιλόγου παραθέτω με την ευκαιρία από τις θέσεις του κσ της κνε για το συνέδριο (που εικάζω πως θα ανέβουν κάποια στιγμή και στο διαδίκτυο) ένα απόσπασμα από το υποκεφάλαιο με τίτλο «διαμορφώνουμε τους όρους για την αγωνιστική ανασυγκρότηση του φοιτητικού-σπουδαστικού κινήματος», με μια κριτική αποτίμηση της πορείας του μας.

Στα 5 χρόνια της ύπαρξής του [το ΜΑΣ] έχει συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση, στην αντιπαράθεση με εκφυλιστικά φαινόμενα που επικρατούν στο φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα, στα όποια βήματα οργάνωσής του έχουν γίνει. Σήμερα έχει αυξηθεί ο αριθμός των συλλόγων, των επιτροπών ετών και επιτροπών αγώνα που συσπειρώνει.

Παρόλα αυτά η έλλειψη λειτουργία των οργάνων του φοιτητικού-σπουδαστικού κινήματος και η απειρία από το πώς λειτουργούν, μιας και μιλάμε για χρόνια κατάσταση, οδηγούν στο να φεύγει από το επίκεντρο της δράσης μας ο σύλλογος, η οργάνωση δράσης κατά έτος, στο εξάμηνο. Να λειτουργεί πολλές φορές ως παράταξη. Το ΜΑΣ όμως δεν είναι ένα λογότυπο που μπαίνει παντού. Είναι οι σύλλογοι και οι επιτροπές που συσπειρώνει, οι οποίες πρέπει να έχουν δράση και λειτουργία οι ίδιες, μέσα στις σχολές, στα αμφιθέατρα για όλα τα ζητήματα των σπουδών, του περιεχομένου τους.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Αλλάζεις, αλλάζεις και με τρομάζεις

Ο περισσότερος κόσμος νιώθει την ανάγκη για μια αλλαγή στη ζωή του –και θα ήταν παράλογο να μην τη νιώθει, έτσι που έχουν γίνει τα πράγματα τελευταία. Μερικοί νιώθουν την ίδια ανάγκη για αλλαγή, ακόμα κι όταν περνάνε καλά, για να μην πέσουνε στη λούμπα της ρουτίνας –που είναι ο χειρότερος εχθρός του ενθουσιασμού.

Η ανάγκη αυτή καταγράφηκε στο συλλογικό φαντασιακό του λαού μας κι έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης –σε βαθμό λεηλασίας- από το πασόκ με το ψευδεπίγραφο σύνθημα της αλλαγής. Που αποδείχτηκε απλή παραλλαγή, σοσιαλδημοκρατικής κοπής, κι επέφερε φυσιολογικά ως αντίλογο το σύνθημα της απαλλαγής. Ενώ ο χαρίλαος με τα αποφθέγματα, είπε σε έναν πασόκο δημοσιογράφο: αλλαγές βλέπω, αλλαγή δεν βλέπω. Κι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.

Στη δεκαετία με τις βάτες, σε μία από τις ιστορίες του αρκά, ο απεγνωσμένος κόκορας κάνει την αυτοκριτική του (είμαι εραστής παλιάς μόδας, γι’ αυτό δε μπορώ να σταυρώσω γκόμενα) και ψάχνει τι μπορεί να αλλάξει για να τα καταφέρει. Κι αν το έβαφα πράσινο;

Η κε του μπλοκ απορρίπτει από θέση αρχής το πράσινο χρώμα για το σφυροδρέπανο, αλλά δε μπορεί παρά να συμμορφωθεί στις επιταγές των νέων καιρών και να ακολουθήσει το πνεύμα τους. Ποιο είναι αυτό;

Το περιγράφουν πολύ καλά οι κλασικοί στο μανιφέστο.
Η συνεχής ανατροπή της παραγωγής, ο αδιάκοπος κλονισμός όλων των κοινωνικών καταστάσεων η αιώνια αβεβαιότητα και κίνηση. Διαλύονται όλες οι στέρεες, σκουριασμένες σχέσεις (...) κι όλες οι καινούριες που διαμορφώνονται, παλιώνουν πριν προλάβουν να αποστεωθούν. Καθετί το κλειστό και στάσιμο εξατμίζεται, καθετί το ιερό βεβηλώνεται.

Και δυο παραγράφους πιο πάνω.
Όπου ήρθε η αστική τάξη στην εξουσία, κατέστρεψε όλες τις ειδυλλιακές σχέσεις. Έσπασε χωρίς οίκτο τα ποικίλα, φεουδαρχικά δεσμά και δεν άφησε κανέναν άλλο ανθρώπινο δεσμό, εκτός από το γυμνό συμφέρον, την αναίσθητη πληρωμή τοις μετρητοίς.

Το κεφάλαιο κινείται αδιάκοπα για την αναπαραγωγή του, σέρνοντας πίσω του ασθμαίνοντα τον εργάτη απ’ την ταινία του τσάπλιν, τα καλούπια και τις παραδόσεις της παλιάς εποχής που σπαν και διαλύονται. Κατέστρεψε, μαζί με τα φεουδαρχικά δεσμά, κάθε έννοια ανθρώπινου δεσμού και καλλιέργησε τον ατομισμό και την αλλοτρίωση.

Ταυτόχρονα ωστόσο επαναστατικοποιεί συνεχώς τα μέσα παραγωγής και δημιουργεί τις υλικές δυνατότητες, μέσω της αυτοματοποίησης, για την ουσιαστική κοινωνικοποίηση και την σύνδεση των παραγωγικών –κι όχι μόνο- δραστηριοτήτων σε ένα ανώτερο επίπεδο από το βιολογικό.

Η κε του μπλοκ θεωρητικά αναγνωρίζει τη μεγαλειώδη σημασία αυτού του προτσές. Στην πράξη όμως έχει χάσει αμετάκλητα το τρένο της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης κι αντιμετωπίζει την ετε με το δέος του σφου τραμπάκουλα, μπροστά στο μαγικό κουτί της τηλεόρασης. Τέσσερα, πέντε, εβδομήντα τρία... τετράγωνα, τρίγωνα, ρόμβοι... τούτα τα πράγματα παιδάκι μου είναι εκ διαμέτρου αξιοθαύμαστα. Έχει και λατινικά, dum, spiro, spero, όλα μέσα.

Όπως λέει ο σοβιετικός κυριούλης στο βιβλίο του για τη γραφειοκρατία στη σοβιετία, η ηγεσία της γραφειοκρατίας γνωρίζει τον κόσμο μέσα από τις δομές και τις υπηρεσίες του μηχανισμού –εν προκειμένω του μπλοκ- γιατί μόνο αυτές εμπιστεύεται. Αλλά οι κατώτερες βαθμίδες ενημερώνουν τις ανώτερες για τα πράγματα βάση των αρχών και των επίσημων απόψεων που έχουν καθιερώσει οι δεύτερες. Κι όλα φαίνονται ακίνητα και ψεύτικα, σχεδόν αγγελικά (γραφειοκρατικά πλασμένα).

Φαύλος κύκλος με σημείο αναφοράς τον βάλτο του τέλματος. Η γραφειοκρατία αδυνατεί να συλλάβει τις αλλαγές –νοητικά και κυριολεκτικά- προσπαθεί να τις ελέγξει, να τις εμποδίσει και καταλήγει νομοτελειακά στη ρουτίνα και τη (μπρεζνιεφική) στασιμότητα. Στο τέλος αποδέχεται απρόθυμα τις αλλαγές, αλλά αποδεικνύεται ανίκανη να τις ακολουθήσει -όπως η μπρεζνιεφική φρουρά με την περεστρόικα.

Παρόλα αυτά το μοντέλο είναι δυσλειτουργικό και δεν επιδέχεται μεταρρυθμίσεων. Δεν παίρνει διορθώσεις, αλλά ανατροπή, όπως λέει και το σύνθημα. Και το υπόδειγμα (template) του μπλοκ είναι ασύμβατο με τις νεότερες τεχνολογικές προσθήκες. Γίνεται φανερό ότι η αλλαγή πρέπει να είναι καθολική. Κι ότι χρειάζεται κάποιος εξωτερικός παράγοντας, ένα απ’ έξω να την επιτελέσει.

Αυτουργός αυτής της πολιτισμικής μεταρρύθμισης (ως διαλεκτικό συμπλήρωμα της επανάστασης του μάο) είναι ο σφος blogger αλέξανδρος δελάρζ. Μπορεί να άλλαξε το ψευδώνυμό του σε ένα ρεβιζιονιστικής κοπής άλεξ ντι, που παραπέμπει στο ντούμπτσεκ και την άνοιξη της πράγας, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας μικρός μαγιακόφσκι των ρεντ μπλόγκερς.

Μέγας είσαι αλέξανδρε και θαυμαστά τα έργα σου

Επικεφαλής ενός πρωτοπόρου, καλλιτεχνικού ρεύματος που συνδυάζει το φουτουρισμό με την ρετροσπεκτίβα, δεν καταπιάστηκε με εφημερίδες τοίχου, ή με αφίσες, όπως ο βλαδίμηρος, αλλά με πράγματα της εποχής του, όπως τα ιστολόγια. Μπορείτε να δείτε μια δουλειά του με γαλαξιακά στοιχεία στο καινούριο σκηνικό του red fly -μικρός φόρος τιμής στα 50χρονα από την πρώτη διαστημική πτήση του γιούρι γκαγκάριν, που συμπληρώθηκαν φέτος.

Κάθε αλλαγή είναι μια απιστία, μια προδοσία των παραδόσεων. Αλλά διαλεκτική υπέρβαση είναι η ενότητα των αντιθέτων, τομή και συνέχεια σ’ ένα σύνολο. Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.

Η κε του μπλοκ θέτει τη νέα αισθητική πρόταση στη διάθεση της βάσης –αν υποθέσουμε ότι την ενδιαφέρει κάτι τέτοιο- για κριτικές παρατηρήσεις, προτάσεις κι αναθέματα. Οι προτάσεις αυτές έχουν συμβουλευτικό, κι όχι δεσμευτικό χαρακτήρα. Δηλ κάτι σαν το δημοψήφισμα που ετοιμάζει ο τζέφρυ.

Υγ: θέτω επίσης υπ’ όψιν της βάσης του μπλοκ, μια σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη. Ένα ιστολόγιο για τη διάδοση των κειμένων της κομεπ (κομμουνιστικής επιθεώρησης), που φαντάζομαι ότι θα το βρείτε αρκετά χρήσιμο και λειτουργικό. Αξίζει τον κόπο να το επισκεφτείτε.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο

Αλλά τι είναι ο κόσμος τη σήμερον; Μην είναι οι κάμποι, τα βουνά κι η εγκαταλειμμένη ύπαιθρος; Μην είναι οι γκρίζες πόλεις που σε μαυρίζουν κάθε μέρα και τα πλημμυρισμένα με όνειρα υπόγεια; Μην είναι οι πλατείες κι οι ελεύθεροι χώροι που επανοικειοποιούμαστε; Μην είναι ο κόσμος του μόχθου, της δουλειάς, της μισθωτής εργασίας; Γιατί ο κάρολος λέει ότι η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, και στην καρδιά αυτών των σχέσεων βρίσκεται η εργασία.

Τι γίνεται όμως όταν δε μπορείς να επιβεβαιώσεις την ουσία του είδους σου στον χώρο δουλειάς; Ψάχνεις να φωτίσεις τις αιτίες που σε αφήνουνε μισό, με ένα φορτίο αδιοχέτευτο, συσσωρευμένη δύναμη που ψάχνει διέξοδο, να εκφραστεί, να διαμορφώσει προσωπικότητα. Και βρίσκει τρόπο να το κάνει λαθραία, έξω από την ανθρώπινη ουσία, στο περιθώριο της πραγματικής ζωής, αναπαράγοντας την αρχική αλλοτρίωση που αποκόμισε στον χώρο εργασίας.

Ο αποξενωμένος –από τα μέσα παραγωγής, το σκοπό και το περιεχόμενο της εργασίας- άνθρωπος αποξενώνεται από το περιβάλλον του και συνάπτει σχέσεις τυπικές, σαν εμπορευματικές συναλλαγές, με δούναι και λαβείν, κουβαλώντας αυτούς τους περιορισμούς σε κάθε πτυχή της ζωής του. Μένει χωρίς προσωπικότητα, αλλά την αναπληρώνει με το προφίλ του στο διαδίκτυο.

Το «πλασματικό κεφάλαιο» στην παραγωγή βρίσκει διαλεκτικό συμπλήρωμα στο εποικοδόμημα, σε έναν πλασματικό διαδικτυακό κόσμο, που σταδιακά γίνεται κυρίαρχος και γεννάει εικονικές διεργασίες, χωρίς τη μαγεία και τη ρευστότητα των ζωντανών διαδικασιών. Διεργασίες με επίφαση κοινωνικότητας, αλλά όχι γνήσια κοινωνικές. Κι είναι ζήτημα αν θα μπορέσουν να γίνουν ποτέ. Οι ντομάτες του θερμοκηπίου δε μπορούν να αποκτήσουν τη γεύση των φυσικών και τα ρομπότ δε θα γίνουν ποτέ άνθρωποι, γιατί η τεχνητή νοημοσύνη αρκείται μόνο στις πληροφορίες που της δίνουν έτοιμες, δε μπορεί να το ψάξει παραπάνω.

Αυτές τις μέρες όλοι μιλάνε για παλλαϊκό ξεσηκωμό, ακόμα κι όσοι αποστρέφονταν με βδελυγμία τα διάφορα λαϊκά και παλλαϊκά συνθετικά (λαϊκή εξουσία, λαϊκό μέτωπο, παλλαϊκό κράτος κτλ). Ο μεγάλος κίνδυνος ωστόσο είναι να μείνουμε με το πρώτο συνθετικό και να χάσουμε το δεύτερο. Να μας μείνει (η κίνηση που είναι) το παν και να χαθούν όλα τα υπόλοιπα: ο λαϊκός χαρακτήρας και ο τελικός στόχος μαζί με τον ταξικό μπούσουλα. Να κατέβει δηλ ο κόσμος στις πλατείες, μια σύναξη μαζική, καθολική, αλλά χωρίς τίποτα λαϊκό και γνήσιο μέσα της.

Το θρησκευτικό αφιόνι δίνει σκυτάλη στα ηλεκτρονικά μέσα. Οι μάζες παρακολουθούν ευλαβικά τις νέες θεότητες, που είναι πανταχού παρούσες κι ελέγχουν απ’ την οθόνη τις πράξεις μας. Τα κανάλια και το ίντερνετ έδωσαν το σύνθημα για την έναρξη της αγανάκτησης. Φωνή θεού οργή λαού. Η λαϊκή θυμοσοφία αντιστρέφεται διαλεκτικά και ο λαϊκός θυμός εκδηλώνεται κατά παραγγελία. Στην τελευταία δημοσκόπηση της εταιρίας του αλαφούζου, υπήρχε μεταξύ άλλων και η ερώτηση: πόσο οργισμένοι είστε;

Ο κόσμος κατέβηκε, μούντζωσε, έβρισε, εκτονώθηκε, κι έμεινε αμήχανος να περιμένει οδηγίες για το κάτι παραπάνω. Κάποιοι άλλοι έστησαν πιο κάτω μια καρικατούρα λαϊκής συνέλευσης για να παρέμβουν και να τον εκφράσουν. Αν αυτά είναι τα όρια της αυθόρμητης λαϊκής αυτενέργειας και της συνειδητής παρέμβασης της πρωτοπορίας, τα πράγματα είναι πολύ πιο άσχημα απ’ όσο πιστεύαμε.

Κι εδώ μπαίνει το βασικό ερώτημα. Αυτό το κίνημα είναι κατά βάση δικό μας ή δικό τους; Έχουμε δυνατότητα παρέμβασης σε αυτό, ή οι όροι διαμόρφωσής του αποκλείουν εξ αρχής κάτι τέτοιο;

Τούτη η πλατεία είναι δική τους και δική μας, δε μπορεί κανείς να μας την πάρει. Πολλοί θεωρούν ότι τα χαρακτηριστικά του κινήματος είναι ρευστά κι η –απ’ έξω- παρέμβασή μας μπορεί να είναι καταλυτική. Μόνο που απέξω από απέξω διαφέρει.

Το απέξω του λένιν στην επαναστατική συνείδηση έρχεται έξω από τους αυθόρμητους εργατικούς αγώνες που μπορούν να φτάσουν μέχρι τον οικονομισμό. Αλλά εκεί το απέξω παρεμβαίνει σε κάτι υπαρκτό, που μπορεί να μετατραπεί σε κάτι άλλο και να γίνει πολιτική συνείδηση. Μια μετατροπή που προκύπτει διαλεκτικά κι όχι μεταφυσικά από το μηδέν.

Αυτές είναι εξάλλου κι οι δυο βασικές κατηγορίες σκέψης: η διαλεκτική κι η μεταφυσική. Άλλο αν κάποιοι επικαλούνται την πρώτη κι ακολουθούν τη δεύτερη. Σαν εκείνα τα διαλεκτικά που έλεγε ο πι-πι στις περσινές αναιρέσεις για το χρέος, αλλά δε μας έλεγε ποιος θα τα κάνει κι έρεπε σε έναν μαρξισμό μεταφυσικό, ου μην και παρά φύση.

Ενώ το άλλο είναι το κίνημα του σκέτου έξω. Έξω από τάξεις, σωματεία, κόμματα, από αγώνες εν γένει –οικονομικούς έστω. Χωρίς πάλη, με θολά αιτήματα, δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάτζα καμιά. Στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ. Venceremos.

Εξάλλου δεν είμαστε πια στην εποχή των μαζικών χώρων εργασίας και του πουτίλοφ (για λένιν και μπολσεβίκους, ούτε συζήτηση). Οι εργαζόμενοι δεν έχουν μαζικούς χώρους συνεύρεσης για να σπάσουν την αποξένωση. Ο μόνος χώρος όπου συναντιούνται μαζικά είναι το διαδίκτυο, κι οι χώροι κοινωνικής δικτύωσης. Οπότε πάρε κι ένα «κίνημα του φέις μπουκ» και τρέχα-γύρευε τώρα πώς έχασες την επαφή κι έμεινες στην απέξω, για να παρέμβεις απ' έξω.

Είναι γενικώς το κίνημα του έξω. Κόσμος που το ρίχνει έξω τα απογεύματα μετά τη δουλειά, ή μετά τον πρωινό καφέ του άνεργου. Έξω όλοι, να φύγουν, ουστ, όξω πούστη απ’ την παράγκα. Έξοδος για ποτό, που δένει διαλεκτικά με την έξοδο από το ευρώ και τον καπιταλισμό.
Θέλω να βγω από δω έξω. Θέλω να βγω, απ’ το αδιέξοδο αυτό θέλω να βγω. Μα τις πλατείες τις φοβάμαι κι είναι αλήθεια, την αγανάκτηση τη ζω, τη ζωγράφισα στα στήθια.

Κι όπως λέει ο κόκορας του αρκά, προσπαθώ να βγω, αλλά δε μπορώ να θυμηθώ από πού μπήκα. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι μας έφερε, τι φταίει; Το 89’, η βάρκιζα, η εοκ; Ο καποδίστριας με τα πρώτα χρέη από τα δάνεια; Η επανάσταση του 21 που δεν είχε έγκριση απ’ τον σκάι;

Υπάρχει κι η άλλη άποψη που λέει ότι όλο αυτό μπορεί να ξεκίνησε από τα κανάλια που στόχευαν σε μια ανώδυνη εκτόνωση, αλλά ξέφυγε από τον έλεγχό τους και μπορεί να γυρίσει εναντίον τους. Όπως το 1905 με τον παπα-γκαπόν που ήταν πράκτορας της οχράνα και οδήγησε τους πιστούς στο στόμα του λύκου κρατώντας εικόνες του τσάρου στα χέρια. Αυτό όμως άναψε το φιτίλι της οργής κι η συνέχεια ήταν εκρηκτική.

Ή σαν αυτό που λένε πως έκανε ο διορατικός βενιζέλος με το εργατικό κίνημα, που το βοήθησε να ιδρύσει γενική συνομοσπονδία κι αμέσως μετά κόμμα, για να το έχει υπό τον έλεγχό του και να το ποδηγετεί. Τελικά όμως του γύρισε μπούμερανγκ. Το κουκουέ συνδέθηκε με την τρίτη διεθνή και με το προσφυγικό στοιχείο, αύξησε την επιρροή του κι ο βενιζέλος υποχρεώθηκε να αλλάξει τακτική και να το κυνηγήσει με το ιδιώνυμο.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που λένε ότι το κόμμα ήταν ήδη από τότε σταλινικό και προδοτικό κι ότι η κίνηση-προφητεία του βενιζέλου εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται διαχρονικά. Γι’ αυτό πηγαίνουν στις πορείες της γενικής συνομοσπονδίας που ιδρύθηκε στα χρόνια του λευτεράκη.

Κάποιοι λοιπόν, βλέπουνε παπάδες στο πλήθος της πλατείας και τους βαφτίζουν με μικροαστική ανυπομονησία παπα-ανυπόμονους του νέου εαμ και νέους παπα-γκαπόν(τηδες). Ας προσέχουμε όμως, γιατί αντί για το πέτρογκραντ του 1905, μπορεί να μας προκύψει γερμανία του μεσοπολέμου λίγο μετά το κραχ του 29’. Κι ο αδόλφος «γραμμή μαζών» είχε και πολύ αποτελεσματική μάλιστα. Κι από σοσιαλφασίστες σήμερα, άλλο τίποτα...

Αντί επιλόγου ας επαναλάβουμε το επιμύθιο. Ο βασικός προβληματισμός δεν είναι αν πρέπει να παρέμβουμε σε αυτό το κίνημα, αλλά αν πραγματικά μπορούμε να το κάνουμε (ουσιαστικά, όχι κατά φαντασίαν) και με τι όρους θα μπορούσε να γίνει αυτό. Πέραν της απαισιόδοξης διαπίστωσης δεν υπάρχουν πολλά για να πει κανείς επί του πρακτέου. Αυτά τα θέματα δε λύνονται θεωρητικά από ένα μπλοκ.

Πόσο μάλλον που ούτε αυτό είναι λαϊκό ακριβώς. Μπορεί να είναι καλό, φιλολαϊκό ακόμα, σαν του λαϊκού στρώματος αλλά δεν είναι λαϊκή μορφή έκφρασης. Μάλλον υποκατάστατο και παραφθορά της αποτελεί. Μαζική ενδεχομένως, αλλά όχι γνήσια.

Υγ: The Revolution Will Not Be Televised
http://www.youtube.com/watch?v=qGaoXAwl9kw&feature=player_embedded

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Σύντροφοι και φίλοι

Η σημερινή μας ανάρτηση θα ασχοληθεί με αυτό ακριβώς το θέμα: τη σχέση μεταξύ συντρόφων και φίλων. Μια περίεργη διαλεκτική ενότητα και πάλη των αντιθέτων, όπου το ένα μετατρέπεται στο άλλο, αλλά το άλλο σπανίως μετατρέπεται στο ένα. Γιατί ο φίλος του κόμματος μπορεί να οργανωθεί στις γραμμές του και να γίνει σύντροφος. Η φιλία να εξελιχθεί σε κάτι παραπάνω κι ο καλύτερος μας φίλος σε (ερωτικό) σύντροφό μας. Αλλά το αντίθετο σπάνια γίνεται. Δύσκολα θα δεις φιλικά έναν πρώην. Ο χωρισμός σας σκεπάζει τα πάντα. Μην ξαναρθείς απ’ τη δουλειά, δεν το αντέχω, δεν το μπορώ να σε αντικρίζω φιλικά...

Πολλοί σύντροφοι βέβαια ανακαλύπτουν εκ των υστέρων πως θα ήταν προτιμότερο να είχαν μείνει απλοί φίλοι. Τότε που όλοι οι σύντροφοι ασχολούνταν μαζί τους και τους φέρονταν με το γάντι, μέχρι να πουν το ναι και να δώσουν βιογραφικό. Μετά το γάμο τελειώνουν τα μέλια κι αρχίζει η ρουτίνα κι οι συμβατικές (υπο)χρεώσεις. Λάντζα, φασίνα, εξόρμηση, αφισοκόλληση.

Η διαφορά μεταξύ φίλου κι οργανωμένου είναι στην προσφώνηση. Τον ένα τον αποκαλείς σφο, ενώ τον άλλο συναγωνιστή σκέτο, για να ζηλέψει που δεν είναι μέλος της φαμίλιας και να μπει στις τάξεις της. Εξάλλου ο όρος συναγωνιστής δεν είναι ακριβώς συνώνυμος με τη λέξη φίλος. Συναγωνιστές λέμε συνήθως κι αυτούς που είναι μέλη άλλων οργανώσεων, αλλά στην πράξη μόνο φιλικές σχέσεις δεν έχουμε. Με μία επαγωγή του τύπου ο μπάτσος είναι μπουζούκι, βγαίνει ότι ο «συναγωνιστής» είναι συνώνυμο του οπορτουνιστή, του ρεφόρμα, του μικροαστού, και πάει λέγοντας.

Κι άσε τον κομάντο να λέει ότι όλοι μια οικογένεια είμαστε, ομοπρώκτιοι αδερφοί με κοινούς προγόνους, κομματική μήτρα, ίδια μαμά-πατρίδα, αλλά από διαφορετικό ιδεολογικό πατερούλη ο καθένας. Ετεροθαλή αδελφάκια, σα να λέμε. Που αν πάνε να γίνουν κάτι περισσότερο από φίλοι κι ενωθούν, ο καρπός του έρωτά τους θα είναι παιδιά καθυστερημένα, λόγω της αιμομιξίας των διαφορετικών θέσεων και των πολιτικών εκπτώσεων, για να χωρέσουν όλοι. Που άμα θες δηλαδή, χίλιοι καλοί χωράνε, ένα σεκ τα απαυτώνει όλα κι έχουν βαλτώσει τόσο καιρό.

Αυτό βασικά συμβαίνει γιατί οι συντροφικές σχέσεις στις συλλογικότητες του χώρου θυμίζουν τα γένη της αρχαιότητας και τις εξ αίματος σχέσεις μεταξύ των μελών τους. Με άλλα λόγια, πιο πολύ διατηρούν στοιχεία πρωτόγονου κομμουνισμού στον τρόπο λειτουργίας τους, παρά εγκολπώνουν στοιχεία από την κοινωνία του μέλλοντος. Αν πειράξει κανείς κάποιο μέλος του γένους, αναβιώνει με εντυπωσιακό τρόπο το έθιμο της βεντέτας, όπως στα γεγονότα της πάτρας με τα ονομαστικά δσ.

Όποιος εγκαταλείψει το γένος (ή τον εγκαταλείψει το γένος μόνο του), αντιμετωπίζεται συλλήβδην ως προδότης (ούτε γη, ούτε νερό). Κινδυνεύει να μείνει χωρίς κοινωνικές σχέσεις κι αντικειμενικά να ιδιωτεύσει, όπως οι ελέφαντες που μένουν πίσω από το κοπάδι τους, για να πεθάνουν. Κι άντε μετά να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας.

Εκτός κι αν διαλέξεις να μπεις σε άλλο κοπάδι για να (την) παλέψεις. Αυτή είναι η χειρότερη κατηγορία πρώην. Κανονικοί γενίτσαροι, που ήπιαν το πρώτο τους γάλα στην οργάνωση, ανδρώθηκαν και γυναικώθηκαν πολιτικά στις γραμμές της, κι εξελίσσονται στους χειρότερους ζηλωτές πολέμιούς της.
Ό,τι δε μπορείς να το αγαπήσεις, πολέμησέ το.

Γράφω αυτές τις σκέψεις με αφορμή μια συνάντηση, όπου πέτυχα τη συνήθη κριτική «γκρίνια» για διάφορα κακώς κείμενα μες στο κόμμα, η οποία μου θύμισε εν μέρει παλιά, δικά μου βιώματα, και μου έδωσε να καταλάβω ότι μένοντας έξω, αποκτάς μπρεχτική αποστασιοποίηση, τα βλέπεις αφ’ υψηλού και δεν σε αγγίζουν.

Κι είναι πιο εύκολο να υπερασπίζεσαι κάτι όταν το ζεις από μια απόσταση, χωρίς στραβά κι αντιφάσεις. Χωρίς καθημερινή τριβή, για να δεις πχ ότι ο άλλος ροχαλίζει, δεν πλένει τα δόντια του κι έχει ένα σωρό ιδιοτροπίες. Έξω απ’ τον χορό, πολλά τραγούδια λέμε: ύμνους, παιάνες και εμβατήρια, όλα χαρούμενα κι αισιόδοξα. Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας...

Τους φίλους κατά βάση τους επιλέγεις. Κι ως απ’ έξω, ως φίλος του κόμματος, μπορείς να κάνεις παρέα με όσους θεωρείς εναλλακτικούς, πιο ανθρώπινους, γλυκούς συντρόφους κι ενδιαφέροντες.
Ενώ την οικογένεια δεν τη διαλέγεις. Μπαίνεις σε έναν πυρήνα ανάκατα με «καλούς και κακούς». Άλλους που αγαπάς και θαυμάζεις, κι άλλους που δεν ταιριάζουν τα χνώτα σας και συνυπάρχετε ειρηνικά. Κι εκεί βιώνεις τη διαλεκτική της οικογένειας. Όπου οι δικοί σου σε πρήζουν και σου τρων τα συκώτια, αλλά είναι ό,τι πιο σημαντικό έχεις, και μπορείς να γίνεις θυσία για αυτούς. Κι ας σου κάνουν πού και πού κάνα πατρικό κήρυγμα για μικρά παιδιά, με αρρώστιες της ηλικίας τους.

Στο τέλος της μέρας, αυτό που μένει ως ταξικό δίδαγμα, είναι αυτή η αποστασιοποίηση, που έχει μια σειρά προεκτάσεις. Όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από κάτι, τόσο πιο εύκολα το εξιδανικεύεις και το υπερασπίζεσαι. Μια εποχή, μια δεκαετία, μια πολιτική απόφαση. Ένα ιστορικό γεγονός, μια ιστορική πορεία στο σύνολό της, μια μαμά-πατρίδα.

Κι η απόσταση δεν είναι κατ’ ανάγκη χρονική. Μπορεί να ιδιωτεύεις και να υπερασπίζεσαι με ζήλο την ίδια στιγμή την ανάγκη για στράτευση στην πάλη και τον αγώνα. Για να ισοφαρίσεις τις τύψεις μέσα σου και την αδράνεια.

Ή μπορεί να μπλέξεις σε τακτικισμούς μακριά απ’ το στρατηγικό σου στόχο και να ομνύεις όρκους στον σοσιαλισμό-κομμουνισμό και την αλυσίδα με τους μεταβατικούς κρίκους που θα μας ταξιδέψει σαν κόκκινο, μαγικό χαλί στον κόσμο του ονείρου μας.

Και ονειρεύομαι πισίνες, και ονειρεύομαι γκόμενες,
και ονειρεύομαι φόρμουλες, γκόμενες
Και ονειρεύομαι λος άντζελες
Και ονειρεύομαι και ξυπνάω και σπάζομαι και τραγουδάω

Εσύ πατάς στο κόκκινο χαλί των επισήμων
Κι εγώ είμαι στο ψάξιμο γυναίκας και ενσήμων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Η αποχουντοποίηση στα πανεπιστήμια

Η σημερινή ανάρτηση έχει τον εξής χαρακτήρα: να μαζέψει βοηθητικά στοιχεία για έναν φίλο της κε του μπλοκ, που έχει αναλάβει στα πλαίσια του μεταπτυχιακού του μια διπλωματική με θέμα: η αποχουντοποίηση στον χώρο των πανεπιστημίων.
Όταν μιλήσαμε, δύο ήταν οι βασικοί άξονες του προβληματισμού του. Να βρει ένα μαρξιστικό, θεωρητικό πλαίσιο για το ρόλο των διανοούμενων στο επαναστατικό προτσές. Και να βρει κόσμο που να έχει ζήσει τα γεγονότα από τη δική μας σκοπιά και να την υπερασπίζεται ακόμα. Το οποίο μάλλον αποκλείει όσους έφυγαν από το κόμμα το 91 (αλλά όχι απαραίτητα κι όσους έφυγαν δύο χρόνια νωρίτερα). Ο χουντής πχ μπορεί να έχει το όνομα και την χάρη, αλλά δε μας κάνει.

Εγώ θα γράψω εισαγωγικά κάποιες (πολύ) σκόρπιες σκέψεις, που έμειναν μισές και δεν έφτασαν να γίνουν κείμενο. Αλλά το θέμα είναι –περισσότερο από κάθε άλλη φορά- να πάρουν τη σκυτάλη στα σχόλια οι σφοι αναγνώστες, ο καθένας στο μέτρο των δυνατοτήτων του, όπως στο σοσιαλισμό.

Η αποχουντοποίηση στα πανεπιστήμια πρέπει να ιδωθεί παράλληλα με τη σημερινή αντίστροφη διαδικασία και με το άσυλο στο οποίο συμπυκνώνεται η ουσία του πράγματος.
Η ελλάς ελλήνων χριστιανών φρίττει με αποτροπιασμό μπροστά στους μετανάστες και κατάληψη πανεπιστημιακών κτιρίων, και δεν ξέρει ποιο από τα δυο αποστρέφεται περισσότερο. Τους μελαψούς μετανάστες ή τις σκοτεινές καταλήψεις;

Κι έτσι αναποφάσιστη, όπως γυρνά απορημένη το κεφάλι δεξιά-αριστερά (για να πάρει περισσότερη φόρα προς τα δεξιά) έρχεται σε επαφή με την λάμα των καναλιών που ακρωτηριάζουν την κριτική της ικανότητα και σταδιακά αποκεφαλίζεται. Μένει ακέφαλη κι ανεγκέφαλη. Πιάνεται για τα καλά στη φάκα της κρατικής προπαγάνδας. Ακόμα κι όταν δεν έχει τυράκι, απλώς από συνήθεια.

Λες οι ποντικοί στην αθήνα, αντί για τυρί να τρων κασέρι; Μικρή σημασία έχει. Σημασία έχει ότι οι φοιτητές έπεσαν με τα μούτρα στο τυράκι της αποχουντοποίησης στον χώρο τους, και δεν μπόρεσαν να την επεκτείνουν πέρα από το πανεπιστήμιο.

Καρπός εκείνου του κινήματος και των συσχετισμών που διαμορφώθηκαν ήταν η κατάκτηση του ασύλου, που σήμερα βρίσκεται στο στόχαστρο. Η δικτατορία του κεφαλαίου επιστρέφει με άλλο πρόσωπο. Δεν ποινικοποιεί την ελεύθερη έκφραση σκέψης, αρκεί να παραμείνει τέτοια και να μη γίνει πράξη. Δεν λογοκρίνει απόψεις (λέμε τώρα) εφόσον παραμένουν στα ασφυκτικά πλαίσια που τους ορίζει. Δεν απαγορεύει τη σκέψη, την εμπορευματοποιεί. Ό,τι δεν πουλάει, πεθαίνει βάση του νόμου της ζούγκλας και του δαρβινισμού της αγοράς.

Το βασικό αίτημα της αποχουντοποίησης ήταν η δημοκρατία. Αλλά καμία δημοκρατία δεν μπορεί να σταθεί αφ’ εαυτής, χωρίς ταξικό περιεχόμενο. Η καλύτερη αστική δημοκρατία δεν παύει να ‘ναι στην ουσία της δικτατορία της αστικής τάξης. (Άλλο αυτό όμως, κι άλλο να λες για χούντα του δντ ή του καραμανλή).

Αυτή την ιδέα την είχε εκφράσει αρκετά καλά κι ο παπατζής ανδρέας με ένα γνωστό τσιτάτο. Δεν το θυμάμαι αυτολεξεί, αλλά θυμάμαι περίπου πώς πήγαινε. Για να έχουμε κάτι πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο. Προϋπόθεση της δημοκρατίας είναι η εθνική ανεξαρτησία. Αλλά για να έχουμε εθνική ανεξαρτησία, πρέπει να υπάρχει λαϊκή κυριαρχία. Κι αυτή προϋποθέτει με τη σειρά της κοινωνική δικαιοσύνη. Ώσπου φτάναμε στην καρδιά του ζητήματος και σε ένα ψευδώνυμο του σοσιαλισμού.

Ο σοσιαλισμός είναι η «χούντα του προλεταριάτου» εις βάρος μιας χούφτας εκμεταλλευτών. Είναι δημοκρατία υπέρ της συντριπτικής πλειοψηφίας του κόσμου. Χωρίς αυτόν η δημοκρατία είναι μια κούφια έννοια, χωρίς ουσία και περιεχόμενο.

Απορία στο περιθώριο: σήμερα διάφορα εκφυλιστικά φαινόμενα έχουν καταφέρει αυτό που ούτε η χούντα δεν μπόρεσε να κάνει: να νομιμοποιήσουν στη συνείδηση αρκετού κόσμου την κατάλυση του ασύλου.
Ύστερα κυρ-πρόεδρε, τους λες ή δεν τους λες προβοκάτορες; Κανονικοί ασφαλίτες να ήταν, λιγότερα θα κατάφερναν.

Δεύτερο θέμα: Για τη σχέση πρωτοπορίας και διανοούμενων.

Μία από τις πιο κλασικές προσεγγίσεις είναι αυτή του γκράμσι στα τετράδια της φυλακής, όπου ήταν αναγκασμένος να γράφει με υπονοούμενα για να ξεφύγει από τη λογοκρισία της φυλακής κι ανέφερε τον μαρξισμό ως φιλοσοφία της πράξης. Κι ίσως να μην είναι μακριά η μέρα που εμείς οι πραξιστές θα αναγκαστούμε να μιλάμε πάλι με αλληγορίες και μεταφορές για να πούμε αυτά που θέλουμε. Όπως έκανε ο καμπανέλης στο μεγάλο μας τσίρκο, επί χούντας πάλι.

Άλλοι ανακαλύπτουν το νέο επαναστατικό υποκείμενο της εποχής στη σπουδάζουσα νεολαία. Κάποιοι άλλοι διαφωνούν, αλλά έχουν σχεδόν όλες τους τις δυνάμεις στα πανεπιστήμια. Άλλοι θεωρούν την ανάλυση του κόμματος για τους διανοούμενους ύστερο ζντανοφισμό. Και κάποιοι άλλοι επιχειρούν να αντισταθμίσουν με φτηνό εργατισμό την ανάλυση του λένιν για το απέξω.

Στη βενεζουέλα του τσάβες η πλειοψηφία των φοιτητών ανήκει στα ανώτερα στρώματα κι είναι εναντίον της μπολιβαριανής διαδικασίας. Στην ελλάδα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, αλλά ο αριθμός των παιδιών που προέρχονται από εργατικές οικογένειες βαίνει μειούμενος. Και το κμε εξακολουθεί να φυτοζωεί, χωρίς να έχει κάποιο έργο στο ενεργητικό του τα τελευταία χρόνια.

Αλλά αν υπάρχει μια σταθερά από τα χρόνια του βλαδίμηρου, είναι το τσιτάτο που λέει ότι χωρίς επαναστατική θεωρία δε μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα.
Αυτά τα λίγα από μένα. Η σκυτάλη στους σφους αναγνώστες.

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Στάλιν ανίκατε μάχαν

Απ' την κική και την κοκό ποια να διαλέξω;
Την κική φυσικά. Είναι η πιο όμορφη.

Έλα όμως που με χρόνια, με καιρούς, βλέπεις την κοκό και σου αρέσει αυτή περισσότερο. Κι αντί να το δεις διαλεκτικά, συγκεκριμένη ανάλυση της στιγμής, το πας ως ζήτημα αρχών. Κατά βάθος πάντα η κοκό μου άρεσε πιο πολύ.
Κι έτσι που λες, για να μείνεις αμετακίνητος στις αρχές σου, αρχίζεις να αλλάζεις αρχές σαν τα πουκάμισα, που ποτέ δεν είχες και δε φόρεσες. Με τους ρυθμούς που άλλαζε εχθρούς η φάρμα των ζώων.

Το πρόβλημά σου είναι ότι δεν έχεις καλή τακτική. Σε ενδιαφέρει μόνο ο τελικός στόχος. Να γυρίσει ο τροχός, να κυβερνήσει κι ο φτωχός. Δε βλέπεις το ταξίδι. Που όσο πιο όμορφο είναι, τόσο πιο γεμάτος φτάνεις στον τελικό σου προορισμό. Όσο πιο πολλά ζήσεις στη διαδρομή, τόσο λιγότερα θα αντιμετωπίσεις μετά και θα συνεχίσεις πιο εύκολα. Όσο περισσότερα ρυάκια ενώσεις στο ορμητικό ποτάμι της επανάστασης, τόσο πιο σίγουρος θα είσαι πως δε γυρίζει πίσω πια. Όσες αντιφάσεις μπλεχτούν στο πλέγμα που θα την προκαλέσει, τόσο λιγότερες θα έχεις να αντιμετωπίσεις μετεπαναστατικά.

Οι μπολσεβίκοι πχ, χρειάστηκαν μια επανάσταση μες στην επανάσταση για να λύσουν το θέμα της γης, όπου έκαναν τακτική υποχώρηση τον οχτώβρη, για να πάρουν τους αγρότες με το μέρος τους. Αλλά εσύ ψάχνεις μια επανάσταση χωρίς επανάσταση. Μια σχέση ειρηνικής συνύπαρξης, σαν τη λαϊκή εξουσία, που θα έρθει γραμμικά, χωρίς άλματα και ξεσπάσματα, κι όλοι θα ψαχνόμαστε τι ακριβώς είναι.
Φιλία; Σοσιαλισμός; Μη καπιταλιστικός τρόπος ανάπτυξης; Κάτι ενδιάμεσο, τύπου τσάβες; Αξίζει να επενδύσεις κόπους κι αγώνες πάνω του; Ή είναι θνησιγενές κι αντιδραστικό σε τελική ανάλυση;

Κι είναι φορές ξέρεις, που ερωτεύεσαι αυτά ακριβώς τα άλματα. Όχι τους τυχοδιώκτες, που σκέφτονται μόνο το πήδημα. Αλλά τα πρώτα χρόνια του μέλιτος, που είσαι μες στα επαναστατικά γλυκόλογα κι όλη την ώρα μιλάς για τον κομμουνισμό και κάνεις όνειρα για το μέλλον. Κι είναι αυτά που σε κρατάνε στην σχέση, όταν αρχίσει να φθείρεται.

Σαν τους κουβανούς που αντέχουν ακόμα γιατί θυμούνται πώς γλίτωσε η δική τους σχέση από τα δόντια των γιάνκηδων ή πώς κλέφτηκαν με τον κάστρο και τους αντάρτες του γκράνμα. Μια σχέση που πέρασε από σαράντα κύματα. Γι’ αλλού ξεκίνησε (να ρίξει τον μπατίστα), γι’ αλλού πήγε (σοσιαλισμός) κι αλλού πάει να καταλήξει (παλινόρθωση). Προς το παρόν οδεύει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα που αυτομολεί πάντα τελευταία.

Είναι κι άλλοι που ταξιδεύουν χωρίς προορισμό. Χωρίς βάρκες, φόβους και ελπίδες. Το φλερτ δεν είναι τίποτα, ένα άλλοθι για ρομαντικούς μικροαστούς. Το παν είναι ο κεραυνοβόλος έρωτας. Η θύελλα που κρατά για λίγο και τότε νιώθεις πως ζεις. Αλλά κατά βάθος είσαι φτερό στον άνεμο. Κι η κεραυνοβόλος κατάληψη, με την αστραπή κλεισμένη στον κύκλο της ζωής. Εδώ είναι το ταξίδι. Στο ξόδεμα της στιγμής. Κι ο χρόνος είναι μια συνέχεια από στιγμές. Αυτές όλες μαζί όμως, δεν κάνουν μία ζωή. Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις, δε θα σου φτάσουν μια στιγμή για να τη νιώσεις.

Μπορεί να φταίει που επενδύεις στον αδύναμο κρίκο. Ψάχνεις να βρεις ένα κενό εξουσίας κι έρωτα, μια ρωγμή για να χωρέσεις. Πατάς στην αδυναμία του άλλου, για να σε ερωτευτεί και να σε αγαπήσει. Στην ανάγκη του να έχει κάποιον πλάι του. Κι όπως η ιστορία απεχθάνεται τα κενά, μπήκες εσύ τσόντα, να το καλύψεις.

Κι έγινε η σχέση μια βαρετή αγαποσυνήθεια, με τάσεις παλινόρθωσης. Κι αρχίσαμε να λέμε ότι φταίει ο -ιμπεριαλιστικός- περίγυρος, που έβαζε λόγια και βιτρίνες, τα άσχημα οικονομικά μας, η προτεραιότητα στην υποδιαίρεση ΙΙ και πάει λέγοντας. Αλλά είχαμε τα δικά μας που μας έφθειραν και μας έκαναν τη ζωή ποδήλατο. Τι ισορροπία να κρατήσεις σε ένα ποδήλατο με μπρεζνιεφική στασιμότητα που δεν κινείται; Το ρίχνεις στις –θεωρητικές- ακροβασίες με το παλλαϊκό κράτος κι ό,τι βγει. Μέχρι να σου βγει η ψυχή και το χούι του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Κι εκεί το πράμα μπλέκει πιο πολύ. Γιατί το κάστρο έπεσε από μέσα. Αλλά αν δεν υπήρχαν τα απ’ έξω, θα τα βγάζαμε πέρα με τα δικά μας. Θα ρίχναμε τις αντιθέσεις μας κάτω από το χαλάκι και θα αναβάλλαμε τον χωρισμό -των σοβιετικών δημοκρατιών- επ’ αόριστο.

Οι επικριτές μας τα βλέπουν απ’ έξω, αλλά διαφωνούν με το απ’ έξω του λένιν. Λένε ότι η σοβιετική μας σχέση (παραγωγής) ήταν αυταρχική σαν την πολιτεία του πλάτωνα, με σοφούς ηγέτες της νομενκλατούρας που κυβερνούσαν και τα κομματικά σκυλιά να τους φυλάνε (και ποιος θα μας φυλάει απ’ τους φύλακες). Αλλά κατά βάθος, πλατωνικοί είναι οι δικοί τους έρωτες, που τους μένουν απωθημένα. Σε δέκα χρόνια, πάλι για τον δεκέμβρη θα μιλάνε. Άλλοθι μιας ανέραστης ζωής γεμάτη ζήλια για την δική μας υπαρκτή σχέση, σε αντίθεση με τις ανύπαρκτες δικές τους, που μένουν πάντα ιδεατές, απλό υλικό για φαντασιώσεις.

Κι αν βγω από αυτή την υπαρκτή, -που άλλοι τη βάφτισαν ειρκτή, με φύλακες που κανείς δεν φυλάει και παρατονίες που κάνουν τους φύλακες, φυλακές για αντιφρονούντες- κανείς δε θα με περιμένει. Και δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή, ο βράχος μας να ανεβαίνει. Βράχος σαν το ντιμιτρόφ. Και σαν αυτόν του σίσσυφου.

Και ξεκινάμε πάλι απ' το μηδέν (για το άπειρο).
Έχουμε καλό σκοπό, κομμουνιστικό. Τον ντύνουμε με τις πιο ωραίες ιδέες και κάνουμε καντάδα στους προλετάριους έξω απ’ τα εργοστάσια. Κι η εργοδοσία μας κυνηγάει με τους κουβάδες και στο τέλος τα κάνουμε μούσκεμα. Αλλά δεν πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό κι ένα αρχιπέλαγος αντιφάσεων. Δεν είπαμε ακόμα την τελευταία λέξη. Τις πιο όμορφες ιδέες μας δεν τις έχουμε πει ακόμα. Πήγαμε να τις εφαρμόσουμε στην πράξη, αλλά κομπλάραμε, όπως ο οβελίξ μπροστά στη φράμπαλα κι είπαμε απλώς: βφκστφτ, ή κάτι τέτοιο. Ιδανικοί κι ανάξιοι εραστές, των πιο μεγάλων ιδανικών. Αξίζει να αποτύχεις για αυτά πολλές φορές.

Κίνημα 14ης φλεβάρη*, ενάντια στην αυτοδιάθεση του σώματος

* κατά το κίνημα 14 γενάρη που δρα στην τυνησία

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Απ' έξω και μεταμοντέρνο

(Περίπου συνώνυμο με το απ’ έξω κι ανακατωτά).

Συνέχεια από το προηγούμενο. Τι είναι επί της ουσίας αυτό για το οποίο μας μίλησε ο σοβιετικός κυριούλης; Ο ανοιχτός μαρξισμός του χολογουέι, ο ζίζεκ, ο μπαντιού κι όλη η παλιοπαρέα. Ο πραγματισμός της ήττας του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Η άρνηση των μεγάλων αφηγήσεων που κατέρρευσαν μαζί με τις νομοτέλειες και τη δυνατότητά μας να γνωρίσουμε τον κόσμο -επομένως και να τον αλλάξουμε ως σύνολο. Η έμφαση στο επί μέρους και τις μειονότητες. Οι μικροαλλαγές που αρχίζουν εδώ και τώρα και σταματάν στο μικρόκοσμό μας χωρίς να αλλάζουν την ουσία γύρω μας.

Ο κατακερματισμός της πραγματικότητας. Πολλά σπασμένα κομμάτια, χωρίς κανένα εργαλείο για να τα ενώσουμε και να δούμε τι δείχνει η εικόνα. Και μας κατηγορούν ότι τα ζουλάμε και τα πατάμε για να χωρέσουν με το ζόρι στο παζλ της μεγάλης μας αφήγησης. Ότι τα φτωχαίνουμε για να τα φέρουμε στα μέτρα μας που είναι κάτω από το ύψος των περιστάσεων και τον πήχη που βάζει η εποχή.
Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις, δε θα σου φτάσει μια στιγμή για να με νιώσεις.
Κι η πραγματικότητα μένει σπασμένη σε κομμάτια, σαν υπολογιστής με πολλά ανοιγμένα παράθυρα.

Αυτό είναι εν πολλοίς το μεταμοντέρνο. Κι ένα απ’ τα σημεία των καιρών είναι το επιχειρούμενο πάντρεμά του με τη μαρξιστική σκέψη που καταλήγει σε ένα είδος μεταμοντέρνου μαρξισμού. Ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί τυπική περίπτωση αντίφασης εν τοις όροις.

Υπάρχει μία ακόμη διάσταση. Το μεταμοντέρνο σε τελευταία ανάλυση είναι αντανάκλαση διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στο προτσές της παραγωγής. Αυτοματοποίηση, μεταφορντικό μοντέλο, αποκέντρωση, θυγατρικές, υποκαταστήματα, μικρότερες μονάδες παραγωγής.

Είναι μια αντικειμενική τάση που εκτός από την επαναστατική θεωρία επηρεάζει και τη δράση. Δεν υπάρχουν πλέον τα μεγάλα εργοστάσια τύπου πουτίλοφ με τους χιλιάδες εργαζόμενους που βρίσκονται καθημερινά στον ίδιο χώρο και μοιράζονται κοινές εμπειρίες κι ανησυχίες. Κι αυτό ευνοεί αντικειμενικά την εξατομίκευση και την παρακμή των μαζικών συνδικάτων.

Κάτι η αποξένωση, κάτι η εντατικοποίηση, ο εργαζόμενος σήμερα δε βρίσκεται καλά-καλά ούτε με τον εαυτό του. Τον ψάχνει απεγνωσμένα σε χώρους κοινωνικής δικτύωσης, όπου διαμορφώνει το προφίλ του για να διασκεδάσει το έλλειμμα προσωπικότητας που έχει. Και ξεγελά τη μοναξιά του με φίλους που συναντά όλο και πιο σπάνια στην πραγματική ζωή.

Η ζωή μας μένει κλεισμένη σε χαζοκούτια κι οθόνες. Πώς να μην κλείσεις μετά σύντροφε τη δουλειά σου σε κουτάκια;
Κι όλα αυτά στο όνομα ενός ρεύματος που αρνείται να σκεφτεί καθολικά μη τυχόν του φορέσουν καμιά ταμπέλα. Για το μεταμοντέρνο οι ταυτότητες είναι στροφή στον ολοκληρωτισμό.

Η πραγματικότητα βέβαια είναι αντιφατική, γεμάτη διαλεκτική, με τέτοιες και αντίρροπες τάσεις. Η πολυδιάσπαση μπορεί να είναι ένωση σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο, σε μεγαλύτερη εμβέλεια ή κι επικράτεια, αν μιλάμε για μια χώρα που οι παραγωγικές της μονάδες μπορεί να βρίσκονται στα πιο απομακρυσμένα σημεία, αλλά λειτουργούν και διευθύνονται ενιαία.
Κι η αποκέντρωση να προωθεί τη συλλογική διεύθυνση και τη δημοκρατία στους χώρους παραγωγής. Μες στον καπιταλισμό όμως αυτό μένει στα πλαίσια του δυνητικού.

Παράλληλα μεγαλώνει η συγκέντρωση του κεφαλαίου. Η πολυδιάσπαση δεν ακυρώνει την τάση ενοποίησης και συγκεντροποίησης των παραγωγικών δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά παραμένει μια κυρίαρχη, αντικειμενική τάση που καλούμαστε να υπερβούμε, σπάζοντας τη νομοτέλεια. Και στην πραγματικότητα, επειδή η νομοτέλεια είναι ένα φάσμα δυνατοτήτων, να αξιοποιήσουμε εκείνες τις δυνατότητες του φάσματος που ευνοούν την υπόθεσή μας. Ή και να μετατοπίσουμε με τη δράση μας αυτό το φάσμα προς όφελός μας.

Το σπάσιμο της νομοτέλειας είναι αδόκιμη διατύπωση. Σαν αυτή που έκανε ο γκράμσι για τον οκτώβρη: μια επανάσταση ενάντια στο κεφάλαιο του μαρξ και τις προβλέψεις του. Μια λογοτεχνική διατύπωση που κρύβει μέσα της έναν φιλοσοφικό στοχασμό και μια πτυχή της αλήθειας.

Ας το συνδέσουμε με το περιβόητο απ’ έξω του λένιν που θα μας απασχολήσει. Ο αστός θεωρητικός που τάσσεται στο πλευρό του προλεταριάτου και της υπόθεσης του αγώνα του, πρέπει να σπάσει μια σειρά αντικειμενικές τάσεις μαζί με τα όρια της τάξης του, την κοσμοθεωρία και την ταξική συνείδηση που υπαγορεύουν τα συμφέροντά της. Όπως έκαναν εξάλλου κι οι κλασικοί. Ο μαρξ, ο ένγκελς, ακόμα και ο λένιν. Τον τρότσκι δεν τον αναφέραμε στον όμιλο. Ε μάλλον δε συγκέντρωνε και τόσες συμπάθειες ανάμεσά μας.

Γενικότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης. Ο λόγος των επαναστατών πρέπει να ανατρέψει την κρατούσα ιδεολογία και τους αντικειμενικούς παράγοντες που την αναπαράγουν: την αλλοτρίωση, τον φετιχισμό του εμπορεύματος κι όλα όσα δημιουργούν στον εργάτη ψευδή συνείδηση για να μην αποκτήσει ταξική.

Πώς συνδέονται όλα αυτά με το απ’ έξω;
Ο βιομηχανικός εργάτης μοιάζει με τον τσάρλι τσάπλιν στους μοντέρνους καιρούς που γίνεται γρανάζι της μηχανής. Υποτάσσεται στους ρυθμούς και τη λογική της, τρέχει να προφτάσει, γίνεται πειθήνιο εξάρτημά της, χωρίς κρίση και βούληση.
Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής κι ο γιος μου το ανταλλακτικό.
Κι όταν επιστρέφει το βράδυ σπίτι, έχει δύναμη μόνο να ανοίξει την τηλεόραση για να συμπληρώσει το σετ της αποβλάκωσης. Έχει ανάγκη από πράγματα που δε τον κουράζουν και δεν τον κάνουν να σκέφτεται. Κι ίσως να μην τα έχει ανάγκη, αλλά να συνεχίζει με κεκτημένη ταχύτητα απ΄ το οκτάωρο που αχρήστευσε το μυαλό του.

Ο χειρώνακτας εργαζόμενος μπορεί να κάνει μια κοπιαστική, μονότονη δουλειά που τον αποβλακώνει, αλλά αυτό δεν τον αφήνει εξ ορισμού και μονοσήμαντα στο επίπεδο του αποβλακωμένου που αδυνατεί να σκεφτεί, να αποφασίσει, να διευθύνει.
Πρέπει να βρούμε και να ενισχύσουμε τις τάσεις που υπερβαίνουν τους αντικειμενικούς περιορισμούς ενός χειρώνακτα. Αλλιώς θα αφήσουμε μοιρολατρικά να διαιωνίζεται σε διάφορες παραλλαγές η λογική του απαίδευτου όχλου που δεν είναι ικανός να κυβερνήσει. Η δημοκρατία των αρίστων, τα δάχτυλα που δεν είναι όλα ίσα, η εξουσία των ειδικών.

Το απ’ έξω δεν έχει να κάνει με την κοινωνική καταγωγή, αλλά με τις παραγωγικές σχέσεις και τον υποδουλωτικό τους χαρακτήρα, με τους φραγμούς που βάζει ο χαρακτήρας της εργασίας. Ο λένιν εξάλλου είναι αυτός που εξισορρόπησε το μειονέκτημα του απ’ έξω με το ταξικό πλεονέκτημα του προλετάριου ως προς την πειθαρχία και την κομματική ένταξη.
Για κάποιους αυτό μπορεί να σημαίνει ότι τα κόμματα είναι για τους βλάκες. Το κόμμα όμως είναι πάνω απ’ όλα σχολείο και δεν χωράει εύκολα όσους θεωρούν εαυτούς ψυχές διαλεχτές που δικαιούνται αυτομάτως υποτροφίας.

Υπάρχουν ποικίλες τάσεις στη σύγχρονη εργατική τάξη που αλλάζει σταδιακά δέρμα και χαρακτηριστικά, με την πληροφορική και τη δουλειά του υπάλληλου στο γραφείο. Αν και η πνευματική εργασία δεν είναι απαραίτητα ευχάριστη και δημιουργική στις μέρες μας.

Η αυτοματοποίηση είναι από τα λίγα αυτό- που δε θα ακούσεις από τους αναρχικούς. Και συνάμα η βασική προϋπόθεση για την αυτοδιαχείριση κι όλα τα δικά τους αυτό-, που χωρίς αυτό το αυτό μένουν λόγια του αέρα. Συλλογικός εγωισμός κι αυτοαναφορικότητα για να τονίζει αυτάρεσκα το συλλογικό εαυτούλη μας.

Το πρόθεμα αυτό λειτουργεί σαν το στερητικό άλφα κι αλλάζει περιεχόμενο σε όλες τις αρνητικές έννοιες. Η επάρατος οργάνωση γίνεται αυτοοργάνωση. Κι η ενέργεια που μας κλείνει το δρόμο της επιστροφής στη φύση και τα σπήλαια κροπότκιν γίνεται αυτενέργεια.

Μόνο η καταστροφή ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα και προσφέρει χειραφέτηση. Άλλο αν συνήθως καταλήγει αυτοκαταστροφική για το κίνημα. Ενώ η αυτοματοποίηση άμα της βγει το αυτό καταλήγει στη ματοποίηση της κοινωνίας και της παραγωγής (κατά τη στρατιωτικοποίηση των συνδικάτων του τρότσκι).
-Κάτω από τα κράνη σας έχετε σκατά.
-Ναι ρε συ, αλλά δεν είναι οι μόνοι.


Τώρα που είπα τρότσκι. Σε ένα λόγο του σε εργοστάσιο ο σύντροφος με το μουστάκι είπε στους εργάτες. Εσείς τα βλέπετε μόνο από κάτω και δε μπορείτε να έχετε συνολική εικόνα της παραγωγής. Αλλά κι οι διευθυντές έχουν συγκεκριμένη οπτική γωνία κι η εικόνα που σχηματίζουν είναι εξίσου λειψή. Μόνο αν ενώσουμε τα κομμάτια μπορούμε να δούμε σωστά.

Λίγο σχηματικό, αλλά σφαιρικό κι εύστοχο. Πάνω απ’ όλα διαλεκτικό. Δεν απολυτοποιεί καμιά πλευρά. Ούτε ελιτισμός κι επανάσταση των διευθυντών, ούτε φτηνός εργατισμός. Και δεν είναι παρατήρηση κάποιου κλασικού. Ούτε σε θεωρητική συγκυρία ειπώθηκε. Σε εργάτες μιλούσε ο στάλιν. Έβαλε όμως όλη την ουσία.

Στη σοβιετία είχαν ανάγκη από στελέχη στην παραγωγή, τεχνίτες κι ειδικούς. Προϋπόθεση γι’ αυτό όμως ήταν η δουλειά στη βάση που θα τα αναδείξει. Κι αυτό έχει γενική ισχύ. Στο κόμμα, στην ιστορία. Μόνο μια σπουδαία γενιά μπορεί να δώσει χαρισματικούς ηγέτες.

Η ανάπτυξη της θεωρίας προϋποθέτει την εκλαΐκευση. Κι είναι συλλογικό έργο με μεγάλους επιστήμονες και προσωπικότητες που δουλεύουν παράλληλα, κερδίζουν ο ένας από τη δουλειά του άλλου κι έρχεται στο τέλος ο καλύτερος να σταθεί ψηλότερα από όλους πατώντας πάνω σε ώμους γιγάντων. Χωρίς αυτούς και το δικό του μπόι θα ‘ταν μικρότερο.

Αυτό το συλλογικό έργο απαιτεί συλλογικότητες που θα το σηκώσουν, είτε σαν τον όμιλο, είτε κόμματα που καλούνται να παίξουν πρωτοπόρο ρόλο και να γίνουν ο συλλογικός διανοούμενος που περιγράφει ο γκράμσι.
Κι αυτό δε σημαίνει το πάντρεμα των διανοούμενων με την αποβλακωμένη εργατική τάξη που θα εκτελεί εντολές, αλλά καταμερισμό δουλειάς και συλλογικές επεξεργασίες που να στέκουν πιο ψηλά από τις μεμονωμένες προσπάθειες και τους μοναχικούς καουμπόηδες.

Πώς θα γίνει αυτό όμως όταν το κμε εδώ και μια δεκαετία περίπου φυτοζωεί και μένει νεκρή σφραγίδα χωρίς ζωή και περιεχόμενο;

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Κρίση της αριστεράς και θεωρία

Την περασμένη κυριακή ήταν η πρώτη φετινή συνάντηση του ομίλου εδώ στη θεσσαλονίκη. Αν το πάμε σταχανοφικά φέτος μπορεί να βγάλουμε πάνω από δέκα συναντήσεις, πολλές εξ αυτών για τη σοβιετία, την κοινωνική της φύση κι άλλα συναφή θέματα. Δηλ κάτι σαν έτος σοσιαλισμού.

Η πρώτη εισήγηση ωστόσο κινήθηκε σε άλλα μήκη. Την έκανε ο σοβιετικός κυριούλης κι είχε ως θέμα της την κρίση της αριστεράς ως προς το κομμάτι της θεωρίας. Η παρουσίαση εδώ γίνεται βάσει δικών μου πρόχειρων σημειώσεων κι οι θέσεις του περικλή είναι δημιουργικά διαστρεβλωμένες με το δικό μου τρόπο πρόσληψης, κατανόησης κι απόδοσης όσων είπε.
Οπότε αν είναι να ξεσπαθώστε με κάτι που θα διαβάσετε, τα βέλη να πέσουν κατά δω μεριά.

Στην αρχή ο περικλής ανέφερε κάποιους γενικούς παράγοντες που επικαθορίζουν αυτή την κρίση. Η μεγάλη περίοδος ειρηνικής ανάπτυξης του καπιταλισμού με την εμφάνιση της βήτα διεθνούς (και μεταπολεμικά με τον κεϊνσιανισμό και την εργατική αριστοκρατία θα πρόσθετα εγώ). Η νεοφιλελεύθερη στροφή ως παγκόσμια στρατηγική του κεφαλαίου. Και η ήττα των σοβιετικών και του σοσιαλιστικού μπλοκ εν γένει.

Στη συνέχεια μας απαρίθμησε ένα δεκάλογο με τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της κρίσης.

Πρώτο χαρακτηριστικό η παραίτηση απ’ το ιδεώδες και τον τελικό σκοπό του κομμουνισμού. Ο κομμουνισμός ως έννοια όταν δεν είναι ανύπαρκτη είναι αθέμιτη κι αρνητική.
Επιστροφή στην ουτοπία λοιπόν. Κι ο χολογουέι που έχει περιβληθεί από πολλούς με το φωτοστέφανο του ριζοσπάστη, μας λέει: οι λενινιστές γνώριζαν, εμείς όχι. Ο ανοιχτός μαρξισμός που διαφημίζει είναι τέτοιος μόνο χάριν της αβεβαιότητας. Βασικό του σύνθημα είναι ένα ρητό που δανείζεται απ’ τους ζαπατίστας και το οποίο δε συγκράτησα αυτολεξεί, αλλά το γενικό του νόημα είναι παρόμοιο με το δικό μας, ρωτώντας πας στην πόλη.

Ο ζίζεκ απορρίπτει τη δικτατορία του προλεταριάτου και μας λέει πως δεν ξέρουμε πού πάμε αλλά οφείλουμε να δράσουμε, κάνοντας μικρά βήματα προς την άβυσσο. Ο πρώτος άμεσος συνειρμός είναι με τους άνθρωποι της αβύσσου, του τζακ λόντον. Κάπως έτσι θα καταλήξουμε κι εμείς, αν δεν έχουμε επαναστατική θεωρία για το πού θέλουμε να πάμε.

Κι ένας δεύτερος με τον κλασικό του ρεφορμισμού μπερστάιν που ένα αιώνα μετά μας τον πλασάρουν ξανά για επίκαιρο. Μαζί με διάφορες παραλλαγές της κλασικής μπερσταϊνιάδας, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, η κίνηση είναι το παν.

Δεύτερο χαρακτηριστικό. Ο τελικός σκοπός όταν υπάρχει μπορεί να είναι στην καλύτερη περίπτωση μια αφηρημένη ιδέα, ένα ιδεώδες κατάλληλο για κάθε εποχή, ξεκομμένο από τις συγκεκριμένες συνθήκες και την ανάλυσή τους. Εδώ αναφέρθηκε στον αλέν μπαντιού με το βαρύγδουπο λόγο και την ακαδημαϊκή του λεξιθηρία που μπαίνουν για να καλύψουν την απουσία περιεχομένου.

Ο κομμουνισμός για τον μπαντιού είναι μια διαδικασία αλήθειας, που πρέπει να παραμείνει μακριά από το ακάθαρτο κράτος. Μια ιδέα που κρατάει από τον πλάτωνα. Μια φαντασιακή απόδραση από το πραγματικό. Η έννοια του κομμουνισμού μένει στο επίπεδο του καθαρού ιδεαλισμού, χωρίς να απορρέει από την αντικειμενική πραγματικότητα.
Και ποιο είναι το πραγματικό της περιεχόμενό; Κανένα. Δε μας λέει τίποτα απολύτως, πέρα από το ότι ο σοσιαλισμός ήταν ένα καθεστώς ανελευθερίας.

Τρίτο χαρακτηριστικό. Η αναγωγή σε ιδέες που αντιγράφουν το αστικό ιδεώδες.
Εδώ ο σοβιετικός κυριούλης άσκησε κριτική σε ένα ντοκουμέντο του συν από το 2004 με τίτλο η αριστερά του 21ου αιώνα. Η κε του μπλοκ θεωρεί πως η πολεμική σε αυτό τον χώρο για θεωρητικά θέματα είναι σα να κλέβεις εκκλησία. Δε γινόταν να μη σταθούμε όμως στο κλασικό σύνθημα για σοσιαλισμό με δημοκρατία κι ελευθερία.

Η δημοκρατία είναι κράτος κι όποιος την προβάλει αφηρημένα ξεχνάει πως έχει ταξικό περιεχόμενο. Ενώ το τρίπτυχο ελευθερία-ισότητα-αδελφότητα είναι τα συνθήματα που είχε γραμμένα στη σημαία της η αστική γαλλική επανάσταση. Κι είναι η θεωρητική αφετηρία μιας κλασικής αναρχικής θεώρησης που λέει πως στο σοσιαλισμό είχαμε ισότητα χωρίς ελευθερία ενώ στον καπιταλισμό υπάρχει ελευθερία, όχι όμως κι ισότητα.

Τέσσερα. Ο καθημερινός αγώνας ως άρνηση κι αναβολή μιας στιγμής αποφασιστικής ρήξης.
Εδώ αναφέραμε τον άγγλο θεωρητικό ραλφ μίλιμπαντ -πατέρα κατά πάσα πιθανότητα των δύο αδελφών που ήταν υποψήφιοι για την ηγεσία των εργατικών- που θεωρεί τον αγώνα ως μια διαρκή πίεση για μικρές αλλαγές στην κοινωνία. Τις οποίες μπορούν ίσως να κάνουν πραγματικότητα τα δύο βλαστάρια του που έπεσαν ακριβώς κάτω απ’ τη μηλιά.

Κολλήσαμε ένα απόσπασμα απ’ το δρόμο προς την αναρχία του μαλατέστα που εξηγούσε ότι θα τον βαδίσουμε σιγά-σιγά, πορευόμενοι προς την αταξική κοινωνία.
Και συνεχίσαμε με το παράδειγμα του χολογουέι για την ταμπέλα των ζαπατίστας που γράφει, κακιά κυβέρνηση μείνε έξω. Η αγάπη, η φιλία κι η αλληλεγγύη μπορούν να φέρουν την κρίση του κεφαλαίου, γιατί το κρατάν μακριά από τις ανθρώπινες σχέσεις, δεν το αφήνουν να περάσει.
Κι έτσι μπορούμε να δούμε πώς το no pasarán εκφυλίζεται και πέφτει στο επίπεδο του δεν περνάς κυρά μαρία. Δεν περ-νάς, περ-νάς.

Πέμπτον. Αδυναμία θεώρησης της κοινωνίας ως ολότητα κι έμφαση στις μειονότητες και τις ομάδες του περιθωρίου.
Στο πώς να αρχίσουμε από την αρχή ο ζίζεκ διακρίνει τέσσερις βασικές αντιφάσεις που διατρέχουν τη σημερινή κοινωνία (οικολογία, πνευματικά δικαιώματα, ηθική και νέες τεχνολογίες, καινούριες διακρίσεις που υψώνουν τείχη τύπου απαρτχάιντ). Από τις οποίες μόνο η τελευταία θεωρεί πως δικαιολογεί τον κομμουνισμό κι οδηγεί στη βασική αντίθεση της εποχής: ενσωματωμένοι-αποκλεισμένοι.

Έκτο χαρακτηριστικό είναι η παραίτηση από την ταξική θεώρηση που ήταν συνυφασμένο με όλα τα προηγούμενα και δε θεώρησα σκόπιμο να κρατήσω σημειώσεις.
Το έβδομο είναι παρεμφερές κι είναι η συγκρότηση αρνητικών προταγμάτων που βασίζονται σ’ ένα αντί (αντικαπιταλιστικό, αντιμονοπωλιακό, αντινεοφιλελεύθερο) κι η αδυναμία ανάδειξης θετικού σκοπού.
Η αλήθεια είναι ότι ένα μέτωπο από κάποιο αντί- κι έναν κοινό εχθρό πρέπει να ξεκινήσει. Το πρόβλημα είναι αλλού. Να μιλάς πχ όχι για μέτωπο, αλλά για αντικαπιταλιστική επανάσταση. Και να αφήνεις τους άλλους να ψάχνουν τι μπορεί να σημαίνει αυτό που είπες ή που έβαλες στις θέσεις σου.

Όγδοο χαρακτηριστικό. Η αποστασιοποίηση από τις παραδόσεις και τις επιτεύξεις του παρελθόντος. Η περιφρόνηση προς ό,τι ηττήθηκε. Ο πραγματισμός που αρνείται να δει πέρα από την ήττα, τη θετική πείρα και καταλήγει σε στείρο αντισοβιετισμό κι αντιλενινισμό. Και σε τελευταία ανάλυση αντικομμουνισμό, λέω εγώ. Κι αυτό πιάνει πάρα πολλούς ντούρους κομμουνιστές του καιρού μας.

Το ένατο είναι η άλλη όψη του νομίσματος. Η αναπόληση του παρελθόντος και η αντίληψη ότι το μέλλον θα είναι μια απλή επανάληψή του. Αυτό είναι μπηχτή που πιάνει κι εμάς αλλά εγώ πιστεύω πως πιο πολύ το είπε για τους μαοϊκούς και τα μουλάρια. Στην τελική κι αυτός δικός μας είναι κατά βάθος. Σοβιετικό απολίθωμα σε συσκευασία κυριούλη.

Δέκατο και τελευταίο ειδοποιό χαρακτηριστικό η αντίληψη του σοσιαλισμού/κομμουνισμού ως εθνική προοπτική με βάση –κυρίως- τις εθνικές ιδιαιτερότητες.

Στον επίλογο μας μίλησε για τη σημασία της επαναστατικής θεωρίας. Χωρίς αυτήν, έλεγε ο λένιν, δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα.
Χωρίς αυτήν, είπε ο περικλής, η αριστερά γίνεται ουραγός των γεγονότων, χωρίς δυνατότητα πρόβλεψης και παρέμβασης σε αυτά. Έρμαιο της λογικής της δοκιμής-λάθους και της δυναμικής εξέλιξης των γεγονότων που φαντάζει χαώδης γιατί δεν έχουμε θεωρητικά εργαλεία να την ερμηνεύσουμε.

Η επαναστατική θεωρία προχωρά στο πεδίο της πρόγνωσης, πέρα από μια απλή εξήγηση και κατανόηση των φαινομένων. Ανιχνεύει τη νομοτέλεια, τις δυνατότητες και τις προοπτικές. Κι είναι ζήτημα κατεξοχήν πρακτικό. Δεν καθοδηγεί οποιαδήποτε πράξη, (πχ μια μονότονη, αναπαραγωγική εργασία) αλλά τη μετασχηματιστική, δηλ αυτή που αλλάζει τον κόσμο.
Γι’ αυτό και τίθεται εκ των πραγμάτων στο πλευρό της μισθωτής εργασίας που παλεύει να αλλάξει τον κόσμο. Δεν είναι απλώς μια ακαδημαϊκή ενασχόληση.

Έκανε μια σύντομη νύξη για το απ’ έξω και τη δυνατότητα του χειρώνακτα να ασχολείται με τέτοια ζητήματα και να παράγει θεωρία, τη στιγμή που εκτελεί καθημερινά βαριά, μονότονη εργασία κι διαθέτει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Το απ’ έξω όμως θα το δούμε πιο αναλυτικά σε επόμενο κείμενο.

Κι έκλεισε με τα κρίσιμα πεδία όπου μπορεί να αναπτυχθεί μελλοντικά περαιτέρω.
Από εδώ έχω προλάβει να σημειώσω το κομμάτι της κοινωνικής θεωρίας, που ασχολείται με το ερώτημα τι άλλο μπορεί να υπάρξει εναλλακτικά στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Κι αυτό περιλαμβάνει διάφορα φουτουριστικά που λέει κατά καιρούς ο περικλής σαν ιούλιος βερν της επαναστατικής θεωρίας. Παραθέτω ποτ πουρί από διάφορες σκόρπιες σημειώσεις.
Αυτενέργεια στη βάση της αυτοματοποίησης της παραγωγής. Βιομηχανικές εφαρμογές της βιολογίας και της γενετικής. Βιοτεχνολογίες και νανοτεχνολογίες. Με άλλα λόγια ρύθμιση της βιόσφαιρας. Εξάλειψη των βασικών απειλών κατά της ζωής. Το περιβάλλον δε θα νοείται ως κάτι έξω από τον άνθρωπο που πρέπει να διατηρηθεί, αλλά ως κομμάτι της δραστηριότητάς του. Υπέρβαση της πετρελαϊκής οικονομίας μέχρι τη δεκαετία του 30-40. Και εναλλακτικές πηγές ενέργειας που θα προσεγγίζουν το ανεξάντλητο.

Κάποτε στις αναιρέσεις τους είχε μιλήσει για την ανάγκη του ανθρώπινου είδους να μεταβεί σε άλλους πλανήτες για να συνεχίσει τη ζωή του, μιας και η γη έχει συγκεκριμένα, περατά όρια. Και αυτοί τον κοιτούσαν με δυσπιστία κι ανοιχτά στόματα σα να ‘χαν απέναντί τους τον ποσάδα.
Ωραίες στιγμές..

Συνολικό ηθικό δίδαγμα δεν υπάρχει σε τέτοιες συναντήσεις. Κάποιες δικές μου προεκτάσεις θα τις θέσω σε επόμενα κείμενα. Αυτό εδώ το έβαλα εισαγωγικά ως συνδετικό κρίκο για να μη μοιάζουν τα επόμενα ξεκάρφωτα.

Αν υπάρχει όμως κάτι που μπορούμε να κρατήσουμε είναι η προσέλευση του κόσμου που έφτασε σε διψήφιο νούμερο (υπέρβαση για τα δικά μας δεδομένα) με το ένα τρίτο να είναι γυναίκες (αυτό κι αν είναι υπέρβαση). Αναλογία που μέχρι πρότινος δεν πιάναμε ούτε με ποσόστωση και την οποία οφείλουμε σχεδόν αποκλειστικά στον κοντόχοντρο.

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Πρωτοπόρος θα πει

Τι είναι η πρωτοπορία; Μην είναι οι κάμποι, τα βουνά; Το κόμμα μας το εργατικό κι οι οργανώσεις του εξωκοινοβουλίου; Μην είναι όλα αυτά μαζί και τίποτα συγχρόνως;

Μην είναι το εκδοτικό που εξαγόρασε τη Γνώση με τα διαμαντάκια από την ακαδημία επιστημών της εσσδ; Κι αγοράζει όλο το στοκ φτιάχνοντας μονοπώλιο με φτηνότερες τιμές που κανείς δε μπορεί να χτυπήσει. Ακόμα και την ουτοπία τη δίνει με έκπτωση σαν βιβλίο. Αν μπορείς να τα αγοράσεις φτηνότερα όμως, αυτό είναι το τελευταίο που θα σε απασχολήσει.

Αλλά τι σημασία έχει; Τώρα πια αγοράζουμε αυστηρά και μόνο από παλαιοπωλεία. Φτηνά και καλά καλτ βιβλία που είναι εκτός εμπορίου και τα παίρνεις με το κιλό. Οτιδήποτε άλλο είναι οικονομικό έγκλημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του σδοε -όπως και τα σι-ντι από τότε που υπάρχει το ίντερνετ.
Πόλεμος στον πόλεμο των αυθεντικών.

Μην είναι οι δεξιοί κύπριοι φοιτητές που σπάνε νεύρα σε κάθε καταμέτρηση;
(μ)Πρωτο(μ)πορία, (μ)πρωτο(μ)πορία! Ε κι αυτούνο αγγελούδι είναι! (το σήμα της παράταξής τους). Οπότε δεν κρατήθηκαν κι οι δικοί μας κι άρχιζαν να του φωνάζουν: βάλ’ το αγγελάκι μες στον πόλο.
Μετά μεγαλώσαμε, καταλάβαμε τι είναι το ακελ και πηγαίναμε στις καταμετρήσεις από υποχρέωση. Κι έκτοτε εύχεσαι να μην τύχει στον χώρο σου κανένα ψήφισμα για το ρόλο του ακελ στο θέμα της γάζας κι άντε να τα μπαλώσεις μετά.

Μην είναι οι αδερφοί ράιτ που έδειξαν στους μπολσεβίκους το δρόμο για την έφοδο στον ουρανό; Κι εμείς λοιπόν θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας. Αρκεί να μην κάνουμε αριστερισμούς σαν τον ίκαρο και μας κάψει η φωτιά του ονείρου μας. Να μην αεροβατούμε στα σύννεφα. Γιατί η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται είτε ως φάρσα (για βόμβα στο αεροπλάνο) είτε ως (αεροπορική) τραγωδία.

Πρωτοπορία είναι οι φουτουριστές σαν το μαγιακόφσκι. Και το σοβιετικό κυριούλη που πέρυσι στις αναιρέσεις τους έλεγε για το διάστημα και την προοπτική να ζήσουμε σε άλλο πλανήτη. Ένα σοβιετικό απολίθωμα έτη φωτός μπροστά από την εποχή του. Με το παρόν να δούμε πότε θα συντονιστούμε.

Πρωτοπόρος είναι αυτός που μελετά τα διδάγματα του παρελθόντος για να σχεδιάσει το μέλλον και να τα εφαρμόσει στο σήμερα. Το παρόν είναι η γέφυρα του χρόνου που ενώνει το Πριν με το ριζοσπάστη και το Μετά του μίμη και γίνεται αμέσως παρελθόν για να έρθει η επόμενη μελλοντική στιγμή και να ακολουθήσει κι αυτή την ίδια διαδρομή. Κι αυτό είναι το μόνο μεταβατικό που καταλαβαίνουμε.

Πρωτοπορία είναι αυτοί που τραβάν το κάρο στην ανηφόρα. Το συνειδητοποιημένο κομμάτι που με δουλειά μυρμηγκιού και δύναμη βοδιού το τραβάει να ξεκολλήσει απ’ τη λάσπη που μας πετάνε και το βούρκο του τέλους της ιστορίας.
Τι τραβάμε κι εμείς οι πρωτοπορίες.

Κι υπάρχουν κι αυτοί που βάζουν τη θεωρία πάνω απ’ την πράξη και το κάρο μπροστά απ’ τα βόδια.
Βγαίνουν πολλοί και λεν πως δεν κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Ε λοιπόν, εμείς την κατέχουμε. Θεωρητικά είμαστε η θεωρητική πρωτοπορία της πρωτοπορίας. Ο όμιλος πήρε το απ’ έξω του λένιν και το επέκτεινε. Τα κόμματα κι οι οργανώσεις λένε θεωρία έχουμε και νιώθουν θεωρητικά αυτάρκεις. Η περαιτέρω ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας μπορεί να τους έρθει μόνο απ’ έξω. Και σε αυτό το απ’ έξω μπαίνει ο όμιλος. Θέλω να βγω από δω έξω, που λέει και στον αρκά.

Μπρεζνιεφική αυταρέσκεια κι εισοδισμός τύπου ποσάδα (αν το συνδέσεις και με τους φουτουρισμούς για το διάστημα). Και ποιος ασχολείται μαζί μας;
Α, δεν είναι ότι αδιαφορούν και μας θεωρούν αμελητέα ποσότητα. Φοβούνται να μας αντιμετωπίσουν. Αλλά ακούνε στα κρυφά και μητροπάνο.
Κι αν βάλουν καμιά διατύπωση παραπλήσια με τη δική μας για πρώιμο κομμουνισμό που το ‘λεγε κι ο λένιν. Ή αν φτάσουν σε ίδια συμπεράσματα μ’ εμάς. Τότε πάει να πει πως μας αντέγραψαν χωρίς να αναφέρουν καν την πηγή. Μόνοι τους αποκλείεται να τα έβγαλαν.

Η ώρα των πρωτοποριών με το γιάννη καραλή. Στο τέλος όμως μόνο ένας θα μείνει πρωτοπόρος, όπως στο χαϊλάντερ. Προς το παρόν το κόμμα νικάει στα σημεία και στη διαφορά τερμάτων, ελλείψει άλλου καλύτερου. Πάντα υπάρχει ένας πρωτοπόρος. Έστω κι ο λιγότερο κακός απ’ τους χειρότερους.

Η ανάγκη να πρωτοπορήσουμε μας ωθεί να πρωτοτυπήσουμε. Να ξαφνιάσουμε τον ταξικό εχθρό με πράγματα ενδιαφέροντα και πρωτότυπα. Σαν τη θεωρία για τον ολοκληρωτικό. Το πρωτότυπο είναι ο ιδιότυπος τρόπος του πατρός διαλεκτικού να σου πει πόσο άστοχο του φάνηκε αυτό που μόλιες είπες. Σοφή η μ-λ κία σου, που λέει κι ο γεωργίου.

Γινόμαστε πρωτοπόροι σαν τον κολόμβο και τους μπολσεβίκους. Που ξεκίνησαν να ανακαλύψουν τις ινδίες και την παγκόσμια επανάσταση, αλλά τελικά τους προέκυψε η αμερική κι ο σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα.
Ενώ η αναρχία των βίκινγκς και των λοιπών βαρβάρων λέει ότι την είχε ανακαλύψει πολύ πιο πριν με μικρές κοινότητες από την αρχαιότητα που ζούσαν ζωή χαρισάμενη χωρίς αφεντικά.

Έκτοτε πολλοί είναι αυτοί που ανακαλύπτουν εκ νέου την αμερική νομίζοντας πως κομίζουν γλαύκας εις αθήνας. Αλλά το πουλί της σοφίας έρχεται μόνο στο τέλος της μέρας, όπως μας λέει ο χέγκελ. Και η διαφορά του από τους διάφορους μπούφους είναι πολύ λεπτή. Κι επειδή άλλα τα μάτια του μπούφου κι άλλα της κουκουβάγιας, ο καθένας βλέπει το δικό του φορέα ως τον πιο όμορφο και πρωτοπόρο απ’ όλους.

Αλλά όπως θα έλεγαν κι οι σοβιετικοί σύντροφοι (που έχουν περίεργους κανόνες στη γλώσσα τους κι όπου βρουν όνομα να αρχίζει από χι, το αλλάζουν και το προφέρουν ‘γκ’).
Η αλήθεια βρίσκεται στο μαρξ. Γκέγκελ;

.

Πορεία του παμε με γκεστ σταρ τον κομάντο που ήρθε ινκόγκνιτο. Ντου στα υπουργεία και φωτιά μες στον υδράργυρο. Κι ο ιδρώτας ποτάμι που δε γυρίζει πίσω πια. Άντε να τελειώνουμε να μας απλώσουν με μανταλάκια να στεγνώσουμε.

Είχε όμως ωραία συνθήματα για τους εργατοπατέρες. Είστε η ντροπή των εργατών... Μέχρι και στον κομάντο άρεσαν.
Και πιο πίσω κάτι άλλοι να αγωνιούν να διαφοροποιηθούν με ένα σύνθημα για τις ταξικές δυνάμεις. Τι πάει να πει αυτό; Αφού όλες ταξικές είναι. Στις μέρες μας ουδείς άτακτος. Κι ας τον χαριτόπουλο και την χαρι-τάση να λένε.

Εγώ το κομάντο τον περίμενα ξανθό μου λέει ο κάσπερ. Εγώ τον περίμενα και μελαχρινό ταυτόχρονα. Με πιο πολλή όρεξη για καβγάδες και κουβέντα με όρους εμφύλιου σπαραγμού. Κι αυτός φαντάζομαι κάτι αντίστοιχο θα περίμενε.
Τελικά κανονικοί (λέμε τώρα) σύντροφοι είμαστε. Πηγαίνουμε σε καφέ διανοούμενων και κερνάμε καφέ στον χρόνη που κάθεται νοητικά δίπλα μας και σχολιάζει τα κορίτσια που περνάνε. Εμένα με περνάνε για λογοτέχνη κι αυτόν για μαρξιστή. Ενώ αμφότεροι διατηρούμε επιφανειακή σχέση με τα εν λόγω αντικείμενα. Αν τα ανταλλάξουμε κάπως σώζεται.

Όταν ήμουν πιο μικρός έπαιρνα το φεστιβάλ του ναρ στο ψιλό.
Γεια σας είμαστε από τις κομμουνιστικές αναιρέσεις. Αναιρούμε τον κομμουνισμό.
-Κι από ποια νεολαία είστε; -Από την κομμουνιστική απελευθέρωση. Απελευθερώνουμε τις μάζες από τους κομμουνιστές.

Χιούμορ επιπέδου κοντόχοντρου.

Γυρνώντας απ’ την αθήνα, πλάι στον κομάντο, το φιλοσόφησα αλλιώς.
Ακούς διάφορες μ-λ κίες που σε εξοργίζουν και συνεχίζεις να τρως στωικά τα σουβλάκια που είναι εντελώς ξερά, αλλά είσαι συγκινημένος γιατί μετά από καιρό πήρες αυτό που ζήτησες με το όνομά του, χωρίς καλλιτεχνικό ψευδώνυμο (καλαμάκι). Κι εξάλλου εδώ είναι πολύ φτηνότερα από το κυριλέ φεστιβάλ της αθήνας. Κι εκεί είναι όλο το ζουμί. Δεν χρειάζεται να το έχουν και στην πραγματικότητα τα σουβλάκια.

Κι όταν αρχίσει ο καζάκης κι οι βερμπαλισμοί πετάς ένα ευκρινές φτλοφπτ μασπψατς με γεμάτο στόμα και τα ψίχουλα φτάνουν στον απέναντι. Αρχίζεις την στραβοκατάποση και τις σταυροπαναγίες και ξηγιέσαι καφρίλιον με άναρθρες κραυγές, ή επευφημίες όταν συμφωνείς. Αληθινές στιγμές ανθρωπιάς.

Έτσι κι αλλιώς μεταξύ μας είμαστε. Μη βλέπεις που το πριν πρέπει να γράψει για καλή κουβέντα και μεγάλη συμμετοχή. Οι πιο πολλοί περίμεναν τις συναυλίες. Στη συζήτηση ούτε εκατό άτομα δεν ήμασταν.
Πολλοί εξ αυτών αλεξιπτωτιστές για να κρατήσουν ισορροπίες. Δε μπορεί να μιλάει η τάδε οργάνωση και να μη μιλήσουμε εμείς. Δεν έχει καμία σημασία αν δεν έχεις ακούσει τι προηγήθηκε. Σημασία έχει πως έχεις άποψη κι ότι μπορείς να την πεις ελεύθερα. Και μόλις τελειώσεις να φύγεις για να περάσει ο επόμενος αλεξιπτωτιστής.
Σύντροφοι, τις ισορροπίες.

Εντάξει καλά τα είπες. Αλλά λίγο πιο επικολυρικά απ’ όσο έπρεπε. Κι ο έμπειρος ακροατής καταλαβαίνει ότι δεν είναι γνήσιο, αλλά ρητορικό κόλπο. Ο ενθουσιασμός δεν απορρέει ως κορύφωση από το περιεχόμενο (που κατά τα άλλα μπορεί να είναι κι αξιόλογο) αλλά βγαίνει εκβιαστικά εξ αρχής. Κι εγώ ως κοινό υποτίθεται ότι πρέπει να τον συμμεριστώ και να χειροκροτήσω.

Χειροκρότα ρε τι σου ζητάνε;

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Του πόλου τα εννιάμερα

Ημερολόγια κατασκήνωσης – ημέρα ένατη

Έφτασε η ώρα να χωρίσουμε. Ή μάλλον πλησιάζει. Και τα λελεδόνια ξεχαρβάλωσαν. Αφού πρώτα τα είδαν όλα με την τούρκικη καλλιόπη και τα σκουπίδια. Καταταγείτε, μας λέγανε. Θα γνωρίστε πολλούς φίλους και συντρόφους από όλες τις γωνιές της γης, μας λέγανε.

Το απόγευμα το πρόγραμμα είχε αλληλεγγύη έξω από ένα πολυκατάστημα όπου οι εργαζόμενοι έφτιαξαν σωματείο, αλλά δεν τους το αναγνωρίζουν το κράτος κι η εργοδοσία γιατί βάση νόμου χρειάζεται να υπογράψει το 50% των υπαλλήλων.

Κάποιοι κοιτούσαν λαίμαργα τις βιτρίνες (και δεν εννοώ τα προϊόντα), ενώ εγώ και κάνα δυο άλλοι θέλαμε να αποκλείσουμε συμβολικά για κάνα δίωρο την είσοδο. Τελικά μείναμε στην ειρηνική συνύπαρξη και μια παράσταση διαμαρτυρίας χωρίς σύγκρουση. Με καπελάκια του σωματείου, ιλουστρασιόν φυλλάδια με φωτό απ’ τις κινητοποιήσεις τους και πανό που έλεγαν ότι ο συνδικαλισμός είναι το πιο ιερό ανθρώπινο δικαίωμα.

Εκτός από εμάς και το δεξιό πρόεδρο του σωματείου, υπήρχαν κάτι πασόκοι με γαλάζια πανό κι εθνικιστές με σημαίες που έφερναν στο τούρκικο εθνόσημο. Επίσης είχαν μια σημαία της κούβας, της λδ κίνας (άτσα!) και της σουηδίας –γιατί κατά βάθος σε αυτό το μοντέλο πιστεύουμε όλοι. Η ελληνική σημαία ήταν κατά λάθος –ή μήπως όχι;- βαλμένη ανάποδα σε στιλ ελληνοφρένειας.
Και μετά η λογική χανόταν. Είχαμε σημαίες του καναδά και της ελβετίας –ανάθεμα αν υπήρχε κανείς από αυτές τις χώρες εκεί. Και τέλος μια σημαία της κορέας! Όχι της λδ, της άλλης. Γιατί είμαστε με την χιουντάι και το κίνημα του τογιοτισμού.

Ο δικός μας μίλησε πάλι στα αγγλικά και χωρίς μετάφραση –όχι ότι θα ΄χε διαφορά δηλ. Μίλησε ως εκπρόσωπος σωματείου κι είπε κάτι συντηρητικά τρεϊντγιουνιονίστικα, θα μεταφέρουμε τον αγώνα σας κτλ. Ενώ ο τυνήσιος μίλησε ως εκπρόσωπος κόμματος κι έκλεισε λέγοντας, ζήτω η κομμουνιστική διεθνής. Καθείς εφ ω ετάχθη.

Στο γυρισμό η γαλαραία τραγουδούσε το κοκοράκι (όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι) και ο τουρκοκνίτης το είπε στα γερμανικά, αλλά δεν ήταν το ίδιο διεθνιστικό όσο την προηγούμενη μέρα.
Μπαίνοντας στην κατασκήνωση, ο δίας με αξίωσε να δω τους ναρίτες να φωνάζουν το σύνθημα: α-αντί-αντικαπιταλίστα. Χωρίς να τρέχουν και να χοροπηδάν, αλλά δεν πειράζει. Ο πάγος έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε. Στόχος για την επόμενη φορά το: μη στύβετε ανθρώπους, στύψτε πορτοκάλια.

.

Ο κοντόχοντρος λέει ότι ζούμε στην κοινωνία του «ένας-μία-ένα». Βοήθησε κι εσύ να αγοράσουμε ένα αναπηρικό καροτσάκι για ένα παιδί που το έχει ανάγκη... ένας υπερτυχερός κερδίζει...
Το κλείνουμε σε όλες τις πτώσεις, αλλά δεν έχει πληθυντικό αριθμό. Και πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωπου κι ευημερεί ο σύριζα.

Ένα είναι το κόμμα. Μία κι αδιαίρετη η ομοούσιος αγία τριάδα μαρξ-ένγκελς-λένιν. Υπάρχουν όμως οι μονοφυσίτες που λεν ότι ο υιός λένιν διαστρέβλωσε το άγιο πνεύμα του μαρξισμού και δε δέχονται τη θεία φύση του. Κι οι μεταμοντέρνοι αιρετικοί που είναι με το μαρξ και με το λένιν, αλλά όχι με το μαρξισμό-λενινισμό. Αρνούνται την παυλίτσα και το φιλιόκβε.

Ένας είναι κι ο κομμουνισμός, αλλά πολλές οι ερμηνείες κι οι δρόμοι για να φτάσεις σε αυτόν.
Είμαστε με τη μονογαμία (στη θεωρία τουλάχιστον), ιστορικά με το μονοκομματικό σύστημα, τη μονοπρόσωπη διεύθυνση στα εργοστάσια και το μονοπρόσωπο διάλογο –ως ιμπεριαλιστές του λόγου. Κατ’ εικόνα κι ομοίωση του μονοδιάστατου ανθρώπου του μαρκούζε που δέχεται μια μεγάλη αφήγηση και χάνει την πολλαπλότητα. Στο άλλο άκρο του μεταμοντέρνου ψηφιδωτού που τονίζει υπέρμετρα την πολλαπλότητα και χάνει την ενότητα μέσα στη διαφορά.

Ο μονοδιάστατος άνθρωπος έχει κοινωνικό έλλειμμα, εντυπωσιάζεται εύκολα με την πρώτη ευκαιρία και ψάχνει από κάπου να πιαστεί. Αναζητά απεγνωσμένα την υπέρβαση από τα στενά όρια του εαυτού του –με τον οποίο τα έχει φαινομενικά καλά- για να βρει ισορροπίες από κάπου απ’ έξω. Η σωτηρία της εργατικής τάξης έρχεται απ’ έξω. Η προσωπική γιατί να διαφέρει δηλ;

Κι έτσι κουτουλάμε από αδιέξοδο σε αδιέξοδο. Γιατί η χειραφέτηση της τάξης των εργατών είναι πάντα δική της υπόθεση. Όπως λέει κι ο αρκάς στα αδιέξοδα του κόκορα το αληθινό πρόβλημα είναι ο εαυτός σου κι από αυτόν δε μπορείς να ξεφύγεις ποτέ.

Έλα στο δικό μου τον παλμό, ζήταγα πολύ να αγαπηθώ.
Αλλά η πραγματική τέχνη της αγάπης είναι να μπορέσεις να αγαπήσεις εσύ τους άλλους. Όταν ψάχνεις απεγνωσμένα ανταπόκριση, κάποιον για να εφαρμόσεις την αγάπη σου και τα έτοιμα σχήματα της θεωρίας σου, δε σε ενδιαφέρει ο άλλος, μονάχα ο εαυτός σου.

Πώς ακριβώς θα αλλάξεις τον κόσμο αν δεν πιάσεις τον παλμό του να τον γνωρίσεις; Αν στέκεις αφ’ υψηλού και τον μισείς ελιτίστικα; Αν δεν είσαι πρόθυμος να αλλάξεις κι εσύ μαζί του; Πώς θα αλλάξεις κάτι που δεν αγαπάς και δεν ξέρεις πώς ζει και κινείται;
Πώς θα μάθεις την τέχνη της αγάπης διαβάζοντας κλεισμένος στα γραφεία κ τους μηχανισμούς χωρίς τριβή κι επαφή με τον έξω κόσμο; Θα περιμένεις να σου έρθει η σωτηρία απ’ έξω; Ξέρεις τηλέφωνο για παραγγελίες, να πάρουμε καμιά πίτσα;

Οι πιο πολλοί καταλήγουν στον οπορτουνισμό. Με πολλούς κι αδιάφορους γνωστούς αντί για καλές φιλίες. Και τρεχάλα πίσω απ’ τη συγκυρία της μιας βραδιάς αντί για το στρατηγικό στόχο των σχέσεων. Παύση πληρωμών και συναισθημάτων. Προστατευτισμός και κλείσιμο στον εαυτό μας. Τυπική κοινωνικοποίηση με κρατικοποιήσεις των βασικών κλάδων κι επενδύσεις χαμηλού συναισθηματικού κόστους στον άνθρωπο, χωρίς δασμούς και δεσμεύσεις.

Αν ο έρωτας είναι επανάσταση, ζούμε σε εποχές βαθιάς αντίδρασης. Ο λαός ερωτεύεται αστούς δημαγωγούς που τον ξεγελάνε με υποσχέσεις κι όμορφα λόγια. Κι οι κομμουνιστές είναι τα καλά παιδιά που όλοι τα συμπαθούν, παραδέχονται πως έχουν δίκιο, αλλά στο τέλος προτιμούν τους μαλάκες. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Κι όλα αυτά ξέρεις με τι αφορμή; Η κουρδιστή περιφρούρηση έκοψε στην παραλία δυο δικούς μας που φιλιόντουσαν και τους είπαν: νόου κίσινγκ. Δηλ όλα τα άλλα επιτρέπονται;
Τα φιλιά απαγορεύονται γιατί φέρνουν συναισθηματικό δέσιμο. Όπως για δέσιμο είναι κι οι οικοδεσπότες μας. Αλλά χωρίς φιλιά και συναίσθημα.

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Ιμπεριαλιστική αλυσίδα σκέψεων

Επιστροφή στην πόλη που γέννησε τη διαλεκτική. Που μυρίζει κατρουλιό μαζί με πατσουλί. Με τους συνειδητά ασυνείδητους ατομιστές και τους ταξικά ασυνείδητους προλετάριους. Τόσες αντιφάσεις και δεν προχωράει τίποτα. Κι ύστερα σου λέει, είναι πηγή εξέλιξης.

Μια μίζερη πραγματικότητα όπου καλείσαι να πάρεις θέση.
Μέσα της σαν γρανάζι της, ή απ’ έξω της στο περιθώριο;
Μέσα της ελλοχεύει ο κίνδυνος της ενσωμάτωσης. Κι απ’ έξω ο ναρκισσισμός του περιθωρίου. Μαζί με τη σοσιαλιστική συνείδηση που έρχεται απ’ έξω, έξω από την αλλοτρίωση και τη φενακισμένη συνείδηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Κι άντε μετά να περάσει με εισοδισμό στους μέσα.

Αν μείνουμε μέσα στα σημερινά όρια, πώς θα συλλάβουμε το αύριο που έρχεται; Θα μας καταπιεί η καθημερινότητα και θα μας αφομοιώσει στο βούρκο της στασιμότητας.
Αλλά αν δεν πιάσουμε τις αντιφάσεις στο σήμερα, φαντασιωνόμαστε ως αναχωρητές κόσμους εκτός πραγματικότητας. Και χτίζουμε γυάλες να κλείσουμε μέσα το απ’ έξω μας, για να μείνει καθαρό απ’ τους απ’ έξω που ενσωματώθηκαν μέσα στο σύστημα. Θέλω να βγω από δω έξω!

Ρήξη και συνέχεια. Θέλει διαλεκτική σύντροφε.
Και ποιος την έχασε για να τη βρούμε εμείς…

Μένουμε λοιπόν κλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους που τους κουβαλάμε κι όταν βγούμε έξω. Μπροστά σε μια οθόνη, παράθυρο της φυλακής στον κόσμο, με θέα άλλα σπίτια, όπου μπορείς να μπαίνεις, αρκεί να μένεις πάντα μέσα σε τοίχους.
Εντοιχισμένη ζωή κι ο καινούριος χρόνος.

Η διαφορά με την ευτυχία είναι μια βαρηκοΐα. Οπότε μακάριοι οι σύντροφοι που δε μπορούν να αφουγκραστούν και να πιάσουν τον παλμό του κόσμου. Και πιονιέροι της ευτυχίας όλοι εμείς που βάζουμε τάπα στα αυτιά όταν είναι να μιλήσει ο άλλος.

Εντειχισμένος κι ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε, άλλο αν κάποιοι μένουν στα λάθη και τις ανορθογραφίες του και κάνουν πως δεν τον ξέρουν. Μπήκε εντός των τειχών για να μην εκτίθεται στους παγωμένους ανέμους της αλλαγής που φύσηξαν το 89 κι έβαλαν το ιστορικό προτσές στην κατάψυξη της αντεπανάστασης. Ο πάγος κόλλησε, ο δρόμος έσβησε.

Κι ο βασιλιάς έμεινε μούμια μαρμαρωμένη πλάι στην κόκκινη πλατεία με τη μηλιά να κλαίει την χαμένη –σοσιαλιστική- πατρίδα και την χαμένη παρτίδα με τον ιμπεριαλισμό, που δεν είναι η τελευταία. Χάσαμε μόνο μια μάχη, όχι τον –ταξικό- πόλεμο.

Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα, γιατί η σοβιετία εάλω. Και γίναμε όλοι παλαιολόγοι που ψάχνουν τον προδότη που άνοιξε την κερκόπορτα στην μπορνχόλμερ στράσε, αντίκες του ιστορικού προτσές χωρίς αξία χρήσης αλλά με πλούσιο παρελθόν μεγάλης μεταπωλητικής αξίας, αν το εξαργυρώσουμε στους αστούς. Και μείναμε πίσω να μετράμε πόσοι τούρκεψαν και ξεπουλήθηκαν.

Το κακό ξεκίνησε από τον εμφύλιο. Που έπαιρναν με το ζόρι τους χωρικούς και τους έφερναν στις πόλεις για να μη βρίσκει τρόφιμα το αντάρτικο. Που ήταν κατά βάση χωριάτικο, σαν την εθνική μας σαλάτα, με φέτα ορεσίβια κι αγνά υλικά από την επαρχία.

Κι ύστερα ήρθε το τσιμέντο κι η αστυφιλία και μαράζωσε η ύπαιθρος. Κι ο κόσμος ξέχασε να ξεχωρίζει τα χόρτα και τις μυρωδιές, έμαθε να ενοχλείται από τις φυσικές και να τις καλύπτει με αποσμητικό. Ο καπιταλισμός έφτασε στην χωριάτικη ελλάδα κι έσπασε βίαια δεσμούς και παλιές προαιώνιες σχέσεις. Έβαλε τους μπαρμπάδες στο λέτσοβο να πίνουν καμπάρντι και να χορεύουν ρασπούτιν. Σκότωσε την προφορική διάδοση, τα παραμύθια των γιαγιάδων και τη φαντασία. Έλεγξε το φαντασιακό με δικές του έτοιμες εικόνες κι έβαλε στη θέση του δικούς του μύθους, για το φανταστικό φετιχοποιημένο κόσμο των εμπορευμάτων και της νεκρής εργασίας που ρουφάει αίμα κι υπεραξία από τη ζωντανή.

Τα παιδιά μεγαλώνουν με τυποποιημένες αναμνήσεις. Οι λεπτοί, ξερακιανοί γείτονες έγιναν δαπιτόφατσες με χοντρά μάγουλα. Κι οι συλλογικότητες έσπασαν σε πολλά μικρά κομμάτια –μεταμοντέρνα- και πήρε ο καθένας το μερίδιο μοναξιάς που του αναλογούσε.
Κάποτε λέγαμε να καώ εγώ, να καείς εσύ για να γενούνε τα σκοτάδια φως. Αλλά το μόνο φως που καίει είναι της οθόνης κι όλοι εμείς καιγόμαστε μπροστά της. Σκοταδισμός του κερατά.

Και πάει λέγοντας. Ολόκληρη αλυσίδα σκέψεων με ένα σωρό αδύναμους κρίκους. Που αν την ξετυλίξεις ολόκληρη φτάνει πολύ μακριά, ως την αντίθεση πόλης-χωριού.
Η κομμουνιστική προοπτική βασίζεται στην πόλη, στην τεχνολογία, στη μεγάλη παραγωγή. Τι είδους συλλογικότητα όμως υπάρχει στη μαζική εξαθλίωση κι αποξένωση των πόλεων; Ποιες δυνατότητες αποκέντρωσης δίνει σήμερα η αυτοματοποίηση; Πόσο τρελός ήταν στ’ αλήθεια ο τσαουσέσκου που είχε –λέει- πλάνο να ενώσει τα χωριά για να φτιάξει μικρές πόλεις; Ή οι σοβιετικοί που είχαν πολλές πόλεις μέχρι ένα εκατομμύριο κι ελάχιστες μεγαλουπόλεις;

Ο κόσμος σήμερα είναι σαν την αλυσίδα που παίζαμε μικροί στο διάλειμμα.
Αν όλη η τάξη στο σχολειό δώσει σφιχτά τα χέρια, κορίτσια αγόρια στη σειρά και έστηνε χορό
Η αλυσίδα θα ‘τανε πολύ-πολύ μεγάλη, σχέσεις αλληλεξάρτησης θα είχαμε θαρρώ
.

Ο πρώτος σέρνει τρέχοντας τον χορό σαν υπερδύναμη κι οι άλλοι πίσω ακολουθούν θέλοντας και μη το ρυθμό του. Οι προλετάριοι μαθητές δεν έχουν παρά να χάσουν την αλυσίδα τους και στις απότομες στροφές της ταξικής πάλης και της αλυσίδας κάτι ελαφρά πόδια έφευγαν με φόρα και μετά τα βρίσκαμε πάνω σε τοίχους, κάγκελα, ή στα χέρια των μπολσεβίκων.

Ενίοτε η αλυσίδα έκλεινε σα σπείρα κι ο πρώτος περνούσε ανάμεσα απ’ τους άλλους τονίζοντας τις σχέσεις αλληλεξάρτησης και τις αξεδιάλυτες αντιφάσεις του συστήματος. Αλλά η αλυσίδα συνήθως έσπαγε στο τέλος που είχε φυγόκεντρο δύναμη και δυαδική εξουσία και πολύ σπάνια στους τρεις-τέσσερις πρώτους της γραμμής.

Κι αυτή είναι η πιο εκλαϊκευτική εικόνα που μπορώ να σκεφτώ για να εξηγήσω τη θεωρία του λένιν για τον αδύναμο κρίκο και τις πρώιμες επαναστάσεις του βαζιούλιν. Ενδείκνυται και για νέους πρωτοπόρους, όταν με το καλό ανασυστηθούν.

Υστερόγραφο

Η ιδεολογική τροφή που μας ταΐζει η ραδιοτηλεόραση είναι αυτές οι δήθεν αθώες κοινωνικά μορφές. Πολύ περισσότερο από τον καθαρά πολιτικό λόγο, την ιδεολογία που δεν κρύβει το όνομά της, που πολύ δύσκολα άλλωστε αγγίζει όσους ήδη έχουν άλλη πολιτική τοποθέτηση.

Σχεδόν ανεμπόδιστα περνάει ό, τι δε μιλάει ανοιχτά για πολιτική κι ιδεολογία… αλλά για «ουδέτερα», αιώνια ανθρώπινα πράγματα: μουσική, τραγούδι, έρωτα. Ντύσιμο, φαγητό, όμορφα σπίτια, έπιπλα, κουζίνες, απορρυπαντικά. Αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες, τσιγάρα και ποτά. Αρώματα, κοσμήματα, αδυνάτισμα, διακοπές και ταξίδια και…

Η καταπληκτική ικανότητα της αστικής τάξης βρίσκεται στο ότι προσφέροντας στους εργαζόμενος μια ερζάτς μικρογραφία της δικής της ευημερίας, τους κάνει να υιοθετούν σε όλη την κλίμακα τα δικά της ταξικά, κοινωνικά πρότυπα στις ανθρώπινες σχέσεις.

Τι είναι τέλος πάντων αυτή η κυρίαρχη ιδεολογία για την οποία μιλούν όλοι οι αριστεροί κοινωνιολογούντες αν δεν είναι πρώτα απ’ όλα ο ατομισμός; Ο συμφεροντολογισμός, το ατομικό ξεμονάχιασμα, η ακοινωνικότητα σε όλες της τις γνωστές της μορφές;


Ζήσης θέος, από τα υλικά της ανοιχτής συζήτησης: για μια δημοκρατική ραδιοτηλεόραση που διοργάνωσε το μάρτη του 86 στο πολυτεχνείο το γραφείο τύπου της κε του κκε.
Σχετικό με το σημερινό κείμενο και σαν πρόγευση για το επόμενο.