Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξική πάλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξική πάλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Αταξίες

Η ταξική πάλη ασφαλώς δεν είναι ανακάλυψη των μαρξιστών ή του Μαρξ. Αυτός το "μόνο" που έκανε ήταν να την οδηγήσει θεωρητικά ως τις τελικές πρακτικές της συνέπειες: τη δικτατορία του προλεταριάτου (η λέξη που δε λες). Την ύπαρξή της λοιπόν τη δέχονται (θεωρητικά -δηλ στα λόγια, αλλά ούτε καν αυτό εσχάτως) και αστοί αναλυτές. Ή μάλλον τη δέχονταν, μέχρι που εδραιώθηκε η κυριαρχία της τάξης τους, κι έπαψε να τους είναι χρήσιμη, οπότε έπεσε στο πυρ το εξώτερον (κι ας μην έχουμε θεωρητικά -δηλ υποτίθεται- Ιερά Εξέταση στις μέρες μας). Έκτοτε οι αστοί κηρύσσουν το τέλος της ιστορίας, δηλ της ταξικής πάλης που τη δημιουργεί. Κι απορρίπτουν με εντυπωσιακή εμμονή και μονομέρεια κάθε ταξική αναφορά, ακόμα και την ταξική συγκρότηση της κοινωνίας (γίνεται απλά λόγος για μερικές ανισότητες, που παρουσιάζονται σχεδόν ως ατύχημα ή παράπλευρη απώλεια-παρενέργεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, χωρίς σχέση αιτίου-αιτιατού. Ενώ ακόμα και κάποιες "αντι-συστημικές αναφορές στη "νέα τάξη πραγμάτων" -που είναι φράση του Μπους αν δεν απατώμαι, την παρουσιάζουν ως κάτι κρυφό και σκοτεινό, που 'ναι καρπός συνωμοτικών σχεδίων ή μια λέσχη ισχυρών, χωρίς ταξικό περιεχόμενο -αν και τάξη).
Αυτά τα σχήματα θεωρούνται παρωχημένα, όπως άλλωστε κι η ταξική πάλη.

Το παραδέχτηκε εξάλλου κι η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Που προτάσσει ως σημαντικά κι επίκαιρα τα δικά της έξι δέλτα:
-Δραχμή; -Μπα... -Διαλεκτική; -Όχι... ΔΣΕ; -Ούτε... -Διεργασίες στο αστικό πολιτικό σκηνικό; -Μμ, ίσως... -Διαδήλωση; -Τσ, τσ, τσ, τρε μπανάλ... -Δικτατορία του προλεταριάτου; -Πώς είπατε;
Και τα δικά της προσωπικά, τηλεοπτικά (δημοσιογραφικά, δικηγορίστικα) σόου στα κάγκελα της ΕΡΤ, μπροστά στις κάμερες, όπου γεννήθηκε-ατσαλώθηκε το πολιτικό ειδύλλιο με τη Ραχήλ.

Πάλι καλά βέβαια που τα είπε αυτά τώρα, μετά το διαδικτυακό της ξεκατίνιασμα με προβεβλημένα στελέχη-αριστεροχωριανούς, κι όχι πριν που έφτιαχναν-ζύμωναν την επιτροπή λογιστικού ελέγχου για το χρέος, γιατί θα στενοχωρούσε-κακοκάρδιζε (ομπίντα) πολύ το αριστεροχώρι, που την έβλεπε τότε σαν Πασιονάρια-ηγέτιδα του no pasara(n) στο αντιμνημονιακό μέτωπο.

Η αταξική αποβλάκωση κι η αποθέωση του προσωπικού παράγοντα επεκτείνεται και στα πιο απλά ζητήματα, όπου η ουσία σκεπάζεται από τόνους εντυπώσεων, παραπολιτικών σχολίων, δηλώσεων κι υπερβολών, γενικά δευτερευόντων σημείων. Έτσι πχ στην ορκωμοσία του Τραμπ μένει επιδεικτικά στο απυρόβλητο η ταξική ουσία της πολιτικής και της κυβέρνησης του νέου προέδρου, που επιλέγει για το Υπουργείο Οικονομικών ένα παλιό στέλεχος της Γκόλντμαν Σακς, κι εξακολουθεί να υπηρετεί με συνέπεια τα ίδια ταξικά συμφέροντα.

Στο σκοτάδι μένει κι η ουσία της διαφοροποίησης που σηματοδοτεί η αλλαγή φρουράς στο Λευκό Οίκο, οι ενδοαστικές αντιθέσεις μερίδων της άρχουσας τάξης στις ΗΠΑ και το εναλλακτικό σχέδιο που φαίνεται να προωθεί ο Τραμπ με την ακύρωση κάποιων διεθνών εμπορικών συμφωνιών και τη στροφή στον προστατευτισμό, για την αποτελεσματικότερη ενίσχυση του αμερικάνικου κεφαλαίου, στα πλαίσια του ανταγωνισμού του πχ με τον ανερχόμενο κινέζικο καπιταλισμό.

Το ίδιο "αταξικό" σχήμα έχει κινηματικές προεκτάσεις, σχετικές με τις μαζικές διαδηλώσεις εναντίον του Τραμπ, το τελευταίο διάστημα. Αν αυτή η αυθόρμητη αντίδραση εγκλωβιστεί στο ποσοτικό (πχ είμαστε το 99%) ή το προσωπικό (με το αντι-Τραμπ μέτωπο, που θυμίζει πολύ τη δουλειά του ΣΕΚ με τα απαγορευτικά σηματάκια πχ για τη χούντα του Καραμανλή) στοιχείο, και δεν αρθρώνει ταξικό πολιτικό λόγο, είναι καταδικασμένη να βουλιάζει σε ρηχά νερά και αδιέξοδα, δείχνοντας πρωτίστως την ισχυρή επίδραση που της ασκεί η αταξική θεώρηση της αστικής τάξης. Κι αυτός είναι ο ορισμός του οπορτουνισμού: η επιρροή της αστικής τάξης στο εργατικό, λαϊκό κίνημα.

Αυτό που μένει να δίνει τον τόνο, εκφράζοντας (εντός ή εκτός εισαγωγικών) αυτές τις αντιδράσεις είναι πχ η συναυλία της Μαντόνα, που υποσχόταν από σκηνής στοματικό έρωτα στους ψηφοφόρους της Χίλαρι, ενώ την ίδια στιγμή στην Ιταλία ένα άλλο μοντέλο που διψά για φήμη και δημοσιότητα, κι είχε ταχθεί με το "όχι" στο πρόσφατο δημοψήφισμα στη γείτονα, έχει αρχίσει ήδη να υλοποιεί την προεκλογική-προδημοψηφισματική της υπόσχεση, παρουσιάζοντας πάντως μεγαλύτερη αξιοπιστία, πχ σε σχέση με το Σύριζα, που έλεγε προεκλογικά πως θα έσκιζε τα μνημόνια.

Αυτό δεν είναι κάποιο αφ' υψηλού κήρυγμα σε όσους κατεβαίνουν για πρώτη φορά στο δρόμο, με αντιφάσεις στη συνείδησή τους, ούτε καν σε όσους έπεσαν (σχεδόν ηθελημένα) θύματα δημαγωγών και προεκλογικών υποσχέσεων. Είναι υπόμνηση του στοιχειώδους κι αυτονόητου: της σημασίας της ταξικής ανάλυσης, όχι μόνο για τον πολιτικό, επαναστατικό αγώνα, αλλά ακόμα και για τα πιο απλά, οικονομικά αιτήματα της εργατικής τάξης. Κι ένα σχόλιο για τον έσχατο ευτελισμό της αστικής πολιτικής, τις υποσχέσεις και τις... "θεωρητικές πίπες" των αστικών κομμάτων, που δεν πρόκειται να υλοποιηθούν ποτέ, ούτε κατά το ήμισυ (ποιος ξεχνάει αυτό το "έστω και τα μισά να κάνει..."), σε αντίθεση ακόμα και με τις σεξουαλικές υποσχέσεις.

Όποιος μιλάει σήμερα για ταξική πάλη λοιπόν, θεωρείται αυτομάτως μαρξιστής-κομμουνιστής (κι ας μην είναι ο Μαρξ που την ανακάλυψε). Ενώ όποιος την αποσιωπά (ή προτάσσει τεχνηέντως άλλους παράγοντες που την συμπληρώνουν ή την υποκαθιστούν, γιατί δεν μπορούν τα "απλοϊκά σχήματα", που ζωγραφίζουν τον άνθρωπο παύλα-τελεία) είναι ταγμένα σκυλιά στη διαιώνιση του συστήματος και της αστικής, ταξικής κυριαρχίας.

Η ταξική πάλη συνεχίζεται υπάρχει, κι όσο υπάρχουν τάξεις (με ανταγωνιστικά συμφέροντα) θα υπάρχει (σκλάβους μισθωτούς θα έχει, κτλ). Και θα συνεχίσει να διεξάγεται εις βάρος μας (δηλ να χάνουμε), όσο συνεχίζουμε να την αγνοούμε και να μην κατεβαίνουμε καν στο γήπεδο. Εμείς λοιπόν καλούμαστε να παλέψουμε για το αυτονόητο: την αναγνώριση της ταξικής πάλης, που δεν είναι καν δική μας ανακάλυψη. Και να βρούμε πώς θα φτάσει στις τελικές της συνέπειες. Δηλ τη δικτατορία του προλεταριάτου -η λέξη που δε λες. Αλλά για αυτό το τελευταίο, περισσότερα σε κάποιο επόμενο σημείωμα.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Τελικός

Τελικός... τελικός...
Για εμάς, ο τρίτος γύρος θα είναι ο τελικός. (Οι άλλοι μπορούν να προχωρήσουν στις επόμενες φάσεις της διοργάνωσης, δε μας ενδιαφέρει, εξάλλου τότε η βασική κινητήρια αντίθεση θα πάρει μορφές που ούτε μπορούμε να τις φανταστούμε σήμερα).

Η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη, αλλά έχει ο καιρός γυρίσματα, άλλο αν κάποιοι περιμένουν να καθαρίσουμε μια κι έξω, με έναν τελικό γύρο, σε ένα νόμο και ένα άρθρο.

Ο κόσμος δε θέλει να κουραστεί, το πολύ μια προσπάθεια, να το βάλει από την άλλη άκρη του γηπέδου, χωρίς να έχει προπονηθεί καν στα λέι-απ, κάτω από το καλάθι. Σαν αυτούς τους τυχερούς στο ΝΒΑ, που κληρώνονται και κερδίζουν χρηματικά ποσά αν ευστοχήσουν από το κέντρο. Βέβαια το βάζει μόνο ένας στους δέκα χιλιάδες, αλλά και μόνο που υπάρχει σαν πιθανότητα, εγκλωβίζει τον κόσμο στην προσμονή.

Εμείς από την άλλη, βλέπουμε κάθε ματς σαν τελικό, κάθε παιχνίδι ξεχωριστά, σε κάθε γήπεδο, αλλά μακριά από τη θεωρία των σταδίων. Έτσι όμως θα κουραστεί ο κόσμος, που πάει γήπεδο μόνο άμα είναι σίγουρος για τη νίκη, ή προς το τέλος, όπως στο EURO της Πορτογαλίας. Και η σκέψη των περισσότερων έχει μείνει κολλημένη εκεί, στην εποχή μάλλον παρά στα γεγονότα (που ήδη μοιάζουν πολύ μακρινά), σαν το Σάββα από το διαφημιστικό. Μέχρι να το πάρουμε απόφαση και να φύγουμε από την ΕΕ.
Griego portiu (ή όπως αλλιώς γράφεται, δεν έχω δυστυχώς χρόνο να το ψάξω).

Σε κάθε περίπτωση, χαμένος αγώνας είναι μόνο αυτός που δε γίνεται. Και τα νέα παιδιά που δε βρίσκουν άλλη διέξοδο και παγιδεύονται από όσους θαυμάζουν το συγγραφέα του "ο αγών μου".

Ναι αλλά πώς θα φτάσουμε στον τελικό, αν δεν αγωνιζόμαστε καν, χάνουμε άνευ αγώνα και αποκλειόμαστε συνεχώς από τα προκριματικά;
Κι έχουμε ένα μικρό πρόβλημα στο παιχνίδι μας, γιατί φτιάχνουμε φάσεις, καταστάσεις (ου μην και επαναστατικές, που κατά τη γνώμη μου δεν έρχονται αντικειμενικά από μόνες τους, αν δεν παίξεις κι εσύ μπάλα), αλλά είμαστε λίγο φλύαροι (επαναστάτες) στην τελική προσπάθεια.

Ο τελικός λοιπόν είναι ένας αγώνας δίχως αύριο. Για εμάς βέβαια η ζωή πάντα συνεχίζεται (χωρίς να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία), αλλά δε θα υπάρχει αύριο, με σοβαρή προοπτική, όσο συνεχίζει να μας απασχολεί το αποτέλεσμα ενός τελικού περισσότερο από το δικό μας αγώνα. Κι όσο μας τρώει η αγωνία για κάτι που δεν κρίνει τη ζωή μας, για να ξεγελάσουμε την αγωνία μας για αυτά που όντως την κρίνουν για την επιβίωση, τα προς το ζην κι ό,τι είναι πράγματι ζήτημα ζωής και θανάτου.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Μπάλα-μπάλα τα μυαλά μας

Όποιος έχει δυσανεξία προς τις ποδοσφαιρικές αναλύσεις και πιστεύει πως δεν έχουν χώρο σε ένα πολιτικό ιστολόγιο, μπορεί να σταματήσει εδώ την ανάγνωση.
Προσωπικά πάντως, δεν έχω δει πιο στείρα αντιπαράθεση από αυτή μεταξύ των πιστών της στρογγυλής θεάς (μιας θρησκείας χωρίς απίστους, που λέει κι ένα βιβλίο, κηρύσσοντας ένα είδος άτυπης τζιχάντ στους αλλόθρησκους -που δεν υπάρχουν συν τοις άλλοις) και κάποιων διανοούμενων που πιάνουν την ψηλή τους μύτη με αποστροφή και δυσφορία για τα έθιμα του πόπολου και την πνευματική του αποχαύνωση με την μπάλα. Όπου το χειρότερο δεν είναι η υπερβολή των απόψεων, αλλά ότι η κάθε πλευρά θεωρητικοποιεί τα γούστα ή τις απαρέσκειές της και βλέπει τα πράγματα μέσα από αυτό το πρίσμα και μόνο. Αλλά τα μυαλά των μεν δεν είναι λιγότερο μπάλα-μπάλα από ό,τι των δε.

Αύριο έχουμε σέντρα (τι ωραία κλισέ) στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, που το ξέρουμε πια ως EURO, όπως λένε δηλ κάποιοι βορειοευρωπαίοι το ευρώ. Μόνο που εδώ δε χρειάζεται να ανησυχούν για το ενδεχόμενο GRexit, αφού αυτό έχει επέλθει ήδη από τα προκριματικά. Το ωραίο της υπόθεσης είναι πως η εθνική παραμένει με κάποιον τρόπο, η τελευταία πρωταθλήτρια Ευρώπης πριν από την ισπανική κυριαρχία που ακολούθησε. Αλλά οι αποτυχίες της έχουν πάντα περισσότερη πλάκα. Είτε με το αντίστροφο άγγιγμα του Μίδα και την απογείωση της καριέρας του Ρανιέρι, που βρήκε χρυσάφι μόλις άφησε τον ομοσπονδιακό μας πάγκο (μα τι ωραία κλισέ). Είτε με τα περασμένα μεγαλεία και τις μελαγχολικές συγκρίσεις: πειρατικό επί ΠαΣοΚ, πειρατικό επί Σύριζα (που ούτε τα νησιά Φερόε δεν μπορεί να κουρσέψει). Κι αν επί Καραμανλή είχαμε τη φωνή του Βερνίκου στα αυτιά μας (στον έβδομο ουρανό όλοι αδέλφια) και το "μεγάλο καλοκαίρι της Ελλάδας" (Ολυμπιακοί Αγώνες, Γιούρο, Παπαρίζου και το Ευρωμπάσκετ στο Βελιγράδι), τώρα είναι σα να έχουμε τη χαμένη άνοιξη και τις εσχατολογικές προφητείες του Νοστράδαμου, που επαληθεύονται.
Αφού να φανταστείς, ούτε καν στον τελικό της Γιουροβίζιον δεν περάσαμε.
Αίσχος. #Παραιτηθείτε. Πού πάμε σύντροφε;
-Στο αεροδρόμιο. Καρλ Χάιντς Ρουμενίγκε...

Σ.Σ: Μπορείτε παρεμπιπτόντως να θυμηθείτε και την ταινία Ράδιο Μόσχα, του Νίκου Τριανταφυλλίδη, δηλ του γιου του Χάρρυ Κλυνν, που πέθανε τις προάλλες.



Οπότε λοιπόν με ποιον είμαστε;
Καλή ερώτηση. Και δεν το λέω επειδή δεν παίζει η δική μας Εθνική και δεν ξέρουμε τάχα ποιον να υποστηρίξουμε (ίσα-ίσα, που έτσι βλέπεις τα ματς με την ανέμελη χαρά του ουδέτερου).

Γενικά μιλώντας είμαστε με το ΚΚΕ. Κι αν έπαιζε το Κόμμα στη διοργάνωση, με 3-5-2, τα Μινγκ του Λομπανόφσκι, λαϊκές αντεπιθέσεις και τον Μπογιό στον πάγκο (όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί δε δίνει πάσα ούτε από το δεξί στο αριστερό), θα είχαμε στο τσεπάκι το τρόπαιο κι έπαθλο για τον αγωνιζόμενο λαό μια καινούρια Ευρώπη, της δουλειάς, της λευτεριάς...

Επίσης, αν έπαιζε μπάλα ένα ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα στη Γαλλία (σαν το ΚΚΕ αλλά καλύτερο) θα 'χε άλλο βάρος ο απεργιακός αγώνας των Γάλλων εργατών, που ξεσηκώνει την οργισμένη υστερία των αστικών ΜΜΕ για την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό, το κράτος που παραλύει κι άλλα τέτοια παρόμοια που τα έχουμε φάει από το κουτάλι χάρη στα εγχώρια παπαγαλάκια. Μόνο που εδώ η φόλα είναι πασπαλισμένη με το σύγχρονο αφιόνι των λαών, και επιχειρούν να αξιοποιήσουν το πάθος και την τρέλα του μέσου φιλάθλου, για να τον στρέψουν ενάντια στις απεργίες, που απειλούν την ομαλή διεξαγωγή της διοργάνωσης.

Έστω όμως ότι κάνουμε αφαίρεση από την ιδιότητα του πολιτικού ζώου κι είμαστε απλώς φίλαθλα (κι οριακά έλλογα) όντα. Με ποιον είμαστε; Εντάξει, ίσως είναι σπαστικό (το χούι του Κνίτη, κτλ), αλλά κι αυτό σηκώνει ανάλυση (αντί ευθείας απάντησης).

Σε ένα πρώτο (και τελευταίο) γκεστάλτ, είμαστε με τον εαυτό μας, δηλ με τη φίλαθλη ιδιότητα, δηλ με το να βλέπουμε πολλά γκολ κι ωραία παιχνίδια, που δε θα είναι σούπες μες στο κατακαλόκαιρο, δηλ με το θέαμα. Το οποίο, όσο βαθύτερα προχωρά η υπαγωγή του ποδοσφαίρου σε αστικά κριτήρια και το καπιταλιστικό κέρδος, τόσο περισσότερο υποχωρεί και υποτάσσεται στην αγία σκοπιμότητα του αποτελέσματος (που αγιάζει τα μέσα). Αν και στο σύγχρονο αθλητισμό, υπάρχουν και διαφορετικές τάσεις, όπου ακόμα και το αποτέλεσμα υποτάσσεται ενίοτε σε άλλα κριτήρια, πχ ένα στημένο σόου (ΝΒΑ) ή ένα ισχυρό brandname, όπως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, που είναι μάλλον όμιλος παραγωγής κερδών παρά τίτλων (όπου το δεύτερο βοηθάει σαφώς το πρώτο).

Υπάρχει κι η παράμετρος ότι το EURO είναι σαν ένα μικρό Μουντιάλ -χωρίς Βραζιλία κι Αργεντινή (το διατυπώνω σκόπιμα έτσι, για να δω πόσοι "ουρουγουανοί" διαβάζουν και θα εκδηλωθούν). Κάποιοι θα πουν ότι αυτό είναι φαγητό χωρίς αλάτι (που είναι δύσκολο να το φας, ακόμα κι αν δεν είναι σούπα μες στο κατακαλόκαιρο) και έχουν βασικά δίκιο. Αλλά το βασικό πρόβλημα της ποδοσφαιρικής παγκοσμιοποίησης [ακόμα κι εδώ ωστόσο είναι μάλλον πιο σωστό να μιλήσουμε για (ευρωπαϊκό) ιμπεριαλισμό] είναι πως οι εθνικές ομάδες χάνουν σταδιακά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, πουλώντας την ψυχή τους στο διάολο του αποτελέσματος κι αφομοιώνονται από την ανάλατη Ευρώπη και τον οδοστρωτήρα που ισοπεδώνει οτιδήποτε διαφέρει κι έχει χρώμα.

Θα χωρούσε επίσης (όχι όμως στα πλαίσια του κειμένου) να γίνει μια συζήτηση πάνω στον ορισμό του ωραίου ποδοσφαίρου, αν είναι το επιθετικό, το αμυντικό ή το ολοκληρωτικό που τα αίρει διαλεκτικά, αν στέκει η διάκριση δεξιόστροφο-αριστερόστροφο ποδόσφαιρο και ποια επιτεύγματα είχε στον τομέα αυτό το σοσιαλιστικό μπλοκ. Ποια είναι η σχέση του ατόμου με το σύνολο και με το σύστημα, αν το τελευταίο υποτάσσει τον παίκτη και τον κάνει ένα απλό γρανάζι της μηχανής, εκτελεστικό όργανο χωρίς βούληση ή αναδεικνύει τις αρετές του μέσα από την ομάδα. Πότε και σε ποιες συνθήκες συμβαίνει το πρώτο και πού πετυχαίνει το δεύτερο.

Και τελικά με ποιον είμαστε;
Πάντως σίγουρα όχι με το άθλιο σύστημα διεξαγωγής και την απληστία της UEFA που χάλασε μια πολύ βολική δύναμη του δύο, το 16, κι αύξησε τις ομάδες σε 24, για να αυξήσει τους αγώνες και τα κέρδη της, δημιουργώντας μια γελοιότητα άνευ ορίου (όπου προκρίνονται και οι τέσσερις καλύτεροι τρίτοι των έξι ομίλων), με τέλεια ανισορροπία στα μετέπειτα σταυρώματα προς τον τελικό.

Συμφωνούμε ίσως ότι τα μεγάλα φαβορί είναι:
-η οικοδέσποινα Γαλλία, που μοιάζει με ανερχόμενη δύναμη, αλλά κουβαλάει μαζί της τα σκάνδαλα με τον Μπενζεμά (που αποκλείστηκε από την ομάδα) και τον Πλατινί, που πιάστηκε στα πράσα και δεν είναι πια στα πράγματα (προς το παρόν τουλάχιστον.
-η πρωταθλήτρια κόσμου Γερμανία, που τη μισούν σχεδόν όλοι (ή τέλος πάντων οι περισσότεροι), αλλά συνήθως τρέφεται και γιγαντώνεται από το δίπολο: όλοι σας και μόνη μου.
-κι η πρωταθλήτρια Ευρώπης, Ισπανία, γιατί ποτέ μην υποτιμάς την καρδιά του πρωταθλητή, ιδίως όταν έχει τόσο πλούσιο ταλέντο στις τάξεις του.

Στα δυνατά αουτσάιντερ συγκαταλέγονται:
Το Βέλγιο -που ως γνωστόν, για όσους άκουγαν παλιά Fight Club*, δεν είναι χώρα, γιατί δεν υπάρχει
Για κάποιους ψαγμένους (;) η Αυστρία.
Και κατά τη γνώμη μου, η Πορτογαλία, που μοιάζει πιο αποτελεσματική από ποτέ με το τσούκου-τσούκου μπολ του αγαπημένου Σάντος.

Ενώ υπάρχουν παραδοσιακές δυνάμεις όπως η Αγγλία, η Ιταλία κι η Ρωσία, που θα έχει κι εξωγηπεδικό ενδιαφέρον να δούμε πώς θα την υποδέχεται το κοινό.
Θα έλεγα ότι η πρώτη εξ αυτών έχει παράδοση απλώς στο να προσφέρει γέλιο, αλλά με βάση το στέρεο διαλεκτικο-υλιστικό νόμο του Μέρφι, μετά από αυτό μπορεί να φτάσει στον τελικό και να γελάμε κάνα μήνα.

Οπότε δώστης κλώτσο να κυλήσει, παραμύθι να αρχινίσει...
Αρκεί να μη νανουρίσει την ταξική μας συνείδηση και ξεχάσουμε το πραγματικό παιχνίδι της ταξικής πάλης, που ποτέ δε σταματά και συνεχίζεται, χωρίς να κοιτά τα δικά μας ταξικά κατάλοιπα και πάθη...

*οι άνθρωποι κατάφεραν, σε μια ημέρα που ο Σπορ ΦΜ έκλεινε είκοσι χρόνια λειτουργίας, να τα επισκιάσουν όλα και να ασχολείται όλος ο κόσμος με τη δική τους επιστροφή.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Λαός και Κολωνάκι

Μια σφιισσα με αθλητικές γνώσεις κι υπόβαθρο τη χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη μετακίνηση μπλέιζερ στην Ελλάδα. Που θα μπορούσε να έχει προσυγκέντρωση στο κέντρο της Σκωμπίας, στην πλατεία Κολωνακίου, όπου συχνάζει τέτοιος κόσμος. Αλλά όπως και να έχει, ήταν με διαφορά η πιο καλτ κινητοποίηση των τελευταίων ετών, περίεργη όχι μόνο για τους περαστικούς, που την χάζευαν, αλλά και για όσους συμμετείχαν: γιατρούς, μηχανικούς και βασικά δικηγόρους από όλη την Ελλάδα, που ανταποκρίθηκαν στο πανεπιστημονικό κάλεσμα στο Υπουργείο Εργασίας, και προσπαθούσαν αδέξια να διαχειριστούν την καινούρια κατάσταση, σα μια κοπέλα που φοράει για πρώτη φορά στη ζωή της δεκάποντα τακούνια –αν και σε αυτό, οι περισσότερες… διαδηλώτριες τα κατάφερναν χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.

Έτσι λοιπόν, άλλοι βαρυγκωμούσαν σε στιλ που καταντήσαμε λοχία, να διαδηλώνουμε στα γεράματα κι αυτοσαρκάζονταν –πού είναι οι πέτρες κι οι μολότοφ· ενώ άλλοι το διασκέδαζαν κι έβγαζαν κινηματικές σέλφι, βλέποντας την όλη υπόθεση σα Μύκονοοοοος από την ανάποδη, κι αποκριάτικη εκδήλωση, όπου ντύθηκαν πχ αγωνιστές για μια μέρα. Αν και το ντύσιμό τους μόνο κινηματικό dress code δεν ακολούθησε.

Feeling radical at τοποθεσία Υπουργείο Εργασίας
Θυμάσαι, σφε αναγνώστη, στα φοιτητικά σου χρόνια, κάτι πρωινά στο φουαγιέ της ΝΟΠΕ, που κοιτούσες απορημένος το περιβάλλον, τους φοιτητές κι αναρωτιόσουν γιατί είναι τόσο κυριλέ ντυμένοι κι αν είχαν σκάσει μύτη κατευθείαν από τα μπουζούκια; Σκέψου λοιπόν όλο αυτό στο πολλαπλάσιο, με συγκεντρώσεις απ’ όλη την Ελλάδα, και μερικούς καλοσιδερωμένους χίπστερ να είναι οι εναλλακτικοί της υπόθεσης. Κι εγώ να έχω κάνει το λάθος να βάλω φόρμα και να φοβάμαι, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, μη τυχόν φάω πόρτα από την… απ’ την… έλα ντε. Αφού δεν υπήρχαν αλυσίδες, περιφρούρηση κι άλλα τέτοια περίεργα λαϊκά έθιμα.

Μόνο που τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, ούτε το αμπέχονο τον αγωνιστή. Αν ήταν έτσι, η πρωτοδεύτερη φορά αριστερά, με τα στελέχη της που αρνούνται να βάλουν γραβάτα και σφίγγουν τη θηλιά (της) γύρω από το λαιμό του λαού, θα ήταν κάτι ανάμεσα σε κυβέρνηση του βουνού και ψευδώνυμο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αλλά (είναι γάτα-είναι γάτα) ο κοντός χωρίς γραβάτα πούλησε (μαζί με τα αγωνιστικά ράσα και) τον Παππά της σκληρής 17ωρης διαπραγμάτευσης.

Επιστροφή στα της πορείας. Που είχε στην κεφαλή της το μπλοκ της ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων, σε κατάσταση κινηματικού παλιμπαιδισμού να φωνάζει: κάτσε καλά Κατρούγκαλε. Και κάπου στα πέριξ αγωνιστικές φυσιογνωμίες, σαν το (βασιλιά) Πατούλη, το Λυκουρέζο και το Φαήλο Κρανιδιώτη. Να φτάνουν στην είσοδο της Βουλής (είχαν και τις κατάλληλες ενδυματολογικές προδιαγραφές για να μπουν κιόλας), στα λουλουδάδικα, χωρίς ΜΑΤ, κλούβες και λοιπές ενοχλήσεις –δεν είναι δα και τίποτα οικοδόμοι, που έχουν σήμερα αντίστοιχη κινητοποίηση και στοιχηματίζω πως θα έχουν και αντίστοιχη αντιμετώπιση, με το γάντι. Και εσύ να σκέφτεσαι, πού είναι ένας προβοκάτορας-κουκουλοφόρος, όταν τον χρειάζεσαι, να πέσει μια μολότοφ, χημικά για απάντηση και να γίνει ο κακός χαμός, γόβες-γραβάτες, μαλλιά-κουβάρια. Αν και βασικά, το ύποπτο στοιχείο, βάση ντυσίματος, ήσουνα εσύ.
Λες να έχει δηλ η Ασφάλεια και ειδικό τμήμα μυστικών με πολιτικά, κοστούμια και ταγέρ;

Πιο πίσω είδαμε: ένα θαρραλέο σφο να κάνει εξόρμηση με το κουπόνι του, για να τους τρολάρει και να δοκιμάσει τις αγωνιστικές τους αντοχές: θα ενισχύσετε οικονομικά το ΚΚΕ; Το μαραμένο μπλοκ της ΛαΕ (χωρίς τη Ζωή όμως) να διασπά σεχταριστικά την ενότητα με τα κομματικά του πανό. Κάτι Σεκίτες, που με τις σφυρίχτρες και τα κλαπατσίμπαλά τους έμοιαζαν σχεδόν ένοπλη πολιτοφυλακή, συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Ένα χιουμοριστικό πανό του ΙΣΑ (Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών) που έγραφε αυτοαναφορικά σε τρίτο πρόσωπο: θεματοφύλακας της δημόσιας υγείας. Στην ουρά, ενιαίο φοιτητικό μέτωπο, στο μπλοκ των συλλόγων, με σφους και Εαακίτες να κάνουν άμιλλα στις φωνές για τα συνθήματα. Την κινηματογραφική αντίθεση της πορείας με τις σκηνές των πενταμηνιτών μπροστά στο Υπουργείο Εργασίας –κάτι σαν τις φαβέλες του Ρίο πλάι στους ουρανοξύστες.

Το επόμενο άρμα της αποκριάτικης παρέλασης έρχεται από την Τρίπολη...!
Κι ενδιάμεσα τους δικούς μας, που έδωσαν αρκετά μαζικό «παρών». Κι είχαν μερικά συνθήματα καλτ απόχρωσης (ταιριαστά με την περίσταση): «να μην περάσει ΛΕΜΕ το ασφαλιστικό (μαζί με τους εργάτες και όλο το λαό», «…στον τενεκέ να πάει, για εκεί είναι καλό». Σημειώνω, παρεμπιπτόντως, πως στην πρόσφατη συνέντευξη τύπου του ΠΑΜΕ για το ασφαλιστικό, μίλησε μεταξύ άλλων και ο (Ναρίτης) πρόεδρος του ΣΜΤ. Ζούμε μεγάλες ενωτικές στιγμές, Ηλία…

Στη διαδρομή πετυχαίναμε και περαστικούς, όχι απαραίτητα αντιδραστικούς, που σχολίαζαν αρνητικά την «πιο βρώμικη πορεία» και βασικά το σινάφι που τη διοργάνωνε. Και τι να σχολιάσουν άλλωστε, βλέποντας στην κεφαλή την πιο μαύρη αφρόκρεμα του κλάδου –που την κρίσιμη ώρα θα βρεθεί αντικειμενικά απέναντι, γιατί αυτή είναι η ταξική της θέση- να δίνει τον τόνο; Κι εδώ ακριβώς είναι ο κόμπος της γραβάτας και του ζητήματος των διαφόρων επιμελητηρίων και επαγγελματικών συλλόγων, που περιλαμβάνουν τους πάντες: από το μεγαλοδικηγόρο πχ μέχρι τον ασκούμενο, για να εκφράσουν τα κοινά τους (;) συμφέροντα. Άκουγες και την ολομέλεια των προέδρων στο μπλοκ της να φωνάζει «είμαστε ενωμένοι κι αποφασισμένοι», και αναρωτιόσουν: ενωμένοι ποιοι, με ποιον και για να πετύχουν τι ακριβώς; Τι έχουν να χωρίσουνε λαός και Κολωνάκι;

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της χτεσινής μέρας είναι ο εντυπωσιακός όγκος του κόσμου, που κατέβηκε εμφανώς για πρώτη φορά στο δρόμο, κουβαλώντας προφανώς τη νοοτροπία του και κάποιες ιδεοληψίες (πχ θα υποβάλουμε ένσταση για το νόμο, και θα δικαιωθούμε στο εφετείο). Και μπορεί επιφανειακά να φαινόταν κάπως σαν «νεοδημοκράτες σε απόγνωση» αλλά τα φαινόμενα απατούν και είναι λάθος να χαρίσουμε τον κόσμο που κινητοποιήθηκε στην αντίδραση. Το ζήτημα είναι πώς να παρέμβεις για να επηρεάσεις τη συνείδησή του. Κι εδώ κολλάνε κι όσα έγραφε η απόφαση της κετουκε για τα μικροαστικά στρώματα που προλεταριοποιούνται και η ελλιπής πείρα των μαζών αυτών, που εισέρχονται ξαφνικά στο προσκήνιο του μαζικού κινήματος και της ταξικής πάλης.


Η οποία μπορεί να κλιμακωθεί με μία ή περισσότερες απεργιακές κινητοποιήσεις το ερχόμενο χρονικό διάστημα. Και η φιλεργατική κυβέρνηση περνάει στα μουλωχτά το μέτρο της ανταπεργίας! Πόσο ξεφτίλας πρέπει να είσαι για να σου τη βγαίνει από τα αριστερά ακόμα κι ο Παναγόπουλος ή ο δικηγορικός σύλλογος;

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Ταξική πάλη και ταξική συνείδηση

Συνέχεια εκ του προηγούμενου, με μια δεύτερη παρατήρηση, ίσως όχι αρκετά σημαντική για να σταθεί μόνη της σε ξεχωριστή ανάρτηση, θεώρησα ωστόσο σκόπιμο να σπάσω σε δύο μέρη το αρχικό κείμενο, για να μην κουράσει καλοκαιριάτικα με την έκτασή του.

Στο πρώτο μέρος η έμφαση δίνεται στην καταληκτική παρατήρηση: δεν αρκεί να περιμένουμε παθητικά την αντικειμενική εμφάνιση της επαναστατικής κατάστασης, αλλά πρέπει να προετοιμαζόμαστε ατομικά και συλλογικά, ως μονάδες, ως τάξη και ως πρωτοπορία. Αφενός γιατί καμία ομάδα δε νίκησε στον αγώνα της, χωρίς να ρίξει δουλειά στην προπόνηση –και δεν αρκεί το φυσικό ταλέντο ή άλλα εγγενή ταξικά προτερήματα, για να καλύψουν το μειονέκτημα έναντι της αστικής εξουσίας και του κατεστημένου της. Αφετέρου γιατί η δική μας δράση είναι προϋπόθεση για την εκδήλωση του επαναστατικού κινήματος ή και για την επίσπευση αυτής της επαναστατικής στιγμής.

Η σχηματική αντίληψη της.. «μετωπικής αντιπολίτευσης» κι άλλων χώρων ως προς τη συγκέντρωση δυνάμεων για το στρατηγικό στόχο υπαγορεύει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες, συνεργασίες με μίνιμουμ συμφωνίες και κοινή δράση σε επιμέρους ζητήματα, για να συγκροτηθεί ένα μέτωπο που θα συσπειρώσει ευρύτερες λαϊκές μάζες και θα καταστεί πλειοψηφικό, αλλάζοντας τους συσχετισμούς σε διάφορα επίπεδα –πχ το κοινοβουλευτικό-κυβερνητικό.

Το βασικό σφάλμα σε αυτήν την αντίληψη και την αλληλουχία των φάσεων του παραπάνω σχήματος είναι πως φαίνεται να αγνοεί μια απλή μαρξιστική αλήθεια: ότι δηλ σε μια δοσμένη κοινωνία, η κυρίαρχη ιδεολογία-συνείδηση είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Παρά τα όποια αγωνιστικά σκιρτήματα ή το βαθμό συνειδητοποίησης των πρωτοπόρων στοιχείων της, η εργατική τάξη στο σύνολό της παραμένει υπό την επιρροή των αστικών ιδεολογημάτων, που αρκετές φορές επιβιώνουν και μετεπαναστατικά, με τη δύναμη της συνήθειας ή και της ακόμα ανώριμης και μη μετασχηματισμένης πραγματικότητας, που αφήνει τα σημάδια της στη νέα κοινωνία.

Η ρεφορμιστική λογική να πάρουμε πρώτα με το μέρος μας την πλειοψηφία κι ύστερα να πάρουμε την εξουσία χρεοκοπεί κάθε φορά στην πράξη, θυμίζοντας τον αρχάριο ποδηλάτη, που χωρίς να διαθέτει ακροβατικές ικανότητς, προσπαθεί να ισορροπήσει πρώτα πάνω στη σέλα, προτού αρχίσει να κινείται. Πίσω από αυτή τη λογική κρύβονται οι αυταπάτες του ειρηνικού, κοινοβουλευτικού περάσματος κι ο κυβερνητικός κρετινισμός των αναθεωρητικών δυνάμεων (που σήμερα δε νιώθουν καν την ανάγκη να έχουν ως σημείο αναφοράς το μαρξισμό για να τον αναθεωρήσουν).

Το αντιδραστικό ιδεολογικό κέλυφος κι η επίδραση της αστικής ιδεολογίας σπάει για την πλειοψηφική μερίδα των λαϊκών στρωμάτων μόνο όταν εκδηλώνεται το επαναστατικό κίνημα, κατά τη διάρκεια της παράπλευρης χειραφετητικής επίδρασής του στις μάζες –και όχι νωρίτερα. Όπως σημειώθηκε και στο πρώτο μέρος, η πρωτοπορία δε στρατολογεί ξεχωριστά έναν προς έναν όσους συσπειρώνονται γύρω της κατά το επαναστατικό άλμα, αλλά την κρίσιμη στιγμή, ο ίδιος ο λαός στρέφεται μαζικά κι αυθόρμητα προς την πρωτοπορία, την αναζητά και τη συναντά στην πορεία των ανησυχιών και των αναγκών του –κάτι που επιβεβαιώνεται άλλωστε από την ιστορική πείρα.

Η επίγνωση αυτή δε μας απαλλάσσει από το καθήκον της ζύμωσης στις σημερινής συνθήκες, από το καθήκον να κερδίζουμε όσο το δυνατόν περισσότερες συνειδήσεις, να ανοιγόμαστε, να πείθουμε, να οργανώνουμε και να προετοιμάζουμε από σήμερα τον υποκειμενικό παράγοντα για αυτό το άλμα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης –όπως ακριβώς ο αντικειμενικός χαρακτήρας εμφάνισης της τελευταίας δεν απαλλάσσει τον υποκειμενικό παράγοντα από τα πρακτικά καθήκοντά του σε ομαλές, μη επαναστατικές περιόδους.

Αν μείνουμε σε αυτό, βλέπουμε τη μισή αλήθεια και χάνουμε τη γενική εικόνα για το ζήτημα που μας απασχολεί. Ο εύκολος αφορισμός ότι η όξυνση της κρίσης κι οι καταστροφικές συνέπειες για τα λαϊκά στρώματα, που καλούνται να πληρώσουν τα σπασμένα της, σηματοδοτεί αυτομάτως και τη ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησής τους, απέχει αρκετά από την πραγματικότητα. Οφείλουμε όμως να προβληματιζόμαστε από μόνοι μας και να θέτουμε το ερώτημα: ποιες προϋποθέσεις μπορούν να μετατρέψουν την οικονομική σε επαναστατική κρίση για το σύστημα;

Οι παγιωμένες συνειδήσεις σπάνε κι ωριμάζουν απότομα σε επαναστατικές συνθήκες, όπου κάθε μέρα μετρά για μήνας, συμπυκνώνοντας πλούσια πείρα, γεγονότα και διεργασίες αποφασιστικής σημασίας. Αλλά η ταξική πάλη δε σταματά στις μη επαναστατικές «ειρηνικές» περιόδους. Και οι μεγάλοι σταθμοί της αποτελούν το μεγαλύτερο σχολείο για τη διαπαιδαγώγηση των μαζών, αλλά και των ίδιων των «δασκάλων», των κομμουνιστών, που μαθαίνουν να κολυμπάν με άνεση μες στις μάζες χωρίς να τις παρασέρνει το κύμα, αποκτούν κριτήριο και μεταδοτικότητα, επιλέγουν τα κατάλληλα κάθε φορά συνθήματα και τους κρίκους, που ανεβάζουν το επίπεδο των «μαθητών».

Ως εδώ αυτά μπορεί να μοιάζουν γνωστά κι ανιαρά ίσως. Το ζήτημα είναι πως στον αγώνα αυτό υπάρχει κι ένας πολύ έμπειρος ταξικός αντίπαλος, με ένα ισχυρό οπλοστάσιο, που δεν περιλαμβάνει μόνο συμβατικά, παραδοσιακά όπλα, όπως την καταστολή των κινητοποιήσεων και την έντεχνη απαξίωσή τους από τους φανερούς ιδεολογικούς μηχανισμούς υπεράσπισης της αστικής εξουσίας. Περιλαμβάνει ακόμα το έμμεσο χτύπημά τους, με «κινηματικές» προβοκάτσιες, όπως στην 5η μάη, το πατρονάρισμα των αντιδράσεων και τη διοχέτευσή τους σε ακίνδυνα –για το σύστημα- κανάλια –κι άκρως επικίνδυνα για το κίνημα, αν θυμηθεί κανείς τα χρυσαυγίτικα υποπροϊόντα της άνω πλατείας και των αγανακτισμένων {ενώ τα «αμεσοδημοκρατικά» χαρακτηριστικά που τόσο ενθουσίασαν κάποιους εκφυλίστηκαν γρήγορα κι έγιναν μακρινή ανάμνηση. Τις πλατείες, όπου οι μάζες των τηλεθεατών, με τη βαθιά τηλεοπτική συνείδηση, έβλεπαν στο φακό το «αγανακτισμένο» τηλεοπτικό τους είδωλο και περίμεναν ακίνητες να κάνει αυτό την πρώτη κίνηση, για να το ακολουθήσουν}.

Περιλαμβάνει ακόμα τον οπορτουνισμό, ως έκφραση της αστικής επιρροής στο εργατικό κίνημα. Και, το πιο βασικό, «αριστερές» εφεδρείες, η κυβερνητική προοπτική των οποίων μπαίνει ως ταβάνι σε κάθε αγωνιστική κινητοποίηση, ιδίως στο δημόσιο τομέα, και προβάλλει ως ουτοπική διέκοδος για μια σειρά κοινωνικές κατηγορίες και περιπτώσεις: από τους εργαζόμενους που τρέφουν φρούδες ελπίδες για κατάργηση (καταγγελία ή και κάπου αλλού) των μνημονίων κι ανάκτηση των χαμένων δικαιωμάτων και κατακτήσεων, μέχρι τον άνεργο, τον εβε, το δημόσιο υπάλληλο σε διαθεσιμότητα, ακόμα και το φυλακισμένο κουφοντίνα, όπως είδαμε σε προηγούμενη ανάρτηση.

Αυτή η θηλιά της κυβερνώσας αριστεράς, που πολύ ευχαρίστως θα έσφιγγε γύρω μας σε ενδεχόμενες διαδοχικές εκλογικές διαδικασίες, όπως το 12’, για να μας στριμώξει στο περιθώριο, απαιτεί ειδική αντιμετώπιση και αναβαθμισμένη δουλειά, για να απεγκλωβιστούν οι αγώνες από τη ρηχή κυβερνητική διέξοδο στην οποία στριμώχνονται –και την οποία υπηρετούν και πολλές δυνάμεις του εξωκοινοβουλίου, θεωρώντας πως ένα τέτοιο κυβερνητικό σχήμα θα είναι ευάλωτο στη δική τους συνεπή κινηματική πίεση- και να ξεδιπλωθούν άμεσα, χωρίς αυταπάτες, περίοδο χάριτος και την αντίστροφη πίεση που θα ασκήσει πάνω τους η νέα κυβέρνηση, επειδή τάχα «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται..»


Κι αυτό θα είναι το βασικό ιδιαίτερο καθήκον του επόμενου διαστήματος για τις ταξικές δυνάμεις, που θα κληθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να προσανατολιστούν σε νέες μεθόδους δράσης. Αυτό όμως θα το δούμε πιο αναλυτικά και σε άλλες αναρτήσεις, το επόμενο χρονικό διάστημα

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Κολεκτιβοποίηση

Σήμερα η κε του μπλοκ έχει την τιμή να φιλοξενεί μια αναλυτική εργασία του Άναυδου για την κολεκτιβοποίηση που εξετάζει το αντικείμενο από όλες τις πλευρές: το ιστορικό πλαίσιο και τις συνθήκες που επέβαλαν την πολιτική της κολεκτιβοποίησης, τους όρους με τους οποίους προωθήθηκε, τη σκληρή ταξική πάλη με τους κουλάκους, τη διαπάλη και τις διαφορετικές απόψεις μέσα στο κόμμα των μπολσεβίκων, το λιμό της ουκρανίας, κτλ. Το κείμενο του άναυδου είναι αρκετά εκτενές, αλλά αξίζει κατά τη γνώμη μου να διαβαστεί ολόκληρο, σαν ένα ιστορικό ένθετο στον κυριακάτικο ρίζο. Καλή ανάγνωση και κάθε καλόβουλος σχολιαστής ευπρόσδεκτος.

Κολεκτιβοποίηση
Από τον Άναυδο – Φεβρουάριος 2014

Μπροστά 25!
                Μπροστά 25!
Ατσάλινοι
                Εργάτες-χιλιάδες
Ο εχθρός προελαύνει
                Ήρθε η ώρα να τελειώσουμε
Αυτή τη συμμορία
                Των παπάδων και των κουλάκων
Ας καπνίσουν τα τρακτέρ
                Με την δύναμη των χιλίων ίππων
Στη θέση
των εξαντλημένων ψωράλογων
Ο κουλάκος είναι έτοιμος
                Κοίτα ξανά
Με το πριονισμένο δίκαννο
                Χωμένος στις ερημιές
Στο μέτωπο 25!
                Μπροστά 25!
Ατσάλινοι
                Εργάτες-χιλιάδες

(από το εμβατήριο των Εικοσιπέντε Χιλιάδων του Β. Μαγιακόφσκι)

Περιεχόμενα:
1.       Εισαγωγή
2.       Η αγροτική οικονομία στη διάρκεια της ΝΕΠ
3.       Η κρίση των σιτηρών
4.       Οι διαφορετικές απόψεις
5.       Κολεκτιβοποίηση
6.       Αποκουλακοποίηση
7.       Ίλιγγος από τις επιτυχίες
8.       Η αντίσταση
9.       25,000
10.   ΜΤΣ
11.   Λιμός
12.  Τα πρώτα χρόνια
13.   Επίλογος


1. Εισαγωγή
Αν και οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία στη Ρωσία το Νοέμβριο του 1917 η τελική τους επικράτηση έγινε δυνατή μόλις το 1921 (οι Ιάπωνες αποχώρησαν ηττημένοι από το Βλαδιβοστόκ τον Οκτώβριο του 1922) με τη νίκη τους στον εμφύλιο πόλεμο. Στη φωτιά του εμφυλίου σφυρηλατήθηκε η στρατιωτική και πολιτική  συμμαχία του προλεταριάτου με την αγροτιά.  Η συμμαχία αυτή θεμελιώθηκε πάνω στο αμοιβαίο συμφέρον των δύο μερών: οι αγρότες έλαβαν από τη σοβιετική κυβέρνηση γη και προστασία από τους γαιοκτήμονες και τους κουλάκους ενώ οι ίδιοι της έδιναν για περίπου τρία χρόνια  όλο σχεδόν το πλεόνασμα τους.

Ο εμφύλιος άφησε τη χώρα σε μία κατάσταση οικονομικής και κοινωνικής αποσύνθεσης. Ωστόσο το σύστημα του πολεμικού κομμουνισμού, όπως ονομάστηκε, ήταν αδύνατο να διατηρηθεί μετά το τέλος του εμφυλίου γιατί όπως διέγνωσε ο Λένιν η συνέχιση του θα οδηγούσε σε σύγκρουση με την αγροτιά Το 10ο συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) (Μάρτιος 1921) εγκαινίασε τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ) όπου η ιδιοποίηση από το κράτος ολόκληρου του αγροτικού πλεονάσματος αντικαταστάθηκε από ένα φόρο σε είδος. Παράλληλα επιτράπηκε το ελεύθερο εμπόριο και η λειτουργία μικρών ιδιωτικών βιομηχανιών και βιοτεχνών. Η ΝΕΠ που λογιζόταν σα μία προσωρινή υποχώρηση είχε σαν βασικό στόχο να δώσει το κίνητρο  κυρίως στους αγρότες αλλά και σε άλλα στρώματα να αυξήσουν το επίπεδο της παραγωγής τους. Το κράτος θα ωφελούταν από το πλεόνασμα αυτό μέσω της φορολογίας ελπίζοντας ότι κάποιο μέρος από το υπόλοιπο θα μετατρεπόταν σε επένδυση από τους ιδιώτες.

2. Η αγροτική οικονομία στη διάρκεια της ΝΕΠ
Πριν την Οκτωβριανή επανάσταση το 42% της γης άνηκε στους γαιοκτήμονες, τους αυλικούς και στην εκκλησία. Μετά την επανάσταση όλη αυτή η γη απαλλοτριώθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της δόθηκες στους ακτήμονες ενώ στο υπόλοιπο σχηματίστηκαν τα πρώτα κρατικά αγροκτήματα (σοβχόζ). Έτσι ενώ το 1916 υπήρχαν 18 εκατομμύρια αγροκτήματα ο αριθμός τους έφτασε το 1926 τα 25,6 εκατομμύρια. Η αγροτική κοινότητα (mir) που ήταν ο βασικότερος θεσμός στην ύπαιθρο στην προεπαναστατική Ρωσία παρέμεινε σα θεσμός και στη διάρκεια της ΝΕΠ.  Μία σημαντική παράμετρος του αγροτικού ζητήματος ήταν το γεγονός ότι το φυσικό περιβάλλον της ΕΣΣΔ ήταν (και είναι) αρκετά δριμύ ενώ ελάχιστες είναι οι περιοχές που η φύση ευνοεί τη γεωργία.

Η ΕΣΣΔ (ιδρύθηκε το Δεκέμβριο του 1922) ήταν μία αγροτική χώρα με  πληθυσμό 147 περίπου εκατομμύριων όπου το 86,3% ζούσε στην ύπαιθρο (απογραφή 1926).  Το 1927 η βιομηχανία αντιπροσώπευε το 42% του συνολικού προϊόντος (ο σοσιαλιστικός τομέας  αντιπροσώπευε το 86%) ενώ η γεωργία αντιπροσώπευε το 58%.

Ο πρωταρχικός στόχος της σοβιετικής εξουσίας ήταν η εκβιομηχάνιση της χώρας που θ’ ανέβαζε το βιοτικό επίπεδο του λαού και θ’ απάλλασσε τη χώρα από την εξάρτηση από τις καπιταλιστικές χώρες.  Ωστόσο οι πόροι για τις απαραίτητες επενδύσεις δεν θα μπορούσαν να προέρχονται ούτε από την εκμετάλλευση αποικιών ούτε φυσικά από τα δάνεια άλλων καπιταλιστικών χωρών αλλά θα έπρεπε να αναζητηθούν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ. Οι βασικές πηγές ήταν καταρχήν το κοινωνικοποιημένο κεφάλαιο όπου πλέον όλο το ποσό των προηγούμενων κερδών των κεφαλαιοκρατών μετατρέπονταν σε επενδύσεις, το παραγόμενο πλεόνασμα της βιομηχανίας  και κατά τρίτο η απόσπαση μέρους του πλεονάσματος από την αγροτική παραγωγή μέσω της φορολογίας και του μηχανισμού των τιμών.  Συνεπώς η αναζωογόνηση της γεωργίας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε αυτή να μπορέσει να τροφοδοτήσει το σοβιετικό κράτος με πρώτες ύλες και τρόφιμα απαραίτητα για την ανασυγκρότηση της βιομηχανίας. Η βιομηχανία με τη σειρά της ανάμεσα στ’ άλλα θα τροφοδοτούσε την αγροτική οικονομία με τα απαραίτητα μέσα (μηχανήματα, λιπάσματα κλπ) ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα και το συνολικό της προϊόν. Η κατάργηση της φεουδαρχίας απάλλαξε τους αγρότες από τα νοίκια που πλήρωναν για να καλλιεργούν τη γη. Χωρίς το βάρος αυτό οι αγρότες ήταν σε θέση να συνδράμουν οικονομικά το κράτος να κτίσει μία ισχυρή βιομηχανία. Επιπλέον δόθηκαν στους αγρότες μία σειρά κινήτρων όπως χαμηλή φορολογία, παροχή πιστώσεων ικανοποιητικές τιμές αγοράς κλπ.

Η αναδιανομή της γης μετά το τέλος του εμφυλίου άφησε το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού στην ιδιοκτησία των κουλάκων. Σε όλη τη χώρα το 31% των αγροκτημάτων δεν είχε ζώα έλξης πάνω από το 34% δεν είχε κάποιο εξοπλισμό οργώματος και μόλις το 18% διέθετε αγροτικά μηχανήματα.  Έτσι το όργωμα ήταν ρηχό, συνήθως με τη χρήση ξύλινου υνιού η σπορά γινόταν με το χέρι και έπεφτε θύμα των πουλιών και του ανέμου.

Το κράτος ενίσχυε με κάθε τρόπο την παραγωγή των φτωχών χωρικών με τη δημιουργία συνεταιρισμών και την παροχή δανείων, μηδενική φορολογία αλλά και προστατεύοντάς τους από την εκμετάλλευση των κουλάκων εφαρμόζοντας αυστηρούς νόμους σχετικά με τη χρήση και την αμοιβή ξένης εργασίας. Για την επιτυχία των στόχων αυτών αναγκαία ήταν η ενίσχυση της συνοχής των φτωχών στρωμάτων κάτω από την καθοδήγηση των κομματικών οργανώσεων. Έτσι το 1924 δημιουργήθηκαν οι αγροτικές επιτροπές αλληλοβοήθειας (Kredtkomy) που σκοπό είχαν τη διανομή σπόρου, δάνειζαν εξοπλισμό σε πολύ χαμηλές τιμές  κλπ.

Οι συνεταιρισμοί (προμηθευτικοί, αγροτικοί και πιστωτικοί) υπήρχαν και  προπολεμικά Υπήρχε ωστόσο μια βασική διαφορά μεταξύ της άποψης των μπολσεβίκων για τους συνεταιρισμούς σαν ενδιάμεσο στάδιο  πριν τη σοσιαλιστική συλλογική γεωργία και της άποψης των αγροτών που προσχωρούσαν στους συνεταιρισμούς για το αμοιβαίο αλλά βασικά ατομικό κέρδος. Το 1927 το συνεταιριστικό κίνημα κάλυπτε το 37% των νοικοκυριών. Οι συνεταιρισμοί έλκυαν κυρίως τους κουλάκους γιατί επειδή ακριβώς διαχειρίζονταν τα πιο προηγμένα αγροκτήματα γνώριζαν καλύτερα τα οικονομικά πλεονεκτήματα του συνεταιρισμού.  Όντας σε θέση ισχύος  οι κουλάκοι κυριαρχούσαν στις διοικήσεις των συνεταιρισμών και ήταν σε θέση να τους χρησιμοποιήσουν για τα συμφέροντα τους. Αντιμέτωπο με μία κατάσταση όπου οι συνεταιρισμοί βοηθούσαν τους ήδη εύπορους αγρότες το κόμμα προσπάθησε να ασκήσει πιο στενό πολιτικό και οικονομικό έλεγχο. Έτσι οι  πωλήσεις τρακτέρ αλλά και τα δάνεια επιτρεπόντουσαν μόνο σε σοβχόζ, κολχόζ και τους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Αντίστοιχα οι κουλάκοι δημιουργούσαν  ψευτο-συνεταιρισμούς ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αγοράζουν μηχανήματα και να παίρνουν δάνεια σε μία προσπάθεια να ξεγελάσουν τον κρατικό. Το 1927 το 2% των τρακτέρ ήταν ατομική ιδιοκτησία το 23% άνηκε σε κολχόζ το 15% σε σοβχόζ και το 55% αγροτικούς συνεταιρισμούς.

Στα χωριά εξακολουθούσε παράλληλα με τα σοβιέτ να επιβιώνει η κοινότητα στην οποία συμμετείχαν οι άρρενες αρχηγοί των νοικοκυριών με επικεφαλής το γέροντα του χωριού. Ουσιαστικά υπήρχε μία δυαδική εξουσία.  Οι κρατικοί λειτουργοί ήταν κακοπληρωμένοι και έκθετοι στην εξαγορά κυρίως από τη μεριά των κουλάκων ώστε να κλείνουν τα  μάτια όταν παραβιάζονταν οι νόμοι υπενοικίασης της γης, χρησιμοποίησης ξένης εργασίας, και αγοράς μηχανών. Ο πιο διαδεδομένος τρόπος παράκαμψης της νομοθεσίας ήταν η υιοθεσία του ακτήμονα από τον κουλάκο που τον παρουσίαζε σαν συμβοηθών μέλος και όχι εργάτη. Το 1926 το κόμμα προσπάθησε να μειώσει την δύναμη των κοινοτήτων αφαιρώντας τα πολιτικά δικαιώματα από τους κουλάκους και προσπαθώντας να την αντικαταστήσει με το χωριό.

Οι κουλάκοι όντας οι πιο εύποροι και οι πιο μορφωμένοι ήταν οι φυσικοί ηγέτες της υπαίθρου. Για να προστατέψουν την οικονομική τους ηγεμονία αναπόφευκτα είχαν και πολιτική δραστηριότητα κυριαρχώντας στις αγροτικές κοινότητες και υπονομεύοντας την εξουσία του τοπικού σοβιέτ. Εκμεταλλευόμενοι τα κίνητρα της ΝΕΠ εμπόδιζαν κάθε προσπάθεια του κράτους να αυξήσει τον έλεγχο του στην ύπαιθρο. Το 1925-26 το κόμμα προσπάθησε να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των αγροτών στην πολιτική ζωή προκηρύσσοντας εκλογές στα σοβιέτ. Σαν αποτέλεσμα υπήρξε αύξηση της πολιτικής δραστηριότητας αντικομουνιστικών δυνάμεων και μάλιστα στη Σιβηρία έγινε προσπάθεια να ξαναδημιουργηθεί η Ένωση Αγροτών (παρακλάδι των σοσιαλεπαναστατών). Χιλιάδες ήταν οι υπογραφές που  μαζεύτηκαν στην αίτηση για αναγνώριση της σαν πολιτικό κόμμα. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας οι κουλάκοι κέρδισαν μέχρι και το 10% των εδρών στα τοπικά σοβιέτ.  Σαν αντίδραση το κόμμα το 1926-27 αύξησε από 1% σε 3% το ποσοστό των αγροτών (κουλάκοι) που στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Οι φτωχοί αγρότες δίσταζαν να στραφούν ενάντια στους κουλάκους γιατί τους είχαν ανάγκη τόσο σαν εργοδότες όσο και για να δανειστούν από αυτούς μηχανήματα, ζώα, εργαλεία και χρήματα. Επιπλέον η  πολιτική ελέγχου των κουλάκων ήταν δίκοπο μαχαίρι. Με δεδομένη την οικονομική εξάρτηση των φτωχών χωρικών από τους πλούσιους γείτονες τους αυτοί ήταν και τα πρώτα θύματα όταν οι οικονομικές πολιτικές του σοβιετικού κράτους συρρίκνωναν την οικονομική δραστηριότητα των κουλάκων. Η μη αποπληρωμή των κρατικών δανείων   ήταν ένα άλλο διαδεδομένο πρόβλημα δείχνοντας στο κόμμα ότι η χρήση της πίστης δεν έφερνε κανένα αποτέλεσμα απλώς σπαταλούσε σπάνιους πόρους σε ένα βαρέλι δίχως πάτο όπου οι κύριοι ωφελημένοι ήταν  οι κουλάκοι.

Να σημειωθεί ότι στους κεντρικούς οργανισμούς των συνεταιριστικών οργανώσεων κυριαρχούσαν οι σοσιαλεπαναστάτες και οι αστοί ειδικοί που δεν συμμερίζονταν τις ιδέες των μπολσεβίκων. Ήταν οι ίδιοι που είχαν εργαστεί στη διάρκεια των  μεταρρυθμίσεων Στολίπιν και συνέχιζαν να προωθούν τη συγκέντρωση  των αγροκτημάτων σε ιδιωτική βάση.

Ιστορικά οι αγρότες ήταν βασικοί υποστηρικτές των σοσιαλεπαναστατών (π.χ. στη Σιβηρία είχαν πάρει το 78% των ψήφων στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1917). Οι κομματικές δυνάμεις στην ύπαιθρο ήταν λιγοστές, το 1928 μόλις το 9,8% των μελών του ΠΚΚ (μπ) ήταν αγρότες ενώ αντιστοιχούσαν περίπου 25 κομματικά μέλη ανά 10,000 κατοίκους (σε σύγκριση στις πόλεις η αναλογία ήταν 319 μέλη). Η προσπάθεια του ΠΚΚ να αυξήσει την επιρροή του στην ύπαιθρο με εκστρατείες στρατολόγησης είχε οδηγήσει αρκετούς κουλάκους στις τάξεις του κόμματος Η Κεντρική επιτροπή ελέγχου ανακάλυψε ότι περίπου το 17% των κομματικών μελών στην ύπαιθρο ήταν ‘οικονομικά εξασφαλισμένοι’ αγρότες Έτσι το 1927 το κόμμα εξέδωσε δύο οδηγίες στις κομματικές οργανώσεις της υπαίθρου Σύμφωνα με την πρώτη οι επαρχιακοί κομματικοί πυρήνες έπρεπε να ετοιμάσουν λίστες με την οικονομική διαστρωμάτωση των οικογενειών της περιοχής τους να εφαρμόζουν τις κομματικές οδηγίες αλλά και το σοβιετικό νόμο που προστάτευε τον φτωχό αγρότη και τιμωρούσε τον κουλάκο. Σύμφωνα με τη δεύτερη θα έπρεπε να εκκαθαρίσουν τις γραμμές τους από τους κουλάκους και να προσπαθήσουν να στρατολογήσουν φτωχούς αγρότες και ακτήμονες.




Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Ο βασιλιάς άνθρακας

Πολλές φορές, όταν θες να παρουσιάσεις ένα βιβλίο, είναι καλύτερο να αφήσεις αυτό να μιλήσει για τον εαυτό του, μέσα από κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα. Κι αυτό ισχύει στην περίπτωση του βιβλίου του άπτον σίνκλερ ‘ο βασιλιάς άνθρακας’ που κυκλοφορεί από τη σύγχρονη εποχή, σε μετάφραση της βασιλείας παπαρήγα. Κάποια απ’ τα σημεία που παραθέτω είναι ελαφρώς αλλαγμένα, κυρίως για να μην μπερδευτεί με πολλά ονόματα ο αναγνώστης, που δεν ξέρει τους χαρακτήρες του βιβλίου. Ο βασικός ήρωας του έργου πάντως είναι ένας γόνος πλούσιας οικογένειας, που προχωρά σ’ ένα κοινωνιολογικό πείραμα και γίνεται εργάτης, για να δει από πρώτο χέρι πώς ζουν και πορεύονται αυτοί οι άνθρωποι.



-Έλα τώρα! Δούλεψε για λίγο και θα μάθεις ότι νόμος στα ανθρακωρυχεία είναι αυτό που λέει το αφεντικό.
Ο ρέμπελος συνέχισε να απαριθμεί τα πιστεύω του, ότι όταν ένας δίνει δουλειά κι ένας άλλος πρέπει να παλέψει για να την πάρει, τότε ο νόμος δεν έχει να πει πολλά σε αυτό το αλισβερίσι. Ο Χ. θεώρησε αυτή την άποψη πολύ εμβριθή παρατήρηση και ευχόταν να μπορούσε να τη μεταφέρει στον καθηγητή πολιτικής οικονομίας, στο πανεπιστήμιο.

(…)

-Δηλ πρέπει να ψωνίζεις μόνο από αυτό το μαγαζί!
-Νόμιζα ότι είπες πως δούλευες σε ορυχεία, είπε ο γέρος που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε σιωπηλός.
-Έτσι είναι, αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο χάλια.
-Ναι σιγά, είπε η κυρία Ρ. Θα ‘θελα να ‘ξερα πού τα βρήκες αυτά. Ο γέρος μου κι εγώ ξεπατωθήκαμε όλα τούτα τα χρόνια ψάχνοντας.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η συζήτηση είχε κυλήσει ομαλά. Αλλά ξαφνικά, λες κι έπεσε μια σκιά, σκιά φόβου. Είδε το γέρο να κοιτάζει τη γυναίκα του, να συνοφρυώνεται και να της κάνει νοήματα. Άλλωστε τι ήξεραν για το νεαρό ξένο;
-Δεν έχουμε παράπονο, είπε ο γέρος.
Η γυναίκα του βιάστηκε να προσθέσει:
-Εδώ μας φέρονται το ίδιο καλά μ’ αλλού.
-Δεν είναι αστείο η ζωή των εργατών, όπου κι αν πας, συμπλήρωσε ο άλλος.
Όταν ο νεαρός άρχισε να εκφράζει τη γνώμη του, το άγχος τους να του κλείσουν το στόμα ήταν τόσο φοβερό, ώστε φοβήθηκε μην τους συμβεί τίποτα κι άλλαξε γρήγορα θέμα συζήτησης.

(…)

Πριν λίγο καιρό είχε διαβάσει σε μια εφημερίδα τη συνέντευξη του Προέδρου της Γενικής Εταιρίας Καυσίμων στην οποία υποστήριζε πως όσο πιο έμπειρος είναι ένας ανθρακωρύχος τόσο πιο επικίνδυνος γίνεται στη δουλειά του, γιατί, καθώς νομίζει πως τα ξέρει όλα, δε δίνει καμιά σημασία στους σοφούς κανονισμούς που ορίζει η εταιρία για τη δική του ασφάλεια!

(…)

Πέρασε μια ολόκληρη βδομάδα ώσπου να έρθει η στιγμή να μην αισθάνεται πόνο. Πότε δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί πλήρως σε αυτή τη δουλειά. Ήταν αδύνατο για οποιονδήποτε δούλευε τόσο σκληρά να διατηρήσει την πνευματική του εγρήγορση, το ζήλο, την ευαισθησία του. Ήταν αδύνατο να δουλεύει κανείς τόσο σκληρά και ταυτόχρονα να παραμένει λάτρης της περιπέτειας. Στην ουσία δεν μπορούσε να είναι τίποτα περισσότερο από μια μηχανή. Είχε ακούσει τη γεμάτη περιφρόνηση φράση «αδράνεια των μαζών» και είχε αναρωτηθεί σχετικά με αυτήν. Τώρα πλέον δεν είχε απορίες, γιατί γνώριζε. Πώς μπορούσε ένας άνθρωπος να διαμαρτυρηθεί με γενναιότητα στον εργοδηγό του ορυχείου, με το σώμα του παράλυτο από την κούραση; Πώς μπορούσε να αποτιμήσει με καθαρότητα τα σωστά και τα λάθη του, ώστε να δράσει αποτελεσματικά, να στηρίξει τα συμπεράσματά του, όταν οι πνευματικές ικανότητές του παρέλυαν εξαιτίας της σωματικής κούρασης;

(…)

Όσο απίστευτο και αν φαινόταν, όταν μιλούσε για τις απάνθρωπες εμπειρίες του, δεν υπήρχε ίχνος πικρίας στη φωνή του, προφανώς ούτε και στην καρδιά του. Εδώ, μέσα στη φτώχια και την απόγνωση, με την οικογένειά του διαλυμένη, σκορπισμένη, με τον εφιάλτη της πείνας να του χτυπά την πόρτα, κοίταζε το παρελθόν του χωρίς μίσος για όσους τον είχαν καταστρέψει. Αυτό δε συνέβαινε γιατί ήταν γέρος, αδύναμος ή γιατί είχε χάσει το επαναστατικό πνεύμα του· αλλά γιατί είχε μελετήσει τα οικονομικά και είχε πειστεί πως υπήρχε ένα κακό σύστημα το οποίο τύφλωνε τους ανθρώπους, τους δηλητηρίαζε την ψυχή. Θα έρχονταν καλύτερες μέρες, έλεγε, όταν το κακό σύστημα θα άλλαζε και οι άνθρωποι θα κατάφερναν να δείξουν έλεος στο συνάνθρωπό τους.

(…)

-Έχεις διαβάσει ποτέ για τα μυρμήγκια της Αφρικής;
-Όχι, του απάντησε.
-Ταξιδεύουν σε μεγάλες φάλαγγες, εκατομμύρια μυρμήγκια. Όταν φτάνουν σε κάποιο χαντάκι, οι πρώτες σειρές πέφτουν μέσα, μέχρι να το γεμίσουν ως πάνω, και οι υπόλοιποι περνούν απέναντι. Μυρμήγκια είμαστε.
-Όσοι και να πέσουν μέσα, κανείς δε θα περάσει απέναντι, γιατί το χαντάκι δεν έχει πάτο!
-Αυτό δεν το ξέρει κανένα μυρμήγκι, απάντησε εκείνος. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι πρέπει να συνεχίσουν. Αρπάζεται το ένα απ’ το σώμα του άλλου, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής του· κάνουν γέφυρα και περνούν απέναντι οι υπόλοιποι.
-Θα μείνω στη μια πλευρά. Δε θα με χαραμίσω.
-Ακόμα κι αν μείνεις στη μια πλευρά, θα μπεις πάλι στη γραμμή. Σε ξέρω καλύτερα απ’ όσο γνωρίζεις τον εαυτό σου.

(…)

-Ίσως οι εργοδηγοί στα ορυχεία να μην έχουν δικαίωμα ν’ ανακατεύονται με τα πολιτικά, αλλά σ’ ένα πράγμα έχουν λόγο κι αυτό είναι ποιος δουλεύει στο ορυχείο τους.
Όσο συνέχιζε η φωνή του δεν είχε πλέον το συνήθη καλοσυνάτο τόνο.
-Όσοι δε θέλουν να ψηφίσουν ό,τι κι εγώ μπορούν να πάνε αλλού να ρίξουν την ψήφο τους. Αυτό έχω μόνο να πω για τα πολιτικά!

(…)

-‘Μέρα δικαστή.
-Μμ! Ήταν η απάντηση του ειρηνοδίκη.
-Δικαστή, τι νομίζεις ότι θα γίνει στις εκλογές;
-Δε νομίζω τίποτα, είπε ο άλλος. Ζάχαρη ζυγίζω,
-Θα ψηφίσει κανείς εδώ τον Μακ Ντούγκαλ;
-Αν το κάνουν, καλύτερα να μη μου το πουν!
-Τι; Στην ελεύθερη δημοκρατία της Αμερικής; είπε χαμογελώντας.
-Σ’ αυτό το μέρος, την ελεύθερη δημοκρατία της Αμερικής, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να βγάζει τον άνθρακα, αλλά όχι να ψηφίζει ένα λεχρίτη σαν το Μακ Ντούγκαλ.
{σσ: και να φανταστεί κανείς ότι δε μιλάμε για κάποιο σοσιαλιστή πολιτικό, αλλά για τον υποψήφιο των δημοκρατικών}

(…)

-Όλο τον προηγούμενο χρόνο αφήσαμε τους καθηγητές της πολιτικής οικονομίας να μας λένε τις θεωρίες τους. Αλλά κατά κάποιο τρόπο οι θεωρίες αυτές δεν έμοιαζαν να ανταποκρίνονται στα γεγονότα. Έτσι είπα στον εαυτό μου: «πρέπει να τους τσεκάρω». Ίσως γνωρίζεις τις λέξεις ατομισμός, laissez faire, ελεύθερη διαπραγμάτευση, το δικαίωμα του ανθρώπου να δουλεύει για όποιον θέλει. Εδώ βλέπεις πώς δουλεύουν αυτές οι θεωρίες· ο αστυνόμος ενός καταυλισμού, με μοχθηρό χαμόγελο και όπλο στο μηρό, σπάει το νόμο πριν ακόμα στεγνώσει η υπογραφή που έχει βάλει ο κυβερνήτης για την έγκρισή του.

(…)

{Από τη συζήτηση του βασικού ήρωα με τον αστυνόμο του καταυλισμού, που τον συλλαμβάνει και αρχίζει να του λέει}.
Κάποιοι της Εκκλησίας φτιάχνουν ένα νόμο ότι δεν μπορεί να δουλεύει ο κόσμος την Κυριακή. Τι βγαίνει μ’ αυτό; Έχουν τριάντα έξι ώρες για να σουρώσουν και να μην μπορούν να πάνε για δουλειά τη Δευτέρα!
-Αν η εταιρία αρνιόταν να νοικιάζει κτήρια στους ιδιοκτήτες σαλούν;
-Νομίζεις ότι δεν έχουμε προσπαθήσει; Πηγαίνουν στην πόλη για πιόμα και κουβαλούν πάνω τους –όπου μπορείς να φανταστείς- όσο περισσότερο μπορούν. Αν τους σταματήσουμε, τότε χάνουμε χέρια γιατί πάνε σ’ άλλους καταυλισμούς που μπορούν να ξοδέψουν τα λεφτά τους όπως θέλουν. Όχι νεαρέ, όταν έχεις τέτοια ζωντανά, πρέπει εσύ να τα οδηγείς! Και χρειάζεται ένα δυνατό χέρι να το κάνει, όπως αυτό του αφεντικού. Για να υπάρχει άνθρακας, για να συνεχίσει η βιομηχανία, για να υπάρχει πρόοδος…
Είναι εύκολο για σας τους νέους εξυπνάκηδες να κάνετε στιχάκια, ενώ ζείτε άνετα με το πορτοφόλι του μπαμπά σας. Αλλά αυτό δεν απαντά σε κανένα επιχείρημα. Είστε έτοιμοι, εσείς του κολεγίου, να πιάσετε δουλειά; Ή αυτοί οι Δημοκράτες πολιτικοί που έρχονται εδώ, λέγοντας χαζομάρες για την ελευθερία και φτιάχνοντας νόμους για τους βρομο-ξένους…
-Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε στον αστυνόμο. Έρχεσαι σε αντιπαράθεση με τους πολιτικούς που ψηφίζουν νόμους, αμφισβητείς τα κίνητρά τους, γι’ αυτό αρνείσαι να τους υπακούσεις. Γιατί δε μου είπες νωρίτερα ότι είσαι αναρχικός;
-Αναρχικός; Ούρλιαξε ο αστυνόμος. Εγώ, αναρχικός;
-Αυτό σημαίνει να είσαι αναρχικός, έτσι δεν είναι;

-Ξέρεις πως το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό αυτών των ανθρώπων, αν τους αφήσεις ελεύθερους, είναι να βάλουν δυναμίτη στα φρεάτια, φωτιά στα κτήρια!
-Εδώ ζω κι εγώ, μπορώ να καταλάβω απολύτως τη θέση τους. Όταν έβαζαν φωτιά στα κτήρια, το έκαναν γιατί νόμιζαν ότι μπορεί εσύ να βρισκόσουν μέσα.
Θέλουν να καταστρέψουν τις περιουσίες, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μπορούν να σκεφτούν για να τιμωρήσουν την τυραννία και την απληστία των ιδιοκτητών τους. Όμως, ας υποθέσουμε ότι κάποιος ήθελε να τους βάλει μια καινούρια ιδέα στο μυαλό. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος τους έλεγε: μην καταστρέφετε τις περιουσίες, πάρτε τις!
Ο άλλος έμεινε εμβρόντητος.
-Πάρτε τις! Ωραία ιδέα έχεις για την ηθική!
-Πολύ πιο ηθική από τη μέθοδο που χρησιμοποίησε το αφεντικό για να κάνει περιουσίες στο ξεκίνημά του.
-Για ποια μέθοδο μιλάς; Πλήρωσε την αξία αγοράς τους, αυτό δεν έκανε;
-Πλήρωσε την αξία αγοράς των πολιτικών.
-Ναι αλλά αν δεν αγοράσεις τους πολιτικούς, ξυπνάς ένα πρωί και βρίσκεις πως κάποιος άλλος το έχει κάνει. Όταν έχεις περιουσία, πρέπει και να την προστατεύσεις.

(…)

{Από τις συζητήσεις μεταξύ των εργατών, μετά από ένα εργατικό ατύχημα}

-Είχαν σφραγίσει το ορυχείο, ενώ οι γυναίκες λιποθυμούσαν, οι άνδρες έσκιζαν τα ρούχα τους σε κατάσταση παραληρήματος –μερικοί από αυτούς τρελάθηκαν. Το ορυχείο έμεινε σφραγισμένο για δύο βδομάδες, όταν το άνοιξαν μόνο είκοσι ένα άτομα ήταν ζωντανά!
-Το ίδιο έκαναν κι αλλού. Έφτιαξαν ένα φράγμα και όταν το άνοιξαν, βρήκαν μια στοίβα από ανθρώπινα πτώματα που είχαν μπουσουλήσει και είχαν σπάσει τα κόκαλα των δαχτύλων τους στην προσπάθειά τους να το γκρεμίσουν.
-Χριστέ μου! κι αυτός ο άνθρωπος, πώς το ανέχεται;
-Θα σου έλεγε πως έκαναν το καλύτερο. Ίσως έτσι να νομίζει. Αλλά θα δεις, όλο και κάτι κάνουν συνέχεια. Θα τραβήξουν την κατάσταση από μέρα σε μέρα και δε θα βάλουν μπροστά τον ανεμιστήρα, μέχρι να είναι οι ίδιοι έτοιμοι.
-Μα αυτό είναι έγκλημα!
-Μπίζνες είναι, είπε ήρεμα ο άλλος.

(…)

Όλο τον προηγούμενο χρόνο, στο κολέγιο, άκουγε διαλέξεις σχετικά με την πολιτική οικονομία, οι οποίες υμνούσαν αυτό που ονόμαζαν «ατομική ιδιοκτησία». Η ατομική ιδιοκτησία ανέπτυσσε την πρωτοβουλία, την οικονομία· διατηρούσε τους τροχούς της βιομηχανίας σε κίνηση, συντηρούσε τους παχυλούς μισθούς των πανεπιστημιακών του κολεγίου· εναρμονιζόταν με τους ιερούς νόμους της προσφοράς και της ζήτησης, αποτελούσε τη βάση της προόδου και της ευημερίας με την οποία είχε ευλογηθεί η Αμερική. Και να που ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπος με το αληθινό της πρόσωπο· είδε τα άγρια αδηφάγα μάτια της να αγριοκοιτάζουν τα δικά του, αισθάνθηκε τη ζεστή καπνισμένη ανάσα της στο πρόσωπό του, είδε τα λαμπυρίζοντα σαρκοφάγα δόντια της, τα γατίσια νύχια των δαχτύλων της να στάζουν αίμα ανδρών, γυναικών και παιδιών. Η ατομική ιδιοκτησία των ανθρακωρυχείων! Η ατομική ιδιοκτησία των σφραγισμένων εισόδων και των ανύπαρκτων εξόδων διαφυγής! Η ατομική ιδιοκτησία των ανεμιστήρων που δεν ξεκινούσαν τη λειτουργία τους, των καταβρεχτήρων που δεν κατάβρεχαν. Η ατομική ιδιοκτησία των υποκόπανων και των ρεβόλβερ, των μπράβων και των πρώην καταδίκων που τους έχει στο χέρι για να διώχνουν τους διασώστες, να κλειδαμπαρώνουν στα σπίτια τους τις χήρες και τα ορφανά που αγωνιούν! Α, οι μειλίχιοι, οι καλοταϊσμένοι κήρυκες της ατομικής ιδιοκτησίας υμνούν τον αιμοσταγή αυτό δαίμονα στους ακαδημαϊκούς διαδρόμους!

(…)

Η κυρία Ράφερτι δόξαζε το θεό των Ράφερτι που της τον είχε φέρει πίσω σώο σε τόσους κινδύνους. Ήταν φανερό πως Αυτός ήταν πιο αποτελεσματικός από τον προτεστάντη θεό των Γιόχανσον, του σουηδού γίγαντα, που παρέδωσε το πνεύμα ξαπλωμένος δίπλα στο Ράφερτι.
Όμως ο γιατρός είπε πως ο γερο-Ιρλανδός δε θα μπορούσε να δουλέψει ξανά. Είδε μια σκιά τρόμου να περνάει από την χαρούμενη λιακάδα που έλουζε την ψυχή της κυρίας Ράφερτι. Πώς μπορούσε να λέει τέτοιο πράγμα ο γιατρός; Σίγουρα ο Ράφερτι ήταν γέρος. Αλλά ήταν σκληροτράχηλος –μπορούσε να φανταστεί άραγε ο γιατρός πόσο σκληρά πρέπει να προσπαθήσει ένας άνθρωπος για να φροντίσει την οικογένειά του; Εκτός από τον ίδιο, μόνο ο γιος του έβγαζε μεροκάματο. Παρόλο που ήταν καλό παιδί και είχε σταθερή δουλειά, οι γιατροί έπρεπε να γνωρίζουν πως μια μεγάλη φαμίλια δεν μπορούσε να στηρίζεται στο μισθό ενός δεκαοχτάχρονου ανθρακωρύχου. Όσο για τους υπόλοιπους νεαρούς της οικογένειας, ο νόμος έλεγε πως ήταν πολύ νέοι για να δουλέψουν. Η κυρία Ράφερτι σκέφτηκε πως κάποιος θα έπρεπε να βάλει λίγο μυαλό σε αυτούς που έφτιαχναν τους νόμος. Γιατί, αν ήθελαν να απαγορεύουν στα παιδιά να δουλεύουν στα ορυχεία, έπρεπε σίγουρα να βρουν άλλο τρόπο για να τα ταΐσουν.

(…)

Η αμφισβήτηση μπήκε από πολύ νωρίς στη ζωή του. Υπήρχε κάτι στην ίδια του τη φύση που τον ανάγκαζε να ανατρέχει στη ρίζα των πραγμάτων. Ο αδελφός τους ουδέποτε είχε τέτοια ερωτήματα. Πήγαινε στην εκκλησία γιατί η νεαρή που ήθελε να παντρευτεί τον έβαζε να φοράει το επίσημο κουστούμι του και να τη συνοδεύει σε ένα όμορφο μέρος με μουσική, λουλούδια και αρώματα, όπου μπορούσε να συναντήσει τις φίλες της, ομοίως ντυμένες με τα καλά τους. Πόσο αφύσικο φαινόταν ένας νεαρός να περιφρονεί αυτή την ευχάριστη συνήθεια, μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν βέβαιος αν ο Ιωνάθαν είχε καταπιεί τη φάλαινα!

(…)

 Ο Ρ. για παράδειγμα θα βρισκόταν στο δρόμο, με ένα εισιτήριο στην τσέπη αγορασμένο από το σωματείο. Ίσως να έβρισκε δουλειά, ίσως πάλι όχι. Σε κάθε περίπτωση αυτό που μπορούσε να ελπίζει στη ζωή του ήταν να δουλεύει για κάποιο άλλο αφεντικό και να τον πιστώνει ένα άλλο εταιρικό κατάστημα. Τα ίδια ίσχυαν και για τους άλλους δύο, μόνο που ο ένας είχε τέσσερα παιδιά και ο άλλος έξι. Ο Μ.Γ. είχε μόνο τη γυναίκα του –δόξα το θεό, έλεγε, τα μωρά τους είχαν πεθάνει. Ήταν άνεργος και απένταρος. Θα έπαιρνε το δρόμο για τα ανατολικά και από εκεί πίσω στην Αγλλία. Αυτό είναι που λένε η χώρα της ελευθερίας! Μα το θεό, αν επρόκειτο να διηγηθεί τι είχε περάσει, δε θα υπήρχε ούτε ένας Άγγλος ανθρακωρύχος να τον πιστέψει!

(…)

Καθώς άκουγε το γέροντα να του ψιθυρίζει την ιστορία του, η ικανοποίηση έσβησε. Συνειδητοποιούσε, ακόμα μια φορά, τη σκληρή αλήθεια αυτής της καλοκαιρινής εμπειρίας: στην ουσία είχε ηττηθεί. Τέλεια, ολοσχερής ήττα! Είχε προκαλέσει στα αφεντικά πρόσκαιρη απογοήτευση. Δε θα τους έπαιρνε πολλή ώρα να αντιληφθούν ότι στην πραγματικότητα τους είχε προσφέρει υπηρεσία ανακαλώντας την απεργία. Θα έβαζαν πάλι σε λειτουργία τους τροχούς της βιομηχανίας και οι εργάτες θα βρίσκονταν στο σημείο ακριβώς που ήταν πριν από την άφιξή του. Καμία αξία δεν είχαν όλες αυτές οι κουβέντες για αλληλεγγύη και ελπίδα για το μέλλον. Τι παραπάνω θα πρόσθεταν στο καθημερινό γύρισμα των τροχών της βιομηχανίας; Οι εργάτες θα είχαν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα με πριν: το δικαίωμα να είναι σκλάβοι και, αν αυτό δεν τους άρεσε, το δικαίωμα να γίνουν μάρτυρες!



Το μυθιστόρημα του σίνκλερ βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα μιας απεργίας στα ορυχεία του κολοράντο, όπως εξηγεί στο υστερόγραφο του βιβλίου. Μπορεί σε κάποιους να φαίνεται τραβηγμένο από τα μαλλιά το αρχικό εύρημα της μυθοπλασίας (ένας πλούσιος που πηγαίνει στο ορυχείο, για να δει από κοντά τη ζωή των εργατών), μπαίνει όμως για να δείξει ακριβώς τα όρια αυτής της τάξης και την αντικειμενική θέση που έχει, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προθέσεις του καθενός. Εξάλλου ο σίνκλερ δεν περιγράφει μια χαρούμενη ιστορία με εύκολα, απλοϊκά σχήματα και αίσιο τέλος, αλλά ένα τραγικό συμβάν κι έναν αγώνα που αναγκάζεται τελικά σε τακτική αναδίπλωση, αφήνοντας όμως παρακαταθήκη για το μέλλον. Και γίνεται πολύ διεισδυτικός αναλύοντας όχι μόνο την εξέγερση των εργατών, τη δημιουργία σωματείου και τη σταδιακή τους συνειδητοποίηση, αλλά και τις αντιφάσεις αυτής της συνείδησης, τις δυσκολίες του αγώνα και τους απαραίτητους επώδυνους συμβιβασμούς, ως που να οργανωθεί το σύνολο της εργατικής τάξης και να ωριμάσει για να φτάσει στην τελική νίκη. Κι από αυτή την άποψη είναι ένα πολύ χρήσιμο ανάγνωσμα για όλους, είτε βρίσκονται στο ξεκίνημα της διαδρομής τους στον αγώνα και την ταξική πάλη, είτε σε πιο.. προχωρημένο επίπεδο.