Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όταν οι ρόδες χορεύουν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όταν οι ρόδες χορεύουν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Ανεργία& The City

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Το φάντασμα της αγαμίας και της ανεργίας.

Ο φροϋδισμός έχει στο επίκεντρο της ερμηνείας του για την ανθρώπινη κοινωνία την σεξουαλικότητα, σε αντίθεση με τον μαρξισμό που βάζει στο επίκεντρο την εργασία. Έρωτας κι εργασία, δύο στοιχεία τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συμπλέκονται διαλεκτικά.

Οι φροϋδικοί λένε ότι η έλλειψη φυσιολογικής ζωής συσσωρεύει αδιοχέτευτη ενέργεια που ψάχνει διέξοδο και τη βρίσκει στον χώρο δουλειάς. Έτσι έχουμε παστρικές γεροντοκόρες και ανέραστους μικροαστούς (ακόμα και παντρεμένους) πειθήνιους κι υπερ-εργατικούς. Οι άγγλοι περιγράφουν τον εθισμό του εργασιομανή εισάγοντας την έννοια του αλκοολικού στη δουλειά (workaholic). Οι υπόλοιποι φέρονται φυσιολογικά και γίνονται αλκοολικοί εκτός οκταώρου, για να ξεχάσουν τα βάσανα της δουλειάς.

Σήμερα ο καπιταλισμός έχει ενσωματώσει (και φαινομενικά ικανοποιήσει) το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά είναι ζήτημα αν έχουμε πιο ομαλή σεξουαλική και κοινωνική λειτουργία. Το σύστημα διαστρέφει τη σεξουαλική επιθυμία και δημιουργεί βίτσια, φετίχ και διαστροφές, κατά αναλογία με τον φετιχισμό του εμπορεύματος στην παραγωγή που παραμένει δέσμια του κέρδους και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, διαστρέφοντας την κοινωνική αναγκαιότητα.

Υπάρχει επίσης η άποψη ότι ο κόσμος σήμερα έχει αποβάλει πολλά ταμπού και μιλάει ελεύθερα για το σεξ, αλλά αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχει καλή σεξουαλική ζωή. Μιλά πολύ γι’ αυτό, ακριβώς επειδή δεν κάνει και κάπως πρέπει να το καλύψει. Γενικώς πολύ κόσμο τον τρώει η ανεργία κι η αγαμία. Κι αν καταφέρει να λύσει ένα από τα δύο είναι λογικό να πέσει με τα μούτρα, είτε στο σεξ είτε στη δουλειά, για να ισορροπήσει το κενό μέσα του.

Δεδομένου ότι πολύς κόσμος δεν την παλεύει κάστανο με τη δουλειά του, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό και το γιατί οι πιο πολλοί γινόμαστε υστερικοί με τα ερωτικά μας, ψάχνοντας απεγνωσμένα έναν ερωτικό σύντροφο και δε μας περισσεύει πολύς χρόνος για πολιτικοποίηση κι όλα τα υπόλοιπα. Αλλά η αποξένωση της μισθωτής εργασίας δε μπορεί να εξαλειφθεί με τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Συνήθως μάλιστα μεταφέρεται εκεί κι έτσι καταλήγεις να νιώθεις μοναξιά μέσα στο πλήθος, με τον ίδιο τρόπο που νιώθεις ξένους τους συναδέλφους στη δουλειά.

Η σύνδεση αυτή βαθαίνει κα τεκμηριώνεται από μια σειρά στοιχεία. Οι μόνιμες, σταθερές εργασιακές σχέσεις του περασμένου αιώνα που συνοδεύονταν στο εποικοδόμημα από μια σχετικά αυστηρή ηθική περί μονογαμίας, έχουν δώσει τη θέση τους στις ελαστικές σχέσεις, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, που έχει αντίκτυπο και στο ερωτικό πεδίο, όπου επικρατούν οι άστατες κι εφήμερες σχέσεις, που θυμίζουν εμπορικές συναλλαγές. Τόσα δίνω, πόσα θες. Κοινώς κανείς δε μπορεί να κάνει μακροπρόθεσμα όνειρα για τη ζωή του σε κάποιον τομέα.

Ο έρωτας κι η δουλειά μοιάζουν σα δυο σταγόνες. Στη δουλειά υπάρχει το στοιχείο του καταναγκασμού, που θυμίζει το γάμο με συνοικέσιο. Πολλές φορές μάλιστα χρειάζεται και μια προξενήτρα να μεσολαβήσει και να πει καλά λόγια για να σε προσλάβουν.

Η εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης, των ιδιαίτερων κλίσεων και του ταλέντου του καθενός, θυμίζει κατ’ αναλογία την εκπόρνευση. Αντί για το ιερό δικαίωμα της δουλειάς καταλήγουμε ιερόδουλες της εργοδοσίας. Που πρέπει επιπλέον να φαίνονται ενθουσιασμένες με αυτό που θα τους συμβεί και τον λεγάμενο που τους έλαχε. Πρέπει να δείξουν ότι τους αρέσει και το διασκεδάζουν, να τρέξουν να βρουν το κελεπούρι, να βγουν στο πεζοδρόμιο για να επιλεχθεί η καλύτερη (ή η πιο φτηνή), να γράψουν motivation letters. Να δείξουν ότι είναι φιλοδοξία τους, ένα όνειρο ζωής να τις πηδήξουν κι ότι ανυπομονούν να συμβεί αυτό.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που βρίσκουν δουλειά πάνω σε αυτό που τους αρέσει. Σα να λέμε εκ-βιασμός από έρωτα, γιατί στον καπιταλισμό η δουλειά πάντα είναι μια μορφή εκβιασμού κι αν δεν πουλήσεις την εργατική σου δύναμη, είσαι ελεύθερος να πεθάνεις της πείνας. Είναι σαν εκείνα τα ζευγάρια που κάνουν υπέροχο σεξ, αλλά δεν ξέρουν στην πραγματικότητα τι θα πει να κάνεις έρωτα.

Εξάλλου, και σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα, ο καταναγκασμός παραμένει και φέρνει τη ρουτίνα και την υποχρέωση, που σε βάθος χρόνου σκοτώνουν τον έρωτα και την ευχαρίστηση.
Στον κομμουνισμό αντίθετα η δουλειά θα είναι προαιρετική κι ευχάριστη σαν –προκαταρκτικό- παιχνίδι. Για την ακρίβεια κάτι δημιουργικό κι όμορφο, σα να κάνεις έρωτα.

Ενώ τώρα απλώς μας πηδάνε καθημερινά οι καπιταλιστές, χωρίς σάλιο και προφυλάξεις (ασφάλιση κτλ). Κι οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους και την παρθενιά τους. Και μετά να επανορθώσουν σφιχτά με ράμματα αυτήν της τσούλας της ιστορίας, που ξέβρασε ότι ξοφλήσαμε.

Υγ: Όλα αυτά, μαζί με το διαλεκτικό δίπολο έρωτα-εργασίας, βρίσκουν την ιδανική τους έκφραση στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό της δεκαετίας με τις βάτες και το καλτ διαμάντι του γιάννη δαλιανίδη, όταν οι ρόδες χορεύουν:

Δούλεψε, δούλεψε, μόνο απ’ τον κόπο σου παίρνει η ζωή
Τίποτα, τίποτα δεν έγινε μόνο του πάνω στη γη

Πάλεψε, πάλεψε, τότε τα νιάτα σου θα τα χαρείς
Δούλεψε, δούλεψε, έτσι τον έρωτα μόνο θα βρεις

Έρωτα, έρωτα, πάρε το δρόμο σου για τη δουλειά
Δούλεψε, δούλεψε, να ‘χεις τον έρωτα στην αγκαλιά


http://www.youtube.com/watch?v=XZKEmDogz38

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Τρελή προβοκάτσια

Είναι που λες κάποια πράγματα που μόνο ξύλινα μπορώ να στα πω. Το μόνο εναλλακτικό που μπορώ να σκεφτώ είναι να βάλω από μπροστά έναν χαρακτηρισμό σαν το τρελή. Ή να σου πω να δεις στα αθλητικά πρωτοσέλιδα τον τίτλο της ώρας.
Δε μπορεί, κάποιος σύντροφος το ‘γραψε. Ίσως ο ίδιος που έβαλε τίτλο ειρηνική συνύπαρξη και ξεσκέπασε τον τιτικό προδότη μπάγεβιτς που κάρφωσε πισώπλατα το στιλέτο του στην ομάδα και πήγε να δουλέψει στον πράκτορα της στάζι.

1.http://www.contra.gr/pops/news_large.aspx?date=today&paper=ora
2.http://sfyrodrepano.blogspot.com/2008/11/blog-post_21.html

Ήθελα κανονικά να σου πω άλλα. Για τον σύντροφο περο-πομ-Πέρρο και το σύνθημα που έριξε στις μάζες: όλοι για έναν κι όλοι για όλους. Κολλάς λίγο, το σκέφτεσαι και λες, λάθος θα έκανε.
Ή μήπως όχι; Κι αν αυτό ακριβώς ήθελε να πει ο ποιητής; Ότι δεν υπάρχουν μοναχικοί αγώνες και καβαλάρηδες που θα μας σώσουν;

Στο καπάκι βλέπω δυο παππούδες, σκαστούς από τη δίπλα συγκέντρωση και το μπαλκόνι του μάπετ σόου, να κόβουν κίνηση φορώντας καπελάκι γσεε, πράσινο ο ένας, μπλε ο άλλος. Τι σου είναι η σημειολογία. Απ’ ό,τι είδα τελικά το είχαν και σε άλλα χρώματα, κόκκινο και πορτοκαλί.

Καπέλα υπάρχουν πολλά, σεκ όμως ένα. Οι ειδικοί του είδους μοιράζαν πλακάτ που καλούσαν σε απεργιακή ανταρσία. Κομάντο απεργιακής εντροπίας με στόχο τις εκλογές, το β’ γύρο και τους αντάρτες του πασοκ.

Θα σου ‘λεγα για την εργατική, λαϊκή αθήνα που ενώθηκε με την εναλλακτική και πλημμύρισε τους δρόμους. Και για τις συντρόφισσες που τις έχει πιάσει η άνοιξη (ή μήπως εμένα;) κι είναι πιο όμορφες αυτές τις μέρες. Κι αν ζηλεύει η μπρέζνιεβα, ας έρχεται στις δικές μας πορεία να με ελέγχει.

Για το σύνθημα που φώναζε μια συντρόφισσα στο μεγάφωνο. Ταξικά τα μέτρα, ταξική κι η πάλη, δίνουμε υπόσχεση για ανατροπή και πάλη. Ρίμα δηλαδή έκανε η πάλη με την πάλη. Μόνο η φάνη έλειπε. Η φαντασία στην εξουσία. Κι η σφισσα εκεί, να το φωνάζει πάλι και πάλι. Είχα και μια ανάλυση για τα συνθήματα, αλλά δεν είναι της ώρας.

Για το σκριν στη γσεε που κόλλησε πίσω μας και κάτι ανυπόμονους που έπαιξαν πικ εν ρολ και βρεθήκαμε όλοι μαζί ανάκατοι στον άγνωστο στρατιώτη.
–Εδώ δεν είναι η αλυσίδα του πάμε;
-Μα όχι. –Μα ναι
.
Ρωμαϊκός ελιγμός αλά γκοσινύ. Το ενιαίο εργατικό μέτωπο έγινε πράξη από τα κάτω.

Τώρα αυτά όμως δεν έχουν καμιά σημασία. Θάνατος είναι οι μπάτσοι που χτυπιούνται με μαύρους στόκους μέσα στην πορεία.
Ο εχθρός είναι στις τράπεζες και στα υπουργεία κι έχει αντιπρόσωπους και μέσα στην πορεία. Ο εσωτερικός εχθρός. Τα αυθόρμητα μπάχαλα που έχουν φέρει βαριοπούλες και φτυάρια απ’ το σπίτι τους και ζουν ζωή χαρισάμενη με τον κόσμο που τους χαρίσαμε.
Τρεις νεκροί κι ένα κίνημα παράπλευρες απώλειες ενός μικροαστικού ξεσπάσματος που παίζει τον πυροσβεστικό του ρόλο δια της ομοιοπαθητικής, με φωτιές, πέτρες και μολότοφ. Αν δεν κάψω εγώ, αν δεν καεί το ράιχσταγκ, πώς θα γενεί το φως η νύχτα των κρυστάλλων;

Αυτοί που διαβάζουν γκυ ντεμπώρ αντί για μαρξ λειτουργούν κατ’ εξοχήν με όρους κοινωνίας του θεάματος. Αυτοί που σκέφτονται και δρουν σα μικροαστοί εγκαλούν το μικροαστό που μένει σπίτι του και κάνουν ό,τι μπορούν για να τον κρατήσουν εκεί. Και σιγοντάρουν αυτούς που αρπάνε το φαΐ από το τραπέζι και κηρύσσουν στο λαό τη λιτότητα.

Λέγαμε τις προάλλες με το ένα έβδομο για τη μάστιγα των πολιτικά άστεγων και την ιδιώτευση που έχει χίλια πρόσωπα και μπορεί να σου έρθει σα ζουζουλίνι που θέλει χρόνο και βόλτα κάθε σάββατο στο mall της περιοχής. Κι άντε να πεις όχι.

Κάποιοι την ιδιώτευση την κουβαλάν στο κίνημα. Γράφουν τους συσχετισμούς στην κουκούλα τους, ζητάν να ζήσουν τη φάση, το μύθο του ζορό, του μασκοφόρου εκδικητή. Τα παιδία παίζει κρυφτοκυνηγητό σαν ερωτευμένα. Ψάχνουν να βρουν το μπατσουλίνι τους, να εκφράσουν στην πράξη τα φλογερά τους αισθήματα σε κάθε κρίσιμο ραντεβουδάκι. Ο έρωτας τους τυφλώνει και δε βλέπουν πέρα απ’ τη μύτη του μπάτσου ποια τάξη προστατεύει το όργανο που έχει απέναντι.

Το θέμα είναι πως το βλέπαμε να έρχεται και το περιμέναμε.
Και πώς να μην έρθει; Όταν μετά το δεκέμβρη όλα τα συλλαλητήρια καταλήγουν αντι-μπατσικά; Όταν η σύγκρουση έχει καταντήσει φετίχ εν είδει ιεροτελεστίας. Όταν η περιφρούρηση θεωρείται σταλινικό κουσούρι και μένει σε κάτι ε-ε-ε, παραφωνίες στα παπάκια που ακούν άσιμο. Όταν το αυθόρμητο μένει στην χαρά της καταστροφής του μπακούνιν και κανείς δεν το διαπαιδαγωγεί διαφορετικά. Όταν ηγεμονεύουν ιδεολογικά ο αναρχοσυνδικαλισμός κι η αμεσοδημοκρατία. Όταν μπαίνει εκβιαστικά το δίλημμα ή με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες κι επικρατεί η λογική να μη γίνει κριτική στους συντρόφους του χώρου εν μέσω κινήματος. Λες κι έγινε ποτέ κατόπιν εορτής.

Μα αυτό δεν είναι κομμάτι του κινήματος. Αντικειμενικά το χαντακώνουν. Αντικειμενικά κάνουν τη δουλειά για την άλλη πλευρά. Γι’ αυτό μικρή σημασία έχει αν είναι βαλτοί ή ηλίθιοι. Πάντα θα υπάρχουν χρήσιμοι ηλίθιοι και δίπλα οι βαλτοί που τους αξιοποιούν.

Όποιος το καταλαβαίνει ας σηκώσει όση ευθύνη του αναλογεί για να κοπεί ο ομφάλιος λώρος. Αν υπάρχει κάτι θετικό που μπορεί να βγει άμεσα από μια τόσο στριμόκωλη συγκυρία είναι αυτό. Όποιος δεν θέλει να τον κόψει, πάει να πει πως έχει δεσμούς βαθύτερους, πολιτικούς. Ώρα καλή στην τάση του κι αέρα στα πανιά, τα δικά του και της αντίδρασης. Τόσο απλά κι αφοριστικά.
Έξω απ’ την πορεία η αστυνομία κι όσοι κατεβαίνουν να τη συναντήσουν.

Φταίμε κι εμείς σε ένα βαθμό. Που δε βγήκαμε επιθετικά ενάντια στην καθημερινή βία και τη βαρβαρότητα αυτού του συστήματος. Που δεν υπερασπιστήκαμε ανοιχτά την επαναστατική βία και το ρόλο της. Που δεν κλιμακώσαμε με τόσο κόσμο στο δρόμο να διεκδικεί το δίκιο της τάξης του και του αγώνα της. Που έχουμε ακόμα τόσο αδύναμη παρέμβαση. Που δεν έχουμε πολύ καλή σχέση με το αυθόρμητο. Που δε δώσαμε διέξοδο στην αγανάκτηση του κόσμου και την χαρίσαμε σε αδιέξοδες μικροαστικές εκτονώσεις. Που δεν είμαστε ακόμα στο ύψος των περιστάσεων. Αλλά παίρνουμε μπόι μέρα με τη μέρα.

Με ρωτάς γιατί το έκαναν τώρα. Γιατί δε μπορούν να ξεπεράσουν την κρίση τους όπως πριν και μας φοβούνται. Βάζουν το λαό να την πληρώσει και παίζουν το κεφάλι τους κορόνα-γράμματα.

Με ρωτάς αν μπορεί να πεθάνει ο καπιταλισμός. Από μόνος του όχι.
Είναι σάπιος κι αναχρονιστικός, αλλά χρειάζεται ευθανασία. Όσο δεν του την κάνουμε θα μας πίνει το αίμα και θα ξανανιώνει. Ο βρικόλακας της νεκρής εργασίας συσσωρεύεται σε κεφάλαιο, κυριαρχεί επί της ζωντανής και ρουφάει την υπεραξία της. Σαν γέρικη αμοιβάδα που παίρνει ζωή από τις πιο νέες και πιστεύει πως είναι αιώνιος.

Με ρωτάς αν μπορεί να πεθάνει μόνο σε μια χώρα. Σκέψου τον καλύτερα σαν έναν οργανισμό. Οργανικό όλο που λέει κι ο βαζιούλιν. Αν του σπάσουμε τον αδύναμο κρίκο δε σημαίνει πως τον σκοτώσαμε. Είναι σα να του βγάζουμε ένα μάτι –το όνομα του έχει βγει προ πολλού. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσει η μόλυνση. Αρκεί το κομμουνιστικό μικρόβιο να κάνει μετάσταση.

Όμως ο καπιταλισμός είχε καλό ανοσοποιητικό και βρήκε αντισώματα στη συνήθεια και στα ταξικά κατάλοιπα. Κι έτσι μείναμε με τη μονόφθαλμη σοβιετία να βασιλεύει μέσα στους τυφλούς. Ώσπου ήρθε ο κανένας με το νόμο της αξίας και την αποτελείωσε. Και κρύφτηκε κάτω από την προβιά του κομμουνιστή για να μην τον καταλάβουμε.

Με ρωτάς και για το ρίζο. Λες τώρα να βγάλει κι άλλο διήγημα; Το λάθος τηλεφώνημα ενός μπάχαλου που μετάνιωσε;
Τι να σου πω ρε συ. Δεν έχω απάντηση σε όλα.