Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παυλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παυλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Για τον επιστημονικό βολουνταρισμό

Πιάνω το νήμα από εκεί που το είχα αφήσει πριν από λίγες μέρες, με την παρουσίαση της εισήγησης του Παυλίδη στο Φεστιβάλ των Αναιρέσεων για την ΕΣΣΔ και τα σημεία που καθιστούσαν υποχρεωτική την ύπαρξη ενός διευρυμένου κι ισχυρού κράτους.

Ξεκινάω την επανασύνδεση με ένα μικρό ανέκδοτο από τη συζήτηση, καθώς ο Μηνακάκης ανέφερε στη δική του παρέμβαση το βιβλίο του Ρίφκιν για την κοινωνία του μηδενικού οριακού κόστους, καθώς κι άλλα έργα φημισμένων αστών αναλυτών, κι ο σοβιετικός κυριούλης ήθελε να πιάσει το νήμα στη δευτερολογία του, για να σχολιάσει πως κάποιοι από αυτούς έχουν πολύ πιο αξιόλογες και οξυδερκείς εκτιμήσεις από διάφορους δημοσιολόγους με μαρξιστική -υποτίθεται- αφετηρία. Είχε ξεχάσει όμως προς στιγμήν το όνομα του Μηνακάκη, δε βρήκε γρήγορα κάποιο υποκατάστατο για να το σώσει -όπως το κλασικό "σύντροφος", "συναγωνιστής", που είναι σανίδα σωτηρίας σε τέτοιες περιπτώσεις, κι έγραψε ιστορία με την ατάκα: όπως είπε κι ο τέτοιος...

Εμπρός στον έτσι που χάραξε ο τέτοιος. Ή όπως θα έλεγε κι ο σφος Οβελίξ: "σωποδήποτε. Ο αποτέτοιος έχει δίκιο...".

Ναι αλλά ποιος είναι αυτός ο δρόμος του ρεύματος; Είναι περίπου σαν τις χρήσιμες οδηγίες των κατοίκων της πρώτης πόλης που συναντάν ο Αστερίξ κι ο Οβελίξ στο Γύρο της Γαλατίας (δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή το όνομά της). Μπορεί να πάει αριστερά, μπορεί και όχι. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.
Ή σαν το λαβύρινθο στα στενά του Λουγκντουνούμ, αν θυμάμαι καλά, μερικές σελίδες παρακάτω.

Με όρους Απαράδεκτων, για να αλλάξουμε γκεστάλτ, οι διοργανωτές πήραν τον Έτσι, πήραν και τον Γιουβέτσι (και το Λαβέτσι μη σου πω), στα πλαίσια της σύνθεσης, του γόνιμου διαλόγου, κοκ. Και μοιάζουν κάπως στον Τζον Βαρδαξή-Κουτρουμπέση, που... και στη λαοκρατία πιστεύει.
-Κάτω το κεφάλαιο,
-Κάτω.
-Ζήτω η... εργατική πρωτομαγιά.
-Ζήτω. Δεν έχω κανένα πρόβλημα.
Ζήτω και η Δικτατορία του Προλεταριάτου -που είναι η τελική συνέπεια της ταξικής πάλης, άλλο αν της αλλάζουν ντροπαλά όνομα σε "εργατική δημοκρατία".

Στο ίδιο τραπέζι, ο σοβιετικός κυριούλης κι ο Μπελαντής με την αντισοβιετική χολή και μια απλοϊκή παρέμβαση φοιτητικού επιπέδου, όπου το περιεχόμενο είναι χειρότερο από την αφόρητη επιτήδευση και την μπύρα που το συνόδευε (Άλφα, όπως λέμε "αντισοβιετίλα").
Στους ίδιους πάγκους, βιβλία της Σύγχρονης Εποχής και των κλασικών, μαζί με αναρχικούς και το Βλάση Αγτζίδη, και ό,τι άλλο αυτορπροσδιορίζεται και δηλώνει αριστερό.
Τα υλικά της επαναθεμελίωσης θυμίζουν πολύ τη γαλατική συνταγή για τι ξεμέθυσμα: μια κότα αμάδητη, σαπούνι Μασσαλίας... τα ανακατεύουμε όλα μαζί. Πάντα όμως με γαλατική ευγένεια και πολιτικό πολιτισμό στη διαφορετική άποψη.
Αστερίξ, μπορώ να τους δείξω πόσο ευγενικός είμαι;

Το βασικό πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι δεν παραδέχονται ακριβώς τη  δικτατορία του προλεταριάτου, την οξυμένη, λυσσαλέα ταξική πάλη και την εκτεταμένη καταστολή που ενδέχεται να χρειαστεί -και έτσι ο υπαρκτός σοσιαλισμός τελειώνει για αυτούς στην πρώτη σημαντική στροφή-σύγκρουση, πχ στην εποχή της κολεκτιβοποίησης, αν όχι από τον καιρό της Κροστάνδης ή την 11η μέρα κατά τας γραφάς, μετά τις δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο -ακόμα και για όσους έχουν επηρεάζονται από το έργο του Μπετελέμ, όπως ο Μπελαντής, το οποίο εξυμνεί τις ιδέες του Μάο για την πολιτική στο τιμόνι, την όξυνση της ταξικής πάλης και της βίας, όπως στην κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση.

Ο σοσιαλισμός κατά βάθος γίνεται αντιληπτός ως μια ανέφελη πορεία γεμάτη αυτοδιαχειριστικούς θεσμούς και αμεσοδημοκρατικά πειράματα, που υπερβαίνουν την εξουσία-αναγκαιότητα-τυραννία των ειδικών. Όσο για το σύνθημα "η πολιτική στο τιμόνι" για αυτούς σημαίνει πως δε χρειάζεται να ανιχνεύουν περιορισμούς, νομοτέλειες και αντικειμενικούς νόμους ή την εφαρμογή τους στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, αλλά τις αποκλίσεις από το καθαρό ιδανικό, που χαρακτηρίζονται ως παρεκκλίσεις και προδοσίες -βασικά σε υποκειμενική βάση, με κριτήρια ηθικής ή της ποιότητας ενός ατόμου (οι καλοί ενάντια στους κακούς).

Το χειρότερο είναι πως καταφέρνουν να πετάξουν στα σκουπίδια την πείρα και τα διδάγματα της οικοδόμησης 70 χρόνων, και ξεμπερδεύουν με το εύκολο συμπέρασμα πως αυτό που έχασε δεν ήταν σοσιαλισμός και συνεπώς δε μας αφορά. Κι αποτυγχάνουν να προσπαθήσουν έστω να κάνουν ό,τι κι οι κλασικοί στην εποχή τους, που έσκυψαν πάνω από την εμπειρία των 70 ημερών της Κομμούνας, για να κατανοήσουν και να σκιαγραφήσουν κάποια αδρά χαρακτηριστικά της κοινωνίας του μέλλοντος και των εμποδίων που θα κληθεί να ξεπεράσει.

Κι όταν ο σοβιετικός κυριούλης τους επισημαίνει πως στις συνθήκες του εικοστού αιώνα, κάποια χαρακτηριστικά ήταν αναπόδραστα κι αντικειμενικά, κι όχι παρεκκλίσεις (η γραφειοκρατία, δηλ το κράτος σε τελική ανάλυση, ο επαγγελματικός στρατός, κοκ) αυτοί εξακολουθούν να φαντάζονται το σοσιαλισμό ως ένα μικρό κομμουνισμό, χωρίς συγκρούσεις κι αντιφάσεις. Αναγκάζονται παρά τη θέλησή τους να παραδεχτούν κάποιους περιορισμούς και να ισχυριστούν στην καλύτερη πως έπρεπε τουλάχιστον να αναπτύσσονται παράλληλα και αντίρροπες τάσεις -που είναι λίγο απλοϊκό, αλλά δεν είναι ακριβώς λάθος.

Θα το πω λίγο αφοριστικά -μια από τις αγαπημένες φράσεις του Παυλίδη- στον επίλογο της ανάρτησης κι επιφυλάσσομαι για αναλυτική αναφορά σε προσεχές επεισόδιο. Χρειάζεται να διερευνηθούν πιο διεξοδικά οι αντικειμενικοί περιορισμοί του εικοστού αιώνα -βαθμός ανάπτυξης των μέσων παραγωγής, ο χαρακτήρας της εργασίας και της ίδιας της εργατικής τάξης- και να διαπιστώσουμε ποιοι από αυτούς και σε ποιο βαθμό εξακολουθούν να υφίστανται στις σημερινές συνθήκες, γιατί επικρατεί μια απλουστευτική αντίληψη πως τα επαναστατικά εγχειρήματα του εικοστού αιώνα ταλαιπωρήθηκαν από τις καθυστερήσεις στην παραγωγή της εποχής τους, αλλά στον 21ο αιώνα είμαστε έτοιμοι να κάνουμε κατευθείαν το άλμα στον κομμουνισμό (βλέπε μεταξύ άλλων, Ρούσης, "ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς".

Και δεύτερον, κάθε σοβαρή ανάλυση των αντικειμενικών συνθηκών και περιορισμών οφείλει να συνοδεύεται από μια ανάλυση για την προοπτική και της υπέρβασής τους και το αντίστοιχο επεξεργασμένο σχέδιο που θα ακολουθήσει ο υποκειμενικός παράγοντας, για να το πετύχει, όχι παίρνοντας τις επιθυμίες του για πραγματικότητα, αλλά με ένα είδος επιστημονικής βουλησιαρχίας, την οποία οι μπολσεβίκοι είχαν αναγάγει για δεκαετίες σε ανώτερη τέχνη - μέθοδο.
Κι αυτό είναι που δίνει, παρεμπιπτόντως, τον τίτλο της σημερινής ανάρτησης.

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Το σοσιαλιστικό κράτος στην ΕΣΣΔ

Τις προάλλες η κε του μπλοκ ξέκλεψε λίγο χρόνο, για να βρεθεί στο φεστιβάλ των Αναιρέσεων (γεια σας, αναιρούμε τον κομμουνισμό, όπως λέγαμε για πλάκα παλιά με ένα σφο) και να παρακολουθήσει μια συζήτηση αφιερωμένη στα 100 χρόνια της Οχτωβριανής Επανάστασης. Το καλό της υπόθεσης -από μία άποψη- είναι πως μπορείς να έχεις απεριόριστη εμπιστοσύνη στους ρυθμούς του χώρου (όταν κι εσύ δεν είσαι καλύτερος), να φτάσεις αργοπορημένος, μία ώρα μετά την προγραμματισμένη έναρξη, κι ενώ πιστεύεις πως πρόλαβες ίσα-ίσα τον τελευταίο ομιλητή στο κλείσιμο, καταλαβαίνεις σταδιακά πως έχεις προλάβει τη συζήτηση σχεδόν από την αρχή, ευτυχώς (από μία μόνο άποψη).

Δεν έχω σκοπό να κάνω μια συνολική "ανταπόκριση", ούτως ή άλλως δεν μπορώ να πω ότι γύρισα πολύ το χώρο, κι ίσως να μου λείπει η απαραίτητη καλή διάθεση γι' αυτό. Αντί για αυτό, προτιμώ να εστιάσω σε μερικά σημεία της εισήγησης του σοβιετικού κυριούλη, κατά κόσμον Περικλή Παυλίδη, (που μπορείτε να τη δείτε ολόκληρη στο βίντεο που ακολουθεί). Κι επιλέγω να το κάνω με το σκεπτικό ότι αποδομεί εύστοχα μια σειρά δημοφιλείς αντισοβιετικούς μύθους κι ανοίγει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, χωρίς να ταυτίζομαι απαραίτητα με το σύνολο των θέσεών του.



Ο Παυλίδης αντιτάσσεται στην εξωτική, αφελή αντίληψη -κυρίως τροτσκιστικής προέλευσης- πως τα επαναστατικά εγχειρήματα του εικοστού αιώνα θα μπορούσαν απλώς να κρατήσουν κάποια καλά στοιχεία, αποβάλλοντας τα αρνητικά, πχ να καταπολεμήσουν τη γραφειοκρατία, αναπτύσσοντας αμεσοδημοκρατικούς, αυτοδιαχειριστικούς θεσμούς εργατικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, όμως, ο ένας πόλος απαιτούσε και δημιουργούσε τον άλλο, κι η υπέρβαση της γραφειοκρατίας προϋπέθετε μια άλλη εργατική τάξη, που δε θα υποτασσόταν στον υποδουλωτικό καταμερισμό εργασίας, τους όρους της μηχανής και της χειρωνακτικής εργασίας.

Ο Παυλίδης έπιασε τον όρο "κρατικός σοσιαλισμός", που ήταν οικείος στο κοινό του από το έργο του Μπιτσάκη, και υπονοεί -αν σημαίνει δηλαδή κάτι- την ύπαρξη ενός ισχυρού κράτους, που αντί να απονεκρωθεί, διευρύνθηκε. Ανέλυσε λοιπόν μερικά σχετικά σημεία που καθιστούσαν απαραίτητη (νομοτελειακή θα μπορούσαμε να πούμε) την εμφάνιση αυτού του χαρακτηριστικού.

Στη Σοβιετική Ένωση υπήρχαν χοντρικά δύο στρατηγικές για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η στρατηγική της ΝΕΠ προέβλεπε μια ομαλή πορεία, με λιγότερο κόστος, αλλά ήταν αδρομερής και δεν παρείχε εγγυήσεις για την επιβίωση της ΕΣΣΔ. Η στρατηγική της σοσιαλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης (του Πρεομπραζένσκι, που, κατά τον Παυλίδη, την υιοθέτησε κι ο Στάλιν) ήταν μεν υψηλού κόστους, αλλά αποτελούσε μονόδρομο για το μέλλον της σοβιετικής εξουσίας. Σε αυτήν την περίοδο είναι που γίνονται οι βαθύτεροι κοινωνικοί μετασχηματισμοί και διαμορφώνονται τα βασικά χαρακτηριστικά του σοβιετικού κράτους.

Ποιοι παράγοντες υπαγορεύουν όμως τη διεύρυνσή τους;
Καταρχάς υπάρχει έμπρακτη αμφισβήτηση της σοσιαλιστικής εξουσίας από διάφορα στρώματα και εκτεταμένη ταξική σύγκρουση που φτάνει και στη μορφή της ένοπλης δράσης, ως τη δεκαετία του 50' (σε περιοχές της Κεντρικής Ασίας) σε πλήρη αντίθεση με το αστικό -κι ιδιαίτερα δημοφιλές σε μικροαστικές δυνάμεις με "αριστερό πρόσημο"- στερεότυπο ότι υπήρχε ένα σοβιετικό καθεστώς που απολάμβανε μια αχρείαστη καταστολή.

Δεύτερο σημείο: η επανάσταση επικράτησε στα λιγότερο ισχυρά κράτη (τους αδύναμους κρίκους της αλυσίδας) που είχαν να αντιμετωπίσουν έναν πανίσχυρο αντίπαλο και δε θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα, παρά μόνο βασιζόμενοι σε έναν επαγγελματικό στρατό κι όχι απλά σε ένοπλες πολιτοφυλακές, όπως λένε κάποιοι, αντιγράφοντας στείρα το γράμμα κάποιων σχετικών αναφορών των κλασικών. Εκτός κι αν πιστεύει κανείς πως έτσι συντρίφτηκε η ναζιστική πολεμική μηχανή ή πως έτσι κατατρόπωσαν οι Βιετ-Κονγκ το στρατό των ΗΠΑ.

Το τρίτο σημείο είναι πως συρρικνώθηκαν μεν οι εμπορευματικές σχέσεις, αλλά διογκώθηκαν αντίστοιχα οι διοικητικές σχέσεις, και διευρύνθηκε το κράτος, συμπεριλαμβάνοντας το στρώμα των ειδικών, τους ειδήμονες που δεν ήταν ανταλλάξιμοι και δεν μπορούσαν να αντικατασταθούν από οποιοδήποτε μέλος της εργατικής τάξης, εφόσον η τελευταία παρέμενε υποταγμένη στους όρους του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας, με εργάτες που έχουν συγκεκριμένη ειδίκευση, χωρίς να μπορούν να αποκτήσουν εποπτική αντίληψη της παραγωγής.
Αυτό συμβαίνει γιατί, σε αντίθεση με όσα μπορούσαν να φανταστούν στον καιρό τους οι κλασικοί, η εκμηχάνιση της παραγωγής κι η βαριά βιομηχανία δε μειώνει, αλλά επεκτείνει τον υποδουλωτικό καταμερισμό εργασίας.

Παρεμπιπτόντως, είναι υπερβολικά απλουστευτική η εικόνα πως η σοβιετική γραφειοκρατία έφερνε από τα πάνω ένα σχέδιο στους εργαζόμενους, για να τους το ανακοινώσει και να τους το επιβάλλει, ενώ αυτοί το ενέκριναν τυπικά. Κανένας σχεδιασμός σε τέτοια, κολοσσιαία κλίμακα δε θα μπορούσε ποτέ να προχωρήσει χωρίς την ευρεία συναίνεση, αποδοχή και μια κάποια ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων στην υλοποίησή του.

Τέταρτος παράγοντας είναι ο εξής: αφενός τα καταναλωτικά αγαθά δεν έφταναν ποσοτικά και ποιοτικά για να καλύψουν όλες τις ανάγκες του πληθυσμού και κατά συνέπεια δε μοιράζονταν με βάση τις ανάγκες του καθενός. Αφετέρου η εργασία εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό κοπιώδης και μονότονη, παραμένει δηλ εξωτερική ανάγκη και όχι αυτοσκοπός ή απόλαυση, άρα προκύπτει η ανάγκη ενός κρατικού διοικητικού καταναγκασμού, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της εργασίας, εφόσον έχει εκλείψει σε μεγάλο βαθμό ο οικονομικός καταναγκασμός.

Αναπτύσσονται, λοιπόν, ιδιότυποι ανταγωνισμοί που είναι αντιφάσεις εντός της εργασίας (όχι δηλ όπως η αντίφαση κεφαλαίου-εργασίας) αλλά τείνουν να αναβιώσουν κάποιες ταξικές ανταγωνιστικές σχέσεις κι εκδηλώνονται πχ με την κλοπή της κρατικής ιδιοκτησίας, τη χαμηλή εργασιακή πειθαρχία, τη μαύρη αγορά-παραοικονομία, κτλ. Έτσι, στη σοβιετική ιστορία βλέπουμε την αυτοθυσία και τον ηρωισμό δίπλα στον κομφορμισμό, το νεποτισμό, την απειθαρχία, τη μαύρη αγορά, κτλ.

Φαινόμενα που γίνονται κυρίαρχα μετά τη δεκαετία του 60' και τη στροφή στην ανάπτυξη των ε-χ σχέσεων. Που δεν προκύπτει ωστόσο ως συνειδητή αντεπαναστατική στάση -μολονότι ενισχύει τις αντισοσιαλιστικές στάσεις- αλλά για να αντιμετωπίσει υπαρκτά προβλήματα της σοβιετικής οικονομίας.

Εν κατακλείδι, η σοβιετική πείρα αφήνει ως παρακαταθήκη τη σημασία του κεντρικού σχεδιασμού, που ήταν ο μοναδικός τρόπος για τη Σοβιετική Ένωση προκειμένου να αντεπεξέλθει στον ανελέητο ανταγωνισμό του ιμπεριαλιστικού κόσμου, ενώ απέδειξε την ανωτερότητά της σε τομείς όπως της εκπαίδευσης του ανθρώπου, της ολόπλευρης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του και της ανάδειξης των δυνατοτήτων του.

Η καλύτερη μαρτυρία για την αξία της επανάστασης και της σοβιετικής κοινωνίας είναι ίσως αυτή ενός αντισοβιετικού συγγραφέα, του Αντρέ Ζιντ, που προσπαθεί να απομυθοποιήσει τη Σοβιετική Ένωση στο βιβλίο του "επιστροφή από την ΕΣΣΔ" αλλά παραδέχεται πως "πουθενά αλλού δεν αισθάνεται κανείς τόσο έντονα και βαθιά το αίσθημα της ενωμένης ανθρωπότητας, όσο στην ΕΣΣΔ. Παρά τη διαφορά της γλώσσας, πουθενά αλλού δεν είχα αισθανθεί τον εαυτό μου τόσο πολύ ως σύντροφο και αδερφό, κι αυτό αξίζει για μένα περισσότερο από το ωραιότερο τοπίο στον κόσμο".

Υπάρχουν διάφορες προεκτάσεις στα παραπάνω, αλλά θα χρειαστεί να τις δούμε σε επόμενη ανάρτηση.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Τι να κάνουμε

Την περασμένη εβδομάδα η λέσχη αναιρέσεις διοργάνωσε στα (κάπως μικρά αλλά αρκετά ζεστά) γραφεία της στη θεσσαλονίκη μια βιβλιοπαρουσίαση του μυθιστορήματος του τσερνισέφσκι «τι να κάνουμε» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις τόπος και μεταφράστηκε μόλις τώρα για πρώτη φορά στη γλώσσα μας, παρά τους παραδοσιακούς δεσμούς του ελληνικού κοινού με τη ρώσικη λογοτεχνία και την χώρα γενικότερα. Πιθανόν γιατί δεν αποτελεί εύκολο ανάγνωσμα και χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερη πρόζα με αρκετούς συμβολισμούς, για να υπερκεράσει τη λογοκρισία της φυλακής, όπου και γράφτηκε, όπως μας είπε ο παυλίδης, που ήταν κι ο ομιλητής-εισηγητής της εκδήλωσης. Το κείμενο που ακολουθεί περιέχει αρκετά επίπεδα διαμεσολάβησης, καθώς βασίζεται σε πρόχειρες σημειώσεις και συνειρμούς απ’ όσα είπε εισηγητικά ο περικλής, που παραδέχτηκε πως υποδεικνύει μια συγκεκριμένη ανάγνωση του βιβλίου, αλλά μας κάλεσε να το διαβάσουμε και να αναμετρηθούμε με το έργο, για να σχηματίσουμε δική μας άποψη. Είναι αυτονόητο πως τυχόν κενά, αστοχίες και λοιπές αβαρίες κατά τη μεταφορά χρεώνονται αποκλειστικά σε μένα.


Ο περικλής έκανε αρχικά μια ξώφαλτση αναφορά στη δική του πρώτη επαφή με το βιβλίο, στη μόσχα του 89’, σε μια δραματική συγκυρία, όπου ανέκυπτε ως υπαρξιακή αγωνία το ερώτημα του βιβλίου: τι να κάνουμε; Κι εν συνεχεία μίλησε για το ιστορικό πλαίσιο της περιόδου που γράφτηκε το έργο, στα 1862-3, όπου η ριζοσπαστική νεολαία βιώνει έντονα τα αδιέξοδα, την παρακμή και την καταπίεση του τσαρικού καθεστώτος και αναζητεί κάποια απελευθερωτική διέξοδο –το θέμα είναι προς τα ποια κατεύθυνση θα κινηθεί αυτή. Είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν η αγροτική μεταρρύθμιση (από τα πάνω) με την κατάργηση του θεσμού της δουλοπαροικίας, που έδινε μεν νομική ελευθερία στους δουλοπάροικους, αλλά δεν τους έδινε γη, ούτε λεφτά για να την εξαγοράσουν κι επιδείνωνε πολλές φορές την εξάρτησή τους απ’ τους φεουδάρχες και το αγροτικό πρόβλημα –που θα λυθεί μόνο με την οκτωβριανή επανάσταση.

Ο τσερνισέφσκι εμπνέεται από τον αγώνα και τη βιοπάλη του αγροτικού πληθυσμού και τα παντρεύει με τις ανερχόμενες σοσιαλιστικές ιδέες (αρχικά των ουτοπιστών: όουεν, φουριέ, κτλ). Παραμένει συνεπής πολέμιος του καθεστώτος (εξάλλου γράφει το βιβλίο έγκλειστος από το καθεστώς στη φυλακή) αλλά και της φιλελεύθερης αστικής τάξης, που έχει μεταρρυθμιστικές, συμβιβαστικές επιδιώξεις, με τυπικό εκπρόσωπο το λογοτέχνη τουργκένιεφ, που διάκειται αρνητικά στο έργο του τσερνισέφσκι. Ο τελευταίος τάσσεται υπέρ της αγροτικής επανάστασης και μιας προοπτικής 'αγροτικού σοσιαλισμού'. Με αυτήν απευθύνεται και στους ρανασίντσι, αν το έχω σημειώσει καλά, {ένα νέο κοινωνικό μόρφωμα, μια ιδιότυπη ιντελιγκέντσια, που είναι μορφωμένη, αλλά δεν κατέχει υπαλληλικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό κι ασχολείται με ελευθέρια επαγγέλματα} καλώντας τους να κάνουν μια μεγάλη πορεία προς το λαό και να συγχωνευτούν μαζί του.

Περνώντας στο περιεχόμενο του βιβλίου, ο παυλίδης εντόπισε την αξία του (μεταξύ άλλων και) στους χαρακτήρες του, καθώς δίνονται τυπικοί πρωταγωνιστές της εποχής, δηλ της εποχής του δεύτερου επαναστατικού κύματος, όπως την είχε χαρακτηρίσει ο λένιν, ανάμεσα στο πρώτο κύμα των δεκεμβριστών φιλελεύθερων αριστοκρατών και το τρίτο, που είναι το δικό μας {γαμώ το κέρατό μας…} Το τι να κάνουμε είναι ένα φιλοσοφικό πόνημα, ένα πολιτικό μανιφέστο, δοσμένο με μορφή μυθιστορήματος, που καταπιάνεται με το νόημα της ύπαρξής μας και το πρσοδιορίζει ως αφιέρωση σε ένα μεγάλο ιδανικό, δίπλα στο συμφέρον του λαού, ώστε κανείς ποτέ να μην είναι φτωχός και δυστυχισμένος, όπως λέει η βασική ηρωίδα του, η βέρα πάβλοβνα. Πολλές φορές μάλιστα ο τσερνισέφσκι, παγώνει τη δράση και παρεμβάλλει εκτενείς αφηγήσεις θυμίζοντας σε ένα βαθμό τη μεταγενέστερη μπρεχτική αντίληψη.

Η μητέρα της βέρας, μαρία αλεξέγεβνα, αντιπροσωπεύει την παλιά τάξη πραγμάτων, την ηθική του παλιού κόσμου της αποξένωσης κι είναι εμποτισμένη με ιδιοτέλεια κι εγωισμό, ως αντανάκλαση των κυρίαρχων ηθικών σχέσεων («μόνο οι ανήθικοι ζουν καλά σε αυτό τον κόσμο» λέει σε ένα σημείο). Ο τσερνισέφσκι ωστόσο δεν ηθικολογεί, ούτε θεωρεί πως μπορούσε να υπάρξει άλλη λύση στο παρελθόν. Εκτιμά όμως πως τώρα υπάρχουν οι προϋποθέσεις για κάτι καινούριο, για το νέο άνθρωπο, που συμβολίζει η βέρα.

Ο λιπουχόφ, ένας φοιτητής ιατρικής, παντρεύεται τη βέρα και τη γλιτώνει από ένα οδυνηρό γάμο συμφέροντος στον οποίο θέλει να την εμπλέξει, εν είδει αγοραπωλησίας, η μητέρα της. Οι δυο τους χτίζουν μια σχέση ελευθερίας, ισότητας κι αμοιβαίου σεβασμού. Ενώ η βέρα αναπτύσσεται ως προσωπικότητα συμμετέχοντας ενεργά στη λειτουργία ενός πρότυπου κοινωνικού εργαστηρίου, ενός συνεταιριστικού ραφτάδικου, που έχει και κάποια χαρακτηριστικά κοινόβιου –κάτι που φανερώνει την αντίληψη του τσερνισέφσκι ότι ο άνθρωπος αναπτύσσεται πρωτίστως μέσω της κοινωνικής του δραστηριότητας.

Ο συγγραφέας παρεμβάλλει τέσσερα όνειρα της βέρας και στο τελευταίο μας δίνει το ιδανικό της αγροσοσιαλιστικής κοινωνίας, όπως το αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Στο επίκεντρο βρίσκεται φυσικά η ύπαιθρος, ενώ υπάρχουν λιγοστές πόλεις, όπου ο πληθυσμός διαμένει για ελάχιστο χρονικό διάστημα, κυρίως για διεκπεραιωτικές υποθέσεις. Τον χειμώνα οι χωρικοί αποδημούν στις πιο νότιες περιοχές. Δεν υπάρχουν σύνορα παρά μόνο ένα παλάτι, φτιαγμένο από σίδηρο και γυαλί.

Το όνειρο της βέρας δεν περιγράφει μια τυπική αγροτική ουτοπία, αλλά συνοικισμούς με τεχνολογικά επιτεύγματα, αλουμίνιο, αγροτικές μηχανές, όπως στα φαλανστήρια (εκ της φάλαγγας και του μοναστηρίου) του φουριέ. Περιγράφει με τα ωραιότερα χρώματα μια κοινωνία αφθονίας αγαθών, όπου όλοι εργάζονται, τρώνε, ζουν και διασκεδάζουν μαζί. Ο τσερνισέφσκι δίνει βάρος στη διασκέδαση, την ευχάριστη ζωή, την αισθαντικότητα και την αισθητική, τα όμορφα ρούχα. Σε αντίθεση δηλ με τον αστικό τρόπο ζωής που δολοφονεί το πάθος και το συναίσθημα· αλλά και με μερικές αντιλήψεις μουντής ομοιομορφίας που επικράτησαν σε κάποια παραδείγματα από τον υπαρκτό που γνωρίσαμε στον εικοστό αιώνα.

Πολύ σημαντική θέση στο έργο κατέχει κι η έννοια της γυναικείας χειραφέτησης στις διαπροσωπικές σχέσεις και συνολικά υπό το πρίσμα της πανανθρώπινης χειραφέτησης, καθώς ο βαθμός της πρώτης αποτελεί δείκτη της γενικότερης κοινωνικής προόδου –όπως είχε πει πρώτος ο φουριέ. Κι εφόσον η σχέση μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας αποτελεί ίσως την πιο φυσική σχέση, μας δείχνει σε ποιο βαθμό η φυσική συμπεριφορά του ανθρώπου έχει καταστεί πραγματικά ανθρώπινη –ένα μέτρο στο οποίο αποδεικνύεται εξαιρετικά ανεπαρκής η δική μας εποχή. Οι ιδέες αυτές έρχονται στο προσκήνιο μέσω και της ζιλίν, μιας όμορφης φίλης της βέρας, που χρησιμοποιεί τη γοητεία της, όχι για να σπάσει τα δεσμά της και να φτάσει στην ανεξαρτησία της, αλλά για να εξασφαλίσει μια εύκολη, πολυτελή ζωή.

Ο τσερνισέφσκι παρουσιάζει μέσα από μια φαινομενικά συνηθισμένη ιστορία αγάπης μια νέα ηθική για τις ανθρώπινες σχέσεις. Η βέρα ερωτεύεται τον κισάνοφ, ένα φίλο του λιπουχόφ. Το συναίσθημα είναι αμοιβαίο, αλλά φαντάζει αδιέξοδο και τη λύση τη δίνει τελικά ο ίδιος ο λιπουχόφ, σκηνοθετώντας την αυτοκτονία του και φεύγοντας στο εξωτερικό, για να μη σταθεί εμπόδιο στην ευτυχία τους. Ο τσερνισέφσκι υπερβαίνει την αστική λογική της ίσης ανταπόδοσης (του καλού που έκανε ο λιπουχόφ στη βέρα), την καντιανή ηθική του αστικού ίσου μέτρου, βάση κάποιας αφηρημένης κατηγορικής προσταγής (μην κάνεις στους άλλους ό,τι δε θες να κάνουν σε εσένα). Και μας δίνει μια νέα ηθική, όπου αγάπη για τον άλλο σημαίνει να χαίρεσαι με ό,τι είναι καλό για εκείνον, μια αγάπη στη βάση των αναγκών και των δυνατοτήτων του –θυμίζοντας ίσως την αρχή του μαρξ για την διανομή αγαθών στον κομμουνισμό. Ξεφεύγει λοιπόν τόσο από μια θρησκευτική ελέω θεού κι εξ αποκάλυψης αγάπη, όσο κι απ’ τον έλλογο εγωισμό και το ατομικό συμφέρον του διαφωτισμού, παντρεύοντας το τελευταίο με το συλλογικό συμφέρον, και τη στηρίζει σε μια στέρεα υλιστική (με τη φιλοσοφική κι όχι με την χυδαία έννοια) ερμηνεία.

Θα αντισταθώ στον πειρασμό και δε θα σταθώ παρά μόνο αναφορικά στα υπόλοιπα σημεία της παρουσίασης του παυλίδη –που αναγκάστηκε κι ο ίδιος να την περικόψει, για να μην κουράσει το κοινό του- αλλά και της συζήτησης που ακολούθησε: τις επιρροές του τσερνισέφσκι απ’ το φόιερμπαχ. Το ραχμέτοβ (χαρακτήρας του βιβλίου), έναν αφοσιωμένο, σκληραγωγημένο επαναστάτη, με ανεπτυγμένο αίσθημα αυτοθυσίας, που ζει ασκητικά όχι από κάποια ασυνείδητη αντιπάθεια προς τη ζωή, αλλά γιατί δεν επιτρέπει στον εαυτό του χαρές και σπατάλες που δεν μπορεί να απολαύσει ο φτωχός λαός. Μια σπάνια πάστα επαναστάτη σαν εικόνα από το μπολσεβίκικο μέλλον, με σαφή επίδραση στο κλασικό έργο του οστρόφσκι πώς δενότανε το ατσάλι και το βασικό του ήρωα, τον πάβελ κορτσάγιν, που είναι κατ’ ουσίαν αυτοβιογραφικός.

Τη σκληρή υποδοχή του έργου από τον εκπρόσωπο της αστικής αριστοκρατίας τουργκένιεφ, -αν και αργότερα ο κροπότκιν παραδέχτηκε πως ο τουργκένιεφ αδικείται ίσως από τη συγκεκριμένη ανάγνωση κάποιων έργων του. Την αφοπλιστική παραδοχή του τσερνισέφσκι πως δε διαθέτει στάλα λογοτεχνικού ταλέντου και ότι θέλει να κριθεί για το περιεχόμενο του βιβλίου του, που είναι πρωτίστως ένα πολιτικό μανιφέστο. Τη διαμάχη με τον πεσιμιστή ντοστογέφσκι (που δε βλέπει κανέναν επί γης παράδεισο) κι ο λογοτεχνικός διάλογος που άνοιξε με το "υπόγειο" του τελευταίου –όπου ακόμα κι ο τίτλος του έργου είναι παρμένος από μια φράσης της βέρας πάβλοβνα (με έβγαλες από το υπόγειο). Και την έντονη επίδραση που άσκησε στο λένιν –και σε όλη αυτή τη γενιά επαναστατών- ο οποίος δανείστηκε και τον τίτλο του βιβλίου για το δικό του τι να κάνουμε, που γράφτηκε στα 1902.

Εν κατακλείδι, το βιβλίο αφήνει μια πολύτιμη παρακαταθήκη. Την ολοκληρωτική αφοσίωση στον αγώνα και την ιστορική ανάγκη. Και δίνει μια γενική, αδρομερή απάντηση στο ερώτημα: τι θα είναι το μέλλον, μαζί με το μήνυμα: αγαπήστε το, ποθήστε το, δουλέψτε για αυτό και φέρτε το, όσο μπορείτε, στο σήμερα…

Υγ: η εκδήλωση μαγνητοσκοπήθηκε, αλλά απ' ό,τι γνωρίζω, δεν έχει ανέβει ακόμα κάπου το σχετικό βίντεο. Οι σφοι αναγνώστες που ενδιαφέρονται για το βιβλίο, μπορούν να δουν κάποια παραπάνω στοιχεία σε αυτό το σύνδεσμο.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Η Οχτωβριανή Επανάσταση κι ο σοσιαλισμός του 20ού αιώνα

Η αυριανή επέτειος της οχτωβριανής επανάστασης ανοίγει αναπόφευκτα μια συζήτηση που δεν περιορίζεται στο νικηφόρο ξεκίνημά της, αλλά εξετάζει συνολικά την ιστορική διαδρομή της χώρας των σοβιέτ κι επεκτείνεται στα αίτια παρακμής και διάλυσής της.

Σε αυτό το πλαίσιο η κε του μπλοκ θεωρεί εξαιρετικά επίκαιρη μια παλιότερη εκδήλωση του (πάλαι ποτέ) ομίλου μελέτης επαναστατικής θεωρίας θεσσαλονίκης, με εισηγητή το σοβιετικό κυριούλη (όπως τον ξέρουν οι σταθεροί αναγνώστες του μπλοκ) και κατά κόσμον περικλή παυλίδη και θέμα τον τίτλο της ανάρτησης: η οχτωβριανή επανάσταση κι ο σοσιαλισμός του εικοστού αιώνα.

Η εισήγηση κι η συζήτηση που ακολουθεί εξετάζει μια σειρά ζητήματα με ενδιαφέροντα και σχετικά ολοκληρωμένο τρόπο -στο βαθμό που μπορεί φυσικά να γίνει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στα πλαίσια μιας εκδήλωσης-εισήγησης για ένα τέτοιο κεφαλαιώδες και πολύπλευρο ζήτημα.

Η συζήτηση έχει μαγνητοσκοπηθεί και παρουσιάζεται σε πέντε μέρη, που η κε του μπλοκ τα συνιστά ανεπιφύλακτα (διατηρώντας έστω τις επιφυλάξεις της για επιμέρους σημεία) σε όσους αναγνώστες θέλουν να εμβαθύνουν στα ερωτήματα που προκύπτουν κατά τη συζήτηση για την κοινωνική φύση και τον χαρακτήρα της σοβιετικής ένωσης.

Όσοι έχουν τον χρόνο και την υπομονή να την ακούσουν ολόκληρη, πιστεύω πως θα ανταμειφθούν στο τέλος από τις ιδέες και τον όγκο των καινούριων πληροφοριών με τον οποίο θα έρθουν σε επαφή, ανεξάρτητα από το βαθμό συμφωνίας τους με επιμέρους κρίσεις και συμπεράσματα του περικλή.

Καλή ακρόαση.

Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο σοσιαλισμός του 20ου αιώνα part 1 from OmilosThes on Vimeo.

Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο σοσιαλισμός του 20ου αιώνα part 2 from OmilosThes on Vimeo.

Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο σοσιαλισμός του 20ου αιώνα part 3 from OmilosThes on Vimeo.

Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο σοσιαλισμός του 20ου αιώνα part 4 from OmilosThes on Vimeo.

Η Οκτωβριανή επανάσταση και ο σοσιαλισμός του 20ου αιώνα part 5 from OmilosThes on Vimeo.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Έθνος και ταξική συνείδηση - Το δεύτερο μέρος

Η κε του μπλοκ παραμένει μέχρι νεωτέρας εξωτερικός παρατηρητής στις συζητήσεις που ανοίγουν στα σχόλια –χωρίς ωστόσο να τις σνομπάρει- και συνεχίζει τις αναρτήσεις επί του ίδιου θέματος, τη σύνδεση του έθνους με την ταξική συνείδηση, πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει χτες.

Ο εθνικισμός αποτελεί ένα –φαινομενικά μόνο- παράδοξο πρότυπο για την «κοσμοπολίτικη» αστική τάξη. Όπως είδαμε πριν εκφράζει την κοινωνική συμμαχία του κόσμου της ιδιοκτησίας, ταυτόχρονα όμως προσφέρει μια αίσθηση κοινότητας που είναι απαραίτητη για να συσπειρώσει ευρύτερα λαϊκά στρώματα, σε έναν αιματηρό αγώνα για τα συμφέροντα της αστικής τάξης –ενώ αντίθετα ο αστικός ατομικός φιλελευθερισμός δεν αρκεί για να εμπνεύσει κάποια αντίστοιχη στάση στις μάζες. Το πιο σημαντικό ωστόσο είναι πως η ιδέα του έθνους καταφέρνει να συνδέει φαντασιακά με υπερταξικό τρόπο την κοινωνία των ιδιωτών, χωρίς να αρνείται και να αμφισβητεί την ιδιωτική ιδιοκτησία.

Η αστική τάξη λοιπόν υιοθετεί μια εξόχως αντιιστορική αντίληψη για το έθνος, που το θεωρεί αιώνιο κι αχρονικό: ήταν είναι και θα είναι (για να θυμηθούμε και το γνωστό σύνθημα των σκοπιανοφάγων για τη μακεδονία). Συνεπώς χάνει την ικανότητα να σκέφτεται ορθολοικά και παραιτείται από κάθε στοιχείο ορθού λόγου που ήταν το βασικό πνευματικό της όχημα στην περίοδο του διαφωτισμού και στηρίζεται πλέον στην ψευδή συνείδηση, που αγγίζει τα όρια της μυθολογίας.

Τα απαραίτητα επόμενα βήματα σε αυτήν την πορεία είναι η φυσικοποίηση του έθνους, που εφόσον δε σχετίζεται με την ιστορική εξέλιξη, αποκτά βιολογική οντότητα και θεωρείται στοιχείο της φύσης. Η κοινότητα της βιολογικής φύσης των μελών του έθνους, που αναγνωρίζει μεν την ύπαρξη τάξεων, αλλά επαγέλλεται την υπέρβασή τους και την ταξική αλληλεγγύη στο όνομά της. Η νομοτελής ροπή προς το ρατσισμό, την ιδέα της βιολογικής ανωτερότητας και της εθνοφυλετική καθαρότητας, που πρέπει να προστατεύεται από προσμείξεις με κατώτερα γένη. Η φυσικοποίηση του ανταγωνισμού και ο μισανθρωπισμός, που θεωρεί ότι ο πόλεμος βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου και αρνείται να δώσει κάποια άλλη προοπτική στην ανθρωπότητα, κηρύσσοντας ένα ιδιότυπο «τέλος της ιστορίας».

Θα παρακάμψουμε χωρίς περαιτέρω ανάλυση ένα υπαινικτικό σχόλιο του περικλή για τους εθνικούς πολιτισμούς, για να προχωρήσουμε στο ζήτημα της σχέσης του εθνικισμού με τους ταξικούς αγώνες. Καταρχάς ο περικλής διαχώρισε τον εθνικισμό ως επιθετική αστική ιδεολογία απ’ τον επαναστατικό πατριωτισμό που επηρέασε τα επαναστατικά σκιρτήματα του εικοστού αιώνα και τον είδαμε ενεργό από τη ρωσία του 17’, την κίνα και το βιετνάμ, μέχρι την κούβα και την ελλάδα, συχνά με ένα αντιιμπεριαλιστικό περίβλημα, που ενσαρκώνει τον αμυντικό αγώνα για την υπεράσπιση της πατρίδας από κάποιον εξωτερικό εχθρό. Γι’ αυτό και η κυρίαρχη αντίθεση γινόταν αντιληπτή μεταξύ «λαού και ξένων», ενώ η αστική τάξη που συνεργαζόταν με τους δεύτερους θεωρούνταν δωσίλογη, προδοτική και ξεπουλημένη.

Παρόλα αυτά η κριτική για πατριδολαγνεία που ασκείται στα κκ του εικοστού αιώνα είναι απλοϊκή και άθλια, αδυνατώντας να διαβάσει διαλεκτικά την ιστορία και το εκάστοτε επίπεδο συνείδησης –καθώς ο πλειοψηφικός κορμός αυτών των κινημάτων είναι ο αγροτικός πληθυσμός, που είναι βαθιά συνδεμένος με τη γη του και την υπεράσπισή της. Αλλά του διαφεύγει η γνήσια διεθνιστική σκοπιά, καθώς έχει ως άνω όριό της την αλληλεγγύη προς άλλα καταπιεζόμενα έθνη και στην καλύτερη μια κοινότητα αλληλέγγυων λαών, χωρίς όμως προοπτική υπέρβασής τους. Κατεξοχήν αγροτική ήταν πχ η κινέζικη επανάσταση, που ήταν με χοντροκομμένες αναλογίες κατά ένα 20% κομμουνισμός και κατά ένα 80% αγροτικός πατριωτισμός –που οδήγησε στο ουτοπικό σοσιαλιστικό μοντέλο με βάση την αγροτική κομμούνα. Τέτοιες δυνάμεις αναδεικνύονται σήμερα πχ και στο κίνημα των ιθαγενών της βολιβίας, που θεωρούν τη γη κοινή τους μητέρα, δοσμένη από το θεό.

Κι ερχόμαστε στην εποχή μας, όπου κάποιοι προβάλλουν την αντιιμπεριαλιστική πτυχή και τη συγκρότηση εθνικών λαϊκών μετώπων ως το βασικό θεμέλιο για μια επαναστατική τακτική. Αυτοί οι κρίκοι όμως οδηγούν σε αποτελέσματα, μόνο όταν είναι υποταγμένοι στα ταξικά προτάγματα, διαφορετικά οδηγούν στην ήττα –όπως στην περίπτωση του εαμικού κινήματος, με την ασθενή δυστυχώς ταξική ανάλυση, αλλά και της εδα που πάτησε εν μέρει στο εαμικό κεκτημένο.

Όσοι ιεραρχούν σήμερα τέτοιους επιμέρους κρίκους ψηλότερα από το ταξικό στοιχείο, φαίνεται να αγνοούν πως αυτά τα προτάγματα δε διερμηνεύουν καμία πηγή της σημερινής κακοδαιμονίας. Όσοι προβάλλουν για προπαγανδιστικούς λόγους πχ την έξοδο από την ευρωζώνη ως πρώτο βήμα για μια σοσιαλιστική προοπτική, φαίνεται να υποτιμούν πως η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ένωση δεν είναι κάτι που επιβλήθηκε έξωθεν στην ελληνική αστική τάξη αλλά μια εσωτερική ανάγκη και στρατηγική της επιλογή, χωρίς την οποία δύσκολα θα μπορούσε να επιβιώσει. Παράλληλα μοιάζουν να ξεχνάνε πως το κίνημα δε θα μπορούσε να μείνει σε αυτό το πρώτο βήμα, αλλά θα έπρεπε να προχωρήσει ταυτόχρονα και στο έκτο, το έβδομο και το όγδοο, προς τη μοναδική εναλλακτική προοπτική που ανοίγεται μπροστά του και δεν είναι άλλη από τη σοσιαλιστική. Συνεπώς ακόμα κι η καλοπροαίρετη ανακύκλωση σχημάτων του παρελθόντος καταλήγει να παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου με τους δικούς του όρους και να είναι εκτός εποχής.

Σήμερα η αιχμή του δικού μας πολιτικού λόγου δε μπορεί να είναι το εθνικό ζήτημα, αλλά η καλλιέργεια της ταξικής συνείδησης, όχι από μια στενά εργατίστικη σκοπιά, αλλά από το πρίσμα της πανανθρώπινης χειραφέτησης και της μοναδικής προοπτικής που μπορεί να ενώσει πραγματικά την ανθρωπότητα. Ο περικλής συνέδεσε μάλιστα τις δυνατότητες αυτής της ζύμωσης με το επίπεδο της σύγχρονης μορφωμένης εργατικής τάξης, που χρειάζεται να πειστεί και να εμπνευστεί να παλέψει για τη σοσιαλιστική προοπτική, κι όχι να συρθεί σε αυτή την πάλη με το «τέχνασμα» ενός «χρήσιμου» εθνικού μύθου. Κι έκλεισε την εισήγησή του με μια πολύ εύστοχη σπόντα και τον σαφή διαχωρισμό του απ’ όσους απογοητεύτηκαν από τη στασιμότητα του ταξικού κινήματος και γοητεύτηκαν από τα εθνικά προτάγματα, ακολουθώντας το παράδειγμα της αλεπούς του αισώπου με τα κρεμαστάρια

Από τη συζήτηση που ακολούθησε, ξεχωρίζω μια σύντομη αναφορά του σοβιετικού κυριούλη στον όρο του αδύναμου (ή ασθενή κατά το ρεύμα της ΛτΙ) κρίκου, που δεν πρέπει να νοείται μόνο με την έννοια της όξυνσης των αντιφάσεων και της δυνάμει επαναστατικής κρίσης, αλλά και με αυτήν της απόσπασης του κρίκου από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα και της αυτόνομης ύπαρξής του έξω από το διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό παραγωγής. Συνεπώς δε μπορεί να είναι μια οποιαδήποτε χώρα –όπως δεν ήτανε η ρωσία του 17’, με το ένα έκτο των εδαφών του πλανήτη και το πλούσιο υπέδαφος που διέθετε- πόσο μάλλον στις σημερινές συνθήκες έντασης της αλληλεξάρτησης των επιμέρους εθνικών οικονομιών. Γι’ αυτό και το πιο πιθανό είναι οι αδύναμοι κρίκοι της δικής μας εποχής να μην αφορούν έθνη-κράτη αλλά ολόκληρες περιοχές.

Κλείνοντας αυτή τη διπλή ανάρτηση, θέλω να σταθώ σε ένα βασικό σημείο. Ο εθνικισμός είναι μόνο μία πτυχή του φασιστικού φαινομένου, που πρέπει να ιδωθεί και να εξεταστεί παράλληλα με τη μαρξιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και τις καπιταλιστικές κρίσεις. Όποιος γκρινιάζει ωστόσο για τη θεωρητική ανεπάρκεια του μαρξισμού και τους κομμουνιστές που πιάστηκαν στον ύπνο με το δυνάμωμα και την προέλαση των νεοναζί (αγνοώντας μεταξύ άλλων τη σχετική θεωρητική δουλειά που έχει γίνει σχετικά στη λδγ) για να μας σερβίρει ένα δικό του θεωρητικό πασάλειμμα με μπόλικη δόση αυταρέσκειας και ξαναζεσταμένα υλικά, το μόνο που καταφέρει να αποδείξει περίτρανα είναι το δικό του θεωρητικό έλλειμμα. Και πέραν τούτου ουδέν.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Έθνος και ταξική συνείδηση

Η κε του μπλοκ θεωρεί πως ο σοβιετικός κυριούλης ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που έχουν σχεδόν πάντα κάτι ενδιαφέρον να πούνε –ιδίως όταν έχει μελετήσει ή ετοιμάσει το θέμα του. Στην παρούσα ανάρτηση θα επιχειρήσω να παρουσιάσω δημιουργικά –κι αυτό σημαίνει πως οι όποιες τυχόν στρεβλώσεις και αστοχίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα- κάποια σημεία από την εισήγησή του για το έθνος και τη σχέση της εθνικής συνείδησης με την ταξική πάλη.

Μια εισήγηση που δόθηκε στα πλαίσια μιας εκδήλωσης της νΚα στο στέκι στη θεολογική· αλλά δεν έδωσαν αυτοί τον τόνο κι αυτό θα φανεί και στη συνέχεια. Εδώ θα αναφέρω ενδεικτικά μια αποστροφή του λόγου του περικλή, που δύο φορές μίλησε για τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής αριστεράς, προσαρμόζοντας τον όρο στο κοινό του, αλλά την τρίτη δεν κρατήθηκε: εννοώ κατά βάση την κομμουνιστική αριστερά και για αυτή μόνο έχω όρεξη να μιλάω. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που συμπαθούμε το σοβιετικό κυριούλη και που κερδίζουμε σε τελευταία ανάλυση ως κόμμα τη δική του συμπάθεια και προτίμηση. Άλλο αν δεν είναι αμοιβαία ακριβώς τα αισθήματα.

Η εισήγηση του περικλή κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες: την ιστορική αναγκαιότητα και τους περιορισμούς του έθνους, και στον ιδεολογικό του ρόλο και την αναμέτρησή του με την ταξική συνείδηση και τους κοινωνικούς αγώνες που αναπτύσσονται. Για όσους γνωρίζουν μάλιστα τη διαδρομή και τις παλινωδίες ενός τμήματος των ομίλων και του διεθνούς ρεύματος της λογικής της ιστορίας (ΛτΙ), το δεύτερο κομμάτι ειδικά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το έθνος δεν αποτελεί βουλησιαρχική κατασκευή· εμφανίζεται αρχικά ως τάση εντός ακόμα της φεουδαρχικής κοινωνίας, ως θεμέλιο της αναδυόμενης καπιταλιστικής αγοράς και εκφράζει τις τάσεις συνένωσης των μικρών κατακερματισμένων φέουδων, που αποτελεί προϋπόθεση για την προώθηση των εμπορευματικών συναλλαγών και των καπιταλιστικών σχέσεων. Και η εκάστοτε συγκρότηση της εθνικής οντότητας αντιστοιχεί ακριβώς στο δοσμένο επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων.

Σε αυτή την πρώτη ιστορική μορφή του εθνικισμού είναι κυρίαρχη η πολιτική διάσταση και η διεκδίκηση της εξουσίας από την αστική τάξη, με πιο κλασικό παράδειγμα την περίπτωση της γαλλίας, όπου η περιβόητη «τρίτη τάξη» συνάπτει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία κατά της αριστοκρατίας και των φεουδαρχικών προνομίων. Αποτελεί δηλ την κοινωνική συμμαχία του κόσμου της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ένα ανώτατο υποκείμενο εξουσίας, που ολοκληρώνει τη συνειδητοποίησή του με την άνοδό του στην εξουσία και το μετασχηματισμό του φεουδαρχικού εποικοδομήματος –και όχι νωρίτερα. Η αστική τάξη εμφανίζεται ως εθνική τάξη, σε αντίθεση με τους φεουδάρχες, μιλάει εξ ονόματος του έθνους και κάνει λόγο για εθνικό συμφέρον, για την εθνοσυνέλευση και τον εθνικό στρατό, αλλά και για εθνική παιδεία.

Ο ιδεολογικός ρόλος του σχολείου είναι κομβικής σημασίας, καθώς προβάλλει την αστική συνείδηση ως εθνική, διδάσκει την εθνική γλώσσα –που εκτοπίζει σταδιακά τα διάφορα τοπικά ιδιόλεκτα- και διαμορφώνει την εθνική ιστορική μνήμη και ταυτότητα, η οποία μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο δια της διδασκαλίας της ιστορίας και μιας επεξεργασμένης αντίληψης για το παρελθόν. Οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιθέτως, που βασίζονται στην προφορική παράδοση, δεν έχουν βαθιά ιστορική μνήμη, κι ό,τι πηγαίνει πριν τη γενιά των προπάππων τους, ανάγεται κατ’ ουσίαν στη σφαίρα της μυθολογίας.

Η ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίας εθνικής ταυτότητας και της υπέρβασης της πανσπερμίας που κληροδότησε η φεουδαρχία στον αστικό κόσμο καθίσταται επιτακτική για δυο βασικούς λόγους: κατά πρώτον αποτελεί όπως είδαμε όρο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τις διευρυμένες οικονομικές ανταλλαγές και την ευέλικτη εμπορική συνεννόηση. Κατά δεύτερο διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και μια αίσθηση κοινότητας σε μια κοινωνία ιδιωτών, που χάνει σταδιακά τον προταξικό κοινοτισμό της και δομείται στο θεμέλιο του κοινωνικού ανταγωνισμού, που ξεσκίζει τις σάρκες της. Και με αυτή την έννοια αποτελεί μια πρωτότυπη μορφή διαχείρισης των ταξικών συγκρούσεων.

Αυτά ως προς την πρώτη ιστορική μορφή του εθνικισμού, για να περάσουμε –κάπως σχηματικά- στον εθνικισμό της εποχής του ιμπεριαλισμού, δηλ της δικής μας εποχής. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η βιομηχανική επανάσταση κι η παραγωγή σε μαζική κλίμακα καθιστούν επιτακτική ανάγκη την εύρεση νέων αγορών, μετά την εξάντληση των εθνικών ορίων, δηλ μια επεκτατική, ιμπεριαλιστική πολιτική. Κι όταν τελειώνει το μοίρασμα του κόσμου, η σύγκρουση κι ο πόλεμος γίνεται απαραίτητος όρος ύπαρξης για τον καπιταλισμό.

Μέχρι το 1945, ο εθνικισμός έχει μετατραπεί από μια μορφή εθνικής συνείδησης ενάντια στο φεουδαρχικό κατακερματισμό σε μια επιθετική μορφή που βασίζεται στην ιδέα της υπεροχής του ημέτερου έθνους έναντι των άλλων. Κι αυτό το επιθετικό σοβινιστικό περιεχόμενο δεν έχει προηγούμενο ούτε καν στους ναπολεόντιους πολέμους, όπου οι γάλλοι στρατιώτες εμφορούνται περισσότερο από την ιδέα ότι δρουν απελευθερωτικά –κι όντως το κάνουν ως ένα βαθμό –αλλά όχι σοβινιστικά.

Αυτός ο εθνικισμός σαν ιδεολογία αντιστοιχεί στον καπιταλισμό της παρακμής, και είναι τέκνο της παρακμής αυτής –με το λένιν να διακρίνει τα πρώτα της σημάδια ήδη στην αυγή του ιμπεριαλισμού. {Ας θυμηθούμε και τον ορισμό του βλαδίμηρου για τον καπιταλισμό που σαπίζει, όχι με την έννοια ότι θα πέσει αυτομάτως, σαν ώριμο φρούτο, αλλά ότι οδηγεί την ανθρωπότητα σε αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις και πως η ανάπτυξή του προϋποθέτει την καταστροφή ενός μέρους της πρώτης}. Ο αστικός εθνικισμός σφραγίζει πλέον τη συγκρότηση μιας επιθετικής κοινωνικής συμμαχίας, με αξιοσημείωτη συμμετοχή του λούμπεν προλεταριάτου, που σηματοδοτεί ένα διπλό ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον εξωτερικό αλλά και τον εσωτερικό εχθρό της αστικής τάξης: το προλεταριάτο. Και αυτό φανερώνει το στίγμα της, τον στρατηγικό της στόχο και το πραγματικό της πρόσωπο, σε αυτή την τελευταία ιστορική φάση της, πριν την εξάλειψή της.

Ο αστικός εθνικισμός δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το κλασικό φασιστικό παράδειγμα του γερμανικού ναζισμού, αλλά ρέπει αναπόδραστα προς τα εκεί, αντλεί στοιχεία από το καθαρό εθνικιστικό του πρότυπο, την πιο καθαρή αντεπαναστατική μορφή της ιστορίας. Ο ναζιστικός φασισμός –κι άλλα παρόμοια καθεστώτα- βρίσκει στον εθνικισμό το ιδεολογικό θεμέλιο για να αντιπαλέψει την πρωτοφανή για την αστική τάξη απειλή ενός οργανωμένου και ακαταμάχητα αισιόδοξου κομμουνιστικού κινήματος. Σε αυτόν κατέφυγε και το 17’ η ρώσικη αντεπανάσταση, χωρίς ωστόσο να τον έχει καλλιεργήσει συστηματικά και προετοιμάσει η ίδια –το βρίσκει έτοιμο, καθώς προκύπτει αυθόρμητα. Μετά από αυτήν την ήττα της η διεθνής αστική τάξη παρουσιάζει πρωτόγνωρη ταξική συνειδητοποίηση και ετοιμότητα-ευελιξία απέναντι στον ταξικό της εχθρό. Έχει δηλ συνείδηση των ιστορικών της ορίων και ξέρει τι να περιμένει. Κι όσο πιο συνεπής μένει σε αυτή τη συνείδηση και τα ταξικά της συμφέροντα, τόσο ρέπει νομοτελειακά προς το φασισμό

Το γιατί συμβαίνει αυτό, φαίνεται αν εξετάσουμε τα ιδεολογικά στοιχεία του φασισμόυ. Κάτι που θα το δούμε (καλώς εχόντων των πραγμάτων) αύριο, στο δεύτερο και τελευταίο μέρος.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Το παιδαγωγικό ποίημα

Τις προάλλες η κε του μπλοκ παρακολούθησε στο παιδαγωγικό μια πολύ ωραία κι ενδιαφέρουσα βιβλιοπαρουσίαση του κλασικού έργου του μακάρενκο «παιδαγωγικό ποίημα». Λέω ωραία κι ενδιαφέρουσα, όχι μόνο για το περιεχόμενο ενός πραγματικά ξεχωριστού βιβλίου, αλλά και για τη μεστή παρουσίασή του από τον ελισαίο βαγενά, μέλος της κετουκε και υπεύθυνο του τμήματος διεθνών σχέσεων.
Ο ελισαίος είναι (κι αυτός) γνήσιος σοβιετικός κυριούλης, με σαφείς επιρροές από τα φοιτητικά του χρόνια στο λομονόσοφ της μόσχας, όπου τον είχε στείλει το κόμμα με υποτροφία να σπουδάσει. Έχει καλό λέγειν, χαμογελαστή έκφραση, μια απαράτσικη κοιλίτσα και το κλασικό σοβιετικό μουστάκι παλιάς κοπής, που φέρνει λίγο στου μακάρενκο. Και αυτή η σοβιετική ανατροφή τον καθιστούσε ιδανικό εισηγητή για το θέμα της εκδήλωσης.

Ο βαγενάς είπε ότι το παιδαγωγικό ποίημα δεν είναι απλώς ένα ωραίο λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά ένα σπάνιο έργο· όχι μόνο γιατί τη συγγραφή του διήρκεσε δέκα χρόνια, από το 25’ μέχρι το 35’, αλλά γιατί αποτύπωνε την τιτάνια μάχη του σοβιετικού λαού να κάνει ένα ιστορικό άλμα και να διαβεί τη νοητή γραμμή της ανθρώπινης προϊστορίας και των εκμεταλλευτικών συστημάτων. Ένα άλμα που παρουσιάζεται με βιωματικό, γλαφυρό κι ενίοτε χιουμοριστικό τρόπο, μέσα από τη ζωή «συνηθισμένων ανθρώπων»· των παιδιών μιας αποικίας (όπως είναι η πιστή μετάφραση του τίτλου από τα ρώσικα) ή ενός παιδικού σταθμού (όπως επέλεξε να το αποδώσει στην πρώτη μετάφραση του έργο, ο ζήνων ζορζοβίλης –αν συγκράτησα καλά το επίθετο), όπου ο βασικός σκοπός είναι η διάπλαση κι η δημιουργία του νέου ανθρώπου. Οι γενικές κατευθύνσεις υπάρχουν, αλλά οι δρόμοι και τα μέσα για την υλοποίησή τους δεν είναι δεδομένα και πρέπει να εφευρεθούν.

Ο βαγενάς αναφέρθηκε παρενθετικά και στην αντικομμουνιστική εκστρατεία της εε: είκοσι χρόνια μετά τις ανατροπές, γιατί γίνεται τέτοια επίθεση ενάντια σε μια «ιδέα που πέθανε», όπως λένε. Και προχώρησε στις απαραίτητες συγκρίσεις: αν στον καπιταλισμό εκατό εκατομμύρια παιδιά υποφέρουν από πείνα και φτώχια στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις και τον τρίτο κόσμο, η επαναστατική ρωσία, ρημαγμένη από συνεχείς πολέμους, είχε να αντιμετωπίσει το εκρηκτικό πρόβλημα 7,5 εκατομμυρίων ορφανών που είχαν μείνει στο δρόμο και κατέληγαν στην επαιτεία, τα ναρκωτικά και τις συμμορίες. Κατόρθωσε όμως με πενιχρά μέσα να εντάξει τα περισσότερα σε ειδικές εργασιακές κολεκτίβες, ακόμα και να σπουδάσει κάποια από αυτά.

Το παιδαγωγικό ποίημα είναι η ιστορία μιας τέτοια κολεκτίβας παιδιών, υπό τη διεύθυνση του αντόν μακάρενκο, και χωρίζεται σε τρία χρονικά μέρη, με βάση την εξέλιξη των παιδιών: από την αλητεία στην αγωνιστική διάπλαση του χαρακτήρα και τη θεωρητική τους διαπαιδαγώγηση με το στοιχείο της αλληλεγγύης και τα χαρακτηριστικά της νέας ζωής: συμμετοχή, λογοδοσία, υπευθυνότητα. Κι απ’ την επιτυχία της κολεκτίβας γκόρκι –η οποία πήρε το όνομά της από το γνωστό ρώσο συγγραφέα*- στην «εξαγωγή» του παραδείγματος και των τροφίμων της, σε μια μεγαλύτερη κολεκτίβα (το σταθμό του κουριάζ), όπου υπήρχε ως ενδεχόμενο κι ο κίνδυνος της οπισθοδρόμησης για τα παιδιά του γκόρκι, αλλά τελικά τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.
(*Υπ’ όψιν ότι ο γκόρκι είχε αναγκαστεί να απομακρυνθεί σε μικρή ηλικία απ’ το σπίτι του και γνώριζε από πρώτο χέρι τα προβλήματα και τις δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν. Και η εξέλιξή του αποτελούσε πρότυπο για τα παιδιά της κολεκτίβας, που διατηρούσαν αλληλογραφία με το συγγραφέα και είχαν την τύχη να τους επισκεφτεί προσωπικά στο σταθμό τους).

Παρόλα αυτά οι τότε σοβιετικοί ιθύνοντες, που ανήκαν στη σχολή της λεγόμενης ελεύθερης αντι-αυταρχικής παιδαγωγικής, αντιμετώπιζαν με καχυποψία τις παιδαγωγικές μεθόδους του μακάρενκο. Τον κατηγορούν για στενό πρακτικισμό και ροπή προς τη στρατιωτικοποίηση (ξεχνώντας σε ποια περίοδο και σε τι περιβάλλον λειτουργεί), ενώ θεωρούν την εργασιακή άμιλλα μεταξύ των ομάδων της κολεκτίβας κατάλοιπο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού! Ο μακάρενκο θεωρεί τους επικριτές του «παιδαγωγούς του ολύμπου», που ζουν στον ουρανό κι ενδιαφέρονται μόνο για τις ιδέες, μακριά από την ζωντανή πραγματικότητα. Απορρίπτει τη λογική του ανθρώπου που «αυτοαναπτύσσεται» σαν αέριο και κατακτά αυθόρμητα την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση, τονίζοντας τη σημασία της καλλιέργειας –για να μην ξεπηδήσουν αυθόρμητα αγριόχορτα.

Ο μακάρενκο αρνείται να βάλει νερό στο κρασί του και εξωθείται στην παραίτηση από τη θέση του, όχι όμως και από την υπόθεση που υπερασπίζεται. Μερικά χρόνια αργότερα αναλαμβάνει την ευθύνη της παιδικής κομμούνας τζερζίνσκι, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες δε βασίζεται στην αγροτική οικονομία, αλλά είναι βιομηχανική επιχείρηση· κι εξιστορεί την εξέλιξη αυτού του σταθμού στο βιβλίο «σημαίες στους πύργους», που δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Στο παιδαγωγικό ποίημα πάντως –το οποίο έχει μεταφερθεί και στη μεγάλη οθόνη- έχει δώσει ήδη τα βασικά σημεία που καθόρισαν την παιδαγωγική του μέθοδο και πρακτική.

Παράλληλα στο άρθρο του «ο σκοπός της διαπαιδαγώγησης» τονίζει τη διαλεκτική αλληλεπίδραση της ομάδας (κολεκτίβας) και της προσωπικότητας του ατόμου. Ωστόσο δε διατύπωσε ποτέ κάποιο ολοκληρωμένο θεωρητικό σύστημα ή κάποιο συνολικό εκπαιδευτικό σχέδιο, γιατί είχε επίγνωση του μέτρου της δουλειάς του (που εξειδίκευε σε κολεκτίβες με ορφανά παιδιά) καθώς και της πολυπλοκότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που θα καθιστούσε μια λεπτομερή περιγραφή - πέρα από τις βασικές αρχές- άχρηστη και πιθανόν επιζήμια. Εξάλλου ο μακάρενκο πέθανε σχετικά νέος, την πρωταπριλιά του 39’, λίγο καιρό αφού είχε κάνει αίτηση για να γίνει μέλος του κόμματος.

Πολλοί επιχειρούν να ερμηνεύσουν αυτή τη μεγαλειώδη προσπάθεια και τους παράγοντες που την καθόρισαν αποστειρωμένα, μακριά από το κίνητρο της σοσιαλιστικής αλλαγής μιας χώρας που από «αγράμματη» έγινε πρωτοπόρα στις επιστήμες. Όπως είχε πει κι ένας μεγάλος έλληνας παιδαγωγός, ο δ. γληνός, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι μια βαθιά πολιτική πράξη κι απαιτεί συνολικές κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές. Οι ιδέες του μακάρενκο λοιπόν δε θα μπορούσαν να εμφανιστούν, πόσο μάλλον να λειτουργήσουν εκτός της σοβιετικής ένωσης. Δεν ήταν δηλ απλώς κάποιες ιδέες που έπεσαν σε εύφορο έδαφος, αλλά καρπός αυτών ακριβώς των αλλαγών που συντελούνταν στη σοβιετική κοινωνία.

Οι σοβιετικοί έφτιαξαν πολυτεχνικά σχολεία βασισμένοι και στις σημειώσεις των κλασικών για τη σημασία της εργασίας στην εξέλιξη της ανθρώπινης προσωπικότητας –η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα της θεωρίας της δραστηριότητας και της πρωτοπόρας σοβιετικής ψυχολογίας, σε αντίθεση με το φροϋδικό ρεύμα και την αστική παιδαγωγική. Η τελευταία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη του παιδιού ως ανάπτυξη των ενστίκτων του είτε ως απόρριψή τους και προσαρμογή του ενήλικα στο καταπιεστικό κοινωνικό περιβάλλον.
Οι σοβιετικοί αντιθέτως αντιλαμβάνονταν την διαπαιδαγώγηση ως μια εξελικτική διαδικασία στην οποία παρεμβάλλεται το σύνολο της κοινωνίας, όπου όλοι ανεξαιρέτως μπορούν να διαπαιδαγωγηθούν, να αφομοιώσουν, να δράσουν και να αλλάξουν. Κατέρριψαν δηλ τους ταξικούς φραγμούς, αλλά και τις αντιλήψεις του βιολογικού αναγωγισμού –κάποιοι παίρνουν τα γράμματα, άλλοι όχι- καθιερώνοντας ως βάση την υποχρεωτική μόρφωση για όλους. Και αυτή η διαδικασία δεν ερχόταν σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση και τα ένστικτα, αλλά βασιζόταν ακριβώς στην κοινωνική φύση του ανθρώπου.

Όλα τα παραπάνω είχαν κι αντίστοιχη πρακτική σημασία, καθώς απαντούσαν στο ερώτημα αν «προηγείται η μάθηση ή η διαπαιδαγώγηση» και στις προτεραιότητες που έθετε κάθε κοινωνικό σύστημα. Ο καπιταλισμός στερεί τη μόρφωση από το λαό, γιατί χρειάζεται φτηνό εργατικό δυναμικό, καταρτισμένο με κουτσουρεμένη μάθηση και συγκεκριμένες δεξιότητες· που να είναι ευέλικτο κι υπάκουο, σκύβοντας το κεφάλι σε ό,τι του επιβάλουν. Ενώ το σοσιαλιστικό σύστημα καλλιεργεί τη δίψα για μάθηση, προχωρά όμως πέρα από αυτό, στην ολόπλευρη διαπαιδαγώγηση του ατόμου. Γιατί όπως είπε ένας ρώσος παιδαγωγός: αν ο άνθρωπος μείνει μόνο μαθητής, τότε παύει να είναι άνθρωπος.

Αυτό δε σημαίνει ότι το σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είχε αδυναμίες και προβλήματα –ειδικά μετά την απομάκρυνση από τις σοσιαλιστικές νομοτέλειες στη σφαίρα της οικονομίας και το αρνητικό αντίκτυπό τους στο εποικοδόμημα. Αλλά αυτά τα προβλήματα δεν είχαν καμία σχέση με όσα βιώνουμε σήμερα, καθώς ο σοσιαλισμός είχε λυμένα βασικά ζητήματα που ο καπιταλισμός ούτε μπορεί ούτε θέλει να λύσει.

Ο βαγενάς έκλεισε την εισηγητική του τοποθέτηση σημειώνοντας πως το παιδαγωγικό ποίημα αποτελεί φάρο για το σημερινό κομμουνιστή παιδαγωγό και το ρόλο του στο σχολείο, που πρέπει να δίνει το προσωπικό παράδειγμα της θυσίας, της ανιδιοτέλειας και της μάχης ενάντια στο βόλεμα και τη μοιρολατρία. Και κάλεσε τους μελλοντικούς δασκάλους και παιδαγωγούς να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να αποτιμήσουν-υπερασπίσουν με μετρημένο και κριτικό τρόπο την πλούσια σοβιετική πείρα.

Επειδή πάντως αυτή η παρουσίαση βασίζεται στο δικό μου τρόπο πρόσληψης και κάποιες βιαστικές σημειώσεις, που αναμφίβολα φτωχαίνουν την εισήγηση του ε.β, θα ήταν ευχής έργο να δημοσιευτεί στον κυριακάτικο ρίζο –ή και τον 902- για να είναι προσβάσιμη από τον καθένα.

Ακολούθησε ο δεύτερος ομιλητής κι η εισήγησή του για τα φαινόμενα σχολικού εκφοβισμού (bulling), αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν την παρακολούθησα με το ίδιο ενδιαφέρον, αν και έθετε ένα καίριο θέμα που παρουσιάζεται συχνά με στρεβλό ή υπερβολικό τρόπο (ανεξέλεγκτη παιδική-εφηβική παραβατικότητα) τσουβαλιάζοντας διάφορες μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς στο γενικό όρο βία, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιβολή αυταρχικών σχολικών κανονισμών, που θα διαμορφώνουν πειθήνια στρατιωτάκια, κυρίως κριτικό πνεύμα και δυνατότητα αμφισβήτησης.

Στο κλείσιμο ο βαγενάς έκανε μια μικρή αναφορά και στο κορυφαίο πολιτικό γεγονός του 19ου συνεδρίου, από την οποία ξεχώρισα την κατακλείδα: όχι άλλους αγανακτισμένους, χρειαζόμαστε αποφασισμένους.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο ήταν κι η παρουσία του άλλου σοβιετικού κυριούλη, του περικλή παυλίδη, που γνωρίζει καλά τόσο τον ελισαίο, από τα χρόνια του λομονόσοφ, όσο και το αντικείμενο της εκδήλωσης: το παιδαγωγικό ποίημα και τις μεθόδους του μακάρενκο. Μπορεί να μη μίλησε τελικά σχετικά με το δεύτερο –και είναι κρίμα, γιατί θα άνοιγε μια ωραία συζήτηση- αλλά μίλησε με τον πρώτο στο τέλος της εκδήλωσης, μετά από πολλά χρόνια, και πέτυχαν μια ιστορική συμφιλίωση, αντί του καθιερωμένου αίσιου τέλους –χάπι εντ.

Όπως στις παλιές καλές σοβιετικές ταινίες..

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Στη μνήμη της Κομμούνας

Σε αυτό το κείμενο η κε του μπλοκ καταγράφει σκέψεις και κάποια γεγονότα σχετικά με την παρισινή κομμούνα, ενσωματώνοντας αρκετά στοιχεία από μια πρόσφατη σχετική διάλεξη του σοβιετικού κυριούλη στα πλαίσια του μαρξιστικού σεμιναρίου που διοργάνωνε στην παιδαγωγική σχολή. Η παρουσίασή τους γίνεται φυσικά από το δικό μου οπτικό πρίσμα και με τις δικές μου προεκτάσεις, οπότε οι όποιες τυχόν στρεβλώσεις κι αστοχίες κατά τη μεταφορά και περαιτέρω ανάπτυξή τους βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.

Το πρώτο βασικό σημείο είναι η άμεση σύνδεση της κομμούνας, ως ιστορικό γεγονός, με την ίδρυση και τη σύντομη ιστορική διαδρομή της πρώτης διεθνούς. Μια πορεία δώδεκα χρόνων από το 1864 ως το 1876, που κορυφώθηκε κατά τις 72 μέρες της κομμούνας, ενώ η ήττα των κομμουνάρων σηματοδότησε την απαρχή του τέλους της, με τις συστηματικές διώξεις κατά των μελών της στην ευρώπη, την αναγκαστική μετακόμιση της έδρας της στις ηνωμένες πολιτείες και τη σταδιακή παρακμή που οδήγησε στη διάλυσή της.

Αξίζει να σταθούμε παρενθετικά στη σύνθεση της διεθνούς από εργατικές οργανώσεις –εξ ου και διεθνής των εργατών, όπως ήταν η πλήρης ονομασία της- και να δούμε την εξέλιξη στον χρόνο αυτού του σχήματος. Από την πρώτη χαλαρή διεθνή σύνδεση των εργατικών οργανώσεων ανά τον κόσμο, στη δεύτερη διεθνή των εργατικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και μετά την πολιτική της χρεοκοπία στην επαναστατική τομή της τρίτης κομμουνιστικής διεθνούς με τους 21 όρους για τη διαμόρφωση κομμάτων νέου τύπου –δε σημειώνω την περίπτωση της τέταρτης διεθνούς, γιατί από όποια σκοπιά και να το δει κανείς, δεν προσέφερε κάποια ιδιαίτερη θετική πείρα στο οργανωτικό κεκτημένο της κομιντέρν.

Ο μαρξ ήταν ο συγγραφέας της ιδρυτικής διακήρυξης και του καταστατικού της διεθνούς κι οι οπαδοί του υποστήριζαν τη μετεξέλιξή της σε ενιαία πολιτική οργάνωση, με ενιαίες προγραμματικές θέσεις και συμμετοχή στον κοινοβουλευτικό αγώνα, σε αντίθεση με τους υποστηρικτές του μπακούνιν που ήθελαν μια χαλαρή συνομοσπονδία με αυτονομία των εθνικών οργανώσεων και πρόβαλαν την απόλυτη αξία της αυθόρμητης εξεγερμένης δράσης. Η μεταξύ τους διαπάλη οξύνθηκε μετά από την ήττα της κομμούνας κι οδήγησε στη διάσπαση της διεθνούς –αν και δεν ήταν αυτός ο καθοριστικός παράγοντας για τη διάλυσή της.

Παράλληλα η διεθνής φιλοξενούσε στις τάξεις της κι άλλα ιδεολογικά ρεύματα (οπαδούς του όουεν, του προυντόν, του μπλανκί, κτλ), ενώ οι μαρξιστές δεν είχαν καν την ιδεολογική ηγεμονία στο εγχείρημα της κομμούνας, καθώς αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στις τάξεις των γάλλων επαναστατών σε σχέση με τους μπλανκιστές και τους προυντονικούς. (Οι μεν πρώτοι προέταξαν ως κρίσιμη προϋπόθεση για την επανάσταση τη συνωμοτική δράση μιας μικρής οργανωμένης ομάδας αποφασισμένων επαναστατών –αργότερα κι οι μπολσεβίκοι θα κατηγορούνταν για ιδιότυπο μπλανκισμό, λόγω της δομής και της λειτουργίας του κόμματος νέου τύπου. Οι δε προυντονικοί ήταν αναρχικοί υπέρμαχοι μιας ομοσπονδίας μικρών κοινοτήτων κι ενός είδους εμπορευματικού αναρχισμού, όπως εύστοχα τον χαρακτήρισε ο σοβιετικούς κυριούλης).

Τα γεγονότα της κομμούνας (πράξη) ήταν ένα είδος δοκιμασίας για τις ιδέες (θεωρία) των διάφορων πολιτικών ρευμάτων. Μετά την ήττα στο γαλλοπρωσικό πόλεμο, η γαλλική αστική τάξη υπέγραψε μια προδοτική συμφωνία ειρήνης, το γενάρη του 1871, θέτοντας εμφατικά τον εαυτό της ενάντια στο γενικό αστικό συμφέρον και δείχνοντας κυνικά τον καθαρά ταξικό τρόπο σκέψης και λειτουργίας της. Σε αντίθεση με τον τακτικό στρατό η εθνοφρουρά (που στην επανάσταση του 1848 είχε πολεμήσει ενάντια στο εξεγερμένο προλεταριάτο) αρνήθηκε να παραδώσει τα πολυβόλα της και υπερασπίστηκε ένοπλα το δικαίωμά της να τα κρατήσει. Η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις βερσαλίες και το κενό εξουσίας καλύφτηκε από την επιτροπή της εθνοφρουράς. Στις 26 μάρτη έγιναν εκλογές για την ανάδειξη τοπικού συμβουλίου και στις 28 ανέλαβε επίσημα την εξουσία το νέο 81μελές όργανο –εκ των οποίων τα δύο τρίτα περίπου ήταν εργάτες κι υπάλληλοι.

Αυτή είναι συνοπτικά η ιστορία της ίδρυσης της κομμούνας. Ας δούμε κι έναν περιληπτικό απολογισμό δράσης. Η κομμούνα παρουσίασε πλούσιο πολιτικό και νομοθετικό έργο σε μια σειρά τομείς: στην εκπαίδευση, τη φορολογία, την πρόνοια και την εργασία. Μερίμνησε για το διαχωρισμό εκκλησίας κράτους, τις υποθήκες και τα οικιακά χρέη, τον ελάχιστο μισθό και τον καθορισμό του μέσου μισθού των κρατικών λειτουργών και των αξιωματούχων, για την ανεργία, την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας, την απαλλοτρίωση εγκαταλειμμένων εργοστασίων, τον εξοπλισμό του λαού, την κατάργηση του επαγγελματικού στρατού και της αστυνομίας, κ.ά.

Αυτά είναι μερικά από τα βασικά επαναστατικά μέτρα που πήρε η κομμούνα κι έθιγαν βασικά ζητήματα που παραμένουν ακόμα και σήμερα άλυτα στις περισσότερες ανεπτυγμένες αστικές δημοκρατίες. Όπως είπαν κι οι κλασικοί, η κομμούνα ήταν το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο, ή αλλιώς η κρατική-πολιτική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Τι δεν έκανε όμως η κομμούνα; Ποιες ήταν οι βασικές παραλείψεις της;
Καταρχάς όπως έγραψε ο ένγκελς στην περίφημη αποστροφή ενός προλόγου του, αν μπορούμε να κατηγορήσουμε για κάτι την κομμούνα δεν είναι γιατί χρησιμοποίησε βία, αλλά γιατί δεν την χρησιμοποίησε όσο έπρεπε. Τήρησε τους κανόνες του ευ αγωνίζεσθαι απέναντι σε έναν αντίπαλο που δε δίστασε να ξεπουληθεί στους πρώσους (με τους οποίους βρισκόταν σε πόλεμο), προκειμένου να σώσει την εξουσία του. Κι ακολούθησε πιστά εκείνη την αντιφατική διαδρομή που περιέγραψε ο μαρξ για την επανάσταση που πέφτει, σηκώνεται και προχωρά, σκοντάφτει, ρίχνει τον αντίπαλό της και τον αφήνει, ίσα-ίσα για να σηκωθεί και να τον ξαναρίξει.

Η κομμούνα παρέλειψε πχ να εθνικοποιήσει την τράπεζα της γαλλίας, που χρηματοδότησε αδρά την εξουσία των βερσαλιών και της επέτρεψε να αναλάβει δυνάμεις και να αλλάξει τους εις βάρος της συσχετισμούς. Ακόμα πιο σοβαρή παράλειψη ήταν ότι ρύθμισε τα χρέη των μικροαστών, αλλά δεν έκανε καμία αντίστοιχη κίνηση για τους αγρότες της υπαίθρου, προκειμένου να στερεώσει την εργατο-αγροτική συμμαχία, όπως έκαναν στα χρόνια τους οι μπολσεβίκοι, ή τουλάχιστον να τους αποσπάσει από την επιρροή της αντίδρασης και να τους ουδετεροποιήσει. Έτσι η κομμούνα βρήκε ελάχιστα στηρίγματα στην επαρχία και καταπνίγηκε σχεδόν αβοήθητη από τις άλλες περιοχές της γαλλίας.

Ένα ακόμα μειονέκτημα ήταν η εξιδανίκευση της πολιτοφυλακής κι η απαξίωση του τακτικού στρατού, που στοίχισε πολύ ακριβά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Η άτακτη κι ανοργάνωτη (χωρίς διοίκηση κι επιμελητεία) αντεπίθεση της πολιτοφυλακής στις βερσαλίες αποκρούστηκε σχετικά εύκολα από τον ανασυνταγμένο (με τη συνδρομή των πρώσων) τακτικό στρατό, που πήρε την πρωτοβουλία των κινήσεων και παρά την ηρωική αντίσταση των κομμουνάρων και τις δραματικές οδομαχίες, κατάφερε να μπει στα τέλη του μάη στο παρίσι. Οι τελευταίες μάχες δόθηκαν γύρω από το νεκροταφείο του περ λασέζ, όπου βρίσκεται σήμερα το μνημείο της κομμούνας και στήνονται κάθε χρόνο διάφορα… happenings απ’ τη λέσχη φίλων κομμούνας, που λειτουργεί σαν καλοστημένη επιχείρηση, μετατρέποντας την επέτειο και τις εκδηλώσεις μνήμης σε ένα είδος εμποροπανήγυρης.

Παρόλα αυτά, το πιο σημαντικό αρνητικό στοιχείο στη δράση της κομμούνας ήταν ότι απέτυχε στο πλέον κρίσιμο ζήτημα κάθε επανάστασης: να αλλάξει το οικονομικό σύστημα και τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής. Στην πραγματικότητα η κομμούνα, παρά τα πολλά και σημαντικά επαναστατικά μέτρα που πήρε, δεν έκανε σχεδόν τίποτα για την κατάργηση του μεγάλου κεφαλαίου και συνολικά των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Κι αυτό δυστυχώς είναι δείγμα της ωριμότητας, όχι μόνο του εγχειρήματος της κομμούνας, αλλά και πολλών σύγχρονών μας, που μετά τη νίκη της αντεπανάστασης στην εσσδ, διέγραψαν μηδενιστικά την προσφορά της και αναζήτησαν το ανόθευτο σοσιαλιστικό ιδεώδες σε μια επιστροφή στις ρίζες, που δε λερώθηκαν με το στίγμα της ήττας. Μια αναζήτηση που κατέληξε στην ανακύκλωση ιδεών του ουτοπικού, προμαρξικού σοσιαλισμού και την εξιδανίκευση των 70 ημερών της κομμούνας ως πρότυπο, έναντι των 70 χρόνων οικοδόμησης στη σοβιετική ένωση –με την όποια θετική κι αρνητική πείρα.

Στον επίλογο συνηθίζεται να βγαίνουν μερικά συμπεράσματα, που ανακεφαλαιώνουν όσα προηγήθηκαν. Εδώ θα αποφύγουμε μια εκτενή αναφορά σε αυτά του μαρξ (για το προλεταριάτο που δε μπορεί να χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του την έτοιμη κρατική μηχανή) και τον υφέρποντα βιολογισμό στη σκέψη του μπακούνιν (για την επανάσταση, που προκύπτει ενστικτωδώς, χωρίς σχέδιο και ιδεολογία) για να περάσουμε στα συμπεράσματα του λένιν.

Ο βλαδίμηρος αναλύοντας στα 40χρονα της κομμούνας τα βασικά της διδάγματα λέει ότι για να νικήσει η κοινωνική επανάσταση πρέπει να συντρέχουν δύο τουλάχιστον όροι: υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατάλληλη προετοιμασία του προλεταριάτου. Αλλά το 1871 δεν υπήρχε κανείς από αυτούς τους όρους.

Εδώ προκύπτει εύλογα το ερώτημα: υπήρχε υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη ρωσία του 17; Ασφαλώς όχι (αν και αυτό είναι κάπως σχετικό κι εξαρτάται από το τι έχουμε ως μέτρο σύγκρισης: τις άλλες δυνάμεις της εποχής, ή τη γαλλία του 1871); Σε κάθε περίπτωση όμως υπήρχε μια ισχυρή εργατική τάξη, συγκεντρωμένη στα μεγάλα αστικά κέντρα και διαπαιδαγωγημένη σε σκληρούς ταξικούς αγώνες, που διαμόρφωσαν μια πολύπειρη κι ατσαλωμένη πολιτική πρωτοπορία. Κι αυτό ακριβώς είναι το τρίτο καθοριστικό στοιχείο που έλειπε για τη νίκη της παρισινής κομμούνας.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Οι θέσεις για τον φόιερμπαχ

Οι πιο πιστοί αναγνώστες του ιστολογίου θα θυμούνται ίσως κάποιες παλιότερες αναρτήσεις της κε του μπλοκ για το σοβιετικό κυριούλη και τον όμιλο μελέτης επαναστατικής θεωρίας –ή απλώς σκέτο όμιλο. Ο τελευταίος μετά από κάποιες πρόσφατες περιπέτειες έχει πάψει επί της ουσίας να υφίσταται στη θεσσαλονίκη, έχοντας μάλλον ολοκληρώσει τον κύκλο του. Αυτό που γίνεται εναλλακτικά στη θέση του, είναι κάποια σεμινάρια με εισηγήσεις-διαλέξεις του σοβιετικού κυριούλη πάνω στα πιο σημαντικά έργα του μαρξ, οι οποίες γίνονται σε εβδομαδιαία βάση στο παιδαγωγικό.

Η τελευταία συνάντηση έγινε στο λυόμενο κτίριο δίπλα από τον πύργο, με θέμα τις θέσεις για τον φόιερμπαχ. Το ιστορικό πλαίσιο του έργου είναι στα μέσα της δεκαετίας του 1840, εν μέσω διωγμών κι εξοριών του μαρξ, λίγο μετά τη συνεργασία του με την εφημερίδα του ρήνου και τη γνωριμία του με τον ένγκελς, και λίγα χρόνια πριν το κύμα των αστικών επαναστάσεων του 1848 και τη συγγραφή του κομμουνιστικού μανιφέστου. Σε αυτό το έργο ο μαρξ καταγράφει συνοπτικά κάποια σημεία υπό τη μορφή θέσεων, με κάποιες ιδέες που θα αναπτύξει διεξοδικά στη γερμανική ιδεολογία, που θα τη συγγράψει μαζί με τον ένγκελς. Εκεί θα επιχειρήσουν από κοινού μια αναμέτρηση με τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής τους, μια κριτική αξιολόγησή τους, για να προχωρήσουν στην παρουσίαση μιας νέας κοινωνικής θεωρίας που θα την εκθέσουν πιο αναλυτικά στο κομμουνιστικό μανιφέστο. Επί της ουσίας πρόκειται για ένα προσωπικό «ξεκαθάρισμα» με το φιλοσοφικό κεκτημένο της εποχής τους, γιατί η γερμανική ιδεολογία θα παραμείνει απλώς χειρόγραφο, που θα παραδοθεί στην «κριτική των τρωκτικών» όπως είπε χαριτολογώντας ο μαρξ (και θα εκδοθεί μόνο μετά το θάνατό του).

Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα της συνάντησης.
Ήδη στην πρώτη θέση ο μαρξ ασκεί κριτική στον προγενέστερο υλισμό –τον προμαρξικό υλισμό, όπως θα λέγαμε σήμερα-, ο οποίος δεν εξετάζει τη φύση στην εξέλιξή της, αλλά στατικά και βλέπει τον άνθρωπο ως αντικείμενο, αφ’ υψηλού, εν είδει εποπτείας κι όχι ως ενεργό υποκείμενο, δημιουργό της ιστορίας και φορέα εργασιακής δραστηριότητας. Με αυτόν τον τρόπο αφήνει την εξέταση της δραστήριας, της ενεργητικής πλευράς του υποκειμένου στον ιδεαλισμό, ο οποίος αντιλαμβάνεται την εξέλιξη και το υποκείμενό της αφηρημένα και εξωιστορικά, έξω από την κινούμενη πραγματικότητα.

Παραδόξως αυτό το σημείο μοιάζει με την κριτική που ασκήθηκε αργότερα και στο έργο του ίδιου του μαρξ, ότι δηλ ασχολήθηκε αποκλειστικά με την επενέργεια του κοινωνικού είναι στην κοινωνική συνείδηση, αμελώντας να εξετάσει την αντίστροφη επίδραση του δυναμικού μέρους της αντιθετικής σχέσης, δηλ του υποκειμένου πάνω στις αντικειμενικές συνθήκες. Στο βαθμό που συνέβη αυτό όμως, όπως παραδέχτηκε αυτοκριτικά κι ο ένγκελς σε κάποια επιστολή του, ήταν γιατί οι κλασικοί έριξαν το κύριο βάρος στην αντιμετώπιση του κυρίαρχου ιδεαλισμού και της επιρροής του.

Στη δεύτερη θέση ο μαρξ μιλάει για την αντικειμενικότητα της σκέψης, που δεν ξεπηδά αυθόρμητα από το μηδέν, αλλά προκύπτει στα πλαίσια της ενεργητικής δραστηριότητας. Αν έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα, τότε η αντικειμενική αλήθεια είναι ένα πρακτικό ζήτημα, που δεν αποδεικνύεται μόνο θεωρητικά, αλλά σε σχέση με τα πράγματα και τον υλικό κόσμο.

Η τρίτη θέση πραγματεύεται τη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης και της προσωπικότητας εν γένει. Πολλοί υποστηρίζουν ακόμα και σήμερα πως για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει πρώτα να αλλάξουν οι συνειδήσεις και η εκπαίδευση που λαμβάνουν –μια αντίληψη που έχει τις ρίζες της στο διαφωτισμό. Κάτι τέτοιο όμως θα καθιστούσε σε τελική ανάλυση ως μοναδικό ενεργό ιστορικό υποκείμενο το δάσκαλο, ο οποίος αφενός έχει κι ο ίδιος την ανάγκη να διαπαιδαγωγηθεί –ακόμα και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας- αφετέρου δεν μπορεί να προκύψει πάνω από την κοινωνία και να συλλαμβάνει τις ιδέες έξω από αυτήν, ως εξωιστορικό υποκείμενο. Ο άνθρωπος αλλάζει αλλάζοντας το περιβάλλον του, διαμορφώνοντας τις συνθήκες που τον διαμορφώνουν. Να αλλάξουμε τη ζωή μας, αλλάζοντας τον κόσμο, όπως έλεγε παλιότερα κι ένα σύνθημα του φεστιβάλ. Στην ουσία δηλ ο άνθρωπος αυτοαλλάζει ως προσωπικότητα, μες στον αγώνα για την αλλαγή του κόσμου.

Η τέταρτη θέση αναφέρεται στις κοινωνικές προϋποθέσεις της εμφάνισης της θρησκείας. Ο ντιντερό έλεγε ότι η θρησκεία γεννήθηκε όταν ο απατεώνας συνάντησε τον αφελή. Και με αυτή την έννοια καταλαβαίνουν πολλοί και το περίφημο τσιτάτο του μαρξ για τη θρησκεία που είναι το όπιο του λαού. Στην πραγματικότητα όμως οι ψευδείς ιδέες-ιδεολογίες δεν είναι μόνο προϊόν συνωμοσίας, αλλά γίνονται κυρίαρχες γιατί πατάνε στον πραγματικό κόσμο, τις υλικές κοινωνικές σχέσεις και τις «ανάγκες» που δημιουργούν. Το όπιο δεν είναι –μόνο- το ναρκωτικό με το οποίο δηλητηριάζουν οι διάφορες εξουσίες τις μάζες, αλλά το παυσίπονο που χρησιμοποιούν οι μάζες για να αντέξουν τον άσπλαχνο κόσμο και την κοιλάδα των δακρύων –όπως αναφέρει στο ίδιο κομμάτι ο μαρξ. Όποιος λοιπόν ενδιαφέρεται για την καταπολέμηση κάθε λογής όπιου, πρέπει να πολεμήσει και την κοιλάδα των δακρύων, τον άσπλαχνο κόσμο που γεννά τις αυταπάτες και την ανάγκη για ψεύτικες ελπίδες. Με άλλα λόγια να αλλάξει την κοινωνική βάση που γεννά τις ψευδείς ιδεολογίες κι όχι το αντίστροφο –που θα ‘ταν ιδεαλιστικό. Ένας άνθρωπος κυρίαρχος της ζωής του και των υλικών όρων της δε θα ένιωθε καμία ανάγκη για την ύπαρξη και τον οίκτο μιας ανώτερης κυρίαρχης δύναμης (θεότητας) που θα δημιουργεί και θα ελέγχει τον κόσμο.

Οι κάθε λογής εξουσίες όμως δεν χρησιμοποιούν τις ψευδείς ιδεολογίες; Αδιαμφισβήτητα. Αλλά πού τις βρίσκουν; Τις κατασκευάζουν οι ίδιες; Αυτό θα προϋπέθετε ότι έχουν γνώση των σωστών ιδεών και τις κρατάνε για τον εαυτό τους. Στην πραγματικότητα όμως στις ταξικές κοινωνίες, ακόμα και οι κυρίαρχες τάξεις έχουν «παραμορφωμένη αντίληψη» του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Στην πορεία της εκδήλωσης, στο κομμάτι των ερωτοαπαντήσεων, πάνω στην εισήγηση, η συζήτηση στράφηκε στον εθνικισμό. Μπορούμε άραγε να πούμε ότι γεννιέται κι αυτός αυθόρμητα όπως το θρησκευτικό συναίσθημα-συνείδηση;
Ο περικλής απάντησε ως εξής: Μπορεί η γέννηση του εθνικισμού να συνδέεται με ιστορικά γεγονότα και πολιτικές πράξεις (όπως την επικράτηση του έθνους-κράτους στην πορεία ανάπτυξης του καπιταλισμού) και με ισχυρά πολιτικής-ιδεολογικής παρέμβασης στη συνέχεια (όπως τα εθνικά σχολεία, το μάθημα της πατριδογνωσίας, κτλ) ωστόσο δεν πρόκειται περί κατασκευης. Η πρώτη ύλη γεννήθηκε αυθόρμητα, καθώς πριν τα έθνη υπήρχαν εθνότητες –με κοινή γλώσσα, πιθανότατα κοινή θρησκεία, και κοινά ήθη κι έθιμα- οι οποίες αρχίζουν να διαμορφώνουν συνείδηση της ταυτότητάς τους στον ύστερο μεσαίωνα, όταν δηλαδή οι αναπτυσσόμενες εμπορευματικές σχέσεις ενώνουν και ομογενοποιούν περιοχές ή φέρνουν σε επαφή λαούς με διαφορετική κουλτούρα και πολιτισμό.

Ενδιάμεσα ο παυλίδης έκανε μια αρκετά ενδιαφέρουσα παρατήρηση περί εθνικισμού και φασισμού, που είναι στην ουσία αποχρώσεις του ίδιου φαινομένου και μία κατάσταση που προκρίνει η αστική τάξη κάθε φορά που χρειάζεται να υπερασπιστεί την εξουσία της και να πολεμήσει με όρους ευρείας, «λαικής» συμμαχίας. Κι αυτό ακριβώς έκανε σε διάφορες ιστορικές περιστάσεις (στη ρωσία μετά τον οκτώβρη, στον ελληνικό και ισπανικό εμφύλιο, ή στην κίνα με το κουόμιτανγκ), με μοναδική –και προσωρινή- εξαίρεση την επαναστατική κατάσταση στη γερμανία του 18-19’, όπου η σοσιαλδημοκρατία ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να επιλέξει σε εκείνη τη συγκυρία η γερμανική αστική τάξη, πριν «δώσει το δαχτυλίδι» στους εθνικοσοσιαλιστές του χίτλερ.

Κλείνοντας αυτή την παρένθεση και επιστρέφοντας στο αρχικό θέμα, παρακάμπτουμε την πέμπτη θέση για να σταθούμε στην έκτη, όπου ο μαρξ – χωρίς να παραγνωρίζει τη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου- εντοπίζει και ορίζει ως ουσία του όχι κάποια κοινά βιολογικά χαρακτηριστικά, όπως έκανε ο προμαρξικός υλισμός, αλλά το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, των μεταβαλλόμενων κοινωνικών δεσμών που αφήνουν τα ίχνη τους και στα βιολογικά στοιχεία του ανθρώπου.

Αν σκεφτούμε βέβαια ότι στο επίκεντρο των κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται η εργασία και η παραγωγή εν γένει, μπορούμε να κάνουμε μια σύντομη παρέκβαση από τη φιλοσοφική διάσταση και να προεκτείνουμε τη σκέψη μας στη σημερινή πραγματικότητα, όπου η ανεργία κάνει πολλούς νέους να αισθάνονται μηδενικά από κοινωνική άποψη και επηρεάζει άμεσα τη βιολογική τους υπόσταση, από το άγχος και την παραίτηση μέχρι τη σεξουαλική αυτοπεποίθηση, ακόμα και τον τερματισμό της υπόστασης αυτής, σε κάποιες περιπτώσεις, με την αυτοκτονία.

Προσπερνάμε και τις επόμενες θέσεις – όπου μεταξύ άλλων ο μαρξ κριτικάρει την αντίληψη του υλισμού της εποχής του για την κοινωνία των ιδιωτών ως άθροισμα μεμονωμένων ατόμων και κατόχων εμπορευμάτων- για να περάσουμε στην ενδέκατη και τελευταία που είναι και η πιο κρίσιμη.
Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα απλώς ερμήνευαν τον κόσμο με διάφορους τρόπους, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε.

Κάποιες δυνάμεις, ξεχνώντας πως κάθε θέση του μαρξ για τον φόιερμπαχ προϋποθέτει αυστηρά και τις προηγούμενες, απομονώνουν αυτήν τη φράση και την ερμηνεύουν αυθαίρετα με βουλησιαρχικό τρόπο. Είναι αδύνατο όμως να αλλάξεις κάτι που δε γνωρίζεις. Το ζητούμενο είναι να ερμηνεύσεις τον κόσμο στην κίνηση του και να αξιοποιήσεις τους νόμους κίνησης για να τον αλλάξεις. Να βρεις τις αντιφάσεις που τον διέπουν, για να καταδείξεις την προοπτική – την οποία απορρίπτουν εξαρχής οι αστοί φιλόσοφοι, επιδιώκοντας την εμπέδωση του αιώνιου τάχα των καπιταλιστικών σχέσεων.

Εδώ θα κάνω μια δική μου παρέκβαση με ένα παράδειγμα που αν και φαινομενικά άσχετο ταιριάζει κατά τη γνώμη μου με την περίπτωση. Πολύς κόσμος καταναλώνει πρόθυμα ένα σωρό ελαφρά τηλεοπτικά και κινηματογραφικά προγράμματα, επειδή θέλει (όπως συχνά λέγεται) να ξεφύγει από την καθημερινότητα και τα προβλήματά του. Στην πράξη όμως αυτά τα σκουπίδια με τη ρηχή μεταφυσική και το προβλέψιμο αίσιο τέλος προσφέρουν στον τηλεθεατή μια ψεύτικη λύτρωση, ανέξοδη και αδιέξοδη, μια εικονική φυγή από την πραγματικότητα που τον κρατάει δέσμιο της υπάρχουσας κατάστασης. Ενώ οι ταινίες για παράδειγμα που πετυχαίνουν να εκφράσουν το ιδανικό του σοσιαλιστικού ρεαλισμού παρουσιάζουν την κινούμενη πραγματικότητα με τις αντιφάσεις της, δείχνοντας έτσι στο θεατή την πραγματική διέξοδο από τη μιζέρια του σύγχρονου κόσμου, που βρίσκεται στην πάλη για την αλλαγή του.

Η τρόπον τινά διάλεξη ολοκληρώθηκε με την παράθεση δύο-τριών αποσπασμάτων από τη γερμανική ιδεολογία, ως εισαγωγή στο θέμα της επόμενης συνάντησης, η οποία θα γίνει σήμερα το απόγευμα, λίγο μετά τις 6, στο παιδαγωγικό – για όσους θεσσαλονικείς τυχόν ενδιαφέρονται.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Το σοβιετικό ΕΣΥ

Στο τελευταίο βιβλίο με τις μαρτυρίες της, η έλλη παππά περιγράφει μεταξύ άλλων το ταξίδι της στην εσσδ, στα μέσα της δεκαετίας του 60’, προκειμένου να υποβληθεί σε μια εγχείριση στο θυρεοειδή. Σε αντίθεση με όσα έχουμε ως εικόνα για την ανωτερότητα του κράτους πρόνοιας στις σοσιαλιστικές χώρες, ιδιαίτερα στους τομείς της παιδείας και της υγείας, η παππά περιγράφει με μελανά χρώματα τις εμπειρίες της από το ταξίδι της και την απογοήτευση που της προξένησε.

Λέει ότι οι σοβιετικοί γιατροί αγνοούσαν το σπινθηρογράφημα κι ότι η γυναίκα του σοβιετικού πρέσβη κοριούκιν, απορούσε με την επιλογή της να πάει στη σοβιετία να εγχειριστεί, γιατί αυτοί προσπαθούσαν να έρθουν στην ελλάδα, για τους ίδιους λόγους..! Κι αυτό είναι ένα από τα –ουκ ολίγα- σημεία στο βιβλίο, όπου αρχίζεις να αναρωτιέσαι για την αντικειμενικότητα και την εντιμότητα της συγγραφέα.

Η δική μου εικόνα είναι τελείως διαφορετική. Δεν πατάει σε κάποια προσωπική εμπειρία, αλλά βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις κατά καιρούς διηγήσεις του σοβιετικού κυριούλη απ’ τη δική του παραμονή στην χώρα των σοβιέτ, -έστω και αν την πρόλαβε στα τελευταία της, κατά την περίοδο της παρακμής της.

Ποια ήταν λοιπόν τα βασικά χαρακτηριστικά του σοβιετικού συστήματος υγείας; Πρώτο και κύριο ο δωρεάν χαρακτήρας του, για όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της σοβιετικής επικράτειας. Δεν υπήρχε περίπτωση να αντιμετωπίζει κανείς οποιοδήποτε πρόβλημα και να μην υποβληθεί δωρεάν σε εξετάσεις. Κι εννοούμε εξέταση πλήρη κι εξονυχιστική, για να εντοπίσουν το παραμικρό, όχι μια τυπική διεκπεραίωση που έμενε στην επιφάνεια.

Την ίδια στιγμή που εδώ χρεώνεται πλέον μέχρι κι η είσοδος στα νοσοκομεία, ακόμα και για τους εθελοντές αιμοδότες. Οι –διαρκώς αυξανόμενοι- ανασφάλιστοι πληρώνουνε τον κούκο αηδόνι για εξετάσεις, ενώ οι ασφαλισμένοι καλύπτονται σε ολοένα και λιγότερες από τα ταμεία τους. Για να μην πιάσουμε τα υπόλοιπα –νοσήλια, φάρμακα, φακελάκια, κτλ.

Στη σοβιετία κατά κανόνα δεν υπήρχε φακελάκι, πέρα από διάφορα «φιλέματα» στους θεράποντες γιατρούς, εν είδει ευγνωμοσύνης από τους ασθενείς για τις υπηρεσίες τους. Κι όσο για τα φάρμακα, παρέχονταν κι αυτά σχεδόν δωρεάν, σε συμβολικές τιμές. Αλλά δε βρίσκονταν στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του συστήματος. Σε αντίθεση με τη δύση, όπου η συνήθης λογική είναι να σου δώσουν μια αγωγή, για να σε κρατήσουν πελάτη τους και να συνεχίσεις να πληρώνεις για όσο το δυνατόν περισσότερο.

Ο σοβιετικός κυριούλης μας διηγήθηκε και μια δική του εμπειρία, που του άλλαξε μέχρι σήμερα τον τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων. Ενώ ήταν από μικρός φιλάσθενος κι επιρρεπής στις αρρώστιες, βρέθηκε να σπουδάζει στη μόσχα, όπου τον χειμώνα η θερμοκρασία έπεφτε πολύ συχνά αρκετούς βαθμούς κάτω από το μηδέν.

Μια φορά που κάλεσε μια γιατρό –από τις αντίστοιχες δικές μας πρώτες βοήθειες- του είπε ότι μπορούσε να του συνταγογραφήσει μια αντιβίωση. Αλλά αν ήθελε να αντιμετωπίσει οριστικά το πρόβλημα, έπρεπε να αλλάξει τη θερμορροή του σώματός του –αν το μεταφέρω καλά, χωρίς κάποια χοντρή ανακρίβεια- και να σκληραγωγηθεί. Σε αυτά τα πλαίσια του συνέστησε πχ ψυχρολουσίες –στην κυριολεξία- ώστε να συνηθίσει τον οργανισμό του να αντεπεξέρχεται σε χαμηλότερες θερμοκρασίες.
Ίσως κάποιοι το βρίσκουν κομπογιαννίτικο, αλλά ο σοβιετικός κυριούλης λέει ότι το αποτέλεσμα ήταν άμεσο, και δεν χρειάστηκε ποτέ ξανά ιατρική βοήθεια, όσο διέμεινε στην παγωμένη μόσχα.

Ποιο ήταν όμως το επίπεδο των παροχών; Μήπως το δωρεάν συνεπαγόταν και κακή ποιότητα υπηρεσιών;
Ο περικλής λέει ότι πρέπει να κρίνουμε το σοβιετικό σύστημα παίρνοντας υπ’ όψιν τις συγκεκριμένες συνθήκες, ως το σύστημα μιας περικυκλωμένης χώρας με συγκεκριμένες δυνατότητες. Το μέτρο της σύγκρισης δε μπορεί να είναι οι πολυτελείς κλινικές της δύσης, που είναι για λίγους κι εκλεκτούς –και κατά βάση για όσους έχουν να πληρώσουν. Αλλά ο μέσος όρος των δημόσιων νοσοκομείων –όπου το δημόσιο πρέπει να μπαίνει σιγά-σιγά σε εισαγωγικά.

Αυτό δε σημαίνει όμως ότι το επίπεδο υπηρεσιών ήταν χαμηλό.
Στον περικλή είχε κάνει μεγάλη εντύπωση –και μας τη διηγείται συχνά- η περίπτωση ενός βραζιλιάνου συντρόφου και συμφοιτητή του, ονόματι φελίπε, που είχε μεγάλη μυωπία, έξι ή επτά βαθμών, κι υπεβλήθη σε επέμβαση με λέιζερ. Η οποία δεν του εκμηδένισε εντελώς την πάθηση, αλλά την έριξε σε αμελητέα επίπεδα (κάτω της μισής μονάδας) και του ‘αποκάλυψε’ έναν καινούριο κόσμο, με εικόνες που ως τότε βασικά αγνοούσε.

Όλα αυτά εικοσιπέντε χρόνια πριν. Κι ενώ σήμερα η τεχνολογία έχει προχωρήσει κατά πολύ και θα προσέφερε ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες στους σοβιετικούς. Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η επέμβαση έγινε εντελώς δωρεάν, ακόμα και για τον φελίπε, που δεν ήταν σοβιετικός υπήκοος!

Πολλοί συνηθίζουν να προσπερνάνε το δωρεάν χαρακτήρα τέτοιων παροχών, σα να είναι κάτι σχετικά απλό ή κι ασήμαντο. Πίσω από αυτές τις παροχές όμως βρίσκεται πολιτική οικονομία, συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής, ανεπτυγμένη τεχνική και πολιτικό σχέδιο.

Κάτι που ισχύει εξίσου εμφατικά στην περίπτωση της κούβας. Μπορεί να βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση εξαιτίας του εμπάργκο και της σπάνης ενεργειακών πόρων και πρώτων υλών, αλλά έχει καταφέρει να αναπτύξει ένα άρτιο σύστημα υγείας και να εξάγει κατά βάση γιατρούς –όπως στο πρόγραμμα αλληλοβοήθειας με την βενεζουέλα του τσάβες.

Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Αναφέρω ενδεικτικά το δείκτη παιδικής θνησιμότητας, που είναι ένας από τους μικρότερους παγκοσμίως, την ιατρική σχολή της αβάνας που εκτείνεται σε έναν χώρο που είναι όσο όλη η πανεπιστημιούπολη του αριστοτελείου στη θεσσαλονίκη. Τους αμερικανούς πολίτες που ταξιδεύουν στην κούβα για να θεραπευτούν, γιατί δε διαθέτουν τα ποσά που απαιτούνται στις ηπα. Και τη θεραπεία από κουβανούς γιατρούς ενός εκ των δολοφόνων του γκεβάρα, που έπασχε από καταρράκτη –κι ίσως μαζί με την πάθηση να έχασε και την ταξική μυωπία συν τοις άλλοις.

Δεν υπήρχε λοιπόν κανένα μελανό σημείο σε αυτό το σύστημα;
Όχι, δε μπορούμε να το ισχυριστούμε αυτό. Το βασικό αρνητικό ήταν οι ιδιαίτερες κλινικές που προορίζονταν ειδικά για ανώτερα κρατικά και κομματικά στελέχη κι είχαν καλύτερο επίπεδο από το μέσο όρο (και σε αυτό έχει δίκιο η παππά).

Κι εδώ μπαίνουν μια σειρά από ζητήματα κι ερωτήματα. Από τα προνόμια στο σοσιαλισμό –όπου παραμένει το άνισο, αστικό δίκαιο, χωρίς αστική τάξη- και το νεποτισμό της γραφειοκρατίας, ως τα ηθικά κίνητρα και το παράδειγμα που –οφείλει να- δίνει η πρωτοπορία, αρνούμενη την ειδική μεταχείριση και τα προνόμια.

Αυτά όμως ξεφεύγουν απ’ το θέμα της ανάρτησης. Η οποία έγινε με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του βαζιούλιν και τις άσχημες συνθήκες νοσηλείας του σε ένα νοσοκομείο της μόσχας. Κι αυτό πρέπει να είναι το μέτρο σύγκρισης με τη σοβιετική ρωσία. Το πριν και το μετά. Και η ραγδαία πτώση του μέσου προσδόκιμου ζωής στην «ισχυρή ρωσία του πούτιν» κάτω από τα εξήντα χρόνια.

Κάτι που αντανακλά τη ραγδαία πτώση συνολικά του βιοτικού επιπέδου στις «δημοκρατίες» της πρώην εσσδ. Κι ισοδυναμεί στην ουσία με γενοκτονία, αναδεικνύοντας με τραγικό τρόπο το δίλημμα που τίθεται επιτακτικά μπροστά σε όλους τους λαούς του πλανήτη.
Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα.

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Aufhebung

Εγώ πάντως όταν σκέφτομαι διαφορικές εξισώσεις μου πέφτει.
Εγώ μου πέφτει... τσ, τσ… κλασικό λάθος πολυτεχνίτη θετικής κατεύθυνσης.
Εντάξει ρε συ, μην ξεψειρίζεις, το σημαντικό είναι να συνεννοούμαστε.
Ο(υγ)κ
.

Εσένα σου πέφτει, αλλά αν ερχόσουν να ακούσεις για μαρξισμό και βαζιούλιν, θα σου ανέβαζε τη φιλοσοφική λίμπιντο. Το (κάτι σαν) σύνθημα ήταν γραμμένο σε έναν τοίχο του πολυτεχνείου όπου κατέφυγε ο όμιλος για την εκδήλωσή του. Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, γιατί στον πύργο του παιδαγωγικού έγιναν κάτι κλοπές και βανδαλισμοί κι η έδρα μας τιμωρήθηκε.

Μαζευτήκαμε λοιπόν συγγενείς και φίλοι σε μια αίθουσα του πολυτεχνείου να ακούσουμε την εισήγηση του συντρόφου, που είχε ως βάση μια εργασία του για το μεταπτυχιακό του στον χέγκελ και την κοινωνική φιλοσοφία εν γένει.

Κυριακή απομεσήμερο, η άνοιξη να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και τα σωθικά και να ευφραίνει με τις μυρωδιές της καρδιές και ρουθούνια. Πρώτη μέρα θερινής ώρας, που κατά το σύντροφο σιάντο είναι αστική συνήθεια, αλλά «μικραίνει» τη νύχτα και το σκοτάδι μέσα μας. Και τα σπουργίτια, αλήτες των ουρανών, να εισβάλλουν με αναίδεια από τα παράθυρα και να ρωτάνε επίμονα:
-Τσιρ! Τι κάνετε εδώ; Τσιρ! Γιατί δε βγαίνετε έξω;
Σώπα σύντροφε! Σώπα να ακούσουμε το πουλί!


Κι ο σύντροφος να κελαηδάει μιάμιση ώρα σερί, να μας τα λέει ελαφρολαϊκά κι εκλαϊκευμένα, σα μελωδία στα αυτιά, για να μας τα χωρέσει. Αλλά αυτά τα θέματα έχουνε προαπαιτούμενα. Τριβή με το αντικείμενο και τις έννοιες, προϋπηρεσία, υψηλό επίπεδο πρόσληψης και άριστη διανοητική κατάσταση για γρήγορες αναβάσεις από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο κι αντίστροφα. Μέχρι κι άριστη γνώση γερμανικής απαιτούν. Ντας ιστ γκενούχ λίμπλιχε φγιτζ!

Τα γερμανικά είναι η γλώσσα της φιλοσοφίας. Κι όταν εντρυφήσεις σε αυτήν είναι σχεδόν υποχρεωτικό να έχεις φρικτά παράπονα από τις κακές μεταφράσεις του αναγνωστίδη κι άλλων παλιών εκδόσεων. Που είναι όντως άθλιες. Αλλά αν είσαι αρχάριος δεν το καταλαβαίνεις και δεν πειράζει τόσο, ενώ όταν είσαι σε πιο υψηλό επίπεδο, είσαι σε θέση να το αντιληφθείς, οπότε δεν υπάρχει τόσο μεγάλο πρόβλημα.

Εξάλλου αυτές οι μεταφράσεις έχουν και μια καλτ απόχρωση, που είναι αναντικατάστατη. Προτσέσα, ματεριαλισμός, χρήσιμη αξία και τα ρέστα. Ή όπως έλεγε και σε ένα παλιό εξώφυλλο: ιμπεριαλισμός, ο τελευταίος σταθμός του καπιταλισμού. Το τρένο φεύγει στις οκτώ... αλλά είχε ανταπόκριση στο σταθμό της ετε κι εμείς μείναμε στάσιμοι και το χάσαμε.

Παρόλα αυτά στους κύκλους των διανοούμενων θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ να αναφέρεσαι στις διάφορες έννοιες, έχοντας σε παρένθεση και τη γερμανική λέξη από το πρωτότυπο. Πχ vernuft και verstand, που είναι για το λόγο και τη διάνοια. Ή να μιλάς για τον κρατικό μηχανισμό που πρέπει να τον zebrechen (τσακίσουμε) και για τις εκλογές όπου ο λαός επιλέγει κάθε τρία ή έξι χρόνια ποιος θα τον zetreten (τσαλαπατάει).

Ο δικός μας σύντροφος –για τον οποίο δεν έχω βρει κάποιο παρατσούκλι και θα τον αναφέρω ως μικρό φιλόσοφο- δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία, αλλά το θέμα του ήταν η aufhebung του καντ από τον χέγκελ. Έννοια που μπορεί να αποδοθεί ως διαλεκτική άρση, αλλά δεν είναι εύκολο να μεταφραστεί με ακρίβεια στα ελληνικά, γιατί σημαίνει τρία διαφορετικά πράγματα: διατήρηση, άρνηση και υπέρβαση.

Αν προσπαθούσα να αναπαραγάγω την εισήγησή του θα τη φτώχαινα και θα την αδικούσα (μπορείτε όμως να τη διαβάσετε ολόκληρη σε αυτή τη διεύθυνση: http://www.scribd.com/doc/50566602/Η-Aufhebung-του-Καντ-από-τον-Χέγκελ-Πολιτικό-Καφενείο). Για αυτό περιορίζομαι στην καταγραφή κάποιων σημειώσεων που κράτησα από την παρέμβαση του σοβιετικού κυριούλη, ειδομένη μέσα από τους δικούς μου παραμορφωτικούς φακούς πρόσληψης, και διαμεσολαβημένη από τη λήθη και το χρονικό διάστημα που πέρασε από εκείνη τη μέρα.

Τις παραθέτω σε μορφή ξεχωριστών σημείων:
-Ξεκινήσαμε από τη σχέση του είναι με το μηδέν και το ερώτημα αν το είναι αποτελεί παράσταση ή έννοια. Η παράσταση αφορά το αισθητηριακά συγκεκριμένο, αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, ενώ η έννοια γενικεύει και βασίζεται στην αφαίρεση. Το αφηρημένο είναι, το είναι γενικώς, είναι μηδέν. Αν όμως ξεκινάει από το μηδέν, δηλ από κάτι αφηρημένο, πώς προκύπτει η κίνηση, η εξέλιξη;

Στη Λογική του ο χέγκελ ξεκινά από την αφαίρεση –το απόλυτο πνεύμα- έξω από κάτι προσδιορισμένο. Ο προσδιορισμός παραπέμπει σε κάτι ορισμένο που έχει αρχή και τέλος δηλαδή στο αισθητηριακά συγκεκριμένο. Ο χέγκελ κάνει μια φιλοσοφική προβολή του θεού –που είναι το απόλυτο πνεύμα- και μια θεολογίζουσα προβολή του πολιτισμού, της κοινωνίας –που εξελίσσεται σε ανώτερες μορφές, για να ενσαρκώσει τέλεια το απόλυτο πνεύμα.

Η ένσταση του μικρού φιλόσοφου είναι ότι δε μπορούμε να δούμε τη Λογική του χέγκελ ξεκομμένη από τη φαινομενολογία του πνεύματος. Η φαινομενολογία είναι στην ουσία το πρώτο μέρος της Λογικής κι εκεί ο χέγκελ πηγαίνει από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, για να συνεχίσει μετά στη Λογική, από το πνεύμα.

Αυτό το πνεύμα όμως, λέει ο περικλής είναι το καθαρό επίστασθαι, η απόλυτη γνώση, που πετάει από κορυφή σε κορυφή κι από επιτυχία σε επιτυχία, χωρίς τη διαλεκτική γνώσης και πλάνης. Είναι μια γνώση που δεν προκύπτει συγκεκριμένα αλλά αυτοαποκαλύπτεται, δηλαδή ο εξ αποκαλύψεως θεός.

Το γίγνεσθαι όμως είναι πάντα συγκεκριμένο. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο μαρξ λέει στην πρώτη ακριβώς φράση του κεφαλαίου ότι ο πλούτος της κοινωνίας στον καπιταλισμό εμφανίζεται ως ένα σύνολο (σωρός) από εμπορεύματα και κάθε χωριστό εμπόρευμα ως συστατική μορφή αυτού του πλούτου.*

Αυτό το τελευταίο αναδεικνύει μια βασική διαφορά του μαρξ από τον χέγκελ. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να εστιάσουμε μονομερώς στην τομή και τις μεταξύ τους διαφορές, γι’ αυτό ο περικλής μας ανέφερε ένα κείμενό του στα αγγλικά, όπου αναδεικνύονται τα κοινά σημεία της σκέψης τους. Αν ενδιαφέρει κάποιον, η κε του μπλοκ μπορεί να το ψάξει και να βάλει μια παραπομπή στα σχόλια ή ως υστερόγραφο.

-Δεύτερο σημείο. Ο χιουμ λέει ότι ανάμεσα στα διάφορα φαινόμενα υπάρχει χρονική ακολουθία, όχι όμως κι αιτιότητα. Μπορεί να βλέπω σύννεφα να μαζεύονται στον ουρανό και μετά να βρέχει πχ, αλλά ποιος μου λέει ότι αυτό θα γίνεται κάθε φορά;

Το πρόβλημα του καντ είναι να μπορέσει να διαπιστώσει την αιτιότητα πέρα από τον εμπειρισμό του χιουμ. Γι’ αυτό εισάγει την έννοια του a priori που υπερβαίνει την εμπειρία και το άτομο. Αλλά το καθολικό στον καντ προκύπτει δια της επαγωγής, από επιμέρους περιπτώσεις. Έτσι ο καντ δεν υπερβαίνει τον εμπειρισμό, αλλά τον αμφισβητεί κι αυτή είναι η μεγάλη του συμβολή.

Ο καντ καταλαβαίνει ότι υπάρχει κάτι υπερατομικό, αλλά δε γνωρίζει την προέλευσή του. Όταν βλέπουμε τον ήλιο δε λέμε ότι είναι μια κίτρινη μπάλα που φωτίζει και θερμαίνει, αλλά ότι είναι ουράνιο σώμα. Αυτό είναι μόνο επαγωγικό, δηλ εμπειρικό; Όχι.
Σε ποιο άλλο επίπεδο πρέπει να το δούμε; Στο ιστορικό. Το επίπεδο του πολιτισμού και της κεκτημένης γνώσης της ανθρωπότητας, η οποία γενικεύει την εμπειρία σε γνώση, κάνει το a posteriori της ανθρώπινης εμπειρίας, a priori γνώση για τις επόμενες γενιές.

Και τα ζώα έχουν παραστάσεις και μνήμη, αλλά δεν έχουν έννοιες. Η ανθρώπινη γλώσσα δομείται από έννοιες, οι οποίες είναι το θησαυροφυλάκιο της ανθρώπινης γνώσης (όλης της ανθρωπότητας, όχι του ανθρώπου ατομικά). Κάθε γλώσσα μπορεί να μεταφραστεί σε οποιαδήποτε άλλη, ακριβώς γιατί οι λέξεις αντιστοιχούν σε έννοιες και μπορούν να αντιστοιχηθούν και μεταξύ τους. Διαφορετικά ο μύθος της βαβέλ θα ήταν κάτι παραπάνω από μια αλληγορία κι ίσως μας απασχολούσε ακόμη, στην πραγματική ζωή.

Στο τέλος είπαμε και μια φράση του χέγκελ, για το ενικό εγώ, το εδώ και τώρα, που περιλαμβάνει όλους τους εαυτούς, όλα τα εδώ κι όλα τα τώρα. Ακόμα και στις πιο απλές φράσεις ο άνθρωπος μιλάει με έννοιες, δηλ γενικά.

Αυτά εν ολίγοις.
Σε όλα τα παραπάνω οι λεκτικές και θεωρητικές ακροβασίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα. Το αυτό ισχύει και για τους συνειρμούς παρακάτω.

Ο μπρέζνιεφ ήταν ο «ήλιος του σοσιαλισμού που μας φώτιζε», μέχρι που έδυσε κι αυτοί που πριν τον παίνευαν, αφόριζαν την περίοδο της στασιμότητας σαν να ήταν ο σκοταδιστικός μεσαίωνας. Αλλά ο λεωνίδας ήταν σαν το φιλότιμο που χάθηκε. Δεν υπάρχει στις γλώσσες των άλλων λαών ή στη ζωή τους σαν έννοια κι έτσι μένει αμετάφραστος...

Δεύτερος συνειρμός με τον πολυδιαφημισμένο κυνόδοντα, τα ζόμπι, τα πληκτρολόγια, τις έννοιες και τη μεταμοντέρνα κατασκευή της γλώσσας. Παρεμπιπτόντως ο ρίζος είχε πρόσφατα μα κριτική της τζίας γιοβάννη, γραμμένη σε άπταιστη ξύλινη γλώσσα και στο δίκτυο έγινε ένας μικρός χαμός –αντιστρόφως ανάλογος με τον πραγματικό αριθμό των αναγνωστών της εφημερίδας.

Η πλάκα είναι ότι πέρα από τη φόρμα του κειμένου στο περιεχόμενο η τζία είχε δίκιο. Ο φράχτης, ο προστατευτικός πατερούλης και μια σειρά άλλα στοιχεία δε στρέφονται γενικά κι αόριστα ενάντια στον ολοκληρωτισμό απ’ όπου κι αν προέρχεται, αλλά παραπέμπουν στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Και δεν ξέρω καμία άλλη κριτική που να αναδεικνύει αυτή την πτυχή.

Το θέμα είναι ότι αν δεν το ‘γραφε η τζία ελάχιστοι θα το πρόσεχαν κι οι περισσότεροι θα έμεναν στο πρώτο επίπεδο ανάγνωσης που δε θα ενοχλούσε κανένα. Εν πάση περιπτώσει..

Η επόμενη συνάντηση του ομίλου θα γίνει κατά πάσα πιθανότητα την παρασκευή με θέμα το τι να κάνουμε του λένιν. Οπότε θα πιάσει και ζητήματα οργανωτικής φύσης από ένα θεωρητικό πρίσμα. Θα υπάρξει ενημέρωση για ακριβή μέρα κι ώρα.

Υποσημείωση

*Παράλληλα όμως το εμπόρευμα είναι η απλούστερη αφαίρεση στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Κι η βασική –κατά βαζιούλιν- μεθοδολογική συνεισφορά του μαρξ στο κεφάλαιο είναι ότι (δεν έμεινε στο επίπεδο της αφαίρεσης, αλλά) πραγματοποίησε την (αντίστροφη) ανάβαση από το αφηρημένο (εμπόρευμα) στο συγκεκριμένο.