Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Δεν είναι αυτό που νομίζεις

Την εισαγωγή την έκανε η Ρένα Δουρου-τι με τις ένοχες απολαύσεις της (που απενοχοποίησαν εμάς τους υπόλοιπους) ως προς τα καλοκαιρινά της αναγνώσματα, όπου όλοι είμαστε κάπως πιο χαλαροί, απελευθερωμένοι και πρόθυμοι να δοκιμάσουμε καινούρια πράγματα (όπως ο Μίμης Ανδρουλάκης και ο Τατσόπουλος) για να ικανοποιήσουμε την περιέργειά μας -και πιθανότατα τίποτα άλλο πέραν αυτού.

Φαντάσου όμως μια από αυτές τις απολαύσεις να έχει κομματική έγκριση! Και δεν υπάρχει πιο εμφατική κι επίσημη έγκριση από το εκδοτικό του κόμματος και την κυκλοφορία του βιβλίου από τη Σύγχρονη Εποχή. Και δεν εννοώ παλιά βιβλία του Ανδρουλάκη -που κάποια τα λες κι ενδιαφέροντα- αλλά κάτι ακόμα πιο τρελό κι ιντριγκαδόρικο.
Σώτη Τριανταφύλλου! Ω ναι...

Φαντάσου τώρα να είσαι στην παραλία ή σε ένα τρένο -σε κοινή, δημόσια θέα τέλος πάντων- και να πέσει η ματιά ενός περαστικού στο εξώφυλλο, τον τίτλο κι αμέσως μετά στη ματιά σου, καθώς διαβάζεις στο βλέμμα του την περιφρόνηση και ψάχνεις μια δικαιολογία να πιαστείς. Δεν είναι αυτό που νομίζεις... να σου εξηγήσω...
Μόνο που είναι αυτό ακριβώς που νομίζει. Ένα βιβλίο της Σώτης από τη Σύγχρονη Εποχή.

Το βιβλίο "κινηματογραφημένες πόλεις" κυκλοφόρησε το 1990, σαν εισαγωγή σε όσα κοσμογονικά (ή κοσμοκτονικά, εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπεις) θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια. Και είναι ένα ταξίδι στον κόσμο του Βέλτσου και του ακατανόητου, όπου τίποτα δεν έχει νόημα αν δεν το πούμε έτσι, ώστε να μη βγάζει νόημα, για να φαίνεται ότι έχει βαθιά νοήματα.
Πω-πω νόημα, που έλεγε κι ο θεατής του χαρυκλυννικού Αρτέμη. Πολύ νόημα! Άμα δεν προσέξεις, το έχασες...

Προσωπικά πάντως κυνήγησα με το ντουφέκι και το μικροσκόπιο πιθανά πολιτικά νοήματα ή έστω υπονοούμενα, πίσω από τις γραμμές, αλλά δεν έπιασα και μεγάλα ψάρια. Μια ελαφριά, όσο πατάει η Σώτη, (που τρέφεται με σκόνες και ζυγίζει ελάχιστα) αντισταλινική αιχμή: "είναι τα τρελά χρόνια της τζαζ για τις Ηνωμένες Πολιτείες, χρόνια όπου εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού στην Ευρώπη, με την άνοδο των δικτατοριών και το τέλος της επαναστατικής κοσμογονίας στη Σοβιετική Ένωση" που δεν ήταν ακριβώς εκτός γραμμής εκείνα τα χρόνια.

Και μια αμήχανη στιγμή για τη Σώτη, όπως κοιτάζει το παρελθόν της (κι εμείς το δικό μας άλλωστε) και πέφτει σε μια αναφορά της για τη νύχτα της Νέας Υόρκης του μεσοπολέμου, όπου καραδοκεί η οικονομική κρίση, η "ενοχλητική" δράση των συνδικάτων (...), με τα εντελώς περιττά (από τη σκοπιά της σημερινής πολιτικής της στάσης) εισαγωγικά.

Και δεν είναι μόνο αυτή που άλλαξε, σε τελική ανάλυση.
Πόσο άλλαξε, πόσο αλλάξαμε... που θα 'λεγαν ο Μηλιώκας και η Μάνου. Αλλά ευτυχώς δεν ξεπλυθήκαμε μαζί της πολιτικά και δε γίναμε ποτέ ροζ. Ούτε κι αυτή άλλωστε, αφού προτίμησε το καθαρό μαύρο της παρδαλής αντίδρασης. Κι από μια άποψη, δεν άλλαξε κανείς μας κατά βάθος. Το λάθος ήταν που βρεθήκαμε εξ αρχής, νομίζοντας πως είμαστε στο ίδιο στρατόπεδο.

Κι αυτή η πλάνη ταλαιπώρησε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα κάποιους σφους, που μάλλον θυμόντουσαν το παλιό της πέρασμα από τις δικές μας εκδοτικές προσπάθειες και την περνούσαν για δική μας. Έτσι ήρθε και η δική μου γνωριμία με το μαγικό κόσμο της Σώτης και με το "εργοστάσιο μολυβιών", που μου το δάνεισε μια αρχάρια σφισσα, συστημένο από τους γονείς της.
-Είναι δικιά μας αυτή που το 'γραψε.
Και να το τρως στη μάπα ως το τέλος, περιμένοντας μάταια την ανατροπή ή τέλος πάντων κάτι που να δικαιώνει τις συστάσεις.

Αντί επιλόγου, ένα μικρό δείγμα τέχνης από τη γραφή της Σώτης. Δώστε βάση στο νόημα, αν δεν το προσέξεις, το 'χασες, σφε αναγνώστη...

Το Λονδίνο του Μπλόου απ (1966) είναι μια πόλη σιωπής, που διασχίζεται από το θόρυβο μιας εξάτμισης και το τραγούδι των Γιάρντμπερντς. Το "γλεντζέδικο" Λονδίνο της δεκαετίας του 60' είναι μια γαλάζια έρημος, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι τύχης για τον Άνθρωπο της Εικόνας. Ο Τόμας (Ντέιβιντ Χίγκινς) αντιπροσωπεύει τον εαυτό του σε ένα πλαίσιο, όπου ο καθένας αποτελεί μια μονάδα: στην πόλη του Αντονιόνι, απουσιάζει το πλήθος, μαζί με τις συλλογικές αξίες και τις συλλογικές αγωνίες. Σε μια εποχή μπλητλμανίας, όπου η Ντάρλινγκ (Τζον Σλέσινγκερ, 1965) οδηγεί χωρίς δίπλωμα μέσα στη λονδρέζικη νύχτα, ο Τόμας απολαμβάνει τη μοναχική του εμπειρία, μια εμπειρία χρωματική. Το Λονδίνο είναι ένα καλειδοσκόπιο, η γονιμότερη πόλη της δεκαετίας, ένα χωράφι με φράουλες, φωτογραφημένο ψυχρά από τον Κάρλο Ντι Πάλμα. Όπως η Κίνα, το Μπλόου απ μοιάζει με ένα μάτι που παρακολουθεί χωρίς να επεμβαίνει την κατάδυση του Τόμας στην αλήθεια, την αλήθεια που μεγενθύνεται (sic) χωρίς νόημα, χωρίς οικουμενική αξία και γι' αυτό ανατρεπτική, πρόσκαιρη κι επικίνδυνη. Ούτε το Λονδίνο του Τόμι Στηλ, ούτε το Λονδίνο του Ρίτσαρντ Χάμιλτον ("τρομακτικό Λονδίνο 67'" (1968-69), λάδι σε μουσαμά και μεταξοτυπία, Γκαλερί Τέιτ), ούτε το Λονδίνο των ευτυχισμένων μονάδων που ξετυλίγουν την ανυτάρκειά τους σε ένα χώρο που ξεχειλίζει από κρυμμένους θησαυρούς: κι ο Τόμας ερωτεύεται μια παλιά προπέλα. Ο έρωτας λείπει απ' αυτή την πόλη, όπως κι η συνείδηση του παρόντος, ο φόβος του μέλλοντος, η ανάμνηση του παρελθόντος: ο Τόμας κατασκοπεύει τις ζωές των άλλων, όχι σαν τον Peeping Tom  (ήρωας της ομώνυμης ταινίας του Μάικλ Πάουελ, 1959) αλλά σαν τον ζαβολιάρη στο πόκερ, παίκτης ο ίδιος πάνω στο πράσινο τραπέζι της πόλης. Όπως στην Περιπέτεια (1959) τη Νύχτα (1960) και την Έκλειψη (1962), ο χώρος είναι αφηρημένος, γραμμικός, συμμετρικός, διαφανής: ένας κυβιστικός πίνακας, που πάλλεται, αλλάζοντας ρυθμούς, φιλοξενώντας -αφιλόξενα- ανθρώπους χαμένους σε ένα μακρυνό διάστημα. Τίποτα δε φέρει τη σφραγίδα της γραφικότητας, τη χαρούμενη κραυγή των γίπις και τα κομμάτια του ψυχεδελικού ονείρου των ημερών: ο Αντονιόνι διαλέγει το φως της αυγής, το φως του πάρκου, το φως του νάιτ κλαμπ. Το φως μιας πόλης διψασμένης για φως. Όταν ο ήλιος βγαίνει, οι Λονδρέζοι ξεχύνονται με τους χαρταετούς στο Χάιντ Παρκ: όχι στο Μπλόου απ. Στο Μπλόου απ, η ζωή δεν ταυτίζεται με τη στέρηση και την ικανοποίηση της στέρησης, αλλά με το περιττό, με αυτό που δεν αλλάζει σε τίποτα τα πράγματα. Το Λονδίνο, όπως και το Λος Άντζελες στο Ζαμπρίσκι Πόιντ (1968) είναι χώρος για άτομα -που δεν τέμνονται και δεν ματώνουν: φιγούρες γεωμετρικές, διαλυμένες στο φάσμα του φωτός, εκούσια τοποθετημένες σε ένα μωσαϊκό από σχέδια, απαλλαγμένο από το φορτίο της ποπ κουλτούρας. Ο Αντονιόνι κινηματογραφεί την απλοποιημένη ψυχολογία των αστών κι όχι τη γραφικότητα του ντεκόρ: στο Λονδίνο της έξαψης υπάρχει αμηχανία, απουσία συναισθημάτων και τεμπελιά -υπάρχει το περίγραμμα της γυναίκας του Μάρσαλ Ράις ("πέρυσι το καλοκαίρι", 1963) αλλά δεν υπάρχει ούτε γυναίκα, ούτε καλοκαίρι. Επιτέλους μια πόλης χωρίς οικολογικούς προβληματισμούς, χωρίς τη σημειολογία του βαθμού μηδέν, χωρίς τις μάχες των φύλων και των φυλών: μια πόλη όπου όλα λείπουν σαν σε διακοπές. Αν η ποπ αρτ του Ράουσενμπεργκ πίστευε πως θα βρει στο Μπλόου απ τη φιλμική της έκφραση, έχασε το στοίχημα:τα σύμβολα της σύγχρονης ζωής βρίσκονται βαθειά μέσα στους ήρωες. Το σεξ, τα ναρκωτικά και το ροκ' ν' ρολ είναι χόμπι και δημοσιογραφικές επινοήσεις: ο Τόμας δεν καταναλώνει εικόνα, δημιουργεί εικόνα -όλα τα άλλα είναι ατυχήματα. Το Μπλόου Απ είναι μια άσκηση στιλ, όπως και το Λονδίνο της στιγμής, μια ταινία και μια πόλη, που, χωρίς οπαδούς, δημιουργούν οι ίδιες ένα νέο κύμα, μια μικροφιλοσοφία, που πρεσβεύει ό,τι μπορούμε να ζήσουμε στο σύγχρονο κόσμο, αρκεί να συλλάβουμε το πνεύμα των καιρών, εκλεκτικά κι όχι σαν μια μπουκιά, ένα πακέτο σαν εκείνο που πούλησαν οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές του '60. Το Λονδίνο του Αντονιόνι δεν είναι μια πολεδομική μελέτη, ούτε μια κοινωνιολογική΄απεικόνιση: είναι μια ταινία που αρχίζει με το πάτωμα της πόλης, ένα γρασίδι την επιφάνεια του βιομηχανικού κόσμου, κάτω απ' όπου κρύβονται άχρηστα μυστικά. Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια, αναρωτιέται ο Τόμας και σηκώνει αδιάφορα τους ώμους, μέσα σε ένα καταρράκτη από διφορούμενα: μια πόλη δεν είναι φορέας ενός ερωτήματος, που μας κρατάει στη ζωή, ενός βλέμματος που εμπλουτίζεται καθώς στρέφεται περισκοπικά.

Η σκηνοθεσία της πόλης ενισχύει το θεματικό επιχείρημα γύρω από την αντίληψη της αλήθειας, γύρω από τη βεβαιότητα του τι είναι πραγματικό: το Λονδίνο είναι ένας χώρος ονειρικός, όπου ο Αντονιόνι ξεχωρίζει σιλουέτες κι επεισόδια, χωρίς ντοκυμενταρίστικο ισχυρισμό -τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Η πρόσοψη του στούντιο του Τόμας μοιάζει να μη σχετίζεται με τον περιβάλλοντα οικιστικό χώρο και το εστιατόριο όπου τρώει δεν διακρίνεται από ένα ιδιωτικό σπίτι. Τα αντικείμενα αποχωρίζονται από τις λειτουργίες τους, ή, καταλαμβάνουν ανορθόδοξες θέσεις μέσα στο πλαίσιο όπου κινείται ο Τόμας: οι κάτοικοι της πόλης φαίνονται άσχετοι προς το άψυχο υλικό της και για αυτό φαντασματικοί, καθώς παίρνουν μέρος σε πάρτι με ευώδεις καπνούς, ανάμεσα σε βικτωριανά έπιπλα, ή, κάνουν έρωτα (τρόπος του λέγειν) κάτω από το βλέμμα ενός αλαβάστρινου μπούστου. Η πόλη δεν μοντάρει το παρελθόν με το παρόν: απλώς, ο χρόνος δεν υπάρχει. Το Μπλόου απ, σαν δείγμα αφηρημένης τέχνης, δεν εμπεριέχει το χρόνο και το μοναδικό στοιχείο που περικλείει τη χρονική διάσπαση είναι ο λονδρέζικος κοσμοπολιτισμός, η κατ' εξοχήν ιστορία του παρόντος. Η πόλη φωτογραφίζεται σαν ένα ανομοιογενές άθροισμα από έγχρωμες καλόγριες, πολιτοφρουρούς, φοιτητές μεταμφιεσμένους σε κλόουν, ομοφυλόφιλους με σκυλάκια κανίς και ρακοσυλλέκτες, όλα μαζί και ταυτοχρόνως, σε ένα σουρεαλιστικό (ή υπερεαλιστικό) πορτρέτο. Όμως, το Λονδίνο του Αντονιόνι δεν είναι το καρτούν του Ρίτσαρντ Λέστερ, ούτε το φόντο της ποπ-αρτ: μοιάζει πιο πολύ με το Παρίσι του Ντάνιελ Μπιούρεν (του 1968), παρά με το τρελό Λονδίνο της εφήμερης τέχνης της δεκαετίας, στον αστερισμό του σεξ, των ναρκωτικών και του ροκ' ν' ρολ. Για μια ακόμα φορά, ο Αντονιόνι μιλάει μια γλώσσα του μέλλοντος: το Μπλόου απ είναι μια ταινία για παράσταση σεξ (όπως στις σκηνές που ο Τόμας φωτογραφίζει τη Βερούσκα), για παράσταση ναρκωτικών (στο "όργιο", όπου όλα μοιάζουν ακίνητα, ή, στη σκηνή με τον Εον που προετοιμάζει με επιμέλεια τη βραδυνή του δόση) και για παράσταση ροκ' ν' ρολ, αφού η σπασμένη κιθάρα των Γιάρντμπερντς φαίνεται τη μια  στιγμή σαν ένα τρόπαιο και την άλλη σαν ένα σκουπίδι.




Να πέσει αυτό σε πανελλήνιες για ανάλυση, περίληψη, κτλ, και να μην περάσει ούτε ο εξεταστής.
Ευτυχώς πάντως, έχει και παραγράφους, για να καταλαβαίνει ο αναγνώστης πότε αλλάζει το θέμα.
Κι ύστερα λες πως σου φάνηκαν δύσκολα τα "φιλοσοφικά χειρόγραφα" του Μαρξ. Σε παρακαλώ τώρα...

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Η φάμπρικα δε σταματά

Διακόπτουμε τη ροή αναρτήσεων για το BRexit, για να πιάσουμε κάτι άλλο που απασχόλησε πρόσφατα την επικαιρότητα, πριν μπαγιατέψει τελείως. Σημείο εκκίνησης του σημερινού κειμένου είναι ο Λεβέντης, δηλ το σημείο μηδέν, και η περίφημη δήλωσή του για το εργοστάσιο πανό που διαθέτει το ΚΚΕ και τους Πακιστανούς που κρατάνε στους πορείες τα πανό μας. Να αναρωτιέσαι δηλ ποια ζώα μπορεί να ψηφίζουν τέτοιους φωστήρες, μέχρι που κάνεις μια βόλτα στο διαδίκτυο και σου λύνεται η απορία.



Ας χτίσουμε τώρα πάνω σε αυτό το σημείο.

Ένας πρώτος πρόχειρος συνειρμός είναι με το μπεστ-σέλερ (;) (σε κάθε περίπτωση ευπώλητο και εύπεπτο, άλλο που αφήνει παρενέργειες στο στομάχι) της Σώτης Τριανταφύλλου, Εργοστάσιο Μολυβιών (δώσε βάση, πολύ νόημα), όπου επιχειρεί μια κριτική παρουσίαση του ΚΚ και των περιπετειών του, μέσα από τα βιώματα τριών διαφορετικών γενιών (πω-πω νόημα). Κι επειδή αυτοί είναι βγαλμένα από τη ζωή και τη σκέψη Βασίλης Λεβέντης - Σώτη Τριανταφύλλου (κατά το "σκέψη Μάο Τσε Τουνγκ"), που έχουν αναλάβει εργολαβία από κοινού τις αντικομμουνισικές βλακείες.



Παραμένει επίσης πως διευκρίνιση αν οι Πακιστανοί απλώς φτιάχνουν τα πανό στο εργοστάσιο ή τα κρατάνε κιόλας, γιατί εμείς βαριόμαστε και τους εκμεταλλευόμαστε. Κι είναι ζήτημα αν παραμιλάει γιατί είδε πχ κάποιο μπλοκ μεταναστών με το ΠΑΜΕ και του έμεινε, ή μας μπερδεύει στο μυαλό του με τη ΓΣΕΕ, που έχει πάντα ετοιματζίδικα, βιομηχανικά πανό (από το γνωστό εργοστάσιο) ή απλώς παραμιλάει γενικά, χωρίς βοηθήματα και ερεθίσματα από τον πραγματικό κόσμο.

Κι η φάμπρικα η φάμπρικα (η αντικομμουνιστική) δε σταματά...

Μυριάδες τα αναπάντητα ερωτήματα:
το εργοστάσιο λειτουργεί με μονοπρόσωπη διεύθυνση στα πλαίσια του πολεμικού κομμουνισμού ή με τιτοϊκές, αυτοδιαχειριστικές συνταγές; Οι φανταστικοί εργάτες είναι άραγε με τα κλαδικά ή με τα επιχειρησιακά σωματεία και τον εργοστασιακό συνδικαλισμό;
Δεν υπάρχουν απολυμένοι να καταγγείλουν τη στυγνή εργοδοσία και τους στυγνούς κομμουνιστές επιχειρηματίες; Υπάρχουν άραγε επιστάτες και ποια είναι η ακριβής ταξική τους θέση; Το έχουμε πει Πουτίλοφ το εργοστάσιο ή διαλέξαμε κάτι πιο συμβατικό για όνομα; Είμαστε μονοπώλιο στο χώρο ή έχουμε ισχυρό ανταγωνισμό; Με όλες αυτές τις επιχειρήσεις που έχουμε στα λόγια, τα δημοσιεύματα κτλ, γιατί δε μας αναγνωρίζουν τουλάχιστον πως συμβάλλουμε αποφασιστικά στην ανάπτυξη της οικονομίας (που όπου να 'ναι έρχεται), αν θέλουν να είναι συνεπείς με τις βλακείες που λένε;

Ένας άλλος προφανής συνειρμός είναι με το κλασικό κρύο αστειάκι, αμέσως μετά τις ανατροπές, για το κεντρικό εργοστάσιο της ΕΣΣΔ που βάρεσε διάλυση κι έκλεισε, αλλά ξέχασε την αντιπροσωπεία του εδώ ανοιχτή, προς λύπη όσων πίστευαν πως το ΚΚΕ δεν έχει λόγο ύπαρξης παρά μόνο ως ΣΚΕ (Σοβιετικό Κόμμα Ελλάδας) και δε θα επιζούσε μετά το θάνατο της μητέρας πατρίδας.

Και με το πλεονέκτημα της εργοστασιακής πειθαρχίας, που σημειώνει ο Λένιν για τους προλετάριους έναντι των μικροαστών. Που θα τους βάλουμε όμως να δουλέψουν σε ένα εργοστάσιο, όπως έκαναν στην Κίνα επί Π.Ε, χίλια πανό το μήνα προσωπικό πλάνο ο καθένας, για να στρώσουν χαρακτήρα και ταξική συνείδηση.

Υπάρχει επίσης ένα ανέκδοτο (;) που πήρε το μάτι μου κάπου στο διαδίκτυο, με ένα Δαπίτη που του ζήτησαν στο αμφιθέατρο εργοστασιακό τσιγάρο στην αργκό (μήπως έχει εργοστάσιο;) κι αυτός απάντησε καταφατικά, γιατί το πήρε τοις μετρητοίς, αυτολεξεί και στην κυριολεξία. Αλλά εγώ δεν είμαι καπνιστής και δεν τα καταλαβαίνω αυτά.

Κλείνουμε με πολιτικό τραγούδι, Το οποίο περνάει τέτοια κρίση στις μέρες μας, ώστε να θεωρείται τέτοιο πχ το αντισταλινικό της Ουκρανίας στη Γιουροβίζιον ή το "αντιπολιτευτικό" του (εντελώς χίπστερ Συριζαίου στην ψυχή)) Μαραβέγια, του ίδιου που στενοχωριόταν γιατί τα επεισόδια με τα χημικά δεν τον άφηναν να χαρεί τα παγκάκια με το κορίτσι του. Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει κι η μοναξιά, κι εκτός από τον εαυτό μας, τίποτα άλλο στην πραγματικότητα. Ή ένα άλλο που έβαλε ο Άδωνης για τη ΔΦΑ, χωρίς να ρωτήσει το δημιουργό και χωρίς να αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτό. Κι έγινε άρχοντας της τουιτερικής καρπαζιάς, για μια μέρα.



Που αν είναι έτσι δηλ κι εγώ θεωρώ πολιτικό τραγούδι τους 2002GR για την Παλαιστίνη.



Και πώς να μην έχει κρίση όμως με αυτούς που το πιάνουν στο στόμα τους τελευταία (για να το λερώσουν). Και δεν είναι μόνο ο Πολάκης με τους αστούς που τρόμαξαν. Με αφορμή ένα σχόλιο του Προλεκάλτ για εκείνο το κείμενο, έψαξα στο γκουγκλ και έπεσα πάνω σε ένα από τα πολλά διαμαντάκια των πρώτων ημερών, που είναι απολαυστικό να το διαβάζεις εκ των υστέρων. Πατήστε εδώ και απολαύστε υπεύθυνα.

Η Διεθνής παιανίζει στην Αθήνα μες το κέντρο και χιλιάδες δακρυσμένοι, χαμογελαστοί άνθρωποι, τραγουδούν με υψωμένες σημαίες και γροθιές. Σε σκοτεινές γωνιές, φανερά αμήχανοι στέκονται μερικοί αστυνομικοί - πουθενά ΜΑΤ...

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Ντα-ντα-ντα

Λαϊκή εξέγερση, Έτος 1, ημέρα 6η.

Αγαπητό ημερολόγιο,

ευτυχώς υπάρχει κι η τι-βί και δε με παίρνει τελείως από κάτω. Την είχα παρεξηγήσει ως μέσο.

Το βράδυ της τρίτης ήταν αποθέωση των αισθήσεων.
Στο μέγκα ο θεοδωράκης είχε καλεσμένους τον μάνο που ήθελε να κατέβει ο στρατός, έναν αλφακαπίτη που πάσχιζε να διαφοροποιηθεί και πιάστηκε από αυτό το τελευταίο και τον μαρκουλάκη που έψαχνε λόγο ύπαρξης, αλλά έβλεπε δίπλα του ότι υπάρχουν και χειρότερα. Δηλ η σώτη τριανταφύλλου...

Η σώτη εκείνο το βράδυ ξεκίνησε με γκολ από τα αποδυτήρια:
"μην κάνετε σαν τους κνίτες, που πιάνονται από τσιτάτα και διαστρεβλώνουν το νόημα". Και έκανε θαυμαστές από την πρώτη ατάκα.
Πληρωμένη απάντηση στον προβοκάτορα θεοδωράκη που τη ρώτησε για ένα κείμενο που είχε γράψει στην εναλλακτική άθενς βόις, όπου έκανε κριτική στον κόσμο των εξαρχείων.
Γαμώτο γιατί να μην είμαι εναλλακτικός σαν τη σώτη;
Όχι σ' ώτη με ζωγραφίζει παύλα τελεία.

Την ίδια στιγμή στον αντένα ο δελαστίκ μου έδιωχνε όλες τις τύψεις για την κανέλλη. Δίπλα του εξεμούσαν τον οχετό τους βελόπουλοι, μιχαλολιάκοι, νοικουκυραίοι κι έλεγα: δε μπορεί, τώρα θα ξεσπαθώσει ο γιώργαρος να βάλει κάθε φασίστα στην τρύπα του.
Κι όταν άνοιξε το στόμα του έμεινε ανοιχτό το δικό μου με όσα άκουγα.

Οι νοικουραίοι είναι φυσικό να εξεγείρονται και να προστατεύουν τις περιουσίες τους. Με άλλα λόγια ησυχία, τάξη κι ασφάλεια (να δέσει με το πατρίς-θρησκεία της λιάνας).
Κι επίσης: ο κόσμος θέλει μεταρρυθμίσεις, αλλά με άλλο περιεχόμενο.
Θα τον ήθελα στο κκε, αλλά αυτός το πολύ για πασόκ να πάει.
Στο έθνος πάντως έγραψε πιο σόι πράγματα. Όλως παραδόξως εκτός γραμμής μας.

Πιο πριν είχε βγει ο μιχαλολιάκος να διαψεύσει για τους χρυσαυγίτες στην πάτρα. Και τελείωσε με σενάρια αποσταθεροποίησης και πορτοκαλί επαναστάσεις!
Με τον σφο που τα βλέπαμε μαζί, συμφωνήσαμε. Είναι ανάγκη των καιρών να επανασυστήσουμε την οπλα. Κι όποιον νοικουραίο πάρει ο χάρος.

Ωστόσο το βραβείο του ήρωα της ναζιστικής προπαγάνδας το κερδίζει άνευ συναγωνισμού η σοσιαλφασιστική (μ)αυριανή.
Με πρωτοσέλιδα που φτύνουν αυγά φιδιών.

Τη δευτέρα υπέρτιτλος: οι γονείς των πιτσιρικάδων να φροντίσουν να μαζέψουν τους κανακάρηδές τους και να τους στρώσουν στο διάβασμα, όχι να τους έχουν αμολητούς στους δρόμους να σπάνε μαγαζιά.
Την τρίτη βασικός τίτλος: οι πιτσιρικάδες διέλυσαν το κράτος, οι κουκουλοφόροι έκαψαν την αθήνα.
Και την επομένη της κηδείας του αλέξη:
Ξεσηκώθηκαν οι πολίτες σε πάτρα και λάρισα, για τους χρυσαυγίτες που βγήκαν στους δρόμους. Στον υπέρτιτλο δεν ξεχνούσε να επικρίνει και τους εργατοπατέρες που δεν ανέβαλαν την απεργία.

Στο χτεσινό φύλλο καλούσαν ανοιχτά τον καραμανλή να κάνει ό,τι κι ο σαρκοζί στη γαλλία για να κερδίσει τις εκλογές.
Σήμερα είχαμε και την πολιτική ερμηνεία των γεγονότων για επιστέγασμα:
Θέλουν να ρίξουν τον καραμανλή οι αμερικανοί και οι ντόπιοι υποτακτικοί τους. Στον υπότιτλο κάνουν λόγο και για τα λόμπι της ουάσιγκτον.

Στο ίδιο πρωτοσέλιδο προβάλλουν και τις δηλώσεις της αλέκας στο δελτίο του άλτερ: υπάρχουν δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα παγκοσμίως. Το ένα αντιμετωπίζει τα λαϊκά κινήματα με τους μασκοφόρους και τους κουκουλοφόρους και ο πυρήνας τους έχει σχεδιαστεί εκτός ελλάδας.

Αυτό το παραμύθι το έχουν μάθει από την εποχή του ανδρέα. Σε κάθε στραβή ξεκινούσαν την κασέτα για τα ξένα κέντρα αποφάσεων, για χαλκεία εις βάρος της αλλαγής και για πράσινα άλογα (ο όρος πορτοκαλί επαναστάσεις δεν είχε φορεθεί ακόμα).
Τότε τουλάχιστον είχε δράκο και κάποιοι το τρώγαν. Τώρα το φυσικό αέριο του πούτιν δεν πείθει.

Η σφισσα πάντως στο νικαλάι χατζηνικαλάι εβαλε τα πράγματα στη θέση τους με ιστορικές φράσεις. Τύπου: σήμερα είναι μια άλλη μέρα κι αύριο μια άλλη. Ταξικά και ξάστερα.

Ο λογικός συνειρμός είναι το μια μέρα πριν νωρίς, μια μετά αργά. Κάπου το μπέρδεψε και το άφησε στη μέση.
Εγώ όμως την αλέκα την εμπιστεύομαι, δεν το χάφτω πως μπερδεύτηκε. Το εννοούσε.
Μένοντας έτσι πιστή στη γραμμή του μαρξισμού-βουδισμού.
Όπου κάθε μέρα είναι μια καινούρια μέρα. Η πρώτη της υπόλοιπης ζωής σου. Το ίδιο και κάθε απάντηση.
Αναλύεται κι από κάτω, στο βερμπαλάιζ ιτ.

Μετά από αυτά πήγα πολυτεχνείο να πάρω καθαρό αέρα.
Τα γέλια μείναν, αλλά ήρθαν και κλάματα μαζί. Και δεν ήταν από χημικά.

Πέρα από την ηλιθιότητα κάποια μπάχαλα είχαν και φαντασία.
Στο φουαγιέ του πολυτεχνείου αποκεφάλισαν έναν κούρο (άγαλμα δηλ). Το πουλί του έλειπε από παλιά, τώρα πήραν και το πάνω κεφάλι. Εκδίκηση για τα κεφάλια του άρη και του τζαβέλα. Το εξέθεσαν στην κεντρική πλατεία των τρικάλων για παραδειγματισμό.
Εγώ πάντως το καταγγέλω ως προβοκάτσια. Του μητσοτάκη κατά πάσα πιθανότητα.

Οι ερμοκοπίδες ζουν, αυτοί μας οδηγούν. Με ανακοίνωσή τους στον ελεύθερο πάπυρο ανέλαβαν και την πολιτική ευθύνη της πράξης.
Χαμένη στις ρίζες της ιστορίας μας η ιστορία του αναρχικού κινήματος. Αλλά ο λιακό αυτά δεν τολμά να τα πει...

Από την άλλη παίζει να βρήκαμε τον αλκιβιάδη της εποχής μας. Ο οποίος ήταν ο πρώτος διπλός -ου μην και τριπλός- πράκτορας της ιστορίας. Και με το κρεμλίνο και με τον λευκό οίκο. Και νουνού και λάιτ. Γειασαν του μάγκα...

Στον τοίχο παραπέρα κάποιοι εντόπιζαν το βασικό εχθρό:
γιατί δεν πεθαίνει το κκε; 90 χρόνια περιμένουμε.
Καλύτερα όμως να σε μισούν παρά να αδιαφορούν για σένα.
Άσε που κατά βάθος πιστεύω μας αγαπάνε. Τι νόημα θα είχε η ζωή τους χωρίς εμάς;

Πιο κάτω με πνεύμα εξεγερσιακό από το μάη του 68 ένα σύνθημα στον τοίχο ζητούσε ντανταϊστική παιδεία.
Με συγγράμματα του μαυρουδέα προσθέτω εγώ.
Εκρηκτικό κοκτέιλ. Η πιο προωθημένη πρόταση που έχω ακούσει στον χώρο της παιδείας. Το ανώτατη, πανεπιστημιακή ή τριτοβάθμια είναι ψευτοτρίλημμα.

Και λίγο πιο εκεί, το αποκορύφωμα.
Ξέμπαρκο σύνθημα, όχι κάτι εμπνευσμένο.
Σημασία όμως δεν έχει τι έγραφε, σημασία έχει ποιος υπέγραφε.
Υπογραφή: Εγώ. (ολογράφως και προς εμπέδωση: εγώ).
Μεγάλο παληκάρι. Με συγκίνησε...

Κερασάκι:
το πραγματικά καλύτερο το είπε ο βελόπουλος.
Στα εξάρχεια εκτρέφεται το αυγό του φιδιού(!!!).
Τι χάσαμε ρε πούστη μου τρεις μέρες που δεν έβγαινε το λαος στην τηλεόραση...

Κι ο δελαστίκ κοιτούσε στωικά...