Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μόσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μόσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Μια φορά κι έναν καιρό

…ήταν μια χώρια μακρινή, όπου κυβερνούσαν τα σοβιέτ και το βασίλειο της ελευθερίας και ζούσαν αδελφωμένες κι αγκαλιασμένες η εργατιά, η αγροτιά κι η διανόηση.
(…) Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα από τώρα, γιατί υπήρχε το αντίπαλο δέος και μπορούσαμε να αποσπάσουμε πιο εύκολα κάποιες κατακτήσεις που άρχισαν να ξηλώνονται την τελευταία 30ετία.

Αν θέλει να δει κανείς την ποιοτική διαφορά του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε με τον υπαρκτό καπιταλισμό, συμπυκνωμένη σε μερικές στιγμές, μπορεί να πάρει και να συγκρίνει τις εικόνες από την τελετή λήξης των ολυμπιακών αγώνων της μόσχας το 1980 και τις αντίστοιχες από το los angeles τέσσερα χρόνια μετά, όπου οι αμερικανοί κάνουν μια κιτς επίδειξη χλιδής και τεχνολογικής δύναμης με την οποία επιχειρούν να εντυπωσιάσουν τον υπόλοιπο κόσμο. Στο δικό μου μυαλό μάλιστα έρχονται αυθόρμητα πρώτα –όχι η αυθεντική τελετή του λος άντζελες, αλλά- σκηνές από το ROCKY IV και το φαντασμαγορικό διαστημικό σόου που στήνουν κακόγουστα οι διοργανωτές, με μουσική υπόκρουση το «living in america» του james brown, που κάνουν τον άμαθο «επαρχιώτη» σοβιετικό να σαστίζει και να παρακολουθεί κάθιδρος –όσο ποτέ και σε καμία στιγμή μες στον αγώνα- σαν την πατρίδα του που ερχόταν δεύτερη και καταϊδρωμένη στην κούρσα της ετε.

Οι σοβιετικοί αντιθέτως καταφέρνουν να στήσουν μια πολύ συγκινητική τελετή, βαθύτατα ανθρώπινη κι ανθρωποκεντρική. Ένα στοιχείο που αντανακλάται και στο ανθρώπινο κολάζ με το δάκρυ του μίσα, της μασκότ, ένα χαρακτηριστικό δείγμα τέλειου συγχρονισμού και συνεργασίας-ομαδικότητας, χωρίς την παραμικρή διαμεσολάβηση κάποιας μηχανής –που κι αυτή ανθρώπινο δημιούργημα είναι, αλλά προφανώς δεν είναι το ίδιο.


Το πιο σημαντικό όμως είναι οι θεατές του σταδίου που βλέπουν το μίσα να πετάει και να απομακρύνεται και δακρύζουν συγκινημένοι, σα μικρά παιδιά. Βλέπεις τις αντιδράσεις τους και αναρωτιέσαι ποια μπορεί να είναι η νοοτροπία, η ψυχολογία κι οι ευαισθησίες αυτών των ανθρώπων, που τους οδηγούν σε τόσο έντονα συναισθήματα. Θυμάμαι επίσης συνειρμικά κάτι που διηγούνταν ένας καθηγητής στη σχολή για το ταξίδι του σε μια λδ και τους θεατές ενός κινηματογραφικού έργου που περιείχε μια μικρή σκηνή βίας (ένα χαστούκι, μια γροθιά, δε θυμάμαι ακριβώς) και τους άφησε όλους άφωνους και σοκαρισμένους, γιατί ήταν έξω από όσα είχαν συνηθίσει και μπορούσαν να αποδεχτούν.

Μπορεί τα παραπάνω να μοιάζουν με ψεύτικη κι ειδυλλιακή εικόνα, έχουν όμως μια υπαρκτή κι αντικειμενική βάση. Την αναμφισβήτητη παιδικότητα και.. αγαθωότητα αυτών των λαών που αποτυπώθηκε ακόμα και στην προφορά τους. Οι ρώσοι πχ πολλές φορές μοιάζουν στις κουβέντες τους σα να διηγούνται ένα παιδικό παραμύθι, ανεξάρτητα από το τι λένε στην πραγματικότητα. Αποτυπώθηκε όμως και με αρνητικό τρόπο, πχ στην απλοϊκή πολιτική συνείδηση ενός λαού, που δεν κατάλαβε τι έγινε και πώς έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι του, την καλή του πίστη σε απατηλά συνθήματα για περισσότερο σοσιαλισμό, στις χαμηλές αντιστάσεις που πρόβαλε στη διάλυση της σοβιετίας, παρά την εκφρασμένη (με συντριπτική πλειοψηφία σε σχετικό δημοψήφισμα) θέλησή του να διατηρηθεί η μορφή και το περιεχόμενο της ένωσης. Και γενικώς σε μια «απολιτίκ» και παθητική στήριξη της σοβιετικής εξουσίας.

Κι αυτή η στάση, πέρα από τη διαλυτική επίδραση των αλλαγών και της οπορτουνιστικής στροφής στο κκσε, είχε επιπρόσθετα και μια αντικειμενική ρίζα. Στις αστικές κοινωνίες η πρωτοπόρα ταξική συνείδηση διαμορφώνεται στο πλαίσιο της ταξικής πάλης, των αγωνιστικών κινητοποιήσεων για τα καθημερινά προβλήματα. Σε ποια βάση να πατήσει όμως η πρωτόλεια έστω πολιτική συνείδηση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, που δεν αντιμετωπίζει οξυμένες αντιφάσεις, ανταγωνιστικές αντιθέσεις και καλύπτει βασικές λαϊκές ανάγκες, χωρίς να χρειάζεται η αγωνιστική τους διεκδίκηση;

Αυτή η παιδικότητα μπήκε προφανώς στο στόχαστρο της αστικής κριτικής από τη σκοπιά της «ανωριμότητας» αυτών των λαών και μιας πατερναλιστικής κοινωνίας που ελέγχει σε τέτοιο ασφυκτικό βαθμό κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, ώστε να δημιουργεί και να διαπαιδαγωγεί ευθυνόφοβους χαρακτήρες, να μην αφήνει τα μέλη της να μεγαλώσουν, να ανεξαρτητοποιηθούν, να αντιμετωπίσουν την «πραγματική ζωή», να διαμορφώσουν αυτόνομα κριτήριο για το καλό και το κακό, εφόσον άλλος αποφάσιζε για αυτούς. Και έτσι ένιωθαν το «φόβο μπροστά στην ελευθερία», που σημειώνει ο φρομ για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (έχοντας πάντως υπόψη του το ναζισμό κατά βάση) κι αναζητούσαν συνεχώς έναν πατερούλη τον ασφαλή εναγκαλισμό της μαμάς πατρίδας, του κράτους και της εξουσίας.

Ο χαμένος σοβιετικός παράδεισος –σε σύγκριση με την επίγεια καπιταλιστική κόλαση που ζουν αυτοί ειδικά οι λαοί- όταν δεν αμφισβητείται ευθέως από τις αστικές και μικροαστικές προσεγγίσεις, παρουσιάζεται σαν η ανελεύθερη φυλακή των πρωτόπλαστων, ένα εύθραυστο παραμύθι των αρχών, στο οποίο δεν μπορούσαν να παραμείνουν κλεισμένοι οι λαοί, εφόσον δοκίμαζαν το δέντρο της γνώσης, της ελευθερίας, του πραγματικού κόσμου, πίσω από το παραπέτασμα. Η ιδέα αυτή αναπτύσσεται νομίζω τόσο στο τέλος του κυνόδοντα (όπου η λύτρωση έρχεται με την απόδραση της πρωταγωνίστριας και το σπάσιμο των δεσμών της, μολονότι είναι εντελώς αβέβαιο το μέλλον της), όσο εν μέρει και στο truman show και την απόδραση του τρούμαν από τον ψεύτικο κόσμο που του είχαν φτιάξει (αν και το έργο έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης και χρήζει μάλλον ξεχωριστής ανάλυσης). Η αλήθεια, με όσα ρίσκα, βάσανα και κινδύνους περιέχει, είναι πάντα προτιμότερη από ένα ψεύτικο παραμύθι, όσο καλοφτιαγμένο κι αν είναι.

Η αντιστροφή της πραγματικότητας είναι εντυπωσιακή. Ο αστικός κόσμος είναι βυθισμένος και κατεξοχήν βασισμένος στο ψέμα, την αλλοτρίωση, τις φενακισμένες συνειδήσεις. Μια κοιλάδα των δακρύων χωρίς τέλος, για τη ζωή που φεύγει μακριά αναξιοποίητη, αέρας σε έγχρωμο μπαλόνι, όπως ο μίσα από το στάδιο λένιν. Ένας ψεύτικος κόσμος, όπου ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τους άλλους γύρω του ανταγωνιστικά, ως όριο της δικής του ελευθερίας, ψάχνει κάποια διέξοδο σε φανταστικούς εικονικούς κόσμους, άρλεκιν, σίριαλ, για να καλύψει το συναισθηματικό κενό μέσα του, τζόγος και τυχοδιωκτισμός, για δυνατές συγκινήσεις και περιπέτεια. Βομβαρδίζεται όμως καθημερινά με την εξαίρεση του κανόνα, το ψέμα που βαφτίζεται αλήθεια, τον φτωχό που έγινε βιομήχανος πλένοντας πιάτα στην αμερική, τον πραγματικό έρωτα που έμεινε αμόλυντος, μικρές τζούρες απ’ όσα νιώθουμε να μας λείπουν, την απάτη της φιλανθρωπίας.

Η δυσοίωνη αλήθεια περικυκλώνει και πνίγει τον «ενηλικιωμένο πρωτόπλαστο», που ψάχνει καταφύγια σε ανέξοδες κι απατηλές διεξόδους, σαν τις οφθαλμαπάτες όσων περιπλανώνται στην έρημο. Ο γέρικος κόσμος που σαπίζει γερνάει και τους ανθρώπους, τους μαθαίνει να συμβιβάζονται, πλακώνει το νεανικό τους ενθουσιασμό. Και ταυτόχρονα κρατάει με χίλια χαλινάρια τη συνείδησή τους σε νηπιακό επίπεδο, τους καταδικάζει σε ανωριμότητα και παλιμπαιδισμούς, για να μπορεί να τους ρουφάει το μεδούλι, όπως κάνουν οι γέρικες αμοιβάδες, για να ξανανιώσουν.

Από πότε λοιπόν αξιολογείται αρνητικά ως ανίδεος και λειψός ο απλός σοβιετικός άνθρωπος που δε γνώρισε το κακό, διαπαιδαγωγήθηκε διαφορετικά κι ως ένα βαθμό δεν πάει καν το μυαλό του στο κακό; Η διαμόρφωση –σε εμβρυακό έστω επίπεδο- ενός τέτοιου ανθρώπου –κατάλοιπα του οποίου μπορεί να συναντήσει ακόμα κανείς στις μέρες μας, σε κάποια ρωσοπόντια καθαρίστρια με πτυχίο πχ- είναι ίσως το πιο σημαντικό επίτευγμα του σοβιετικού πειράματος. Κι η καταστροφή του με όρους γενοκτονίας, που συντελείται τώρα σε αυτές τις χώρες –όχι μόνο με τον πόλεμο, αλλά και σε καιρό ειρήνης, με τη ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου και του μέσου προσδόκιμου ζωής- είναι η πιο κραυγαλέα κι αποκρουστική όψη της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Το τέλος της αγαθωότητας κι η ακριβοπληρωμένη στερνή γνώση αυτών των λαών για αυτό που έχασαν, δε θα έχει αξία αν μείνει στο επίπεδο της νοσταλγίας και δε γίνει δύναμη ανατροπής –όπως ίσως να επιδιώκουν να γίνει κάποιες δυνάμεις στην ουκρανία. Κι η γενιά που θα ζήσει την επόμενη επανάσταση δε θα είναι ανυποψίαστη, αλλά θα έχει μελετήσει καλά τα διδάγματα της ιστορίας, για να μην αφήσει το μέλλον να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια της και να φτιάξει το δικό της παραμύθι χωρίς λυπημένο τέλος.

Ντασβιντάνια..

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Στις Μόσχες αδελφές μου, στις Μόσχες

Οι σοσιαλιστικές νησίδες δεν έχουν θέση στο σύγχρονο καπιταλιστικό αρχιπέλαγος και δε διαθέτουν καν την κεϊνσιανή γλύκα αυταπατών του πρόσφατου παρελθόντος. Το κοντινότερο που έχει υπάρξει ποτέ ίσως στην ουτοπία αυτών των νησίδων είναι κάτι νησιά του αιγαίου και του ιονίου που αποτελούσαν από πάντα σχεδόν εκλογικά προπύργια του κουκουέ, με σταθερά διψήφια ποσοστά, μέχρι να προκύψει η νεοπασοκική λαίλαπα τον ιούνη του 12’.

Δύο (δηλ τρία αν βάλουμε και τη σάμο) από αυτά τα νησιά βρίσκονται στην περιφέρεια του βόρειου αιγαίου και είναι η ικαρία στο νομό σάμου και πιο βόρεια η λέσβος, που οι περισσότεροι πάντως τη λένε μυτιλήνη, ίσως για να τονίσουν την ιδιαίτερη προφορά των ντόπιων. Οι ζωντανές εξωτερικές συνδέσεις στην τηλεόραση με ανταποκριτές που μας καλωσορίζουν από το «λιμάνι της μυτιλιήνιης» είναι ίσως πιο κλασικές κι από τους ‘λιλιπούτειους καρναβαλιστές’ της πάτρας με την ελίζα καλλίτση και τον σπηλιωτόπουλο να απαγγέλλει τον περίφημο στίχο «πυκνιοί καπνιοί». Αλλά πού να καταλάβετε βρε αστοιχείωτοι ότι ο πρωτοπόρος άρης (καμία σχέση με τον ποδοσφαιρικό) έχει εισαγάγει στην ελλιηνιική το ισπανικό ñ, όπως λέμε iñiesta (ινιιέστα). Που σίγουρα κι αυτό ελληνικό θα ‘ναι για να ‘χει περισπωμένη, ε λιακο (ο τόνος στο «ο»);

Ανάμεσά τους υπάρχει βέβαια η χίος, που δε θα μας απασχολήσει εκτενώς σε αυτό το κείμενο. Τα βασικά της χαρακτηριστικά πάντως, πέρα από τα μαστιχόδεντρα, είναι δύο: α. ότι το λιμάνι της είναι απολύτως φυσιολογικά στραμμένο προς τα κοντινότερα παράλια, δηλ στο ανατολικό τμήμα που κοιτάζει προς την τουρκία, κι έχει γυρίσει την πλάτη της προς το υπόλοιπο αιγαίο, που τα.. ταχύπλοα καμάρια των εφοπλιστών θέλουν δεκάωρο και βάλε να το διασχίσουν, για να πετύχουν τη βέλτιστη οικονομία στα καύσιμα και να σπάσουν τα νεύρα κάθε επιβάτη. Αλλά τι τα θες, το παμε καταστρέφει τον τουρισμό. Κι έτσι ερχόμαστε στο δεύτερο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, που είναι ο υποψήφιος της λασυ, μάρκος σκούφαλης, ένας δραστήριος εκπαιδευτικός, που χαίρει γενικότερης αναγνώρισης και εκτίμησης και είχε μπει για τη δράση του στο στόχαστρο της σαπίλας του ντουνιά και των κρατικών μηχανισμών της.

Υπάρχουν επίσης η καταπράσινη σάμος από άποψη φυσικής ομορφιάς, που κοκκινίζει αισθητά από την άποψη της πολιτικής ομορφιάς, των ψαρών η ολόμαυρη ράχη, η λήμνος που είναι κολαστήριο για πολλούς φαντάρους και όσοι λένε πως πέρασαν καλά στη θητεία τους εκεί πρέπει να θεωρηθούν προστατευόμενο είδος. Και λίγο παραδίπλα ο αι-στράτης, μαρτυρικός τόπος εξορίας (είναι κι αυτή μια ελληνική γωνιά) για κομμουνιστές κι απλούς προοδευτικούς ανθρώπους. Κι από τα στρατόπεδα κρατουμένων που είχαν αρνηθεί να αναγνωρίσουν τις αποφάσεις της έκτης και έβδομης ολομέλειας για τον ζαχαριάδη. Εκεί έκαναν εξορία το 36’ ο βάρναλης κι ο γληνός ως βουλευτής του παλλαϊκού μετώπου –και το λέω αυτό για να κάνω παρενθετικά ‘ρεκλάμα’ σε ένα βιβλίο για τις αναμνήσεις του βάρναλη από την εξορία, σε επιμέλεια ηρακλή κακαβάνη, που θα κυκλοφορήσει απ’ τον καστανιώτη μες στους επόμενους μήνες.

Μετά από τα ορεκτικά, που είναι το ήμισυ του παντός, περνάμε στο κυρίως πιάτο με τις μικρές μόσχες, όπως τιτλοφορείται κι ένα βιβλίο-έκπληξη (η οποία μετριάζεται βλέποντας κανείς τη σκοπιά του συγγραφέα) του γνωστού ιστορικού μαρατζίδη από το νέο κύμα της αναθεωρητικής σχολής, που επιχειρεί πχ να δικαιολογήσει στη βάση της «κόκκινης τρομοκρατίας» τη συγκρότηση των ταγμάτων ασφαλείας.

Η πιο μοσχοβίτικη ελληνική γωνιά είναι ίσως ο ηρωικός μανταμάδος στο βορειοανατολικό μέρος της λέσβου, με τα σοβιετικά ποσοστά (λατρεμένο αστικό κλισέ) του κόμματος, που έφτασαν και το 80% των ψήφων (σφυροδρεπανέλια, όπως τα λένε ακόμα και σήμερα κάποιοι ντόπιοι) σε κάποιες αναμετρήσεις. Η πρώτη σπορά έπιασε ρίζες ήδη από το 22’, με τη διαφωτιστική δουλειά των φαντάρων που γυρνούσαν από το μικρασιατικό μέτωπο, για να κορυφωθεί την περίοδο της αντίστασης με το αντάρτικο και το περίφημο ‘go back’ των μυτιληνιών στους άγγλους «σωτήρες». Ο μανταμάδος είχε ανέκαθεν πολλούς εργάτες γης –χωρίς να είναι πάντως ιδιαίτερα φτωχή περιοχή. Η απήχηση του κουκουέ ωστόσο εξηγείται πρωτίστως με ιστορικούς παρά με καθαρά ταξικούς και κοινωνικούς όρους.

Στο μανταμάδο το κόμμα ήταν κάτι σαν παράδοση, διαχρονική αξία που μεταφερόταν από γενιά σε γενιά μαζί με τα ήθη και έθιμα του τόπου. Πολλά νέα παιδιά έμπαιναν από μαθητές στην οργάνωση κι όσοι δε στήριζαν το κόμμα ή δεν αγόραζαν ριζοσπάστη, κυκλοφορούσαν στο δρόμο δαχτυλοδεικτούμενοι. Ενώ λίγο έξω απ’ το χωριό υπάρχει ένας μεγάλος βράχος με τρία κόκκινα γράμματα «κκε» κι ένας άλλος που επαυξάνει «κκε –η αλήθεια», η οποία γράφεται πάντα με κόκκινο –κι ας μοιάζει κάποιες φορές με πλάκες που έπεσαν εξ ουρανού. Αλλά εάν δείχνει κάτι αυτό, δεν είναι η καθυστερημένη πολιτική συνείδηση, όπως περίπου υπονοεί στο βιβλίο του ο μαρατζίδης, αλλά η αγροτική καταγωγή του λαού και ο εντελώς ιδιαίτερος τρόπος δημιουργικής πρόσληψης κάποιων πολιτικών θέσεων και της βαθιάς πεποίθησης πως το δίκιο είναι με το μέρος μας κι η ιστορία θα μας δικαιώσει.

Ο τελευταίος κομμουνιστής δήμαρχος στο μανταμάδο ήταν ο καρατζιτζής, εκπαιδευτικός με μια ανεξάντλητη βιβλιοθήκη, που χαίρει γενικότερης εκτίμησης –τόσο ο ίδιος, όσο κι η βιβλιοθήκη του. Χάσαμε όμως τον καποδιστριακό δήμο το 06’, γιατί βάρυνε η ψήφος των γύρω χωριών, ενώ από το 10’ η λέσβος είναι ένας ενιαίος δήμος, που δεν έχουμε ρεαλιστικές πιθανότητες να το διεκδικήσουμε, παρά τα πολύ καλά ποσοστά που έχουμε και σε άλλες γωνιές του νησιού –πχ σε αγιάσο και καλλονή.

Αν ο μανταμάδος είναι το ηρωικό γαλατικό χωριό με την πατροπαράδοτη πολιτική κατεύθυνση, η ικαρία είναι ολόκληρο γαλατικό νησί, με ιδιαίτερο στιλ και τρόπο λειτουργίας, για να σπάει κάπως η καταθλιπτική μονοτονία του καπιταλιστικού αρχιπελάγους. Πολλά μαγαζιά πχ ανοίγουν το μεσημέρι και λειτουργούν απογευματινές ώρες κυρίως –κάποια εξ αυτών μάλιστα χωρίς να έχουν καν κάποιον στην υποδοχή, οπότε καλείσαι να αυτοεξυπηρετηθείς και να αφήσεις στον πάγκο ό,τι προαιρείσαι.
Μαγαζί μπορείς χωρίς αφεντικά.

Γενικώς οι κάτοικοι είναι τόσο χαλαροί, που ενώ βγάζουν πολύ ωραίο κρασί για παράδειγμα, το καλοκαίρι γίνεται σαν ξίδι από την θερμοκρασία, γιατί προφανώς βρίσκουν πολύ μπελαλίδικους τους ενδεδειγμένους τρόπους αποθήκευσής του. Κι αυτό είναι ίσως το μόνο μελανό σημείο που μπορεί να βρει κανείς στα τοπικά πανηγύρια, που μαζεύουν χιλιάδες κόσμου και αποτελούν το βασικό έσοδο των χωριών, έτσι που είναι απομονωμένα και ξεχασμένα από θεό και ανθρώπους –σε τέτοιο βαθμό, που κάποιοι ντόπιοι, όπως λέει ο μη αστικός μύθος, θεωρούν δικούς τους παραδοσιακούς χορούς, εκτός από το νικαριώτικο, και το τάγκο ή τη σάλσα, που χορεύουν στα πανηγύρια. Άντε λοιπόν να φοβίσεις αυτό το λαό ότι αν έρθουν στα πράγματα οι κομμουνιστές, η χώρα θα είναι καταδικασμένη σε διεθνή απομόνωση και θα γίνει σαν την κούβα.

Οι νικαριώτες γνωρίζουν πολή καλά τα αδιέξοδα των ψευδοδιλημμάτων και των στημένων δίπολων. Έχουν ζήσει από πρώτο χέρι τι εστί η λεγόμενη φυλή των γκρούβαλων, κάτι σαν εναλλακτικοί κάφροι, από τον τζαμπατζή που θα σου πάρει το φαΐ και το ποτό όταν σηκωθείς να χορέψεις στο πανηγύρι, μέχρι κάποιους ασυνείδητους ελεύθερους κατασκηνωτές, που αναγκάστηκαν να τους διώξουν οι ντόπιοι γιατί αποτελούσαν σταθερή πηγή ρύπανσης και βρώμιζαν το ποτάμι τους –αν και προφανώς δεν είναι όλοι έτσι· ούτε είναι τυχαίο που προτιμούν την ικαρία και το χαλαρό της κλίμα.

Πολλές φορές στο πλοίο της γραμμής, οι γκρούβαλοι υποχρεώνονται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνύπαρξη, σαν κοινωνικό πείραμα, με τους τρέντι φλώρους που ταξιδεύουν με το ίδιο πλοίο για μύκονο, γιατί, σαν τον άρη κι αυτοί, δεν έχουν λεφτά να πάνε κάπου αλλού. Έτσι μπορείς να δεις στο κυλικείο πχ έναν προσεγμένο νεαρό στην τρίχα να ανησυχεί μήπως η τυρόπιτα που παρήγγειλε πάρα πολύ λάδι, ενώ ο υπάλληλος με τη σειρά του ανησυχεί μήπως του βουτήξει τίποτα στα μουλωχτά, μόλις γυρίσει την πλάτη του, ο γκρούβαλος που καραδοκεί στη γωνία.

Έχουν ζήσει όμως και τη γλύκα της άλλης πλευράς, με τον πλην λακεδαιμονίων συνασπισμό, από τον αϊβαλιώτη του λαος μέχρι διάφορους αριστερούς της κακιάς ώρας, που διαφημιζόταν περίπου σαν εκείνη την παλιά διαφήμιση ενός ουίσκι: το κουκουέ φεύγει, η ανάπτυξη έρχεται. Τώρα όμως που οι ντόπιοι βίωσαν τα καλούδια της περιβόητης ανάπτυξης και τα δρομολόγια των πλοίων μειώθηκαν ακόμα περισσότερο, είναι πιθανό να αλλάξουν ξανά γνώμη και να αποκατασταθεί στο νησί η κόκκινη (κι εργατική) τάξη πραγμάτων σε αυτές τις εκλογές.

Η οποία δεν υπήρχε πάντα, καθώς οι ντόπιοι στην πλειοψηφία τους ήταν με το βασιλιά. Άρχισαν να αλλάζουν σταδιακά όμως, γιατί εκτίμησαν τους εξόριστους κομμουνιστές, που έφτιαξαν μάλιστα και τους πρώτους δρόμους στο νησί με την προσωπική τους, εθελοντική εργασία. Και οι κομμουνιστές παραμένουν ως και σήμερα καρφί στο μάτι των επιχειρηματιών και μεγαλοξενοδόχων, που θέλουν να κάνουν την ικαρία κάτι σαν εναλλακτική μύκονο, χωρίς ελεύθερες παραλίες, δωρεάν ξαπλώστρες και ομπρέλες κι άλλα τέτοια αναχρονιστικά ήθη και έθιμα.

Πέραν των άλλων, το βόρειο αιγαίο είναι η περιφέρεια στην οποία δίνει ρέστα η αναθεωρητική λεβεντιά του οπορτουνισμού. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά, ήδη από τα χρόνια της διάσπασης, με όσα έγιναν και στην εφημερίδα «εμπρός» οι σύντροφοι της λέσβου και του «αριστερά στη μυτιλήνη». Το ξανάδαν μπροστά τους με το λαοπλάνο αλέξη να ξιφουλκεί ‘go back’ κατά της μέρκελ, την ώρα που ομνύει όρκους πίστης στην εε κι ονειρεύεται νέο σχέδιο μάρσαλ. Το έζησαν από πρώτο χέρι οι νικαριώτες σύντροφοι στις τελευταίες δημοτικές εκλογές. Το επιβεβαίωσαν πρόσφατα και οι σάμιοι, που εξέδωσαν αυτή την ανακοίνωση για συριζαίους υποψήφιους που λένε ότι είναι με το κκε, για να ψαρέψουν ψήφους –όπως με τις.. αθώες σημαίες του κκε στις συγκεντρώσεις του πασοκ της αλλαγής.

Ο σύριζα δεν έβαλε υποψήφια την κυρίτση της ερτ  μόνο ως αριστερό άλλοθι, απλά για να χρυσώσει το χάπι και να μετριάσει τις αντιδράσεις για το βουδούρη και τον κάθε καριπίδη –που τελικά κόπηκε και συνεχίζει με στήριξη ανελ, που και αυτοί δυνάμει σύμμαχοι του σύριζα είναι. Την έβαλε πονηρά σκεπτόμενος λόγω της καταγωγής της από κομμουνιστή πατέρα και της προηγούμενης δράσης της στο παμε, για να εισχωρήσει (θα έγραφα λεηλατήσει, αλλά έχει ψωμιά να φάει ακόμα για να φτάσει το πασοκ) στη δική μας εκλογική βάση κι αυτές τις κόκκινες μόσχες, γιατί ξέρει πως μόνο έτσι έχει ελπίδες να διεκδικήσει (αυτήν ειδικά) την περιφέρεια -ενώ κάτι παρόμοιο προσπαθεί να κάνει και στο δήμο λέσβου. Ως γιαλαντζί αριστεροί γνωρίζουν πολύ καλά πως τα κάστρα αλώνονται ευκολότερα από μέσα, από όσους λένε πως είναι κι αυτοί με το μέρος μας.


Αλλά οι δικές μας μικρές μόσχες έχουν αντέξει σε πολύ δύσκολους καιρούς κι έχουν αναπτύξει γερά αντισώματα, για να υποστείλουν τώρα την κόκκινη σημαία στους επίδοξους γκόμπι της νέας εποχής και να αφήσουν τις κόκκινες νησίδες να βουλιάξουν στο καπιταλιστικό αρχιπέλαγος.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Το όνομά μας είναι η ψυχή μας

Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. Κι αυτό είναι κάτι που το έχουν μάθει από πρώτο χέρι με οδυνηρό τρόπο οι κομμουνιστές, βλέποντας πολλά κκ να μεταλλάσσονται σε μια νύχτα και να απαρνούνται το παρελθόν τους, κρατώντας ως ευφημισμό το όνομα χωρίς την χάρη. Όπως απαντούσε και ο ανδρέας στο νονό, σε ένα παλιό σκετσάκι του χάρρυ κλυνν: -με το σοσιαλισμό καμία σχέση; Όχι, όχι… απλή συνωνυμία!

Κι ίσως τελικά να είχαν πιο τίμια στάση –μες στην ατιμία τους- όσοι δε συνέχισαν να δηλώνουν κάτι που δεν ήταν και δεν το πίστευαν πια. Αν και οι περισσότεροι κράτησαν ως παράσημο τον τίτλο του πρώην κομμουνιστή για να τον εξαργυρώσουν, να έχουν διεισδυτικότητα στο αριστερό ακροατήριο και απτή αξία χρήσης για τους αστούς εργοδότες τους.

Από την άλλη όμως είναι βέβαιο πως αν είσαι παπάς α. με την αράδα σου θα πας και β. οπωσδήποτε θα φοράς ράσα, ώστε η μορφή να συμβαδίζει με το περιεχόμενο. Το θέμα είναι τι ράσο διαλέγουμε να φορέσουμε και τι όνομα πιστεύουμε πως ταιριάζει στο παιδί μας ή το πολιτικό μας τέκνο (βλέπε εδώ και μια παλιότερη ανάρτηση με αντίστοιχο περιεχόμενο και τον ίδιο τίτλο, πριν τα ανορθόγραφα βαφτίσια της ανταρσύα).

Ας δούμε πώς μπορεί να επηρεάσει ένα παιδί το όνομα που θα του διαλέξουν οι γονείς ή ο νονός του. Αν είσαι βασίλης πχ, μπορείς να χαίρεσαι που είσαι συνονόματος με το βασίλη ζούμε για να σε ακούμε στα παλιά σου παπακωνσταντίνου, το βιρτουόζο της μπάλας χατζηπαναγή –ή βάσια, όπως ήταν το ρώσικο χαϊδευτικό του- και τον ένα και μοναδικό στο είδος του βασίλη ραφαηλίδη. Ή ακόμα να ταυτιστείς με την ιστορία του ήρωα του στάλινγκραντ βασίλι ζάιτσεφ.

Υποψιάζεσαι βέβαια πως η ρίζα του ονόματος πρέπει κατά βάθος να συνδέεται με το παλάτι και το βασιλιά, αλλά αυτό ακούγεται ακόμα πιο έντονα κι άσχημα στις βασιλικές ή ακόμα χειρότερα στην κόρη της αλέκας, τη βασιλεία, που κάθε άλλο παρά όνομα και πράγμα είναι, αν σκεφτεί κανείς τις ρίζες της και τη συνονόματη γιαγιά της που επί… βασιλείας ήταν εξόριστη στην κίμωλο.

Αν λέγεσαι μάρκος, σκέφτεσαι πως ανήκεις στην ίδια συνομοταξία με κορυφαίες προσωπικότητες, σαν το βαμβακάρη, το βαφειάδη –αν κι αυτός λάκισε νωρίς-, παλιότερα τον μπότσαρη, από τους ξένους το βαν μπάστεν, ε και το σεφερλή από τους «κωμικούς», αλλά αυτό μάλλον προσπαθείς να το ξεχάσεις.

Αν πάλι είσαι λεωνίδας, μπορείς να ταυτιστείς με το λέο μέσι (αν και προέρχεται από το λιονέλ), με το λάιονελ από τους θάντερκατς (με την ίδια λαθροχειρία), το λεωνίδα με τους τριακόσιους από την αρχαιότητα ή αυτόν με τους τριακόσιους οπαδούς και τη φυσαρμόνικα από τους πιο σύγχρονους, αν έχεις ανανεωτικά γούστα.

Πιο ιντριγκαδόρικους συνειρμούς όμως προκαλεί το όνομα «αλέξανδρος» και τα διάφορα χαϊδευτικά του. Από την αλέκα και τον μελλοκυβερνήτη αλέξη που πήρε το δαχτυλίδι από τον αλέκο, ως το μεγαλέξανδρο, τον αλέκο αλεξανδράκη και το δίδυμο κούγια-λικουρέζου από τους δικηγόρους.

Αν πάντως οι γονείς του παιδιού είναι δικοί μας και θέλουν ένα στρατευμένο όνομα για το αγόρι τους, η πιο συχνή επιλογή είναι το «άρης» προς τιμήν του βελουχιώτη κι από κοντά ακολουθεί το «νίκος» (προς τιμήν του ζαχαριάδη, του μπελογιάννη ή και του πλουμπίδη ακόμα) που παραπέμπει ευθέως στη νίκη του λαού (νικόλαος). Εκτός κι αν έχουμε πέσει σε αρειανό μπασκετικό πατέρα που ήθελε να τιμήσει την ομάδα του και τον γκάλη.
Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το παιδί μπορεί να αποστατήσει και να μη γίνει ούτε κομμουνιστής ούτε αρειανός. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι κι ο λαοκράτης χαλβατζής, ο πασόκος αδελφός του σπύρου, που δέχεται αλλεπάλληλα οικογενειακά χτυπήματα από τη μοίρα.

Μπορούμε επίσης να συναντήσουμε (ιω)σήφηδες και βλαδίμηρους προς τιμήν τους στάλιν και του λένιν –εκτός από τους κρητικούς, που είναι πάππου προς πάππο πασοκτζήδες κι άντε το πολύ-πολύ να ροδίσουν λίγο. Και λιγότερο συχνά κάρολους (όπως το γιο του ρούση) και φρειδερίκους, προς τιμήν των κλασικών.

Στα γυναικεία ονόματα δεσπόζει νομίζω το «ρόζα» από την πολωνή επαναστάτρια κι ακολουθεί το «ηλέκτρα» προς τιμήν της αποστόλου με το μαρτυρικό θάνατο επί κατοχής. Πέρα από τα διάφορα εαμικά ονόματα (λαοκρατία, ελευθερία, κτλ) στη μεταπολεμική περίοδο ήταν πολύ δημοφιλές και το «ειρήνη» που έφτασε μαζί με το φιλειρηνικό κίνημα στο απόγειό του στα χρόνια της μεταπολίτευσης και του μπρέζνιεφ.

Στη λέσβο κυρίως –αλλά και σε άλλα μέρη- απαντάται συχνά και το «μοσχούλα» για την πρωτεύουσα της επανάστασης με την κόκκινη πλατεία, ενώ πιο σπάνια βρίσκουμε και το όνομα "σοβιετία". Κι αν αυτό φαίνεται κάπως γραφικό σήμερα σε κάποιους, ας συνεκτιμήσουν το γεγονός πως στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρχαν μερικές ακόμα πιο «ακραίες» επιλογές.

Ο σοβιετικός κυριούλης μας είχε πει πχ πως ο ρώσικος λαός εξέφραζε τον αυθόρμητο ενθουσιασμό του για τα τεχνολογικά επιτεύγματα των πρώτων χρόνων της επανάστασης με αντίστοιχα ονόματα για τα νεογέννητα μωρά εκείνης της περιόδου. Κι έτσι μπορούσε να συναντήσει κανείς το γυναικείο όνομα «αποχέτευση», που ήταν πολύ σπουδαία κατάκτηση για την εποχή.
Επίσης μια φίλη μου διηγούταν πως στην τάξη της μετά τις ανατροπές είχαν ένα συμμαθητή από την αλβανία με το όνομα μαρινγκλεν (marenglen) που δεν ήταν κάποια περίεργη παραφθορά του δικού μας «μαριλένα» αλλά προερχόταν από τις αρχικές συλλαβές των τριών κλασικών: μαρξ-ένγκελς-λένιν, και την πρωτότυπη σύνθεσή τους, τρία σε ένα.

Τις τελευταίες δεκαετίες πάντως υπάρχει μια γενικευμένη τάση επιστροφής σε γυναικεία ονόματα της αρχαιότητας. Κι έτσι δίπλα στην ηλέκτρα βλέπει συχνά κανείς σήμερα τη «δάφνη» και την «άρτεμη». Αυτό το είχε περιγράψει πολύ γλαφυρά ο (χυδαία αντιδραστικός κατά τα άλλα) πανούτσος για τις νεφέλες και τις δανάες του σύριζα, που συγκρούονται με τους λιάκους και τις μαρίες της χρυσής αυγής.
Πέρα από την χοντροκομμένη σχηματική γενίκευση του πανούτσου, που χαρίζει συλλήβδην τα λαϊκά ονόματα στους χρυσαυγίτες, υπάρχει μια βάση για την «ψαγμένη» και κουλτουριάρα αριστερά των σαλονιών και της προόδου. Κι αυτό μπορεί να το βρει κανείς πχ σε ένα φοιτητικό σύλλογο αρχιτεκτόνων, όπου πέρα από τα πολύχρωμα σαλβάρια και τη μεταφορά του ξιπόλητου τάγματος της κατοχής στα σημερινά δεδομένα, τα ονόματα που ακούει συνήθως κανείς κυμαίνονται από το «ερνεστίνα» μέχρι το «γιασμίνα» και πάει λέγοντας.
Σε βαθμό που να αρχίσει να νιώθει μειονεκτικά, αν το δικό του όνομα είναι τελείως κοινότυπο.

Παρακάμπτουμε σκόπιμα τα βαφτίσια κατοικίδιων ζώων και κομματόσκυλων του κινήματος (σαν το λουκάνικο και τον κανέλλο) για να κλείσουμε την ανάρτηση με μια μικρή αναφορά στα ονόματα των άψυχων φορέων κι οργανισμών, όπως ένα μαγαζάκι ή μια μικρή φίρμα. Θέση στο αφιέρωμα έχουνε δικαιωματικά το φροντιστήριο «διαλεκτική», που αν δεν κάνω λάθος το ‘χουν κάτι παλιοί μουλάδες και η σχολή οδήγησης «καθοδήγηση», αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Η κε του μπλοκ είναι σε θέση να γνωρίζει και την ιδέα ενός σφου αναγνώστη για ένα ταξικό ουζερί με τον άκρως δηλωτικό τίτλο «πάλη των αποστάξεων». Κι αν το δίνω στεγνά στη δημοσιότητα είναι γιατί δεν το κόβω να υλοποιείται στα κοντά

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Άθλια πόλη

Μία μέρα παραμονής του απολίθωμα στην αθήνα ήταν αρκετή για να πέσει η κυβέρνηση. Στην επόμενη κάθοδο θα ετοιμάσουμε την επέτειο του δεκέμβρη και προεπαναστατική κατάσταση.
Όπου οι πάνω δε μπορούν να κυβερνήσουν (γιατί βαριούνται). Κι οι από κάτω δε θέλουν να κυβερνηθούν όπως πριν.
Αλλά δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν και μένουν άπρακτοι. Μέχρι να τους εμπνεύσει κάποτε το κόμμα.

Αλλά ας μη βαυκαλιζόμαστε. Την κυβέρνηση δεν την έριξα εγώ. Την έριξε η κοε κι η αφίσα της για τις πυρκαγιές.
Κάτω η ανίκανη κι επικίνδυνη κυβέρνηση.
Τη μια μέρα έριξε το σύνθημα στις μάζες, την επομένη ήταν πραγματικότητα. Άμα έχεις δεσμούς με το λαό...

Στην ίδια αφίσα η κοε μας ενημέρωνε ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.
Το ίδιο πιστεύει κατ' αναλογία και για τον σύριζα. Και σε αφήνει με την απορία τι από τα δύο είναι χειρότερο.

Από την αθήνα κρατάμε την έντονη φιλοσοφική διάθεση.
Κάθε μετακίνηση είναι ένα ταξίδι κι αυτό είναι το μόνο που μετράει γιατί στην ιθάκη φτάνεις του αγίου κάποτε κι αυτό με καθυστέρηση. Οπότε υπάρχει άπειρος χρόνος για αναστοχασμό.
Αν πάλι πάρεις γιωτα χι παίζεις τις μουσικές καρέκλες με το παρκάρισμα, κάνεις τροχιές γύρω από ένα τετράγωνο και βγαίνεις αυθημερόν από το αμάξι με ζαλάδες και καινούρια γένια.

Η αθήνα είναι ένα κομφούζιο, τόσο μεγάλο που στο τέλος της μέρας το θαυμάζεις αυθόρμητα, σχεδόν το αγαπάς.
Αέναο μπάχαλο, σα συντονιστικό σχημάτων διαρκείας.
Η αναρχία του καπιταλισμού συμπυκνωμένη σε μία πόλη.
Άντε να γίνουν οι κάτοικοί της κομμουνιστές με τέτοια ζωή.

Αν νικούσαμε στον εμφύλιο η αθήνα θα ήταν ένα μικρό μοσχάτο.
Μεγάλα κτίρια, πλατειές λεωφόροι, κόκκινες πλατείες στην κοκκινιά. Κι η αλεξάνδρεια ημαθίας θα γινόταν αλέκαγκραντ (για να αλλάξει πάλι όνομα στο εικοστό συνέδριο το 2016 με την απαλεκοποίηση).

Ενώ τώρα με την ήττα και τις ανατροπές... αποχαιρέτα την την αλεξάνδρεια που χάνεις. Αλλά προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου, όπως κάνουν στο εξωκοινοβούλιο.
Κι αν πτωχική τη βρεις, η σοβιετία δε σε γέλασε...

Θα 'χαμε επίσης το πιο όμορφο μετρό στην ευρώπη (μαζί με αυτό του ορίτζιναλ μοσχάτου στη ρωσία). Τώρα λένε ότι το πιο σύγχρονο το φτιάχνουνε στη θεσσαλονίκη.
Αααχ... θεσσαλονίκη. Εκεί που μπορείς να φας άφοβα σε γυράδικο και να πας μετά με τα πόδια σπίτι σου.
Υπερβολές ενός τοπικιστή με προβιά διεθνιστή;
Όχι ακριβώς. Απλά τις κακοτοπιές εδώ πάνω τις έχω μάθει και ξέρω καλύτερα να τις αποφεύγω. Κάτω ακόμα τις μαθαίνω κι είμαστε ακόμα στην αρχή (στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα).

H αθήνα είναι κάτι σαν το αστικό κράτος. Δε σώζεται με αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, χρειάζεται zerbrechen (τσάκισμα).
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί όλοι το γράφουν πρώτα στα γερμανικά και τη μετάφραση σε παρένθεση, αλλά στην τελική ποιος είμαι εγώ να αμφισβητήσω τη γραμμή;

Από αυτό δε βγαίνει ότι δε θέλουμε καθόλου αθήνα (κράτος). Αυτά τα λένε οι αναρχικοί.
Αν την είχαμε κάνει μοσχάτο, πάλι χάος θα ήταν, αλλά οργανωμένο, δομημένο σοσιαλιστικά. Κι η κυρία του οίκου θα ήταν συντρόφισσα.

Θα 'χε και τις αντιφάσεις της η υπόθεση.
Πεντάχρονα στεγαστικά πλάνα με ανεκπλήρωτες νόρμες, υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση σπιτιών και κοινόβια για όλους, μονοπρόσωπη διαχείριση πολυκατοικιών αντί για αυτοδιαχείριση, γιαπιά μισά κι ανέσωτα ελέω γραφειοκρατίας.
Εργατικές κατοικίες σαν κούτες με τους αναρχικούς να γράφουν στις πυλωτές συνθήματα για τη ζωή που κλείσαμε σε κουτιά, χαζοκούτια και κομματικά κουτάκια.
Και τι κουτ(ο)ί κουτ(ο)ί... Οι άνθρωποι πάνω απ' τις χάινεκεν.
Μόνο στον όψιμο σοσιαλισμό θα ωριμάσουν οι συνθήκες για να λυθούν μια και καλή τέτοια ζητήματα.

Η κε του μπλοκ αφιερώνει το κείμενο σε όσους προσπαθούν να επιβιώσουν μαζί με τα συναισθήματά τους σε άθλιες πόλεις όπου οι ευαισθησίες είναι είδος υπό εξαφάνιση.
Καθώς επίσης και στον σκληρό διαλεκτικό με επτά γράμματα στο σπίτι του οποίου άφησα μια συμβολική απεικόνιση της βαθιάς σήψης του καπιταλισμού, για να θυμάται το λάθος του να με εμπιστευτεί.

Ο τίτλος είναι από τραγούδι του λάκη με τα ψηλά ρεβέρ (ιωάννα και μαριέτα). Προτιμήθηκε στο νήμα από το "βάλτε φωτιά..." (γνωστό οπαδικό σύνθημα στη βόρειο ελλάδα)
.