Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστροφή στη φύση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστροφή στη φύση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Παράθυρο ανοιχτό

Τις προάλλες έφτασε στα χέρια μου ένα βιβλιαράκι, που με οδήγησε συνειρμικά σε κάποιες σκέψεις για τη σχέση του ανθρώπου μ τη φύση και τον ιστορικό χαρακτήρα της αντίθεσης μεταξύ πόλης και χωριού-υπαίθρου.

Σε μια προηγούμενη ανάρτηση για τις διακοπές και το κάμπινγκ (ελεύθερο και… σκλαβωμένο) είχαμε πιάσει ξώφαλτσα το θέμα στα σχόλια, ανιχνεύοντας τα δυο άκρα και τις μονομέρειες του καθενός. Αφενός γιατί η περιβόητη επιστροφή στη φύση –που τα πάντα εν σοφία εποίησε- ενέχει ίσως ένα βαθμό υποκρισίας, εφόσον συνοδεύεται με γκατζετάκια, συμπράγκαλα και τεχνολογικά επιτεύγματα που διευκολύνουν τη ζωή, ‘νοθεύοντας’ την αδιαμεσολάβητη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον. Αφετέρου γιατί το νόημα είναι να ζήσεις –έστω και για λίγες μέρες- μες στη φύση κι όχι να εκδράμεις για κάνα τρίωρο σαν επισκέπτης, να πας κι ένα κουτί σοκολατάκια, σε στιλ ‘χαίρω πολύ για τη γνωριμία’, και να πετάξεις το περιτύλιγμα για να δεις αν θα το πετύχεις του χρόνου που θα ξαναπάς για τρεις ώρες. Αθάνατο ελληνικό τοπίο, που έλεγε παλιά κι ο χαρούλης σε ένα δίσκο του (όχι ο τραγουδιστής, ο άλλος)…

Το βασικό ζητούμενο παραμένει η ανάκτηση της επαφής του ανθρώπου με το ανόργανο σώμα του, όπως χαρακτήριζε τη φύση ο κάρολος. Κι όπως συμπληρώνει ο ένγκελς στη διαλεκτική της φύσης, τα γεγονότα μας θυμίζουν σε κάθε βήμα πως δεν κυριαρχούμε καθόλου πάνω στη φύση όπως ένας κατακτητής πάνω σε έναν ξένο λαό, όπως κάποιος που θα στεκόταν έξω από τη φύση, αλλά πως ανήκουμε στη φύση με τη σάρκα, το αίμα και το μυαλό μας, πως είμαστε μέσα της και πως όλη μας η εξουσία βρίσκεται στο πλεονέκτημα που έχουμε, σχετικά με όλα τα άλλα όντα, να γνωρίζουμε τους νόμους της και να μπορέσουμε να τους εφαρμόζουμε ορθά.

Βιάζοντας τη φύση ο άνθρωπος δεν καταστρέφει κάτι εξωτερικό και αδιάφορο προς αυτόν· στην πράξη ασελγεί απέναντι στο είδος του και τον εαυτό του. Όσο κι αν κάποιες τηλεοπτικές σειρές προσπαθούν να υμνήσουν τη μοναδική ατμόσφαιρα της μεγαλούπολης και να μας κάνουν να νιώσουμε υπέροχα (πλάσματα) που είμαστε κι εμείς κοινωνοί της, η εντεινόμενη αστικοποίηση είναι ένα πιάτο που δεν τρώγεται με τίποτα ή τέλος πάντων αφήνει πολλά αγκάθια στο λαιμό κατά την κατάποση. Πώς έχουμε αποξενωθεί έτσι, πώς χάνεται σταδιακά η έννοια της γειτονιάς, πώς ζούμε έτσι αδιάφορα, μες σε κλουβιά, χωρίς φυσικές μυρωδιές και ήχους, χωρίς να βλέπουμε ουρανό, πιο τυποποιημένοι από ποτέ, με προκατασκευασμένες προσωπικότητες βάση των like που θα πατήσουμε και των γκρουπ στα οποία θα συμμετέχουμε. Σε μια κατάσταση οργανωμένης κατα-θλιψης, η οποία έκανε το μίσσιο να βγάζει μια κραυγή αγωνίας στα έργα του, άσχετα από τα πολιτικά συμπεράσματα στα οποία (δεν) κατέληξε.
Κι αφού μιλάμε για κατάθλιψη, θυμάμαι τι… χαρές έκανα τον αύγουστο, όταν επέστρεψα στην πόλη μετά από μια βδομάδα διακοπές σε οργανωμένο κάμπινγκ. Και δεν εννοώ τη γνωστή… επιλόχειο κατάθλιψη που μας πιάνει στο τέλος των διακοπών, επειδή ξαναρχίζει η δουλειά και το σχολείο –στη γενιά μου άλλωστε, οι μισοί απόε μέας έχουν διακοπές διαρκείας, μόνο οι καιρικές συνθήκες αλλάζουν. Αλλά τους τοίχους, την κλεισούρα, τον θόρυβο της πόλης, κτλ.

Η ερήμωση των φυσικών τοπίων –και της επαρχίας εν γένει σε μια άλλη κλίμακα- δεν απειλεί με εξαφάνιση μόνο ένα μέρος της χλωρίδας και της πανίδας –όχι πως αυτό είναι ασήμαντο- αλλά μια σειρά «ανθρώπινα είδη», τύπους και χαρακτήρες ανθρώπων που εκλείπουν σταδιακά, παίρνοντας μαζί τους μια ολόκληρη εποχή, τον πολιτισμό και τη σοφία της, ένα κομμάτι ανθρωπιάς. Χάνονται λέξεις, προφορές, ντοπιολαλιές, τραγούδια και λαϊκά παραμύθια, με άλλα λόγια τα αποθέματα του πλούτου της ανθρωπότητας.

Στο βιβλιαράκι που ανέφερα εισαγωγικά, ο συγγραφέας κρίνει σκόπιμο να επεξηγήσει με αστερίσκο κάποιες έννοιες από το λεξιλόγιο του χωριού, που θεωρεί πως ίσως να μην τις γνωρίζει ο αναγνώστης της πόλης, κι ανάμεσά τους το «σουγιά» και τη λέξη «κούτσικο» για τα μικρά παιδιά –την οποία όπως βλέπω αγνοεί κι ο ορθογράφος του word. Και εγώ θυμήθηκα τη γιαγιά μου τη μαρίκα, που με έλεγε έτσι και πόσο αστεία μου είχε φανεί η διαφήμιση του ομώνυμου λικέρ εξαιτίας του ονόματος. Ενώ τώρα πιο πιθανό είναι να γελάσει κανείς αν ακούσει να φωνάζουν μια κοπέλα μαρίκα, παρά με το λικέρ. Κι αν συνεχίσει να βαίνει μειούμενο με τέτοιους ρυθμούς το είδος της παραμυθο-γιαγιάς από το χωριό (και τα χωριά εν γένει), σε μερικές γενιές (όχι πολύ μακριά από τη δική μας), τα... κούτσικα θα έχουν άγνωστες λέξεις και στα παιδικά τραγουδάκια ακόμα.
-Μαμά τι θα πει ‘κοκοράκι κίκι-ρίκι-κι’;
-Και τι είναι το ‘αχ κουνελάκι’;

Σε ένα βάθος χρόνου –για να το δούμε κι από την κινηματική του σκοπιά το ζήτημα- οι απόγονοί μας μπορεί να έχουν χάσει την ορειβατική τους ικανότητα και να έχουν ξεχάσει πώς είναι να βγαίνεις στο βουνό –που μπορεί να μας ξαναχρειαστεί σε κάποια φάση του αγώνα. Αν και σε αυτό τον τομέα τα πράγματα αντιστρέφονται κάπως, γιατί ο δικός μας κόσμος (με την ευρύτερη έννοια κι ανεξαρτήτως απόχρωσης) νιώθει –μαζί με τον ιμπεριαλισμό κι όχι εκτός από αυτόν- μια δυσβάσταχτη πολιτική μοναξιά και μπορεί κάλλιστα να πέσει σε κινηματική κατάθλιψη, γιατί είναι μακριά από το κέντρο των εξελίξεων. Γιατί είναι άλλη υπόθεση να ‘σαι σε μια μικρή πόλη και να χαιρετάς κάθε πρωί το γείτονα κι εντελώς διαφορετικό να πηγαίνεις στην απεργία και να τους χαιρετάς όλους, έναν προς έναν, γιατί είστε εκατό άτομα όλα μαζί και γνωρίζεστε μεταξύ σας.

Όσοι πηγαίνουν στρατό και έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με 18χρονους που δεν έχουν φύγει ποτέ μακριά από το χωριό τους, παθαίνουν συνήθως τις πρώτες μέρες ένα σοβαρό πολιτισμικό σοκ, που δεν ξεπερνιέται εύκολα. Η πνευματική καθυστέρηση της επαρχίας, που βάδιζε με το ένα πόδι –αν όχι εξ ολοκλήρου- στο μεσαίωνα, περιγράφεται πολύ καλά και σε ένα απόσπασμα του κραβαρίτη, του βιβλίου του κώστα μπόση, που μνημονεύσαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση.

Εδώ και κάμποσα χρόνια η ζωή του χωριού, σκληρή σαν τα πέτρινα βουνά του τόπου, έδειχνε να μη σαλεύει καθόλου. Το σπίτι , το χωράφι, το μαντρί, και τα ζωντανά όλος ο κόσμος...Η φτώχεια ήταν πράμα θεϊκό. Έπρεπε να υποφέρει ο δούλος του θεού σε τούτον τον «ψεύτικο» κόσμο, για να κερδίσει τον αιώνιο...Κι αν ξεχώριζαν δυο-τρεις, ο Τσικνής, ο δάσκαλος και ο παπάς... Με τον ιδρώτα του προσώπου τους κέρδιζαν κι αυτοί το ψωμί τους. Άλλωστε, ο πάσα-ένας δεν μπορεί να γίνει πρόεδρος, δάσκαλος ή παπάς και το χωριό χωρίς «κεφάλια» θα χάνονταν. Πάλευαν με τη γη, με τον καιρό, με τους γειτόνους, αρχίζοντας απ’ τον αδερφό...ζούσαν « ήσυχοι», γιατί είχαν βρει την «απόλυτη» αλήθεια: Έτσι ήταν ο κόσμος πάντοτε, έτσι είναι και σήμερα, έτσι θα είναι κι αύριο. Έτσι τον έφτιαξε ο θεός.

Μα η ζωή ό,τι κι αν πεις είναι ζωή. Στην πλατεία έφτιαξε πρώτα η εκκλησία ένα μικρό μαγαζί και σε λίγα χρόνια φύτρωσαν κι άλλα τρία. Έβαλαν τηλέφωνο και στις αρχές όλοι τους ήταν σίγουροι πως κάποια παγίδα τους είχαν στήσει, να τους μαζεύουν τους παράδες. Πώς μπορούσε να μιλάς εδώ, και σιγά μάλιστα, και ν’ ακούγεται μακριά, στην πόλη και πιο πέρα ακόμα; Ο Κατραμάς, ο μπακάλης, για να τραβήξει πελατεία, έφερε γραμμόφωνο κι ο κόσμος κοίταζε μέσα στο χωνί κι έψαχνε κάτω απ’ τον πάγκο να βρει τον τραγουδιστή.

Αυτή η επαρχία όμως είδε το λαό της να μεταμορφώνεται στην κατοχή και να δίνει ένα απαράμιλλο αντάρτικο κίνημα, που ‘χε πολύ έντονη γεύση χωριάτικης (της κατεξοχήν ελληνικής σπεσιαλιτέ). Ενώ ο άλλος του πυλώνας, με το εργατικό εαμ και τον ελας των μεγάλων αστικών κέντρων, βασιζόταν σε πόλεις σαν την αθήνα, που ήταν –όπως πολύ εύστοχα την έχει αποκαλέσει ο ραφαηλίδης- ένα είδος συνομοσπονδίας ελληνικών χωριών, χωρίς πολλά κοινά με τη σημερινή εικόνα της μεγαλούπολης, όπου ελάχιστα πράγματα συνδέουν πραγματικά τους κατοίκους της και τις γειτονιές της.

Αν η αντίθεση πόλης-χωριού καθρεφτίζει την αντίθεση μεταξύ του καπιταλισμού και των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας, το ζητούμενο δεν είναι μια ρομαντική (κι ουτοπική) επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν (και τη φύση) ούτε η άκριτη αποδοχή του άλλου πόλου, αλλά η διαλεκτική τους υπέρβαση, που θα συνδυάζει τα θετικά στοιχεία και των δύο: τα τεχνολογικά επιτεύγματα με το κοινοτικό κεκτημένο (που χάνεται) και την αλληλεγγύη. Που πρέπει να χτιστεί πλέον σε άλλο επίπεδο, και όχι στη βάση της φτώχιας και του πρωτόγονου κομμουνισμού, ως συνειδητή επιλογή κι όχι ως αναγκαιότητα
Κι αν θεωρήσουμε την αντίθεση πόλης-χωριού ως αντανάκλαση της σχέσης της αγροτιάς με την εργατική τάξη, το ζητούμενο είναι η μεταξύ τους λαϊκή συμμαχία, με σαφή εργατική ηγεμονία, αλλά και ορίζοντα που θα υπερβαίνει όλες τις κοινωνικές τάξεις και την ταξική κοινωνία συνολικά.

Η υπέρβαση αυτής της αντίθεσης θα είναι ένα από τα πιο σύνθετα προβλήματα που θα ‘χει μπροστά της να λύσει η σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος. Κι είναι θέμα προς διερεύνηση και συζήτηση τι μέσα προσφέρονται περισσότερο για τον τελικό σκοπό. Αν θα ενώσουμε μεταξύ τους μικρά χωριά, όπως θρυλείται ότι επιχείρησαν στη ρουμανία, αν θα βάλουμε πληθυσμιακό όριο για κάποιες πόλεις, όπως λέγεται ότι έκαναν στη σοβιετική περιφέρεια, ή αν θα χρειαστεί να γκρεμίσουμε απ’ τα θεμέλια τις μεγαλουπόλεις και να τις χτίσουμε από την αρχή, με τις υποδείξεις και τα σχέδια των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων μας.

Αλλά η πιο σημαντική παράμετρος είναι η παραγωγική. Κι η βασική διαφορά της αγροτικής παραγωγής είναι ότι βρίσκεται στο έλεος αστάθμητων παραγόντων, όπως οι καιρικές συνθήκες και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι και να προβλέψουμε με ακρίβεια το αποτέλεσμά της. Οπότε μπορεί να χρειαστεί να αναζητήσουμε λύσεις πέρα από την παραδοσιακή γεωπονία, στην υδροπονία ή και την αεροπονία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο παρόν, προς το παρόν, για να δούμε μία ακόμα πτυχή του ζητήματος: την πολιτιστική. Η εντεινόμενη αστικοποίηση του σύγχρονου τρόπου ζωής έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι της και στην επαρχία, καθώς και στον τρόπο που την προσεγγίζουμε. Το είχε πιάσει αυτό με μοναδικό τρόπο ο χάρρυ κλυνν στο τρίτο μέρος του αλαλούμ, την γκόλφω {όπου οι χριστιανοί του λέτσοβου κολάζονταν με το κουτί του διαβόλου και τις άσεμνες τηλεοπτικές διαφημίσεις, οι γέροντες στο καφενείο του παράγγελλαν σκατς ον δε ροκς και καμπάρντι, τα μπακάλικα βαφτίζονταν σούπερ μάρκετ κι ο καουμπόης αμερικανο-τσολιάς έφτυνε ένα χιλιάρικο και το κολλούσε στο.. κούτελο του τζουκ μποξ για να χορέψει παραγγελιά το ρασπούτιν των boney m}, αποδίδοντας πολύ γλαφυρά την αμηχανία του μέσου επαρχιώτη έλληνα μπροστά στις τόσες ραγδαίες αλλαγές που συντελούνταν στην ελληνική κοινωνία.

Αυτή η απομάκρυνση από το χωριό λοιπόν, γέννησε διαλεκτικά και το αντίθετό της. Ένα κακέκτυπο επιστροφής στις ρίζες και μια αβάσταχτη φολκλόρ ελαφρότητα, με αποκορύφωμα ίσως τα διαβόητα χουντογλέντια και τους κατοπινούς τους διαδόχους. Αυτό προκάλεσε μεταπολιτευτικά μια φυσιολογική απέχθεια και μια στροφή σε άλλα μουσικά ακούσματα και είδη. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα μουσικό ρεύμα ‘επαναπατρισμού’ στο χωριό και επανοικειοποίησης της μουσικής μας παράδοσης, παντρεμένης με σύγχρονα στοιχεία (χαΐνηδες, χαρούλης, θ. παπακωνσταντίνου) που για να είμαι ειλικρινής, καθαρά ως υποκειμενικό γούστο, δεν μπορώ να πω ότι με αγγίζει ιδιαίτερα, πιθανότατα γιατί δεν ανήκει στην πατρίδα των δικών μου παιδικών χρόνων. {Στην οποία αντιθέτως ανήκουν το μπάσο, οι ηλεκτρικές κιθάρες, τα πλήκτρα και το σαξόφωνο, στίχοι και ήχοι με σειρήνες, γοητευτικοί σαν τις σειρήνες του οδυσσέα -αλλά όχι σαν αυτές- και για την πολιτεία, που μου θυμίζει πάντα συνειρμικά τα φεστιβάλ της οργάνωσης. Και ο στίχος για τα ‘κλαρίνα [που] μου τρυπούν τηφαντασία, σε αντίθεση με την ωδή 'για ένα κλαρίνο’, που γράφτηκε την ίδια περίπου εποχή}.

Επειδή όμως κι αυτό το θέμα για τα μουσικά γούστα και τις δεκαετίες το πιάσαμε αναλυτικά στα σχόλια εκείνης της ανάρτησης για τις διακοπές –που βγήκε τελικά τρία σε ένα- δε θα επεκταθώ περισσότερο, για να περάσω στον επίλογο του κειμένου και τις απαραίτητες εξηγήσεις για το λόγο που γράφτηκε.

Η αφορμή λοιπόν για τις παραπάνω σκέψεις κι αυτή την ανάρτηση στάθηκε το βιβλιαράκι του μάκη σεβίλογλου, με τίτλο «παράθυρο ανοιχτό» -και με την ευκαιρία να τον ευχαριστήσω και δημόσια που είχε την καλοσύνη να μου το στείλει. Ένα παράθυρο ανοιχτό στο χωριό και την πατρίδα των δικών του παιδικών χρόνων, με τους αυθεντικούς χαρακτήρες που μύριζαν.. ανθρωπίλα.

Το οποίο συνοδεύεται από τον ομώνυμο δίσκο με 13 δημοτικά τραγούδια από την ήπειρο και τα γρεβενά, τους στίχους των τραγουδιών κι ένα σύντομο σημείωμα για καθένα από αυτά. Μπορείτε να επισκεφτείτε εδώ την προσωπική ιστοσελίδα του μάκη σεβίλογλου και να βρείτε περισσότερα στοιχεία για το δίσκο και το έργο του συνολικά.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Απλά μαθήματα διαλεκτικού φορμαλισμού

Η ευτυχία ενός ανθρώπου κατά βάση συνίσταται σε δύο πράγματα: δημιουργική εργασία και ουσιαστικές, βαθιές ανθρώπινες σχέσεις.
Αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί και με τη μορφή εξίσωσης:
ευτυχία = δημιουργική εργασία+ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις.

Βαδίζουμε έτσι στα χνάρια του μαρξισμού-λενινισμού (ακολουθώντας τα πετραδάκια που μας έχει αφήσει η καθοδήγηση) και του λενινιστικού τρόπου σκέψης που φτάνει στο αποκορύφωμά της με τη διατύπωση μιας σειράς από ακατανίκητες και ανυπέρβλητες διαλεκτικές φόρμουλες που επιβεβαιώνονται και θριαμβεύουν στη ζωή.

Είναι περίφημη πχ η φόρμουλα που είχε διατυπώσει ο βλαντιμίρ ιλίτς για τον κομμουνισμό απευθυνόμενος προς τις σοβιετικές μάζες:
Κομμουνισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο εξηλεκτρισμός της χώρας σε συνδυασμό με τη σοβιετική εξουσία.

Κι αυτό το τσιτάτο με τη σειρά του μπορεί να διατυπωθεί με τη μορφή εξίσωσης για να είναι πλατιά κατανοητό από τις μάζες και να γίνει κατάκτηση της λαϊκής συνείδησης.
Κομμουνισμός = εξηλεκτρισμός+εξουσία των σοβιέτ.

Με αυτή τη φόρμουλα δημιουργούνται νέα δεδομένα, τα οποία οφείλουμε να εκλαϊκεύσουμε.
Λύνοντας την εξίσωση ως προς τον εξηλεκτρισμό βρίσκουμε ότι:
εξηλεκτρισμός = κομμουνισμός-σοβιετική εξουσία.

Τι μας δείχνει σε αυτή τη μορφή της η εξίσωση;
Καταρχάς τον εξηλεκτρισμό ας τον εκλάβουμε με την ευρεία του έννοια ως παραγωγικότητα, η αύξηση της οποίας ήταν πρωταρχικός στόχος για τους σοβιετικούς. Όχι μόνο για να οικοδομήσουν σοσιαλισμό, αλλά και για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
Αυτό το πέτυχαν με κραταιό ΚΚ αλλά χωρίς πολλή σοβιετική εξουσία.
Κρατήσαν δηλ το κκσε στην εξουσία, τις ωραίες χρουτσωφικές υποσχέσεις για κομμουνισμό μες στα επόμενα 20 χρόνια, αλλά τα σοβιέτ πήγαν κατά διαόλου. Η πολλή δημοκρατία βλάπτει την παραγωγικότητα και τα ομιλούντα εργαλεία παράγουν περισσότερο υπό μονοπρόσωπη διεύθυνση, όχι όταν σκέφτονται και αποφασίζουν μόνα τους.
Βέβαια αν ο εργάτης δε νιώθει δικό του αυτό που γίνεται, τα ρίχνει όλα μια μούτζα κι αυτό σε βάθος χρόνου ρίχνει και την παραγωγικότητα. Και σε ακόμα μεγαλύτερο βάθος το ΚΚ από την εξουσία.

Υπάρχουν κι αυτοί που ζητάν το ακριβώς αντίθετο.
Δηλαδή, αντί για κομμουνισμό χωρίς ουσιαστική σοβιετική εξουσία, αυτοί θέλουν σοβιέτ χωρίς κομμουνιστές (κατά το σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους στον ρωσικό εμφύλιο).
Αυτό όμως είναι βαθιά αντιδραστικό και συνάγεται και μαθηματικά κι από την εξίσωση.
Όπου αν: κομμουνισμός = σοβιετ+εξηλεκτρισμός
τότε: σοβιέτ = κομμουνισμός-εξηλεκτρισμός
οπότε: σοβιέτ-κομμουνισμός = -εξηλεκτρισμός.
Στην ουσία δηλαδή μιλάμε για εκπληκτικό πισωγύρισμα και επικράτηση του σκοταδισμού από κάθε άποψη.

Για κάποιους ρομαντικούς βέβαια, το ιδανικό αταξικό στάτους κβο είναι η επιστροφή στη φύση.
Όμως, εκτός του ότι αυτός θα ήταν ένας "κομμουνισμός" βασισμένος στη φτώχεια και πολύ σύντομα θα αναπαράγονταν όλες οι παλιές βρωμιές, εκτός του ότι όλα τα ιδεολογήματα περί πρωτόγονου κομμουνισμού είναι καθαρή ουτοπία, υπάρχει και κάτι άλλο.

Αντιδραστικός στην κυριολεξία είναι αυτός που υπερασπίζεται το παλιό και αρνείται να δεχτεί το καινούριο.
Αν και δυσκολεύομαι να χαρακτηρίσω αντιδραστικούς τους ρομαντικούς και μολονότι η νοσταλγία είναι το αγαπημένο μου ίσως συναίσθημα, ο ορισμός του αντιδραστικού με βρίσκει σε γενικές γραμμές σύμφωνο.
Ο οικολογικός, φιλικός προς το περιβάλλον τρόπος παραγωγής είναι άλλη υπόθεση και σε κάθε περίπτωση στόχος άρρηκτα δεμένος με την κομμουνιστική κοινωνία. Όχι με την ουτοπική επιστροφή σε κάποιο ανύπαρκτο ιδανικό παρελθόν, όπου ο άνθρωπος ζούσε -υποτίθεται- ευτυχισμένος μέσα στη φύση.

Τέλος, αν λύσουμε την εξίσωση ως προς τη σοβιετική εξουσία (= κομμουνισμός-εξηλεκτρισμός), έχουμε μια εικόνα της ιδανικής κοινωνίας του μέλλοντος. Όπου εν πλήρη αφθονία κι ευημερία δε θα μοχθεί κανείς για να αυξήσει την παραγωγικότητα. Αυτό θα είναι κατακτημένο.
Ο καθένας θα κάνει καθημερινή ασχολία το χόμπι και τις ιδιαίτερες κλίσεις του. Και η σοβιετία του μέλλοντος θα είναι απ' άκρη σε άκρη μια απέραντη κομμουνιστική λέσχη συζητήσεων, λαϊκών συνελεύσεων και (αμπελο)φιλοσοφίας. Ειδικά αυτό το τελευταίο ζούμε κι αναπνέουμε να το δούμε στην πράξη.
Επειδή βέβαια αυτό θα θελήσουν όλοι να το κάνουν πράξη πριν την τελική έλευση του κομμουνισμού (που θα έρθει με το τρένο), είναι ένα ζήτημα τι ακριβώς θα γίνει με την οικονομία και την παραγωγικότητα της σοβιετίας στο μεταβατικό διάστημα. Αλλά ως τότε έχουμε μπόλικο καιρό (να κοροϊδεύουμε).

Υστερόγραφα:
-το πόσο δημιουργική μπορεί να είναι η αξιοποίηση τέτοιων τσιτάτων φαίνεται και από το βιβλίο μια άλλη ματιά στο στάλιν, όπου ο μάρτενς βασίζεται στο εν λόγω σύνθημα του λένιν για να φτάσει στο συμπέρασμα ότι ήταν δυνατή η τελική επικράτηση του σοσιαλισμού σε μία χώρα.
Και του κομμουνισμού μη σου πω... (άμα το πάρουμε τοις μετρητοίς αυτό βγαίνει).

-παλιότερα υπήρχε ολόκληρη σειρά με τέτοια απλά μαθήματα. Η ΚΟΑ είχε βγάλει μπροσουρίτσα με απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας που είναι εκ των ων ουκ άνευ σε όλα τα παλιά γραφεία του κόμματος. Ομώνυμο δίσκο είχε βγάλει μέχρι κι ο λουκιανός κηλαηδόνης!
Το προτσές της ιδεολογικής εκλαΐκευσης στα καλύτερά του...

Είναι κάτι παραπάνω από κρίμα που δεν έχει βγει κάτι αντίστοιχο με αναλύσεις πάνω στις λενινιστικές φόρμουλες.
Αν και κάπου στα θρυλικά 80'ς κυκλοφόρησε ένα συλλεκτικό βιβλίο όπου είχε συγκεντρωμένα κατά λήμμα διάφορα λενινιστικά τσιτάτα παρμένα από όλο το φάσμα των απάντων! Πήγαινες ας πούμε στο λήμμα ειρηνική συνύπαρξη και διάλεγες αυτό που σε βόλευε κατά περίπτωση. Κομματάκια των 4-5 σειρών -μικρά κι ευκολομνημόνευτα- αποσπασμένα από λοιπά αχρείαστα συμφραζόμενα. Κατευθείαν στην ουσία.
Το απόλυτο πνευματικό εφόδιο για κάθε ινστρούχτορα νέου τύπου.

-το παραπάνω μάθημα είναι πολύ σοβαρό -ως συνήθως άλλωστε. Αλλά μόνο μέχρι ενός σημείου - ως συνήθως επίσης.
Για όποιον τα παίρνει τοις μετρητοίς και μένει μόνο σε αυτά, να θυμίσω απλώς μια ρήση του ένγκελς (μακάρι να θυμόμουν και από ποιο έργο ακριβώς) όπου έλεγε ότι: αν το ζήτημα της επανάστασης ήταν τόσο απλό όσο το φαντάζονται κάποιοι, τότε δεν θα ήταν δυσκολότερο από μια εξίσωση πρώτου βαθμού. Στην πραγματικότητα όμως έχουμε να κάνουμε με ανώτερα μαθηματικά...