Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δουλιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δουλιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Δε στα εξηγώ καλά, δε σου τα λέω ωραία;

Το θέμα της σημερινής ανάρτησης έχει να κάνει κατά μία έννοια με την εκλαΐκευση. Που το είχε πιάσει πολύ καλά ο χάρρυ κλυνν, προτού χάσει τη σοβαρότητα και το χιούμορ του (γιατί αυτά τα δύο πάνε συνήθως μαζί, σα διαλεκτική ενότητα), στην περίφημη σκηνή με τον τραμπάκουλα, τον κομματικό ινστρούκτορα (τζούμας) και το μικρό κατεβατό που βοηθούσε τις ευρείες μάζες να τα πιάσουν όλα στουπόγαλο και κοσμεί εδώ και χρόνια την αριστερή στήλη του μπλοκ. Και ο μη αστικός μύθος λέει ότι κάποτε μια μικρή σφισσα, πλέρια ανυποψίαστη για την ταινία και την πάλη των τάξεων που παραμένει ιστορικά αδικαίωτη, βρέθκε αντιμέτωπη με το παραπάνω τσιτάτο κι επειδή (ήξερε πως) δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους, πήγε να το σχολιάσει στα σοβαρά, κουτσά-στραβά με όσα εφόδια είχε, κερδίζοντας την χλεύη του συνομιλητή της και μία θέση στο προλεκάλτ πάνθεον, ως τίμια προλετάρια.

Αντίστοιχη είναι κι η μεταγενέστερη σατιρική προσέγγιση του ζαραλίκου πχ για τον ευρωμονόδρομο της λυκοσυμμαχίας κι άλλες τέτοιες φρασούλες-σιδηρόδρομος, δυο λέξεις-οκτώ νοήματα, κατά το «πέντε κόμματα-δύο πολιτικές», που διαλύουν το μυαλό του μέσου ακροατή, ιδίως αν έχει πιει δυο μπύρες και χαλαρώνει. Εξάλλου εδώ δεν μπορεί να συλλάβει πολύ πιο απλά πράγματα, όπως το δούλεμα το 70-30% για το ατοξικό μνημόνιο (που θα μας οδηγήσει στην ατοξική κοινωνία). Πού να μπλέκει τώρα με τέτοιες έννοιες. Λοβοτομή...

Το πρόβλημα της εκλαΐκευσης είναι πάντως πιο σύνθετο κι αφορά, κατά τη γνώμη μου, εξίσου πομπό και δέκτη. Αφενός γιατί η μορφή συμβαδίζει το περιεχόμενο κι όταν κάποιος καταφεύγει συχνά και από σύστημα στην ασφάλεια των ξερών κλισέ και των κούφιων φράσεων, αυτό δεν είναι άσχετο από το βαθμό αφομοίωσης των όσων λέει και το γενικότερο στιλ δουλειάς του (κουτάκια, κτλ). Αφετέρου γιατί το θέμα δεν είναι μόνο να τα πούμε καλά κι ωραία στον άλλο για να του αρέσουν, αλλά να ελέγξουμε μετά πόσα κατάλαβε και τι του έχει μείνει. Εδώ όμως θα μας απασχολήσει μια πολύ συγκεκριμένη, ειδική πτυχή του ζητήματος, από την οποία πήραμε μια πρόγευση και πιο πάνω, με την υπογραμμισμένη λέξη: πλέρια.

Μια χτυπητή περίπτωση φορμαλισμού είναι η εμμονή στους τύπους και τα λεκτικά δάνεια από την παλιά, λαϊκή ορολογία (που σήμερα είναι ως επί το πλείστον αδόκιμη και σε αχρησία) χωρίς πάντως να υιοθετεί αυτομάτως και το γνήσια λαϊκό ύφος των αναλύσεων και των αγκιτατόρων της εποχής. Κι όσο ωραίο ή ταιριαστό μπορεί να είναι να διαβάζεις στα κατάλληλα συμφραζόμενα για «θυελλώδικα χειροκροτήματα» στο σύντροφο με το μουστάκι πχ, άλλο τόσο προλεκάλτ (και στα όρια του γραφικού) μοιάζει να ακούς ένα σύγχρονο νέο να μιλάει πχ για τη δουλειά της οργάνωσης στα σχολειά (ο τόνος στο άλφα) και την πλέρια συμφωνία των μαθητών με τις θέσεις μας, τα συνθήματά μας, κτλ. Και αν δεν είναι προφορικός αλλά γραπτός λόγος, προκύπτει ζήτημα και με την ορθογραφία της δουλειάς, που στον κομματικό τύπο συναντάται συνήθως με «ι», πιθανότατα για να ξεχωρίζει (από κάθε άποψη) από τη (μισθωτή) δουλεία και τα ομιλούντα εργαλεία, όπως χαρακτήριζε ο αριστοτέλης τους δούλους της εποχής του.

Για να το θέσουμε διαφορετικά, με ένα επίκαιρο παράδειγμα. Αν ο γιάννης κορδάτος γράφει το όνομά του με ένα νι, το κάνει στα πλαίσια ενός μαχόμενου δημοτικισμού, που προσπαθούσε να απλοποιήσει τη γλώσσα και τη γραφή της, για να γίνει προσιτή στο λαό που τη μιλάει (κι επικράτησε τελικά, αλλά όχι πλέρια). Όταν όμως το κάνει ο βαρουφάκης, είναι κατά βάση ένα ψώνιο με υπερτροφικό εγώ, που θέλει να ξεχωρίζει. Μετά από το θεό (αν υπάρχει) ο γιάνης, άντε και ο σόιμπλε –που μόνο αυτός σε όλη την ευρωζώνη στέκει στο δικό του επίπεδο.

Παρακάτω λοιπόν καταγράφονται κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις, που απέχουν πολύ από το να αποτελούν έναν εξαντλητικό κατάλογο, αλλά μπορούν να εμπλουτιστούν και με προτάσεις της βάσης του μπλοκ και των σφων αναγνωστών.

Μετά από τη δουλειά (που κάνει τους άντρες) (και τους κομμουνιστές, όταν γράφεται με γιώτα), το πιο συνηθισμένο λαϊκό δάνειο είναι το «χτ» που αντικαθιστά το «λόγιο» «κτ». Και έχει επικρατήσει –κι ευτυχώς- σε λέξεις όπως το «χτύπημα», ο «παίχτης» και το «χτενίζω», χρησιμοποιείται κατά το δοκούν σε λέξεις όπως το «οχτώ» και η «αχτίδα», προτιμάται στο «χτίζω» αλλά όχι για τα «κτίρια» (που εμένα πάντως δε μου πάει το χέρι να τα γράψω με «ήτα»), ενώ έχει μείνει για ιστορικούς λόγους στο ρώσικο οχτώβρη αλλά και τα φύλλα του ριζοσπάστη εκείνου του μήνα. Φαίνεται υπερβολικό όμως σε πολλούς σφους, της δικής μου γενιάς τουλάχιστον, να διαβάζουν κείμενα με... «καταχτήσεις», «εχτιμήσεις», «εχτελέσεις», κοκ. Φαντάσου κιόλας σφε αναγνώστη, να έμπαινε καθ’ υπερβολήν παντού και πάντα: στα εχτρώματα, την αχτινογραφία, την αχτή, τα εχτάρια, την εχτόνωση και την εχτύπωση, το έχταχτο συνέδριο, κ.ά. τέτοια που είναι εχτός των αντοχών ενός σύγχρονου αυτιού.

{Σημειώνω παρενθετικά πως στα πλαίσια του δεξιού καλτ και της σάτιρας (λέμε τώρα) της αλλαγής –με τη βλαχοπούλου πχ να κάνει τη «σιδηρά κυρία» και να καταγγέλλει τα κακώς κείμενα- υπάρχει και το βιντεοσκουπίδι με τίτλο «πρασινοφρουρός», όπου οι υπάλληλοι ενός υπουργείου προετοιμάζονται για την υποδοχή του νέου πράσινου επικεφαλής του, προσέχοντας ακόμα και τις λέξεις που χρησιμοποιούν, για να μην τους προδώσει η καθαρεύουσα:
-Δε θα λες «σαφώς». Σαφά, σαφά, έτσι είναι τώρα το σωστό.}

Υπάρχουν επίσης φράσεις όπως το «νύχι-κρέας», που είναι σήμα κατατεθέν, και ας κάνει πολύ κόσμο να ανατριχιάζει, για τα «ποδάρια» που αποκτά η οργάνωση στους χώρουςλ δουλ(ε)ιάς, τις εξορμήσεις στα σχολειά και τους καφενέδες. Ενώ δε θα ξεχάσω ποτέ μια σφισσα του κομάντο, που δεν είχε όμως άμεση σχέση με τον χώρο, και του ζητούσε με νάζι (αχ!) να της πει πάλι για το προτσές, κάνοντας για πλάκα πως ανάβει..

Ίσως όμως η κορυφή του προλεκάλτ παγόβουνου να είναι οι κινήσεις που αντικειμενικά (κι ανεξάρτητα από τη θέλησή τους) ρίχνουν νερό στο μύλο της αντίδρασης, που έχει όμως πολλά ποδάρια κι έτσι μπορεί κανείς απλά να δίνει αέρα στα πανιά της, να αλείφει βούτυρο στο ψωμί της και να βάζει μπούκοβο στον κεφτέ της –όπως έγραφε σε ένα παλιό του αφιέρωμα το λαϊκό στρώμα, τον καιρό που δε βαριότανε.

Έχουν γίνει μάλιστα σε τέτοιο βαθμό κτήμα μας αυτές οι φράσεις, που μπορεί να τις βρει κανείς και σε τίτλους κομματιών του ριζοσπάστη, όπως αυτό από το φλεβάρη του 10’          :


Κι υπάρχει, λέει η ρένα, και μια παρόμοια, καλτ αναφορά με μύξες, που την έκανε να σταματήσει να τρώει το πρωινό που ‘χε μπροστά της. Αλλά δε τη θυμόταν πολύ καλά, γι’ αυτό είπα να της δώσω λίγο χρόνο να το σκεφτεί και να το περάσει στα σχόλια, αν της ξανάρθει.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Ιστορίες από την κρύπτη των πενταμήνων

Όσοι σφοι αναγνώστες είχαν διαβάσει παλιότερα αυτό το ασφαλίτικο σχόλιο, θα έχουν καταλάβει με τι ακριβώς ασχολείται τον τελευταίο καιρό η κε του μπλοκ στο μη ελεύθερο χρόνο της. Ο εν λόγω ασφαλίτης υπονοούσε πως βρήκα αυτή τη δουλειά μέσω του κόμματος, το οποίο φροντίζει για τα «κόκκινα παιδιά» κι όσους λιβανίζουν τη γραμμή της ηγεσίας. Με το ίδιο σκεπτικό βέβαια, βάση των προσλήψεων που έγιναν, πρέπει να υποθέσουμε ότι είχαν τη δύναμη να τακτοποιήσουν τους δικούς τους και το ναρ, το σεκ, το πίσω μ-λ κι η οκδε σκέτο. Εκτός κι αν τους βόλεψε κι αυτούς το κόμμα στα πλαίσια της αριστερίστικης στροφής της ηγεσίας, μπούρου-μπούρου..

Η δεύτερη αυθόρμητη σκέψη είναι πως αν κάποιος είχε πραγματικά βύσμα, θα είχε φροντίσει να χωθεί κάπου αλλού κι όχι στα πεντάμηνα. Εκτός κι αν δεν είχε πολύ γερό βύσμα, θα μου πεις· όπως ακριβώς στο στρατό –κι αυτός δεν είναι ο τελευταίος χακί συνειρμός του κειμένου. Το πιο τραγικό ωστόσο δεν είναι η ύπαρξη βυσμάτων –που ούτως ή άλλως κατοχυρώνονται κι ημιεπίσημα στην επόμενη φουρνιά προγραμμάτων, με την προσθήκη ενός σταδίου προσωπικής συνέντευξης για την επιλογή των επιτυχόντων. Το πιο τραγικό είναι η σημερινή κατάσταση, που θα οδηγούσε κάποιους να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές, ακόμα και για τέτοιες κωλοδουλειές των 600 ευρώ. Και να φανταστείς ότι εμείς είμαστε και προνομιούχοι, γιατί από την επόμενη προκήρυξη οι όροι των προγραμμάτων χειροτερεύουν. Αλλά δεν πειράζει, εξάλλου μιλάμε για ανέργους, όπως είχε πει κι ο στουρνάρας. Όχι για κανονικούς ανθρώπους..

Στα πεντάμηνα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως είναι το πλήρες όνομά τους, νιώθεις οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινωφελής (για το κοινό καλό δηλ) και γενικώς ωφέλιμος. Και θυμάσαι συνειρμικά τις ιστορίες από το στρατό, με την εξής διαφορά: εκεί που τελειώνει η έννοια της οργάνωσης, αρχίζει το ελληνικό δημόσιο.
Κι άντε μετά να παλέψεις με τη στρατηγική σου, όπως λένε οι θέσεις, και να εξηγήσεις στο συνάδελφο, που πιστεύει ακράδαντα ότι το κράτος είναι μπουρδέλο –και το επιβεβαιώνει πανηγυρικά από την εμπειρία του- πως αυτό το μπουρδέλο είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, με πολύ συγκεκριμένο ρόλο και περιεχόμενο. Πώς να του το πεις εκλαϊκευτικά να το καταλάβει; Ότι πρέπει να οργανωθούμε, για να μην τον παίρνουμε συνέχεια εμείς και να γυρίσει ο τροχός, για να πηδήξει ο φτωχός; Ότι πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να γίνουμε οι τσατσάδες που ελέγχουν το κράτος, μέχρι να ωριμάσουν πλήρως οι συνθήκες για τον ελεύθερο έρωτα, όπου δε θα υπάρχει πια ανάγκη για κανένα μπουρδέλο;

Το ποιοτικά καινούριο στοιχείο που ανακαλύπτεις είναι ότι αυτές οι προσλήψεις δεν έχουν ως λογική να δώσουν τη δουλειά ενός μόνιμου υπαλλήλου σε ένα συμβασιούχο με λιγότερα δικαιώματα, αλλά μία και μοναδική σκοπιμότητα: να μοιράσουν τους ανέργους σε διάφορα πόστα, για να φανεί ότι καταπολεμούν την ανεργία και πετυχαίνουν να τη μειώσουν. Την ίδια στιγμή βέβαια έχουν υπολογίσει με ακρίβεια πως ο χρόνος της σύμβασης –που κάνεις αρκετό καιρό να τη δεις, αφού την υπογράψεις- δεν πρέπει να υπερβαίνει το πεντάμηνο, για να μην κατοχυρώνει ο συμβασιούχος δικαίωμα για επίδομα ανεργίας. Κι αν υπολογίζει να συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο με μια εποχιακή καλοκαιρινή απασχόληση, μπορεί να ανακαλύψει στην πορεία πως τα ένσημά του είναι περιορισμένης ευθύνης (πχ ότι δεν είναι συντάξιμα κι ενδέχεται να μη μετράνε και για το επίδομα –δε μας το έχουν διευκρινίσει ακόμα). Τέτοιος είναι ο πόνος τους για τους άνεργους.

Διαβάζοντας κανείς τον παραλληλισμό με το στρατό, μπορεί να σκεφτεί πως στα προγράμματα υπάρχει και στρατιωτική πειθαρχία. Αλλά αυτά πάνε ευθέως ανάλογα με τις συνθήκες και τη σοβαρότητα της δουλειάς. Κι η δική μας δεν ανήκει σε αυτή την περίπτωση –πλην των εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Η σύνδεση γίνεται γιατί τις πρώτες μέρες κυκλοφορείς άσκοπα και περιμένεις να πάρεις οδηγίες, ένα γραφείο ή έστω αρβύλες και στολή παραλλαγής. Μετά το άσκοπο ξεροστάλιασμα της πρώτης μέρας, σε διώχνουν κι αρχίζει η εβδομάδα προσαρμογής, που μπορεί να κρατήσει πολύ περισσότερο, να γίνει δεκαπενθήμερο ή και μήνας, μέχρι να βρουν πώς να σε αξιοποιήσουν –ενώ είναι ολοφάνερο πως περισσεύεις και δε σε χρειάζονται. Για να υπάρξει όμως αξιοποίηση, πρέπει να υπάρχει πρώτα κάποια αξία. Κι εσύ, χρόνια άνεργος, αισθάνεσαι εκ νέου άχρηστος, σκουπίδι χωρίς καμία χρηστική αξία. Η μόνη αξία που υπάρχει δυνάμει πάνω σου είναι η ανταλλακτική αξία της εργατικής σου δύναμης, που γίνεται εμπόρευμα. Οπότε προτιμάς να σου δώσουν κάποια δουλειά να κάνεις, οποιαδήποτε, για να είσαι τουλάχιστον εμπόρευμα με κάποια αξία και όχι αναλώσιμο σκουπίδι. Αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο απαραίτητα.

Ναι, αλλά ούτε αυτό είναι ακριβώς εύκολο. Αφενός γιατί δεν υπάρχει κάποια δουλειά για σένα, εφόσον δεν καλύπτεις κάποια οργανική θέση, παρά μόνο μειώνεις την ανεργία, χάνοντας απλώς τα μόρια της κάρτας σου για κάποιο διάστημα. {Κι αυτό το λέω χοντροκομμένα, ως πολύ γενικό κανόνα, χωρίς να αποκλείω τις εξαιρέσεις. Γιατί μπορεί πχ να έχεις προσληφθεί ως εργάτης παραλίας στο δήμο πυλαίας (!) –ανειδίκευτος πάντα, άλλο αν έχεις κουβαλήσει όλα σου τα πτυχία, για να πάρεις τη θέση- μπορεί όμως να δουλεύεις και στο κάτεργο της «άρσις», σε συνθήκες μεταλλωρυχείου, ή να σου χώσουν όλη τη λάντζα και τη βρώμικη δουλειά, μιας και σε βρήκαν εύκαιρο.

Αφετέρου γιατί σύντομα ανακαλύπτεις πως βάση της σύμβασης που υπέγραψες δεν υπάγεσαι καν στην εργατική νομοθεσία. Κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι πού ακριβώς υπάγεσαι κι αν τέλος πάντων είσαι κάποιο ζώο ή ομιλούν εργαλείο, όπως όριζε ο αριστοτέλης τους δούλους, για να δεις σε ποιο δίκαιο εμπίπτει η δική σου υπόθεση.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι η κατάσταση στο δημόσιο τομέα μπορεί να είναι συγκριτικά πιο άνετη και να υπάρχουν κατακτήσεις που οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ούτε θα μπορούσαν να φανταστούν (πχ ρεπό υπολογιστή ανά τακτά χρονικά διαστήματα, άδειες αιμοδοσίας ή για το βάψιμο των αυγών στις γυναίκες –που τελικά δε δόθηκε φέτος) αλλά εμείς δε δικαιούμαστε τίποτα από όλα αυτά (κι αυτό προφανώς δεν το λέω με τη γνωστή μίζερη λογική «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», αλλά με το σκεπτικό ότι θα ‘πρεπε να τα δικαιούνται όλοι). Δε δικαιούμαστε δηλ άδειες (πλην κάποιων αναρρωτικών κι αυτό υπό προϋποθέσεις) και –το καλύτερο- ούτε καν απεργία.

Μπορεί δηλ να είναι εργοδότης σου το ινστιτούτο της γσεε (ινε-γσεε), που συν τοις άλλοις παίρνει μια προμήθεια για να μας νοικιάσει στο δήμο (που δε θα μπορούσε να κάνει προσλήψεις με τέτοιους όρους) και τσεπώνει αρκετές χιλιάδες ευρώ στις πλάτες μας. Αλλά δε θεωρούμαστε εργαζόμενοι, για να μπορούμε να απεργήσουμε κιόλας –στην απεργία που προκηρύσσει ο εργοδότης μας.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο κοινωφελής χαρακτήρας σημαίνει ότι η εργασία αυτή είναι αμοιβαία επωφελής για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως γιατί να απεργήσεις ως ωφελούμενος από κάτι που είναι προς όφελός σου; Το κακό σου θέλεις;

Συνεπώς για να επιστρέψουμε σε χακί κλίμα όλο το σύστημα σου υπαγορεύει συστηματικά τη λούφα –με παραλλαγή ή χωρίς. Εφόσον όλα αυτά γίνονται για ένα ξεροκόμματο και επιπλέον στερούνται του παραμικρού νοήματος, πολύ λογικά οδηγούν σε μια συγκεκριμένη στάση αδιαφορίας –ή έστω παθητικής ανάμειξης- για όσα συμβαίνουν στον χώρο εργασίας. Εφόσον νιώθεις πως δε σε αφορούν και δε σε εκφράζουν, δεν ενεργοποιούν την πιο δημιουργική σου πλευρά, όπως θα το έκανε ακόμα και η πιο κοπιαστική χειρωνακτική δουλειά. Κι αυτή η αλλοτρίωση πολύ δύσκολα σπάει με κάποια μισθολογικά αιτήματα (που είναι η απαραίτητη βάση) ή κάτι άλλο εξίσου αποσπασματικό. Έχει να κάνει συνολικά με το πώς βλέπει ο υπάλληλος το κράτος, αν το θεωρεί δική του υπόθεση, που απορρέει και περνάει μέσα από αυτόν, ή μια απρόσωπη καταπιεστική δύναμη «πάνω από την κοινωνία». Κι η αντιμετώπισή του απαιτεί βαθιές ριζικές αλλαγές, που να είναι επαναστατικές –και πάλι δε σημαίνει ότι θα εξαλειφθεί δια μιας κι αυτομάτως.

Είναι πολύ δύσκολη υπόθεση να σπάσει το τείχος της απάθειας και να γίνει ενεργός δραστηριότητα –πόσο μάλλον αγωνιστική στάση. Ακόμα κι όταν προκύπτουν άμεσα και πιεστικά ζητήματα αιχμής, η μέση ταξική συνείδηση λουφάζει και βγαίνει συνήθως α/α στο γενικό προσκλητήριο. Υπάρχει συσσωρευμένη σκουριά στις λαϊκές συνειδήσεις, που δύσκολα φεύγει. Κι όταν προκαλούνται ρήγματα, υπάρχει ως ταβάνι και δίχτυ ασφαλείας, η μυωπική λογική του συντεχνιακού πνεύματος που χάνει τα ταξικά γυαλιά της.

Τι γίνεται λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις και πώς ξεδιπλώνεται ο αγώνας; Αυτό θα το δούμε σε επόμενο επεισόδιο, μαζί με κάποια άλλα ζητήματα.