Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κουφοντίνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κουφοντίνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Τα 13 πρόσωπα του Κουφοντίνα - Μέρος β'

Πιάνουμε το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει στο πρώτο μέρος, για να δούμε ορισμένες ακόμα χαρακτηριστικές κατηγορίες. Μία κατηγορία μόνος του πχ είναι ο δημοσιογράφος Τάσος Παππάς, το εναλλακτικό πασοκοπαπαγαλάκι, με το ύφος χιλίων μπαρουτοκαπνισμένων οπλαρχηγών και το φοβερό βάθος της πολιτικής του ανάλυσης. Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία.

Ο μπαρουτοκαπνισμένος Παππάς

Έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Τα περισσότερα όταν η 17 Νοέμβρη ήταν εν ενεργεία. Μύθοι για την προέλευσή της, φληναφήματα για το ρόλο της, στερεότυπα για τη δράση της: Από τις γνωστές αμήχανες θεωρίες της παραδοσιακής Αριστεράς ότι ήταν δημιούργημα των μυστικών υπηρεσιών των δυτικών χωρών, μέχρι τις βιτριολικές κατασκευές της Δεξιάς και των ελληνικών διωκτικών αρχών, που έγιναν βεβαιότητα για τους Αμερικανούς, ότι είχε βάλει το χεράκι του το ΠΑΣΟΚ. Όσοι έλεγαν ότι η 17 Νοέμβρη ήταν αυτό που δήλωνε, δηλαδή μια οργάνωση της Άκρας Αριστεράς που επέλεξε το δρόμο της ένοπλης ανυπακοής, όπως και πολλές οργανώσεις το ίδιο διάστημα στην Ευρώπη, χαρακτηρίζονταν ύποπτοι ή στην καλύτερη περίπτωση, αφελείς.

Η θεωρία των άκρων για αρχάριους. Και το ΠαΣοΚ της καρδιάς του να βγαίνει πάλι στον αφρό, με κάποιο μαγικό τρόπο. Το είχαν στο στόχαστρό τους κι οι αμερικάνοι. Οι οποίοι κακοπερνούσαν γενικά στα χρόνια της Αλλαγής, τους είχαν διώξει και τις βάσεις, θυμάμαι. Όχι;

Σε μια συνεδρίαση, όπως αναφέρεις στο βιβλίο, ένας σύντροφός σου ρώτησε: "πολεμάμε πέντε χρόνια, ως πότε ακόμη;". Εσύ του απάντησες: "πέντε και δέκα χρόνια, όσο χρειαστεί".
Μου θυμίζει τη γνωστή ιστορία με τον κομμουνιστή πολιτικό κρατούμενο την εποχή της παρανομίας του ΚΚΕ. Αφού άκουσε την εισήγηση της καθοδήγησης με όλα τα αισιόδοξα επιχειρήματα για το επερχόμενο τέλος του καπιταλισμού και την αναπόφευκτη νίκη του προλεταριάτου, αναρωτήθηκε: "Δεν καταλαβαίνω ρε σύντροφοι. Οι αντικειμενικές προϋποθέσεις είναι καλές, οι υποκειμενικές αμόμη καλύτερες, και ο Μήτσος πάντα στην Ακροναυπλία".
Αγώνας, αγώνας, αγώνας, θυσίες, θυσίες, θυσίες, υπομονή, υπομονή, υπομονή, αλλά φως στο βάθος του τούνελ δε φαίνεται.
Και λίγο παρακάτω, έρχεται το καλύτερο.

Αντί για το βασίλειο της ελευθερίας είχαμε αυταρχικά και ανελεύθερα καθεστώτα που δυσφήμησαν το ιδεώδες του σοσιαλισμού. Αντί για σοβιέτ είχαμε γκουλάγκ. Τελικώς μου φαίνεται ότι είχαν δίκιο ο "αποστάτης Κάουτσκι" και ο "πάπας του ρεφορμισμού" Μπέρνσταϊν και όχι ο Λένιν και ο Τρότσκι.

Όλα μαζί σε ένα τσουβάλι, μαζί με μια αλαφιασμένη γάτα, κι όποιον πάρουν τα νύχια της.
Κι όχι πως καλλιεργεί τη λογική πως "τίποτα δε γίνεται", επομένως όλοι Σύριζα. Αλλά το κάνει, όσο να πεις...
Δεν είναι όμως κάτι ευκαιριακό, όπως δεν είναι και το μίσος του απέναντι στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε.

Υποστηρίζεις ότι η λαϊκή δημοκρατία (δικτατορία του προλεταριάτου) υπερέχει της αστικής δημοκρατίας. Στην πράξη πάντως αυτό που συνέβη ήταν πολύ διαφορετικό. Τα καθεστώτα που υποστήριζαν ότι ήταν εργατικά (χρησιμοποιώ τον όρο για τη συνεννόηση γιατί δεν πιστεύω ότι ήταν) αμαύρωσαν κάθε έννοια ελευθερίας και δημοκρατίας. Τα πολιτικά συστήματα της αστικής τάξης επιτρέπουν στους αντιπάλους τους να υπάρχουν, να λειτουργούν και να διεκδικούν την κυβερνητική εξουσία, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι σέβονται τους νόμους και το Σύνταγμα. Δεν εξοντώνουν (δεν αφαιρούν τη ζωή αφού έχει καταργηθεί η ποινή του θανάτου) ούτε και αυτούς που αμφισβητούν με τα όπλα το σύστημα. Τους τιμωρούν αυστηρά, αλλά κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις τους απελευθερώνουν.
Να σου υπενθυμίζω την τύχη που είχαν όλα τα μέλη της πρώτης ηγετικής ομάδας των μπολσεβίκων, αλλά και πώς φέρθηκαν οι μπολσεβίκοι, με το Λένιν εν ενεργεία, στα υπόλοιπα κόμματα. Δεν έθεσαν εκτός νόμου μόνο τα αστικά και μοναρχικά κόμματα, αλλά και τους σοσιαλεπαναστάτες, τους μενσεβίκους, τους αναρχικούς, δηλαδή αυτούς που πήραν μέρος μαζί τους στην επανάσταση. Το επιχείρημα ότι η χώρα ήταν περικυκλωμένη από εχθρούς και ο εμφύλιος μαινόταν είναι κατά τη γνώμη μου μαχητό γιατί όταν οι συνθήκες άλλαξαν και το καθεστώς σταθεροποιήθηκε δεν επετράπη σε κανένα άλλο κόμμα να υπάρξει. Απ' όλα αυτά και από πολλά άλλα, καταλήγω στην άποψη ότι η προλεταριακή δημοκρατία, όπως τη γνωρίσαμε, όχι μόνο δεν ήταν ένα ιδανικό μοντέλο, αλλά συνιστά παράδειγμα προς αποφυγή. Και πριν από το 20ό συνέδριο και μετά.
Αυτός τουλάχιστον είναι ειλικρινής. Όχι Στάλιν, Θερμιδώρ και ιστορίες. Από το Λένιν ακόμα, το και το.

Και μας έχει το καλύτερο για το τέλος. Να μαθαίνετε τι δεν είναι επαναστατικό (η σοβιετία πχ) αλλά και τι είναι: πχ η αραβική άνοιξη. Άλλο που ηττήθηκε...

Τα αυθόρμητα κινήματα που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης, είτε φυλλορρόησαν είτε ενσωματώθηκαν σε μια λογική διαχείρισης είτε συνετρίβησαν -η περίπτωση της Αραβικής Άνοιξης.

Τουλάχιστον αναφέρει και κάτι ενδιαφέρον, από το Ρενάτο Κούρτσιο, που δίνει τροφή για σκέψη:

Η αξία των αποτυχημένων επαναστάσεων έγκειται στο ότι δεν παρουσιάζουν τα μειονεκτήματα των αντίστοιχων νικηφόρων: σε κάποιο βαθμό όλες οι νικηφόρες επαναστάσεις πρόδωσαν τις υποσχέσεις τους, ενώ οι αποτυχημένες μονάχα τις αρχικές αναλύσεις που τις έθεσαν σε κίνηση μπορούν να προδώσουν. Ένα σφάλμα λιγότερο σοβαρό, συγκρίνοντάς τα.

Ενώ στη διαλεκτική σκοπού-μέσου, καθαρίζει με Καμί:
Ο Καμί στο θέμα αυτό δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα απάντηση: Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Πολύ πιθανό. Ποιος όμως θα αγιάσει το σκοπό; Σε τούτη την ερώτηση που η ιστορική σκέψη την αφήνει μετέωρη, η εξέγερση απαντά: τα μέσα.

Ο λογοτέχνης Κουφοντίνας

Μπορώ να καταλάβω την ανάγκη ενός κρατούμενου να εκφραστεί με διαφορετικό τρόπο, να ξεφύγει από τη ρουτίνα της φυλακής, κοκ. Αλλά η αλήθεια είναι πως σε κάποια σημεία ξεχνάς σε τι ακριβώς απαντάει ο Κουφοντίνας, ποια ήταν η αρχική ερώτηση. Και επίσης, λογοτεχνικά κρίνοντας, νομίζω πως ούτε καν τους φιλικά προσκείμενους προς αυτόν δεν καταφέρνει να συγκινήσει ο... ποιητής (το οποίο το αναφέρει πλαγίως και ο προλογίζων). Ας δούμε δύο τέτοια χαρακτηριστικά σημεία, όπου το ωραίο της υπόθεσης είναι πως ακολουθούν αμέσως μετά την ερώτηση (που δεν έχει καμία σχέση).

"Γέμισε η νύχτα το κελί απ' το μικρό φεγγίτη", ούτε που το κατάλαβα ότι έπεσε το σκοτάδι, μόνο όταν κοίταξα θολό το χαρτί και θαμπά τα γράμματα. Είπα "έπεσε το σκοτάδι", συνήθεια της γλώσσας, στη φυλακή ποτέ δεν πέφτει το σκοτάδι, πάντα γκρίζο είναι, πάντα νοθευμένο από λάμπα ή προβολέα. Ποτέ δεν πέφτει, αλλά και ποτέ δεν "χιμάει" το σκοτάδι, ποτέ δεν ένιωσα την απειλή αυτής της έκφρασης από παλιά, φίλος ήταν πάντα το σκοτάδι, οι παιδικές νύχτες ήταν υπόσχεση των άστρων ή παιχνίδισμα του φεγγαριού με τα σύννεφα. Σαν φίλος ερχόταν, απαλά στην αυλή, κύματα μέσα από τα καπνοχώραφα στον κάμπο, ή στο βουνό μέσα από τα δέντρα και τους θάμνους, πίσω από τα βράχια, όπως ανάσαιναν τα φυτά και άρχιζε το πανηγύρι των γρύλων, άρχιζαν να σαλεύουν τα ζούδια και τα χαμοδράκια. Και αργότερα οι παράνομοι.
Και λίγο παρακάτω.
Πήρε να σουρουπώνει. Σήμερα, μια στιγμή γραφειοκρατικής αδράνειας ή αβελτηρίας, καθυστέρησε λίγο το άναμμα του μεγάλου προβολέα στο προαύλιο, μας έκανε δώρο ανεκτίμητο μια στιγμή σούρουπου και άνοιξης. Τέτοιες στιγμές σταματά το νευρικό περπάτημα στο προαύλιο, γυρνά ψηλά το κεφάλι, στο τετράγωνο του ουρανού που αυλακώνουν οι μακριές κουλούρες της ατσάλινης σερπαντίνας, χάνεται το βλέμμα στο αχνό κόκκινο που εξατμίζεται στα αραιά σύννεφα. Τέτοιες στιγμές ανοίγουν χώρους στη νοσταλγία, στη μελαγχολία -οι άνθρωποι από σίδερο υπάρχουν μόνο στις παλιές ταινίες μας- ωστόσο γρήγορα κλείνουμε τις ρωγμές πριν πλημμυρίσει το κελί απλωμένο κάμπους με το πανηγύρι της παπαρούνας, κυανές φωνές, άγγιχτα χέρια αγαπημένα, γιατί θα χαθούμε ξανά μέσα στο ίδιο όνειρο που έρχεται κι επανέρχεται, για το "κόκκινο σπίτι σε αυλή με πηγάδι, και μια δράνα γεμάτη με τσαμπιά κεχριμπάρι". Εμείς άλλο όνειρο διαλέξαμε, να 'χουν όλοι πραγματικό αυτό το όνειρο, κι αυτό που διαλέξαμε το ακολουθούμε μέχρι το τέλος.

Ο αυτοκριτικός Κουφοντίνας

Δεν μπορώ να πω πως είναι πολλά ή ουσιαστικά αυτά τα σημεία. Αλλά είναι μάλλον από τα πιο ενδιαφέροντα στο βιβλίο.

Οι γραμμές αυτές επιχειρούν μια συμβολή στη συζήτηση που διεξάγεται στα άπειρα μέρη όπου οι επαναστάτες βάζουν το ίδιο παλιό ερώτημα: πώς η δράση μπορεί, όσο γίνεται περισσότερο, να δημιουργήσει συνείδηση, πώς θα συντελέσουν οι ίδιοι στην ωρίμανση των υποκειμενικών συνθηκών. Μπορεί αυτές οι γραμμές που μιλούν για τους παλιούς κύκλους και λαχταρούν τους καινούριους, να βρουν λίγο χώρο, να πάρουν λίγο χρόνο σε αυτές τις συζητήσεις. γιατί όσα έγιναν στο παρελθόν βαραίνουν στο παρόν και επηρεάζουν το μέλλον, γιατί τίποτα δεν ξεκινά πρώτη φορά με εμάς, αυτά που γίνονται μπορεί να έχουν ξαναγίνει.
Μιλώντας για τους παλιούς κύκλους, θέλω να καταθέσω εμπειρία για τα λάθη, που μας παραμόνεψαν και τα κωδικοποιήσαμε ως αριστερισμό-μιλιταρισμό, λάθη που δεν απέφυγε λίγο-πολύ το παγκόσμιο κίνημα του αντάρτικου που ξεκίνησε μετά τη δεκαετία του 1960, ύστερα από την έκρηξη της κουβανικής επανάστασης το 1959.

Ας δούμε πώς αναλύονται και πώς ορίζονται αυτά τα λάθη

Πώς γίνεται όμως αυτά να είναι τα σημεία αφετηρίας και αναφοράς μας και η πράξη να είναι διαφορετική από τις διακηρύξεις; Πώς γίνεται το κίνημα του αντάρτικου πόλης να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο της φοκιστικής εκτροπής, της μονόπλευρης (στρατιωτικής) ανάπτυξης και τελικά να μην τον αποφεύγει; Πώς γίνεται και οι ίδιοι οι σύντροφοι που συμμετείχαν στη σύνταξη των ιδρυτικών κειμένων να πράττουν τελικά εντελώς διαφορετικά; Πώς γίνεται και εγώ ο ίδιος να λειτουργώ διαφορετικά με όσα πίστεψα, διδάχτηκα και βίωσα;
Δεν είναι ελληνική μόνο αυτή η εξέλιξη, συμβαίνει και στις καλύτερες επαναστατικές οργανώσεις. Σε όλο εκείνο το κίνημα των αντάρτικων που αναδύθηκαν σε όλο τον κόσμο, από τη δεκαετία του 1960. Οι Τουπαμάρος έγκαιρα είχαν κωδικοποιήσει τους κινδύνους εκτροπής που διατρέχουν οι ένοπλες οργανώσεις, με το όνομα "μιλιταρισμός| και "αριστερισμός" -ακριβώς δηλ τις εκτροπές τις οποίες κι οι ίδιοι τελικά δεν απέφυγαν.
Μιλιταρισμό ορίζουμε την υπεροχή, μέσα στην πολιτικοστρατιωτική οργάνωση, που αποκτά το στρατιωτικό πάνω στο πολιτικό. Εκδηλώνεται ως "απαρατισμός" (από το aparato = μηχανισμός), ως υπέρμετρη φροντίδα για την ανάπτυξη του στρατιωτικού μηχανισμού, που συνοδεύεται από την υποβάθμιση του πολιτικού, έτσι που τελικά να μπαίνουμε εμείς στην υπηρεσία του μηχανισμού και όχι το αντίστροφο.
Ο αριστερισμός περιγράφει την πεποίθηση ότι το άπαν, το ύψιστο στη δράση μιας οργάνωσης, είναι οι μεγάλες και εντυπωσιακές ενέργειες. Είναι η τάση να σχεδιάζονται οποιαδήποτε στιγμή, σε αναλογία μόνο με τις υλικές δυνατότητες της οργάνωσης και ανεξάρτητα από τις εκάστοτε συνθήκες και από την ιδιαίτερη κάθε φορά συγκυρία, οι ανώτερες δυνατές και πιο εντυπωσιακές ενέργειες, υποβαθμίζοντας τις επιπτώσεις πουη μπορεί να έχουν αυτές οι ενέργειες, ιδιαίτερα πάνω στο μαζικό κίνημα.
Ο συνδυασμός αυτών των δύο μορφών εκτροπής μπορεί να οδηγήσει στην υποτίμηση κάθε μορφής αγώνα που δεν είναι ένοπλη, αλλά και κάθε άλλης ένοπλης ομάδας που δεν πραγματοποιεί την ανώτερη δυνατή ενέργεια.
Και συνεχίζει σε άλλο σημείο
Ο Τσε Γκεβάρα θεωρητικοποίησε αυτό το εξεγερτικό σχήμα, διατυπώνοντας σαφέστατα ότι δεν περιμένουμε να έχουν συγκεντρωθεί όλες οι συνθήκες, ότι η επαναστατική εστία μπορεί να τις δημιουργήσει. Υπογραμμίζω το "όλες", που σημαίνει ότι απαιτείται να υπάρχουν κάποιες ευνοϊκές συνθήκες για τον ανταρτοπόλεμο.
Τα μετέπειτα αντάρτικα, όμως, υποβαθμίζουν αυτό το "όλες" και κωδικοποιούν την τακτική τους στη φράση-κλειδί "Η ένοπλη δράση γεννά συνείδηση και οργάνωση". Με τον τρόπο αυτόν αποδίδαμε ιδιαίτερη μεγάλη σημασία στην ένοπλη δράση ως δημιουργό συνείδησης, περισσότερη ίσως από όση της αντιστοιχούσε και με την αντίληψη αυτή δημιουργείται ο κίνδυνος να μπούμε στον πειρασμό να συμπεράνουμε ότι "περισσότερη" ένοπλη δράση μπορεί να δημιουργήσει "περισσότερη" συνείδηση. Όταν υπάρχει αυτή η "ανυπομονησία" χωρίς να σταθμίζεται με τις ανάγκες και το επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος, όπως και με τις ιδιαίτερες συνθήκες, τις επαναστατικές παραδόσεις, τη λαϊκή κουλτούρα κ.ά., παραμονεύει πάντα ο κίνδυνος των εκτροπών που προανέφερα.
Η ένοπλη οργάνωση δεν είναι ο πρωταγωνιστής και η δράση της, αν δε συμπληρώνεται από τη λαϊκή πάλη, μπορεί να λειτουργήσει ακόμα κι ανασταλτικά στην αποδόμηση της συνείδησης που οικοδομεί η καθεστωτική προπαγάνδα. Αν δεν υπάρχει λαϊκή οπισθοφυλακή, τότε τίνος πράγματος εμπροσθοφυλακή θα είναι η ένοπλη οργάνωση; Αυτές οι σκέψεις είναι ο καρπός της εμπειρίας μας, όπως προκύπτουν από τον αναστοχασμό παλιών γκεβαρικών και αυτές κατατίθενται στη σημερινή συζήτηση.

Αλλά αυτή η αρνητική εξέλιξη και τα λάθη δεν είναι αναπόφευκτα.
Όμως, αν ο κίνδυνος της στρατιωτικοποίησης "ενυπάρχει", είναι "εγγεγραμμένος" στην πρωταρχική στρατηγική μας σύλληψη, αυτό σημαίνει ότι είναι αναπόφευκτος ο απαρατισμός, η στροφή προς τα μέσα, η υπερίσχυση των αναγκών της οργάνωσης απέναντι στις λαϊκές ανάγκες και τις ανάγκες του κινήματος; Επομένως, δεν υπάρχει οδός διαφυγής και η στρατιωτικοποίηση θα μας επιβληθεί με τη σιδερένια ισχύ ενός νόμου ανάπτυξης της ένοπλης οργάνωσης;
Όχι, κατηγορηματικά όχι. Δεν είναι αυτή μια αναπόφευκτη μοίρα.
Να και το κλασικό σταλινικό φραστικό σχήμα, του αρνητικού ρητορικού ερωτήματος: Μήπως σφοι..; Όχι σφοι, δεν μπορούμε να το πούμε αυτό.

Ο Κουφοντίνας σημειώνει επίσης τις δυσκολίες που παρουσιάζει μια αυτοκριτική στάση και τοποθέτηση.

Ξέρω τη δυσκολία να θίγεις τόσο ευαίσθητα θέματα, θυμάμαι τη σχετική "πρωταρχική εμπειρία", τραυματική για μένα, τη θύελλα που σήκωσε ο Κοσμάς, εκεί γύρω στα 1978, όταν είχα μιλήσει τότε για τον κίνδυνο να επικρατήσει το στρατιωτικό πάνω στο πολιτικό μέσα την οργάνωση. Πώς είχε αγριέψει το μάτι του, σαρωτικός σα μπουλντόζα είχε πάρει σβάρνα ό,τι επιχείρημα πήγαινα να υψώσω: "Είμαστε τρομοκρατες ρε, έχουμε όπλα και βαράμε, τι μου τσαμπουνάς για μιλιταρισμούς, όχι θα πάμε με το σας και με το σεις...". Άντε να μιλήσεις ψύχραιμα για αυτό το θέμα, όταν έχεις απέναντι όλο σχεδόν το φάσμα της αριστεράς και μεγάλο κομμάτι της αντιεξουσίας να σου κοπανάνε διαρκώς για "μιλιταρισμούς" και "φετιχισμούς των όπλων" και να ξέρεις ότι συνήθως εκτοξεύουν άκοπα και άδικα αυτήν την καραμέλα, όχι για να αναζητήσουν τουης σωστούς τρόπους δυναμικής πράξης αλλά ζητώντας να δικαιολογήσουν την απραξία τους στο πεδίο της δυναμικής δράσης, συνήθως μόνο ως πρόφαση για να μην κάνουν τίποτα σοβαρό, όχι μόνο "ένοπλο" αλλά και "άοπλο", δυναμικό και μαζικό.

Παρόλα όσα όμως, καταλήγει ότι "η λαϊκή δημοκρατία είτε θα είναι ένοπλη είτε δε θα υπάρχει" και θεωρεί τις συλλήψεις αλάνθαστο κριτήριο για τον επαναστατικό ή το ρεφορμιστικό χαρακτήρα ενός χώρου.

Ακόμα και μετά τη μεταπολίτευση, όταν η επίσημη Αριστερά έπαψε να "παράγει" πολιτικούς κρατούμενους -αυτό το αλάνθαστο κριτήριο επαναστατικότητας ενός πολιτικού χώρου- (...)
Οι διώξεις του αστικού κράτους προς δεκάδες κομμουνιστές ή απλούς συνδικαλιστές προφανώς δεν μπαίνει στο ζύγι, γιατί δε βολεύει στο τελικό συμπέρασμα, που έχει παρθεί εξ αρχής.

Κλείνουμε με δύο ακόμα αποσπάσματα. Το πρώτο, όπου διηγείται την κατάντια ενός από τα μέλη της οργάνωσης που έσπασαν (τα οποία είναι και η πλειοψηφία, αν έχω καταλάβει καλά) και τη χτυπητή αντίθεση με έναν από αυτούς που κράτησαν.

Θυμάμαι το 2002, το πρώτο πρωινό στη φυλακή. Μικρό το κελί νο 16, η υγρασία του υπόγειου είχε πετύχει ήδη την πρώτη νίκη της απέναντι στο βιαστικό βάψιμο, το καγκελόφραχτο παράθυρο έδινε μια μερική άποψη του περίκλειστου προαύλιου, που ήταν σκοτεινό από το πυκνό δίχτυ ψηλά, στα δέκα μέτρα ύψος που έφταναν οι σιδερένιοι τοίχοι. Έβγαλαν τον πρώτο κρατούμενο να περπατήσει. Μία ώρα, και μετά ξανά τις υπόλοιπες 23 κλείδωμα στο κελί. Ήταν από τους λίγους που δε μίλησαν. Μου χαμογέλασε λοξά, συνωμότης από τη φύση του, κουρασμένο το ανέκφραστο πρόσωπο, το βάδισμα όμως κρατούσε τη σταθερότητα της περηφάνιας.
Ύστερα έβγαλαν έναν από αυτούς που είχε μιλήσει πολύ, είχε σηκώσει το δάχτυλο, έδειξε συντρόφους, καταδίκασε την οργάνωση, απαρνήθηκε 1013 τον παλιό εαυτό του, ζήτησε επιείκεια "επειδή συνεργάστηκε". Στο δεύτερο κύκλο που έκανε, με πολλή αστάθεια στο βήμα, με είδε πίσω από τα κάγκελα, σαν να κεραυνοβολήθηκε, γονάτισε, έπιασε τα κάγκελα του παραθύρου, γοερά τα κλάματα, μέσα στα αναφιλητά μόνο "Συγνώμη Μήτσο, συγνώμη Μήτσο", είδε κι έπαθε να τον ξεκολλήσει ο φύλακας, απαγορευόταν να μιλάμε μεταξύ μας, αφοπλιστική τόση συντριβή, είπα να σωθεί ό,τι γινόταν ακόμα να σωθεί. Χώθηκε γρήγορα στο κελί του, ξαναβγήκε, μου πέταξε ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτάκι, μια σελίδα όλη κι όλη, έφριξα, πώς χωρούσε τόση αθλιότητα σε τόσο λίγες αράδες, τι "μετανοώ ειλικρινά", τι "καταδικάζω την εγκληματική οργάνωση", τι "αυτιστικοί δολοφόνοι", στο πνεύμα βέβαια της εφιαλτικής ομολογίας του, πασπαλισμένο όμως με τις διανοουμενίστικες φιοριτούρες των δικηγόρων του. Που θα το έδιναν την άλλη μέρα κιόλας στη δημοσιότητα. Έσκισα το χαρτάκι, του είπα τι να κάνει με τους δικηγόρους του, να βρει άλλους, προκόψαμε -αργότερα- και από εκεί, του έφτιαξα στα γρήγορα καινούρια υπερασπιστική γραμμή.

Και ένα ακόμα, που θα μπορούσε να χωρέσει ίσως και στη μετωπική λογική της ΔιΕΕξόδου.

Από την άλλη, όσο αφορά το ελάχιστο πρόγραμμα κοινωνικής σωτηρίας, χρειάζεται να επισημάνουμε ότι η κατάσταση σήμερα είναι τόσο οριακή, ώστε ακόμα και ο αγώνας για μερικά ψίχουλα και οριακές βελτιώσεις -για να μη μιλήσουμε για τα αυτονόητα ουσιαστικά δικαιώματα, τη στήριξη του λαϊκού εισοδήματος και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής- αυτές οι ελάχιστες διεκδικήσεις αναπόφευκτα οδηγούν σε σύγκρουση με το εγχώριο και το ξένο κεφάλαιο.
Έτσι, εκ των πραγμάτων, δύο είναι οι επιλογές μας: είτε θα υποταχθούμε στη μοίρα που μας ετοίμασαν, περιμένοντας την αναπότρεπτη τότε εθνική και κοινωνική καταστροφή. Είτε θα βγούμε από τα μνημόνια με άμεση έξοδο από την Ευρωζώνη και τη γερμανική Ευρώπη. Τρίτος δρόμος δε χωρεί. Ενα μέτωπο ενιαίας πολύμορφης πάλης, που δε θα συναρτά άμεσα το ζήτημα της ανεξαρτησίας, της ενδογενούς ανάπτυξης και του γεωπολιτικού ανασχεδιασμού, με τη διαγραφή του παράνομου και απεχθούς χρέους και την έξοδο από τη φυλακή της γερμανικής Ευρώπης, θα είναι εξ αρχής υπονομευμένο και υπονομευτικό ως προς τη διαδικασία δημιουργίας (ωρίμανσης) των υποκειμενικών συνθηκών και ιδιαίτερα της ανάπτυξης της λαϊκής συνειδητότητας.

Δε χρειάζεται νομίζω κάποιος επίλογος με τελικά συμπεράσματα. Θα μπορούσε να προβληματιστεί πάντως κανείς κατά πόσο η πολιτική σκέψη που φλερτάρει (και σε πολλά σημεία ερωτοτροπεί ανοιχτά) με το ΠαΣοΚ έρχεται σε αντίφαση με την τρομοκρατική, ένοπλη δράση και τα αντίστοιχα μικροαστικά ξεσπάσματα ή αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμά της.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Τα 13 πρόσωπα του Κουφοντίνα

Παίρνοντας πάσα από το χτεσινό επίλογο της Ρένας Δουρου-τι, η κε του μπλοκ παραμένει σε κλίμα βιβλιοπαρουσίασης και παραθέτει (σε δύο μέρη) αποσπάσματα από το βιβλίο του Δ. Κουφοντίνα που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις "μονοπάτι" και έχει τη μορφή 13 ερωτοαπαντήσεων με το (γνωστό, "εναλλακτικό" παπαγαλάκι) Τάσο Παππά. Εδώ μπορείτε να θυμηθείτε και την αντίστοιχη ανάρτηση από το προηγούμενο, πολυσυζητημένο βιβλίο του Κουφοντίνα, "γεννήθηκα 17 Νοέμβρη". Αυτή τη φορά, ο Κουφοντίνας μπορεί να μην κλείνει το μάτι στην "κυβέρνηση της αριστεράς" που αχνοφαίνεται (όπως έκανε εμμέσως πλην σαφώς στον επίλογο εκείνου του βιβλίου), αλλά υπάρχουν άλλα ενδιαφέροντα σημεία, που αναδεικνύουν διάφορες πτυχές της πολιτικής του διαμόρφωσης. Τις οποίες και διαχωρίζω σε διάφορες υποκατηγορίες, για την οικονομία του κειμένου και την ευκολία του σφου αναγνώστη. Καλή ανάγνωση



Ο κομμουνιστής Κουφοντίνας

Σε εκείνη την πολιτική πρωτοβουλία που φιλοδοξούσαμε να εξελιχθεί σε ελπιδοφόρα πολιτική κίνηση, ξεχώριζε η μεγάλη μορφή του Θανάση Χατζή, του ιστορικού γραμματέα του ΕΑΜ. Τυχεροί, τυχερότατοι όσοι τον γνώρισαν και μαθήτευσαν δίπλα του, κοινώνησαν από αυτή τη ζωντανή πηγή της ιστορίας μας - μια ιδέα μπορούν να πάρουν όσοι δεν τον γνωρίζουν από το μνημειώδες έργο του "Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε". Γύρω του είχαν συσπειρωθεί τότε παλιοί καπεταναίοι και αντάρτες, μαζί με αγωνιστές από όλη τη μετέπειτα διαδρομή του κινήματος, από τη μετεμφυλιακή μέχρι τη μεταπολιτευτική περίοδο.
Η πρώτη έκπληξη (για μένα τουλάχιστον) και το βασικό ερώτημα είναι σε ποια πολιτική κίνηση συμμετείχε ο Χατζής, έστω στα πολιτικά και βιολογικά του γεράματα. Κι αν ήταν μία από τις πολλές που κατάπιε το κύμα της Πασοκικής Αλλαγής ή κάτι άλλο, με μεγαλύτερες αξιώσεις. Όπως και να έχει, ο Χατζής (που έχει γράψει ένα από τα καλύτερα έργα για την Αντίσταση, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφωνίες που μπορεί να έχει κανείς) δίνει παρακάτω έναν πολύ ωραίο πολιτικό ορισμό για τον κομμουνιστή.
Η διαδικασία συσσώρευσης δυνάμεων είχε ξεκινήσει από καιρό, με συναντήσεις σε φιλόξενα σπίτια σε πολλές γειτονιές της Αθήνας, όπου καλούνταν αγωνιστές της περιοχής. "Πώς θα τους βρίσκουμε, Θανάση;" ρωτούσαμε. "Αρκεί να ξέρουμε έναν κομμουνιστή σε κάθε γειτονιά" απαντούσε. "Πώς ορίζουμε έναν κομμουνιστή;" επιμέναμε. "Κομμουνιστής είναι εκείνος που έχει γύρω του πενήντα αγωνιστές" χαμογελούσε. Δεν είχα ακούσει πιο πετυχημένο ορισμό.
Όντως ωραίος ορισμός. Αγωνιστές ειδικά όμως; Όχι γενικά μάζες;
Ας προχωρήσουμε παρακάτω, με μια πολιτική αποτίμηση του ρεφορμισμού.


Δυστυχώς η ιστορία δεν έχει ανακαλύψει ακόμα -χιλιάδες χρόνια τώρα- άλλον τρόπο, συχνά λησμονούμε ότι και ο καπιταλισμός για να επικρατήσει χρειάστηκε να οργανώσει αιματηρές επαναστάσεις και να πραγματοποιήσει ακόμα αιματηρότερους πολέμους και ολόκληρες γενοκτονίες. 
Η ιστορία δε δικαίωσε ποτέ τους Κάουτσκι και τους Μπερνστάιν όλων των εποχών. Μπορεί τις προηγούμενες δεκαετίες να υπήρχαν περιθώρια για τις μεταρρυθμίσεις της σοσιαλδημοκρατίας και του ρεφορμισμού, και αυτό χάρη στους χώρους που άνοιγε ο αγώνας των λαών και που δημιουργούσε το αντίπαλο δέος της Σοβιετικής Ένωσης (που τότε τη θαύμαζαν και την λάτρευαν αυτοί που σήμερα την περιφρονούν και την απαξιώνουν). Μετά την καπιταλιστική κρίση όμως, μετά τη δεκαετία του 1970, τα περιθώρια της σοσιαλδημοκρατίας και του ρεφορμισμού στενεύουν δραματικά. Η σημαντικότερη τελευταία αναλαμπή της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη συμβαίνει στην παπανδρεϊκή Ελλάδα την πενταετία 1981-1985 (τόνωση της ενεργού ζήτησης, δομές κοινωνικού κράτους, θεσμικές αλλαγές, κλπ) για να αρχίσει από το 1986 η αέναη πίεση λιτότητας πάνω στην εργασία. Ενώ ο ρεφορμισμός, με τη μορφή του "ευρωκομμουνισμού" περνά στο αστικό στρατόπεδο με τη συμμετοχή του στη διαχείριση της κρίσης σε Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία -και ολίγον στην Ελλάδα το 1989- και ταυτόχρονα πολεμά με λύσσα κάθε ριζοσπαστικό κίνημα, προδίδοντας τα λαϊκά συμφέροντα.
Στη σημερινή Ελλάδα -και θα ήταν μάλλον υπερβολή να συγκρίνουμε την ηγεσία του σημερινού συριζαϊκού ρεφορμισμού με έναν Κάουτσκι, ακόμα και έναν Μπερλίνγκουερ- με μηδενικά περιθώρια σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής και ασφυκτική πίεση και έλεγχο από τον ιμπεριαλισμό, ο ρεφορμισμός βρέθηκε στην εξουσία με αισχρή δημαγωγία και άθλια εξαπάτηση του λαού.
Συνεχίζουμε με τη θεωρία του φοκισμού και την αντίστοιχη ανάγνωση του Γκεβάρα (που αν θυμάμαι καλά, είχε απασχολήσει εκτενώς τον Άγη, στην προηγούμενη αντίστοιχη ανάρτηση).

Αυτή η ιδιαίτερη ιστορία ξεκινά από τον τρόπο που αναγνώσαμε τον "γκεβαρισμό", αυτή την κουβανική αίρεση στην ορθοδοξία της παραδοσιακής αριστεράς, αλλά και στον τρόπο που αναγνώσαμε την αίρεση της αίρεσης, την τουπαμαρική εμπειρία. 
Ο γκεβαρισμός ήταν μια στρατηγική αποφασιστικής αναμέτρησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, με τον ιμπεριαλισμό - καπιταλισμό, και τακτικά εξειδικευόταν στη δημιουργία "δύο, τριών, πολλών Βιετνάμ". Η τακτική σκέψη που συνοψιζόταν σε αυτό το σύνθημα ήταν η δημιουργία πολλών "Βιετνάμ", πολλών εξεγερτικών εστιών στη Λατινική Αμερική, που θα συντονίζονταν από το κεντρικό στρατηγείο του αντάρτικου στη Βολιβία, θα ακολουθούσε επέμβαση των ΗΠΑ, θα επερχόταν κλιμάκωση της αναμέτρησς. Ήταν μια τακτική, "μια μέθοδος" όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Τσε τον ανταρτοπόλεμο, και θα ήταν λάθος η ανάγνωσή της ως στρατηγική. Αν ο ίδιος ο Τσε ήθελε να βάλει αυτό το ζήτημα στρατηγικά θα το συνόψιζε στο σύνθημα "δυο, τρεις, πολλές Κούβες". 
Από την άλλη, ο Τσε ορίζει τον ανταρτοπόλεμο ως λαϊκό πόλεμο, το αντάρτικο για αυτόν δε νοείται ως ανεξάρτητο από τη λαϊκή κινητοποίηση και δε θα μπορούσε να ευοδωθεί δίχως τη στήριξη της αγωνιζόμενης κοινωνίας. Ο αρχικός πυρήνας, η εστία (το "φόκο" στην ορολογία μας) είναι ο αρχικός σπινθήρας και η δράση του είναι "διαπαιδαγωγική". Ο Τσε δε θεωρούσε τον αγώνα καθαρά στρατιωτικό, αλλά πολιτικοστρατιωτικό.

Η "κλασική, κομμουνιστική" στιγμή του Κουφοντίνα συμπληρώνεται με τη χρήση μιας φράσης, που έχει σχεδόν "πνευματικά δικαιώματα" από το κόμμα. Κάτω από ξένες σημαίες...

Παρότι με δυο λόγια είναι "ώριμες" οι αντικειμενικές συνθήκες, εντούτοις οι πολίτες εξακολουθούν να ακολουθούν ξένες σημαίες, να θεωρούν ότι συμμετέχοντας σε εκλογικούς αγώνες συμμετέχουν και σε ουσιαστικούς πολιτικούς αγώνες. Δηλαδή αυτό που λέμε υποκειμενικές συνθήκες είναι σα να βρίσκονται σε διαφορά φάσης με τις αντικειμενικές, είναι "ανώριμες".

Ολοκληρώνουμε αυτήν την υποκατηγορία με μια κριτική αποτίμηση-υπεράσπιση των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων του εικοστού αιώνα, που είναι πολύ πιο έντιμη από το γενικό μέσο όρο (αλλά μέχρι να φτάσει στο κομμάτι της κριτικής, όπου αναπαράγει διάφορα εύκολα στερεότυπα).

Αυτή η λαϊκή αντίσταση, με κύρια πλευρά της το κομμουνιστικό κίνημα, ήταν ο καθοριστικός παράγοντας -είτε ως αντίπαλο δέος στην Ανατολή, είτε ως δράση του κινήματος στη Δύση- και για τη διαμόρφωση της αστικής δημοκρατίας, ιδιαίτερα για την ευνοϊκότερη περίοδό της, των κοινωνικών συμβολαίων και των δικαιωμάτων, που δεν ήταν παραχωρήσεις αλλά κατακτήσεις. 
Δεν εννοιολογώ ωστόσο το κομμουνιστικό κίνημα με βάση τις "εφαρμογές" του στην Ανατολή, ούτε με βάση το ρεφορμισμό και αναθεωρητισμό των επίσημων κομμάτων του στη Δύση, παρότι θεωρώ και δική μου ιστορία όλα αυτά, την αποδέχομαι, την ερμηνεύω και την υπερασπίζομαι. 
Τη συντελεσμένη ιστορία μας υπερασπίζομαι, τη διαδρομή του κινήματος προς τους ιστορικούς μας στόχους, όσο κι αν λάθεψε σε αυτή τη διαδρομή, και όσο και αν θόλωσαν τα ονόματα αυτών των ιστορικών σκοπών μας. Αυτά τα ονόματα δεν μπορούμε να τα εγκαταλείψουμε -άλλωστε, αν αφήναμε όλες τις έννοιες που ατιμάστηκαν από τις εξουσίες και τις γραφειοκρατίες (σοσιαλισμός, μεταρρυθμίσεις, δημοκρατία, τόσες άλλες...) θα καταδικαζόμασταν σε πολιτική αφωνία- αντίθετα πρέπει να τα ξαναπιάσουμε και να τα ξανασκεφτούμε. 
Για μένα το κομμουνιστικό κίνημα υπήρξε το μεγαλύτερο, το ουσιαστικότερο και το πιο θαυμαστό βήμα της ανθρωπότητας από την αρχή της ιστορίας της, η σημαντικότερη περίοδος της περιπέτειας του ανθρώπου και η πιο ελπιδοφόρα. Τότε έγινε η πιο γερή χειραφετική και απο-αποξενωτική προσπάθεια για την απελευθέρωση και του μυαλού του ανθρώπου. 
Σήμερα παρότι έχει περάσει πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η αστική δημοκρατία έχει ακόμα την ανάγκη να αναφέρεται σε εκείνη τη δημοκρατία, και να την ορίζει ως "λαϊκή", γιατί μόνο έτσι, μόνο αρνητικά μπορεί να προσδιοριστεί η ίδια. Όμως ακόμα και εκείνη η "λαϊκή" δημοκρατία είχε επεκταθεί και στην οικονομική σφαίρα, με αρκετή οικονομική ισότητα, σημαντική κοινωνική πρόνοια και πλήρη απασχόληση, θεωρώντας το δικαίωμα στην εργασία βασικό ανθρώπινο δικαίωμα.
Ο πασόκος Κουφοντίνας

Τα παραπάνω όμως μπορεί να διαμορφώσουν μια στρεβλή, λειψή εικόνα, αν δε συμπληρωθούν από την πασοκική ιδεολογία, που διαπνέει διάφορα σημεία στο κείμενο του Κουφοντίνα. Είτε αυτό έχει να κάνει με την αναπαραγωγή του κλασικού στερεότυπου για τους άβουλους γραφειοκράτες του κόμματος (από τον Ανθρωπάκι του Τσίρκα) είτε με απλά ιστορικά στοιχεία, όπως το... βρώμικο 89' και το... πλειοψηφικό ΠαΣοΚ. Στοιχεία που θα επιβεβαίωναν τη ρετσινιά-ταμπέλα του... ένοπλου Πασόκου-ρεφορμιστή (το χώρο από τον οποίο ξεκίνησε εξάλλου κι ο ίδιος ο Κουφοντίνας).

Σήμερα, δεκαετίες ρεφορμιστικής κυριαρχίας έχουν κάνει να ξεχνάμε ότι η βασική συνθήκη του επαναστάτη είναι η αφοσίωση στον αγώνα, η ολοκληρωτική αφοσίωση στην υπόθεση της επανάστασης. Όχι όμως η "άκριτη" αφοσίωση σε έναν κομματικό μηχανισμό που μετατρέπει το μέλος της οργάνωσης σε άβουλο στρατιώτη, δίχως κριτική σκέψη, αυτενέργεια και πρωτοβουλία, σε απλό γρανάζι της κομματικής μηχανής, όπου μέχρι και η τελευταία λεπτομέρεια της προσωπικής του ζωής θα καθοριζόταν από έναν κομματικό υπεύθυνο σαν αυτόν που περιγράφει ως "Ανθρωπάκι" ο Τσίρκας.

Συνέχεια για το 89' και τις επιχειρήσεις της 17Ν κατά Μπακογιάννη και Πέτσου.

Άλλωστε η απόφαση αυτή δεν αφορούσε απλώς την εμπλοκή των δυο συγκεκριμένων πολιτικών στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Αφορούσε την ευθύνη, την τεράστια ευθύνη ολόκληρου του κυρίαρχου πολιτικού προσωπικού -ορισμένων από αυτούς με πολύ ακραίες νεοφιλελεύθερες θέσεις- για την οικονομική καταστροφή, η οποία αναπόφευκτα θα οδηγούσε -όπως προβλέπαμε ήδη από τότε- στη σημερινή κοινωνική καταστροφή. Αυτό ανέφερε τότε η 17Ν στα κείμενά της και σε αυτά είχα παραπέμψει όταν ρωτήθηκα σχετικά στο δικαστήριο. Δεν ανέφερα ποτέ, όπως ειπώθηκε ότι δήλωσα τότε "Ας μην έκανε εθνική συμφιλίωση". Εξάλλου, αυτό που είχε γίνει τότε δεν ήταν μια εθνική ενότητα και "γεφύρωση της Δεξιάς με την Αριστερά στο όνομα της εθνικής συνεννόησης" αλλά μια σύμπραξη της ΝΔ με το Συνασπισμό κατά του πλειοψηφικού ΠΑΣΟΚ που κυβερνούσε τότε. Αργότερα, όταν βάθυνε και οξύνθηκε περισσότερο η πολύπλευρη κρίση, προωθήθηκε -τότε- η "εθνική συμφιλίωση" ΝΔ-Συνασπισμού-ΠΑΣΟΚ, με στόχο τη σταθεροποίηση του συστήματος. Αυτή όμως είναι μια πάγια τακτική των κυρίαρχων της χώρας σε περιόδους κρίσης.

Αν κάποιος νομίζει πως αυτό ήταν απλώς τυχαίο ή ένα λάθος της στιγμής, έρχεται στη συνέχεια ένας αχταρμάς, όπου αναπαράγεται αυτούσιο ακόμα και το πασοκικό επιχείρημα για την ανίερη συμμαχία και τη σύμπραξη της Αριστεράς με τη Δεξιά, στις δημοτικές εκλογές του 86'!

Εκείνη η ρεφορμιστική αριστερά που "συμφιλιώθηκε" στο Λίβανο, την Καζέρτα, στη Βάρκιζα, στην Κρήτη. Που φρενάρισε τη λαϊκή αντίσταση στα Ιουλιανά του 1965, που βραχυκύκλωσε το δυναμικό αντιδικτατορικό αγώνα, που όμνυε στη μεταπολιτευτική ΕΑΔΕ ("όλοι μαζί με τη ΝΔ, να μην έρθει δικτατορία"), που γεφύρωσε με τη ΝΔ, το 1986, βγάζοντας δεξιούς δημάρχους σε Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, που συμμάχησε το 1989 με το Μητσοτάκη κατά του Παπανδρέου και μετά με όλους μαζί, και έδωσε και αυτή όσα γύρετε η Ζίμενς και οι ολιγάρχες, στρώνοντας το δρόμο στο πρώτο μνημόνιο Μητσοτάκη.

Η χαριστική βολή έρχεται με το υπονοούμενο για την πρόσφατη 20ή Οκτώβρη. Ο λαός ήταν στους δρόμους, αλλά ο ρεφορμισμός (εδώ εννοεί προφανώς το κόμμα κι όχι το Σύριζα) του έφραξε το δρόμο προς την επανάσταση...

Αυτό το κίνημα των μη βίαιων αγανακτισμένων οδηγήθηκε γρήγορα στην ήττα και διοχέτευσε την ορμή του στην αυταπάτη της αλλαγής μέσω της ψήφου, με τα γνωστά αποτελέσματα της πικρής διάψευσης. Τη μόνη φορά που προσπάθησε να γίνει μαζικά βίαιο, όταν επιχείρησε δυναμική είσοδο στη Βουλή, ήρθε ως αρωγός του συστήματος ο μηχανισμός του ρεφορμισμού και του έφραξε το δρόμο.

Ο ρηχός θεωρητικός Κουφοντίνας

Τελευταία κατηγορία για σήμερα. Που δεν έχει να κάνει με πολιτικές διαφωνίες, πχ για το αν υπάρχει ή όχι εξάρτηση και πώς την καταλαβαίνουμε, αλλά με το βάθος αυτής καθαυτής της ανάλυσής του. Σταχυολογούμε μερικά αποσπάσματα (με τις υπογραμμίσεις δικές μου, όπως και στα προηγούμενα αποσπάσματα, άλλωστε).

Κάθε μνημονιακό βήμα αφαιρεί ένα τμήμα της δημόσιας περιουσίας, αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί και ένα τμήμα κυριαρχίας, και αφαιρεί και ένα τμήμα δημοκρατικών δικαιωμάτων και το κενό (αστικής) δημοκρατίας αναπληρώνεται από τις "εξισορροποιητικές" δόσεις αυταρχισμού, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της διαδικασίας οικοδόμησης του παγκόσμιου καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού. Έτσι η αστική δημοκρατία στις σημερινές συνθήκες της "νέας" φάσης του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού βαδίζει προς την πλήρη άρνησή της, απεκδυόμενη και τα τελευταία ιμάτια έκφρασης της λαϊκής βούλησης, μετατρέποντας τον πολίτη σε αντικείμενο πειθάρχησης και βιοπολιτικού ελέγχου.

Όταν έκλειναν πίσω μας οι πύλες της φυλακής ήδη είχε κλείσει γύρω από τη χώρα η σιδερένια μέγκενη του ευρώ και ο λαός ριχνόταν πιο βαθιά στο εοκικό μπουντρούμι, όμως αυτό δε διακρινόταν μέσα στην εκθαμβωτική και ολοένα πιο φανταχτερή βιτρίνα της "ισχυρής Ελλάδας" όπως θριαμβολογούσαν οι ολετήρες της. Το ορατό ευρωπαϊκό χρήμα που έρρεε κρουνηδόν, εκμαύλιζε και διαιώνιζε την κυριαρχία των εγχώριων ελίτ, δημιουργούσε μια επίπλαστη εικόνα οικονομικής ισχύος, η οποία όμως απέκρυπτε απλώς την "αόρατη" καταστροφή των θεμελίων, της ευρύτερης παραγωγικής βάσης. Το φανταχτερό οικοδόμημα, που όλο και γιγαντωνόταν, πατούσε σε ολοένα και πιο σαθρά θεμέλια που τα υπέσκαπταν μεθοδικά οι σχεδιασμοί της γερμανικής Ευρώπης.

Ολόκληρη ατή την επταετία, ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό κάθε απόχρωσης, ομοιόμορφα στη στάση τους, δίχως το παραμικρό όχι, δίχως την παραμικρή αντίσταση, υπογράφουν εθελόδουλα και ραγιάδικα τις δανειακές συμβάσεις που οργανώνουν τη νέα αποικιακή σχέση. Αποδέχονται να μην κυβερνούν οι ίδιοι, παραδίνουν τα κλειδιά της χώρας διαπράττοντας έτσι συνειδητά πράξη έσχατης προδοσίας.

Σχετικά με τις οργανωτικές μορφές, θα έπρεπε να ισχύει το αυτονόητο, όπως αναφερθήκαμε προηγουμένως στο σημείο που αφορά τη σχέση μέσων και σκοπού, δηλαδή ότι θα έπρεπε οι μορφές οργάνωσης να προσαρμόζονται στα ουσιώδη χαρακτηριστικά της κοινωνίας που ονειρευόμαστε. Ωστόσο, παρατηρούμε διαχρονικά την παραδοξότητα οι επαναστάτες να μην μένουν ανεπηρέαστοι από τη γενική και τη συγκεκριμένη κάθε φορά μορφή του καπιταλισμού (τεϊλορισμό, φορντισμό, τογιοτισμό, κλπ) και να υιοθετούν τις κάθετες δομές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων κάθε φορά μορφών οργάνωσης της παραγωγής. Έτσι βρίσκονται παγιδευμένοι στην αντίφαση να υιοθετούν λίγο πολύ στην πράξη αυτό που απορρίπτουν κατηγορηματικά στο λόγο και τη θεωρία.

Περισσότερα τέτοια ελπιδοφόρα, στο επόμενο μέρος.


Υγ: σχετικό και άσχετο μαζί με τα προηγούμενα ένα σημερινό κάλεσμα, που το πόσταρε και ο quinto στα σχόλια, έξω από την ισραηλινή πρεσβεία. Λεπτομέρειες μπορείτε να δείτε σε αυτόν το σύνδεσμο.

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Ο πολιτικός Κουφοντίνας

Σήμερα σκόπευα να γράψω μια τελική εκτίμηση για το πολυσυζητημένο βιβλίο του κουφοντίνα και κλείσω έτσι αυτή την άτυπη τριλογία των σχετικών αναρτήσεων.
Να μιλήσω για την τελική γεύση που αφήνει το βιβλίο, τις αυτοκριτικές προσεγγίσεις του κουφοντίνα στις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της δράσης της οργάνωσης· για τα σημεία που καταφέρνει να σου εμπνεύσει συμπάθεια ή και σεβασμό ακόμα, πχ όταν μιλά για τη ζωή του παράνομου ή ανιχνεύει τα σημάδια της ιστορίας στις γειτονιές της αθήνας και σε όποια άλλη περιοχή βρίσκεται· ή ακόμα, όταν ακούει ριζίτικα τραγούδια στον 902, το τελευταίο βράδυ στο αγκίστρι, πριν παραδοθεί στις αρχές κι όταν απομυθοποιεί την παντοδυναμία των μυστικών υπηρεσιών, των κρατικών μηχανισμών και των επιτελικών τους σχεδίων.

Και στη συνέχεια να γράψω για τα σημεία που (αναγκάζεται και ο ίδιος να αναγνωρίσει και) αναιρούν αυτή την αίσθηση, αποδομώντας βασικούς ισχυρισμούς του κουφοντίνα. Πχ για το εύκολο σπάσιμο, τις απανωτές ομολογίες και τον ατομικό δρόμο υπεράσπισης των συλληφθέντων, που μόνο σε μέλη επαναστατικής οργάνωσης δεν παραπέμπουν. Ή για την ανύπαρκτη σύνδεση της 17ν με το μαζικό κίνημα και τον διακηρυγμένο στόχο της πολύμορφης δράσης και της αφύπνισης-ενεργοποίησης του λαϊκού παράγοντα μέσω των ενεργειών της, που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ στην πράξη.

Δεν μπορούσα ωστόσο να μην αναβάλω αυτό το κείμενο-αποτίμηση, για να σταθώ και να αντιγράψω τις τρεις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, την πολιτική παρακαταθήκη που αφήνει ο κουφοντίνας στον αναγνώστη και τους συνεχιστές του δικού του έργου και της επαναστατικής υπόθεσης όπως αυτός την αντιλαμβάνεται τουλάχιστον. Ας τις διαβάσουμε πρώτα για να τις σχολιάσουμε στη συνέχεια.

-.-.-

Σήμερα και πάλι μαύρα σφιχτοπλεγμένα σύννεφα πλακώνουν την πατρίδα, τη δική μας πατρίδα, την πατρίδα των φτωχών. Η πατρίδα του πλούτου δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Παντοτινοί δωσίλογοι, μαζί με τα φερέφωνά τους από τους μιντιακούς άμβωνες που κηρύσσουν την υποταγή, μαυραγορίτες, ταγματαλήτες, παίρνουν το κομματάκι τους από το λεηλατημένο δημόσιο πλούτο, βουτηγμένοι στην προδοσία, τη βρομιά, την ακολασία. Δεν καταλαβαίνουν τίποτα από την περηφάνια, την αξιοπρέπεια, τις λαϊκές, τις πανανθρώπινες αξίες.

Μια νέα κατοχή, δίχως προσώρας μαύρα άρματα, αλλά με τα σύγχρονα, το ίδιο κατάμαυρα, το ίδιο φονικά, οικονομικά όπλα, σωριάζει σε ερείπια όσα έχτισε ο κόπος, ο ιδρώτας, το αίμα του λαού-εργάτη. Ξεκληρίζουν έναν ολόκληρο λαό, δολοφονούν τα όνειρα της νέας γενιάς. Κάνουν την χώρα οικόπεδο των ισχυρών, εξαθλιώνουν τους εργαζόμενους, τους μετατρέπουν σε στρατιά σκλάβων. Για τους ξένους και ντόπιους δουλοκτήτες, τους νέους αφέντες.

Λέω πως χρειάζεται, τώρα ξανά στη νέα κατοχή, όλοι μας οι καινούργιοι σκλάβοι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από κανέναν σωτήρα, ντόπιο ή ξένο. Το παλιό αίτημα να γίνει επιτέλους ο λαός νοικοκύρης στο σπίτι του μπαίνει πιο ζωτικά, πιο επιτακτικά από ποτέ. Σήμερα που μας μετατρέπουν σε νοικάρη στο ίδιο μας το σπίτι, στην ίδια μας την χώρα. Αυτό το αίτημα μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από ένα ευρύ μέτωπο λαϊκής σωτηρίας, ένα ισχυρό παλλαϊκό μέτωπο, ανεξάρτητα από διαφορές. Τη νέα κατοχή, όπως και την παλιά, μπορεί να την αντιμετωπίσει μόνο ο ενωμένος και οργανωμένος λαός. Οργανωμένος σε ένα μέτωπο πολύμορφης δράσης κοινωνικού, κινηματικού και όχι κομματικού χαρακτήρα για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Που θα συναρθρώνει αρχικά τις επιμέρους αντιστάσεις και τις τοπικές εξεγέρσεις, θα ενοποιεί και θα διευρύνει τους αυτοοργανωμένους χώρους αντίστασης και ανάσας. Θα συγκεντρώνει και θα οργανώνει τη λαϊκή οργή, με ένα συγκροτημένο, πειστικό μεταβατικό πρόγραμμα που θα εμπνέεται από το όραμα μιας κοινωνίας των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών.

Άμεσα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί η απειλή της μαζικής λιμοκτονίας. Στη συνέχεια προέχει η αναδιάρθρωση της πρωτογενούς παραγωγής και συνολικά της παραγωγικής δομής στην κατεύθυνση της οικονομικής αυτοδυναμίας.

Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να μην ξεκινά από τη στάση πληρωμών του «χρέους», μιας και αυτό που προέχει είναι η επιβίωση και η αξιοπρεπής διαβίωση των ανθρώπων. Δεν μπορεί ακόμα να μην περιλαμβάνει δημόσιο έλεγχο των τιμών, της κίνησης κεφαλαίων, τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας.

Αυτός ο έλεγχος πάνω στα μέσα παραγωγής, πάνω στη λήψη των αποφάσεων γύρω από τι, πώς και από ποιον θα παραχθεί το κοινωνικό προϊόν δεν μπορεί παρά να γίνει με ρήξη του υπάρχοντος συστήματος. Δεν μπορεί να γίνει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί να γίνει δίχως ένα είδος εθνικού νομίσματος. Δεν μπορεί να γίνει δίχως ένα ριζικό γεωπολιτικό ανασχεδιασμό. Το ξεπέρασμα της σημερινής βαθιάς κρίσης προϋποθέτει και απαιτεί βαθιές αλλαγές.

Σε αυτό το μέτωπο που θα ζωντανέψει την «πλέρια μνήμη», του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, σ’ αυτό το μέτωπο πολύμορφης δράσης έχουν όλοι θέση. Όλες οι ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας, όλες οι δυνάμεις, από όλες τις παραδόσεις του επαναστατικού κινήματος.

Καθένας με τη δική του ιστορία, την ιδιαίτερη πολιτική του ταυτότητα, στην αναγκαία διαλεκτική σύνθεση. Καθένας που καταλαβαίνει ότι αυτό το  έργο δεν μπορεί να το φέρει σε πέρας μόνος και απομονωμένος.

Σήμερα που απέναντι στην επίθεση του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού η κοινωνία μπορεί να είναι ακόμα μουδιασμένη, αλλά βράζει ολόκληρη. Σιχαίνεται τους κυρίαρχους, και ολοένα μεγαλύτερα κομμάτια της ψάχνουν διεξόδους και απαντήσεις.

Μπορεί αυτές να περνούν μέσα από τη διαφαινόμενη εκλογική νίκη της ρεφορμιστικής Αριστεράς; Της κοινοβουλευτικής Αριστεράς που κάνει σαν να μην καταλαβαίνει ότι η επιλογή της είναι ή να δώσει με το κίνημα τη σύγκρουση ή να εξευτελιστεί σε διαχειριστή της «καμένης γης»;

Για τις δυνάμεις της ανατροπής, η κυβέρνηση αυτής της Αριστεράς πρέπει να αποτελέσει μια ευκαιρία αντεπίθεσης, ενότητας του κινήματος, κοινωνικής αυτοοργάνωσης, λαϊκής αντιεξουσίας.

Τα παραδείγματα αγώνα, η βάση για αυτή την αντεπίθεση, ολοένα και αυξάνονται. Από τον ηρωικό αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής, τα αυτοδιαχειριστικά εγχειρήματα, τις μαχητικές αντιφασιστικές εκδηλώσεις. Τα εκατοντάδες παραδείγματα ανιδιοτελούς συμμετοχής και άμεσης δημοκρατίας: Τα στέκια και οι δομές αλληλεγγύης σε όλη την Ελλάδα, ένας ολόκληρος γαλαξίας κοινωνικής και πολιτιστικής δημιουργίας.

Παράλληλα, έχουμε την παρουσία ενός νέου αντάρτικου, πιο «κοινωνικού» και μητροπολιτικού από το δικό μας, με άλλες ιδεολογικές αναφορές και διαφορετικά χαρακτηριστικά, το οποίο όμως, μαζί με τη διάχυτη αλλά πολύ υλική συγκρουσιακότητα ενός κομματιού της νεολαίας, κραυγάζει ότι τίποτα δεν τελείωσε.

Η ταξική πάλη και ο κοινωνικός ανταγωνισμός δεν σταματούν. Η έκβασή τους, βέβαια, δεν είναι προκαθορισμένη από κάποια νομοτέλεια.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο της επανάστασης και της αταξικής κοινωνίας εξαρτάται από την ελπίδα μιας ζωής που μας αξίζει, από τη συνειδητή οργάνωση και την προετοιμασία για το πέρασμα σε αυτή τη ζωή από σήμερα, από την απελευθερωτική συνάντηση του όπλου της κριτικής με την κριτική των όπλων. Για το Βασίλειο της Ελευθερίας…

-.-.-

Στο απόσπασμα που παρατίθεται, βρίσκουμε ένα εκρηκτικό μίγμα ιδεολογημάτων του σύγχρονου οπορτουνιστικού χυλού περί κατοχής, εθνικού νομίσματος, ελέγχου του τραπεζικού συστήματος, κτλ, που παντρεύονται αρμονικά με αναρχικές αντιλήψεις περί αυτοοργανωμένων χώρων ανάσας –sic-, έλεγχο –κι όχι ιδιοκτησία- των μέσων παραγωγής και λαϊκής αντιεξουσίας. {το ωραίο μάλιστα είναι πως σε κάποιο σημείο ο κουφοντίνας σχολιάζει πόσο έχει δεινοπαθήσει στην χώρα μας ο όρος της λαϊκής εξουσίας, αφήνοντας προφανώς υπονοούμενα για το αντίστοιχο σύνθημα του κόμματος}.

Επίσης, στο  τελικό «μανιφέστο» του κουφοντίνα δεν περιλαμβάνεται καν η διαγραφή του χρέους ως αίτημα και στόχος πάλης και δεν απορρίπτονται κατηγορηματικά οι κυβερνητικές αυταπάτες, καθώς το ενδεχόμενο μιας πιθανής κυβέρνησης της ‘ρεφορμιστικής αριστεράς’, παρουσιάζεται ως «ευκαιρία αντεπίθεσης».

Δεν ξέρω αν με τα παραπάνω δικαιώνεται ο χαρακτηρισμός του «ένοπλου ρεφορμισμού» που είχε αποδώσει σε άλλο ιστορικό πλαίσιο στη 17ν μια εναντίον της κριτική, όπως αναφέρεται στο βιβλίο. Συζητώντας το θέμα με μια σφισσα, μου είπε πως από μια άποψη είναι ανθρώπινο να έχει κι ο ίδιος ο κουφοντίνας κάποιες προσδοκίες από μια τέτοια κυβέρνηση για τη βελτίωση των άσχημων συνθηκών κράτησης του ίδιου και των συντρόφων του –αν και δεν είμαι σίγουρος ότι η «υπεύθυνη, κυβερνητική αριστερά» θα διαχειριστεί διαφορετικά αυτή την καυτή πατάτα.

Η ουσία αυτού του ζητήματος όμως –και του θέματος που εξετάζει το κείμενο σε ένα άλλο επίπεδο- βρίσκεται στον χαρακτηρισμό (ή μη) των μελών της 17ν ως πολιτικών κρατουμένων –δεν ξέρω ποια είναι η σχετική θέση του κόμματος, θυμάμαι ωστόσο να μιλάμε για «πολιτική δίκη» στη συγκεκριμένη περίπτωση, που είχε προφανώς και ποικίλες προεκτάσεις.

Διαβάζοντας πάντως κανείς το παραπάνω απόσπασμα αλλά και πολλά άλλα σημεία του βιβλίου, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί ρητορικά πόσο πολιτικό και τι πολιτικής ποιότητας είναι το στίγμα του «πολιτικού (κρατούμενου) κουφοντίνα». Και συνεπώς κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί, με καθαρά πολιτικούς όρους, πραγματικά επαναστατικό

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Ο νεκροθάφτης της αστικής τάξης

Σήμερα θα συνεχίσουμε από εκεί που είχαμε μείνει στην τελευταία ανάρτηση, αναλύοντας παραπάνω κάποια σημεία που είχαν τεθεί στον πρόλογο και τα σχόλια.

Η αρνητική διαφήμιση στο πολυσυζητημένο βιβλίο του κουφοντίνα (που δεν παύει να αποτελεί την καλύτερη καμπάνια για τις πωλήσεις του) και γενικότερα η φιλολογία γύρω από την 17ν, έχουν σαφή στόχευση, που αποτυπώνεται και στο κολάζ που ντύνει το εξώφυλλο της έκδοσης, με την πύλη του πολυτεχνείου, τους αντάρτες στο βουνό και το σύνθημα της λαϊκής εξουσίας στον τοίχο. Να φανεί δηλ πως υπάρχει ιστορική συνέχεια, όχι μόνο μεταξύ των μεγάλων σταθμών του λαϊκού κινήματος (εαμ, δσε, πολυτεχνείο) αλλά όλων των ένοπλων μορφών πάλης κι επαναστατικής βίας (εντός κι εκτός εισαγωγικών). Και ότι υπάρχει σύνδεση των λαϊκών εξεγέρσεων και των αντάρτικων κινημάτων με το σύγχρονο «αντάρτικο πόλης».

Ο στόχος αυτός έχει δύο σκέλη. Από τη μια να φανεί η 17ν ως η ιστορική συνέχεια των κορυφαίων επαναστατικών δράσεων στην χώρα, το αντίπαλο δέος κι η μόνη εναλλακτική πρόταση στο κυρίαρχο σύστημα. Κι αντιστρόφως πως ο αγώνας του εαμ και το δσε για λαϊκή εξουσία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο πρόγονος κι η ιστορική μήτρα της δράσης της 17ν αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα και με πολύ περισσότερα θύματα. Με άλλα λόγια η αριστερά συλλήβδην χρεώνεται την πολιτική ευθύνη για την 17ν κι η τελευταία προβάλλεται ως η αριστερά της εποχής μας, η μοναδική δύναμη που αμφισβητεί πραγματικά κι έμπρακτα τις δομές του συστήματος και δεν έχει συμβιβαστεί.

Η τραγική ειρωνεία της υπόθεσης είναι πως ο κουφοντίνας βρίσκει πάτημα και «νομιμοποίηση» στα στρατηγικά γλιστρήματα και τις αντιφάσεις του κκε, «ιδίως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 50’» και τη θεωρία της ειρηνικής συνύπαρξης, για να δέσει αυτόν τον ισχυρισμό στο βιβλίο του. Και η δική του ανάλυση όμως εξακολουθεί να στηρίζεται στη θεωρία της εξάρτησης και των ξένων κέντρων που αποφασίζουν, ως βασικό ερμηνευτικό σχήμα της περιόδου.
Ο λόγος του κουφοντίνα είναι σαφώς πιο πολιτικός από το πρόσφατο διάγγελμα του ξηρού, αλλά δεν ξεφεύγει από αντινομίες κι από κάποια εύκολα δημοφιλή συνθήματα των πλατειών, φτάνοντας τελικά να αναπαράγει και μερικά αστικά σχεδόν κλισέ (για την πολυδιάσπαση της αριστεράς, την ιστορική αποτυχία και τα όρια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ή τον όρο «άκρα αριστερά»).

Τα περισσότερα μέσα προτίμησαν αυτές τις μέρες να αναπαράγουν αποσπάσματα και σημεία του βιβλίου, όπου κορυφώνεται η δράση και η πλοκή θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα. Λειτούργησαν δηλ με καθαρά εμπορικά κριτήρια και με υποκρισία φαρισαίου που καταγγέλλει εξοργισμένος τον κυνισμό και τα ματοβαμμένα κέρδη του λιβάνη –θα επανέλθουμε παρακάτω σε αυτό το σημείο.

Προσωπικά θεώρησα πολύ πιο ενδιαφέρουσα την οπτική του κουφοντίνα για το σκηνικό των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης και την πολιτική γεωγραφία της εποχής. Μέσα από αυτήν αλλά και από την ίδια την αντιφατική πορεία διαμόρφωσης του δκ (από το πασόκ στον χώρο της αυτονομίας και από εκεί στις οργανώσεις του ένοπλου χώρου) μας δίνεται ένα συνεκτικό νήμα που δε διαπερνά όλη την αριστερά (που ο κουφοντίνας θεωρεί σπίτι του) ή το σύνολο των παραδόσεων και των ιδεών της, όπως σημειώνει ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος, αλλά μια σειρά φαινομενικά ετερόκλιτων χώρων, που συγκλίνουν σε μια βασική κοινή συνισταμένη: την άρνηση και την απαξίωση του παραδοσιακού κκ, που είναι «ρεφορμιστικό και συμβιβασμένο», αλλά προβάλλεται στο εξώφυλλο για τη δημιουργία των απαραίτητων συνειρμών.

Κάτι που έρχεται ως απαραίτητο συμπλήρωμα σε όσα αναφέραμε παραπάνω για τη λογική των πλατειών και τα κλασικά ιδεολογήματα εκείνου του «κινήματος» που παρέμεινε στάσιμο, για να γράφει καλύτερα στο τηλεοπτικό γυαλί. Κι ήταν έτοιμο από καιρό να θεωρήσει το κκε ξεπερασμένο, αναχρονιστικό, κομμάτι του συστήματος, για να καταλήξει σε πιο λειασμένες γωνίες και «σύγχρονες, ριζοσπαστικές» επιλογές, όπως η αντιμνημονιακή ρητορεία του σύριζα, ο «ακτιβισμός» της χρυσής αυγής ή ακόμα κι η παθητική συμπάθεια σε ενέργειες της 17ν, πάντα με τη νοοτροπία της ανάθεσης να θριαμβεύει. Όψεις του ίδιου φαινομένου που εκφράζουν διάφορες εκδοχές και τεκμηριώνουν τον εκφυλισμό της μεταπολίτευσης και της ενσωμάτωσης του ριζοσπαστικού κύματος που ακολούθησε το πολυτεχνείο και την πτώση της χούντας.

Ο μιντιακός πόλεμος και η αρνητική διαφήμιση στο βιβλίο του κουφοντίνα αποσκοπούν ακριβώς στο σπάσιμο αυτής της ενότητας (μες στη διαφορά) που σημειώνουμε, την κατασκευή ενός «εχθρού της δημοκρατίας» κι ενός φτιαχτού δίπολου που, όπως κάθε ψευδοδίλημμα, τσιμεντάρει κι ενισχύει και τους δύο πόλους του.

Κι η στόχευση αυτή εντάσσεται πλέον σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο της αστικής τάξης, που δεν παράγει μόνο το νεκροθάφτη της, το διαλεκτικό της αντίποδα στην παραγωγή που θα τη νικήσει και θα την υπερβεί, όπως σημείωνε ο μαρξ, αλλά και μια σειρά υποκατάστατα, φανταστικές απειλές, που θα αποκοιμίσουν τον προλετάριο-νεκροθάφτη και θα τον εκτοπίσουν από το προσκήνιο. Και η σειρά αυτή περιέχει μια ευρεία γκάμα, «πολυφωνική» και «δημοκρατική» για όλα τα γούστα.

Υπάρχουν διάφορα πολιτικά προϊόντα (πολλά από τα οποία είναι μιας χρήσης, αλλά ανακυκλώσιμα) με διάφορα προφίλ. Ριζοσπαστικό, ένοπλο, λενινιστικό, ενωτικό και σε κάθε περίπτωση επαναστατικό –πιο επαναστατικό πάντως από το «συμβιβασμένο κκε». Το οποίο όμως δε θέλει λέει να κυβερνήσει, οπότε πάρε και μια κυβερνητική αριστερά με προοπτική κι ευαισθησίες.

Ή και ευρύτερα. Γουστάρεις αμφισβήτηση του σάπιου και διεφθαρμένου συστήματος; Τσεκ. Έχεις βαρεθεί τα λόγια και τις θεωρίες και θέλεις άμεση δράση; Το ‘χουμε σε διάφορες αποχρώσεις και σε νέο-ναζί μοντελάκι με φανερή στήριξη της άμεσης δράσης και των σωμάτων ασφαλείας. Νιώθεις πως έχεις αγανακτήσει με όσα συμβαίνουν και ψάχνεις τρόπο να αντιδράσεις και να εκτονωθείς ομαδικά; Έχουμε τις πλατείες και τους αγανακτισμένους. Έχεις βαρεθεί τους πολιτικούς και ψάχνεις για κάτι καινούριο κι άφθαρτο να σε εκφράζει; Έχουμε ένα καινούριο επαναστατικό προϊόν-ποτάμι με μπλε και πράσινους κόκκους, για να σκεπάσει τη βρωμιά ενός συστήματος που δε φτάνει ούτε ο νιαγάρας να το ξεπλύνει.

Αυτός είναι ο πιο πρόσφατος κι επικίνδυνος κρίκος στην αλυσίδα, μια σοβαρή ποιοτική τομή, καθώς δεν είναι ένας ακόμα φορέας που προσφέρεται για ποικίλη αξιοποίηση, αλλά ένα προέκυψε εξ αρχής κι εξ ολοκλήρου στο δοκιμαστικό σωλήνα του κοινωνικού εργαστηρίου των αστικών media, καθαρά με τηλεοπτικούς όρους, χωρίς καμία απολύτως γείωση στην κοινωνία. Η αστική τάξη δεν είναι τόσο αφελής για να αφήσει στην τύχη, μια τόσο σοβαρή υπόθεση σαν την κηδεία και το νεκροθάφτη, που θα «γκρεμίσει το σάπιο σύστημα». Φροντίζει για εμάς πριν, από εμάς, για τους ενδεδειγμένους τρόπους αντίδρασης, που θα καναλιζάρουν τον χείμαρρο της λαϊκής οργής σε σιγανά ποταμάκια κι ακίνδυνα για το σύστημα κανάλια (μέγκα, σκάι, αντένα, δυο-του, κτλ).


Γίνεται λοιπόν φανερή μια ακόμα πτυχή της αστικής υποκρισίας, που επιχειρεί να αποκρύψει πίσω από τον ντόρο για τις πωλήσεις του λιβάνη, τα δικά της καπιταλιστική κέρδη συνολικά, που στάζουν εργατικό αίμα, ιδρώτα και ποτάμια εκμετάλλευσης και δυστυχίας. Στο χέρι μας είναι να τελειώνουμε με αυτόν τον κόσμο και όλες τις όψεις του νομίσματος που το στηρίζουν.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Στη σημερινή ανάρτηση η κε του μπλοκ παρουσιάζει κάποια αποσπάσματα από το πολυσυζητημένο βιβλίο του κουφοντίνα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις λιβάνη με τον –αμερικάνικης μάλλον έμπνευσης, όπως επισημαίνει η κανέλλη- τίτλο «γεννήθηκα 17 νοέμβρη». Παρακάμπτοντας όσα ειπώθηκαν με αρκετή δόση υποκρισίας για τα ευγενή κερδοσκοπικά κίνητρα του λιβάνη από το πολιτικό προσωπικό του αστικού κόσμου του κέρδους και της εκμετάλλευσης, θα σημειώσω ότι στο εξώφυλλο της έκδοσης, δεν υπάρχει απλώς μια εικόνα από την εξέγερση του πολυτεχνείου, αλλά ένα κολάζ που συμπεριλαμβάνει μια εικόνα από το αντάρτικο και το σύνθημα της «λαϊκής εξουσίας», για να μη μείνει τίποτα έξω από το κάδρο των πηγών και των αναφορών της 17Ν.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και της πορείας του νεαρού τότε κουφοντίνα από τις μαθητικές οργανώσεις του πασοκ στην εργατική αυτονομία. Το πολιτικό στίγμα του χώρου αυτού φαίνεται αρκετά καθαρά από την υποκειμενική εικόνα που δίνει ο κουφοντίνας για τις πολιτικές δυνάμεις της εποχής, με σταθερά την πολεμική ενάντια στη «συμβιβασμένη, ρεφορμιστική επίσημη αριστερά» και το «γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα». Παραθέτω επίσης ένα απόσπασμα με την εκτίμηση του κουφοντίνα και του ελα, στην αρχική του φάση, για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού και τον εξαρτημένο του χαρακτήρα, που παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον.


Μέσα στην ενωμένη κίνηση της λαϊκής μάζας, έβλεπα τις πολιτικές ομάδας που ένιωθα πιο κοντά μου να προσπαθούν να φτιάξουν ιδιαίτερες νησίδες. Κάθε ομάδα φαινόταν σα να έψαχνε το δικό της εσωτερικό λόγο, σε μια αγχώδη, θαρρείς, προσπάθεια να διαφοροποιηθεί από τις άλλες. Τόνιζε τις διαφορές μεταξύ τους, τις αναδείκνυε, τις διεκδικούσε με πάθος σε ατέλειωτες διαμάχες, σε μια ακατάληπτη γλώσσα όλο ορολογίες και δυσνόητες λέξεις, σκορπίζοντας στις παθιασμένες συζητήσεις όλη την ενέργεια που ένιωθα ότι έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα έξω, προς το πλήθος τριγύρω.

Από ένστικτο και αργότερα από λογική ανάλυση με ενοχλούσε αυτή η ηθελημένη και επιδιωκόμενη πολυδιάσπαση. Μέσα στο σώμα των κινητοποιημένων ανθρώπων, των απλωμένων διαδηλώσεων που ένωναν φωνές και δράση, έβλεπα με στενοχώρια που έφτανε στην απόγνωση τις ομηρικές μάχες των μικρών ομάδων γύρω από μια λέξη, έναν όρο, ένα τσιτάτο κάποιου θεωρητικού μας.
Ήταν όμως, ο φυσικός μου χώρος, τα αδέρφια της κοινότητας του αγώνα –και οι αδερφικοί καβγάδες ήταν για μένα οι χειρότεροι.

Διερευνούσα αυτό το χώρο. Με ένα συμμαθητή πήγαμε σε μια συνάντηση της ομάδας που συμμετείχε ο ίδιος, μια τροτσκιστική οργάνωση, ίσως η μεγαλύτερη τότε. Μόλις είχα διαβάσει τη Ζωή μου του Λ. Τρότσκι και περίμενα να βρω εκεί κάτι από το πνεύμα του συγγραφέα. Γύρευα μια γόνιμη αίρεση – βρήκα μια διακήρυξη ορθοδοξίας. Όλη η κουβέντα αφορούσε τις διαφορές με τις άλλες τροτσκιστικές ομάδες, τη διεκδίκηση του αλάθητου. Έριξα όμως πρόθυμα το χαρτζιλίκι μου στο δίσκο που περιέφεραν στο τέλος.

Διάβαζα, τότε, τους κλασικούς του μαρξισμού. Πάλευα με τις δυσκολίες των κειμένων τους, με τις αναφορές σε ιστορικές εποχές και γεγονότα που χρειαζόταν να μάθω. Γοητευόμουν από τον κόσμο που άνοιγε μπροστά μου, φωτιζόταν το μυαλό από την ερμηνεία των νόμων κίνησης της Ιστορίας.

Ιδιαίτερα με είχε ελκύσει ο Μάο, με είχε εντυπωσιάσει η γραφή και η σκέψη του. Πιο πολύ από όλα, όταν ανακάλυψα την Πολιτιστική Επανάστασή του, την επανάσταση μέσα στην επανάσταση. «Βομβαρδίστε τα επιτελεία», «Το δέντρο θα προτιμούσε την ηρεμία, αλλά ο άνεμος αρνιέται να υποχωρήσει»… Τα βιβλία του για την Πράξη, για τις Αντιθέσεις, για την ενότητα που συνυπάρχει και προκύπτει μέσα από την πάλη των αντιθέτων, προσανατόλιζαν το μυαλό μου.

Λογικά, προσπάθησα να προσεγγίσω την ΟΜΛΕ, με τραβούσε η σοβαρότητα και η συνέπειά της. Διάβασα στην εφημερίδα τους για σεμινάρια μαρξισμού. Ενθουσιάστηκα. Με σταμάτησε στην είσοδο μια βλοσυρή περιφρούρηση: Μόνο για μέλη. Άλλη μια ορθόδοξη αίρεση. Άλλο ένα εκκλησίασμα για μυημένους μόνο; Έμεινε πάντως για μένα ο πιο συγγενικός πολιτικός χώρος.

Έμεινα και εγώ έξω από τις οργανώσεις της άκρας Αριστεράς. Η ταξική πάλη που διεξαγόταν στο εσωτερικό αυτού του χώρου έφερνε την επικράτηση στοιχείων δογματισμού, σεχταρισμού, ως μοναδικών κατόχων της επαναστατικής αλήθειας, ηγεμονισμού. Ένιωθα ακόμα, και έβλεπα πιο συνειδητά αργότερα, ότι δρούσαν σα να ήθελαν να περιοριστούν στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας, σα να τους αρκούσε να κινούνται στις άκρες του επίσημου συστήματος, στις παρυφές των θεσμών του. Ωστόσο, αυτός ο χώρος έδινε και λαμπρά παραδείγματα συγκρουσιακής δράσης, πρόσφερε αλληλεγγύη σε αυτόνομες μορφές οργάνωσης του κινήματος, παρότι προσπαθούσε να τις κατευθύνει μέσα στην ιδιαίτερη, κάθε φορά, λογική του. Πρωτοστατούσε στα κινήματα αλληλεγγύης, σε αγώνες για πολιτικούς κρατούμενους.

Με την επίσημη Αριστερά είχα ξεκαθαρίσει νωρίς τους λογαριασμούς μου. Από τις πρώτες μέρες της Μεταπολίτευσης είχα αναζητήσει τα σύμβολα του κόμματος που θεωρούσα επαναστατικό. Η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο, ο Μαρξ, ο Λένιν, τα σύμβολα που από τον παππού είχα μάθει να θαυμάζω και να εμπιστεύομαι (τόσο που να κατεβαίνω επί χούντας στον Πειραιά και να συγκινούμαι στη θέα του σφυροδρέπανου στο φουγάρο κάποιου σοβιετικού πλοίου) δεν αντιστοιχούσαν στη μετριοπαθή και φοβική στάση της ηγεσίας του κόμματος μετά το 1974.

Αρχικά, η ρήξη μου με το κόμμα ήταν συναισθηματική. Δεν δεχόμουν ότι αποδέχτηκε την απόφαση του Καραμανλή για εκλογές στις 17 Νοεμβρίου 1974, για να χτυπήσει όλα αυτά που συμβόλιζε η 17 Νοέμβρη, μεταθέτοντας την εκδήλωση μνήμης μία βδομάδα αργότερα. Πολύ περισσότερο με εξόργισε η απόφαση του κόμματος να στείλει οικοδόμους να χτυπήσουν τους αγωνιστές που είχαν καταλάβει το Πολυτεχνείο, λέγοντάς του ότι πρόκειται για προβοκάτορες. (Αργότερα θα μάθαινα ότι κάποιοι οικοδόμοι είχαν αποχωρήσει από το κόμμα ακριβώς για αυτό: Αντί για χουντικούς ασφαλίτες, αναγνώρισαν μέσα στο Πολυτεχνείο παλιούς συντρόφους του αγώνα).

Είχε προηγηθεί άλλη μια προσωπική τραυματική εμπειρία. Με ένα φίλο, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του 1974, πήγαμε να πετάξουν με προεκλογικά τρικάκια σε μια συγκέντρωση της ενιαίας, τότε, εκλογικά Αριστεράς, στη Νεάπολη, πάνω από τα Εξάρχεια. Περήφανοι για τα κατακόκκινα φεϊγβολάν με το τεράστιο σφυροδρέπανο και την υπογραφή της ΚΝΕ. Μόλις που γλιτώσαμε τη χειροδικία από την άλλη τάση της Ενιαίας Αριστεράς, που είδε «προβοκάτσια» στη θέρμη δύο μαθητών.

Όσο περνούσαν οι μέρες –και πραγματικά μέσα σε λίγες μέρες μάθαινες όσα άλλοτε χρειάζονταν μήνες- συνειδητοποιούσα ότι δεν χωρούσα στο πλαίσιο της επίσημης Αριστεράς. Έβλεπα ολοένα και πιο καθαρά ότι σε εκείνη την πολιτική κοσμογονία, την απίστευτη λαϊκή δυναμική, τον απέραντο ενθουσιασμό του κόσμου, μπροστά στην πρωτοφανέρωτη ιστορική ευκαιρία να προχωρήσουν τα πράγματα με γοργούς ρυθμούς, η επίσημη Αριστερά προσπαθούσε να τα φρενάρει. Αποδεικνυόταν συντηρητική. Η λαϊκή ορμή την ξεπερνούσε. Προέβαλε μόνο γενικά και ακίνδυνα συνθήματα, δεν οργάνωνε τους δυναμικούς κοινωνικούς αγώνες με ορίζοντα την κοινωνική χειραφέτηση. Εγώ ήθελα την Αριστερά πρωτοπόρα δύναμη σύγκρουσης και ανατροπής. Την ήθελα επαναστατική, όχι φοβισμένη και συμβιβαστική.

Ο χώρος του ΠΑΣΟΚ, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1974, δεν έδειχνε πολιτικά φοβισμένος. Προωθούσε την αυτοοργάνωση, είχε ριζοσπαστικό λόγο, διακήρυσσε την έξοδο από το ΝΑΤΟ, το διώξιμο των βάσεων, την άρνηση στην ΕΟΚ των μονοπωλίων, μιλούσε ανοιχτά για σοσιαλισμό, υπαινισσόταν μια παράνομη παράλληλη οργάνωση «επειδή οι αστοί δε θα μας παραδώσουν ειρηνικά την εξουσία». Επειδή, όπως έλεγαν τότε, δείχνοντας ένα παλιό κείμενο του Ανδρέα Παπανδρέου, του Νοέμβρη του 1973, «ο ένοπλος λαός στην πράξη είναι η μόνη μακροπρόθεσμη εγγύηση του απαραβίαστου της κυριαρχίας του». Βέβαια, αυτός ο πολυθρύλητος «κρυφός» μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε μόνο εσωκομματικά, ως κομματική μυστική αστυνομία εναντίον όσων διαφωνούσαν (οι περίφημοι «καραφλοί πράκτορες»).

Σε αυτό τον πολιτικό χώρο προσχώρησαν πολλοί ριζοσπαστικοποιημένοι νέοι, σεβαστοί αντιδικτατορικοί αγωνιστές, παλιοί αντάρτες και καπεταναίοι του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Πέρα από παγιωμένο κόμμα ήταν ένας πολιτικός χώρος στον οποίο συνυπήρχαν όλες οι τάσεις της Αριστεράς. Τα γραφεία των τοπικών οργανώσεων στολίζονταν με αφίσες του Μαρξ και του Άρη.

Λίγο αργότερα άνοιξαν τα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ, Πανεπιστημίου και Μπενάκη, κάτω από τα γραφεία της Ελευθεροτυπίας. Βρισκόμουν εκεί καθημερινά. Μπορούσες, τότε, να βρεις εκεί αξιόλογους ανθρώπους, αγωνιστές με ιστορία σε όλη τη διαδρομή των τελευταίων δεκαετιών, ανθρώπους σεμνούς, συγκροτημένους, με πραγματικό ενδιαφέρον για την τύχη αυτού του λαού. Οι συζητήσεις μαζί τους ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Σπούδαζα τη συλλογική μνήμη, μάθαινα την πραγματική ιστορία, τη ζωντανή προφορική ιστορία που ανέτρεπε τα στερεότυπα των σχολικών εγχειριδίων. Μπορούσες ακόμα να ξεχωρίσεις τους ανθρώπους του κομματικού μηχανισμού: Στενόμυαλοι, τυπολάτρες, με όλες τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, επιφυλακτικοί σε οτιδήποτε καινοτόμο. Που από τότε ονειρεύονταν αυτό ακριβώς που θα γίνουν αργότερα: Κρατικά στελέχη, διοικητές τραπεζών και οργανισμών, γραμματείς υπουργείων, βουλευτές και υπουργοί. Πλούσιοι. Οσμιζόσουν ήδη πάνω τους την αποφορά της διαφθοράς και των μελλοντικών τους σκανδάλων.

Στεκόμουν ενστικτωδώς απέναντί τους. Εξαρχής είχα διαμορφώσει μια ριζικά αντίπαλη αντίληψη των πραγμάτων με αυτούς, καθώς και με τις επίσημες πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες. Εγώ έλεγα, και πάλευα με όλες μου τις δυνάμεις για αυτό, ότι προτεραιότητα σε κάθε χώρο (μαθητικό, σπουδαστικό, εργατικό, αγροτικό, τοπικό) είναι η ανάπτυξη του κινήματος ανάλογα με τη δυναμική του κάθε χώρου και αναζητώντας την ενότητα με όλες τις ζωντανές δυνάμεις του. Ζητώντας το συντονισμό με τα άλλα επιμέρους κινήματα, πάντα στο πλαίσιο ενός σχεδίου για την ανάπτυξη του ευρύτερου εργατικού λαϊκού κινήματος.

Διαφωνούσα με τους «κομματικούς» που έβλεπαν τα κινήματα στενά κάτω από το πρίσμα του κομματικού συμφέροντος, με αποκλειστική επιδίωξη την αύξηση και μόνο της κομματικής επιτροπής, που οδηγούσε στις μικροκομματικές διαμάχες και τη διάσπαση της αναγκαίας ενότητας για τη συλλογική δράση. «Κόμμα» ή «κίνημα», έλεγα σχηματικά. Επέμενα ότι αυτά τα δύο δε βρίσκονταν σε αντίθεση, ότι μέσα από τη δυναμική ανάπτυξη του κινήματος θα αντλούνταν ταυτόχρονα μέλη και στελέχη για το κόμμα. Επιπλέον, από άποψη «μορφής» στην πολιτική και συνδικαλιστική παρέμβαση αρνιόμουν την ειδική πολιτική γλώσσα με την ακατανόητη στους κοινωνικούς χώρους ορολογία. Όπως και τους ατέλειωτους καβγάδες για μια λέξη, τις διαμάχες και τις απέραντες θεωρητικολογίες.

Αυτές τις απόψεις τις πάλευα από την αρχή της πολιτικής μου πορείας, τις υπεράσπιζα από τα πρώτα άρθρα μου, από το 1975, στη μαθητική εφημερίδα Μαθητικός Αγώνας της ΠΑΜΚ (Πανελλήνια Αγωνιστική Μαθητική Κίνηση). Ιδρυτικό πυρήνα της μαθητικής παράταξης αποτελέσαμε οι λίγοι μαθητές που περνούσαμε από τα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ. Στη διακήρυξη θέσεων της παράταξης έμπαιναν αιτήματα για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, σοσιαλισμό. Θυμάμαι ότι μόνιμη επωδός στα άρθρα μου, τότε, ήταν ότι ο αγώνας για την παιδεία που ονειρευόμασταν συνδέεται άρρηκτα με τον αγώνα για τη σοσιαλιστική κοινωνία.

-.-.-

Η ιστορία της χώρας είναι η ιστορία της εξάρτησής της από τους ξένους ισχυρούς, η ιστορία της λεηλασίας της από αυτούς και τους εγχώριους ενδιάμεσους και μεσίτες της. Όπως έγραφαν τα «Λιπάσματα»: «Οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας καθορίζονταν πάντα από κέντρα αποφάσεων που βρίσκονταν και λειτουργούσαν έξω από την Ελλάδα». Όταν αρχές Αυγούστου του 2011 ο τότε υφυπουργός Δικαιοσύνης κατέβηκε στο υπόγειο κελί να δει αν μαλάκωσε το ξεροκέφαλο (όπως μαλάκωναν τα ξερά φύλλα του καπνού στην υπόγεια υγρασία στα καπνοχώρια μας) του είπα: «Καταντήσατε τη χώρα μας προτεκτοράτο, αποικία». «Πάντα έτσι δεν ήταν»; με αποστόμωσε. Σε τελική ανάλυση είχε δίκιο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, στη δεκαετία του 1960, το είχε πει καθαρά: «Η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονες, έναν αγγλικόν και έναν αμερικανικόν». Πιο πριν, όταν τα αγγλικά, ληστρικά δάνεια είχαν αλυσοδέσει τη χώρα που έβγαινε με το αίμα των παιδιών της από την τούρκικη κατοχή και οι δύο πνεύμονες ήταν αγγλικοί. Το 1840 ο Άγγλος έπαρχος με την τυπική ιδιότητα του πρεσβευτή, ο σερ Λάιονς, δήλωνε: «Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ποτέ πραγματικά ανεξάρτητη, αυτό είναι παραλογισμός. Θα είναι ή ρωσική ή αγγλική και, αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αναγκαστικά αγγλική». Για να συνοψίσει, χρόνια αργότερα, στα 1912, ο Λόιντ Τζορτζ: «Το μέλλον της Ελλάδας αποφασίζεται στο Λονδίνο, όχι στην Αθήνα».

Η ιστορία αυτής της χώρας είναι ταυτόχρονα η ιστορία των λαϊκών αγώνων για την απεξάρτησή της, για να σταματήσει η λεηλασία της από ξένους και εγχώριους ισχυρούς, για να γίνει ο λαός νοικοκύρης στο σπίτι του. Η ιστορία των αγώνων του, που είναι αντιιμπεριαλιστικοί μαζί και αντικαπιταλιστικοί. Η ιστορία των αγώνων του, που ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 «δεσμεύτηκαν και μπλοκαρίστηκαν από την πολιτική ηγεσία», όπως έγραφε το κείμενο των ιδρυτών του ΕΛΑ. Από μια πολιτική ηγεσία που αναζητούσε την «εθνική» αστική τάξη για να συμμαχήσει μαζί της και περιόριζε το αντικείμενο των λαϊκών αγώνων στον «εκδημοκρατισμό» της πολιτικής ζωής.