Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Έρωτας είναι

Έρωτας είναι... είναι... ο σύντροφος. Κι η συντρόφισσα. Χωρίς παπάκια στις καταλήξεις.
Έρωτας είναι το παπάκι του Άσιμου (χωρίς την Αλεξίου).
Έρωτας είναι η επανάσταση, αλλά όχι ως ανεκπλήρωτο απωθημένο.
Η ελευθερία, ως συνείδηση της αναγκαιότητας. Η λογική που συναντά το συναίσθημα.
Είναι το κόμμα. Αλλά κι η αντι-κουκουεδίλα ως τρόπος ζωής. Τι θα ήταν αν μας έχαναν; Ένα γκρουπουσκουλάκι τόσο δα μικρούτσικο...

Έρωτας είναι ο Ρίζος στην κωλότσεπη, ή μες στην τσάντα.
Ο πρώτος καθοδηγητής ή αυτός-ή που σου πήρε το βιογραφικό, για να δώσεις (στην οργάνωση) ό,τι πολυτιμότερο έχεις (διάθεση για προσφορά) και να το πάρεις πίσω στο πολλαπλάσιο.
Τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα σε μια πορεία (ή τα κόκκινα μάτια μετά από ένα δακρυγόνο).

Η καχεκτική, αλλά σπιρτόζα Ρόζα.
Ο Χαρίλαος στα νιάτα του, με τη στολή.
Ο Τσε. Κι ο Φιντέλ. Κι οι Κουβανοί ως λαός, όσο βαστάνε ακόμα.
Το σφυρί και το δρεπάνι, αγροτιά-εργατιά, μια φωνή και μια γροθιά (αλλά όχι τα σεξ σύμβολα των ΜΜΕ, τύπου Κρητικός αγρότης...)

Τα Λάντα, ο Τσατσένκο, οι μπάμπουσκες, ο Μίσα, η Λάικα.
Το μπάσκετ, ο Γκοσινί, η δεκαετία με τις βάτες, τα παιδικά μας χρόνια.
Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης (χωρίς την πολιτική Άννα Βαγενά).
Ο Χρόνης Μίσσιος μέχρι τα είκοσι. Μετά σοβαρεύεσαι και τον ξεπερνάς.
Το φαΐ κι η τσικνο-Πέμπτη (άντε να περάσει και το σημερινό, να ετοιμαζόμαστε για τα σοβαρά).

Έρωτας είναι τα βιβλία, ένα ωραίο κείμενο, η φιλοσοφία (χωρίς αμπελοφιλόσοφους της κακιάς ώρας).
Τα λάθη κι οι αδυναμίες. Κι η υπέρβασή τους.
Το εξωκοινοβούλιο για το Λαϊκό Στρώμα. (Και το ρεύμα. Κι η Τσίχλη).

Έρωτας είναι η σχέση του Μίμη Ανδρουλάκη με την εξουσία. Και του Νίκου Μπίστη για την αναθεώρηση.
Η ΕΕ και τα μνημόνια.
Οι "αντιμνημονιακοί κι η ΕΕ".
Ο φασισμός κι η φαιά (σοσιαλ)δημοκρατία.

Ένα ποτήρι νερό που το πίνεις και ξεδιψάς. Αλλά δεν είναι πως αν δεν το πιεις πεθαίνεις. Απλώς μαραίνεσαι μέσα σου και συνεχίζεις ζωντανός-νεκρός, περιμένοντας ψεύτικες ελπίδες που έρχονται.



Εντάξει, και κάτι πιο σοβαρό (το παραπάνω είναι για να σατιρίσει τη "σοβαρότητα" της γιορτής)

Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Η πρώτη μου δουλειά

Τις προάλλες πέτυχα ένα κείμενο σε μια λάιφ-στάιλ ιστοσελίδα, όπου οι συντάκτες της διηγούνταν την πρώτη τους εργασιακή εμπειρία, τα ευτράπελα, τις περιπέτειες, τις γνώσεις (;) και τις εντυπώσεις που αποκόμισαν. Κι αυτό μας δίνει την αφορμή για το σημερινό σημείωμα.

Νομίζω πως είναι ωραίο θέμα για ανάπτυξη. Αλλά η ανάπτυξη είναι αναιμική, μαγειρεμένη με διάφορα στατιστικά μπαχάρια, που κρύβουν τις βρομιές και μπόλικα ταξικά φίλτρα, για να μη φτάσει ποτέ στο πιάτο μας, εκτός από κάποια ψίχουλα. Κι οι πιθανότητες εύρεσης εργασίας είναι ακόμα πιο αναιμικές, κι αβέβαιες σαν ψευδαισθήσεις.

Αλλά το πρόβλημα ξεκινάει ακόμα πιο πριν, από την ασάφεια στη διατύπωση και τη δημιουργική ασάφεια της ζωής και του εργασιακού τοπίου, ιδίως αν είχες τη φαεινή ιδέα να σπουδάσεις ΜΜΕ και Δημοσιογραφία -κι ας μην είσαι πολύ σίγουρος αν αποτελεί επιστημονικό αντικείμενο.

Γιατί, τι ακριβώς θεωρείται δουλειά; Κάτι όπου κάνεις την πρακτική σου, μέχρι να έχεις απαιτήσεις και να περάσει ο επόμενος πρακτικάριος; Ή εκεί που πήρες τον πρώτο σου κανονικό μισθό; Όχι πως διαφέρει ουσιαστικά για το θέμα που μας ενδιαφέρει. Διαφέρει όμως για το αφεντικό που γλυκαίνεται και καλομαθαίνει στο τζάμπα, πέρα από την τζάμπα υπεραξία που καρπώνεται με τη μίσθωση της εργατικής σου δύναμης. Και βασικά για σένα, ως προς την αίσθηση ανεξαρτησίας που σου προσφέρει ο μισθός, ότι βγάζεις επιτέλους μόνος σου τα προς το ζην και μπορείς να θρέψεις τον εαυτό σου (ου μην και άλλους, αν φτιάξεις οικογένεια).

Αν και αυτό το τελευταίο δεν είναι πολύ σίγουρο, ακόμα κι αν αμείβεσαι με κανονικό μισθό (κι έτσι πολλοί εργαζόμενοι εξακολουθούν να μένουν στο πατρικό τους, για οικονομία, ή υπολογίζουν στη σύνταξη των γονιών τους, που τσοντάρουν κάτι-τι, για να συμπληρώσουν το εισόδημα των παιδιών τους -σαν το χαρτζιλίκι που τους έδιναν, όταν πήγαιναν σχολείο. Τίποτα δεν άλλαξε από τότε, τάξη εναντίον τάξης...

Και πώς ορίζουμε αλήθεια τον κανονικό μισθό; Πόσο είναι το όριο φτώχειας στη χώρα μας -που καθόριζε αντίστοιχα και τα συνθήματα-αιτήματα για 1.400 ευρώ βασικό μισθό, προτού πλακώσει η κρίση (νομοτελειακά, όχι σα φυσικό φαινόμενο) και τα ισοπεδώσει όλα, μαζί με το βιοτικό επίπεδο και τις διεκδικήσεις μας, που προσαρμόστηκαν στην επαναφορά του βασικού μισθού 751 ευρώ, ως ένα πρώτο, ρεαλιστικό βήμα.
Αλλά το ερώτημα παραμένει: πώς υπολογίζεται το όριο φτώχειας και τι έχει αλλάξει σε σχέση με το 2008;

Προσωπικά πάντως θα εξαιρούσα το μεγάλο σχολείο του 904 -που είναι ο 902 της Θεσσαλονίκης και λειτουργεί ακόμα- και κάτι ολιγόωρες παρουσίες στο γιαπί με τον Άβερελ, που ήταν κάτι σαν φιλικές συμμετοχές κι εκείνους τους σελέμπριτιζζ, που έκαναν για λίγες ώρες τους ναυαγούς, για να νιώσουν πώς είναι η ζωή του πρόσφυγα και να αποκτήσουν ενσυναίσθηση στο δράμα του. Άλλο αν τελικά παραμένουν αναίσθητα ζώα, χωρίς συναίσθηση της απάνθρωπης γελοιότητάς τους και χωρίς συνείδηση -ή μάλλον με τη συνείδηση της τάξης τους.

Και πώς είναι λοιπόν (η οικοδομή, όχι η ζωή του πρόσφυγα); Δύσκολα, να σου φεύγει η μαγκιά και το υφάκι. Όχι γιατί δε θα αντέξεις μια μέρα η μια βδομάδα, αλλά το συνεχόμενο της υπόθεσης -που είναι παντός καιρού, σαν το κόμμα, γι' αυτό κι η αυξημένη απήχησή μας στον κλάδο- μπορεί να σε τσακίσει. Φρόντισε όμως το σύστημα και το πολιτικό υπαλληλικό του προσωπικό, τώρα που πέθαναν οι κατασκευές σαν κλάδος, κι έτσι οι οικοδόμοι κυνηγάν με το... ψαροντούφεκο τα μεροκάματα κάθε μήνα.

Κι ευτυχώς φροντίζουν για όλους μας (το σύστημα κι οι κυβερνήσεις του). Γιατί αν προσαρμοστείς ευέλικτα και συνηθίσεις στο νέο μοντέλο του μισο-άνεργου, μισο-εργαζόμενου, που κυνηγά διαρκώς συμβάσεις και μέχρι να στεριώσει κάπου, είναι ξανά στο ψάξιμο, να μαζεύει μόρια για την επόμενη σύμβαση ή το επόμενο πεντάμηνο, που θα έχει τελειώσει μέχρι να τον πληρώσουν, και δε φτάνει για να μπει ταμείο ανεργίας, και πάει λέγοντας...
Αν λοιπόν καλομάθεις σε όλα αυτά, ψάξε βρες τη διαφορά μεταξύ εργαζόμενου κι άνεργου.

Κι αν δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ εργαζόμενου κι άνεργου, θα πάψουν να υπάρχουν και τέτοια κείμενα, του τύπου "η πρώτη μου δουλειά", "ο πρώτος μου μισθός", κτλ. Θα προσαρμοστούν ευέλικτα σα φτηνό, εργατικό δυναμικό στα νέα ευέλικτα δεδομένα της ευελφάλειας και θα γίνουν πχ "η πρώτη μου σύμβαση" ή "το πρώτο μου κοινωφελές" ή "το πρώτο πακέτο τσιγάρα που πήρα με το μισθό μου, κι ας μην καπνίζω, γιατί έφυγαν όλα σε λογαριασμούς και δεν έφταναν για παραπάνω".

Θα εξαλειφθεί αντιστοίχως και το αντίστροφο θέμα, που είναι λίγο άχαρο για χαζοχαρούμενα σάιτ, για την "πρώτη φορά που σε απέλυσαν", εφόσον η ανεργία θα είναι κάτι σαν φυσικά κατάσταση, με μικρά εργασιακά διαλείμματα -κι όχι η εξαίρεση στον κανόνα.

Θα τελειώσουμε επίσης μια και καλή με αυτήν την ανόητη ρομαντική αντίληψη, που είχαμε όταν ήμασταν παιδιά, πως θα βρούμε μια δουλειά που θα είναι η πρώτη αγάπη και παντοτινή και πως θα γνωρίζαμε έναν εργοδότη, που θα τον είχαμε εφ' όρου ζωής, σα να 'μασταν παντρεμένοι. Τότε που όλα μας φαίνονταν πιο εύκολα κι απλά.

Το παν όμως είναι να μην έχεις τίποτα δεδομένο, γιατί η ρουτίνα σκοτώνει τον έρωτα κι ως γνωστόν, η αγάπη θέλει προϋπηρεσία, μεροκάματο, ξενύχτι και νταλγκά, θέλει ΙΚΑ μια ζωή στην αγωνία, στα βαρέα ένσημα και τα ανθυγιεινά.



Δεν είναι λογικό να περιμένουμε τον άσπρο ιππότη και μια εργασιακή σχέση μόνιμη και σταθερή, που να μας γεμίζει, να μας ενθουσιάζει και να μας εξυψώνει ως ανθρώπους. Αυτό που μας περιμένει είναι αγγαρεία επί πληρωμή (αλλά όχι πολύ μεγάλη) και σκέτο πήδημα, με προκαθορισμένους όρους χωρίς προφυλακτικό και αγκυλώσεις, όπως το δώρο, τα ένσημα, κτλ.

Χρειάζεται να μπει κι ένα κείμενο για την πρώτη φορά, που δεν είναι ποτέ όπως την περιμένεις. Για την πρώτη φορά στον έρωτα, την πρώτη φορά στην αγορά εργασίας, την πρώτη φορά Αριστερά. Ναι αυτήν που θα τα άλλαζε όλα και... Και venceremos...

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Τα άλλα τρένα να περνούν

Λοιπόν, καμιά φορά υπάρχει κάτι νοσηρά ωραίο κι ακατανόητα λογικό στο να βλέπεις τη ζωή να φεύγει από μπροστά σου, τις ευκαιρίες να χάνονται, τα φύλλα στο ημερολόγιο να λιγοστεύουν, τα άλλα τρένα να περνούν κι εσύ θεατής, να τα παρατηρείς μέσα από ένα σπασμένο παράθυρο, σαν ηδονοβλεψίας, της ζωής των άλλων, της ζωής που δεν έζησες.

Σαν την εικόνα στις αθλητικές απονομές, όπου οι παίκτες της χαμένης ομάδας περνάνε μπροστά από το κύπελλο και απλώνουν το χέρι να αγγίξουν το ποθητό δισκοπότηρο που ξέρουν πως τελικά δε θα σηκώσουν. Ή ακόμα χειρότερα, το κοιτάζουν απλώς περίλυποι, ανήμποροι πια να το διεκδικήσουν, και δεν το ακουμπάν καν, σα να φοβούνται πως θα το σκοτώσουν με το ανάποδο άγγιγμα του Μίδα, κι ας είναι ήδη χρυσό κι άψυχο -συχνά πάνε μαζί αυτά τα δύο, συνήθως για τους ανθρώπους.

Ή σκέψου το έπαθλο να ήταν ανθρώπινο και να χορεύει μπροστά σου, ένα τραγούδι που σου αρέσει (ή σου αρέσει επειδή το χορεύει, ή βασικά δε θα σου αρέσει ποτέ ξανά πια), να σου γελάει ειρωνικά και μια γλυκιά ζήλεια να παραλύει το σώμα σου, τις κινήσεις σου, αλλά όχι το μυαλό σου, που είναι σε πλήρη εγρήγορση, προσηλωμένο, καταγράφει κάθε στιγμή, υλικό για μελλοντικές ονειροπολήσεις. Μια παράσταση μόνο για σένα, που μπορείς να τη δεις, να την απολαύσεις, αλλά δεν μπορείς να παίξεις σε αυτήν.
Ποτέ πριν μια ακινησία δεν έκρυβε τόση ένταση, μια αδυναμία τόση θέληση συγκεντρωμένη. Και μια απώλεια, που εκτυλίσσεται μπροστά σου αλλά δε λέει να φύγει, τέτοια παράξενη ομορφιά. Ένα είδος μαζοχισμού, σα να χάνεις στο αγαπημένο σου παιχνίδι.



Πολύ λίγα πράγματα μπορούν να συγκριθούν με αυτό το χορό της βροχής για τα μάτια σου ή την ψυχή εσωτερικά, που γίνεται ένα ρευστό κύμα, τη μια ρουφάει το θέαμα για να ξεδιψάσει και την άλλη νιώθει να βουλιάζει και να πνίγεται στο απωθημένο, στους χυμούς του ανικανοποίητου.
Μα δεν υπάρχει κανείς προφανής λόγος για όλα αυτά. Είναι κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις σου ή τη λογική, ακόμα κι αν μπορείς να το εξηγήσεις πολύ καλά στον εαυτό σου. Δεν είναι ηττοπάθεια, ούτε κάποια περίεργη εκδοχή υπαρξισμού, αλλά συνειδητή ολιγωρία, σαν αγκύλωση, όχι  όμως ιδεολογική.

Σαν την εξουσία, που ήταν στο πεδίο βολής μας και την αφήσαμε να πετάξει μέσα από τα χέρια μας, να την πιάσει άλλος κυνηγός, που θα μας αφοπλίσει. Κι είναι, όπως λέγαμε, νοσηρά ωραίο να ξέρεις ότι η νίκη ήταν μια ανάσα μακριά, υπήρχε ατμόσφαιρα, επαναστατική κατάσταση, το momentum, αλλά δεν τη φίλησες ποτέ. Και τώρα ψάχνεις να βρεις ποιος έφταιξε και έδωσε το φιλί του Ιούδα.

Ήμουν λίγος απόψε το ξέρω, δε βοήθησες καθόλου όμως κι εσύ...
Αν και εμείς ήμασταν πολλοί, συντριπτική πλειοψηφία και λίγοι ταυτόχρονα -διαλεκτική είναι αυτά- γιατί αν το θέλαμε όλα θα είχαν γίνει διαφορετικά. Αλλά η επανάσταση μπορεί να είναι το ίδιο (λογικά) ακατανόητη με τον έρωτα και να κάνει αυτό ακριβώς που περιγράφουν οι κλασικοί.
Να σηκωθεί, να ξαναπέσει, να ρίξει τον εχθρό της, να τον αφήσει να σηκώσει κεφάλι ξανά, κτλ...
Σα μοιραίος παίκτης, που μια στιγμή σημαδεύει την υστεροφημία του, αλλά κανείς δε γίνεται μοιραίος αν δεν είναι πραγματικά μεγάλος.

Έχει τουλάχιστον πλάκα, και σε παρηγορεί κάπως, να βλέπεις κάποιους να εκδηλώνονται εκ των υστέρων, υπό τη δικτατορία του αποτελέσματος, που μας εγκαταλείπουν για να μην κολλήσουν τη ρετσινιά του ηττημένου. Διαλέγουν πάντα το νικητή, σαν τα μικρά παιδιά, και σαν τον οπαδό που βρίζει τα αποκαθηλωμένα είδωλά του, για να τα αποθεώσει στην επόμενη νίκη, με την ψυχολογία του απατημένου εραστή, που βρίζει κι αυτός, με αντεστραμμένη αγάπη, τον παράφορο έρωτά του που τον πρόδωσε.
Αλλά χρειάζεται και ένα θεωρητικό μανδύα για να ντύσει ιδεολογικά τη στάση του, το χυδαίο, γυμνό εμπειρισμό του.

Δεν ήταν κάτι σπουδαίο εξάλλου ο αγώνας μας, κι ας πίστεψε προσωρινά το αντίθετο. Βλέπει τώρα ένα πουκάμισο αδειανό, εκεί που αντίκριζε πριν λαχταριστά στήθη, που ήθελε να τα μαλάξει και να θηλάσει τις ρόγες τους, σα σταφύλια, ενώ ήταν ξεκάθαρα κρεμαστάρια, ανάξια λόγου, ούτε καν αγουρίδες, για να πεις πως δεν είχαν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες, αλλά αγάλι κι έρχεται.

Αυτοί που βαριούνται να βλέπουν τα άλλα τρένα να περνούν, περνάνε στην άλλη όχθη, πέρα από τις ράγες, ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους και επιβιβάζονται στο πρώτο τρένο για άλλους προορισμούς, μα έχουν ξεχάσει πού ακριβώς θέλουν να πάνε και κάνουν μόνο Τρύπες στο νερό.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Πι-πι και σεξουαλική ελευθερία

Τις προάλλες, ένας σφος αναγνώστης (τον οποίο ευχαριστώ με την ευκαιρία) μοιράστηκε σε μια κλειστή, διαδικτυακή ομήγυρη μια πρόσφατη ανακάλυψή του. Ένα άρθρο του νεαρού Κνίτη Πι-Πι (κατά κόσμον Πέτρος Παπακωνσταντίνου), το μακρινό κι οργουελικό 1984 στην Επιστημονική Σκέψη (το περιοδικό επιστημονικής ύλης που έβγαζε το κόμμα στη δεκαετία με τις βάτες), για τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων στον καπιταλισμό.

Δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλάμε για το σχίσμα μεταξύ πρώιμου και ύστερου Πι-Πι κι αν ο ίδιος συνεχίζει να έχει σήμερα τις ίδιες απόψεις, πάντως η προσέγγισή του έχει ένα ενδιαφέρον κι εφάπτεται ζητημάτων που ανέκυψαν στην πρόσφατη συζήτηση περί σχέσεων, οικογένειας και προτύπων. Γι' αυτό και κρίνω σκόπιμο να αντιγράψω και να αναδημοσιεύσω το πρώτο μέρος του άρθρου. Καλή ανάγνωση και καλή χρονιά.

Sweet Sixteen! (20)16
Πλευρές των διαπροσωπικών σχέσεων στον καπιταλισμό

1. Καπιταλισμός και σχέσεις των δύο φύλων

Αφετηριακή θέση της υλιστικής θεώρησης του ζητήματος είναι το ότι "οι προσωπικές σχέσεις ξεπηδάνε καθαρά από τις σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής" (Μαρξ, Γκρουντρίσε). Οι όροι της υλικής παραγωγής είναι οι αποφασιστικοί παράγοντες, που, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζουν τους κοινωνικούς θεσμούς, συνολικά τα φαινόμενα του εποικοδομήματος, τις αντιλήψεις των ανθρώπων.

Μ' αυτήν την έννοια "η σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι αφαίρεση που υπάρχει μέσα στο μεμονωμένο άτομο. Στην πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων".

Ο μαρξισμός υπογραμμίζει ότι το είδος των σεξουαλικών σχέσεων, αλλά και οι ηθικές αντιλήψεις για αυτές, μεταβάλλονται ιστορικά και εξαρτώνται απ' τις κοινωνικές σχέσεις που έχουν πυρήνα τους τις σχέσεις παραγωγής. Επόμενα αλλάζει η ίδια η "φύση" της σεξουαλικότητας του ανθρώπου, και, μάλιστα, αυτή η αλλαγή αντανακλά το δοσμένο, κάθε φορά, επίπεδο της ιστορικής προόδου σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

Οι απόψεις αυτές επιβεβαιώνονται από τη μελέτη του είδους των σεξουαλικών σχέσεων και της οικογένειας στους διάφορους κοινωνικούς σχηματισμούς, απ' τις πρωτόγονες κοινωνίες ως τα σήμερα. Από αυτήν την άποψη, πρωταρχική σημασία έχει το έργο του Φ. Ένγκελς Καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, που στηρίχθηκε στο πλούσιο υλικό των επιστημονικών ερευνών του ανθρωπολόγου Μόργκαν.

Εδώ αναφέρουμε μόνο ότι η μονογαμική οικογένεια καθόλου δεν ήταν η αιώνια μορφή οικογένειας. Αντίθετα, η μονογαμία επικράτησε μόνο μέσα από μια μακρόχρονη ιστορική εξέλιξη, μόνο μετά από μια ορισμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στην πορεία περάσματος από το "καθεστώς των γενών" στη δουλοκτητική κοινωνία. Επικράτησε δηλαδή εξαιτίας συγκεκριμένων κοινωνικών νόμων. Τονίζουμε ακόμα ότι η μονογαμία εμφανίζεται ιστορικά όχι σαν ισότιμη ένωση των δύο φύλων, αλλά σαν υποταγή της γυναίκας στον άνδρα, που η εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων τον έχει φέρει σε πλεονεκτική θέση.

Ο Ένγκελς γράφει σχετικά:

Η μονογαμία [...] εμφανίζεται σαν υποδούλωση του ενός φύλου από το άλλο, σαν κήρυξη πολέμου ανάμεσα στα δύο φύλα, πολέμου άγνωστου σ' όλη την προϊστορία (...) Η πρώτη ταξική αντίθεση που εμφανίζεται στην ιστορία συμπέφτει με την ανάπτυξη του ανταγωνισμού του άντρα και της γυναίκας στη μονογαμία και η πρώτη ταξική καταπίεση με την καταπίεση του γυναικείου φύλου από το ανδρικό. Η μονογαμία ήταν μια μεγάλη ιστορική πρόοδος, ταυτόχρονα όμως, πλάι στη δουλεία και τον ατομικό πλούτο, εγκαινίασε την εποχή που κρατά ως τα σήμερα και όπου κάθε πρόοδος είναι μαζί και μια σχετική πισωδρόμηση, όπου η προκοπή και η ανάπτυξη του ενός κατορθώνεται με τον πόνο και την καταπίεση του αλλουνού.

Ο καπιταλισμός αλλάζει τη συγκεκριμένη μορφή της μονογαμικής οικογένειας.
Αυτό όμως που βάζει στη θέση της, η αστική μονογαμική οικογένεια, εξακολουθεί να στηρίζεται στην ανισότιμη θέση της γυναίκας (που πήγαζε πριν απ' όλα από την οικονομική ανισοτιμία) και στο κληρονομικό δικαίωμα. Διατηρείται και παίρνει νέες διαστάσεις στον καπιταλισμό η πορνεία. Οι σεξουαλικές σχέσεις σφραγίζονται από την υποκρισία, το ψέμα, τον εγωισμό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ναπολεόντειος Κώδικας αναφέρει: "Η φύση δημιούργησε τις γυναίκες για σκλάβες μας". Η ανύπαντρη μητέρα και το νόθο παιδί εξοστρακίζονται από την κοινωνία. Η γυναικεία μοιχεία τιμωρείται με φυλάκιση. Η παρθενιά αποτελεί "ανεκτίμητο" μέρος του κεφαλαίου της.

Η ταξικότητα στη σεξουαλική ηθική

Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο οι Μαρξ και Ένγκελς έγραφαν

Οι αστοί μας μένοντας ευχαριστημένοι που έχουν στη διάθεσή τους τις γυναίκες και τα κορίτσια των προλετάριων -χωρίς να κάνουμε κουβέντα για την επίσημη πορνεία- βρίσκουν μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση να ξελογιάζουν ο ένας τη γυναίκα του άλλου. Ο αστικός γάμος στην πραγματικότητα είναι η κοινοκτημοσύνη των παντρεμένων γυναικών.

Εξάλλου ο Ένγκελς τόνιζε το πώς η αστική τάξη συντελεί άμεσα στην εξάπλωση της πορνείας.
Το πώς η "ενάρετη" μπουρζουαζία υπέθαλπε τις 40.000 περίπου γυναίκες "ελαφρών ηθών" των πεζοδρομίων του Λονδίνου, που είχαν διαφθαρεί πριν από κάποιον αστό και αναγκάζονταν να πουλάνε το κορμί τους στον τυχαίο περαστικό, για να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί.

Τα λόγια του Ένγκελς ηχούν σαν αμείλικτο κατηγορητήριο απέναντι στη σύγχρονη αστική τάξη. Ο αστικός Τύπος καθημερινά προβάλλει κραυγαλέα και σκανδαλοθηρικά τις περιπτώσεις βίας, εγκληματικότητας, της σεξουαλικής διαφθοράς που παρουσιάζονται ορισμένες φορές και σε ανθρώπους που ανήκουν σε λαϊκά στρώματα. Αποσιωπά ότι αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων ζει σε απαράδεκτες συνθήκες, με την ανεργία, τις ασφυκτικές στερήσεις, τα πιεστικά αδιέξοδα που τους "σπρώχνουν" στο περιθώριο, σε αντικοινωνικές ενέργειες, ότι τα "προϊόντα μαζικής κατανάλωσης" της ιμπεριαλιστικής υποκουλτούρας καλλιεργούν τη βία, τη διαφθορά. Αποσιωπά δηλ όλα αυτά για τα οποία θα έπρεπε να καθίσει στο εδώλιο του κατηγορούμενου πριν απ' όλα ο ίδιος ο κόσμος της εκμετάλλευσης.

Την ίδια ώρα ένα πέπλο σιωπής υψώνεται γύρω από την κραυγαλέα διαφθορά της αστικής τάξης, ένα τεράστιο τείχος εξαγοράς, διακοσμημένης με ηθικόλογα φαρισαϊκά κηρύγματα. Κι εδώ δεν πρόκειται για κάποιες ξεχωριστές περιπτώσεις. Η διαφθορά είναι στοιχείο του τρόπου ζωής της αστικής τάξης που είναι παρασιτικός γιατί η ίδια είναι τάξη παρασιτική, αντιδραστική, αντίθετη με την κοινωνική πρόοδο. Γι' αυτό εχθρεύεται καθετί το δημιουργικό, προοδευτικό, αισιόδοξο, είναι φορέας φαινομένων αποσύνθεσης και παρακμής.

Αντίθετα, όπως σημείωνε ο Ένγκελς, στις καταπιεζόμενες τάξεις (και μιλώντας για καπιταλισμό, στο προλεταριάτο) κατεξοχήν βρίσκει κανείς ερωτικές σχέσεις που δε βασίζονται στον οικονομικό εξαναγκασμό του ενός πάνω στον άλλο, αλλά στην αμοιβαία κλίση.  Και αναπτύσσονται έστω και σαν στοιχεία -παρά τις τεράστιες οικονομικές αντιξοότητες που φέρνουν που φέρνουν χίλια-δυο προβλήματα στις σχέσεις- σχέσεις στηριγμένες στην αμοιβαιότητα, την αλληλεγγύη.

Καπιταλιστική κρίση και σεξουαλικότητα

Η όξυνση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού συσσωρεύει καινούριες δυσκολίες που οδηγούν στην παραπέρα στρέβλωση της σεξουαλικής ζωής. Οι εκρηκτικές διαστάσεις που παίρνουν τα κοινωνικά προβλήματα της νεολαίας τείνουν να φορτίσουν αρνητικά τις σεξουαλικές σχέσεις. Κάτω και από την πίεση αυτών των προβλημάτων είναι δυνατό μερικές φορές να δημιουργείται μια τάση αναζήτησης "καταφύγιου" στη σεξουαλική ζωή απέναντι στις δραματικές -συχνά- αντιξοότητες της ζωής.

(...)

"Ελεύθερος έρωτας", "επανάσταση" ή υποταγή;

Πλάι στα υποκριτικά κηρύγματα αυστηρού σεξουαλικού ασκητισμού προβάλλονται από την προπαγάνδα της άρχουσας τάξης τα πρότυπα της "σεξουαλικής απελευθέρωσης" και "κατάργησης των ταμπού". Ο πουριτανισμός, η υποκρισία της "αγνότητας" και "εγκράτειας" ήταν το επίσημο δόγμα των αστών ηθικολόγων στην περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφάλαιου. Ήταν η αντανάκλαση στο επίπεδο της σεξουαλικής ηθικής, της ανάγκης του κεφάλαιου για αυστηρή λιτότητα, και εγκράτεια που απαιτούσε η ανάπτυξη του καπιταλισμού. Φυσικά, η προβολή τέτιων αντιλήψεων καθόλου δεν εμπόδιζε την ανοιχτή ή κρυφή πορνεία, τη διαφθορά κλπ. Στη σημερινή φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, που υπάρχει όλο και πιο πολύ η τάση εμπορευματοποίησης των σεξουαλικών σχέσεων, τα αστικά πρότυπα της "σεξουαλικής απελευθέρωσης" ανάγουν τη σεξουαλική σχέση σε αντικείμενο κατανάλωσης, αποξενώνουν τις σχέσεις των δύο φύλων και, τελικά, όχι μόνο δεν καταπολεμούν αλλά αντίθετα επιτείνουν τις προκαταλήψεις κάθε είδους. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ίδια την πραγματικότητα των καπιταλιστικών χωρών. Είναι χαρακτηριστικό το υλικό που δίνει ο Β. Χόλιτσερ στην μπροσούρα Σεξουαλικότητα και Επανάσταση, για τα αποτελέσματα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης των νέων στην ΟΔΓ. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι η επίδειξη πορνογραφικού υλικού είναι για τους Δυτικογερμανούς μαθητές από τις πιο "αποδεκτές" ενώ η ερωτική σχέση των δύο φύλων είναι η πιο απορριπτέα!

Οι απόψεις για "ελεύθερο έρωτα" καταπολεμήθηκαν απ' το Μαρξ ήδη από το 1842 σε άρθρα του στην Εφημερίδα του Ρήνου και το 1844 στα Χειρόγραφα. Γράφει εκεί:

Μπορεί να πει κανείς ότι η ιδέα μιας κοινότητας γυναικών αποκαλύπτει το μυστικό αυτού του ήδη ολοκληρωτικά άξεστου και ασυλλόγιστου κομμουνισμού. Όπως οι γυναίκες, σε αυτήν την περίπτωση, περνάνε από το γάμο στη γενική πορνεία, έτσι όλος ο κόσμος του πλούτου (δηλ της αντικειμενικής ουσίας του ανθρώπου) θα περάσει από τη σχέση του αποκλειστικού γάμου με τον κάτοχο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε μια κατάσταση καθολικής πορνείας με την κοινότητα. Αυτός ο τύπος του κομμουνισμού -εφόσον αρνείται την προσωπικότητα του ανθρώπου σε κάθε σφαίρα- δεν είναι παρά η λογική έκφραση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, που είναι η άρνηση αυτή. Ο καθολικός φθόνος συνιστώντας την ύπαρξή του σα δύναμη είναι η κρυμμένη μορφή στην οποία η απληστία επανεγκαθιδρύεται και αυτοϊκανοποιείται, μόνο με άλλο τρόπο.  Η σκέψη κάθε πράγματος ιδιωτικής ιδιοκτησίας σαν τέτιου στρέφεται με τη μορφή του φθόνου και της επιθυμίας αναγωγής των πραγμάτων σε ένα κοινό επίπεδο. Έτσι αυτός ο φθόνος κι αυτή ακόμα η επιθυμία συνιστούν την ουσία του ανταγωνισμού.
Ο άξεστος κομμουνισμός είναι απλά το συσσωρευμένο αποκορύφωμα αυτού του φθόνου κι αυτής της διαδικασίας αναγωγής σε ένα κοινό επίπεδο στη βάση ενός προδικασμένου μίνιμουμ. Έχει ένα οριστικό, περιορισμένο επίπεδο. Πόσο λίγο αυτή η εκμηδένιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας είναι πράγματι μια ιδιοποίηση αποδείχτηκε στην πραγματικότητα από την αφηρημένη άρνηση ολόκληρου του κόσμου της κουλτούρας και του πολιτισμού, την απώθηση στην αφύσικη απλότητα του φτωχού κι άξεστου ανθρώπου που έχει λίγες ανάγκες και που απέτυχε όχι μόνο να πάει πέρα από την ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά που ούτε καν την έφτασε...
Στην προσέγγιση της γυναίκας σαν λείας και υπηρέτριας του κοινοτικού πόθου εκφράζεται η απροσμέτρητη κατάπτωση...

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Μαρξ εντοπίζει τις βαθύτερες ρίζες των μικροαστικών αντιλήψεων για τον "ελεύθερο έρωτα". Την αντιδιαλεκτική θεώρηση των πραγμάτων που βλέπει το "καινούριο" σαν την κατευθείαν άρνηση του παλιού και αδυνατεί να δει τη διαλεκτική άρνηση, δηλαδή την άρση, που σημαίνει καταστροφή του παλιού και ταυτόχρονη διαφύλαξη των θετικών που περιείχε μέσα στο πλαίσιο του καινούριου. Έτσι η "ελευθερία του έρωτα" σημαίνει την αντικατάσταση της "κρυφής" πορνείας με την ανοιχτή: ο μικροαστός εξαγριώνεται μπροστά στον περιορισμό της σεξουαλικότητας και στην υποβάθμισή της στενά στην αναπαραγωγή του είδους, αλλά κινδυνεύει να καταλήξει, εξαιτίας του συστήματος στην εξίσου "ζωώδη" αντίληψη που απογυμνώνει τη σεξουαλικότητα από κάθε είδους επικοινωνία, κοινωνικότητα.

Αυτή η αντίληψη για τον έρωτα αντανακλά τη γενικότερη θέση του "αγανακτισμένου μικροαστού" στον καπιταλισμό που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα στενά όρια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Βλέπει το σοσιαλισμό όχι σαν οικοδόμηση του καινούριου με πλήρη απαλλοτρίωση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και κατάργηση της εκμετάλλευσης, αλλά σαν επιστροφή στο παρελθόν.

Οι αντιλήψεις για κατάργηση της οικογένειας γενικά, έρχονται και ξανάρχονται στην επικαιρότητα από διάφορα μικροαστικά και αναθεωρητικά ρεύματα. Που μάλιστα εμφανίζονται σαν υπερασπιστές των μαρξιστικών αντιλήψεων. Για παράδειγμα στο περιοδικό Θέσεις αντιγράφονται στοιχεία των θέσεων του Λ. Αλτουσέρ και εμφανίζεται το αίτημα της κατάργησης της οικογένειας σαν "στρατηγική επαγγελία του μαρξισμού" (ενώ παράλληλα διαστρεβλώνουν τις μαρξιστικές αντιλήψεις και επικαλούνται επιλεκτικά αποσπάσματα έργων των Μαρξ -Ένγκελς). Για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι... "η διατήρηση της οικογένειας, όπως και τόσων άλλων καπιταλιστικών 'μορφών' και μηχανισμών, στις κοινωνίες του 'υπαρκτού σοσιαλισμού', δε σημαίνει παρά τη διευρυμένη αναπαραγωγή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων κυριαρχίας και υποταγής".

Μια αναλυτική κριτική των απόψεων για κατάργηση της οικογένειας γενικά στο σοσιαλισμό, όπως προβάλλουν στα πλαίσια της θεωρίας των "ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους" (Αλτουσέρ, κ.ά) είναι βέβαια αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης. Εδώ σημειώνουμε μόνο ενδεικτικά ορισμένες σχετικές θέσεις των κλασικών του μαρξισμού που συστηματικά διαστρεβλώνονται από τους οπαδούς αυτών των αναθεωρητικών αντιλήψεων.

Στην Καταγωγή της Οικογένειας ο Ένγκελς σημείωνε:

Η επικείμενη όμως κοινωνική ανατροπή [...] θα περιορίσει στο ελάχιστο [...] την έγνοια για την κληρονομιά. Αφού λοιπόν η μονογαμία γεννήθηκε από οικονομικά αίτια, θα εξαφανιστεί λοιπόν όταν θα εξαφανιστούν αυτά τα αίτια;
Θα μπορούσε κανείς με το δίκιο του να απαντήσει ότι όχι μόνο δε θα εξαφανιστεί, αλλά αντίθετα μόνο τότε θα πραγματοποιηθεί πλέρια. Γιατί με τη μετατροπή των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοχτησία [...] η πορνεία εξαφανίζεται, η μονογαμία αντί να χαθεί γίνεται επιτέλους πραγματικότητα [...] παύει η ατομική οικογένεια να είναι η οικονομική μονάδα της κοινωνίας. Το ατομικό νοικοκυριό μετατρέπεται σε κοινωνικό λειτούργημα. Η περιποίηση και ανατροφή των παιδιών γίνεται δημόσια υπόθεση. Η κοινωνία φροντίζει ίσα για όλα τα παιδιά, είτε είναι παιδιά νόμιμου γάμου, είτε είναι νόθα...

Αυτές τις θέσεις επιβεβαίωσε η πρακτική εμπειρία από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η μονογαμική οικογένεια αλλάζει χαρακτήρα στη βάση των συγκεκριμένων κοινωνικών αλλαγών που τις γενικές γραμμές τους προσδιόρισε ο Ένγκελς. Ενώ στον καπιταλισμό η ατομική οικογένεια είναι οικονομική μονάδα της κοινωνίας, αλλά και η αστική τάξη προσπαθεί να τη χρησιμοποιεί σαν μηχανισμό αναπαραγωγής της ιδεολογίας της, στο σοσιαλισμό δεν είναι η οικογένεια, αλλά η κολεχτίβα της συλλογικής εργασίας που αποτελεί το βασικό κύτταρο των σοσιαλιστικών σχέσεων και αξιών.

Στο ίδιο έργο ο Ένγκελς τονίζει ότι ο σοσιαλισμός "...μάλλον θα συντελέσει σε άπειρα πιο μεγάλο βαθμό, να γίνουν οι άντρες πραγματικά μονογαμικοί, παρά να να γίνουν οι γυναίκες πολυαντρικές. Αυτά όμως που θα χάσει οπωσδήποτε η μονογαμία είναι όλα τα χαρακτηριστικά που απόκτησε με την προέλευσή της από τις σχέσεις ιδιοκτησίας και τα χαρακτηριστικά αυτά είναι πρώτα η κυριαρχία του άντρα και δεύτερο το αδιάλυτο του γάμου".

Ο σοσιαλισμός λοιπόν καταργεί τον αστικό τύπο της μονογαμικής οικογένειας, όχι τη μονογαμική οικογένεια γενικά. Η αντίληψη για το αντίθετο εκφράζει μια αντιδιαλεκτική "ευθύγραμμη" θεώρηση της σχέσης βάσης-εποικοδομήματος.

Η σοσιαλιστική επανάσταση δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέο τύπο σεξουαλικών σχέσεων. Τέτιες που δεν έχουν τίποτα το κοινό με τον ασκητισμό, τον υποκριτικό αστικό πουριτανισμό, ούτε με την υποβάθμιση της σεξουαλικότητας σε ζωώδη ανάγκη. Που δίνουν την κοινωνική της διάσταση. Δημιουργούν τη δυνατότητα για να γίνεται κανόνας και όχι εξαίρεση οι σεξουαλικές σχέσεις, ελεύθερες από κάθε οικονομικό εξαναγκασμό, βασισμένες στην αμοιβαία κλίση, την ισοτιμία, την αλληλοκατανόηση.

Τις μαρξιστικές θέσεις για τις σχέσεις των δύο φύλων υπερασπίστηκε ο Λένιν σε δύο γράμματά του, στην Ινές Αρμάντ το Γενάρη του 1915. Στο πρώτο γράμμα ο Λένιν τόνιζε:

Αυτό θυμίζει αλήθεια μια διεκδίκηση (δηλαδή του ελεύθερου έρωτα), αστική και όχι προλεταριακή. Τι εννοείτε λοιπόν με αυτό;
Τι μπορεί να εννοήσει κανείς μ' αυτό;
1. Την ελευθέρωση από υλικούς (οικονομικούς) φραγμούς στον έρωτα;
2. Όπως και από τις υλικές φροντίδες;
3. Από τις θρησκευτικές προκαταλήψεις;
4. Από την απαγόρευση του μπαμπά, κλπ;
5. Από τις κοινωνικές προκαταλήψεις;
6. Από τη στενότητα του κάθε περίγυρου (αγροτικού, μικροαστικού ή αστοδιανοούμενου);
7. Από τα δεσμά του νόμου, της δικαιοσύνης και της αστυνομίας;
8. Από τις σοβαρές συνέπειες του έρωτα;
9. Από τη γέννηση των παιδιών;
10. Ελευθερία στη μοιχεία, κλπ;
Απαρίθμησα μερικές μόνο εκδοχές (όχι βέβαια όλες)... στη σύγχρονη κοινωνία οι πιο φλύαρες κραυγαλέες και επιφανείς τάξεις εννοούν με τον "ελεύθερο έρωτα" τα 8 ως τα 10. Αυτή η διεκδίκηση είναι αστική και όχι προλεταριακή.

Και στο δεύτερο γράμμα τονίζει:

Σε μια λαϊκή μπροσούρα θα άξιζε καλύτερα να αντιπαραβάλλετε στον αισχρό και τιποτένιο γάμο χωρίς έρωτα (βλέπετε το 5ο ή το 6ο σημείο μου) τον προλεταριακό γάμο από έρωτα (προσθέτοντας, αν το θέλετε ακόμα, πως ο εφήμερος δεσμός-πόθος μπορεί να είναι ή βρώμικος ή αγνός)

Ο σοσιαλισμός δημιούργησε τις οικονομικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη νέου τύπου σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα, για την κοινωνική ισοτιμία των γυναικών. Οπωσδήποτε, πολλά έχουν να γίνουν ακόμα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση προλήψεων, επιρροών-υπολειμμάτων της αστικής ιδεολογίας που δεν καταργούνται με "διατάγματα". Όμως παραμένει πέρα από κάθε αμφισβήτηση το γεγονός ότι μέσα σε λίγες δεκαετίες, ο σοσιαλισμός πέτυχε ό,τι δεν πέτυχαν χιλιετηρίδες των οικονομικοκοινωνικών συσχετισμών που διαπερνώνται από ανταγωνιστικές ταξικές αντιθέσεις. Κι ότι η μάχη για την καταπολέμηση των εμποδίων που συνεχίζουν να υπάρχουν στις σχέσεις των δύο φύλων γίνεται από το σύνολο της κοινωνίας, καθώς και από το ίδιο σοσιαλιστικό κράτος. Μιλώντας για τις μελλοντικές προοπτικές των σεξουαλικών σχέσεων στην κομμουνιστική κοινωνία, δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε το πόσο προσεκτικός ήταν ο Ένγκελς αποφεύγοντας να προκαθορίσει ζητήματα που θα λύσει μόνο η ιστορική εξέλιξη:

Αυτό θα κριθεί όταν αντρωθεί μια νέα γενιά, μια γενιά από άνδρες που ποτέ στη ζωή τους δε θα έχουν βρεθεί στην ανάγκη να αγοράσουν με λεφτά ή με άλλα κοινωνικά μέσα το δόσιμο μιας γυναίκας, και μια γενιά από γυναίκες, που δε θα έχουν βρεθεί στην ανάγκη να δοθούν σε έναν άνδρα για κανένα άλλο λόγο εκτός από την αληθινή αγάπη, ούτε να αρνηθούν το δόσιμο στον αγαπημένο τους από φόβο μπροστά στις οικονομικές συνέπειες. Όταν θα υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι θα γράψουν στα παλιά τους τα παπούτσια αυτά που πιστεύουμε σήμερα ότι θα πρέπει να κάνουν. Θα φτιάξουν τη δική τους ζωή και τη δική τους αντίστοιχη κοινή γνώμη για τις πράξεις του καθενός και -τελεία και παύλα.

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Χατζησάββας και Πατελικά

Το περασμένο χρονικό διάστημα, η επικαιρότητα έδωσε δύο σημαντικές αφορμές, για να (ξαν)ανοίξει το θέμα των έμφυλων σχέσεων.
Η κηδεία του ηθοποιού Χατζησάββα, που ήταν ομοφυλόφιλος, το παράπονο του συντρόφου του και η γεμάτη ανδρικό ήθος ανάρτηση του Φαήλου Κρανιδιώτη περί αξύριστης χήρας –χώρια το παράπλευρο ζήτημα που προέκυψε με την αποτέφρωση, που δεν επιτρέπεται ακόμα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα και της δεύτερης φοράς Αριστερά (που προχωρά με γοργά βήματα στο διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους.
Τα «Πατελικά», με ένα από τα «απλά μαθήματα σύγχρονης επαναστατικής θεωρίας» του ομίλου της Αθήνας και το απόσπασμα που ανέβασε η «Ομάδα Ομοφοβία και Τρανσφοβία στην Εκπαίδευση», για να γνωρίσει απρόσμενη διάδοση (πιθανότατα μεγαλύτερη από κάθε άλλη δραστηριότητα του Ομίλου και του Πατέλη προσωπικά), και να θίξει το ζήτημα της ομοφοβίας ή τρανσφοβίας του Πατέλη συγκεκριμένα ή γενικότερα μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας ή της Αριστεράς (ό,τι περιεχόμενο κι αν δίνει κανείς στον τελευταίο όρο).

Ως προς το πρώτο ζήτημα, μπορούμε να προσπεράσουμε την προκλητική τοποθέτηση Κρανιδιώτη, (που είναι πιασάρικο θέμα, αλλά δεν προκαλεί καμία έκπληξη ή ενδιαφέρον), για να κρατήσουμε αυτό που λέει ο Φαλελάκης, που διατηρούσε σχέση τα τελευταία είκοσι χρόνια με το Χατζησάββα, αλλά δεν είχε δικαίωμα να βρίσκεται δίπλα του, στην εντατική, στις τελευταίες του στιγμές, γιατί δεν είχε κάποια αναγνωρισμένη συγγένεια, α’ βαθμού, με το σύντροφό του (με άλλα λόγια δεν είχαν παντρευτεί). Κάτι που θα μπορούσε να επιλυθεί πχ αν είχε περάσει το Σύμφωνο Συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους, που θεωρητικά είναι και θέση του Σύριζα, αλλά διστάζει να το φέρει προς ψήφιση στη Βουλή, πιθανότατα για να μη χαλάσει τις καλές του σχέσεις με τη θρησκευτική ηγεσία. Κι αυτό, ανεξάρτητα με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τη θέσπιση του συμφώνου, και πέρα από την υποκρισία ενός αστικού κόμματος, όπως ο Σύριζα, αναδεικνύει (μία πτυχή μόνο από) τα υπαρκτά, σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά τα ομόφυλα ζευγάρια, εν είδει «τιμωρίας» για τη σεξουαλική τους επιλογή.

Η δεύτερη περίπτωση είναι λίγο πιο σύνθετη κι ιντριγκαδόρικη, γιατί εμπεριέχει «ενδοαριστερές αντιθέσεις» και την προσπάθεια να χρεωθεί ή να μη χρεωθεί κάπου ο Πατέλης κι οι απόψεις του. Ενώ είναι γνωστό δηλ ότι κινείται στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο (με την ευρεία έννοια, για να συμπεριλάβει το πέρασμά του από το εθνικιστικό μόρφωμα του Καζάκη), στις παρυφές του (διαλυμένου πια) ΜΑΡΣ και της Ανταρσυα, πολλοί σύντροφοι και συναγωνιστές του ξεσπάθωσαν εναντίον του (μπορεί και να του το κρατούσαν ή να είχαν προηγούμενο), για να αποδώσουν τις θέσεις του στη σοβιετική του παιδεία και το σταλινισμό του. Πάλι καλά, που δεν το χρέωσαν δηλαδή και στην ιδεολογία του ρωσόδουλου μπλοκ ή κατευθείαν στο ΚΚΕ, ξέρω ‘γω. Κάποιος μάλιστα ξέθαψε και ένα προπολεμικό κείμενο της κε του μπλοκ, πιθανότατα για να μας δείξει τις ικανότητές του στο γκουγκλάρισμα, και να μας πει κάτι χωρίς καμία απολύτως σημασία.

Παρεμπτιπτόντως, βγήκε ένα κείμενο υπεράσπισης του Πατέλη από την οργανωτική ομάδα των δέκα απλών μαθημάτων, δηλ από τους νότιους Ομίλους (Γ’ Εθνική γίναμε, Αρειανάρα ολέ), που είναι ζήτημα αν μετάπεισε κανένα ή βασικά αν τον έπεισε να το διαβάσει μέχρι το τέλος, χάρη στο κλασικό περιεκτικό, σοβαρό της ύφος. Όπως είναι ζήτημα αν θα βρει άλλο μάρτυρα υπεράσπισης ο Πατέλης για τις άστοχες χοντροκομμένες φράσεις του (που μάλλον εκφράζουν κάτι παραπάνω από μια απλή διατύπωση). Αλλά αυτό αφορά πρωτίστως τους συμμάχους του στο εξωκοινοβούλιο, που δε φρόντισαν εγκαίρως να πάρουν αποστάσεις από τη ρητορεία του περί πατριωτικών μετώπων και τα συναφή.

Η ουσία του ζητήματος πάντως ξεφεύγει κατά πολύ από τον (όποιο) Πατέλη και στο βαθμό που μπορώ να τη συλλάβω και να τη μεταφέρω, δεν αφορά την ομοφοβία, την τρανσφοβία και άλλα ομοιοκατάληκτά ουσιαστικά, αλλά τον προσδιορισμό της ανθρώπινης φύσης εν γένει και την παγίδα του κοινωνικού αναγωγισμού. Με άλλα λόγια, αφορά το ζήτημα εάν το φύλο αποτελεί εξ ολοκλήρου μια κοινωνική κατασκευή και δικαίωμα επιλογής του καθενός, όπως υποστηρίζει η μεταμοντέρνα (αναρχική) αντίληψη ή αν έχουμε διαλεκτική σύνδεση – αλληλεπίδραση του βιολογικού και του κοινωνικού παράγοντα (η οποία είναι κι ένα από τα βασικά στοιχεία που εξετάζει η Λογική της Ιστορίας, του σοβιετικού φιλοσόφου Βαζιούλιν).

Γράφω παραπάνω «παγίδα» (του κοινωνικού αναγωγισμού) γιατί είναι πολύ εύκολο να απλώσεις μια βασικά σωστή θέση πέρα από τα όριά της. Κι ενώ αναδεικνύουμε τα κοινωνικά αίτια που προκαλούν πχ την εγκληματικότητα (για να αποκρούσουμε τις απλοϊκές, αστικές αντιλήψεις περί εγκληματικής φύσης, κακού-προβληματικού DNA, κτλ), να αγνοήσουμε το ρόλο του βιολογικού παράγοντα σε άλλες πτυχές της κοινωνικής μας συμπεριφοράς.

Και για να κλείσω τη δική μου σύντομη αναφορά στο ζήτημα, πιστεύω ότι χρήζει περεταίρω διερεύνησης τα εξής ζητήματα:
α. πώς το σύστημα κι η μαζική αλλοτρίωση κάθε μορφής που το συνοδεύει, κάνει πολλούς ανθρώπους να μην αισθάνονται άνετα-ωραία με αυτό που είναι και να αναζητούν κάτι άλλο, την άρνηση του εαυτού τους (κάτι που αφορά εξίσου ομοφυλόφιλους και ετεροφυλόφιλους και βασικά δεν περιορίζεται στο σεξουαλικό τομέα).

β. η σοβιετική πρακτική πείρα στο συγκεκριμένο ζήτημα και το επιστημονικό κεκτημένο της σε αυτόν τον τομέα. Που είναι πολύ δύσκολο, στις μέρες μας, να προσεγγιστεί χωρίς φόβο, πάθος και υστερικές προκαταλήψεις (περί σταλινισμού, σοβιετικής μούχλας, κτλ).

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Η σκέψη σκοτώνει τον έρωτα

Το βασικό πρόβλημα της εποχής μας είναι η έλλειψη ενθουσιασμού από τη ζωή μας. Το δεύτερο βασικό πρόβλημα της εποχής μας είναι τα άθλια υποκατάστατά του, που προσπαθούν τεχνητά και με το ζόρι, σχεδόν ψυχαναγκαστικά να τον επιβάλουν: «περνάμε καλά-ααα»; Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Ο μέσος άνθρωπος βιώνει συνήθως αυτή την έλλειψη στην καθημερινή του ζωή στη δουλειά και τις διαπροσωπικές του σχέσεις –που συχνά δεν υπάρχουν καν ή μισο-υφίστανται και σε κάθε περίπτωση δεν προκαλούν κανένα ενθουσιασμό. Ο μέσος σύντροφος –που κι αυτός σαν το μέσο άνθρωπο είναι, αλλά με ιδιαιτερότητες, όπως όλοι μας άλλωστε- τη βιώνει εντονότερα στην πολιτική κατάσταση ως στασιμότητα κι απουσία κάποιας προοπτικής. Ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται αυτή την έλλειψη ως απουσία έρωτα από τη ζωή του και με αυτόν προσπαθεί κυρίως να καλύψει ή να ξεγελάσει κάπως το εσωτερικό του κενό. Ο μέσος σύντροφος πάλι τη βιώνει ως απουσία επαναστατικής κατάστασης ή ενδιαφέροντων καιρών που να την προμηνύουν.

Ο έρωτας είναι μια επανάσταση σε προσωπικό επίπεδο, που φέρνει τα πάνω-κάτω στη ζωή μας. Ενώ η επανάσταση αναποδογυρίζει την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, ως έκφραση της ερωτικής διαλεκτικής μας σχέσης με την πραγματικότητα γύρω μας. Αλλάζουμε τη ζωή μας, αλλάζοντας τον κόσμο, όπως έλεγε ένα παλιότερο σύνθημα του φεστιβάλ. Κι έχουμε τη ζωή πολύ (πάρα πολύ) αγαπήσει, για αυτό και είμαστε έτοιμοι να τη θυσιάσουμε (εξ ολοκλήρου ή τα πιο γλυκά της κομμάτια, με καθημερινές, μικρές θυσίες) για την επαναστατική υπόθεση. Που αν την απαρνηθείς, σκοτώνεις τον εαυτό σου και τις ιδέες σου, γλιτώνοντας από τη θυσία μια μίζερη ζωή, ενώ ουσιαστικά είσαι νεκρός μέσα σου.

Γιατί αν έχεις γευτεί μια φορά τη φλόγα της επανάστασης και του έρωτα, δεν μπορείς να υπάρξεις χωρίς αυτήν και τρως τα μούτρα σου ξανά και ξανά μέχρι να τη βρεις –κι ας είναι η φωτιά της να σε κάψει. Ούτως ή άλλως, το καμένο χώμα βγάζει/ έτσι και πέσει μια βροχή/ τα ωραιότερα λουλούδια που ‘χω δει. Στίχοι από «το τικ-τακ του ρολογιού».

Μα ο χρόνος στον έρωτα, όπως και στην επανάσταση, είναι πολύ σχετικός και συμπυκνωμένος, όπου κάθε μέρα μετράει σα μήνας και σε γεμίζει ασύγκριτες εμπειρίες και συναισθήματα. Αλλά φεύγουν πριν το καταλάβεις και το ζήτημα είναι τι αφήνουν πίσω τους, μόλις καταλαγιάσει ο αρχικός ενθουσιασμός κι η πρώτη επαναστατική ζέση· αν είναι κάτι δυνατό, με γερές βάσεις κι εξελίσσεται· κι αν μετά από τον πρώτο καιρό, που νιώθεις να πετάς στα σύννεφα, συνεχίζεις την έφοδο στον ουρανό ή απλώς αεροβατείς και περιμένεις να γκρεμοτσακιστείς στην πρώτη δυσκολία.

Ο ενθουσιασμός από ετυμολογική άποψη σημαίνει να βρίσκουμε το θεό μέσα μας ή μέσα σε κάτι άλλο (και βασικά το πρώτο με αφορμή το δεύτερο που μας το προκαλεί). Κι είναι σίγουρα σπουδαίο βήμα να κατεβάζουμε το θείο, ανώτερο στοιχείο και την τελειότητά του από τους ουρανούς στη γη και να το βρίσκουμε γύρω μας, σε απλά, καθημερινά πρόσωπα κι επίγειες καταστάσεις. Αρκεί να μην είναι τέτοια η προσωπική μας ανάγκη να ζήσουμε κάποια πράγματα, ώστε να τα επινοούμε και να τα ανακαλύπτουμε εκεί που δεν υπάρχουν. Να βλέπουμε δηλ με τα μάτια της ψυχής μας τον απόλυτο έρωτα με το πρώτο σκίρτημα, σε μια επιπόλαια περιπέτεια και την επαναστατική κατάσταση σε ένα αυθόρμητο ξέσπασμα, χωρίς βάθος και προοπτική –γιατί η κίνηση είναι το παν. Από την άλλη είναι εξίσου σημαντικό να μην περιμένουμε ιδανικές καταστάσεις σε καθαρά μορφή και πρίκγιπες πάνω σε άσπρα άλογα, να μάθουμε να αγαπάμε (και να ενθουσιαζόμαστε με) τους ανθρώπους με τις αντιφάσεις τους, να βρίσκουμε σε αυτό που ήδη υπάρχει εικόνες από τα προσεχώς και την κοινωνία του μέλλοντος.

Ο εύκολος κι αβασάνιστος ενθουσιασμός και το κατοπτρικό του αντίθετο της μόνιμης –και σχεδόν από άποψη- απαισιοδοξίας, που βάζει τον πήχη πολύ ψηλά, για να περάσουν όλοι από κάτω και να απογοητευτεί, είναι εξίσου αδιέξοδα με το δίπολο των φτηνών τακτικισμών και της ανέξοδης στρατηγικής επί χάρτου. Κι αποτυπώνουν την ισχυρή τάση-ανάγκη φυγής από την πραγματικότητα –που είναι και το βασικό όπλο των θρησκειών και της απήχησής τους. Αλλά για να αλλάξουμε την πραγματικότητα που μας περιβάλλει και τους μίζερους ψευτοενθουσιασμούς ή την απαισιοδοξία που μας προσφέρει απλόχερα, πρέπει να πιάσουμε το νήμα στον πραγματικό κόσμο και την κίνησή του –κι όχι στην ενθουσιώδη φαντασία μας. Όχι με υπερβολικό σκεπτικισμό, που μας καταδικάζει σε αιώνια ακινησία, ούτε κατεβάζοντας ρολά στην κριτική μας ικανότητα, γιατί τάχα η σκέψη σκοτώνει τον έρωτα.

Ο αξιόλογος φροϋδομαρξιστής (όσο αντιφατικός κι αν μοιάζει για κάποιους αυτός ο συνδυασμός, του φρόιντ με το μαρξ, της αξίας με το λόγο και όλων αυτών μαζί) έριχ φρομ σημείωνε στην «τέχνη της αγάπης» ότι οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται το συναισθηματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν ως ανάγκη να αγαπηθούν από τους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα το ζητούμενο είναι να μάθουν να αγαπούν ανιδιοτελώς και με ουσιαστικό τρόπο οι ίδιοι τους άλλους.
Κατ’ αντιστοιχία, το επαναστατικό πρόβλημα της εποχής μας δε συνίσταται γενικά κι αόριστα στην απουσία επαναστατικής κατάστασης και την κακοτυχία μας να ζούμε σε μη επαναστατικούς καιρούς, αλλά στο τι κάνουμε και πώς να δράσουμε επαναστατικά σε αυτές τις μη επαναστατικές συνθήκες. Η τέχνη της επανάστασης προϋποθέτει να μην απογοητευόμαστε από την αρνητική συγκυρία, να μην παραιτούμαστε –ούτε βέβαια να ονειροπολούμε χαζοχαρούμενα και να φαντασιωνόμαστε παντού μεγάλες νίκες του κινήματος, για να δώσουμε θάρρος στους εαυτούς μας.


Δεν υπάρχουν θαύματα εξ ουρανού, παρά μόνο θαυμάσιοι άνθρωποι που μπορούν να τα πετύχουν. Μόνοι μας θα βρούμε ή θα δημιουργήσουμε τον ενθουσιασμό που λείπει από τη ζωή μας.

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Περί ομοφοβίας

Η τηλεοπτική εμφάνιση του κουτσούμπα την περασμένη εβδομάδα πρέπει να είχε αποκλειστικά ένα και μόνο θέμα, αν κρίνει κανείς από τις αντιδράσεις –τι γράφτηκε και τι σχολιάστηκε- στο δίκτυο τις τελευταίες μέρες: τους ομοφυλόφιλους, το σύμφωνο συμβίωσης, το δικαίωμά τους στην υιοθεσία. Και ήρθε και έδεσε για κάποιους το γλυκό και το έτοιμο συμπέρασμα για το ομοφοβικό κουκουέ –που είναι και γενικά τέτοιο, από πολιτική άποψη και φοβάται να συνεργαστεί με τους όμορους πολιτικούς χώρους του.

Αυτή η κολόνια κρατάει χρόνια, βέβαια. Θυμάμαι το μίσσιο πχ να γράφει σε κάποια βιβλία του πως (ούτε λίγο ούτε πολύ) το κόμμα και το εαμ έχασαν, λέει, τη στήριξη του κόσμου και τον πόλεμο, γιατί πρόδωσαν την υπόθεση της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Και το καλύτερο ίσως που μπορείς να σκεφτείς για να τον δικαιολογήσεις, είναι ότι πέρασε τα καλύτερα (και πιο ενεργά σεξουαλικά) χρόνια του στη φυλακή, γεμάτα στερήσεις (κι από μια επιπλέον άποψη), συνεπώς γράφει γι’ αυτό που του ‘χε λείψει περισσότερο.

Το οποίο φαντάζομαι πως μπόρεσε να βρει μεταδικτατορικά σε άφθονες ποσότητες. Γιατί ο καπιταλισμός είναι θεωρητικά η κοινωνία της αφθονίας, ακόμα και στο σεξ –άσχετα που στην πράξη μένουν πολλοί στην απέξω, μαλάκες (στην κυριολεξία) και είναι ζήτημα αν και τι ποιότητας έρωτα απολαμβάνουμε, όπως ακριβώς και με τα υλικά αγαθά δηλ. Αυτή εξάλλου είναι κι η μεγάλη δύναμη του συστήματος. Όχι μόνο το ότι μας προσφέρει μια ψευδαίσθηση ευημερίας, αλλά ότι ενσωματώνει μεταμοντέρνα και στοιχεία που θεωρητικά τον αμφισβήτησαν και επιχείρησαν να συγκρουστούν μαζί του, ακόμα και με πολιτικούς όρους. Ο καλός μύλος της αντίδρασης όλα τα αλέθει.

Η σεξουαλική απελευθέρωση ως αίτημα έμπλεξε στα γρανάζια του φιλελεύθερου καπιταλισμού, που εν μέρει το πραγματοποίησε και κατ’ ουσίαν το εκφύλισε. Ενώ οι διάφορες κινηματικές θεωρίες για την κατασκευή του βιολογικού φύλου ή για την αυτοδιάθεση του σώματος (που δικαιολογεί μεταξύ άλλων και την χρήση ναρκωτικών ουσιών) φλερτάρουν ανοιχτά (και απελευθερωμένα) με τις θεωρίες και τις αξίες του αστικού κόσμου. Που δε νιώθει την παραμικρή αμφισβήτηση από μια διαδικασία που «απελευθερώνει» το σώμα, για να το κάνει εμπόρευμα –αλλά συντηρεί και τον πουριτανισμό ως βασική ιδεολογία στα πλαίσια της αστικής υποκρισίας. Η ελευθερία όμως δεν μπορεί να νοείται μόνο με αρνητικό τρόπο, ως ελευθερία από κάτι που μας κρατά δέσμιους, αλλά με θετικό περιεχόμενο, ως ελευθερία για να κάνουμε και να πετύχουμε κάτι –όπως λέει ο φροϋδομαρξιστής έριχ φρομ στο βιβλίο του για το «φόβο μπροστά στην ελευθερία».

Θέλω να πω δηλ πως η σεξουαλική απελευθέρωση έχει βαθύτερο περιεχόμενο από την «ελευθερία» επιλογής που απολαμβάνουμε φαινομενικά στον καπιταλισμό, με τα χιλιάδες αόρατα δεσμά του. Και τα ζητήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι πολύ σοβαρά και σύνθετα για να στοιχηθούν και να χωρέσουν στον καβγά μεταξύ των πολέμιων και των υποστηρικτών του gay pride, της παρέλασης περηφάνιας των ομοφυλόφιλων, ή στην αντίθεση ανάμεσα στον νταβραντισμένο ελληνάρα που «μισεί τις αδερφές» και τις τηλεοπτικές φιγούρες - καρικατούρες που προβάλλονται ως ο μέσος σύγχρονος ομοφυλόφιλος.

Ανώμαλο είναι το σύστημα, όχι οι άνθρωποι, λέει πολύ σωστά ένα σύνθημα. Με τη διαφορά πως εφόσον ζούμε σε αυτό το σύστημα, που φυλακίζει και στρεβλώνει τις ανάγκες μας, είμαστε και εμείς, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, κομμάτι της σαπίλας και της ανωμαλίας του, που επηρεάζει οπωσδήποτε και τις ερωτικές μας σχέσεις. Η κτητικότητα, οι ανασφάλειες, ο παλιμπαιδισμός και οι ανώριμες συμπεριφορές, η αποξένωση, η συναισθηματική φτώχια, η έλλειψη ρομαντισμού, η αντιμετώπιση των ερωτικών συντρόφων ως εμπορεύματα με συγκεκριμένη χρηστική αξία και ημερομηνία λήξης, αλλά κι η πορνογραφία ή το αγοραίο σεξ, είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα που θα μπορούσε κανείς να απαριθμήσει.

Σε μια κοινωνία που τρελαίνει τους ανθρώπους, όλοι μας είμαστε το κατά δύναμη ψυχασθενείς, λέει ένας στίχος. Κάτι που ισχύει προφανώς και για την ερωτική μας ζωή και πηγαίνει πολύ πιο πέρα από τα κλασικά δίπολα «μονογαμία-πολυγαμία», «ομοφυλοφιλία-ετεροφυλοφιλία», κτλ. Τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι ξένο, ως αντίδραση και συμπεριφορά, τα πάθη κι οι αδυναμίες είναι βαθύτατα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, για να τα απαρνηθούμε και να τα απαξιώσουμε. Δεν είναι οι άνθρωποι που μπαίνουν στο στόχαστρο και εξετάζονται ως άρρωστοι αλλά η εγγενής παθογένεια μιας αρρωστημένης αστικής κοινωνίας, που επιδρά αναπόφευκτα στον καθένα μας.

Πώς δένουν αυτά με το θέμα της οικογένειας και της μορφής της; Δεν είναι αυτονόητα ένας ταξικός θεσμός που πρέπει να καταργήσουμε, γιατί μυεί «αυθόρμητα» τα παιδιά στο συλλογικό εγωισμό και την έννοια της ιδιοκτησίας; Όχι, κατά τη δική μου αντίληψη τουλάχιστον. Αφενός γιατί η οικογένεια είναι ένας βασικός, αναντικατάστατος πυλώνας για την καλύτερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού –που δεν περιορίζεται μονοσήμαντα στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, ούτε έχει μια δοσμένη κι αναλλοίωτη λειτουργία ανεξάρτητα από το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο. Κι αφετέρου γιατί το ζητούμενο δεν είναι η απλή κατάργησή της (με κάποιο διάταγμα άραγε;) αλλά η υπέρβαση της σημερινής μορφής της, έτσι που ο καθένας να βλέπει την οικογένειά του στο κοινωνικό σύνολο, να τους νιώθει όλους δικούς του, να βλέπει τη δική τους ανάπτυξη ως προϋπόθεση για τη δική του.

Σε αυτό το γενικό πλαίσιο είναι που καταλαβαίνω προσωπικά (και το τονίζω αυτό, γιατί προφανώς δεν κάνω κάποια επίσημη, ούτε και σωστή απαραίτητα, ερμηνεία) τις θέσεις του κόμματος για την οικογένεια συνολικά, το πρότυπο το οποίο θα καλλιεργείται (χωρίς να επιβάλλεται) στην κοινωνία του μέλλοντος και στο οποίο θα στοχεύουμε, και παρεμπιπτόντως τη διαφωνία του με την υιοθεσία παιδιών και τη δημιουργία οικογένειας από τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Όποιος επιδιώκει συνεπώς μια ουσιαστική αντιπαράθεση (κι όχι φτηνούς εντυπωσιασμούς με ειρωνικές ατάκες για όσους ζούνε πίσω από τον ήλιο, κτλ), οφείλουν να πάρουν υπόψη το παραπάνω σκεπτικό και να αναμετρηθούν μαζί του συνολικά.

Παράλληλα βέβαια υπάρχουν διάφορες παράπλευρες πτυχές, για τις οποίες οφείλω να ομολογήσω πως δεν έχω κατασταλαγμένη άποψη –συνεπώς αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη για τυχόν αστοχίες, συγχύσεις, μπερδεμένες διατυπώσεις, κτλ. Οι κομμουνιστές θα μπορούσαν ίσως να ταχθούν υπέρ της θέσπισης κάποιων δικαιωμάτων για τους ομοφυλόφιλους, χωρίς να συμφωνούν απαραίτητα και με τη συγκεκριμένη άσκησή τους, σε κάθε περίπτωση. Με την ίδια έννοια δηλ που η θέση για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση (και τον εδαφικό αποχωρισμό) δε σημαίνει πως το υποστηρίζουμε αυτομάτως για όλες τις περιπτώσεις (πχ για τους λαούς της ισπανίας). Και με την ίδια έννοια που η υπεράσπιση κι η κατάκτηση του δικαιώματος της γυναίκας στο διαζύγιο, δε σημαίνει πως είμαστε από θέση αρχής με τη διάλυση κάθε γάμου. Αν και μπορεί να αντιτείνει κανείς ότι στο σημερινό αντιδραστικό πλαίσιο μια τέτοια κατάκτηση, θα μείνει στα χαρτιά και μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που θα λύσει.

Είναι επίσης σημαντικό να υπάρχει ιδιαίτερη ευαισθησία κι αυξημένη επαγρύπνηση, από τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί συλλογικά, για να εξαλειφτούν τυχόν κατάλοιπα που επιβιώνουν μέσα μας και κάθε πιθανό κρούσμα υποσυνείδητης, «αυθόρμητης» ομοφοβίας στις γραμμές μας.

Μια τελευταία πτυχή είναι αν χρειάζεται ιδιαίτερη δουλειά κι οργάνωση στο λεγόμενο μέτωπο των λοατ (δες κι εδώ). Όπως η γυναίκα υφίσταται εξαιτίας της ιδιαίτερης θέσης της διπλή εκμετάλλευση στην καπιταλιστική κοινωνία, το ίδιο συμβαίνει με τους ομοφυλόφιλους και τα άλλα άτομα που έχουν σεξουαλικές «ιδιαιτερότητες». Το ερώτημα ωστόσο είναι αν αυτά τα άτομα προσδιορίζουν την ταυτότητά τους και τις κοινωνικές τους διεκδικήσεις με βάση τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις ή με την ταξική τους θέση στην κοινωνία. Κι αν υπάρχει συνεπώς λόγος να οργανώνουν σε διακριτές συλλογικότητες την πάλη τους ή αν έτσι απομονώνονται μόνοι τους από τα εργατικά, λαϊκά στρώματα και από τους φυσικούς τους συμμάχους.

Και το γυναικείο κίνημα όμως δεν έχει δικούς του διακριτούς συλλογικούς φορείς, σε συνεργασία με το ταξικό κίνημα; Γιατί συνεπώς να μη γίνεται το ίδιο και με τους ομοφυλόφιλους, τους λοατ εν γένει;
Δε θα αποτολμήσω μια συνολική απάντηση. Θα σημειώσω όμως τη βασική, ειδοποιό διαφορά του γυναικείου κινήματος που συμμαχεί όντως με το ταξικό κίνημα, σε αντιδιαστολή με τον εκφυλισμό του «καθαρού φεμινισμού», που στοχοποιούσε τους άνδρες ως φύλο και άφηνε στο απυρόβλητο την κυρίαρχη αστική τάξη. Κι αυτή είναι μια πολύτιμη πυξίδα και για το θέμα που εξετάζουμε.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη

Το κουκουέ έχει σταθερούς δεσμούς με το λαό. Έχει οικοδομήσει μαζί του σχέσεις εμπιστοσύνης, που είναι βασικό συστατικό και προϋπόθεση της αγάπης. Και με αυτή την έννοια η σχέση του σφου –οργανωμένου ή μη- με το κόμμα είναι πάνω απ’ όλα μια ερωτική σχέση ζωής. Όχι με την έννοια ενός πρόσκαιρου συναισθηματισμού, που ξεθυμαίνει με τον καιρό. Αλλά μια έλλογη συνειδητή πίστη παντός καιρού, που μένει σταθερή κι αναλλοίωτη στον χρόνο, όσο κι αν κλονίζεται κατά διαστήματα Μια αγάπη που δοκιμάζεται, ατσαλώνεται και δε φθείρεται από τις καθημερινές προστριβές.

Μια σχέση δεμένη με αιώνιους όρκους, όπως στους γάμους, μέχρι ο θάνατος να τους χωρίσει. Μόνο που σε αντίθεση με τους παντρεμένους, που ξεχνάνε γρήγορα τους όρκους, οι συνεπείς κομμουνιστές τους τηρούν ως το τέλος, όπως δείχνουν, μεταξύ άλλων, οι θυσίες των εκτελεσμένων συντρόφων στην κατοχή και τον εμφύλιο. Και δεν είναι τυχαίο πως τυχόν πρόωρο διαζύγιο με το κόμμα ο σύντροφος το παίρνει βαρέως, σαν πολιτικό θάνατο και κάνει καιρό να συνέρθει από το πένθος και να επιστρέψει στα εγκόσμια, για να συνεχίσει τη ζωή του κανονικά, σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε κι από την ανάποδη στην ψυχολογία του πρώην που δρα σαν απατημένος εραστής, ιδίως αν το διαζύγιο επήρθε με επεισοδιακό τρόπο, που του άφησε πικρία. Κι εκ των υστέρων τα βλέπει όλα στραβά, γιατί τόσο καιρό τον τύφλωνε ο έρωτας και δεν τα πρόσεχε, και θυμάται μόνο τις άσχημες στιγμές. Τι νόημα έχει όμως να μειώνεις το παρελθόν, που είναι και δικό σου; Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο –σαν τους red bloggers που σταμάτησαν- κι αφού δεν μπόρεσες να την κάνεις όπως την ήθελες, προσπάθησε τούτο τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις. Γιατί η ξεφτίλα αντανακλά πρωτίστως στο πρόσωπό σου.

Αγάπη λοιπόν θα πει να θυσιάζεις κομμάτια του εαυτού σου και να τα βρίσκεις στη σχέση, όπου τα αναπληρώνεις στο πολλαπλάσιο, να γεμίζεις σε ένα άλλο ανώτερο επίπεδο, όσο περισσότερα δίνεις. Η αγάπη δηλ, για να παραφράσουμε μια γνωστή ρήση είναι αυτό το δόσιμο, να μη ρωτάς τι μπορεί να σου δώσει το κόμμα, αλλά να σκέφτεσαι τι μπορείς εσύ να προσφέρεις ανιδιοτελώς.

Αγάπη είναι να δέχεσαι τον άλλο με τα ελαττώματα και αδυναμίες του αλλά να μην τα αποσιωπάς για ν’ αποφύγεις τις συγκρούσεις και καταλήξεις ένας άβουλος κόλακας χωρίς το θάρρος της γνώμης. Αγάπη είναι να εξελίσσεσαι συνεχώς, μαζί με τον άλλο, χωρίς να το εκλαμβάνεις αυτό ως προδοσία ή απιστία.

Κάποιοι βέβαια αντιστρέφουν τα δεδομένα της σχέσης κυνηγώντας κυρίως τη δική τους επιβεβαίωση κι ανάδειξη· και παύουν να συμμετέχουν μόλις πάψει να υφίσταται αυτή η συνθήκη. Μπερδεύουν έτσι την αγάπη για το κόμμα με την αυταρέσκεια, την αγάπη για τον εαυτό τους. Πιστεύουν ακράδαντα πως μόνο αυτοί πρεσβεύουν τη σωστή άποψη, ενώ όλοι οι υπόλοιποι προδίδουν τη σχέση. Ούτως ή άλλως η αγάπη ενέχει πολλές φορές αυτό το στοιχείο της αποκλειστικότητας.

Αγαπησιάρικο κόμμα πάντως δε σημαίνει να αλλάζεις ταυτότητα και φυσιογνωμία για να γίνεσαι αρεστός, όπως κάνουν οι διπρόσωποι κι οι καιροσκόποι, που προσαρμόζονται ταχύτατα στις επιταγές του πολιτικού μάρκετινγκ και τους κατασκευασμένους φόβους της «κοινής γνώμης», για να γίνουν πολιτική εφεδρεία του αντιπάλου. Αν αγαπάς το λαό, δεν του χαϊδεύεις τα αυτιά· του λες την αλήθεια –κι ας φαίνεται καμιά φορά πως του κουνάς επιτιμητικά το δάχτυλο. Γίνεσαι αυστηρός μαζί του γιατί έχεις προσδοκίες και γνωρίζεις τις δυνατότητές του που μένουν αναξιοποίητες, όσο δεν αφυπνίζεται. Και δεν πρόκειται να ξυπνήσει αν δεν τον ταρακουνήσει με φωνές κάποιος.

Το αγαπησιάρικο δεν υπονοεί μια χαζοχαρούμενη ενότητα, που τους χωράει όλους μαζί (ντιρλιντί) αγαπημένους. Αλλά ένα κόμμα που εμπνέει με τη στάση, το πρόγραμμά του, τη δύναμη των ιδεών και των ιδανικών του, την αυταπάρνηση των ανθρώπων του.

Ένα κόμμα ανοιχτό. Όχι νάναι ξέφραγο αμπέλι στις διαδικασίες του για τα κανάλια, ενώ τα πάντα αποφασίζονται στο παρασκήνιο –πολλές φορές σε συνεννόηση και με τους ίδιους τους καναλάρχες. Αλλά ανοιχτό στις μάζες, να αγκαλιάζει το λαό που αμφιταλαντεύεται αλλά αγωνίζεται. Και δεν είναι τυχαίο πως η πιο ερωτεύσιμη εκδοχή του κουκουέ είναι μάλλον στη λαοθάλασσα του φεστιβάλ της κνε και τις δεκάδες χιλιάδες κόσμου στις απεργιακές συγκεντρώσεις του παμε.

Ένα κόμμα που στη βάση της πιο αδιάλλακτης στάσης ως προς το πρόγραμμα, τις αρχές και τη στρατηγική του, κάνει πλατύ άνοιγμα στο λαό, ανεξάρτητα από τη θολούρα που κουβαλά στο μυαλό του και το κόμμα που ψήφιζε ως τώρα, για να σμίξει με τον κόσμο και όχι να ξεχωρίσει από αυτόν. Που αγωνιά να μαζικοποιήσει τους αγώνες, να φέρει στις κινητοποιήσεις νέες πρωτόπειρες μάζες που θα ψηθούν στην ταξική πάλη. Που πιάνει το σφυγμό του λαού και κάνει σε κάθε ευκαιρία την αγωνία του αγώνα και διεκδίκηση αντί για μοιρολατρία. Πέφτει στο επίπεδο της συνείδησής του, όχι για να κυλιστεί στο βούρκο και τις αντιφάσεις του αυθόρμητου, αλλά για να το πιάσει και να το ανεβάσει, να πιαστεί από τις αντιφάσεις του, για να το διαπαιδαγωγήσει. Να κάνει όποιον τρέμει από αγανάκτηση για κάθε αδικία σύντροφό μας, όχι στην αγανάκτηση, ούτε απαραίτητα στο κόμμα, αλλά στον αγώνα. Ανοίξαμε τις αλυσίδες κι έγινες ένας από εμάς. Οι προλετάριοι δεν έχουν παρά μόνο να χάσουν τις αλυσίδες τους και να μπουν στη δική μας.

Για μια εξουσία που η πρωτοπόρα εργατική τάξη δε θα μοιράζεται με κανένα. Αλλά με αγώνα που θα τον μοιραστούν όλα τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που έχουν συμφέρον να το κάνουν, γιατί αν δεν μοιραστούν τον αγώνα μας, τότε την ήττα μας θα μοιραστούν. Και πτυχές αυτής της οδυνηρής ήττας είναι που ζούμε καθημερινά.

Με μέλη που να νιώθουν άνεση στο πλήθος, να τους αναγνωρίζουν όλοι, να ελκύουν τις μάζες με το λόγο και την πράξη τους, νάναι πραγματικά μαζικά στοιχεία –κι υπόψη πως εγώ που τα γράφω αυτά, μόνο τέτοιο δεν είμαι. Κι όχι με στριφνά σοβαροφανή πρόσωπα, χωρίς ζεστασιά και κατανόηση. Με μειλίχιους, γλυκούς ανθρώπους κι όχι με γλυκερά κηρύγματα για μια γλυκανάλατη ενότητα (όλοι με όλους και καθείς για την πάρτη του). Με ψυχή βαθιά που να χωράει τις έγνοιες και τις δυσκολίες του άλλου, όχι στεγανή και στενάχωρη, με τον ανθρωποδιώκτη μέσα της.  Πολλές φορές κι ο τρόπος ή το ύφος έχει σημασία και μπορεί να κάνει τη διαφορά.

Ζητούμενο δεν είναι η υπέρβαση του σεχταρισμού με ένα ενωμένο σεχταριάτο, όπου θα ενωθούν όλες οι πολιτικές ομαδούλες για να βασιλεύσει ο νόμος του ισχυρού. Αλλά η υπέρβαση του καθημερινού ‘σεχταρισμού’ (κατά τον ‘καθημερινό φασισμό’ του ρομ) που συγχέει την αναγκαία κι αναντικατάστατη πάλη κατά του οπορτουνισμού και το ξεσκέπασμά του, με την αντιφατική συνείδηση, τις αυταπάτες και τα μικροαστικά κατάλοιπα που κουβαλάει ο λαός –ακόμα κι εμείς ως ένα βαθμό- και δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.

Με συντρόφους παντός καιρού, ανθεκτικοί στη θύελλα που μαίνεται ακόμα, αλλά κατάλληλοι και για τη λιακάδα, που δε θάναι μονίμως συννεφιασμένοι. Και θα έχουν αφομοιώσει την καθημερινή τους πρακτική το τσιτάτο του μαρξ για την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας που έχει ως βασική της προϋπόθεση την αντίστοιχη ανάπτυξη των άλλων.


Και κάτι ακόμα τελευταίο. Όλα αυτά δεν τα αναφέρω κυρίως ως στοιχεία που λείπουν σήμερα, αλλά από τη σκοπιά του μέλλοντος, ως αυτά που πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω και να κατακτήσουμε σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, για να έχουμε το κόμμα που θέλουμε πχ εν όψει των εκατόχρονων του κουκουέ από την ίδρυσή του.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΚΕ και ας μην π... ποτέ

Τι είναι ανώμαλο; -Το σύστημα;
Τι είναι το σύστημα; -Ανώμαλο.
Φώναζαν κάτι τροτσκιστές στις παρελάσεις περηφάνιας των ομοφυλόφιλων (gay pride), με θεωρητικό σκοπό να τους δώσουν κάποιο ταξικό περιεχόμενο.

Τα αστικά επιτελεία σήμερα αποθεώνουν την «ελεύθερη αγορά» όπως έκανε κάποτε το φεμινιστικό –κι όχι μόνο- κίνημα με τον ελεύθερο έρωτα. Κι εδώ κολλάει (και στις δύο) περιπτώσεις το ερώτημα που έβαζε ο βλαδίμηρος, ζητώντας διευκρινίσεις. Ελεύθερος από τι; Από υλικούς περιορισμούς; Από τη μητρότητα; Ελευθερία να εκμεταλλεύεσαι τους άλλους –στη δική μας περίπτωση;

Γιατί όπως γράφει ο πόε, πολλές λέξεις έχουν χάσει τη σημασία τους και μένουν φθαρμένες, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Ακόμα κι η απελευθέρωση χρησιμοποιείται για τις… σκλαβωμένες από τον κρατισμό αγορές. Ενώ η σεξουαλική απελευθέρωση εκφυλίστηκε σε φτηνό αγοραίο εμπόρευμα, ως η άλλη όψη του πουριτανισμού, στο νόμισμα της αστικής υποκρισίας. Κι ενσωματώθηκαν στην χοάνη του συστήματος, που τα αλέθει στον καλό μύλο της αντίδρασης. Σε μια κοινωνία που έχει την αγορά ως μέτρο της ελευθερίας, η τελευταία θα τείνει προς τις αγοραίες –εξ ου και χυδαίες- τυπικές σχέσεις της μιας βραδιάς, σαν απλές εμπορικές συναλλαγές, χωρίς περαιτέρω συναισθηματικές περιπλοκές.

Οι φιλελεύθεροι λοιπόν λένε πως στην αγορά, όπως και στον έρωτα όλα επιτρέπονται κι είναι θεμιτά, ακόμα και τα βίτσια ή η πορνεία. Ο καθένας είναι ελεύθερος πχ να εκδίδει την εργατική του δύναμη στην αγορά ως εμπόρευμα και να έρχεται σε φτηνές αγοραίες σχέσεις με τον εργοδότη του –που του τον φορά κανονικά κι άνευ σιέλου- όχι επειδή του αρέσει, αλλά για να πληρωθεί ένα κομμάτι από την αξία που παράγει και να μπορέσει να βγάλει τα προς το ζην –συνήθως χωρίς μέτρα προφύλαξης γιατί ανεβάζουν το κόστος εργασίας και μειώνουν την απόλαυση για τον εργοδότη.

Κι έτσι ο καθένας μας γίνεται κύριος και νταβατζής του εαυτού του, καθώς πλασάρεται στην αγορά εργασίας και μπορεί να προσδοκά πως μια μέρα θα ανελιχθεί και θα εξελιχθεί σε μια ακριβοπληρωμένη πόρνη πολυτελείας. Αν και τώρα υπάρχουν οργανωμένοι νταβατζήδες, που λέγονται γραφεία ευρέσεως εργασίας και σε νοικιάζουν στον υποψήφιο πελάτη, κρατώντας για λογαριασμό τους ένα μικρό ποσό για το προξενιό που συνήψαν.

Επειδή όμως πρέπει να υπάρχει και λίγο βίτσιο, για να νοστιμίζει η ζωή, ο εκδιδόμενος εργαζόμενος πρέπει να δείχνει πως όλα αυτά του αρέσουν, στην πραγματικότητα τον ενθουσιάζουν ως προοπτική, και ότι είναι πρόθυμος να τα κάνει με ελάχιστο αντίτιμο, ή και εντελώς δωρεάν, να παρακαλά και να βάζει μέσο προκειμένου να εξασφαλίσει έναν πελάτη.
Ναι! Εκμεταλλεύσου με, ξεζούμισέ με, ταπείνωσέ με, κόψε μου τις άδειες και τα επιδόματα, κάνε με απόψε μισθωτό σου σκλάβο αφεντικό, άφησέ με να σε γλείψω για να σε ευχαριστήσω και να κρατήσω τη δουλειά, βάλε με να δουλέψω υπερωρία, στείλε με στην υπερορία πάλι, με τρελαίνεις.

Ο λαός δεν πρέπει να βγαίνει στους δρόμους και να αντιδράει με διαδηλώσεις, γιατί καταστρέφει την αγορά και το ρομαντικό επενδυτικό περιβάλλον ξενερώνοντας τον αστό επιβήτορα. Πρέπει αντίθετα να μένει δεμένος χειροπόδαρα με kinky γούνινες χειροπέδες και trendy αόρατα δεσμά, που ξεπηδάν από οθόνης κι από τη δύναμη της συνήθειας και να χαλαρώσει για να απολαύσει εκουσίως το βιασμό του. Γιατί η βία πηγαίνει πακέτο με τη συναίνεση και εκδηλώνεται πρωτίστως εκεί που την παίρνει –και τον παίρνει ο εργαζόμενος.
Ο οποίος καλείται συνάμα να ακολουθήσει τα προβλεπόμενα από το σύνδρομο της στοκχόλμης και να λατρέψει το βιαστή του σαν ευεργέτη, γιατί μόνος αυτός διαθέτει τέτοια μεγάλα προσόντα, όπως τα μέσα παραγωγής, για να μας ταΐσει. Κι εμείς πρέπει να σκιστούμε στη δουλειά (και γενικώς), να γίνουμε τελειομανείς, εργασιομανείς και νυμφομανείς, προκειμένου να τον ικανοποιήσουμε. Και να απομονώσουμε τους ξενέρωτους με τα μούσια και τα ταγάρια που μας ζαλίζουν με συνδικάτα, αντιτιθέμενα συμφέροντα και ταξική ζάλη.

Γιατί υπάρχουν κι αυτά τα σκουριασμένα μυαλά, κάτι απολιθώματα του περασμένου αιώνα, που έχουν κολλήσει στις ορθόδοξες, μονογαμικές σχέσεις και τη μόνιμη σταθερή δουλειά, λες κι έχουμε παντρευτεί το αντικείμενο των σπουδών μας και τη δουλειά μας. Δε θέλουν αλλαγές που θα τονώσουν τη ρουτινιάρικη εργασιακή μας σχέση, αρρωσταίνουν με την ημιαπασχόληση, τις εποχιακές δουλειές και τα one night stand μεροκάματα. Είναι γεμάτοι ταμπού κι αγκυλώσεις και δε θέλουν να ακούσουν για κινητικότητα απελπιστικά διαθέσιμων δημόσιων υπαλλήλων, που εξοικειώνονται με τις καινούριες κινήσεις και στάσεις πληρωμών σε μισθούς και συντάξεις. Δε σκαμπάζουν από βίτσια νεκρόφιλων, με το βαμπίρ του κεφαλαίου που ρουφά άπληστα ζωντανή εργασία για να αναπαραχθεί και έναν κόσμο που θέλει να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα –ή και ο ίδιος ο γείτονας ει δυνατόν- και να φάνε μεταξύ τους τις σάρκες τους, για να τη βρούνε.


Τι είναι όμως φετίχ; Το περιγράφει πολύ καλά ο αρκάς στον ισοβίτη, με ένα γέρο κρατούμενο που έχει ξεχάσει πως ακριβώς είναι οι γυναίκες –τις μπερδεύει με τους μπουφέδες- και τον πρώτο καιρό στη φυλακή του άρεσε να σκέφτεται ότι είναι στο μπαρ ενός ξενοδοχείου με μια όμορφη γυναίκα, το γκαρσόνι τους σερβίριζε σαμπάνια και αυτοί έπιναν το τελευταίο ποτήρι πριν ανέβουν στο δωμάτιο. Όσο περνούσαν όμως τα χρόνια άρχισε να ξεχνά. Στην αρχή ξέχασε πώς ήταν τα ξενοδοχεία, μετά πώς είναι η σαμπάνια και στο τέλος ξέχασε πως είναι οι γυναίκες. Και τώρα πια όταν έχει ερωτικές φαντασιώσεις, σκέφτεται γκαρσόνια.

Το φετίχ βασικά είναι ένα υποκατάστατο, που παίρνει τη θέση της βασικής κατάστασης. Η σημερινή γενιά μακροχρόνια ανέργων, που έχει ξεχάσει πως είναι τελικά να σταυρώνεις μια δουλειά, θα χαίρεται απλά όταν την καλούν σε συνεντεύξεις –γιατί επιτέλους μου απάντησε κάποιος- κι ας μην την προσλάβουν ποτέ και θα ικανοποιείται χαϊδεύοντας την εφημερίδα ή την οθόνη με τις μικρές αγγελίες, σαν τον παππού κρατούμενο.

Ο καπιταλισμός είναι μια κατεξοχήν φετιχιστική και βιτσιόζα κοινωνία, που μπορεί να ικανοποιεί τα πιο εκκεντρικά βίτσια της ελίτ, αλλά να αφήνει ακάλυπτες τις πιο βασικές ανάγκες της συντριπτικής πλειοψηφίας, που προκρίνει το ‘να έχεις’ αντί του ‘να είσαι’, ως το βασικό τρόπο για να εκφράσουμε την προσωπικότητά μας, να νιώσουμε επιβεβαίωση και να οικειοποιηθούμε κάθε τι ωραίο γύρω μας. Ευνοεί το περιτύλιγμα και τη λογική της βιτρίνας αντί για το περιεχόμενο, προβάλλοντας πρότυπα που πρέπει να αντιγράψουμε όλοι για να νιώσουμε ευτυχισμένοι.

Μεταμορφώνει με το ραβδί του τις παραγωγικές σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ του οι άνθρωποι σε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων –κι εκεί εδράζεται ο φετιχισμός του εμπορεύματος που αναλύει και ο κάρολος. Καθιστά την εξουσία ‘αφροδισιακό’ και την ιδιοκτησία στο απόλυτο φετίχ που προσκυνά η αστική κοινωνία. Δημιουργεί ψευδείς συνειδήσεις με αντεστραμμένα είδωλα και λανθασμένη αντίληψη-κοσμοθεώρηση της πραγματικότητας, θεωρώντας την αλληλεγγύη και τη συνεργασία, σχεδόν διαστροφικές συμπεριφορές.

Φετίχ είναι η προτεραιότητα της βιωσιμότητας του χρέους και των δανειστών έναντι του λαού που το αποπληρώνει. Κι η ‘παραγωγή για την παραγωγή’ με μοναδικό σκοπό (όχι την κατανάλωση και την ανταλλαγή των προϊόντων με κάτι άλλο που μας λείπει, αλλά) την πώληση και το κέρδος.
Φετίχ είναι και να απομονώνεις ένα μέρος από το όλο, πχ το νόμισμα από την οικονομία και τους σκοπούς που υπηρετεί, ένα αίτημα-κρίκο από την αλυσίδα που απαιτείται για να σπάσουμε τις αλυσίδες μας, τη μορφή από το περιεχόμενο, ένα μέσο (πχ κοινοβουλευτική δουλειά) από το σκοπό, ένα επιμέρους μέτωπο από τα υπόλοιπα –πχ τις σεξιστικές διακρίσεις.

Όλο το σύστημα είναι άρρωστο και ταυτισμένο με το φετιχισμό και τη διαστροφή. Και η«υγιής επιχειρηματικότητα» υπάρχει μόνο σε αρρωστημένα διεστραμμένα μυαλά της σοσιαλδημοκρατίας, παλιάς και σύγχρονης, που διαστρέφουν κάθε έννοια αριστεράς, κάθε γνήσια ριζοσπαστική διάθεση, και στοχεύουν στην αναστροφή, την επιστροφή στο ευτυχισμένο 2009 προ κρίσης. Αλλά η διάψευση θα έρθει οδυνηρή σα διάστρεμμα.
Το πρόβλημα εξάλλου δεν εντοπίζεται στα πρόσωπα, αλλά στους λόγους για τους οποίους ενεργούν έτσι. {Η αιτία του φασισμού πχ δεν ήταν ο διεστραμμένος νους ενός ημίτρελου ηγέτη, αλλά το διεστραμμένο σύστημα που τον έστρεψε ενάντια στις τάξεις που τον απειλούσαν. Όσο είμαστε μες σε αυτό το σύστημα όμως, ο φασισμός είναι ένα απόλυτα φυσιο-λογικό αποτέλεσμα}.

Αυτό το διεστραμμένο σύστημα λοιπόν αξιοποιεί τη δύναμη της συνήθειας, για να παρουσιάσει ως φυσιο-λογικές τις δικές του ανωμαλίες. Και διαστρέφει τις έννοιες, για να παρουσιάσει ως ‘ανωμαλία’ οτιδήποτε παρεκκλίνει από τα δικά του πλαίσια.

Οι φιλελεύθεροι μας βεβαιώνουν πως ο καπιταλισμός τα πάντα εν σοφία εποίησε. Προνοούν για αυτό ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης και η περίφημη αόρατη χείρα του άνταμ σμιθ. Ενώ την ίδια στιγμή μας βάζουν κανονικά χείρα και μας απειλεί το δυσθεώρητο παλούκι της κρίσης. Γιατί όπως εκλαΐκευε στους εργάτες της εποχής του ένας παλιότερος κομμουνιστής, η κρίση είναι ένα τεράστιο παλούκι που χουν οι αστοί στον κώλο τους και θέλουν να το χώσουν στο δικό μας. Και δε μπορούμε να το εξαφανίσουμε-διαγράψουμε, χωρίς να αλλάξουμε τίποτα άλλο, ώστε να είμαστε άπαντες ευχαριστημένοι και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ούτε να βάλουμε βαζελίνη, για να μην πονάει τόσο, όπως μας συμβουλεύουν οι διάφορες εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας.

Το ‘χε πιάσει πολύ καλά εξάλλου κι ο χάρρυ κλυνν στον αστυνόμο μπέκα.
Βα-ζε-λί-νη.
Αυτό είναι το μυστήριο κι η διαχρονική πρόταση της σοσιαλδημοκρατίας ενάντια στον καπιταλισμό.
Ευχαριστούμε αλλά δε θα πάρουμε.

Αυτή η ακατανόητη, στείρα άρνηση είναι που τρελαίνει τους επίδοξους βιαστές και τη βαφτίζουν ταμπού, χάρη στους δημοσιολόγους και τα παπαγαλάκια τους στις οθόνες, για να δείξουν πόσο καθυστερημένοι, αναχρονιστικοί και συντηρητικοί είμαστε –σα να κυκλοφορούμε με σωβρακοφανέλα ένα πράγμα. Ενώ η τολμηρή κι ατρόμητη κυβέρνηση, θα μας πάρει και τα σώβρακα, σπάζοντας αυγά και μαζί κάθε ταμπού.
Ταμπού η μονιμότητα στο δημόσιο, ταμπού και η σύνταξη στα 65, ταμπού και το ταμείο ανεργίας, εφόσον η δουλειά είναι σαν τις ερωτικές σχέσεις, όποιος θέλει βρίσκει, αλλιώς είναι ανίκανος κι έχει αυτός πρόβλημα ή είναι μπακούρης από άποψη.

Το ταμπού όμως, αν το δούμε ιστορικά, προήλθε ως δαιμονοποίηση και μέτρο περιορισμού της σεξουαλικής πράξης και κατά συνέπεια της τεκνοποίησης, σε συνθήκες που τα πολλά παιδιά ήταν δυστυχία, γιατί δεν μπορούσαν να τα θρέψουν. Και ω τι συγκίνηση, που επιστρέφουμε στις παραδοσιακές αξίες, και τα ίδια ταμπού, σήμερα που ο κόσμος δε μπορεί να θρέψει καλά-καλά τον εαυτό του, πόσο μάλλον ένα παιδί –τουλάχιστον έχει πλέον αντισύλληψη και μπορεί να κάνει ελεύθερο έρωτα. Ελεύθερο από τι όμως, που λέει κι ο λένιν.

Κι έτσι ήδη η απεργία θεωρείται ταμπού για πολλούς εργαζόμενους, ακριβώς με αυτό το σκεπτικό, γιατί φοβούνται πως θα χάσουν τη δουλειά τους και δε θα μπορούν να θρέψουν τα παιδιά τους. Ενώ κάποιες λέξεις, όπως σωματείο, εργατική τάξη, ταξική πάλη, δεν μπορεί καν να τις εκστομίσει, γιατί θα χάσει αυτομάτως –λες και παίζουμε επιτραπέζιο ταμπού, κι είναι στη λίστα με τις απαγορευμένες λέξεις.

Το θέμα λοιπόν είναι πότε θα σπάσουμε τα ταμπού από την ανάποδη, το μέγα ταμπού της ταξικής πάλης, να βγούμε από το ταμπούρι μας και να κατεβούμε στον ομαλό, να πάρουμε τουφέκι ενάντια στο ανώμαλο σύστημά τους, που ξεζουμίζει τη ζωή από τις χαρές και τους χυμούς της, και να τους δείξουμε τη γλύκα απ’ την ανάποδη.


Να γυρίσει ο τροχός –της ιστορίας, που κινείται από την ταξική πάλη- και να πηδήξει ο φτωχός, εργαζόμενος λαός, στο μεγάλο άλμα προς την κοινωνία του μέλλοντος. Και τότε πια να μην ισχύει το σύνθημα στον τίτλο της ανάρτησης..

Κι ο κομμουνισμός δε θα ‘ρθει να ικανοποιήσει όλα τα βίτσια –μέχρι να ‘χει πχ ο καθένας στη διάθεσή του ένα κρουαζιερόπλοιο- αλλά να τα εξαλείψει και να γιατρέψει τους βιτσιόζους, καλλιεργώντας στη θέση τους κάθε λογής και γούστο που θα αναπτύσσει ολόπλευρα την ανθρώπινη προσωπικότητα. Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Ανεργία& The City

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Το φάντασμα της αγαμίας και της ανεργίας.

Ο φροϋδισμός έχει στο επίκεντρο της ερμηνείας του για την ανθρώπινη κοινωνία την σεξουαλικότητα, σε αντίθεση με τον μαρξισμό που βάζει στο επίκεντρο την εργασία. Έρωτας κι εργασία, δύο στοιχεία τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συμπλέκονται διαλεκτικά.

Οι φροϋδικοί λένε ότι η έλλειψη φυσιολογικής ζωής συσσωρεύει αδιοχέτευτη ενέργεια που ψάχνει διέξοδο και τη βρίσκει στον χώρο δουλειάς. Έτσι έχουμε παστρικές γεροντοκόρες και ανέραστους μικροαστούς (ακόμα και παντρεμένους) πειθήνιους κι υπερ-εργατικούς. Οι άγγλοι περιγράφουν τον εθισμό του εργασιομανή εισάγοντας την έννοια του αλκοολικού στη δουλειά (workaholic). Οι υπόλοιποι φέρονται φυσιολογικά και γίνονται αλκοολικοί εκτός οκταώρου, για να ξεχάσουν τα βάσανα της δουλειάς.

Σήμερα ο καπιταλισμός έχει ενσωματώσει (και φαινομενικά ικανοποιήσει) το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά είναι ζήτημα αν έχουμε πιο ομαλή σεξουαλική και κοινωνική λειτουργία. Το σύστημα διαστρέφει τη σεξουαλική επιθυμία και δημιουργεί βίτσια, φετίχ και διαστροφές, κατά αναλογία με τον φετιχισμό του εμπορεύματος στην παραγωγή που παραμένει δέσμια του κέρδους και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, διαστρέφοντας την κοινωνική αναγκαιότητα.

Υπάρχει επίσης η άποψη ότι ο κόσμος σήμερα έχει αποβάλει πολλά ταμπού και μιλάει ελεύθερα για το σεξ, αλλά αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχει καλή σεξουαλική ζωή. Μιλά πολύ γι’ αυτό, ακριβώς επειδή δεν κάνει και κάπως πρέπει να το καλύψει. Γενικώς πολύ κόσμο τον τρώει η ανεργία κι η αγαμία. Κι αν καταφέρει να λύσει ένα από τα δύο είναι λογικό να πέσει με τα μούτρα, είτε στο σεξ είτε στη δουλειά, για να ισορροπήσει το κενό μέσα του.

Δεδομένου ότι πολύς κόσμος δεν την παλεύει κάστανο με τη δουλειά του, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό και το γιατί οι πιο πολλοί γινόμαστε υστερικοί με τα ερωτικά μας, ψάχνοντας απεγνωσμένα έναν ερωτικό σύντροφο και δε μας περισσεύει πολύς χρόνος για πολιτικοποίηση κι όλα τα υπόλοιπα. Αλλά η αποξένωση της μισθωτής εργασίας δε μπορεί να εξαλειφθεί με τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Συνήθως μάλιστα μεταφέρεται εκεί κι έτσι καταλήγεις να νιώθεις μοναξιά μέσα στο πλήθος, με τον ίδιο τρόπο που νιώθεις ξένους τους συναδέλφους στη δουλειά.

Η σύνδεση αυτή βαθαίνει κα τεκμηριώνεται από μια σειρά στοιχεία. Οι μόνιμες, σταθερές εργασιακές σχέσεις του περασμένου αιώνα που συνοδεύονταν στο εποικοδόμημα από μια σχετικά αυστηρή ηθική περί μονογαμίας, έχουν δώσει τη θέση τους στις ελαστικές σχέσεις, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, που έχει αντίκτυπο και στο ερωτικό πεδίο, όπου επικρατούν οι άστατες κι εφήμερες σχέσεις, που θυμίζουν εμπορικές συναλλαγές. Τόσα δίνω, πόσα θες. Κοινώς κανείς δε μπορεί να κάνει μακροπρόθεσμα όνειρα για τη ζωή του σε κάποιον τομέα.

Ο έρωτας κι η δουλειά μοιάζουν σα δυο σταγόνες. Στη δουλειά υπάρχει το στοιχείο του καταναγκασμού, που θυμίζει το γάμο με συνοικέσιο. Πολλές φορές μάλιστα χρειάζεται και μια προξενήτρα να μεσολαβήσει και να πει καλά λόγια για να σε προσλάβουν.

Η εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης, των ιδιαίτερων κλίσεων και του ταλέντου του καθενός, θυμίζει κατ’ αναλογία την εκπόρνευση. Αντί για το ιερό δικαίωμα της δουλειάς καταλήγουμε ιερόδουλες της εργοδοσίας. Που πρέπει επιπλέον να φαίνονται ενθουσιασμένες με αυτό που θα τους συμβεί και τον λεγάμενο που τους έλαχε. Πρέπει να δείξουν ότι τους αρέσει και το διασκεδάζουν, να τρέξουν να βρουν το κελεπούρι, να βγουν στο πεζοδρόμιο για να επιλεχθεί η καλύτερη (ή η πιο φτηνή), να γράψουν motivation letters. Να δείξουν ότι είναι φιλοδοξία τους, ένα όνειρο ζωής να τις πηδήξουν κι ότι ανυπομονούν να συμβεί αυτό.

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που βρίσκουν δουλειά πάνω σε αυτό που τους αρέσει. Σα να λέμε εκ-βιασμός από έρωτα, γιατί στον καπιταλισμό η δουλειά πάντα είναι μια μορφή εκβιασμού κι αν δεν πουλήσεις την εργατική σου δύναμη, είσαι ελεύθερος να πεθάνεις της πείνας. Είναι σαν εκείνα τα ζευγάρια που κάνουν υπέροχο σεξ, αλλά δεν ξέρουν στην πραγματικότητα τι θα πει να κάνεις έρωτα.

Εξάλλου, και σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα, ο καταναγκασμός παραμένει και φέρνει τη ρουτίνα και την υποχρέωση, που σε βάθος χρόνου σκοτώνουν τον έρωτα και την ευχαρίστηση.
Στον κομμουνισμό αντίθετα η δουλειά θα είναι προαιρετική κι ευχάριστη σαν –προκαταρκτικό- παιχνίδι. Για την ακρίβεια κάτι δημιουργικό κι όμορφο, σα να κάνεις έρωτα.

Ενώ τώρα απλώς μας πηδάνε καθημερινά οι καπιταλιστές, χωρίς σάλιο και προφυλάξεις (ασφάλιση κτλ). Κι οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους και την παρθενιά τους. Και μετά να επανορθώσουν σφιχτά με ράμματα αυτήν της τσούλας της ιστορίας, που ξέβρασε ότι ξοφλήσαμε.

Υγ: Όλα αυτά, μαζί με το διαλεκτικό δίπολο έρωτα-εργασίας, βρίσκουν την ιδανική τους έκφραση στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό της δεκαετίας με τις βάτες και το καλτ διαμάντι του γιάννη δαλιανίδη, όταν οι ρόδες χορεύουν:

Δούλεψε, δούλεψε, μόνο απ’ τον κόπο σου παίρνει η ζωή
Τίποτα, τίποτα δεν έγινε μόνο του πάνω στη γη

Πάλεψε, πάλεψε, τότε τα νιάτα σου θα τα χαρείς
Δούλεψε, δούλεψε, έτσι τον έρωτα μόνο θα βρεις

Έρωτα, έρωτα, πάρε το δρόμο σου για τη δουλειά
Δούλεψε, δούλεψε, να ‘χεις τον έρωτα στην αγκαλιά


http://www.youtube.com/watch?v=XZKEmDogz38

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Στάλιν ανίκατε μάχαν

Απ' την κική και την κοκό ποια να διαλέξω;
Την κική φυσικά. Είναι η πιο όμορφη.

Έλα όμως που με χρόνια, με καιρούς, βλέπεις την κοκό και σου αρέσει αυτή περισσότερο. Κι αντί να το δεις διαλεκτικά, συγκεκριμένη ανάλυση της στιγμής, το πας ως ζήτημα αρχών. Κατά βάθος πάντα η κοκό μου άρεσε πιο πολύ.
Κι έτσι που λες, για να μείνεις αμετακίνητος στις αρχές σου, αρχίζεις να αλλάζεις αρχές σαν τα πουκάμισα, που ποτέ δεν είχες και δε φόρεσες. Με τους ρυθμούς που άλλαζε εχθρούς η φάρμα των ζώων.

Το πρόβλημά σου είναι ότι δεν έχεις καλή τακτική. Σε ενδιαφέρει μόνο ο τελικός στόχος. Να γυρίσει ο τροχός, να κυβερνήσει κι ο φτωχός. Δε βλέπεις το ταξίδι. Που όσο πιο όμορφο είναι, τόσο πιο γεμάτος φτάνεις στον τελικό σου προορισμό. Όσο πιο πολλά ζήσεις στη διαδρομή, τόσο λιγότερα θα αντιμετωπίσεις μετά και θα συνεχίσεις πιο εύκολα. Όσο περισσότερα ρυάκια ενώσεις στο ορμητικό ποτάμι της επανάστασης, τόσο πιο σίγουρος θα είσαι πως δε γυρίζει πίσω πια. Όσες αντιφάσεις μπλεχτούν στο πλέγμα που θα την προκαλέσει, τόσο λιγότερες θα έχεις να αντιμετωπίσεις μετεπαναστατικά.

Οι μπολσεβίκοι πχ, χρειάστηκαν μια επανάσταση μες στην επανάσταση για να λύσουν το θέμα της γης, όπου έκαναν τακτική υποχώρηση τον οχτώβρη, για να πάρουν τους αγρότες με το μέρος τους. Αλλά εσύ ψάχνεις μια επανάσταση χωρίς επανάσταση. Μια σχέση ειρηνικής συνύπαρξης, σαν τη λαϊκή εξουσία, που θα έρθει γραμμικά, χωρίς άλματα και ξεσπάσματα, κι όλοι θα ψαχνόμαστε τι ακριβώς είναι.
Φιλία; Σοσιαλισμός; Μη καπιταλιστικός τρόπος ανάπτυξης; Κάτι ενδιάμεσο, τύπου τσάβες; Αξίζει να επενδύσεις κόπους κι αγώνες πάνω του; Ή είναι θνησιγενές κι αντιδραστικό σε τελική ανάλυση;

Κι είναι φορές ξέρεις, που ερωτεύεσαι αυτά ακριβώς τα άλματα. Όχι τους τυχοδιώκτες, που σκέφτονται μόνο το πήδημα. Αλλά τα πρώτα χρόνια του μέλιτος, που είσαι μες στα επαναστατικά γλυκόλογα κι όλη την ώρα μιλάς για τον κομμουνισμό και κάνεις όνειρα για το μέλλον. Κι είναι αυτά που σε κρατάνε στην σχέση, όταν αρχίσει να φθείρεται.

Σαν τους κουβανούς που αντέχουν ακόμα γιατί θυμούνται πώς γλίτωσε η δική τους σχέση από τα δόντια των γιάνκηδων ή πώς κλέφτηκαν με τον κάστρο και τους αντάρτες του γκράνμα. Μια σχέση που πέρασε από σαράντα κύματα. Γι’ αλλού ξεκίνησε (να ρίξει τον μπατίστα), γι’ αλλού πήγε (σοσιαλισμός) κι αλλού πάει να καταλήξει (παλινόρθωση). Προς το παρόν οδεύει στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα που αυτομολεί πάντα τελευταία.

Είναι κι άλλοι που ταξιδεύουν χωρίς προορισμό. Χωρίς βάρκες, φόβους και ελπίδες. Το φλερτ δεν είναι τίποτα, ένα άλλοθι για ρομαντικούς μικροαστούς. Το παν είναι ο κεραυνοβόλος έρωτας. Η θύελλα που κρατά για λίγο και τότε νιώθεις πως ζεις. Αλλά κατά βάθος είσαι φτερό στον άνεμο. Κι η κεραυνοβόλος κατάληψη, με την αστραπή κλεισμένη στον κύκλο της ζωής. Εδώ είναι το ταξίδι. Στο ξόδεμα της στιγμής. Κι ο χρόνος είναι μια συνέχεια από στιγμές. Αυτές όλες μαζί όμως, δεν κάνουν μία ζωή. Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις, δε θα σου φτάσουν μια στιγμή για να τη νιώσεις.

Μπορεί να φταίει που επενδύεις στον αδύναμο κρίκο. Ψάχνεις να βρεις ένα κενό εξουσίας κι έρωτα, μια ρωγμή για να χωρέσεις. Πατάς στην αδυναμία του άλλου, για να σε ερωτευτεί και να σε αγαπήσει. Στην ανάγκη του να έχει κάποιον πλάι του. Κι όπως η ιστορία απεχθάνεται τα κενά, μπήκες εσύ τσόντα, να το καλύψεις.

Κι έγινε η σχέση μια βαρετή αγαποσυνήθεια, με τάσεις παλινόρθωσης. Κι αρχίσαμε να λέμε ότι φταίει ο -ιμπεριαλιστικός- περίγυρος, που έβαζε λόγια και βιτρίνες, τα άσχημα οικονομικά μας, η προτεραιότητα στην υποδιαίρεση ΙΙ και πάει λέγοντας. Αλλά είχαμε τα δικά μας που μας έφθειραν και μας έκαναν τη ζωή ποδήλατο. Τι ισορροπία να κρατήσεις σε ένα ποδήλατο με μπρεζνιεφική στασιμότητα που δεν κινείται; Το ρίχνεις στις –θεωρητικές- ακροβασίες με το παλλαϊκό κράτος κι ό,τι βγει. Μέχρι να σου βγει η ψυχή και το χούι του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Κι εκεί το πράμα μπλέκει πιο πολύ. Γιατί το κάστρο έπεσε από μέσα. Αλλά αν δεν υπήρχαν τα απ’ έξω, θα τα βγάζαμε πέρα με τα δικά μας. Θα ρίχναμε τις αντιθέσεις μας κάτω από το χαλάκι και θα αναβάλλαμε τον χωρισμό -των σοβιετικών δημοκρατιών- επ’ αόριστο.

Οι επικριτές μας τα βλέπουν απ’ έξω, αλλά διαφωνούν με το απ’ έξω του λένιν. Λένε ότι η σοβιετική μας σχέση (παραγωγής) ήταν αυταρχική σαν την πολιτεία του πλάτωνα, με σοφούς ηγέτες της νομενκλατούρας που κυβερνούσαν και τα κομματικά σκυλιά να τους φυλάνε (και ποιος θα μας φυλάει απ’ τους φύλακες). Αλλά κατά βάθος, πλατωνικοί είναι οι δικοί τους έρωτες, που τους μένουν απωθημένα. Σε δέκα χρόνια, πάλι για τον δεκέμβρη θα μιλάνε. Άλλοθι μιας ανέραστης ζωής γεμάτη ζήλια για την δική μας υπαρκτή σχέση, σε αντίθεση με τις ανύπαρκτες δικές τους, που μένουν πάντα ιδεατές, απλό υλικό για φαντασιώσεις.

Κι αν βγω από αυτή την υπαρκτή, -που άλλοι τη βάφτισαν ειρκτή, με φύλακες που κανείς δεν φυλάει και παρατονίες που κάνουν τους φύλακες, φυλακές για αντιφρονούντες- κανείς δε θα με περιμένει. Και δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή, ο βράχος μας να ανεβαίνει. Βράχος σαν το ντιμιτρόφ. Και σαν αυτόν του σίσσυφου.

Και ξεκινάμε πάλι απ' το μηδέν (για το άπειρο).
Έχουμε καλό σκοπό, κομμουνιστικό. Τον ντύνουμε με τις πιο ωραίες ιδέες και κάνουμε καντάδα στους προλετάριους έξω απ’ τα εργοστάσια. Κι η εργοδοσία μας κυνηγάει με τους κουβάδες και στο τέλος τα κάνουμε μούσκεμα. Αλλά δεν πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό κι ένα αρχιπέλαγος αντιφάσεων. Δεν είπαμε ακόμα την τελευταία λέξη. Τις πιο όμορφες ιδέες μας δεν τις έχουμε πει ακόμα. Πήγαμε να τις εφαρμόσουμε στην πράξη, αλλά κομπλάραμε, όπως ο οβελίξ μπροστά στη φράμπαλα κι είπαμε απλώς: βφκστφτ, ή κάτι τέτοιο. Ιδανικοί κι ανάξιοι εραστές, των πιο μεγάλων ιδανικών. Αξίζει να αποτύχεις για αυτά πολλές φορές.

Κίνημα 14ης φλεβάρη*, ενάντια στην αυτοδιάθεση του σώματος

* κατά το κίνημα 14 γενάρη που δρα στην τυνησία

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Το κλειδί είναι κάτω απ' το γεράνι

Που βρίσκεται λοιπόν η λύση από τα καθημερινά αδιέξοδα;
Το κλειδί είναι η μεταφυσική. Κι αυτό δε σημαίνει απαραιτήτως θεός. Παίρνουμε τη μεταφυσική από το διαλεκτικό ιδεαλισμό του χέγκελ που την είχε βάλει ανάποδα, με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω, κατεβάζουμε το θεό στη γη και τον βαφτίζουμε κατά περίπτωση: έρωτα, κόμμα κτλ. Ανάλογα ποια γήινη κατάσταση αποθεώνουμε κάθε φορά.

Γι’ αυτό κι ο πανθεϊσμός του σπινόζα ήταν στην ουσία ένα φιλοσοφικό βήμα προς τον υλισμό. Ο άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς κάτι να τον ενθουσιάζει. Κι αν το πάρουμε ετυμολογικά αυτό ακριβώς σημαίνει ο ενθουσιασμός. Να έχεις το θεό μέσα σου. Αντίστοιχη ετυμολογία έχουν όσοι φέρουν μέσα τους το δία κι είναι ενδιαφέροντες. Θα φανταζόσουν ποτέ τη ζωή χωρίς ενδιαφέρον;

Οι απαισιόδοξοι δικαιώνονται στα προγνωστικά αλλά αποτυγχάνουν πάντα στη ζωή. Όταν οι άλλοι μπλέκουν στις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της διαλεκτικής, η μόνη αντιπολίτευση είμαστε εμείς που τα έχουμε όλα λυμένα (αν και εμείς είμαστε οι άλλοι). Η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταβούρλα χωρίς να κοιτάει τη δική μας μελαγχολία. Ελπίζω στην κοινωνία του μέλλοντος να ‘χει μια θέση και για εμάς τους σκεπτικιστές. Αλλιώς πρέπει να βρούμε από τώρα μια κατηγορία μεταφυσικών που να μας χωράει αξιοπρεπώς.

Το κλειδί δεν είναι η μεταφυσική. Το κλειδί είναι να μην αποδράσεις από τις αντιφάσεις της ζωής, αλλά να τις καταλάβεις και να τις πιάσεις από τα κέρατα. Το πρώτο είναι θεωρία κι αντιληπτική ικανότητα. Το δεύτερο είναι πράξη και θέλει χαρακτήρα και δύναμη ψυχής. Κι αυτό με τη σειρά του απαιτεί πίστη. Δηλ μεταφυσική και πάλι.

Όταν πιστεύεις σε κάτι, όλα γίνονται εύκολα κι ευχάριστα. Αυτό μπορεί να φανεί εύκολα σε έναν άνθρωπο που είναι ερωτευμένος. Ο έρωτας είναι συναίσθημα αντιδιαλεκτικό. Μονολιθικό κι απόλυτο. Δεν χωράει συμβιβασμούς κι αμφισβήτηση. Ούτε απιστία γιατί τότε χάνει το βασικό του χαρακτηριστικό. Τη μεταφυσική πίστη.
Υπάρχει όμως κι η έλλογη πίστη που βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα.

Το κλειδί είναι να μην ψάχνεις ένα μόνο κλειδί, σα λυδία λίθο που θα εξηγήσει τα πάντα. Η ζωή δεν είναι τόσο απλή για να χωρέσει σε μία αφαίρεση. Το πολύ να βρεις κάτι το πρωτεύον που θα καθορίζει τα υπόλοιπα μες στην αλληλεπίδρασή τους.

Το κλειδί είναι μέσα μας γιατί το κατάπιαμε. Κι άντε να το βρεις και να το βγάλεις πάλι έξω.
Το κλειδί είναι ο συμβολισμός της ερωτικής πράξης. Όπου κάτι αιχμηρό διεισδύει σε μια τρύπα και τη συμπληρώνει διαλεκτικά ανοίγοντας τον παράδεισο.
Όχι πως έχω το κλειδί του παραδείσου μα σ’ αγαπώ κι αυτό νομίζω είναι κάτι.

Το κλειδί μπορεί να μην χρειάζεται καν, γιατί δεν είναι κλειδωμένα. Αλλά διστάζουμε και δεν τολμάμε να ανοίξουμε την πόρτα. Είμαστε κλειδικά νεκροί κι έχουμε μείνει αναίσθητοι, χωρίς ευαισθησίες κι επαφή με τους γύρω μας.

Το κλειδί το ξέχασα στα γραφεία πάνω στην κερκόπορτα. Κλειδαμπαρωθήκαμε στο μικρόκοσμό μας, πίσω απ’ το τείχος του βερολίνου. Γίναμε λίγο κλειστοί γιατί η οργάνωση θέλει καλό κλείσιμο και κλειστού τύπου όργανα για να μη γίνει μπάτε σκύλοι αλέστε. Και πάσχουμε από ανοιχτοφοβία γιατί τα οικονομικά ανοίγματα μας έφεραν την περεστρόικα και τα πολιτικά το συνασπισμό και το τζανή. Και μείναμε με το στόμα ανοιχτό και την ελπίδα καλά κλεισμένη στο κουτί της πανδώρας.

Οι δυτικοί μας βρήκαν με ανοιχτά πόδια και σύνορα και μας τον φόρεσαν. Κι έκτοτε μαύρη μαυρίλα πλάκωσε. Τέλος της ιστορίας και άνοιξε πέτρα για να μπω. Άνοιξε ο ασκός του αιόλου με τους ανέμους της αλλαγής κι ήταν σα να μπαίνει η άνοιξη της πράγας, αναδρομικά θριαμβεύτρια, και να πλάκωσε βαρυχειμωνιά για τους λαούς και το παγκόσμιο κίνημα.

Υπάρχει όμως κι η διαλεκτική, όπου ένα πράγμα μετατρέπεται στο αντίθετό του κι αντιστρόφως. Εκεί που βρίσκουμε τώρα κλειστούς δρόμους θα ανοίξουμε λεωφόρους για την έφοδό μας στον ουρανό. Αλλά αν έχει κακό καιρό θα ξεκινήσουμε την έφοδο σε κλειστό χώρο. Με κλειστά μάτια ονειρεύεσαι καλύτερα κι ανοίγεις τους ορίζοντές σου. Ενώ όσοι έχουν ανοιχτά μυαλά θα τα δουν να σκορπίζουν στους πέντε ανέμους και καταλήγουν αλλοπαρμένοι.

Χωρίς την έννοια του κλειστού, το ανοιχτό χάνει κάθε αξία κι η ανοιχτή κοινωνία του πόπερ όλους τους εχθρούς της. Και μένει μόνο ο ανοιχτός μαρξισμός του χολογουέι που είναι πασπαρτού για κάθε περίσταση.

.

Ψυχή βαθιά. Σαν τη πηγάδα του μελιγαλά. Ψυχή βαθιά, μυαλό ρηχό και στοχασμός επίσης.
Δεν τα μπορώ εγώ αυτά τα βαθυστόχαστα, με τα βαριά κι ασήκωτα νοήματα. Μα [είναι] χρέος σου μονάχος να σηκωθείς και να τα σηκώσεις. Αλλιώς σκάβεις μόνος το λάκκο της αμορφωσιάς σου. Κι όσο πιο βαθύς είναι τόσο πιο δύσκολο να ανέβεις στην επιφάνεια.

Γιωργάκη, μην πας στα βαθιά παιδί μου.
Θολή παιδική ανάμνηση με άχλη χάρρυ κλυνν κι ολίγη από θηλυκό γονιό. Που φώναζε να βγω και γινόμασταν θέαμα στην παραλία. Κι εγώ γύριζα κεφάλι προς τα έξω κι έκανα ότι βγαίνω αλλά πήγαινα πίσω με ανάποδο κολύμπι. Όπως στα τρένα στους σταθμούς του οσε που βλέπεις στο παράθυρο κάτι να κινείται και χαίρεσαι ότι ξεκίνησαμε ενώ είναι οι απέναντι που πάνε προς άλλη κατεύθυνση και μας αφήνουν πίσω μπρεζνιεφικά στάσιμους.

Η ουσία είναι ότι μια ολόκληρη γενιά δε βγήκε ποτέ στα βαθιά και δεν έμαθε να κολυμπάει και να ξανοίγεται. Και μένει πάντα σε ρηχά νερά, ασορτί με τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της.

Κι έτσι είμαστε ή του ύψους ή του βάθους. Και βασικά της επιφάνειας. Ειδικά αν είναι οικονομική. Σκεπάζει όλα τα άλλα και σε αφήνει κατά βάθος κομμουνιστή. Κατά πολύ βάθος όμως. Ούτε καν κρυπτοκομμουνιστή.

Βαθιά συγκίνηση κι εκ βαθέων εξομολογήσεις. Που καταλήγουν σε βαθιά απογοήτευση κι άμεση επιστροφή στα ρηχά πηδήματα της μιας βραδιάς και τις γνωριμίες που γίνονται φιλίες στο φέισμπουκ. Εκεί δηλ που πραγματικά μετράει, γιατί αν τους μετρήσεις στην πραγματική ζωή, τότε το ‘να χέρι χτύπαε το άλλο από τη –βαθιά- απελπισιά.

Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει. Στόχος μας είναι το βάθεμα των συνειδήσεων, το πλάτεμα της συσπείρωσης και του μετώπου, το απαύτωμα της δημοκρατίας και κάτι άλλα που έλεγε παλιά ο δρακόπουλος από το εσ. αλλά δεν τα θυμάμαι πια.

Είσαι ρηχός και δεν χωράς στο σοσιαλισμό μου.
Ενώ εμείς ούτε πλατύναμε, ούτε στενέψαμε όπως απάντησε κι η αλέκα στο σπαρίλα για τα ανοίγματα και την ενότητα. Ίδιοι μείναμε εδώ και πόσα χρόνια.
Βαθαίνουμε το προτσές κι εμβαθύνουμε -θεωρητικά- στη θεωρία. Κι είμαστε ιστορικά αισιόδοξοι, γιατί όπως λέει κι ένα ωραίο τσιτάτο, το βάθος του ουρανού είναι πάντα κόκκινο.

.

Τέλος πάντων άστα αυτά να πούμε κάτι επιδερμικό να αλαφρύνει το κλίμα. Ας πούμε για αυτά που έγιναν στην πάτρα να πιάσουμε πάτο.
Αν είναι μια φορά δύσκολο να μην πέσεις στη λούμπα της καζούρας και της κακεντρέχειας, είναι δέκα φορές πιο δύσκολο να πείσεις τους άλλους ότι δεν έχουν τέτοιο σκοπό τα σχόλια κι η σάτιρα που κάνεις.

Η κε του μπλοκ συγκέντρωσε δύο ατάκες που περιγράφουν την κατάσταση χωρίς να εκθέτει αυτούς που τις είπαν.
Η πρώτη είναι απ' το ένα έβδομο. Ευτυχώς που δεν είναι γραφειοκράτες να νοιάζονται για τις θέσεις στα δσ. Φαντάσου και να ήταν τι θα γινόταν.
Κι η δεύτερη από ένα τασάκι που δεν καλοβλέπει την ανταρσύα. Δηλαδή ήταν τόσο απλό να διαλυθεί; Έπρεπε να πλακωθούν μεταξύ τους; Αν το ξέραμε θα κανονίζαμε να πλακωθούνε πριν δυο χρόνια και θα τελείωνε η ιστορία πριν καν αρχίσει.

Ο ναρίτης στην αναμπουμπούλα χαίρεται. Αλλά όταν πλακώνονται τα βουβάλια στο βάλτο, την πληρώνουν τα βατράχια. Και δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έχει κολλήσει ότι το σεκ είναι ο κέρμιτ της υπόθεσης και συμβολίζει το μπάγεβιτς που έχει κάνει τον κόσμο του χώρου να κόψει το γήπεδο και την ανταρσύα μέχρι να φύγει από την ομάδα. Κι υπάρχουν πάντα αυτοί που τρέφουν φρούδες ελπίδες ότι αν φιλήσουν τον σεκίτη βάτραχο αυτός θα μεταμορφωθεί σε αντικαπιταλίστα πρίγκηπα του μοράβα.

Υπάρχει κι ένας εξίσου καλτ συμβολισμός που παραλληλίζει την όλη φάση με τις καρεκλιές στο φιλικό ελλάδα-σερβία και τους καρεκλοκένταυρους που πρωταγωνίστησαν στα επεισόδια.
Η αρας έχει το ρόλο του θρασύδειλου κρίστιτς που είναι ο πιο προκλητικός απ’ όλους. Κι η αραν της πάτρας είναι σαν τους διεθνείς μας που δεν είναι ακριβώς λουλούδια για μύρισμα, αλλά δεν έφτασαν μέχρι τα άκρα.
Το σεκ είναι ο ειρηνοποιός μπουρούσης που μπήκε στη μέση να τους χωρίσει. Και το ναρ με την ανταρσύα έχουν το ρόλο της φίμπα που πρέπει να επιβάλλει ποινές, αλλά ξέρει ότι πλησιάζει το μουντομπάσκετ κι οι δημοτικές και θέλει να ξεχαστεί το θέμα και να μείνουν όλοι φίλοι.
Η εθνική αραν όμως ασκεί πιέσεις για παραδειγματική τιμωρία και μπορεί τελικά να επιβληθούν ποινές σε μεμονωμένους παίκτες κι όχι συνολικά στις οργανώσεις.

Κατόπιν τούτων αλλά και των τεκταινομένων στο συριζα καθίσταται προφανές το επίκαιρο της ερώτησης του σπαρίλα στη συνέντευξη τύπου της αλέκας στη δεθ για τις εκλογικές συμμαχίες και την ενότητα της αριστεράς.
http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=5841183

Πέραν αυτού η κε του μπλοκ έχει φάει ένα μικρό σκάλωμα με την τόσο συχνή χρήση της λέξης συμμορία για την αρας και προτείνει την εισαγωγή του νεολογισμού αλτουσεριανο-συμμορίτης ή –για λόγους συντομίας, ευφωνίας κι ακρίβειας- αρασοσυμμορίτης.

Άντε και καλό διήμερο.