Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλτσώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλτσώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Παλινόρθωση ή επανόρθωση

Τις προάλλες, στο βιβλιοκαφέ Έναστρο, έγινε η παρουσίαση ενός πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου του Κάρλος Ταμπλάδα για την πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού και τις θέσεις του Τσε Γκεβάρα, του μεγάλου συμβόλου της επανάστασης, που συνέδεσε το όνομά του με τη Λατινική Αμερική και την Κούβα ειδικότερα.

Αν γκογκλάρεις το «έναστρο», το πρώτο αποτέλεσμα που θα εμφανίσει η αναζήτηση δεν είναι το βιβλιοκαφέ στη Σόλωνος, αλλά μια σκυλάδικη μουσική σκηνή (πολιτιστικό κέντρο, όπως τα είχαν βαφτίσει στα χρόνια του ΠαΣοΚ). Η τελευταία φορά που είχε βρεθεί εκεί (στο βιβλιοκαφέ, όχι στο σκυλάδικο) η κε του μπλοκ ήταν προ τριετίας περίπου, και πάλι για τον Τσε, συμπτωματικά πάλι Καλτσώνη παρόντος (τότε ήταν ο συγγραφέας, ενώ τώρα εκ των εισηγητών και διοργανωτών εκ μέρους του Κορδάτου), αλλά με πολύ περισσότερο κόσμο, που είχε γεμίσει το χώρο ασφυκτικά και με τον Κουβανό πρέσβη (τώρα ήταν μόνο ο γραμματέας της βενεζουελάνικης πρεσβείας). Μια διαφορά που μπορεί να οφείλεται μεταξύ άλλων στο πιο βαρύ θέμα του βιβλίου (πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού) και το μη εκπαιδευμένο κοινό (που μάλλον κουράστηκε κι άρχισε να διαρρέει προς την έξοδο πριν το τέλος της εκδήλωσης), στην έλλειψη κάποιας μεγάλης «φίρμας» στο πάνελ, όπως του Πι-Πι τότε, ή πολύ απλά στο κλίμα και τη γενική απαισιοδοξία της εποχής, που έχει χάσει την όρεξή της, ακόμα και για αυταπάτες (κι αν τις έχει ακόμα, το κάνει ανόρεχτα).

Ακολουθεί μια συνοπτική παρουσίαση των εισηγητικών τοποθετήσεων και της συζήτησης στο τέλος, με κάποια, σύντομα δικά μου σχόλια, και τις όποιες ανακρίβειες-αστοχίες κατά τη μεταφορά να βαραίνουν αυτονόητα εμένα.


Η Νατάσα Τερλεξή, εκ μέρους των εκδόσεων Διεθνές Βήμα, παρουσίασε ουσιαστικά τη θέση του εκδοτικού, που έχει σαφώς φιλοκυβερνητικό στίγμα, αλλά παραδόξως (;) και φιλοκουβανικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό κι αντιπαρέθεσε τις απόψεις του Τσε στο σοβιετικό μοντέλο, που κατέστησε τους εργάτες μια βουβή παράμετρο της παραγωγής και δεν τους έφερε πιο κοντά στο σοσιαλισμό· ενώ εξήρε την κατοπινή στάση της Κούβας (γιατί αρχικά ηττήθηκαν οι απόψεις του Τσε) και τη διαφοροποίησή της από τη Σοβιετική Περεστρόικα, με την πολιτική της επανόρθωσης των λαθών, που της επέτρεψε να μην έχει το τέλος (της ιστορίας) των άλλων μελών του «ανατολικού μπλοκ». Κατά κάποιον τρόπο, η βασική αντίθεση της εποχής ήταν «επανόρθωση ή παλινόρθωση», όπως σχολίασε εύστοχα δίπλα ένας Ναρίτης, δίνοντας τον τίτλο της ανάρτησης. Αν και αυτή την τελευταία (την παλινόρθωση) επέμεναν όλοι οι πανελίστες να την αναφέρουν ως «κατάρρευση».

Δεν ήταν πάντως αυτό το βασικό πρόβλημα της τοποθέτησης της Τερλεξή, ούτε απαραίτητα η τροτσκιστική της αφετηρία, αλλά οι σχηματικές – απλοϊκές διαπιστώσεις της. Η γραφειοκρατία πήρε το πάνω χέρι από τα τέλη της δεκαετίας του 20’, οι εργάτες έγιναν βουβή παράμετρος της παραγωγής, ο Τσε διαφωνούσε με το σοβιετικό μοντέλο, έχοντας προβλέψει μάλιστα και το τέλος του, κι οι απόψεις του ηττήθηκαν αρχικά, το 63-64, για να επανέλθουν στο προσκήνιο με την πολιτική της επανόρθωσης περί το 87’ και να συνεχίσουν σε γενικές γραμμές να υλοποιούνται και να τηρούνται μέχρι σήμερα.
Το πιο εντυπωσιακό στα παραπάνω είναι πως ενώ ασκεί σφοδρή κριτική στο σοβιετικό μοντέλο και την περίοδο που το ακολούθησε η Κούβα, δεν εκφράζει καμία ανησυχία ή προβληματισμό για τις νεότερες εξελίξεις και την αναδίπλωση μετά το 2009, που ξέρει να τη δικαιολογεί με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες της εποχής μας και τα προβλήματα που καλείται να λύσει.

Ο Καλτσώνης έκανε μια αρκετά… χλιαρή τοποθέτηση, όπου διάβασε μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο –συγκράτησα ένα τσιτάτο του Φιντέλ για την κατάχρηση εξουσίας, που μπορεί να εμφανιστεί ως το πιο εύκολο και πιο συχνό πράγμα, και για τον κουβανικό λαό, που αρχίζει να αναπτύσσει αλλεργία σε τέτοια φαινόμενα.

Ο Καλτσώνης μίλησε γενικά για τα επιτεύγματα και τις αδυναμίες του υπαρκτού, για το κομβικό ζήτημα της ανάπτυξης σοσιαλιστικής συνείδησης και της διαμόρφωσής της μέσα από το προσωπικό παράδειγμα των στελεχών της πρωτοπορίας, για την αξία της συμμετοχής στη λήψη κι εκτέλεση των αποφάσεων του σχεδίου· ενώ σημείωσε ενδεικτικά μια δική του ένσταση ως προς την ιστορική εκτίμηση του Τσε για το ρόλο της ΝΕΠ –με το Μαυρουδέα να διευκρινίζει σε δεύτερο χρόνο πως δε διαφωνούσε με τη συγκεκριμένη εφαρμογή της ΝΕΠ εκείνη την περίοδο, αλλά με την επέκτασή της, πέρα από τα ιστορικά της όρια, πχ στις συνθήκες της Κούβας.

Ήταν φανερό πάντως πως δεν κατείχε ιδιαίτερα τα ζητήματα που αφορούν την οικονομική βάση (και το αντικείμενο του βιβλίου), γι’ αυτό κι έκλεισε με μια φράση του Τσε, πέρα από τα «στενά, οικονομικά στοιχεία», δίνοντας παράλληλα πάσα στο Μαυρουδέα, για να αντικρούσει το στερεότυπο του «ιδεαλιστή-βολουνταριστή» Γκεβάρα, και να σχολιάσει πως οι περισσότεροι δεν είναι εξοικειωμένοι με το οικονομικό-θεωρητικό έργο του, προτάσσοντας κυρίως άλλες πτυχές της δράσης του Τσε (που είχε περάσει από μια σειρά κομβικά πόστα της σοσιαλιστικής οικονομίας, από υπουργός βιομηχανίας, μέχρι διευθυντής της κεντρικής κουβανικής τράπεζας).

Η εισηγητική παρέμβαση του Μαυρουδέα –που στον προφορικό του λόγο είναι ένα κράμα Βίκυς Μοσχολιού και Στιβ Γιατζόγλου- μαγνητοφωνήθηκε και δημοσιεύτηκε στο προσωπικό ιστολόγιό του, οπότε δεν κρίνω σκόπιμο να προχωρήσω σε εκτενή παρουσίασή της. Ο βασικός της στόχος ήταν να περιγράψει τις δύο πλευρές που αντιπαρατέθηκαν στη θεωρητική-πρακτική διαπάλη της δεκαετίας του 60’ στην Κούβα (μια συζήτηση που ξανανοίγει με το βιβλίο του Ταμπλάδα κι άλλες μελέτες, όπως τα «οικονομικά της επανάστασης» της Γιάφε):

Απ’ τη μια, η αντίληψη που επηρεαζόταν από το σοβιετικό πρότυπο του λεγόμενου «οικονομικού λογισμού», όπου το σχέδιο προσομοιώνει την αγορά κι αφήνει αυτοτέλεια στις επιχειρήσεις, ένας «σοσιαλισμός της αγοράς», όπου τα επιμέρους παραγωγικά κύτταρα είναι ημιανταγωνιστικά και μια ολοκλήρωση στα πλαίσια της ΚΟΜΕΚΟΝ, χωρίς ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας στην Κούβα.
Κι απ’ την άλλη, η λογική που συγκεντρώνει τους σχετικά περιορισμένους πόρους σε ένα κορβανά, χωρίς να αφήνει οικονομική αυτοτέλεια στις επιχειρήσεις, κι έχοντας τα δικά της βασικά χαρακτηριστικά σε μια σειρά τομείς: το ρόλο του χρήματος, τη λειτουργία του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό, τους μισθούς και τα ηθικά κίνητρα, κτλ.

Η αξίας της τοποθέτησης του Μαυρουδέα δεν έγκειται στη (μη) αμεροληψία του απέναντι στους σοβιετικούς, αλλά στο ότι αναγνώρισε πχ ότι το σχέδιο του Γκεβάρα, στο σύντομο διάστημα της εφαρμογής του, κατάφερε μεν να σώσει την παρτίδα, αλλά είχε και σοβαρές αποτυχίες. Και στο ότι επισήμανε τους κινδύνους για τη σύγχρονη Κούβα και τις προοπτικές της, καθώς φαινόταν να γοητεύονται υπερβολικά (μέχρι πρότινος, οπότε και παρακολουθούσε τις εξελίξεις) από το παράδειγμα της Κίνας.

Μένω σε αυτά, ως μια πρώτη βάση συζήτησης, για να παρουσιαστούν σε δεύτερο χρόνο κάποιες πιο ειδικές σκέψεις και προβληματισμοί, πάνω σε αυτά τα σημεία. Κλείνω το σημερινό σημείωμα με την παρότρυνση προς το σφο αναγνώστη να αγοράσει και να μελετήσει αυτό το βιβλίο. Και με την ανακοίνωση μιας άλλης εκδήλωσης του εκδοτικού, σε πιο οικείο περιβάλλον, το θέατρο Αλκυονίς, στις 6 Δεκέμβρη, για ένα βιβλίο σχετικά με τις Γυναίκες της Κούβας.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Εαακίτη έχεις ταλέντο

Χτες στην αθήνα έγιναν μαζικές διαδηλώσεις για το σπάσιμο της απαγόρευσης των κινητοποιήσεων, με το σύριζα να σπάει τελικά το σπάσιμο και να εξαφανίζεται από νωρίς, εφόσον δεν υπήρχε αυτή τη φορά κάποιο κοινοβουλευτικό σόου, και με τα μπλοκ της ανταρσύα να πνίγονται στα χημικά από τις κρατικές δυνάμεις καταστολής. Μερικοί κοντόφθαλμοι προσπάθησαν να το κεφαλαιοποιήσουν αυτό ενάντια στο παμε που μπλόκαρε στην πανεπιστημίου και δεν κατάφερε να φτάσει στο σύνταγμα. Με τη λογική τους δηλ έπρεπε προφανώς οι δικοί μας να περάσουν πάνω από τα προπορευόμενα μπλοκ ή να τα ανοίξουν μαγικά στα δύο, όπως ο μωυσής την ερυθρά θάλασσα. Μην παραξενεύεσαι σφε αναγνώστη, αυτό το σκεπτικό είχαν πχ και για την 20ή οκτώβρη, τότε που είχαν μείνει πιο πίσω και το παμε «περιφρουρούσε το κοινοβούλιο» και τους εμπόδισε να καταλάβουν τη βουλή, τα χειμερινά ανάκτορα και την ανατολική θράκη.

Τιμής ένεκεν ωστόσο η κε του μπλοκ θα καταπιαστεί σήμερα με τα/την εαακ και το πρόσφατο αντιπολεμικό διήμερο που διοργάνωσαν για 13η συνεχή χρονιά στα χανιά και για πρώτη φορά χωρίς εισιτήριο, με κουτιά προαιρετικής ενίσχυσης στην είσοδο –αν και πρέπει να τους πήρε αρκετές ώρες και μερικά ηρεμιστικά μέχρι να το συναποφασίσουν με την εξοντωτική αρχή της ομοφωνίας. Πρέπει όμως να δώσω προκαταβολικά μερικές εκατέρωθεν διευκρινίσεις: α. όποιος (ψευδώνυμα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε) το εκλαμβάνει αυτό ως «σαλιαρίσματα με τους αριστεριστές» κτλ, δεν χρειάζεται να υποβάλει τον εαυτό του σε τέτοιο μαρτύριο και να διαβάσει το κείμενο, και β. έχοντας αρκετό καιρό να έρθω σε επαφή με τον χώρο, πήρα μπόλικη δόση μαζεμένη και μου βγήκαν αυθόρμητα ορισμένα αντανακλαστικά, τα οποία ωστόσο αφορούν καθαρά το (παρα)πολιτικό κομμάτι και δεν απαξιώνουν συνολικά την αξιέπαινη προσπάθεια του διημέρου, που έχει καθιερωθεί πλέον ως θεσμός για την πόλη. Κι η γκαντεμιά της υπόθεσης είναι πως ενώ όλη την εβδομάδα είχε σχεδόν καιρό για μπάνιο, τις ημέρες του διημέρου, έπεσε αισθητά η θερμοκρασία κι αυτό μπορεί να αποθάρρυνε έναν κόσμο από το να κάνει ένα πέρασμα από το πάρκο ειρήνης.

Την πρώτη μέρα το πολιτικό πρόγραμμα είχε συζήτηση για το φασιστικό κίνδυνο και την απάντηση του κινήματος με το μήτσο από το φυσικό. Εμείς πήγαμε τη δεύτερη μέρα στη συζήτηση για την εε και πέσαμε διάνα, ακόμα κι όταν κάναμε λάθος συνεννόηση με μια αφίσα και πήγαμε με δυο σχεδόν ώρες καθυστέρηση. Αλλά τελικά, μόλις τότε άρχιζε η συζήτηση. Και στην είσοδο μας προσπέρασε τρέχοντας κι αλαφιασμένος ο καλτσώνης, που μάλλον είχε αργήσει ή έφερνε απέξω κάτι που ξέχασε. Και στο τέλος της εκδήλωσης το είχε δαγκώσει και σηκώθηκε όρθιος να ζεσταθεί κάπως. Από μια άποψη συμμεριζόμουν κι εγώ αυτή την παγωμάρα ως αίσθηση, όχι τόσο λόγω της θερμοκρασίας –βόρειος και εύσωμος γαρ- αλλά από αυτά που είχαμε ακούσει. Μαζί του στο πάνελ των ομιλητών ήταν η μαριάννα τσίχλη (που έχει μείνει στην αρας, αν δεν έχω χάσει κάποιο επεισόδιο) από την εναλλακτική παρέμβαση δικηγόρων και ο τοπικός υποψήφιος δήμαρχος (κυριακάκης) που τον έκοψα για κουκουνάρι ολκής και τον λυπήθηκε πολιτικά η ψυχή μου με αυτά που έχει μπλέξει και τραβάει.

Η εισηγητική ομιλία του καλτσώνη είχε κάποιες ενδιαφέρουσες επισημάνσεις για τον χαρακτήρα της εε. Μίλησε για την ιδιομορφία της σύμπλεξης της ελληνικής αστικής τάξης στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού που εκφράστηκε τόσο σε ιστορικά γεγονότα (όπως τα παρκερικά του 19ου αιώνα και η παρουσία μοίρας του αγγλικού στόλου στο γουδή το 1909, για να καθορίζει τις εξελίξεις) όσο και σε άρθρα του εκάστοτε ελληνικού συντάγματος –που είναι πιο κοντά και στο αντικείμενο του καλτσώνη- με δεσμευτικές διερμηνευτικές δηλώσεις που δεν κρίθηκαν απαραίτητες σε άλλες χώρες-μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης. Αναφέρθηκε στο χρέος ως βασικό μοχλό της εξάρτησης, το ελλειμματικό αγροτικό ισοζύγιο μετά από την ένταξη της ελλάδας στην εοκ, στην επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων μέσω των εσπα και την αποσάθρωση της παραγωγικής μας βάσης.

Και έφτασε στο δια ταύτα: «τι να κάνουμε». Μια λύση που περνά υποχρεωτικά από τη διαγραφή του χρέους και το κόψιμο του γόρδιου δεσμού της εε –ενώ βρήκε ευκαιρία να σχολιάσει καυστικά και τις θέσεις του σταθάκη για το επαχθές χρέος και του σύριζα για μια προοδευτική μετάλλαξη της εε. Για να κλείσει λέγοντας πως χρειάζονται δύο πράγματα: ενότητα κι ενότητα (ο βλαδίμηρος θα πρόσθετε κι ένα τρίτο: ενότητα), η οποία νοείται σε δύο επίπεδα, τα οποία δεν άκουσα γιατί σε αυτό το σημείο μιλούσα με το διπλανό μου, συγκράτησα όμως το δίπολο «ανεξαρτησία-λαϊκή κυριαρχία» όπως και την κατακλείδα για την ανάγκη να δημιουργηθεί (όχι ένα ααδμ, αλλά) ένα νέο εαμ.

Που το εξειδίκευσε κάπως στη δευτερολογία, μιλώντας για μίνιμουμ και μάξιμουμ πρόγραμμα και την προτεραιότητα του πρώτου. Γιατί αν μιλήσει στους μαθητές του στη σχολή για την επανάσταση, το σοσιαλισμό και την κοινωνικοποίηση, θα πουν: πάει το ‘χασε ο καλτσώνης. Ενώ αν τους μιλήσει για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, που δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια της εε, θα καθίσουν να τον ακούσουν κι ενδέχεται να συμφωνήσουν. Γιατί το θέμα δεν είναι να απευθυνθούμε στους χιλιάδες αλλά στα εκατομμύρια.

Αυτό βέβαια δε συνιστά πολύ ισχυρό επιχείρημα, γιατί η «αυθόρμητη συνείδηση» μπορεί να ενθουσιαζόταν κι αν κάποιος τρίτος έριχνε το σύνθημα «έξω οι μετανάστες», που θα έδινε υποτίθεται άμεση λύση στα ζωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, με πολύ πιο πειστικό κι απτό τρόπο από οποιοδήποτε πρόγραμμα (μεταβατικό ή μίνιμουν) της αριστεράς. Θέλω να πω δηλ ότι η συνείδηση ζυμώνεται σαφώς από την πείρα της στο πεδίο της πράξης (και όχι μόνο της θεωρητικής ζύμωσης), αλλά αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί σχηματικά στα άμεσα κι ευκόλως εννοούμενα από τον κόσμο, χωρίς να δείχνει την προοπτική. Πόσο μάλλον που η διέξοδος από την κρίση απαιτεί μια συνολική πρόταση κι όχι κάποια μεσοβέζικα βήματα.

Από αυτό το τελευταίο πιάστηκε πάντως κι η τσίχλη (δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο) προς επίρρωση όσων είχε πει προηγουμένως (για την αναγκαιότητα ενός μετώπου ενάντια στο ευρώ, το οποίο –δε μας το είπε αλλά εξυπακούεται- θα χωρούσε προφανώς το σχέδιο β’ του αλαβάνου και ένας μηλιός ξέρει ποιον άλλο). Τα οποία μου φάνηκαν αρκετά γνωστά και οικεία γιατί ουσιαστικά τα είχα ξαναδιαβάσει πρόσφατα και με πανομοιότυπες διατυπώσεις σε κάποια σημεία σε ένα άρθρο του πι σωτήρη για την κυβέρνηση της αριστεράς –αλτουσεριανός και αυτός, αλλά σε άλλη οργάνωση της ανταρσύα.

Τι άλλο μας είπε η τσίχλη; Καταρχάς πως σε αντίθεση με κάποιες εκτιμήσεις από αριστερή σκοπιά (χωρίς να μας πει όμως ποιες) δεν έχουμε μια γενικευμένη κατάρρευση του συστήματος, αλλά μια σχετική σταθεροποίηση και υποτυπώδη ανάπτυξη –αναιμική και με αντιφατικά χαρακτηριστικά μεν, ωστόσο ανάπτυξη. Για να περάσει στον ελληνικό σχηματισμό και τη σχετική ύφεση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων μετά το 12’. Και να προσθέσει λίγο μετά ότι το σύστημα σήμερα δεν έχει περιθώρια για παραχωρήσεις –ή για να το εκφράσουμε διαφορετικά:

Σε συνθήκες πολιτικής κι ιδεολογικής πόλωσης, σε συνθήκες ενός ιδιότυπου ακήρυχτου εμφυλίου πολέμου, σε συνθήκες μιας μεταηγεμονικής και μεταδημοκρατικής συνθήκης, δεν υπάρχει περιθώριο να λειτουργήσει ο κλασικός μηχανισμός της πίεσης από τα κάτω για αναπροσαρμογές της κυρίαρχης πολιτικής, δεν είναι σε λειτουργία ο μηχανισμός του «κινηματικού εκβιασμού». Αντίθετα η έμφαση είναι στην πλήρη κατίσχυση από την πλευρά των κυρίαρχων δυνάμεων. Με αυτή την έννοια, μόνο μια τομή στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας, μόνο η κατάληψη της πολιτικής και κυβερνητικής εξουσίας με τρόπο που εκπροσωπεί τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις μπορεί να βάλει φραγμό στο μηχανισμό της καταστροφής
όπως λέει ο πι σωτήρης στο άρθρο του στο συλλογικό βιβλίο «κυβέρνηση της αριστεράς», εκδόσεις τόπος, σελ 59.

Το ωραίο της υπόθεσης βέβαια είναι πως αυτήν ακριβώς την άποψη χρεώνει η ανταρσύα στο κόμμα, που τα παραπέμπει όλα στη δευτέρα παρουσία ή μάλλον «στο επέκεινα», όπως είπε και η τσίχλη, που ακούγεται και πιο ψαγμένη λέξη. Ενώ ο σύριζα; Ο σύριζα λέει ναι μεν κάνει δεξιά στροφή, αλλά δεν αποτελεί στήριγμα της αστικής τάξης ή μια επανάληψη του πασόκ. Γιατί το πασόκ ήταν καθαρά μια εναλλακτική στρατηγική για την αστική τάξη, σε αντίθεση με το σύριζα (κάτι που φαίνεται κι από τα δημοσκοπικά ζόρια που αντιμετωπίζει).

Γενικώς πάντως υπήρχε μια αγωνία σε κάποιους που πήραν και στη συνέχεια το λόγο να αποδείξουν ότι το κουκουέ έχει λαθεμένες εκτιμήσεις είτε για το σύριζα είτε για τη στήριξη ή μη της εξόδου από την ευρωζώνη από μια μερίδα του ελληνικού κεφαλαίου που πλήττεται. Εγώ αυτό που καταλαβαίνω πάντως –χωρίς να αποκλείω να υπάρχει όντως τέτοια μερίδα και χωρίς να προσπαθώ να ερμηνεύσω πολιτικά τις θέσεις του κόμματος- είναι ότι η αστική τάξη προετοιμάζεται με ενιαίο πλάνο και σχέδιο για κάθε ενδεχόμενο, έχοντας τον σύριζα ως βασική πολιτική εφεδρεία για την περίπτωση που κληθεί να διαχειριστεί πολιτικά την έξωθεν επιβολή ενός πιθανού αποκλεισμού από την ευρωζώνη.

Ο τρίτος ομιλητής ήταν ένα μάλλον «καταπιεσμένο» κουκουνάρι, άξιο της πολιτικής του μοίρας με τους συμμάχους που βρήκε κι έμπλεξε, που τσίταρε από μπογιόπουλο στη ρίαλ μέχρι κι έναν παλιό ευρωβουλευτή του κκε (ευφραιμίδη) και θύμισε ότι ιστορικά δεν είχε όλη η αριστερά ενιαία θέση στο ζήτημα της εοκ και της εε –σημειώνοντας τις θετικές του ψήφους του εσ. για την ένταξη στην εοκ και του συνασπισμού για το μάαστριχτ. Επέμεινε στο σημείο ότι ο ελληνικός λαός δε ρωτήθηκε ποτέ για όλα αυτά κι εν συνεχεία έδωσε αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία πχ για την χρεοκοπία της ελλάδας στα 1897 και την έξοδό της από την επιτήρηση μόλις το 1978 (ενώ τώρα ο ορίζοντας της αποπληρωμής είναι μειωμένος κατά μία με δύο δεκαετίες), για τα εσπα που πλούτισαν τον μπόμπολα και για άλλα ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος. Μέχρι που τον έκοψε ένας ελαφρώς σουρωμένος απ’ το κοινό, που δεν είχε ούτε πέντε λεπτά στη συζήτηση και του φώναξε: για το σήμερα πες!

Και με αυτό εισερχόμαστε στη ζώνη του λυκόφωτος και μια πιο προλεκάλτ διάσταση του διημέρου, που θα δώσει τον τόνο ως το τέλος του κειμένου. Γιατί έχω βαρεθεί ειλικρινά αυτή τη «σημερολογία» του «εδώ και τώρα» και τις «μικρές κινηματικές νίκες στο σήμερα» που έρχονται κατά κύματα κι όλο χαμένοι βγαίνουμε στο τέλος, άσο ημίχρονο – διπλό τελικό, με (αντικαπιταλιστική) ανατροπή. Ε ας φέρουμε και καμιά ισοπαλία βρε αδερφέ, όχι μόνο νίκες –και η μπάγερν γκελάρει πότε-πότε, δεν χάλασε ο κόσμος. Κι αρχίζει μετά να παίζει μηχανικά στο πικάπ του μυαλού μου το «σήμερα» της μαρινέλας, όπου ο poe xania τρολάρει και το τραγουδάει «τζήμερο, άσε με να σ’ αγαπάω τζήμερο». Γιατί να αναβάλουμε για αύριο εξάλλου τις αυταπάτες που μπορούμε να μοιραστούμε τζήμερο;

Ύστερα μίλησε κι άλλο ένα κουκουνάρι, από τους φίλους των γραμμάτων, που είπε πολύ σωστά πως και στη βρετανία που είναι εκτός ευρωζώνης δεν αλλάζει τίποτα επί της ουσίας προς το καλύτερο. Δίκιο έχει αλλά πού να το βρει. Κι εγώ θα πρόσθετα πως και στη νορβηγία που δεν είναι ενταγμένη στην εε η ταξική ουσία του πράγματος παραμένει η ίδια και δεν αλλάζει, παρά μόνο για τον καζάκη που την αναφέρει συχνά ως πρότυπο και παράδειγμα προς μίμηση.

Κι ύστερα το κουκουνάρι είπε πως αυτή η ιστορία με τα μέτωπα του θυμίζει τον ψαρά με το δόλωμα που περιμένει τους άλλους να τσιμπήσουν στην πρότασή του –αν κατάλαβα καλά τον παραλληλισμό. Άσε που καμιά φορά μπορεί να μπλεχτούν στην πετονιά και τίποτα σκουπίδια –λέω εγώ. Και ξέρεις σφε αναγνώστη τι θα κολλούσε να γίνει στο καπάκι; Να βγει ο αλαβάνος πχ και να τραγουδήσει αντί απάντησης το διασκευασμένο ρεμπέτικο που λένε μεταξύ τους οι αρασίτες σύντροφοι της τσίχλη.
Γιατί δε με θες ναρίτη, επειδή είμαι (ψ)αράς;

Πιο πριν ένας φοιτητής, που δεν ξέρω αν του ξέφευγαν ή τα εννοούσε, έλεγε πως οι μυημένοι που έχουν παρακολουθήσει από κοντά τη δημιουργία του δημοτικού σχήματος, θα έμειναν μάλλον με την εντύπωση ότι... «σφαχτήκαμε μεταξύ μας». Αλλά οι παραδόσεις της πλουραλιστικής, ανανεωτικής αριστεράς επιβάλλουν να συζητιούνται και να επιλύονται ανοιχτά οι αντιθέσεις. Ναι αλλά έτσι που το διατύπωσε, είναι σα να ‘λεγε να πάρει κάθε κουζουλός ένα μαχαίρι για τα συντροφικά μαχαιρώματα και να δώσουν ραντεβού στα μαρμαρένια αλώνια να σφαχτούνε με διαφάνεια, μπροστά στο λαό. Αλλά το καλύτερο είναι άλλο: Ποιον ακριβώς εννοούσε λέγοντας «ανανεωτική αριστερά»; Τα εαακ;
Τα ύστερα της ιστορίας…

Ύστερα από ένα σημείο, η συζήτηση θύμιζε διαγωνισμό πλατφόρμερς σε ριάλιτυ –με προτεινόμενο όνομα τον τίτλο της ανάρτησης. Και με παράλληλο διαγωνισμό –το λεγόμενο drinking game- να πίνεις ένα ποτηράκι τσικουδιά, κάθε φορά που κάποιος λέει «ας πούμε» και να γίνεις ντίρλα πριν καν αρχίσουν οι συναυλίες.

Αν και οι περισσότεροι είχαν πιάσει ήδη θέση στην κερκίδα του συναυλιακού χώρου, σνομπάροντας τη συζήτηση. Αλλά δεν είχαν δίκιο, γιατί κάποιοι ταλαντούχοι πολυτεχνίτες της ενωτικής, μπορεί να μην είχαν τίποτα από τη νιότη του κόσμου και τη φρεσκάδα της ηλικίας τους αλλά σε κάποια σημεία του λόγου τους ήταν (μα τον τουτατί) σα να ραπάρουν σχεδόν, με το επιτηδευμένο στιλ και τις λέξεις φετίχ του χώρου για συμπλήρωμα. Και η σύνταξη έβγαινε περίπου ως εξής (Υ-Ρ-Α):
Ρα-πά-ρω, ρα-πά-ρω/ ας πούμε/ επίδικο
Ρα-πά-ρω, ρα-πά-ρω/ ας πούμε/ στοχοθεσία
Ρα-πά-ρω, ρα-πά-ρω/ ας πούμε/ επέκεινα
Και πάει λέγοντας…

Το καλύτερο βέβαια ήταν ο λιτός και περιεκτικός λόγος των πλατφόρμερς. Ένας φοιτητής μιλούσε ήδη κανά δεκάλεπτο κι ενώ περιμένεις το κλείσιμο, κάνει μια σύντομη παύση και λέει: «δεύτερο σύντροφοι…»
Τι εννοείς δεύτερο; Τόση ώρα στο πρώτο ήμασταν; Τι λε ρε λιοντάρι τρύφωνα; Μέχρι κι ο βέγγος, διαιτητής πυγμαχίας με το καμάρι της πλατανιάς ξάπλα στο ρινγκ, πιο γρήγορα θα έφτανε στο τρία.


Ένας άλλος εαακίτης πλατφόρμερ μιλούσε κι αυτός κανά δεκάλεπτο και ξαφνικά λέει: «τώρα, πώς θα το κάνουμε αυτό συγκεκριμένο». Γιατί τόση ώρα μας το έλεγε γενικά κι αφηρημένα, χωρίς τις πολλές λεπτομέρειες.
Είναι σαν εκείνη την ιστορία με το σπουργίτι του αρκά, που του δίνει ο ψυχίατρος μια μουτζούρα σε χαρτί να του πει τι βλέπει. Αλλά δεν ικανοποιείται με την προφανή απάντηση γιατί θέλει τη φαντασία να καλπάσει ελεύθερη. Κι ο μικρός αρχίζει να περιγράφει: έναν ιππότη, ένα δράκο, ένα κάστρο, τον βασιλιά και τη βασιλοπούλα, με στολές, δόντια, φωτιές, χρώματα και ένα σωρό λεπτομέρειες. Αυτά στο κάτω δεξιά μέρος. Στην υπόλοιπη εικόνα τώρα…

Να φανταστείς, ως και το κουκουνάρι επηρεάστηκε κάπως. Κι όταν ήρθε η σειρά του να μιλήσει, είπε πως αγχώθηκε γιατί οι προηγούμενοι δυο ομιλητές ήταν στον χρόνο τους, περιεκτικοί και σύντομοι, ενώ αυτός δεν ξέρει αν θα το κρατήσει. Ενώ το λογικό θα ήταν να αγχωνόταν για το αντίθετο, αν δηλ μιλούσαν με τις ώρες και δεν του είχε μείνει χρόνος να πει όσα ήθελε.

Θα μου πεις βέβαια σφε αναγνώστη πως αυτά είναι γνωστά κι αναμενόμενα. Αλλά καταφέρνουν πάντα να σου κάνουν εντύπωση –ιδίως αν έχεις ξεσυνηθίσει λίγο καιρό και σου ξανάρχονται ένα-ένα.
Ας κλείσουμε λοιπόν στο ίδιο μήκος κύματος, με το προλεκάλτ σχόλιο ενός φίλου που πέρασε από το φεστιβάλ της αραν στο ιβανώφειο και –δεν ξέρω τι ακριβώς είδε και αν τους αδικεί, αλλά- είπε στο τέλος ότι πρέπει βασικά να μετονομαστούν σε «αραπ» από το αριστερή αποσύνθεση. Θα τους πάει περισσότερο.
Τι είπες τώρα…

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Ο πι-πι για το κράτος και την επανάσταση

Το καφέ έναστρο στην κυριολεξία ξεχείλισε από κόσμο που γοητεύεται ακόμα από το άστρο του τσε γκεβάρα κι είχε γεμίσει ασφυκτικά κάθε γωνία του βιβλιοπωλείου, ως και τις εισόδους. Ανάμεσά τους κι ο νέος πρέσβης της κούβας στην ελλάδα, ίσως στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση στην χώρα μας, όπως μας πληροφόρησε ο πι-πι. Για δες μέρος που διάλεξε, ντεμπούτο για να κάνει...


Πρώτη στη σειρά μίλησε η καθηγήτρια νέδα κανελλοπούλου που έκανε μια σχεδόν αστική τοποθέτηση, σοσιαλδημοκρατικής χροιάς. Μας τόνισε τρεις φορές πως δε θα μιλήσει για την επανάσταση και επέλεξε να μιλήσει γενικά για τη σημασία του βιβλίου του καλτσώνη σε μια εποχή που διακηρύσσει το τέλος των ιδεολογιών και προβάλλει μια οικουμενική μη ιδεολογία. Μια αποϊδεολογικοποίηση που εκφράζεται σε διάφορα πεδία: τις δήθεν ουδέτερες αποφάσεις των τεχνοκρατών, τις συνταγές των μάνατζερ για την ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική συναίνεση, κτλ. Μίλησε επίσης για το θρίαμβο της γερμανίας στην εε, την παγκόσμια οικονομική εξουσία των αγορών και των τραπεζών και την απαξίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων με έναν ολοκληρωτικό τρόπο, που την ξενίζει...

Κότσαρε κάπου κι ότι η απεργία δεν είναι πλέον αποτελεσματικό μέσο, αλλά δεν έχουμε βρει το καινούριο, που θα την αντικαταστήσει. Συνέχισε με μια μικρή αναφορά στις θέσεις του καλτσώνη σχετικά με τη σύγχρονη αποικιοκρατία και την εθνική απεξαρτησία. Για να κλείσει με μια φράση του τσε για την αλήθεια –που την αναφέρει κι ο καλτσώνης στο βιβλίο του- συμπεραίνοντας ότι από αυτό πάσχει σήμερα η πολιτική (!), η οποία καλείται να πάρει θέση στο δίλημμα «μακιαβέλι ή τσε» -θυμίζοντας αρκετά το αντίστοιχο «μακιαβέλι ή μαρξ» της έλλης παππά.

Η σκυτάλη πέρασε στον πρόεδρο του ελληνοκουβανικού νίκου καρανδρέα, που είπε ότι 45 χρόνια μετά τη δολοφονία του ο τσε υπάρχει παντού: σε λάβαρα, αφίσες, μπλουζάκια και σε μια σειρά εμπορεύματα –μέχρι και μάρκα τσιγάρων έχει γίνει. Επίσης παρουσιάζεται με διάφορους τρόπους: ο τσε αυτόχειρας, ο τσε-χριστός, ή ο αντι-σοβιετικός και αντι-καστρικός τσε, για να στρεβλωθούν οι ιδέες του και η πορεία του.
Στη συνέχεια ακολούθησε τη δομή των κεφαλαίων του βιβλίου, και στάθηκε κάπως περισσότερο στη σημασία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ως προϋπόθεση για τη σοσιαλιστική επανάσταση και το άρθρο του τσε για το «σχεδιασμό και τη συνείδηση στη μετάβαση στο σοσιαλισμό», όπου αναπτύσσει τις ιδέες του σχετικά με το ρόλο των ηθικών κινήτρων και το προϋπολογιστικό σύστημα χρηματοδότησης, που κινούνταν σε διαφορετική κατεύθυνση με τις μεταρρυθμίσεις που συντελούνταν εκείνη την εποχή στη σοβιετική ένωση.

Στην ομιλία του κουβανού πρέσβη –που βρίσκεται λίγο καιρό στην ελλάδα και δε μπορούσε προφανώς να μας μιλήσει στα ελληνικά, ούτε να διαβάσει το βιβλίο για να εκφέρει προσωπική άποψη- υπήρχε ένα πρόβλημα στη μετάφραση από τα ισπανικά, που το έλυσε ο από μηχανής πι-πι, ο οποίος συμπλήρωνε δημιουργικά ό,τι δεν καταλάβαινε, ή το μάντευε από τα συμφραζόμενα, κι είναι άξιος συγχαρητηρίων για αυτό.

Ο πρέσβης σημείωσε την εντύπωση που του προκάλεσε ο κόσμος που συγκεντρώθηκε κι είπε ότι είναι αδύνατο να μιλήσει κανείς για τον τσε χωρίς να αναφερθεί στην κουβανική επανάσταση, ή να αντιπαραθέσει το ένα στο άλλο, όπως έχουν προσπαθήσει διάφοροι κατά καιρούς. Είπε ότι ο τσε δεν ήταν αργεντίνος, ούτε κουβανός, αλλά πολίτης του κόσμου. Κι ότι το πρώτιστο μέλημά του ήταν η προετοιμασία του νέου ανθρώπου, που θα οικοδομούσε τη νέα κοινωνία. Αναφέρθηκε στις πρώτες συναντήσεις του κάστρο με τον γκεβάρα, όπου ο τσε ζήτησε να μην υπάρχει καμία δέσμευση μετά τη νίκη του αγώνα τους, που να τον εμποδίζει να πάρει μέρος σε άλλα επαναστατικά κινήματα. Καθώς και στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του φιντέλ προς τον τσε, όπου εύχεται όλα τα παιδιά μας να του μοιάσουν και να γίνουν σαν αυτόν.

Ύστερα ήρθε η σειρά του παπακωνσταντίνου, που έκανε την πιο ενδιαφέρουσα ομιλία κι είπε περίπου τα εξής: η συζήτηση για το βιβλίο του καλτσώνη πριν από πέντε χρόνια θα έμενε πιθανότατα σ’ ένα στενό κύκλο μεταξύ μαρξιστών, αφού τα ζητήματα που πραγματεύεται δεν είχαν τεθεί στην ημερήσια διάταξη. Σήμερα όμως είναι εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς τα ζητήματα του κράτους και της επανάστασης αφορούν για πρώτη φορά ίσως τη δική του γενιά (δηλ του πι-πι) και η τρέχουσα μεγάλη κρίση ανοίγει μπροστά μας δυνατότητες για το καλύτερο και το χειρότερο.

Εκ πρώτης όψεως υπάρχει ένα παράδοξο σε μια μελέτη του θεωρητικού έργου του τσε, καθώς ο γκεβάρα δεν ήταν κυρίως θεωρητικός, αλλά ξεχώρισε χάρη στην επαναστατική πρακτική του. Υπάρχει επίσης και η αστική μυθοπλασία που αντιπαραθέτει το «ρομαντικό, desperado» τσε στο σκληρό ρεαλιστή φιντέλ, όπως έκανε με τη ρόζα λούξεμπουργκ και το λένιν. Στην πραγματικότητα βέβαια αυτό που δε μπορούν να συγχωρήσουν στον κάστρο είναι ότι έχει «θάψει» δέκα αμερικανούς προέδρους και πάει για τον ενδέκατο.

Υπάρχει επίσης ένα ακόμα παράδοξο που κάνει μερικούς να αναρωτιούνται: τι έχει να μας προσφέρει ο τσε σήμερα, που είναι μια τελείως διαφορετική εποχή, χωρίς «ανοιχτές» χούντες και δικτατορίες; Παρόλα αυτά το θεωρητικό έργο του τσε έχει να πει πολλά στο σημερινό αναγνώστη. Ειδικά ένα απόσπασμά του που μιλάει για την εθνική αστική τάξη, που στάθηκε ανίκανη να κρατήσει αγωνιστική στάση και να το επιλύσει, γιατί φοβάται περισσότερο τη λαϊκή επανάσταση, θα μπορούσε να έχει γραφτεί για τη σημερινή ελλάδα που υφίσταται έναν εθνικό εξευτελισμό, πρωτοφανή μετά τα χρόνια της κατοχής ή μάλλον το διεθνή οικονομικό έλεγχο που της επιβλήθηκε μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, στα 1897.

Σήμερα λοιπόν τίθεται εθνικό ζήτημα. Κι αυτό που προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι η στάση του κκε, που αποφεύγει να το θέσει, ενώ θα μπορούσε να προβάλει και να εκφράσει από προνομιακή θέση το εθνικό, αντι-ιμπεριαλιστικό αίσθημα του λαού, όπως είχε κάνει παλιότερα, στον πόλεμο της γιουγκοσλαβίας και την επίσκεψη κλίντον στην αθήνα –χαίροντας γενικής εκτίμησης για αυτή τη στάση του. Το κκε ακυρώνει με αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του και χαρίζει αυτό το πεδίο στο σύριζα, έναν χώρο που παραδοσιακά μειονεκτούσε –από την εποχή του κκε εσ.- στον αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα.
Ας μην ξεχνάμε ότι από αυτόν τον χώρο προέρχεται το στέλεχος της δημαρ, που έγραψε το βιβλίο ιστορίας με το συνωστισμό της σμύρνης –όπου πέραν των άλλων δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην οκτωβριανή επανάσταση και το πώς προέκυψε η εσσδ. Αλλά και συναγωνιστές όπως ο μηλιός, που εσχάτως ταυτίζουν με τους ανεξάρτητους έλληνες –αν όχι με την χρυσή αυγή- όσους τολμούν να μιλήσουν για έξοδο από το ευρώ.

Αντίστοιχο ενδιαφέρον παρουσιάζει το βιβλίο και για τα ζητήματα της δημοκρατίας. Όχι τόσο για όσα λέει ο τσε για τις χούντες της εποχής του, αλλά για τις εκτιμήσεις του καλτσώνη περί νέου απολυταρχισμού κι ενός απολυταρχικού κράτους εκτάκτου ανάγκης, όπως το χαρακτήριζε ο γκράμσι –κι όπως φάνηκε με τις συλλήψεις συνδικαλιστών στη θεσσαλονίκη για την υπόθεση φούχτελ.

Στις σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας κρατάει ως σταθερά τον άξονα λένιν-τσε, χωρίς όμως να επαναλαμβάνει το σύνηθες λάθος κάποιων μαρξιστών που κρατάνε από το βλαδίμηρο μόνο το κράτος και επανάσταση, αλλά πετάνε το πριν και το μετά: από τις δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας, όπου εμφανίζεται για πρώτη φορά στο λένιν η έννοια της ηγεμονίας, που θα χρησιμοποιήσει αργότερα ο γκράμσι, μέχρι τον αριστερισμό, που είναι –σύμφωνα με τον πι-πι- το τελευταίο μεγάλο έργο του. Σε μια σειρά έργα και άρθρα του ο βλαδίμηρος μας διδάσκει κατ’ ουσίαν πώς να είμαστε επαναστάτες σε μη επαναστατικές εποχές. Αντίθετα με όσους μιλάνε διαρκώς για την Επανάσταση με έψιλον κεφαλαίο, χωρίς να παίρνουν υπόψη τους τη συνείδηση των ανθρώπων που καλούνται να την πραγματοποιήσουν.

Σήμερα όμως δεν χρειαζόμαστε συνθήματα παντός καιρού, όπως η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής – εξάλλου η επανάσταση στη ρωσία δεν έγινε με τέτοια αιτήματα- αλλά να σκεφτούμε τη λενινιστική έννοια του αδύναμου κρίκου (που ο πι-πι επιμένει να τον λέει αδύνατο), όχι με τη γεωγραφική έννοια, αλλά ψάχνοντας εκείνα τα συνθήματα που θα γίνουν κρίκοι και θα συσπειρώσουν τις μάζες. Μπορεί το πασόκ στην εποχή του να έκανε κάποιες μεταρρυθμίσεις, σήμερα όμως κανείς δε μπορεί να φανταστεί ότι θα παρθούν παρόμοια μέτρα χωρίς να υπάρξει σύγκρουση και χωρίς να επιφέρουν καίρια πλήγματα στο σύστημα.

Στη συνέχεια ο παπακωνσταντίνου αναφέρθηκε κριτικά (κι εν μέρει ίσως αυτοκριτικά προς το δικό του πολιτικό χώρο) στις δυνάμεις που προβάλλουν μόνο αρνητικά συνθήματα, χωρίς καμία θετική θέση –και δεν εννοούσε το κκε, που προβάλλει με το δικό του τρόπο κάποια θετικά συνθήματα. Αυτές οι δυνάμεις εγκλωβίζονται στην κουλτούρα του αντί και στοιχίζονται σε διάφορα τέτοια μέτωπα (της αντιπαγκοσμιοποίησης, το αντι-ιμπεριαλιστικό, κτλ), με στείρο καταγγελτικό λόγο, ξεχνώντας ότι δε μπορεί να υπάρξει καμία ρήξη κι ανατροπή, αν δεν έχεις κάτι να χτίσεις.

Ο πι-πι άφησε για το τέλος το ζήτημα του κόμματος που είναι αναντικατάστατη αξία, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε κατάρα, αν γίνει αυτοσκοπός και μετεξελιχθεί σε γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα. Όπως έλεγε κι ο τρότσκι εξάλλου (!) στην ιστορία της ρώσικης επανάστασης, οι μάζες είναι αυτές που κινούν το έμβολο της ιστορίας κι όχι το κόμμα. Στην κούβα άλλωστε η επανάσταση δεν έγινε από το τοπικό κκ –που ήταν κατά φαντασίαν μαρξιστικό-λενινιστικό), αλλά από το κίνημα της 21ης απρίλη, που κήρυσσε αρχικά πίστη στο αστικό σύνταγμα του 1940 –το ενιαίο κκ σχηματίστηκε αργότερα.

Τα κόμματα είναι οργανισμοί που αλλάζουν και δε μπορεί να υπάρχουν ελέω θεού ή ιστορίας κόμματα, που δεν αλλάζουν ποτέ –προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Ο πι-πι έκλεισε το θέμα με μια ιστορική παρατήρηση πάνω στο ζήτημα της διαλεκτικής μεταξύ πολιτικού μετώπου με την οργανωμένη πρωτοπορία του κόμματος. Λέμε συχνά ότι το κκε έφτιαξε το εαμ. Αλλά είναι εξίσου σωστό ότι και το εαμ έφτιαξε το κκε, που πριν την κατοχή βρισκόταν σε τραγική θέση, διαλυμένο σχεδόν από την ασφάλεια του μανιαδάκη.

Στον επίλογο ο παπακωνσταντίνου είπε ότι όσοι τηρούν κριτική στάση –κι όχι πολεμική- στα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, δικαιούνται να παραμένουν ιστορικά αισιόδοξοι, παρόλα αυτά –θυμίζοντας πολύ εκείνο το προεκλογικό «παρόλα όσα αριστερά» του μπιτσάκη με το οποίο πριμοδοτούσε εμμέσως το σύριζα.

Στο κλείσιμο της εκδήλωσης ο καλτσώνης ήταν κάπως αμήχανος –πιθανόν να μην περίμενε τόσο κόσμο στην παρουσίαση του βιβλίου του. Ευχαρίστησε πρώτα απ’ όλα τους φοιτητές του, που είχαν έρθει μαζικά στο καφέ έναστρο και του ανταπέδωσαν με ένα θερμό χειροκρότημα. Είπε ότι δεν ξέρει αν αυτό το βιβλίο είναι το καλύτερό του, αλλά σίγουρα το θέμα που πραγματεύεται είναι το αγαπημένο του. Ότι χρειαζόμαστε ένα επαναστατικό κόμμα, που δε θα διαχειρίζεται το σύστημα, αλλά δε θα είναι και βερμπαλιστικά αποκομμένο από το λαό. Κι ότι η απουσία του καθιστά πολύ δύσκολη τη διάνοιξη διόδων για την εθνική ανεξαρτησία και για μια πραγματική δημοκρατία, από το λαό για το λαό. Για να κλείσει κι αυτός με τη φράση του τσε για την αλήθεια.

Δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι ο καλτσώνης καταθέτει στο βιβλίο αυτό τις αλήθειες του, όπως τις καταλαβαίνει ο ίδιος. Η αλήθεια είναι όμως ότι κάποιος έπρεπε να θυμίσει στον πι-πι τη στάση του χώρου του τον καιρό της γιουγκοσλαβίας, και τα άσχημα αντανακλαστικά που επέδειξε. Να πει ότι ο τρότσκι είχε μια ιδιαίτερη ροπή στις γραφειοκρατικές μεθόδους κι αυτό αντανακλούσε εν μέρει και στις αντιλήψεις του για το κόμμα και τα συνδικάτα. Κι ότι η έννοια του αδύναμου κρίκου περιέχει και τη γεωγραφική διάσταση, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι τροτσκιστές για την παγκόσμια επανάσταση και το αδύνατο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια μόνο χώρα. Η αλήθεια είναι ότι σήμερα δεν αρκεί ένα μίνιμουμ πρόγραμμα μεταβατικών αιτημάτων και μεταρρυθμίσεων για να μας σώσει από «την καταστροφή που μας απειλεί» και να κερδίσει τις μάζες. Κι ότι το βιβλίο του καλτσώνη –που δεν έχω προλάβει να το διαβάσω- δεν χρειαζόταν τη ρητορική δεινότητα και τον τροτσκίζοντα πολιτικό λόγο του πι-πι, για να κερδίσει πόντους.

Η αλήθεια είναι ότι κάποιος έπρεπε να τα πει όλα αυτά στον πι-πι, για να ανοίξει τουλάχιστον η πολιτική συζήτηση. Κι αυτός ο κάποιος ήταν ο ίδιος ο καλτσώνης, εφόσον δε μίλησε κανείς άλλος μετά από αυτόν –μόνο ένας σύντροφος διέκοψε σε κάποια φάση τον πι-πι, λέγοντάς του ότι αλλάζει το θέμα της εκδήλωσης. Αλλά αυτή η συζήτηση δεν άνοιξε ποτέ. Κι όπως είπε στο τέλος ο πι-πι συνεχίζεται στις ταβέρνες και τους χώρους κοινωνικής δικτύωσης!!

Φεύγοντας ένας παππούς μου είπε: «τι ανάλυση μας έκανε ο τύπος, ε;» εννοώντας προφανώς τον πι-πι. Αλλά δεν κατάλαβα αν το έλεγε σοβαρά ή για πλάκα. Κατά έναν περίεργο τόπο άλλωστε ίσχυαν και τα δύο. Είναι αυτή η οπορτουνιστική μαεστρία, που έλεγε κι ο γραμματέας του χρηματοπιστωτικού (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση).

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Μα έχω πάθει εξάρτηση

Χτες η κε του μπλοκ βρέθηκε στα εξάρχεια στην εκδήλωση βιβλιοπαρουσίασης του βιβλίου του λιόση «ιμπεριαλισμός και εξάρτηση» με ομιλητές τους μαυρουδέα, χρύση και καλτσώνη. Αφήνοντας για το τέλος τις σάλτσες και κατά μέρους τις αξιολογικές κρίσεις, προχωράμε στην ουσία και την παρουσίαση των εισηγητικών ομιλιών.

Δεύτερος στη σειρά μίλησε ο χρύσης, που είπε ότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου του λιόση, του ήρθε αρκετές φορές στο νου η φράση του λένιν για την «πολιτική που είναι συμπυκνωμένη οικονομία και δε μπορεί παρά να έχει τα πρωτεία στη μεταξύ τους σχέση».

Έκανε μια περιληπτική αναφορά στα μέρη που περιέχει το βιβλίο, από την οποία ξεχώρισα(ν) τρία σημεία. Α. την εκτίμηση ότι οι απαρχές του σχήματος της αλληλεξάρτησης βρίσκονται στη μπροσούρα του πουλιόπουλου για τον χαρακτήρα της επανάστασης στην ελλάδα (αν κατάλαβα καλά η εκτίμηση αυτή ανήκει στο λιόση κι όχι στον χρύση). Β. τη θέση ότι τα αστικά επιτελεία χρησιμοποίησαν παρόμοιο σκεπτικό με τη σύγχρονη θέση του κουκουέ (ισχυρή, ιμπεριαλιστική ελλάδα) για να παραπλανήσουν το λαό ότι δεν κινδυνεύει απ’ τις συνέπειες της κρίσης (θέση που μάλλον συμμερίζονται αμφότεροι). Γ. Ότι ο λιόσης ασκεί κριτική υπό αυτό το πρίσμα και σε άλλους χώρους, πχ στο περιοδικό «θέσεις» του μηλιού και μια ηπιότερη στο ναρ, στο οποίο εντοπίζει αντιφάσεις και μια ποικιλομορφία απόψεων.

Ύστερα συνέχισε σε πιο προσωπικό τόνο, με μερικά δικά του ερωτήματα και προβληματισμούς.
Α. Ο λιόσης έπρεπε –πέρα από την επισήμανση της σύγχρονης βασικής αντίθεσης «κεφάλαιο εργασία»- να επιμείνει περισσότερο στους ιδιαίτερους όρους με τους οποίους τίθονται σήμερα τα διαλεκτικά δίπολα «ταξικό-εθνικό» και «εθνικό-διεθνές». Ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως ότι ο συγγραφέας –εάν έχω καταλάβει καλά- κάνει διάκριση μεταξύ της βασικής (κεφάλαιο-εργασία) και της κυρίαρχης αντίθεσης (μονοπώλια-λαός), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αντιπαραθέτει καλά τη μία στην άλλη.
Β. Ενώ επισημαίνεται εύστοχα η απορρόφηση της τακτικής από τη στρατηγική μέσω του σχήματος της αλληλεξάρτησης, δε δίνεται απάντηση στο ερώτημα: «ποια στρατηγική; Και σε ποιο σοσιαλισμό; Μήπως αυτόν που γνωρίσαμε;» Σε αυτό το τελευταίο η απάντηση του χρύση, όπως έχει κατατεθεί και στον τελευταίο προσυνεδριακό του κκε, είναι σαφώς αρνητική.
Γ. Πώς ορίζουμε το υποκείμενο και τον χαρακτήρα του μετώπου που θέλουμε, χωρίς να προηγηθεί μια σε βάθος μελέτη της ελληνικής κοινωνίας, του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού και της κατάστασης της εργατικής τάξης στην ελλάδα;
Και Δ. Ένα κρίσιμο ζητούμενο είναι η διεύρυνση του περιεχομένου της έννοιας της εξάρτησης με την πολιτιστική της μορφή (ή πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, όπως έχει καθιερωθεί ως όρος).
Σημειωτέον ότι τα ζητήματα αυτά δεν απαντήθηκαν στη συνέχεια της παρουσίασης από το συγγραφέα, πιθανότατα γιατί είχε ήδη απαντήσει στα περισσότερα στο βιβλίο του.

Ο χρύσης έκλεισε την παρέμβασή του τονίζοντας την ανάγκη να αναπτυχθεί μια κουλτούρα ανοιχτού διαλόγου, μεταξύ αυτών που έχουν ως σημείο αναφοράς τη –μέχρι τώρα- λενινιστική παράδοση του κκε κι αυτών που την αμφισβήτησαν (συγκαταλέγοντας μάλλον τον εαυτό τους στους δεύτερους), αυτών που προσβλέπουν –αν τους ερμηνεύει καλά- στην «επιστροφή σε ένα συνεπές κκε» κι αυτών που θέλουν την επιστροφή στο μέλλον. Ένας διάλογος ακόμα και με –την ευρύτερη έννοια- συναγωνιστές (φωτογραφίζοντας πιθανότατα κομμάτια του σύριζα) ή και με «οπαδούς» της συζητήσιμης θεωρίας του ολοκληρωτικού καπιταλισμού (βλέπε ναρ).

Τρίτος και τελευταίος ομιλητής –πλην του λιόση- ήταν ο δημήτρης καλτσώνης. Αρχικά έκανε κάποια προσωπικά σχόλια για το συγγραφέα, με τον οποίο τον δένει φιλία χρόνων –πχ για τα καλλιγραφικά του γράμματα στα περιθώρια των βιβλίων. Μετά μίλησε για την επικαιρότητα του θέματος του βιβλίου, βάζοντας το τρίπτυχο: μονομερής διαγραφή του χρέους (ο φαύλος κύκλος του οποίου κρατάει από το 1823, με το πρώτο δάνειο), ακύρωση του μνημονίου, και σύγκρουση με την εε.

Στο τέλος πρόσθεσε την πάλη για δημοκρατία (καθώς ξαναζούμε «εποχές πιουριφόι» και «φαινόμενα νεοαποικισμού») κι ανέλυσε περισσότερο μερικές πτυχές της (όχι επειδή είναι οι πιο βασικές του θέματος που εξετάζουμε, αλλά «από επαγγελματικό βίτσιο», όπως είπε ο ίδιος χαριτολογώντας).
Ήδη στο μετεμφυλιακό σύνταγμα του 1952 υπήρχε το άρθρο 112 που που υπεράσπιζε τα προνόμια του ξένου κεφαλαίου και το οποίο εισήγαγε σχεδόν αυτούσιο η χούντα στα δικά της «συνταγματικά» (εντός πολλών εισαγωγικών) κείμενα. Η επιστροφή στο δημοκρατικό πολίτευμα έγινε αρχικά με 15 άρθρα κατάργησης, εκ των οποίων το ένα προέβλεπε ό,τι και το άρθρο 112, αλλά ενισχυμένο. Στο ισχύον σύνταγμα η λογική αυτή διατηρήθηκε στο άρθρο 107, ενώ με την αναθεώρηση του 01’, προστέθηκε μία διάταξη στο άρθρο 28, που νομιμοποιεί τα δεσμά της εξάρτησης από την εε.

Αναφέρθηκε επίσης στο σύνταγμα της βενεζουέλας, όπου το άρθρο 13 απαγορεύει την ύπαρξη και εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων στην επικράτειά της, ενώ το άρθρο 303 κηρύσσει τον ορυκτό πλούτο και το πετρέλαιο δημόσια ιδιοκτησία.
Και συνέχισε με μια φράση του γκεβάρα για την εθνική ανεξαρτησία που ολοκληρώνεται μόνο με την οικονομική ανεξαρτησία. Για να κατακτήσεις κάτι, έλεγε ο τσε, πρέπει να το αφαιρέσεις από κάποιον άλλο, κι εμείς θα το αφαιρέσουμε από τα μονοπώλια.

Στο κλείσιμό του ο καλτσώνης μίλησε για την ποικιλία μορφών λαϊκού ελέγχου που θα ανοίξουν το δρόμο για ριζικές αλλαγές, για το λαό που συσσωρεύει πείρα και σοφία, και για την εθνική του υπερηφάνεια, που θα τον οδηγήσει στον ξεσηκωμό. Γιατί «σήμερα δε ζούμε σε μια εποχή υπαινιγμών, αλλά μια εποχή διαλεκτικής σκέψης και καθαρών λόγων».
Γενικώς ο καλτσώνης μίλησε λιγότερο από όλους και σε αντίθεση με τους προηγούμενους δυο ομιλητές, δεν άφησε καμία μπηχτή προς το κόμμα –ούτε καν έμμεση- παρά μόνο μερικές για το συνασπισμό –τον οποίο φωτογράφισε σε δυο σχόλιά του.

Στο σύντομο κλείσιμο που έκανε ο λιόσης είπε ότι δυο χρόνια πριν κανείς ίσως δε θα μπορούσε να φανταστεί τα δεδομένα της σημερινής κατάστασης. Ανεργία στο 25% και 50% στις νεότερες ηλικίες. Μεταναστευτικό ρεύμα κι αφαίμαξη επιστημονικού δυναμικού –κι όχι φτηνού εργατικού δυναμικού, όπως στις δεκαετίες του 50 και του 60. Αύξηση του αριθμού αυτοκτονιών, με την ελλάδα να περνά στην τρίτη θέση (από την τελευταία στην οποία βρισκόταν ανάμεσα στις χώρες της εε), με δύο αυτόχειρες ημερησίως για οικονομικούς λόγους. Υποσιτισμός μικρών παιδιών στα σχολεία, μισθοί πείνας κτλ.

Όλα αυτά έχουν σημαντικά παρεπόμενα, όπως την απώλεια 3,5 εκατομμύρια ψηφοφόρων για τους βασικούς πυλώνες του πολιτικού συστήματος, την ανησυχητική τάση ενίσχυσης της χρυσής αυγής στις εφηβικές ηλικίες και τα σχολεία, (όπως είχε κι ο ίδιος την ευκαιρία να διαπιστώσει ως εκπαιδευτικός), και συνολικά μια κατάσταση που θυμίζει αρκετά τη γερμανία του μεσοπολέμου. Αυτή καθιστά επιτακτική την ανάγκη συγκρότησης ενός μετώπου με ααδμ χαρακτηριστικά, στα οποία ο λιόσης προσέθεσε τον επιθετικό προσδιορισμό «πατριωτικό».

Μετά αναφέρθηκε κι αυτός συνοπτικά στα μέρη και τα περιεχόμενα του βιβλίου του. Τον ορισμό του ιμπεριαλισμού, την εποχή που είναι κατάστικτη από ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τα παραδείγματα της χιλής, της κούβας και το πιο πρόσφατο της γιουγκοσλαβίας, την περίπτωση της ελλάδας (σχέδιο μάρσαλ, επιβολή χούντας κτλ), την εθνική ανεξαρτησία που απωλέσαμε (ναι, αλλά πότε την είχαμε και την χάσαμε;) μέχρι και τις ντομάτες βελγίου στα σούπερ μάρκετ. Απέφυγε ωστόσο να επεκταθεί στα πιο βαριά, θεωρητικά ζητήματα, για τα οποία το κοινό του –στην πλειοψηφία του τουλάχιστον- ήταν μάλλον ανυποψίαστο.

Στο τέλος έκλεισε με τους στίχους του φώντα λάδη από την χρυσή δεκαετία με τις βάτες.

Τα πορτοκάλια απούλητα
Τα μήλα πεταμένα
Κι οι γέροι στα μπαλκόνια τους
Σα φύλλα μαραμένα

Κι εμείς στην πόλη μια ζωή
Υπάλληλοι κι εργάτες
Να κουβαλάμε ολημερίς
Τα αφεντικά στις πλάτες

Κι απέξω από την πόρτα μας
Οι ξένοι σούρτα φέρτα
Το αίμα, τον ιδρώτα μας
Να πίνουνε αβέρτα

Η εκδήλωση έκλεισε με εισπρακτική επιτυχία για το εκδοτικό του κψμ, που πούλησε αρκετά κομμάτια, αλλά χωρίς να ακολουθήσει κάποιος γύρος ερωτήσεων, παρεμβάσεων κτλ. Μετά το τέλος η κε του μπλοκ διέκρινε ανάμεσα στους παρόντες, στα πηγαδάκια που σχηματίστηκαν, το γιώργο ρούση –που είναι επιστήθιος φίλος του χρύση- κι ένα μικρό κλιμάκιο της ανταρσύα –με χάγιο, πι σωτήρη, τουλιάτο- που είχαν μόλις τελείωσει από το πανελλαδικό τους συντονιστικό στην ασοεε.

Από ένα πρόχειρο ξεφύλλισμα του βιβλίου πρόλαβα να σημειώσω τα εξής ενδιαφέροντα.
Ο λιόσης λέει ότι το σχήμα της εξάρτησης δεν αποτελεί θεωρία, όπως λένε οι αντίπαλοί του. Στέκεται ενάντια σε όσους μιλάνε για κατοχή στη σημερινή συγκυρία. Θεωρεί ότι η χρήση του όρου «εξάρτηση» δε σημαίνει ότι η εγχώρια αστική τάξη δε συμμετέχει οικειοθελώς στην εε  και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Παραδέχεται ότι στις ομιλίες της αλέκας υπάρχουν συχνές αναφορές στην εξάρτηση (αλλά ότι η κυρίαρχη άποψη του κόμματος είναι εντελώς διαφορετική. Κι ασκεί κριτική –πέραν του κκε- στις Θέσεις του μηλιού και τις θέσεις του ναρ, τσιτάροντας όμως κυρίως δελαστίκ, ο οποίος γράφει σε σταθερή βάση τα δικά του, και δεν είναι ακριβώς αντιπροσωπευτικό δείγμα για τις απόψεις του ρεύματος. Περισσότερα θα μπορούμε να πούμε μετά την ανάγνωσή του.

Σε κάθε περίπτωση η κε του μπλοκ πιστεύει ότι το βιβλίο του λιόση είναι ενδιαφέρον και χρήζει «αντιμετώπισης» από την πλευρά του κόμματος με δύο συγκεκριμένους τρόπους. α. απάντηση-βιβλιοκριτική, πχ με ένα θεωρητικό άρθρο στην κομεπ. β. έκδοση βιβλίων και μελετών –μικρές μπροσούρες πχ- με αντίστοιχη θεματολογία –για την εξάρτηση ειδικά και τον ελληνικό καπιταλισμό γενικότερα.

Κι ο πρώτος ομιλητής; Γιατί παραλείψαμε την παρέμβαση του μαυρουδέα; Αυτή παραλείφτηκε σκόπιμα, για να τη δούμε ξεχωριστά, σε επόμενη ανάρτηση, καθώς –κατά την προσωπική μου αντίληψη- είχε και το περισσότερο ζουμί.