Χτες στην
αθήνα έγιναν μαζικές διαδηλώσεις για το σπάσιμο της απαγόρευσης των
κινητοποιήσεων, με το σύριζα να σπάει τελικά το σπάσιμο και να εξαφανίζεται από
νωρίς, εφόσον δεν υπήρχε αυτή τη φορά κάποιο κοινοβουλευτικό σόου, και με τα
μπλοκ της ανταρσύα να πνίγονται στα χημικά από τις κρατικές δυνάμεις
καταστολής. Μερικοί κοντόφθαλμοι προσπάθησαν να το κεφαλαιοποιήσουν αυτό
ενάντια στο παμε που μπλόκαρε στην πανεπιστημίου και δεν κατάφερε να φτάσει στο
σύνταγμα. Με τη λογική τους δηλ έπρεπε προφανώς οι δικοί μας να περάσουν πάνω
από τα προπορευόμενα μπλοκ ή να τα ανοίξουν μαγικά στα δύο, όπως ο μωυσής την
ερυθρά θάλασσα. Μην παραξενεύεσαι σφε αναγνώστη, αυτό το σκεπτικό είχαν πχ και
για την 20ή οκτώβρη, τότε που είχαν μείνει πιο πίσω και το παμε «περιφρουρούσε
το κοινοβούλιο» και τους εμπόδισε να καταλάβουν τη βουλή, τα χειμερινά ανάκτορα
και την ανατολική θράκη.
Τιμής
ένεκεν ωστόσο η κε του μπλοκ θα καταπιαστεί σήμερα με τα/την εαακ και το
πρόσφατο αντιπολεμικό διήμερο που διοργάνωσαν για 13η συνεχή χρονιά
στα χανιά και για πρώτη φορά χωρίς εισιτήριο, με κουτιά προαιρετικής ενίσχυσης στην
είσοδο –αν και πρέπει να τους πήρε αρκετές ώρες και μερικά ηρεμιστικά μέχρι να
το συναποφασίσουν με την εξοντωτική αρχή της ομοφωνίας. Πρέπει όμως να δώσω
προκαταβολικά μερικές εκατέρωθεν διευκρινίσεις: α. όποιος (ψευδώνυμα δε λέμε,
υπολήψεις δε θίγουμε) το εκλαμβάνει αυτό ως «σαλιαρίσματα με τους αριστεριστές»
κτλ, δεν χρειάζεται να υποβάλει τον εαυτό του σε τέτοιο μαρτύριο και να
διαβάσει το κείμενο, και β. έχοντας αρκετό καιρό να έρθω σε επαφή με τον χώρο,
πήρα μπόλικη δόση μαζεμένη και μου βγήκαν αυθόρμητα ορισμένα αντανακλαστικά, τα
οποία ωστόσο αφορούν καθαρά το (παρα)πολιτικό κομμάτι και δεν απαξιώνουν
συνολικά την αξιέπαινη προσπάθεια του διημέρου, που έχει καθιερωθεί πλέον ως
θεσμός για την πόλη. Κι η γκαντεμιά της υπόθεσης είναι πως ενώ όλη την εβδομάδα
είχε σχεδόν καιρό για μπάνιο, τις ημέρες του διημέρου, έπεσε αισθητά η
θερμοκρασία κι αυτό μπορεί να αποθάρρυνε έναν κόσμο από το να κάνει ένα πέρασμα
από το πάρκο ειρήνης.
Την πρώτη
μέρα το πολιτικό πρόγραμμα είχε συζήτηση για το φασιστικό κίνδυνο και την
απάντηση του κινήματος με το μήτσο από το φυσικό. Εμείς πήγαμε τη δεύτερη μέρα
στη συζήτηση για την εε και πέσαμε διάνα, ακόμα κι όταν κάναμε λάθος συνεννόηση
με μια αφίσα και πήγαμε με δυο σχεδόν ώρες καθυστέρηση. Αλλά τελικά, μόλις τότε
άρχιζε η συζήτηση. Και στην είσοδο μας προσπέρασε τρέχοντας κι αλαφιασμένος ο
καλτσώνης, που μάλλον είχε αργήσει ή έφερνε απέξω κάτι που ξέχασε. Και στο
τέλος της εκδήλωσης το είχε δαγκώσει και σηκώθηκε όρθιος να ζεσταθεί κάπως. Από
μια άποψη συμμεριζόμουν κι εγώ αυτή την παγωμάρα ως αίσθηση, όχι τόσο λόγω της θερμοκρασίας
–βόρειος και εύσωμος γαρ- αλλά από αυτά που είχαμε ακούσει. Μαζί του στο πάνελ
των ομιλητών ήταν η μαριάννα τσίχλη (που έχει μείνει στην αρας, αν δεν έχω
χάσει κάποιο επεισόδιο) από την εναλλακτική παρέμβαση δικηγόρων και ο τοπικός
υποψήφιος δήμαρχος (κυριακάκης) που τον έκοψα για κουκουνάρι ολκής και τον
λυπήθηκε πολιτικά η ψυχή μου με αυτά που έχει μπλέξει και τραβάει.
Η εισηγητική
ομιλία του καλτσώνη είχε κάποιες ενδιαφέρουσες επισημάνσεις για τον χαρακτήρα της
εε. Μίλησε για την ιδιομορφία της σύμπλεξης της ελληνικής αστικής τάξης στο
διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού που εκφράστηκε
τόσο σε ιστορικά γεγονότα (όπως τα παρκερικά του 19ου αιώνα και η
παρουσία μοίρας του αγγλικού στόλου στο γουδή το 1909, για να καθορίζει τις εξελίξεις)
όσο και σε άρθρα του εκάστοτε ελληνικού συντάγματος –που είναι πιο κοντά και
στο αντικείμενο του καλτσώνη- με δεσμευτικές διερμηνευτικές δηλώσεις που δεν
κρίθηκαν απαραίτητες σε άλλες χώρες-μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης. Αναφέρθηκε στο
χρέος ως βασικό μοχλό της εξάρτησης, το ελλειμματικό αγροτικό ισοζύγιο μετά από
την ένταξη της ελλάδας στην εοκ, στην επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων μέσω των εσπα
και την αποσάθρωση της παραγωγικής μας βάσης.
Και
έφτασε στο δια ταύτα: «τι να κάνουμε». Μια λύση που περνά υποχρεωτικά από τη
διαγραφή του χρέους και το κόψιμο του γόρδιου δεσμού της εε –ενώ βρήκε ευκαιρία
να σχολιάσει καυστικά και τις θέσεις του σταθάκη για το επαχθές χρέος και του
σύριζα για μια προοδευτική μετάλλαξη της εε. Για να κλείσει λέγοντας πως
χρειάζονται δύο πράγματα: ενότητα κι ενότητα (ο βλαδίμηρος θα πρόσθετε κι ένα
τρίτο: ενότητα), η οποία νοείται σε δύο επίπεδα, τα οποία δεν άκουσα γιατί σε
αυτό το σημείο μιλούσα με το διπλανό μου, συγκράτησα όμως το δίπολο «ανεξαρτησία-λαϊκή
κυριαρχία» όπως και την κατακλείδα για την ανάγκη να δημιουργηθεί (όχι ένα
ααδμ, αλλά) ένα νέο εαμ.
Που το
εξειδίκευσε κάπως στη δευτερολογία, μιλώντας για μίνιμουμ και μάξιμουμ
πρόγραμμα και την προτεραιότητα του πρώτου. Γιατί αν μιλήσει στους μαθητές του
στη σχολή για την επανάσταση, το σοσιαλισμό και την κοινωνικοποίηση, θα πουν:
πάει το ‘χασε ο καλτσώνης. Ενώ αν τους μιλήσει για παραγωγική ανασυγκρότηση της
χώρας, που δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια της εε, θα καθίσουν να τον ακούσουν
κι ενδέχεται να συμφωνήσουν. Γιατί το θέμα δεν είναι να απευθυνθούμε στους χιλιάδες
αλλά στα εκατομμύρια.
Αυτό βέβαια
δε συνιστά πολύ ισχυρό επιχείρημα, γιατί η «αυθόρμητη συνείδηση» μπορεί να
ενθουσιαζόταν κι αν κάποιος τρίτος έριχνε το σύνθημα «έξω οι μετανάστες», που
θα έδινε υποτίθεται άμεση λύση στα ζωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν, με
πολύ πιο πειστικό κι απτό τρόπο από οποιοδήποτε πρόγραμμα (μεταβατικό ή
μίνιμουν) της αριστεράς. Θέλω να πω δηλ ότι η συνείδηση ζυμώνεται σαφώς από την
πείρα της στο πεδίο της πράξης (και όχι μόνο της θεωρητικής ζύμωσης), αλλά αυτό
δεν μπορεί να περιοριστεί σχηματικά στα άμεσα κι ευκόλως εννοούμενα από τον κόσμο,
χωρίς να δείχνει την προοπτική. Πόσο μάλλον που η διέξοδος από την κρίση
απαιτεί μια συνολική πρόταση κι όχι κάποια μεσοβέζικα βήματα.
Από αυτό
το τελευταίο πιάστηκε πάντως κι η τσίχλη (δε θα μπορούσα να συμφωνήσω
περισσότερο) προς επίρρωση όσων είχε πει προηγουμένως (για την αναγκαιότητα ενός
μετώπου ενάντια στο ευρώ, το οποίο –δε μας το είπε αλλά εξυπακούεται- θα
χωρούσε προφανώς το σχέδιο β’ του αλαβάνου και ένας μηλιός ξέρει ποιον άλλο). Τα
οποία μου φάνηκαν αρκετά γνωστά και οικεία γιατί ουσιαστικά τα είχα
ξαναδιαβάσει πρόσφατα και με πανομοιότυπες διατυπώσεις σε κάποια σημεία σε ένα
άρθρο του πι σωτήρη για την κυβέρνηση της αριστεράς –αλτουσεριανός και αυτός,
αλλά σε άλλη οργάνωση της ανταρσύα.
Τι άλλο
μας είπε η τσίχλη; Καταρχάς πως σε αντίθεση με κάποιες εκτιμήσεις από αριστερή
σκοπιά (χωρίς να μας πει όμως ποιες) δεν έχουμε μια γενικευμένη κατάρρευση του
συστήματος, αλλά μια σχετική σταθεροποίηση και υποτυπώδη ανάπτυξη –αναιμική και
με αντιφατικά χαρακτηριστικά μεν, ωστόσο ανάπτυξη. Για να περάσει στον ελληνικό
σχηματισμό και τη σχετική ύφεση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων μετά το 12’. Και
να προσθέσει λίγο μετά ότι το σύστημα σήμερα δεν έχει περιθώρια για παραχωρήσεις
–ή για να το εκφράσουμε διαφορετικά:
Σε συνθήκες πολιτικής κι ιδεολογικής
πόλωσης, σε συνθήκες ενός ιδιότυπου ακήρυχτου εμφυλίου πολέμου, σε συνθήκες
μιας μεταηγεμονικής και μεταδημοκρατικής συνθήκης, δεν υπάρχει περιθώριο να
λειτουργήσει ο κλασικός μηχανισμός της πίεσης από τα κάτω για αναπροσαρμογές της
κυρίαρχης πολιτικής, δεν είναι σε
λειτουργία ο μηχανισμός του «κινηματικού εκβιασμού». Αντίθετα η έμφαση
είναι στην πλήρη κατίσχυση από την πλευρά των κυρίαρχων δυνάμεων. Με αυτή την
έννοια, μόνο μια τομή στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας, μόνο η κατάληψη της πολιτικής
και κυβερνητικής εξουσίας με τρόπο που εκπροσωπεί τις υποτελείς κοινωνικές
τάξεις μπορεί να βάλει φραγμό στο μηχανισμό της καταστροφής
όπως
λέει ο πι σωτήρης στο άρθρο του στο συλλογικό βιβλίο «κυβέρνηση της αριστεράς»,
εκδόσεις τόπος, σελ 59.
Το
ωραίο της υπόθεσης βέβαια είναι πως αυτήν ακριβώς την άποψη χρεώνει η ανταρσύα
στο κόμμα, που τα παραπέμπει όλα στη δευτέρα παρουσία ή μάλλον «στο επέκεινα», όπως
είπε και η τσίχλη, που ακούγεται και πιο ψαγμένη λέξη. Ενώ ο σύριζα; Ο σύριζα
λέει ναι μεν κάνει δεξιά στροφή, αλλά δεν αποτελεί στήριγμα της αστικής τάξης ή
μια επανάληψη του πασόκ. Γιατί το πασόκ ήταν καθαρά μια εναλλακτική στρατηγική για
την αστική τάξη, σε αντίθεση με το σύριζα (κάτι που φαίνεται κι από τα
δημοσκοπικά ζόρια που αντιμετωπίζει).
Γενικώς
πάντως υπήρχε μια αγωνία σε κάποιους που πήραν και στη συνέχεια το λόγο να αποδείξουν
ότι το κουκουέ έχει λαθεμένες εκτιμήσεις είτε για το σύριζα είτε για τη στήριξη
ή μη της εξόδου από την ευρωζώνη από μια μερίδα του ελληνικού κεφαλαίου που
πλήττεται. Εγώ αυτό που καταλαβαίνω πάντως –χωρίς να αποκλείω να υπάρχει όντως
τέτοια μερίδα και χωρίς να προσπαθώ να ερμηνεύσω πολιτικά τις θέσεις του κόμματος-
είναι ότι η αστική τάξη προετοιμάζεται με ενιαίο πλάνο και σχέδιο για κάθε
ενδεχόμενο, έχοντας τον σύριζα ως βασική πολιτική εφεδρεία για την περίπτωση
που κληθεί να διαχειριστεί πολιτικά την έξωθεν επιβολή ενός πιθανού αποκλεισμού
από την ευρωζώνη.
Ο τρίτος
ομιλητής ήταν ένα μάλλον «καταπιεσμένο» κουκουνάρι, άξιο της πολιτικής του
μοίρας με τους συμμάχους που βρήκε κι έμπλεξε, που τσίταρε από μπογιόπουλο στη
ρίαλ μέχρι κι έναν παλιό ευρωβουλευτή του κκε (ευφραιμίδη) και θύμισε ότι
ιστορικά δεν είχε όλη η αριστερά ενιαία θέση στο ζήτημα της εοκ και της εε –σημειώνοντας
τις θετικές του ψήφους του εσ. για την ένταξη στην εοκ και του συνασπισμού για
το μάαστριχτ. Επέμεινε στο σημείο ότι ο ελληνικός λαός δε ρωτήθηκε ποτέ για όλα
αυτά κι εν συνεχεία έδωσε αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία πχ για την χρεοκοπία της
ελλάδας στα 1897 και την έξοδό της από την επιτήρηση μόλις το 1978 (ενώ τώρα ο
ορίζοντας της αποπληρωμής είναι μειωμένος κατά μία με δύο δεκαετίες), για τα
εσπα που πλούτισαν τον μπόμπολα και για άλλα ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος. Μέχρι
που τον έκοψε ένας ελαφρώς σουρωμένος απ’ το κοινό, που δεν είχε ούτε πέντε
λεπτά στη συζήτηση και του φώναξε: για το σήμερα πες!
Και με
αυτό εισερχόμαστε στη ζώνη του λυκόφωτος και μια πιο προλεκάλτ διάσταση του
διημέρου, που θα δώσει τον τόνο ως το τέλος του κειμένου. Γιατί έχω βαρεθεί
ειλικρινά αυτή τη «σημερολογία» του «εδώ και τώρα» και τις «μικρές κινηματικές
νίκες στο σήμερα» που έρχονται κατά κύματα κι όλο χαμένοι βγαίνουμε στο τέλος,
άσο ημίχρονο – διπλό τελικό, με (αντικαπιταλιστική) ανατροπή. Ε ας φέρουμε και
καμιά ισοπαλία βρε αδερφέ, όχι μόνο νίκες –και η μπάγερν γκελάρει πότε-πότε,
δεν χάλασε ο κόσμος. Κι αρχίζει μετά να παίζει μηχανικά στο πικάπ του μυαλού
μου το «σήμερα» της μαρινέλας, όπου ο poe xania τρολάρει και το τραγουδάει «τζήμερο,
άσε με να σ’ αγαπάω τζήμερο». Γιατί να αναβάλουμε για αύριο εξάλλου τις αυταπάτες
που μπορούμε να μοιραστούμε τζήμερο;
Ύστερα
μίλησε κι άλλο ένα κουκουνάρι, από τους φίλους των γραμμάτων, που είπε πολύ
σωστά πως και στη βρετανία που είναι εκτός ευρωζώνης δεν αλλάζει τίποτα επί της
ουσίας προς το καλύτερο. Δίκιο έχει αλλά πού να το βρει. Κι εγώ θα πρόσθετα πως
και στη νορβηγία που δεν είναι ενταγμένη στην εε η ταξική ουσία του πράγματος
παραμένει η ίδια και δεν αλλάζει, παρά μόνο για τον καζάκη που την αναφέρει
συχνά ως πρότυπο και παράδειγμα προς μίμηση.
Κι
ύστερα το κουκουνάρι είπε πως αυτή η ιστορία με τα μέτωπα του θυμίζει τον ψαρά
με το δόλωμα που περιμένει τους άλλους να τσιμπήσουν στην πρότασή του –αν κατάλαβα
καλά τον παραλληλισμό. Άσε που καμιά φορά μπορεί να μπλεχτούν στην πετονιά και
τίποτα σκουπίδια –λέω εγώ. Και ξέρεις σφε αναγνώστη τι θα κολλούσε να γίνει στο
καπάκι; Να βγει ο αλαβάνος πχ και να τραγουδήσει αντί απάντησης το
διασκευασμένο ρεμπέτικο που λένε μεταξύ τους οι αρασίτες σύντροφοι της τσίχλη.
Γιατί δε με θες ναρίτη, επειδή είμαι
(ψ)αράς;
Πιο πριν
ένας φοιτητής, που δεν ξέρω αν του ξέφευγαν ή τα εννοούσε, έλεγε πως οι μυημένοι
που έχουν παρακολουθήσει από κοντά τη δημιουργία του δημοτικού σχήματος, θα έμειναν
μάλλον με την εντύπωση ότι... «σφαχτήκαμε μεταξύ μας». Αλλά οι παραδόσεις της πλουραλιστικής,
ανανεωτικής αριστεράς επιβάλλουν να συζητιούνται και να επιλύονται ανοιχτά οι
αντιθέσεις. Ναι αλλά έτσι που το διατύπωσε, είναι σα να ‘λεγε να πάρει κάθε
κουζουλός ένα μαχαίρι για τα συντροφικά μαχαιρώματα και να δώσουν ραντεβού στα
μαρμαρένια αλώνια να σφαχτούνε με διαφάνεια, μπροστά στο λαό. Αλλά το καλύτερο
είναι άλλο: Ποιον ακριβώς εννοούσε λέγοντας «ανανεωτική αριστερά»; Τα εαακ;
Τα ύστερα
της ιστορίας…
Ύστερα
από ένα σημείο, η συζήτηση θύμιζε διαγωνισμό πλατφόρμερς σε ριάλιτυ –με προτεινόμενο
όνομα τον τίτλο της ανάρτησης. Και με παράλληλο διαγωνισμό –το λεγόμενο drinking game- να πίνεις ένα ποτηράκι τσικουδιά, κάθε
φορά που κάποιος λέει «ας πούμε» και να γίνεις ντίρλα πριν καν αρχίσουν οι
συναυλίες.
Αν και
οι περισσότεροι είχαν πιάσει ήδη θέση στην κερκίδα του συναυλιακού χώρου,
σνομπάροντας τη συζήτηση. Αλλά δεν είχαν δίκιο, γιατί κάποιοι ταλαντούχοι
πολυτεχνίτες της ενωτικής, μπορεί να μην είχαν τίποτα από τη νιότη του κόσμου
και τη φρεσκάδα της ηλικίας τους αλλά σε κάποια σημεία του λόγου τους ήταν (μα τον
τουτατί) σα να ραπάρουν σχεδόν, με το επιτηδευμένο στιλ και τις λέξεις φετίχ
του χώρου για συμπλήρωμα. Και η σύνταξη έβγαινε περίπου ως εξής (Υ-Ρ-Α):
Ρα-πά-ρω, ρα-πά-ρω/ ας πούμε/ επίδικο
Ρα-πά-ρω, ρα-πά-ρω/ ας πούμε/ στοχοθεσία
Ρα-πά-ρω, ρα-πά-ρω/ ας πούμε/ επέκεινα
Και πάει
λέγοντας…
Το καλύτερο
βέβαια ήταν ο λιτός και περιεκτικός λόγος των πλατφόρμερς. Ένας φοιτητής
μιλούσε ήδη κανά δεκάλεπτο κι ενώ περιμένεις το κλείσιμο, κάνει μια σύντομη παύση
και λέει: «δεύτερο σύντροφοι…»
Τι εννοείς
δεύτερο; Τόση ώρα στο πρώτο ήμασταν; Τι λε ρε λιοντάρι τρύφωνα; Μέχρι κι ο
βέγγος, διαιτητής πυγμαχίας με το καμάρι της πλατανιάς ξάπλα στο ρινγκ, πιο
γρήγορα θα έφτανε στο τρία.
Ένας άλλος
εαακίτης πλατφόρμερ μιλούσε κι αυτός κανά δεκάλεπτο και ξαφνικά λέει: «τώρα,
πώς θα το κάνουμε αυτό συγκεκριμένο». Γιατί τόση ώρα μας το έλεγε γενικά κι
αφηρημένα, χωρίς τις πολλές λεπτομέρειες.
Είναι
σαν εκείνη την ιστορία με το σπουργίτι του αρκά, που του δίνει ο ψυχίατρος μια
μουτζούρα σε χαρτί να του πει τι βλέπει. Αλλά δεν ικανοποιείται με την προφανή
απάντηση γιατί θέλει τη φαντασία να καλπάσει ελεύθερη. Κι ο μικρός αρχίζει να
περιγράφει: έναν ιππότη, ένα δράκο, ένα κάστρο, τον βασιλιά και τη βασιλοπούλα,
με στολές, δόντια, φωτιές, χρώματα και ένα σωρό λεπτομέρειες. Αυτά στο κάτω
δεξιά μέρος. Στην υπόλοιπη εικόνα τώρα…
Να φανταστείς,
ως και το κουκουνάρι επηρεάστηκε κάπως. Κι όταν ήρθε η σειρά του να μιλήσει, είπε
πως αγχώθηκε γιατί οι προηγούμενοι δυο ομιλητές ήταν στον χρόνο τους,
περιεκτικοί και σύντομοι, ενώ αυτός δεν ξέρει αν θα το κρατήσει. Ενώ το λογικό
θα ήταν να αγχωνόταν για το αντίθετο, αν δηλ μιλούσαν με τις ώρες και δεν του
είχε μείνει χρόνος να πει όσα ήθελε.
Θα μου
πεις βέβαια σφε αναγνώστη πως αυτά είναι γνωστά κι αναμενόμενα. Αλλά καταφέρνουν
πάντα να σου κάνουν εντύπωση –ιδίως αν έχεις ξεσυνηθίσει λίγο καιρό και σου
ξανάρχονται ένα-ένα.
Ας κλείσουμε
λοιπόν στο ίδιο μήκος κύματος, με το προλεκάλτ σχόλιο ενός φίλου που πέρασε από
το φεστιβάλ της αραν στο ιβανώφειο και –δεν ξέρω τι ακριβώς είδε και αν τους αδικεί,
αλλά- είπε στο τέλος ότι πρέπει βασικά να μετονομαστούν σε «αραπ» από το
αριστερή αποσύνθεση. Θα τους πάει περισσότερο.
Τι είπες τώρα…