Τις Κυριακές τους άλλοι τις αφιερώνουν στον Κύριο κι άλλοι στο σύγχρονο όπιο του λαού -το ποδόσφαιρο.
Λένε λοιπόν πως όταν εξήγησαν στο σφο με το μουστάκι, που πέθανε σαν σήμερα, τι είναι το ποδόσφαιρο -ένα άθλημα με εικοσιδύο παίκτες που το παρακολουθούν χιλιάδες θεατές στις κερκίδες- αυτός απάντησε πως ο δικός μας στόχος είναι το ακριβώς αντίθετο: χιλιάδες να παίζουν στο γήπεδο και εικοσιδύο να κάθονται στην κερκίδα (πιθανότατα αντεπαναστάτες, που θα έχουν αποβληθεί). Άλλο αν στην Ελλάδα, με το συναρπαστικό πρωτάθλημα και την υψηλή ποιότητα που προσφέρει, είχαμε φτάσει να κόβονται περίπου τόσα εισιτήρια πχ σε κάτι παιχνίδια του Ακράτητου που έπαιζε στην Α' Εθνική.
Κι είναι κρίμα που δε βρήκε ποτέ ο Στάλιν την ευκαιρία να αλληλεπιδράσει με το Λίνεκερ και το δικό του ορισμό για το ποδόσφαιρο -ένα άθλημα που παίζεται με δύο ομάδες από έντεκα παίκτες η καθεμιά και στο τέλος νικάνε πάντα οι Γερμανοί στα πέναλτι- για να χαμογελάσει ειρωνικά και να του πει:
-Γατάκι...
Θα ήταν βέβαια λιγάκι άβολο να παίζουν χιλιάδες μες στο γήπεδο, χαμός στο ίσιωμα κι άγριες καταστάσεις, που θυμίζουν κάπως την πρ(ωτ)όγονη μορφή του αθλήματος -δύο γειτονικά χωριά που κλοτσάν ένα κεφάλι σε διαφορετική κατεύθυνση το καθένα- αλλά παραπέμπουν στον ολοκληρωτικό πόλεμο, όπου δε συμμετέχει απλά ένας στρατός ή μια ομάδα, αλλά όλος ο λαός, ένα σώμα, μια ψυχή.
Κι είναι φυσικό μες στο χαμό να υπάρχουν κάποιες παρεκτροπές, λάθη και μερικές εκκαθαρίσεις-αποβολές για επικίνδυνο παιχνίδι. Μα περισσότερο από το αν ήταν δίκαιες ή άδικες οι κάρτες, το πιο βασικό είναι πως ήταν κόκκινες: αιματηρές, αλλά και στην ουσία τους, πολιτικά μιλώντας (τα εξηγεί ο Βλαντίμιρ Νικάκης στην μπροσούρα του για τις δίκαιες και άδικες κάρτες).
Ο αντίπαλος βρίσκεται πολλές φορές μέσα μας, καμουφλαρισμένος στις γραμμές μας, δένοντας τα κορδόνια του στη σέντρα ή αυτά των συμπαικτών του εν είδει σαμποτάζ. Αλλά ο Στάλιν κατάφερε να τον σβήσει από το γήπεδο -ενίοτε κι από την αναμνηστική φωτογραφία στο κέντρο του γηπέδου.
Αυτή είναι η άγρια ομορφιά του ποδοσφαίρου και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Κι ας λένε κάποιοι πως αυτό δεν ήταν σοσιαλισμός, με θέαμα και αρχές, όπου η υψηλή αισθητική θα πηγάζει από κάθε μας ανάσα, κάθε πάσα και κάθε τάκλιν, καθώς θα παίζουμε για τη χαρά του παιχνιδιού και της δημιουργίας, απαλλαγμένοι από τον καταναγκασμό και τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος.
Δεν μπορούμε όμως να πηδήσουμε πάνω από την πραγματικότητα -κι ας εφοδεύουμε προς τον ουρανό- όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε αρνητικούς συσχετισμούς, με παίκτη λιγότερο, και 14 καπιταλιστικές χώρες (μια ενδεκάδα συν το διαιτητικό τρίο) να πολιορκούν την εστία μας (που ήταν το 1/6 του γηπέδου). Δεν μπορείς να βγαίνεις πχ φουλ επίθεση για εξαγωγή της επανάστασης κόντρα σε πιο ισχυρό αντίπαλο, γιατί θα είσαι από χέρι χαμένος: καλώς τους τρότσκες, καλώς τα τρία-μηδέν.
Μπορείς όμως να στήσεις πολλά μικρά Στάλινγκραντ, για να εξουδετερώσεις τον εχθρό κι ύστερα να τον χτυπήσεις στις αντεπιθέσεις, ώσπου να καρφώσεις την κόκκινη σημαία στην εστία του.
Όταν παίζεις στο γήπεδο του αντίπαλου, άλλωστε, συνήθως δεν επιβάλλεις τους δικούς σου όρους, αλλά αναγκάζεσαι εν μέρει να τον αντιμετωπίσεις με τα δικά του όπλα. Εκτός κι αν δεν το κρίνουμε σκόπιμο, οπότε χάνουμε άνευ αγώνα, αλλά κρατάμε το αήττητο και την καθαρότητα των ιδεών και της φανέλας, που δεν ίδρωσε ποτέ.
Αν παίρναμε τοις μετρητοίς τις επικρίσεις των εχθρών του σφου με το μουστάκι, θα πιστεύαμε πως είναι μια χρυσή μετριότητα, με φτωχή στρατηγική σκέψη. Ένας δικτάτορας των αποδυτηρίων, που καθάρισε όλους τους βετεράνους (παλιά φρουρά) κι όλους τους καλούς παίκτες, γιατί ήθελε να 'ναι πάνω από όλους και δεν ανεχόταν να απειλούνται τα πρωτεία του. Κι αν έκανε ορισμένες επιτυχίες, είναι γιατί βρήκε έτοιμη, στρωμένη ομάδα από το Βλαδίμηρο. Στην καλύτερη, ήταν απλά ένας καλός τακτικιστής, γνώστης της real-politic, με την οποία κατάφερνε επιμέρους, βραχυπρόθεσμες νίκες, αλλά έβλεπε το στρατηγικό στόχο (πρωτάθλημα) να απομακρύνεται. Ή μπορεί να κέρδιζε κάποιους τίτλους με την ΕΣΣΔ (πρώτη σε διάφορους παραγωγικούς κλάδους κι αργότερα στο διάστημα) αλλά δεν έκανε ποτέ μια πραγματική επανάσταση στο άθλημα, που να αφήσει εποχή και να τη θυμούνται όλοι με θαυμασμό.
Αλά αν ήταν μέτριος -όπως λέει ο Τρότσκι, με τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και την αλαζονεία του Ζλάταν και του Κριστιάνο μαζί- κι έφαγε τους καλύτερους (συμ)παίκτες του, θα δυσκολευτούμε πολύ να εξηγήσουμε τα μεγάλα κατορθώματα της ομάδας.
Αν πάλι ήταν τύραννος, κανείς δε θα τον αγαπούσε (για να μιλάμε για οπαδική προσωπολατρία). Θα τον απομόνωναν ή θα αδιαφορούσαν όλοι -όπως οι παίκτες που θέλουν να φάνε τον προπονητή που δεν τους κάνει τα χατίρια. Και τότε θα πέφταμε σε τείχος (του Βερολίνου) προσπαθώντας κάπως να εξηγήσουμε την αυταπάρνηση και το ηθικό με το οποίο πολέμησε ο σοβιετικός λαός τους (αήττητους μέχρι τότε) ναζί. Τότε που γράφτηκε η πιο ωραία ποδοσφαιρική ιστορία όλων των εποχών, με τον αγωνιστικό, συμβολικό θρίαμβο των επίλεκτων της Ντιναμό Κιέβο ενάντια στους καλοθρεμμένους κατακτητές (που οι δυτικοί τη ζήλεψαν τόσο, ώστε την έκλεψαν για να την κάνουν ταινία με δικούς τους πρωταγωνιστές: Σταλόνε, Πελέ, κτλ).
Θα ήταν αδύνατο να εξηγήσουμε το τείχος που στήθηκε μετά τη ΝΕΠ ενάντια στους κουλάκους και τους ανερχόμενους επιχειρηματίες, που απειλούσαν τη σοβιετική εξουσία. Να ερμηνεύσουμε το πώς έμεινε τόσα χρόνια στον ίδιο πάγκο ο σφος με το μουστάκι, πετυχαίνοντας τόσο πολλά. Και κυρίως να εξηγήσουμε το μαζικό κύμα νοσταλγίας των λαών για αυτά τα χρόνια, όσο και αν λειτουργεί -στη ζωή και το ποδόσφαιρο- ο νόμος της εξιδανίκευσης του παρελθόντος, όπου όλα ήταν πιο απλά και τσεκουράτα: από εδώ οι κόκκινοι, από εκεί η λευκή αντίδραση, χωρίς ερυθρόλευκες προσμίξεις.
Κι αν μετά θάνατον επιχειρούν να αποκαθηλώσουν τη θέση του στη συλλογική μνήμη, σβήνοντας το χνάρι του στην ιστορία, δεν καταφέρνουν πολλά. Μπορούν να κατεβάσουν όλα τα αγάλματα, αλλά ο λαός θα θυμάται πάντα τους περίτεχνους τακτικούς ελιγμούς του, που άφηναν άγαλμα τον αντίπαλο. Κι όσο για τη μετονομασία του Στάλινγκραντ (που όλοι το θυμούνται με την ιστορική του ονομασία κι όχι ως Βόλγογκραντ) είναι όπως με την Α' Εθνική -που ακόμα κι οι νεότερες γενιές, που δε ζούσαν στην επανάσταση, δεν τη λένε Σούπερ-Λιγκ ή τις διάφορες αστείες χορηγίες (ΠΑΟ Superfoods, κτλ).
Αντί επιλόγου, μνημονεύουμε μερικούς από τους πιο κλασικούς -ή όχι και τόσο- μουστακαλήδες των γηπέδων.
Πχ ο Νίκος Αναστόπουλος -που όμως τρωγόταν με τα μουστάκια του και σήμερα έχει μείνει μόνο ένα θλιβερό απομεινάρι τους.
Ο θρυλικός Παράσχος, που όλοι τον συγκρίνουν με τον Οτσαλάν.
Το δίδυμο Βάντσικ-Βαζέχα, με το λεπτό μουστάκι της αντεπανάστασης.
Ο Ρενέ Ιγκίτα με το χτύπημα του σκορπιού -που καμιά φορά το στρέφει στον εαυτό του.
Ο Γκούλιτ με τα ράστα κι ο διόσκουρός του Ράικαρντ, που τα έβαλε με το Φέλερ.
Ο Λέσεκ Πις, που αν τον γκουγκλάρεις, βρίσκεις πρώτο αυτό το κομμάτι από το Ρίζο.
Ο Φερνάντο Σάντος στα νιάτα του, με το κλασικό μουστάκι της μεταπολίτευσης.
Ο Ευγένιος Γκέραρντ, ο μακαρίτης Παθιακάκης, ο Μαντζουράκης...
Και μια σειρά άλλοι, που περιμένουν τη βάση του μπλοκ να τα συμπληρώσει.
Λένε λοιπόν πως όταν εξήγησαν στο σφο με το μουστάκι, που πέθανε σαν σήμερα, τι είναι το ποδόσφαιρο -ένα άθλημα με εικοσιδύο παίκτες που το παρακολουθούν χιλιάδες θεατές στις κερκίδες- αυτός απάντησε πως ο δικός μας στόχος είναι το ακριβώς αντίθετο: χιλιάδες να παίζουν στο γήπεδο και εικοσιδύο να κάθονται στην κερκίδα (πιθανότατα αντεπαναστάτες, που θα έχουν αποβληθεί). Άλλο αν στην Ελλάδα, με το συναρπαστικό πρωτάθλημα και την υψηλή ποιότητα που προσφέρει, είχαμε φτάσει να κόβονται περίπου τόσα εισιτήρια πχ σε κάτι παιχνίδια του Ακράτητου που έπαιζε στην Α' Εθνική.
Κι είναι κρίμα που δε βρήκε ποτέ ο Στάλιν την ευκαιρία να αλληλεπιδράσει με το Λίνεκερ και το δικό του ορισμό για το ποδόσφαιρο -ένα άθλημα που παίζεται με δύο ομάδες από έντεκα παίκτες η καθεμιά και στο τέλος νικάνε πάντα οι Γερμανοί στα πέναλτι- για να χαμογελάσει ειρωνικά και να του πει:
-Γατάκι...
Θα ήταν βέβαια λιγάκι άβολο να παίζουν χιλιάδες μες στο γήπεδο, χαμός στο ίσιωμα κι άγριες καταστάσεις, που θυμίζουν κάπως την πρ(ωτ)όγονη μορφή του αθλήματος -δύο γειτονικά χωριά που κλοτσάν ένα κεφάλι σε διαφορετική κατεύθυνση το καθένα- αλλά παραπέμπουν στον ολοκληρωτικό πόλεμο, όπου δε συμμετέχει απλά ένας στρατός ή μια ομάδα, αλλά όλος ο λαός, ένα σώμα, μια ψυχή.
Κι είναι φυσικό μες στο χαμό να υπάρχουν κάποιες παρεκτροπές, λάθη και μερικές εκκαθαρίσεις-αποβολές για επικίνδυνο παιχνίδι. Μα περισσότερο από το αν ήταν δίκαιες ή άδικες οι κάρτες, το πιο βασικό είναι πως ήταν κόκκινες: αιματηρές, αλλά και στην ουσία τους, πολιτικά μιλώντας (τα εξηγεί ο Βλαντίμιρ Νικάκης στην μπροσούρα του για τις δίκαιες και άδικες κάρτες).
Ο αντίπαλος βρίσκεται πολλές φορές μέσα μας, καμουφλαρισμένος στις γραμμές μας, δένοντας τα κορδόνια του στη σέντρα ή αυτά των συμπαικτών του εν είδει σαμποτάζ. Αλλά ο Στάλιν κατάφερε να τον σβήσει από το γήπεδο -ενίοτε κι από την αναμνηστική φωτογραφία στο κέντρο του γηπέδου.
Αυτή είναι η άγρια ομορφιά του ποδοσφαίρου και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Κι ας λένε κάποιοι πως αυτό δεν ήταν σοσιαλισμός, με θέαμα και αρχές, όπου η υψηλή αισθητική θα πηγάζει από κάθε μας ανάσα, κάθε πάσα και κάθε τάκλιν, καθώς θα παίζουμε για τη χαρά του παιχνιδιού και της δημιουργίας, απαλλαγμένοι από τον καταναγκασμό και τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος.
Δεν μπορούμε όμως να πηδήσουμε πάνω από την πραγματικότητα -κι ας εφοδεύουμε προς τον ουρανό- όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε αρνητικούς συσχετισμούς, με παίκτη λιγότερο, και 14 καπιταλιστικές χώρες (μια ενδεκάδα συν το διαιτητικό τρίο) να πολιορκούν την εστία μας (που ήταν το 1/6 του γηπέδου). Δεν μπορείς να βγαίνεις πχ φουλ επίθεση για εξαγωγή της επανάστασης κόντρα σε πιο ισχυρό αντίπαλο, γιατί θα είσαι από χέρι χαμένος: καλώς τους τρότσκες, καλώς τα τρία-μηδέν.
Μπορείς όμως να στήσεις πολλά μικρά Στάλινγκραντ, για να εξουδετερώσεις τον εχθρό κι ύστερα να τον χτυπήσεις στις αντεπιθέσεις, ώσπου να καρφώσεις την κόκκινη σημαία στην εστία του.
Όταν παίζεις στο γήπεδο του αντίπαλου, άλλωστε, συνήθως δεν επιβάλλεις τους δικούς σου όρους, αλλά αναγκάζεσαι εν μέρει να τον αντιμετωπίσεις με τα δικά του όπλα. Εκτός κι αν δεν το κρίνουμε σκόπιμο, οπότε χάνουμε άνευ αγώνα, αλλά κρατάμε το αήττητο και την καθαρότητα των ιδεών και της φανέλας, που δεν ίδρωσε ποτέ.
Αν παίρναμε τοις μετρητοίς τις επικρίσεις των εχθρών του σφου με το μουστάκι, θα πιστεύαμε πως είναι μια χρυσή μετριότητα, με φτωχή στρατηγική σκέψη. Ένας δικτάτορας των αποδυτηρίων, που καθάρισε όλους τους βετεράνους (παλιά φρουρά) κι όλους τους καλούς παίκτες, γιατί ήθελε να 'ναι πάνω από όλους και δεν ανεχόταν να απειλούνται τα πρωτεία του. Κι αν έκανε ορισμένες επιτυχίες, είναι γιατί βρήκε έτοιμη, στρωμένη ομάδα από το Βλαδίμηρο. Στην καλύτερη, ήταν απλά ένας καλός τακτικιστής, γνώστης της real-politic, με την οποία κατάφερνε επιμέρους, βραχυπρόθεσμες νίκες, αλλά έβλεπε το στρατηγικό στόχο (πρωτάθλημα) να απομακρύνεται. Ή μπορεί να κέρδιζε κάποιους τίτλους με την ΕΣΣΔ (πρώτη σε διάφορους παραγωγικούς κλάδους κι αργότερα στο διάστημα) αλλά δεν έκανε ποτέ μια πραγματική επανάσταση στο άθλημα, που να αφήσει εποχή και να τη θυμούνται όλοι με θαυμασμό.
Αλά αν ήταν μέτριος -όπως λέει ο Τρότσκι, με τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και την αλαζονεία του Ζλάταν και του Κριστιάνο μαζί- κι έφαγε τους καλύτερους (συμ)παίκτες του, θα δυσκολευτούμε πολύ να εξηγήσουμε τα μεγάλα κατορθώματα της ομάδας.
Αν πάλι ήταν τύραννος, κανείς δε θα τον αγαπούσε (για να μιλάμε για οπαδική προσωπολατρία). Θα τον απομόνωναν ή θα αδιαφορούσαν όλοι -όπως οι παίκτες που θέλουν να φάνε τον προπονητή που δεν τους κάνει τα χατίρια. Και τότε θα πέφταμε σε τείχος (του Βερολίνου) προσπαθώντας κάπως να εξηγήσουμε την αυταπάρνηση και το ηθικό με το οποίο πολέμησε ο σοβιετικός λαός τους (αήττητους μέχρι τότε) ναζί. Τότε που γράφτηκε η πιο ωραία ποδοσφαιρική ιστορία όλων των εποχών, με τον αγωνιστικό, συμβολικό θρίαμβο των επίλεκτων της Ντιναμό Κιέβο ενάντια στους καλοθρεμμένους κατακτητές (που οι δυτικοί τη ζήλεψαν τόσο, ώστε την έκλεψαν για να την κάνουν ταινία με δικούς τους πρωταγωνιστές: Σταλόνε, Πελέ, κτλ).
Θα ήταν αδύνατο να εξηγήσουμε το τείχος που στήθηκε μετά τη ΝΕΠ ενάντια στους κουλάκους και τους ανερχόμενους επιχειρηματίες, που απειλούσαν τη σοβιετική εξουσία. Να ερμηνεύσουμε το πώς έμεινε τόσα χρόνια στον ίδιο πάγκο ο σφος με το μουστάκι, πετυχαίνοντας τόσο πολλά. Και κυρίως να εξηγήσουμε το μαζικό κύμα νοσταλγίας των λαών για αυτά τα χρόνια, όσο και αν λειτουργεί -στη ζωή και το ποδόσφαιρο- ο νόμος της εξιδανίκευσης του παρελθόντος, όπου όλα ήταν πιο απλά και τσεκουράτα: από εδώ οι κόκκινοι, από εκεί η λευκή αντίδραση, χωρίς ερυθρόλευκες προσμίξεις.
Κι αν μετά θάνατον επιχειρούν να αποκαθηλώσουν τη θέση του στη συλλογική μνήμη, σβήνοντας το χνάρι του στην ιστορία, δεν καταφέρνουν πολλά. Μπορούν να κατεβάσουν όλα τα αγάλματα, αλλά ο λαός θα θυμάται πάντα τους περίτεχνους τακτικούς ελιγμούς του, που άφηναν άγαλμα τον αντίπαλο. Κι όσο για τη μετονομασία του Στάλινγκραντ (που όλοι το θυμούνται με την ιστορική του ονομασία κι όχι ως Βόλγογκραντ) είναι όπως με την Α' Εθνική -που ακόμα κι οι νεότερες γενιές, που δε ζούσαν στην επανάσταση, δεν τη λένε Σούπερ-Λιγκ ή τις διάφορες αστείες χορηγίες (ΠΑΟ Superfoods, κτλ).
Αντί επιλόγου, μνημονεύουμε μερικούς από τους πιο κλασικούς -ή όχι και τόσο- μουστακαλήδες των γηπέδων.
Πχ ο Νίκος Αναστόπουλος -που όμως τρωγόταν με τα μουστάκια του και σήμερα έχει μείνει μόνο ένα θλιβερό απομεινάρι τους.
Ο θρυλικός Παράσχος, που όλοι τον συγκρίνουν με τον Οτσαλάν.
Το δίδυμο Βάντσικ-Βαζέχα, με το λεπτό μουστάκι της αντεπανάστασης.
Ο Ρενέ Ιγκίτα με το χτύπημα του σκορπιού -που καμιά φορά το στρέφει στον εαυτό του.
Ο Γκούλιτ με τα ράστα κι ο διόσκουρός του Ράικαρντ, που τα έβαλε με το Φέλερ.
Ο Λέσεκ Πις, που αν τον γκουγκλάρεις, βρίσκεις πρώτο αυτό το κομμάτι από το Ρίζο.
Ο Φερνάντο Σάντος στα νιάτα του, με το κλασικό μουστάκι της μεταπολίτευσης.
Ο Ευγένιος Γκέραρντ, ο μακαρίτης Παθιακάκης, ο Μαντζουράκης...
![]() |
| Όχι Λάμπρο Χούτο, δεν κάνει έτσι επειδή του μυρίζουν τα χνώτα του... |










