Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουστάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουστάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Ο σφος με το μουστάκι και το ποδόσφαιρο

Τις Κυριακές τους άλλοι τις αφιερώνουν στον Κύριο κι άλλοι στο σύγχρονο όπιο του λαού -το ποδόσφαιρο.

Λένε λοιπόν πως όταν εξήγησαν στο σφο με το μουστάκι, που πέθανε σαν σήμερα, τι είναι το ποδόσφαιρο -ένα άθλημα με εικοσιδύο παίκτες που το παρακολουθούν χιλιάδες θεατές στις κερκίδες- αυτός απάντησε πως ο δικός μας στόχος είναι το ακριβώς αντίθετο: χιλιάδες να παίζουν στο γήπεδο και εικοσιδύο να κάθονται στην κερκίδα (πιθανότατα αντεπαναστάτες, που θα έχουν αποβληθεί). Άλλο αν στην Ελλάδα, με το συναρπαστικό πρωτάθλημα και την υψηλή ποιότητα που προσφέρει, είχαμε φτάσει να κόβονται περίπου τόσα εισιτήρια πχ σε κάτι παιχνίδια του Ακράτητου που έπαιζε στην Α' Εθνική.

Κι είναι κρίμα που δε βρήκε ποτέ ο Στάλιν την ευκαιρία να αλληλεπιδράσει με το Λίνεκερ και το δικό του ορισμό για το ποδόσφαιρο -ένα άθλημα που παίζεται με δύο ομάδες από έντεκα παίκτες η καθεμιά και στο τέλος νικάνε πάντα οι Γερμανοί στα πέναλτι- για να χαμογελάσει ειρωνικά και να του πει:
-Γατάκι...

Θα ήταν βέβαια λιγάκι άβολο να παίζουν χιλιάδες μες στο γήπεδο, χαμός στο ίσιωμα κι άγριες καταστάσεις, που θυμίζουν κάπως την πρ(ωτ)όγονη μορφή του αθλήματος -δύο γειτονικά χωριά που κλοτσάν ένα κεφάλι σε διαφορετική κατεύθυνση το καθένα- αλλά παραπέμπουν στον ολοκληρωτικό πόλεμο, όπου δε συμμετέχει απλά ένας στρατός ή μια ομάδα, αλλά όλος ο λαός, ένα σώμα, μια ψυχή.

Κι είναι φυσικό μες στο χαμό να υπάρχουν κάποιες παρεκτροπές, λάθη και μερικές εκκαθαρίσεις-αποβολές για επικίνδυνο παιχνίδι. Μα περισσότερο από το αν ήταν δίκαιες ή άδικες οι κάρτες, το πιο βασικό είναι πως ήταν κόκκινες: αιματηρές, αλλά και στην ουσία τους, πολιτικά μιλώντας (τα εξηγεί ο Βλαντίμιρ Νικάκης στην μπροσούρα του για τις δίκαιες και άδικες κάρτες).

Ο αντίπαλος βρίσκεται πολλές φορές μέσα μας, καμουφλαρισμένος στις γραμμές μας, δένοντας τα κορδόνια του στη σέντρα ή αυτά των συμπαικτών του εν είδει σαμποτάζ. Αλλά ο Στάλιν κατάφερε να τον σβήσει από το γήπεδο -ενίοτε κι από την αναμνηστική φωτογραφία στο κέντρο του γηπέδου.

Αυτή είναι η άγρια ομορφιά του ποδοσφαίρου και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Κι ας λένε κάποιοι πως αυτό δεν ήταν σοσιαλισμός, με θέαμα και αρχές, όπου η υψηλή αισθητική θα πηγάζει από κάθε μας ανάσα, κάθε πάσα και κάθε τάκλιν, καθώς θα παίζουμε για τη χαρά του παιχνιδιού και της δημιουργίας, απαλλαγμένοι από τον καταναγκασμό και τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος.

Δεν μπορούμε όμως να πηδήσουμε πάνω από την πραγματικότητα -κι ας εφοδεύουμε προς τον ουρανό- όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε αρνητικούς συσχετισμούς, με παίκτη λιγότερο, και 14 καπιταλιστικές χώρες (μια ενδεκάδα συν το διαιτητικό τρίο) να πολιορκούν την εστία μας (που ήταν το 1/6 του γηπέδου). Δεν μπορείς να βγαίνεις πχ φουλ επίθεση για εξαγωγή της επανάστασης κόντρα σε πιο ισχυρό αντίπαλο, γιατί θα είσαι από χέρι χαμένος: καλώς τους τρότσκες, καλώς τα τρία-μηδέν.
Μπορείς όμως να στήσεις πολλά μικρά Στάλινγκραντ, για να εξουδετερώσεις τον εχθρό κι ύστερα να τον χτυπήσεις στις αντεπιθέσεις, ώσπου να καρφώσεις την κόκκινη σημαία στην εστία του.

Όταν παίζεις στο γήπεδο του αντίπαλου, άλλωστε, συνήθως δεν επιβάλλεις τους δικούς σου όρους, αλλά αναγκάζεσαι εν μέρει να τον αντιμετωπίσεις με τα δικά του όπλα. Εκτός κι αν δεν το κρίνουμε σκόπιμο, οπότε χάνουμε άνευ αγώνα, αλλά κρατάμε το αήττητο και την καθαρότητα των ιδεών και της φανέλας, που δεν ίδρωσε ποτέ.

Αν παίρναμε τοις μετρητοίς τις επικρίσεις των εχθρών του σφου με το μουστάκι, θα πιστεύαμε πως είναι μια χρυσή μετριότητα, με φτωχή στρατηγική σκέψη. Ένας δικτάτορας των αποδυτηρίων, που καθάρισε όλους τους βετεράνους (παλιά φρουρά) κι όλους τους καλούς παίκτες, γιατί ήθελε να 'ναι πάνω από όλους και δεν ανεχόταν να απειλούνται τα πρωτεία του. Κι αν έκανε ορισμένες επιτυχίες, είναι γιατί βρήκε έτοιμη, στρωμένη ομάδα από το Βλαδίμηρο. Στην καλύτερη, ήταν απλά ένας καλός τακτικιστής, γνώστης της real-politic, με την οποία κατάφερνε επιμέρους, βραχυπρόθεσμες νίκες, αλλά έβλεπε το στρατηγικό στόχο (πρωτάθλημα) να απομακρύνεται. Ή μπορεί να κέρδιζε κάποιους τίτλους με την ΕΣΣΔ (πρώτη σε διάφορους παραγωγικούς κλάδους κι αργότερα στο διάστημα) αλλά δεν έκανε ποτέ μια πραγματική επανάσταση στο άθλημα, που να αφήσει εποχή και να τη θυμούνται όλοι με θαυμασμό.

Αλά αν ήταν μέτριος -όπως λέει ο Τρότσκι, με τη μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και την αλαζονεία του Ζλάταν και του Κριστιάνο μαζί- κι έφαγε τους καλύτερους (συμ)παίκτες του, θα δυσκολευτούμε πολύ να εξηγήσουμε τα μεγάλα κατορθώματα της ομάδας.
Αν πάλι ήταν τύραννος, κανείς δε θα τον αγαπούσε (για να μιλάμε για οπαδική προσωπολατρία). Θα τον απομόνωναν ή θα αδιαφορούσαν όλοι -όπως οι παίκτες που θέλουν να φάνε τον προπονητή που δεν τους κάνει τα χατίρια. Και τότε θα πέφταμε σε τείχος (του Βερολίνου) προσπαθώντας κάπως να εξηγήσουμε την αυταπάρνηση και το ηθικό με το οποίο πολέμησε ο σοβιετικός λαός τους (αήττητους μέχρι τότε) ναζί. Τότε που γράφτηκε η πιο ωραία ποδοσφαιρική ιστορία όλων των εποχών, με τον αγωνιστικό, συμβολικό θρίαμβο των επίλεκτων της Ντιναμό Κιέβο ενάντια στους καλοθρεμμένους κατακτητές (που οι δυτικοί τη ζήλεψαν τόσο, ώστε την έκλεψαν για να την κάνουν ταινία με δικούς τους πρωταγωνιστές: Σταλόνε, Πελέ, κτλ).

Θα ήταν αδύνατο να εξηγήσουμε το τείχος που στήθηκε μετά τη ΝΕΠ ενάντια στους κουλάκους και τους ανερχόμενους επιχειρηματίες, που απειλούσαν τη σοβιετική εξουσία. Να ερμηνεύσουμε το πώς έμεινε τόσα χρόνια στον ίδιο πάγκο ο σφος με το μουστάκι, πετυχαίνοντας τόσο πολλά. Και κυρίως να εξηγήσουμε το μαζικό κύμα νοσταλγίας των λαών για αυτά τα χρόνια, όσο και αν λειτουργεί -στη ζωή και το ποδόσφαιρο- ο νόμος της εξιδανίκευσης του παρελθόντος, όπου όλα ήταν πιο απλά και τσεκουράτα: από εδώ οι κόκκινοι, από εκεί η λευκή αντίδραση, χωρίς ερυθρόλευκες προσμίξεις.

Κι αν μετά θάνατον επιχειρούν να αποκαθηλώσουν τη θέση του στη συλλογική μνήμη, σβήνοντας το χνάρι του στην ιστορία, δεν καταφέρνουν πολλά. Μπορούν να κατεβάσουν όλα τα αγάλματα, αλλά ο λαός θα θυμάται πάντα τους περίτεχνους τακτικούς ελιγμούς του, που άφηναν άγαλμα τον αντίπαλο. Κι όσο για τη μετονομασία του Στάλινγκραντ (που όλοι το θυμούνται με την ιστορική του ονομασία κι όχι ως Βόλγογκραντ) είναι όπως με την Α' Εθνική -που ακόμα κι οι νεότερες γενιές, που δε ζούσαν στην επανάσταση, δεν τη λένε Σούπερ-Λιγκ ή τις διάφορες αστείες χορηγίες (ΠΑΟ Superfoods, κτλ).

Αντί επιλόγου, μνημονεύουμε μερικούς από τους πιο κλασικούς -ή όχι και τόσο- μουστακαλήδες των γηπέδων.

Πχ ο Νίκος Αναστόπουλος -που όμως τρωγόταν με τα μουστάκια του και σήμερα έχει μείνει μόνο ένα θλιβερό απομεινάρι τους.


Ο θρυλικός Παράσχος, που όλοι τον συγκρίνουν με τον Οτσαλάν.


Το δίδυμο Βάντσικ-Βαζέχα, με το λεπτό μουστάκι της αντεπανάστασης.


Ο Ρενέ Ιγκίτα με το χτύπημα του σκορπιού -που καμιά φορά το στρέφει στον εαυτό του.


Ο Γκούλιτ με τα ράστα κι ο διόσκουρός του Ράικαρντ, που τα έβαλε με το Φέλερ.





Ο Λέσεκ Πις, που αν τον γκουγκλάρεις, βρίσκεις πρώτο αυτό το κομμάτι από το Ρίζο.


Ο Φερνάντο Σάντος στα νιάτα του, με το κλασικό μουστάκι της μεταπολίτευσης.


Ο Ευγένιος Γκέραρντ, ο μακαρίτης Παθιακάκης, ο Μαντζουράκης...



Όχι Λάμπρο Χούτο, δεν κάνει έτσι
επειδή του μυρίζουν τα χνώτα του...
Και μια σειρά άλλοι, που περιμένουν τη βάση του μπλοκ να τα συμπληρώσει.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Μέρος πρώτο: τιρινινί

Το 87 ήταν το τιρινίνι. Αλλά το 89 ήταν η καταξίωση. Που ρίξαμε τα τείχη για να υποδεχτούμε τους νικητές. Και λίγο μετά το τείχος για να υποδεχτούμε το τέλος της ιστορίας.
Αλλά και το 89 πάλι το τιρινίνι ακούγαμε. Γιατί τα τραγούδια τότε ήταν αθάνατα, δεν κρατούσαν μόνο ένα καλοκαίρι.

Όπου κι αν πάω το σεφ θα με πληγώνει (σαν το κόμμα). Μου φέρνει μνήμες απ' τη διπλή ήττα, το δραματικό μαϊούνη του 87.
Το μάη του 87 στο σεφ, το δωδέκατο συνέδριο του κκε υπερψήφιζε τις θέσεις για αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, με ολίγη από θεωρία σταδίων (βλέπε παράρτημα) -ταξικής- ειρήνης και φιλίας (με τον κύρκο).
Τον ιούνη, ο αμερικανός πράκτορας νικ γκάλης έδωσε απλώς την χαριστική βολή. Το πράγμα ήταν σάπιο από μέσα.

Απ' την άλλη, το στάδιο με την οροφή αλά γκαουντί, είναι περίπτωση ξεχωριστή. Μόνο σε αυτή τη θρυλική δεκαετία μπορούσε να πάρει ένα τόσο σοβιετικό όνομα στάδιο που να βρίσκεται εκτός τείχους.
Κι είναι το μόνο που το κράτησε και μετά το 90.

Τα ράσα όμως δεν κάνουν τον παπά. Το όνομα κατέληξε να είναι τραγική ειρωνεία με όσα γίνονταν κατά καιρούς.
Ειδυλλιακές στιγμές στο φαληρικό δέλτα, με φόντο τον ατλαντικό, στα παράλια της εξωτικής νουακσότ (σ.σ: πρωτεύουσα της μαυριτανίας). Στα μέρη που η έμπνευση στήνει καρτέρι στον κυρλάκη κι οι μαυριτανοί βεδουίνοι στο μακαρίτη τον γκομέλσκι.

Η θρυλική περί μαυριτανίας ατάκα επιδέχεται ποικίλων ερμηνειών.
Ο εύκολος συνειρμός είναι ότι ο γκομέλσκι μας είπε τριτοκοσμικούς κι υπανάπτυκτους σαν χώρα της αφρικής.
Η εκδοχή των σοβιετικών πλησιάζει περισσότερο την αλήθεια.
Ο κόουτς έκανε απλώς ένα πολιτικό σχόλιο για την οικοδόμηση του πασοκικού αφροσοσιαλισμού στην ελλάδα βάζοντας την πεφωτισμένη ηγεσία του μεγίστου -κλέφτη- ανδρέα πλάι σε αυτή του μεγκίστου της αιθιοπίας.
Στα χρόνια του αμίν νταντά, η φράση ουγκάντα γίναμε ήταν συνώνυμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Το ίδιο αμφιλεγόμενη είναι κι η πορεία του κόουτς γκομέλσκι.
Ανδρώθηκε επί χρουτσόφ, αναδείχτηκε επί μπρέσνιεφ, αλλά κατά βάθος ήταν παιδί της περεστρόικα. Έφερνε λίγο και στον αντρόποφ, σαν κομισάριος της KGB στο τμήμα αθλητισμού.

Μετά τις ανατροπές συνέχισε να τα έχει καλά με την εξουσία. Ισόβιος διορισμένος επίτροπος στην τσεσεκά, την ομάδα του στρατού, που ήταν περίπου ιδιοκτησία του.

Σε κάποιους θυμίζει ήρωα του βοσλένσκυ. Τυπική περίπτωση νομενκλατουρίστα που αξιοποίησε το πόστο του για να βολευτεί και να κάνει πλιάτσικο στην κρατική περιουσία.

Αλλά αυτή η εκδοχή τον αδικεί. Ο γκομέλσκι ήταν κάτι σαν σοβιετική νησίδα εν μέσω αντεπανάστασης. Απ' τα λίγα πράγματα -μαζί με τον ύμνο, τις γιορτές και τη σημαία του κόκκινου στρατού- που δε μπόρεσαν να αλλάξουν οι παλινορθωτές.

Εξάλλου τα περί νομενκλατούρας και πλιάτσικου στη σοβιετία είναι μάλλον αστικός μύθος. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη ρωσία.
Πλιάτσικο υπήρξε, αλλά όχι από στελέχη του κκσε. Κανένα στέλεχος πρώτης γραμμής δεν πλούτισε ιδιοποιούμενο σοβιετική περιουσία. Ακόμη κι ο γκόρμπι έπρεπε να διαφημίζει πίτσες για να βγάλει τίμια το ψωμί του. Τίμιος αντεπαναστάτης (κατά το τίμιος οπορτουνιστής του ένγκελς).

Πέραν του γκομέλσκι όμως, η ομάδα αυτή μύριζε αντεπανάσταση από χιλιόμετρα. Ένας κι ένας παιδιά της περεστρόικα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η βάση της ομάδας ήταν λιθουανοί με αποσχιστικές τάσεις (σαμπόνις, μαρτσουλιόνις, κουρτινάιτις).

Ερχόμενοι στην χώρα της αλλαγής, είχαν τον άνεμο της αλλαγής ακόμα και στην εμφάνισή τους.
Είχαν κρατήσει το κλασικό μουστάκι του πολωνού εργάτη (που το είχε κι ο βαζέχα, αλλά με τον καιρό στην ελλάδα το έχασε). Αλλά το συνδύαζαν φονικά με χαίτη κι ανταύγειες (βλ. παράρτημα 2) και βγαίναν στη σκηνή σα ροκ συγκρότημα.
Αλλά παρά το χειροκρότημα, το σκοινί δε μας άντεξε.
Μεταξύ άλλων γιατί δεν είχαμε συγχρονισμό. Αυτοί ήταν έτοιμοι να τραγουδήσουν το winds of change για το τείχος, ενώ το κοινό από κάτω ζητούσε το still loving you αφιερωμένο στη σοβιετία.

Τα σημάδια της διάβρωσης ήταν πλέον εμφανή. Τα 80'ς κι η περεστρόικα ήταν η απόλυτη παρακμή. Αλλά μια παρακμή γλυκιά, μεθυστική. Ο ίλιγγος της κατάρρευσης που θα 'γραφε κι ο σύντροφος με το μουστάκι.
Γιατί μια παρακμή είναι γλυκιά μόνο όταν έχει προηγηθεί κάτι σπουδαίο κι όμορφο. Σαν τη σοβιετία.

Η δεκαετία του 80 είχε μια αξεπέραστη καλτ αισθητική. Όπως εξάλλου κι η περεστρόικα από πολιτικής άποψης που είναι γνήσιο τέκνο της δεκαετίας αυτής.
Τα 80'ς και τη σοβιετία δε μπορείς να τα εξηγήσεις. Μπορείς απλώς να τα δεχτείς όπως είναι, ή να τα μισήσεις.

Το 87 οι σοβιετικοί είχαν έρθει χωρίς τον σαμπόνις, που είχε το προσωνύμιο θαύμα της φύσης κατευθείαν από τα εργαστήρια του λυσένκο.
Στη θέση του είχε έρθει το πραγματικό θαύμα της φύσης, ο διακοσίων είκοσι (220) εκατοστών (και βολτ) βλαντιμιρ τσατσένκο. Που κανονικά λέγεται τκατσένκο, αλλά εδώ τον αναφέρουμε όπως τον γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε.

Μια αγκωνιά στον προδότη γιαννάκη, ένα χαστούκι στο σύστημα

Ο ηρωικός βλαδίμηρος έμοιαζε άγριος και σκληρός, αλλά κατά βάθος ήταν ένας αγαθός γίγαντας. Δηλ ό,τι κι η σοβιετία.
Με την οποία είχαν κι άλλα κοινά. Ήταν αργοκίνητος, χωρίς τεχνική κατάρτιση (έχασε το τρένο της ετε), έπαιζε χωρίς άλμα και χωρίς μεράκι (ίσα-ίσα για να πιάσει τις νόρμες).

Όταν σταμάτησε το μπάσκετ έγινε ταξιτζής(!) σκίζοντας την άσφαλτο με το λάντα που του χάρισε η σοβιετική κυβέρνηση για την προσφορά του στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Μόνο ένα λάντα μπορούσε να κινηθεί στους δικούς του ανέμελους ρυθμούς και να καταλάβει τον πόνο του.

Μετά το 87 εξαφανίστηκε από το διεθνές προσκήνιο.
Όπως άλλωστε κι ο γιοβάισα. Τι να απέγινε άραγε αυτή η ψυχή μετά το χαμένο σουτ; Άνοιξε η σιβηρία και τον κατάπιε.
Τα βράδια στον ύπνο μου ακόμα ακούω τη φωνή του συρίγου.
Όχι τρίποντο, όχι τρίποντο...

Για τους κομμουνιστές της εποχής το μεγάλο ερώτημα ήταν ποιον να υποστηρίξουν στον τελικό. Την χώρα καταγωγής τους ή τη μαμά πατρίδα;
Ποιος είπε ότι οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα;
Πέρα από τη μόσχα και το βλαδιβοστόκ είναι κι εκεί πατρίδα με σοσιαλισμό.

Για μένα πάλι το μεγάλο ερώτημα είναι αν θυμάμαι το ευρωμπάσκετ απ' το πρωτότυπο ή από στιγμιότυπα εκ των υστέρων.
Αυτό που σίγουρα θυμάμαι είναι το γιούρο του 88, με τον ντασάγιεφ, τον μπελάνοφ, την τρόικα του οσφπ και τον λομπανόφσκι στον πάγκο να είναι πάντα κόκκινος σαν το βάθος του ουρανού.

Αυτή τη φορά το δίλημμα το 'χε ο άβερελ.
Την προγούμενη χρονιά στο ευρωμπάσκετ ήταν με τους σοβιετικούς κι απορούσε γιατί δε μπορούν να κόψουν τον γκάλη.
Αλλά στον τελικό με τους ολλανδούς η καρδιά του ήταν χωρισμένη στα δύο. Τα νιάτα του τα είχαν σημαδέψει ο κρόιφ κι ο άγιαξ με το τόταλ φούτμπολ.
Ποιον ολοκληρωτισμό να διαλέξει; Τον ποδοσφαιρικό ή τον πολιτικό;

Τελικά τα βόλεψε όπως οι παππούδες εαμίτες που μοίραζαν το σόι τους στις εκλογές. Μισές ψήφοι για το κόμμα κι οι άλλες μισές στον παπατζή για να μη βγει η δεξιά.
Με έκανε εμένα φιλο-σοβιετικό από την αρχή της διοργάνωσης κι αυτός στον τελικό υποστήριζε ολλανδία.

Το αποτέλσμα ήταν να μισήσω τους ολλανδούς και τον βαν μπάστεν (τους ξανασυμπάθησα μετά την εφηβεία μου) και να βγάλω κάποια πρώτα συμπεράσματα για την περεστρόικα. Όπως λέει κι ο γίγαντας λιγκατσόφ (τα ίχνη του οποίου χάθηκαν μαζί με αυτά του γιοβάισα) την πρώτη τριετία πηγαίναμε καλά. Μετά στράβωσε το πράγμα, όταν τον έφαγαν στην 19η συνδιάσκεψη οι εχθροί του.

Εκ των υστέρων είδα ένα στιγμιότυπο που με έκανε να ερωτευτώ εκείνο το γιούρο.
Σοβιετικούς ταβάριτς στις κερκίδες να ακολουθούν τη μόδα της εποχής με τις βαμμένες φάτσες και να ζωγραφίζουν σφυροδρέπανα στα μελαγχολικά -λόγω ήττας- πρόσωπά τους.

Αλλά οι ταβάριτς είχαν χάσει τη μάχη της κερκίδας σε εκείνο τον τελικό κι ήταν -ως συνήθως για κομμουνιστές- μικρή μειοψηφία μπροστά στα στίφη των ολλανδών.
Πόσοι να πρόλαβαν να νικήσουν την κραταιά γραφειοκρατία για να βγάλουν εγκαίρως βίζα να ταξιδέψουν; Και πόσους να εμπιστεύτηκαν τελικά να στείλουν στη BDR οι σοβιετικές αρχές;

Παραρτήματα

1. Η ελλάδα θα φτάσει στο σοσιαλισμό μέσα από μια ενιαία επαναστατική διαδικασία που θα περιλαβαίνει δύο στάδια επαναστατικών μετασχηματισμών, τα οποία είναι στενά δεμένα μεταξύ τους -αν και το καθένα έχει δικά του, ακριβή, καθορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ένα αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό κι ένα σοσιαλιστικό στάδιο.

Απόσπασμα από το τότε εν ισχύ πρόγραμμα του κκε, το οποίο επαναλαμβάνεται στις θέσεις του δωδέκατου συνεδρίου.
Αναλυτικός σχολιασμός του χωρίου σε επόμενο κείμενο.

2. Η θέση που υποστηρίζει ότι οι ριζικές μεταβολές που προηγήθηκαν το 89 δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η προκαταβολική ανταύγεια της εξαφάνισης της εσσδ, είναι μια λογοτεχνική εικόνα που μπορεί να επιτρέψει κανείς στον εαυτό του. Σε μια ιστορική ανάλυση όμως, δεν επιτρέπεται να αντιστρέφουμε με τέτοιο τρόπο την αλυσίδα των αιτιών-επιδράσεων (...)

Συμπτώματα μιας ενδεχόμενα επερχόμενης καταστροφή, ναι.
Αλλά ακριβώς για αυτό όχι ανταύγεια, αφού η καταστροφή σε καμία περίπτωση δεν ήταν αναπόφευκτη
.

(Απόσπασμα αό τη σειρά θέσεων του κουρτ γκοσβάιλερ για τον σύγχρονο αναθεωρητισμό και την πτώση του σοσιαλισμού).

Κι όμως. Αν οι ανταύγειες του βάλτερς και των άλλων, δεν ήταν ανταύγεια της παρακμής και του τέλους που ερχόταν, τότε τι ήταν; Τροφή για σκέψη και προβληματισμό...

(Συνεχίζεται...)

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Σοβιετικό απολίθωμα

Είναι παράνοια να συμπαθεί κανείς -κριτικά έστω- τη σοβιετία και την ίδια στιγμή να στήνει το κόμμα απέναντι και να το βρίζει. Αφού είναι το ίδιο πράγμα!

Το κάνουν αυτό αρκετοί αναγνώστες, που μια χαρά σύντροφοι είναι, δεν τους τη λέω. Αλλά σα σκεπτικό θυμίζει λίγο τα κριτήρια που έχουμε στο κίνημα για αλληλεγγύη.
Ό,τι είναι μακριά το στηρίζουμε εύκολα κι ανώδυνα. Το ίδιο πράγμα εντός των τειχών, αν δεν είναι δικό μας, είναι από ύποπτο έως προδοτικό.

Αν υπήρχε μετεμψύχωση το κόμμα στην επόμενη ζωή του θα ήταν ο μιχαήλ σουσλόφ. Με όσα καλά και κακά συνεπάγεται αυτό. Ηρωικό και γραφειοκρατικό. Δημιουργικό και δογματικό. Λύση και πρόβλημα μαζί.

Το κόμμα έζησε και μεγάλωσε μαζί με τη σοβιετία. Αν και προς λύπη πολλών δεν πέθανε μαζί της. Που είναι το ιδανικό τέλος για έναν μεγάλο έρωτα.

Μαζί της πέρασε όλα τα στάδια ανάπτυξης κι όλες τις αρρώστειες, παιδικές και γεροντικές. Σαν το ανδρόγυνο που είναι μαζί από το δημοτικό.
Γεννήθηκαν με ένα χρόνο διαφορά κι έχουν δέκα μέρες διαφορά στα γενέθλια.
Έφτασαν στην κορύφωσή τους την ηρωική δεκαετία του 40. Να έχουν κάτι επαναστατικό να διηγούνται στα εγγόνια τους για να τα πείθουν.

Μετά, το κόμμα έζησε τη δική του αποσταλινοποίηση με το ζαχαριάδη. Τη δική του μπρεζνιεφική στασιμότητα στα ποσοστά του μεταπολιτευτικά, με τις απαραίτητες αυταπάτες(;) για ειρηνικό πέρασμα με τις δυνάμεις της αλλαγής. Την περεστρόικά του με τον ανανεωτή ανδρουλάκη που ήταν το παιδί θαύμα του περισσού. Σαν τον μπουχάριν ένα πράγμα. Ο οποίος αποκαταστάθηκε το 88, 50 χρόνια μετά το θάνατό του (από μη φυσικά αίτια). Την χρονιά του πορίσματος κκε-εαρ, έργο ζωής για τον μίμη.

Κόμμα και μαμά πατρίδα έζησαν μαζί τις διπλές ανατροπές το 89 και το 91, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Αυτές της σοβιετίας σφράγισαν και τις εγχώριες.
Το αντίστροφο δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό. Η κομσομόλ-ναρ κι ο λιγκατσόφ που διαφώνησε με τον τζανετάκη ήταν η μόνη μας ελπίδα. Αλλά τους έφαγαν νωρίς.

Ο ράφα (ένας είναι ο ράφα) λέει ότι ο μπρεζνιεφισμός ήταν σταλινισμός χωρίς αίμα. Και κάποιοι άλλοι λένε ότι η αλέκα είναι σαν τον στάλιν χωρίς μουστάκι. Απ' τα καλύτερα κοπλιμέντα που μπορείς να πεις σε συντρόφισσα παλιάς κοπής.

Δεν έφταιγε όμως ο σύντροφος με το μουστάκι στην κορυφή. Αυτός καλός άνθρωπος ήτανε κατά (πολύ) βάθος.
Οι διάφοροι ζντάνοφ από τα κάτω [Του] και δεξιά φταίγανε. Που βγάλαν τις μάζες απ' το προσκήνιο κι εφαρμόζαν σοσιαλισμό χωρίς αυτές. Από τα πάνω και κεντρι(στι)κά.

Σήμερα το κόμμα έμεινε χωρίς μαμά πατρίδα, το τελευταίο μπρεζνιεφικό απολίθωμα στην ευρώπη. Αλλά από τότε που ορφανέψαμε, μάλλον καλύτερα πατάμε. Καμία σχέση με την παιδική χαρά του 91.

Όποιος του ασκεί κριτική σήμερα πρέπει να τα 'χει όλα αυτά κατά νου. Κι ας πει μετά ό,τι θέλει.
Ας μας πει κομμουν-προδότες ή κομμουν-φασίστες. Ας γράψει το αρχιπέλαγος κολοζόφ και τη λιμνοθάλασσα γόντικα. Ας πει ότι συνεργαζόμαστε με ακροδεξιούς και φασίστες, όπως έκαναν οι σοβιετικοί στο μολότοφ-ρίμπεντροπ. Ή πιο μετά με βιντέλα και αμίν νταντά.
Ας πει ότι η σοβιετία είχε κρατικό καπιταλισμό κι ότι το κκε είναι αστικά υπεύθυνο κόμμα. Ας κάνει διασκευή τον μπεζαντάκο τραγουδώντας: οι αστοί τρομάξανε και κόμμα φτιάξανε να κλείσουν τα παιδιά των εργατών.
Ας αγαπήσει ή ας μισήσει το κόμμα μαζί με τη σοβιετία.
Αλλά όχι να τα διαχωρίζει μετά θάνατον (ο μόνος που τα χώρισε) και να κρατάει δύο μέτρα και δύο σταθμά. Αφού το ίδιο πράγμα είμαστε!

Αν είναι συνεπής σε αυτό, ας πει μετά ό,τι θέλει.
Πολλοί από όσους μας βρίζουν εξάλλου, κατά βάθος μας αγαπάνε. Το μίσος είναι η άλλη όψη της αγάπης.
Αν δε μας αγαπούσαν θα αδιαφορούσαν.