Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικροαστοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικροαστοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Μαΐου 2017

Στο μπόι της αυταπάτης μας

Ο θρίαμβος στη βασιλεύουσα δεν ήρθε ποτέ, αλλά η ζωή συνεχίζεται κι είναι γεμάτη στόχους, μικρούς και μεγαλύτερους, κάτι να έχεις να περιμένεις σαν μαρμαρωμένος βασιλιάς, και να ελπίζεις να αλλάξει από μόνο του, μία (ακόμα) νίκη στο Γιούρογκρουπ, ένα ακόμα φως στο τούνελ της κρίσης, ένα ακόμα τέλος του μνημονίου, που είναι σαν την ιστορία και δεν τελειώνει ποτέ -όχι όσο μένουμε στην ΕΕ τουλάχιστον.

Η άλλη όψη του νομίσματος της ακινησίας, είναι οι σπασμωδικές κινήσεις χωρίς σκοπό και νόημα, χωρίς πρόγραμμα (εκτός κι αν είναι μεταβατικό), η μικροαστική ανυπομονησία, που δεν κάνει όμως πάντα ταξικές διακρίσεις και μπορεί να φωλιάζει και στις δικές μας συνειδήσεις. Εκεί πατάει και το γνωστό τροπάρι για τη δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού, όπου τάχα τα παραπέμπουμε όλα, αντί ξέρω γω να πιάσουμε ένα μαγικό ραβδάκι και να φτιάξουμε έναν καπιταλισμό ανθρώπινο, στο μπόι της αυταπάτης μας.

Αλίμονο όμως αν λυγίσουμε το κλαδί από την ανάποδη, καθόμαστε ρίχνοντας τάπες βαρελιών και περιμένουμε τις συνθήκες να ωριμάσουν από μόνες τους, σαν ένα ουίσκι, και την επαναστατική κατάσταση που θα έρθει από μόνη της αντικειμενικά κι ανεξάρτητα από τη θέλησή μας, τη δράση μας ή και χωρίς αυτές.

Αλίμονο, επίσης, αν βάλουμε στο ίδιο σακί με αυτά, τους ειλικρινείς προβληματισμούς για το τι πάει στραβά και πώς θα μπορούσε να πάει αλλιώς, τις αδυναμίες μας και τη δύναμη της συνήθειας και της ρουτίνας που πρέπει να σπάσει, πριν μας καταλάβει και μας καταβάλει.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά στις πρόσφατες κινητοποιήσεις, με αφορμή έναν μικρό 20χρονο από ΙΕΚ που κατέβηκε πρώτη φορά μαζί μας, παλεύοντας με τις αντιφάσεις του, τη διάθεσή του που κόχλαζε, την αυθόρμητη γοητεία που του ασκούσαν οι στρακαστρούκες και τα συγκρουσιακά υποκατάστατα, την κοινωνία του θεάματος με "όρους κινήματος": η έφοδος της Ραχήλ, οι μάσκες, οι μολότοφ, όλα σαν πυροτεχνήματα στα μάτια μιας παιδικής πολιτικής συνείδησης, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Κι ενώ συμφωνούσε, όταν του εξηγούσαμε πως είναι κακόγουστη, χιλιοπαιγμένη παράσταση, βάσει σχεδίου, για να μας χτυπήσουν με χημικά και διαλύσουν τη διαδήλωση, πως δεν αρκεί να χτυπάς τα όργανα της τάξης και να αφήνεις στο απυρόβλητο την τάξη που υπηρετούν και προστατεύουν, για να εκτονωθείς και να βαυκαλίζεσαι πως έκανες το συγκρουσιακό σου καθήκον, σα Λουδίτης, ενώ, ενώ, ενώ... ήταν σίγουρο πως το επόμενο λεπτό μετά το τέλος της συζήτησης, θα σκόνταφτε ξανά στα ίδια σημεία, στα ίδια λάθη, σα να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα από όσα είπαμε.

Θέλει αρετή και τέχνη το αυθόρμητο για να γίνει συνειδητό και να φύγει από την επιφάνεια και τους πολιτικούς αντικατοπτρισμούς, να καταλάβει πως ό,τι λάμπει δεν είναι αριστερό, ριζοσπαστικό και επαναστατικό σε τελική ανάλυση. Χρειάζονται όμως και κάποια πράγματα στην πράξη, πέρα από τη ζύμωση, τα λόγια που πετάνε και φεύγουν από το συνομιλητή σου, μόλις σταματήσεις να του μιλάς, χωρίς να τα αφομοιώνει.

Χρειάζεται καμιά νίκη για να αναθαρρήσει ο κόσμος, να κερδίσουμε τους ουδέτερους, που τείνουν να πηγαίνουν με το νικητή και γυρίζουν την πλάτη τους στο χαμένο -χωρίς να καταλαβαίνουν πως θα μοιραστούν την ήττα μας, εφόσον δε μοιράζονται τον αγώνα μας.
Χρειάζεται πότε-πότε καμιά ισοπαλία, να σταματήσουμε και να τρενάρουμε το σχεδιασμό τους, τα μέτρα που περνάνε πριν χωνέψουμε τα προηγούμενα. Αν και η ταξική πάλη μοιάζει με το μπάσκετ, που δεν μπορεί να λήξει χωρίς νικητή, δεν έχει ισοπαλία, το πολύ-πολύ παράταση και προσωρινούς συμβιβασμούς.
Χρειάζεται να ξέρει ο κόσμος πως χάσαμε, αλλά παλέψαμε μέχρις εσχάτων, σα λιοντάρια, και δεν κατεβήκαμε απλά για την τιμή των όπλων -χωρίς καν όπλα. Πως δεν παραδεχτήκαμε την ήττα και κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας.
Χρειάζεται ευελιξία, φαντασία, να μπορείς να βγαίνεις πιο δυνατός από κάθε μάχη -αυτό είναι το πιο σημαντικό. Να μην εφησυχάζουμε, να μη ρουτινιάζουμε, να μη βουλιάζουμε στη συνήθεια, το φόβο και τους αρνητικούς συσχετισμούς.

Κι εδώ είναι που κάνουν τη χειρότερη ζημιά οι ντεμέκ ψαγμένοι κι ανήσυχοι, αλλά πάντα μικροαστικά ανυπόμονοι και κατά βάση απλά μικροαστοί. Που φαντασιώνονταν πχ πως σε μία από τις παλιότερες περικυκλώσεις της Βουλής εφάρμοζαν -λέει- το σχέδιο που είχε το ΕΑΜ το 43' για να ακυρώσει την επιστράτευση από τους ναζί (το έχω ακούσει με τα αυτιά μου, σε εκδήλωση ρεύματος). Ή σου κουνάνε επιτιμητικά το δάχτυλο, ως επαναστατικές αυθεντίες του πληκτρολογίου, γιατί δεν έχεις σταματήσει μια ψηφοφορία, δεν έχεις ανατρέψει τους σχεδιασμούς του ταξικού εχθρού, κτλ.

Κάνουν τη χειρότερη ζημιά, γιατί ενεργοποιούν φυσιολογικά αμυντικά αντανακλαστικά στους σφους, για την υπεράσπιση της κοινής λογικής και του αυτονόητου -όπου αναλώνεται πολύτιμος χρόνος, αντί να αξιοποιείται δημιουργικά- και δυσφημούν αυτούς που προβληματίζονται ειλικρινά και θέτουν απλά ερωτήματα. Πχ όπως ο εικοσάρης που ήρθε μαζί μας. Και μπορεί να είναι κομμάτι μπερδεμένος, αλλά θα τη βρει την άκρη...

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής

Κινείσαι προς τα Προπύλαια. Βλέπεις από μακριά ένα μπούγιο κόσμο κι από πάνω, στη μετώπη της Βιβλιοθήκης, ένα γιγαντοπανό. Πλησιάζεις, για να διαπιστώσεις πως είναι του ΜΑΣ, αλλά το συγκεντρωμένο πλήθος είναι άσχετο, χωρίς τα διακριτικά του φοιτηταριάτου (αμπέχονα, ταγάρια, τίτσου). Φοράει επίσημα, κυριλέ ρούχα (ταγιέρ, φορέματα, κοστούμια) και δεν είναι προσυγκέντρωση ή έστω κάποια κινητοποίηση επιστημόνων (δικηγόρων, γιατρών, κτλ) αλλά ορκωμοσία, με απόφοιτους και συγγενείς που κλαίνε, αλλά δεν είναι τεθλιμμένοι, απλώς ήρθαν να παρευρεθούν στην πιο χαρούμενη στιγμή του παιδιού, την ανταμοιβή των κόπων του με ένα διαβατήριο για την ανεργία.

Ή μήπως αυτή είναι ο γάμος; Εκ των οποίων γάμων ένα σημαντικό ποσοστό διαλύεται στην πορεία, με καθοριστικό παράγοντα τα οικονομικά προβλήματα, και άλλοι τόσοι κρατάνε ενωμένοι σχεδόν με το ζόρι, ακριβώς λόγω του οικονομικού καταναγκασμού -πού να χωρίζεις τώρα μες στην κρίση. Συνεπώς, πολλά από τα γαμήλια γλέντια δε θα είχαν λόγο να γίνουν, αν τα ζευγάρια γνώριζαν, στην πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής τους, την πιθανή κατάληξη ή απλώς κάποιες στατιστικές.
Το ζήτημα βέβαια δεν είναι να ενοχοποιήσουμε τη χαρά των ζευγαριών και των σογιών τους, αλλά να αναρωτηθούμε γιατί ξοδεύουν σε μια τελετή τόσα χρήματα, που δεν τους περισσεύουν και θα τους χρειάζονταν ίσως για να γλιτώσουν το γάμο τους (ή τουλάχιστον από κάποιες σοβαρές προστριβές).

Ειδομένο (ή μήπως ιδωμένο; δεν έχω καταλάβει) από τη δική μας σκοπιά βέβαια, η πιο χαρούμενη στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου, είναι όταν καταφέρνει να ζει γεμάτες μέρες, όπου κάθε μια μετράει σα μήνας στον ιστορικό χρόνο. Και επειδή κανείς μας δεν έχει ζήσει αυτές τις πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες (όπως τις είχε χαρακτηρίσει μια φορά η Αλέκα) κι ούτε είναι σίγουρο πως θα αξιωθούμε ποτέ, μία από τις πιο χαρούμενες στιγμές στη ζωή του ανθρώπου είναι όταν καταφέρνει να αποτινάξει από το μυαλό του τη συσσωρευμένη σκουριά που έχουν αφήσει τα κανάλια, το περιβάλλον του κι η κοινωνία, για να βγει στους δρόμους. Όταν σηκώνει κεφάλι κι αντιστέκεται, (ανοίξαμε την αλυσίδα και) γίνεται ένας από εμάς, αφού έχει σπάσει πρώτα τα δεσμά που χειραγωγούν τη συνείδησή του.

Σκυφτός στα καφενεία, στους δρόμους σκεφτικός
Μα χτες μες στην πορεία, γυρνούσες γελαστός

Κι ας μας βλέπει εμάς σκεπτικούς καμιά φορά, όταν βλέπουμε τόση χαρά συγκεντρωμένη, να εκδηλώνεται με αδέξιο κι αντιφατικό τρόπο, έξω από τις παραδοσιακές νόρμες -που θα έπρεπε να μας προβληματίζουν εξίσου, όταν γίνονται ρουτίνα κι εκτελούνται απλώς από συνήθεια.

Χτες, εν τω μεταξύ, το πανό του ΜΑΣ είχε κατέβει, αλλά το ετερόκλιτο πλήθος ήταν πολλαπλάσιο, σε μια συγκέντρωση όπου αυτή τη φορά τον τόνο δεν τον έδιναν οι δικηγόροι με τη στολή της δουλειάς τους, αλλά οι εκπαιδευτικοί και οι μηχανικοί, που μοίραζαν μάλιστα κράνη στον κόσμο! Αν και μια σφισσα επιμένει πως κάποιοι από τη διοίκηση του ΤΕΕ τα φορούσαν μάλλον ως προστατευτικά, για να μη φάνε τίποτα στο κεφάλι και την πατήσουν σαν τον Παναγόπουλο.

Κι ήταν αυτή η δημοφιλία τους που προκάλεσε κάτι εντυπωσιακούς ελιγμούς μπλοκ, βγαλμένους από το Αστερίξ του Γκοσινί και τις καλύτερες κινήσεις της ρωμαϊκής λεγεώνας, καθώς το ΣΜΤ κι η δική μας επιτροπή αγώνα έφυγαν μπροστά, για να μην μπει στην κεφαλή της πορείας το ΤΕΕ και λοιποί μεγαλοπαράγοντες. Κάτι που άφησε το μπλοκ της ΛαΕ στη μέση, σαν αθώο θύμα του Σίνη του Πιτυοκάμπτη με τα πεύκα (γιου του Προκρούστη), να σκέφτεται με ποιους θα πάει και ποιος θα αφήσει, και πώς θα μπορούσε να πατήσει σε δύο διαφορετικές βάρκες.

Περνώντας από εκεί ήταν που άκουσα κι έναν (πιθανότατα) Αραν-σ-ίτη αλτουσεριανό να λέει μια κορυφαία χιουμοριστική ατάκα για τη "φασολάδα της ΛαΕ, από την οποία θα βγουν εκείνες οι δυνάμεις που θα πρωταγωνιστήσουν το επόμενο χρονικό διάστημα.
Κείνο που τον τρώει, κείνο που τον σώζει
Είναι που ονειρεύεται σαν τον Καραγκιόζη
Προσοχή στα αέρια και τη δυσοσμία όμως...

Δεν ξέρω αν σε αυτές τις δυνάμεις συμπεριλαμβάνεται κι η συνιστώσα Ζωή, που κατέβηκε μαζί με άλλους μεγαλοδικηγόρους να διεκδικήσουν τα δίκια τους. Λίγο πιο μπροστά ήταν και το μπλοκ του Δικηγορικού Συλλόγου, όπου κάποιοι θυμήθηκαν τα φοιτητικά τους χρόνια στη ΔΑΠ, με βαριά, πολιτικά συνθήματα.
Ανοίξτε τις πόρτες (σ.σ.: του υπουργείου), να φύγουνε οι κότες
Ανοίξτε τις πύλες, να φύγουν οι ξεφτίλες


Κι ο Σκάι, που πιέζει αντιπολιτευτικά, για να εξασφαλίσει μια τηλεοπτική άδεια, να ενορχηστρώνει το αντικυβερνητικό πάθος του φιλελέ και να καλύπτει τη μεγαλειώδη συγκέντρωση, με τον ίδιο ζήλο που έθαβε όλες τις προηγούμενες (εκτός από το "μένουμε Ευρώπη").

Στα χτεσινά αξιοσημείωτα κρατάω και μια κάπως περίπλοκη πλην πρωτότυπη πικέτα (από αυτή που "έφαγε" ο ήρωας Παναγόπουλος) που ένωνε το κράνος του μηχανικού, το στηθοσκόπιο του γιατρού και τη γραβάτα του δικηγόρου! Κάτι σαν μετεξέλιξη-παραλλαγή του γνωστού διαβητόσφυρου, που είχε στη σημαία της η Λδγ και του γραναζόσφυρου, που είχε στο σήμα του το παλιό ΤΚΡ στην Τουρκία.

Όσο για την 'παράξενη ενότητα' με τα μεγάλα κενά και τις αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό, που δε συντονίζονται, ένα μέρος της εξήγησης κρύβεται στα εσωκομματικά της ΝΔ, καθώς άλλοι στήριξαν Μητσοτάκη και άλλοι το Μεϊμαράκη. Κάτι που δείχνει πως αυτοί οι χώροι είναι ίσως από τα τελευταία στηρίγματα του παλιού δικομματισμού, που παραμένει κυρίαρχος, όχι μόνο από την άποψη των συσχετισμών, αλλά και της συντεχνιακής νοοτροπίας.

Το ζητούμενο παραμένει πώς θα σπάσουν εδραιωμένες αντιλήψεις χρόνων -και ο δρόμος είναι μια καλή ευκαιρία, για να γίνει ένα πρώτο βήμα- και πώς θα ξεφύγουμε από το κυρίαρχο δίπολο που στήνεται, με διασκεδαστικά εναλασσόμενους ρόλους: από τη μια η αριστερή κυβέρνηση, που τώρα νομοθετεί τα μνημονιακά προαπαιτούμενα, κι από την άλλη η φιλελέ αντιπολίτευση, που τόσο καιρό τα ψήφιζε (και θα συνεχίσει να το κάνει, αν δε βγουν αλλιώς τα κουκιά).
Κι ίσως να ξενίσεις κάποιους φαντασμένους, που βλέπουν το λαουτζίκο με τη λογική της Μαρίας Αντουανέτας, αλλά ως προς αυτό το τελευταίο, υπάρχει αρκετή θετική πείρα και παραδείγματα προς μίμηση στον χώρο των αγροτών και τη συσπείρωση σε αγωνιστική κατεύθυνση που φαίνεται να επιτυγχάνεται στα αγροτικά μπλόκα.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Λαός και Κολωνάκι

Μια σφιισσα με αθλητικές γνώσεις κι υπόβαθρο τη χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη μετακίνηση μπλέιζερ στην Ελλάδα. Που θα μπορούσε να έχει προσυγκέντρωση στο κέντρο της Σκωμπίας, στην πλατεία Κολωνακίου, όπου συχνάζει τέτοιος κόσμος. Αλλά όπως και να έχει, ήταν με διαφορά η πιο καλτ κινητοποίηση των τελευταίων ετών, περίεργη όχι μόνο για τους περαστικούς, που την χάζευαν, αλλά και για όσους συμμετείχαν: γιατρούς, μηχανικούς και βασικά δικηγόρους από όλη την Ελλάδα, που ανταποκρίθηκαν στο πανεπιστημονικό κάλεσμα στο Υπουργείο Εργασίας, και προσπαθούσαν αδέξια να διαχειριστούν την καινούρια κατάσταση, σα μια κοπέλα που φοράει για πρώτη φορά στη ζωή της δεκάποντα τακούνια –αν και σε αυτό, οι περισσότερες… διαδηλώτριες τα κατάφερναν χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.

Έτσι λοιπόν, άλλοι βαρυγκωμούσαν σε στιλ που καταντήσαμε λοχία, να διαδηλώνουμε στα γεράματα κι αυτοσαρκάζονταν –πού είναι οι πέτρες κι οι μολότοφ· ενώ άλλοι το διασκέδαζαν κι έβγαζαν κινηματικές σέλφι, βλέποντας την όλη υπόθεση σα Μύκονοοοοος από την ανάποδη, κι αποκριάτικη εκδήλωση, όπου ντύθηκαν πχ αγωνιστές για μια μέρα. Αν και το ντύσιμό τους μόνο κινηματικό dress code δεν ακολούθησε.

Feeling radical at τοποθεσία Υπουργείο Εργασίας
Θυμάσαι, σφε αναγνώστη, στα φοιτητικά σου χρόνια, κάτι πρωινά στο φουαγιέ της ΝΟΠΕ, που κοιτούσες απορημένος το περιβάλλον, τους φοιτητές κι αναρωτιόσουν γιατί είναι τόσο κυριλέ ντυμένοι κι αν είχαν σκάσει μύτη κατευθείαν από τα μπουζούκια; Σκέψου λοιπόν όλο αυτό στο πολλαπλάσιο, με συγκεντρώσεις απ’ όλη την Ελλάδα, και μερικούς καλοσιδερωμένους χίπστερ να είναι οι εναλλακτικοί της υπόθεσης. Κι εγώ να έχω κάνει το λάθος να βάλω φόρμα και να φοβάμαι, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, μη τυχόν φάω πόρτα από την… απ’ την… έλα ντε. Αφού δεν υπήρχαν αλυσίδες, περιφρούρηση κι άλλα τέτοια περίεργα λαϊκά έθιμα.

Μόνο που τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, ούτε το αμπέχονο τον αγωνιστή. Αν ήταν έτσι, η πρωτοδεύτερη φορά αριστερά, με τα στελέχη της που αρνούνται να βάλουν γραβάτα και σφίγγουν τη θηλιά (της) γύρω από το λαιμό του λαού, θα ήταν κάτι ανάμεσα σε κυβέρνηση του βουνού και ψευδώνυμο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αλλά (είναι γάτα-είναι γάτα) ο κοντός χωρίς γραβάτα πούλησε (μαζί με τα αγωνιστικά ράσα και) τον Παππά της σκληρής 17ωρης διαπραγμάτευσης.

Επιστροφή στα της πορείας. Που είχε στην κεφαλή της το μπλοκ της ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων, σε κατάσταση κινηματικού παλιμπαιδισμού να φωνάζει: κάτσε καλά Κατρούγκαλε. Και κάπου στα πέριξ αγωνιστικές φυσιογνωμίες, σαν το (βασιλιά) Πατούλη, το Λυκουρέζο και το Φαήλο Κρανιδιώτη. Να φτάνουν στην είσοδο της Βουλής (είχαν και τις κατάλληλες ενδυματολογικές προδιαγραφές για να μπουν κιόλας), στα λουλουδάδικα, χωρίς ΜΑΤ, κλούβες και λοιπές ενοχλήσεις –δεν είναι δα και τίποτα οικοδόμοι, που έχουν σήμερα αντίστοιχη κινητοποίηση και στοιχηματίζω πως θα έχουν και αντίστοιχη αντιμετώπιση, με το γάντι. Και εσύ να σκέφτεσαι, πού είναι ένας προβοκάτορας-κουκουλοφόρος, όταν τον χρειάζεσαι, να πέσει μια μολότοφ, χημικά για απάντηση και να γίνει ο κακός χαμός, γόβες-γραβάτες, μαλλιά-κουβάρια. Αν και βασικά, το ύποπτο στοιχείο, βάση ντυσίματος, ήσουνα εσύ.
Λες να έχει δηλ η Ασφάλεια και ειδικό τμήμα μυστικών με πολιτικά, κοστούμια και ταγέρ;

Πιο πίσω είδαμε: ένα θαρραλέο σφο να κάνει εξόρμηση με το κουπόνι του, για να τους τρολάρει και να δοκιμάσει τις αγωνιστικές τους αντοχές: θα ενισχύσετε οικονομικά το ΚΚΕ; Το μαραμένο μπλοκ της ΛαΕ (χωρίς τη Ζωή όμως) να διασπά σεχταριστικά την ενότητα με τα κομματικά του πανό. Κάτι Σεκίτες, που με τις σφυρίχτρες και τα κλαπατσίμπαλά τους έμοιαζαν σχεδόν ένοπλη πολιτοφυλακή, συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Ένα χιουμοριστικό πανό του ΙΣΑ (Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών) που έγραφε αυτοαναφορικά σε τρίτο πρόσωπο: θεματοφύλακας της δημόσιας υγείας. Στην ουρά, ενιαίο φοιτητικό μέτωπο, στο μπλοκ των συλλόγων, με σφους και Εαακίτες να κάνουν άμιλλα στις φωνές για τα συνθήματα. Την κινηματογραφική αντίθεση της πορείας με τις σκηνές των πενταμηνιτών μπροστά στο Υπουργείο Εργασίας –κάτι σαν τις φαβέλες του Ρίο πλάι στους ουρανοξύστες.

Το επόμενο άρμα της αποκριάτικης παρέλασης έρχεται από την Τρίπολη...!
Κι ενδιάμεσα τους δικούς μας, που έδωσαν αρκετά μαζικό «παρών». Κι είχαν μερικά συνθήματα καλτ απόχρωσης (ταιριαστά με την περίσταση): «να μην περάσει ΛΕΜΕ το ασφαλιστικό (μαζί με τους εργάτες και όλο το λαό», «…στον τενεκέ να πάει, για εκεί είναι καλό». Σημειώνω, παρεμπιπτόντως, πως στην πρόσφατη συνέντευξη τύπου του ΠΑΜΕ για το ασφαλιστικό, μίλησε μεταξύ άλλων και ο (Ναρίτης) πρόεδρος του ΣΜΤ. Ζούμε μεγάλες ενωτικές στιγμές, Ηλία…

Στη διαδρομή πετυχαίναμε και περαστικούς, όχι απαραίτητα αντιδραστικούς, που σχολίαζαν αρνητικά την «πιο βρώμικη πορεία» και βασικά το σινάφι που τη διοργάνωνε. Και τι να σχολιάσουν άλλωστε, βλέποντας στην κεφαλή την πιο μαύρη αφρόκρεμα του κλάδου –που την κρίσιμη ώρα θα βρεθεί αντικειμενικά απέναντι, γιατί αυτή είναι η ταξική της θέση- να δίνει τον τόνο; Κι εδώ ακριβώς είναι ο κόμπος της γραβάτας και του ζητήματος των διαφόρων επιμελητηρίων και επαγγελματικών συλλόγων, που περιλαμβάνουν τους πάντες: από το μεγαλοδικηγόρο πχ μέχρι τον ασκούμενο, για να εκφράσουν τα κοινά τους (;) συμφέροντα. Άκουγες και την ολομέλεια των προέδρων στο μπλοκ της να φωνάζει «είμαστε ενωμένοι κι αποφασισμένοι», και αναρωτιόσουν: ενωμένοι ποιοι, με ποιον και για να πετύχουν τι ακριβώς; Τι έχουν να χωρίσουνε λαός και Κολωνάκι;

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της χτεσινής μέρας είναι ο εντυπωσιακός όγκος του κόσμου, που κατέβηκε εμφανώς για πρώτη φορά στο δρόμο, κουβαλώντας προφανώς τη νοοτροπία του και κάποιες ιδεοληψίες (πχ θα υποβάλουμε ένσταση για το νόμο, και θα δικαιωθούμε στο εφετείο). Και μπορεί επιφανειακά να φαινόταν κάπως σαν «νεοδημοκράτες σε απόγνωση» αλλά τα φαινόμενα απατούν και είναι λάθος να χαρίσουμε τον κόσμο που κινητοποιήθηκε στην αντίδραση. Το ζήτημα είναι πώς να παρέμβεις για να επηρεάσεις τη συνείδησή του. Κι εδώ κολλάνε κι όσα έγραφε η απόφαση της κετουκε για τα μικροαστικά στρώματα που προλεταριοποιούνται και η ελλιπής πείρα των μαζών αυτών, που εισέρχονται ξαφνικά στο προσκήνιο του μαζικού κινήματος και της ταξικής πάλης.


Η οποία μπορεί να κλιμακωθεί με μία ή περισσότερες απεργιακές κινητοποιήσεις το ερχόμενο χρονικό διάστημα. Και η φιλεργατική κυβέρνηση περνάει στα μουλωχτά το μέτρο της ανταπεργίας! Πόσο ξεφτίλας πρέπει να είσαι για να σου τη βγαίνει από τα αριστερά ακόμα κι ο Παναγόπουλος ή ο δικηγορικός σύλλογος;

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Ένα πολύ κακό κείμενο

Δεν υπάρχουν ίσως πολλά πράγματα που να προκαλούν μεγαλύτερη απογοήτευση από  ένα άρθρο στο διαδίκτυο που στηλιτεύει θεωρητικά κάποια κακώς κείμενα, αλλά καταλήγει απλώς να είναι το ίδιο ένα κακό κείμενο. Είναι κάτι αντίστοιχο με ένα ωραίο μήλο, που φημίζεται για το πόσο κόκκινο (πολιτικά) και σκληρό (στην κριτική του) είναι και αποδεικνύεται τελικά τζούφιο και χαλασμένο.

Ένα τέτοιο απροσδόκητα κακό κείμενο ήταν αυτό του διονύση τσακνή, που δημοσιεύτηκε στο ικεα την περασμένη βδομάδα, με τίτλο «εγώ ο μικροαστός». Προβληματίστηκα αρκετά αν θα ήταν σκόπιμο να ασχοληθεί και να απαντήσει κανείς, κυρίως εξαιτίας της σύγχυσης που προκαλεί και το διέπει σε αρκετά σημεία, με λογικά άλματα και άστοχες παρατηρήσεις.

Λέει πχ πως η αμηχανία του αριστερού συνίσταται στο ότι ξεκινάει με τα σωστά αναλυτικά εργαλεία παραμάσχαλα, αλλά καταλήγει να εντοπίζει το βασικό εχθρό στις φίλιες πολιτικές δυνάμεις. Αναρωτιέμαι αν σ’ αυτές τις.. φίλιες δυνάμεις συμπεριλαμβάνεται πχ και ο σύριζα ή ένα μέρος του –και αν δεν είναι για τον τσακνή, θα μπορούσε ωστόσο να τη θεωρεί τέτοια κάποιος άλλος και να προεκτείνει το ερώτημα, με παρόμοιο σκεπτικό. Δυσκολεύομαι ωστόσο να πιστέψω πως ο τσακνής δεν γνωρίζει –θεωρητικά και επιβεβαιωμένο πολλάκις στην πράξη- τον ορισμό που έδινε ο βλαδίμηρος για τον οπορτουνισμό, ως επιρροή της αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα., κάτι που τον καθιστά κάθε άλλο παρά συγγενή πολιτική δύναμη.

Λέει επίσης πως αποφάσισε να επιστρέψει στο κόμμα στο οποίο εντάχθηκε έφηβος, αλλά βρήκε κλειστές πόρτες. Τι ακριβώς εννοεί όμως ο ποιητής-στιχουργός-μελωδός; Ποια πόρτα χτύπησε δηλ και βρήκε κλειστή, χωρίς να πάρει απάντηση; Ξανάδωσε βιογραφικό στο κόμμα αλλά απορρίφθηκε; Είδε να μην αξιοποιείται από το κόμμα τόσα χρόνια που έρχεται στο φεστιβάλ της οργάνωσης; Θεωρεί μήπως ότι αποκλείστηκε από το φετινό πρόγραμμα του φεστιβάλ, ενώ χτύπησε την πόρτα του κόμματος για να παίξει; Με ποια αφορμή γράφονται όλα αυτά τέλος πάντων;

Αλλά πριν πάμε σε αυτό, κάτι ακόμα σχετικό. Πιστεύει άραγε πως το ικεα στο οποίο αρθρογράφησε είναι κάτι ανοιχτό στον κόσμο; Ακόμα κι αν κάναμε μια υπόθεση εργασίας, ότι ο λαός πειθόταν μαζικά από την πολιτική γραμμή του ικεα, πού θα απευθυνόταν για να πλαισιώσει τις γραμμές του; Ποιον θα γνώριζε από τους συμμετέχοντες, πίσω από τα ψευδώνυμα και τα ανώνυμα κείμενα; Πώς θα διαπίστωνε στην πράξη την ενωτική-αντισεχταριστική στάση του ικεα, εφόσον μερικές δεκάδες άτομα διασπάστηκαν και χώρισαν τα τσανάκια τους από τον σύλλογο ‘κορδάτος’; Και πώς θα μάθαινε καν για μια διάσπαση που έγινε περίπου στα μουλωχτά; Δεν αντιλαμβάνεται ο ΔΤ ότι το καυστικό του σχόλιο για τους ρήτορες χωρίς κοινό και τους ηγέτες χωρίς οπαδούς, κολλάει γάντι με την ιστοσελίδα που τον φιλοξενεί κι είναι κάπως σαν αυτογκόλ; Και τέλος πάντων, τι είδους ανοιχτές πόρτες αφήνει το ίδιο το κείμενο του τσακνή, εφόσον δημοσιεύεται συνειδητά σε μια ιστοσελίδα, που δεν επιτρέπει το σχολιασμό και το διάλογο;

Ο τσακνής γράφει επίσης για τη διαλεκτική βάσης-ηγεσίας, ενώ μόλις λίγες γραμμές παραπάνω την καταστρατηγεί με τον κλασικό διαχωρισμό της κακής ηγεσίας (όσοι βρίσκονται στο πγ και την κε και έχουν αποκλειστικό προνόμιο την κομμουνιστική κοσμοθεωρία και την ιδιότητα του κομμουνιστή, κατοχυρωμένη με συμβολαιογραφική πράξη και μάρτυρες τους μαρξ και λένιν αυτοπροσώπως) με χυδαίες διατυπώσεις που μόνο σε φασιστάκους θα άρμοζαν –από αυτούς στους οποίους αναφέρεται πιθανότατα στο υστερόγραφό του. Και αν καταλαβαίνω καλά τα γραφόμενά του, θεωρεί πως μέσα από τους αγώνες θα ξεπηδήσουν νέοι ηγέτες του κόμματος, που θα ξανακάνουν το κκε αυτό που ήταν (κόμμα με ανοιχτές θύρες, και μπάτε σκύλοι αλέστε;), αντικαθιστώντας προφανώς την παρούσα ηγεσία, που δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά –κάτι που θα μπορούσε όμως να ερμηνευτεί με την ευρεία έννοια ακόμα και ως κάλεσμα με άμεσο στόχο να αλλάξει η ηγεσία του κκε.

Ας επιστρέψουμε όμως στο βασικό ερώτημα. Ποια είναι η αφορμή για να γραφτεί αυτό το κείμενο; Ο τσακνής λέει πως (ενώ χτυπούσε την πόρτα μας) έμαθε πως «για εμάς τους εχθρούς του είναι κλειστές. Πράκτορες βλέπεις του όποιου σύγχρονου Μανιαδάκη, οπορτουνιστές και κρυφοΣΥΡΙΖΑΙΟΙ...» Ομολογώ πως δεν έχω υπόψη μου κάποιο επίσημο κομματικό ντοκουμέντο που να επιτίθεται προσωπικά στον τσακνή για τις απόψεις του και μάλιστα με τέτοιους χαρακτηρισμούς. Οπότε το α’ πληθυντικό πρόσωπο του ΔΤ αναφέρεται μάλλον στο ικεα ως σύνολο. Κι η φράση «έμαθα πως..» πρέπει να αναφέρεται στην χαφιέδικη διαρροή του εσωτερικού σημειώματος στο βήμα –που δεν πιστεύω πως το πληροφορήθηκε το ικεα από το σταυρόπουλο, μάλλον το αντίστροφο πρέπει να έγινε.

Κι ο τσακνής ως τι ακριβώς απαντάει σε αυτό το σημείωμα; Μας λέει δηλ εμμέσως πλην σαφώς πως είναι μέλος του ικεα; Και αν ναι, ας μου επιτραπεί μια επιπρόσθετη απορία: αυτός δεν ήταν που παραδέχτηκε σε συνέντευξή του πως τίμησε το σχέδιο β’ του αλαβάνου με την ψήφο του κι αρνήθηκε την πρόταση για να θέσει υποψηφιότητα για το ευρωκοινοβούλιο; Αυτός δε συνυπέγραψε μια έκκληση προσωπικοτήτων για τη συνεργασία σχεδίου β’ και ανταρσύα; Αυτά τα έκανε ως μέλος του ικεα, βάση κάποιου τακτικού σχεδίου ή αυτόνομα; Το κόμμα που ονειρεύεται να (ξανα)γίνει το κουκουέ θα έχει στις γραμμές του τον πολιτικό αριβίστα αλέκο και ως αιχμή της πολιτικής του γραμμής τον ευρωσκεπτικισμό του σχεδίου β’; Ε, τότε να λείπει καλύτερα (το μήλο και το) βύσσινο. Και με την ευκαιρία να πω ότι προσωπικά θεωρώ όντως κρυφοσυριζαίο, από καθαρά πολιτική κι όχι συνωμοσιολογική σκοπιά, οποιονδήποτε συντάσσεται με τον αλαβάνο, πχ το δεξιό τμήμα της ανταρσυα που φλερτάρει ανοιχτά (και με ανοιχτές θύρες) με το ενδεχόμενο μετωπικής συνεργασίας –αν όχι οργανικής συστράτευσης- με το σχέδιο β’. Σέβομαι όσους αποχώρησαν για τον ένα ή τον άλλο λόγο το 89’ από το κόμμα, όχι όμως όσους σταβώνουν σήμερα το κλαδί από την ανάποδη, σε ρόλο πολιτικούς εκκρεμούς.

Δεν καταλαβαίνω επίσης πολύ καλά σε ποιον απευθύνεται το υστερόγραφο το κειμένου. Ελπίζω αποδέκτης του να είναι πράγματι οι διάφοροι φασίστες του διαδικτύου, που βγάζουν σπυράκια με τους.. «κρατικοδίαιτους θολοκουλτουριάρηδες», και η καλλιτεχνική οπτική που είχε εκφράσει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο ο αχιλλέας μπέος στις πρώτες «προγραμματικές» του δηλώσεις ως δήμαρχος βόλου. Αν πάλι έχω καταλάβει κάτι λάθος κι έχει ευρύτερους παραλήπτες το μήνυμά του, θα μπορούσα να προσυπογράψω το ίδιο κείμενο με εναλλακτικό τίτλο «εγώ ο ‘φασιστάκος’» (ως απάντηση στο «εγώ ο μικροαστός») και να κλείσω τα σχόλια, για να μη διαχυθεί και σε άλλους.. αλήτες η γενική κατακραυγή.


Προσωπικά πάντως δεν έχω κάποιο πρόβλημα με τις καλλιτεχνικές επιλογές κι εμφανίσεις του ΔΤ. Ακόμα κι η μουσική που έγραψε για τις θεσμοφοριάζουσες πχ, που ήταν συριζαϊκό καλτ, ήταν το μόνο που ξεχώριζε απ’ ό,τι μου είπαν σφοι που την παρακολούθησαν. Και οφείλω να ομολογήσω πως μπορεί να μη συμφωνώ με διάφορα άρθρα και κατά καιρούς τοποθετήσεις του, αλλά σεβόμουν το πώς αντιμετώπιζε το κόμμα και την πολύ καθαρή στάση που είχε πχ στις δημοτικές εκλογές του 10’, οπότε τον φλέρταρε ο σύριζα για να του δώσει το χρίσμα του υποψηφίου στο δήμο αθηναίων και αυτός βγήκε δημόσια και δήλωσε τη στήριξή του στο σοφιανό. Κι είναι πραγματικά κρίμα αν αποφάσισε τώρα –είτε ως μέλος του ικεα είτε όχι- να τα διαγράψει όλα μονοκοντυλιά με τόσο κακές τοποθετήσεις, σαν κι αυτή, ανεξαρτήτως των όποιων διαφωνιών μπορεί να έχει/έχουμε.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Ο Αστερίξ στην Κρήτη

Ερχόμενος πριν μερικά χρόνια για πρώτη φορά στη μεγαλόνησο, είχα φτιαγμένη στο μυαλό μου μια εικόνα για τους κρητικούς, που έμοιαζε αρκετά με τους κορσικανούς από την αντίστοιχη περιπέτεια του αστερίξ στο νησί. Πεισματάρηδες κι ιδιότροποι, αγύριστα κεφάλια, ανυπότακτοι και περήφανοι, αλλά γλεντζέδες και έξω καρδιά άνθρωποι, που αν δεν κάνουν ένα γάμο με τετραψήφιο τουλάχιστον αριθμό καλεσμένων, θεωρείται σε στενό, οικογενειακό κύκλο. Με ιδιαίτερα επώνυμα και καταλήξεις, κάτι σαν το ελληνικό αντίστοιχο του οκατεριναμπελατσιτσίξ (του αρχηγού των κορσικανών από το αστερίξ). Και το βασικότερο γνώρισμά τους: ζουν για να πίνουν ρακή ή τσικουδιά, ανάλογα σε ποιο μέρος της κρήτης βρίσκεσαι.


Μπορεί οι κρητικοί να μην έχουν τις αγελαδες και τις άπειρες γαλακτοβιομηχανίες της μακεδονίας –ένα από τα λίγα μειονεκτήματα του νησιού- αλλά έχει ρακή σε αφθονία που τη φέρνει στο τέλος κάθε γεύματος κέρασμα το μαγαζί, μαζί με το γλυκό. Και αν είσαι στο «πολιτισμένο» βόρειο τμήμα του νησιού, πάει και έρχεται. Αλλά αν βρεθείς στα σφακιά πχ δε γίνεται να αρνηθείς το κέρσμα, θα είναι ασυγχώρητη προσβολή για τον οικοδεσπότη. Και δεν έχει σημασία αν παίρνεις αντιβίωση πχ και δεν επιτρέπεται να συνδυαστεί με αλκοόλ, γιατί «ίντα μωρέ κοπέλι, δεν κατέ’εις πράμα, τούτω δω γιατρικό ‘ναι και διώχνει κάθε αρρώστια». Κάπως έτσι πρέπει να την πάτησε εδώ και ο χαλβατζής, σε μια περιοδεία του στα μικρά γαλατικά χωριά που έχουμε δύναμη. Και δώστου ένα ποτηράκι και άλλη μια, να μην προσβάλλεις τον οικοδεσπότη κιάλλο ένα στην ακατάλυτη φιλία των λαών ξέρω γω και την υγεία του αποτέτοιου, που θα ‘λεγε κι ο οβελίξ μεθυσμένος. Το αποτέλεσμα ήταν να κάνει κεφάλι ο σύντροφος και να καταλήξει στην κομματική δουλειά που ακολουθούσε, στο ακλόνητο συμπέρασμα δια της διαλεκτικής μεθόδου, ότι «εδώ πίνετε πάάάρα πολύ».

Η κρήτη λοιπόν είναι ένας ευλογημένος τόπος που τα έχει όλα, μαζί με την αμάλθεια και το κέρας της: λάδι, κρι-κρι, καλό φαγητό, ζεστό κλίμα, τουρισμό, βουνό και θάλασσα, φυσικές ομορφιές, δυο πελάγη (το λιβυκό για τις πιο ψαγμένες εκδρομές), όλα κλεισμένα σε μια λωρίδα γης· ακόμα και τρεις ομάδες στη σούπερ λίγα, που μπορεί του χρόνου να γίνουν τέσσερις (αν ανέβει ο αο χανίων), ενώ η θεσσαλονίκη πχ κινδυνεύει άμεσα να μείνει με μόνο μία ομάδα (μία πόλη, μια τζατζίκι, μια πατάτες). Κι αυτό πέρα από τις όποιες σχέσεις (ανισότιμης αλληλ)εξάρτησης με τον εκάστοτε μαρινάκη ή βαρδινογιάννη, δείχνει κυρίως πως την κρήτη την έχει αγγίξει η κρίση λιγότερο από κάθε άλλη περιοχή της ελλάδας.

Σε αυτό τον ευλογημένο τόπο λοιπόν, που ουσιαστικά δεν έχει χειμώνα (εμείς στο βορρά αυτό το λέμε πρωινή δροσούλα) κι είναι κάτι σα βόρεια αίγυπτος, ευδοκιμούν σχεδόν τα πάντα στο εύκρατο, μικροαστικό του κλίμα κι ειδικότερα στα εναλλακτικά χανιά. Μαγαζάκια με βιολογικά, μπαχαρικά, με τζίντζαλα μίντζαλα (που κάτω από τα τέμπη, πρέπει να τα λένε κάπως αλλιώς), με ανταλλακτικό εμπόριο. Ένα προποτζίδικο προς το νοσοκομείο που γράφει στην ταμπέλα ευτ. μπιτσάκης (και δεν ξέρω αν είναι του ίδιου ή αν πρόκειται για κάποια συνωνυμία, συγγένεια, κτλ), μια οδός κωνσταντίνου μητσοτάκη και ας είναι εν ζωή ακόμα. Τα εναλλακτικά στέκια των πολυτεχνιτών, αν και πολλοί σφοι προτιμούν το ρέθυμνο, που είναι σαν μικρογραφία των χανίων, αλλά έχει περισσότερες θεωρητικές σχολές και πιο πολλά κορίτσια.

Κι από έμψυχο δυναμικό, παραδοσιακοί βρακοφόροι μουστακαλήδες από καρτ ποστάλ, που καμιά φορά κατεβαίνουν στις πόλεις, τώρα που έκλεισαν οι εφορίες στην ενδοχώρα κι αλίμονο αν δε γίνει η δουλειά τους και έχουν κατέβει τζάμπα. Ψηφοφόροι της ντόρας και νοσταλγοί της χούντας, που είχε φτιάξει πέντε δρόμους κι έκτοτε δεν ξανάδε βελτίωση το οδικό δίκτυο. Εναλλακτικός (;) κόσμος, που ήταν σύριζα πολλά χρόνια τώρα, αλλά δεν το ήξερε. Οι τελευταίοι ψηφοφόροι του πασοκ, γιατί όλοι εδώ ήταν με το βενιζέλο (που τον βλέπεις παντού, σαν τον κεμάλ στην τουρκία) και με το πασόκ –κι εξακολουθούν να είναι, άλλο αν (κάνουν πως) δεν το ξέρουν. Πίσω μ-λ, πυρήνες (πληθυντικός, έτσι;) του επαμ, αναρχικοί που δηλώνουν ανοιχτά εκλογική στήριξη στο σύριζα, αντιρατσιστικό φεστιβάλ που μαζεύει μισή μυριάδα κόσμο κάθε χρόνο και γενικώς όλα όσα μπορείς να φανταστείς.

Όλα; Όχι. Γιατί ένα μικρό γαλατικό κόμμα με γενναίους πολεμιστές αντιστέκεται και θα συνεχίσει να αντιστέκεται στις (π)ορδές των βαρβάρων. Δεν είναι πως δε θα βρεις συντρόφους στις πόλεις και τα πανεπιστήμια, αλλά μαζευόμαστε περισσότεροι στα τσιμπούσια στο τέλος της ιστορίας –όχι του φουκουγιάμα, το άλλο- και στις κομματικές συνεστιάσεις, παρά σε πορείες και συγκεντρώσεις –όπως σήμερα πχ, με την απεργία της αδεδυ, που είχαμε συγκέντρωση, αλλά δεν κάναμε πορεία, γιατί στο δημόσιο ειδικά, το νησί παραμένει καταπράσινο, και δεν εννοώ τη βλάστηση. Κι έξω από τις πόλεις, οι σύντροφοι ευδοκιμούν σποραδικά, κατά τόπους και σε ομάδες, σε μικρά γαλατικά χωριά, σαν τα παλιά ρούματα και τα ανώγεια, που είναι νησίδες-προπύργια –με τη σχετική έννοια, που έχει ο όρος αυτός σε ένα νησί σαν την κρήτη. Ενώ σε άλλες περιοχές, όπως στα σφακιά, όπου ο δήμαρχος είναι κάπως «οικουμενικός» και έχει (ή είχε τουλάχιστον) μέχρι και τη στήριξη της ανταρσύα, εμείς δεν έχουμε ούτε καν υποψήφιο, να βρει στην κάλπη την ψήφο του. Και αν κάποιο από αυτά τα γαλατικά χωριά, είναι κάπως ξεχασμένο κι αποκομμένο, μπορεί να συναντήσεις κοινοτικά κατάλοιπα προηγούμενων αιώνων, ακόμα και σε δικούς μας, που δε βλέπουν πάντα πχ με καλό μάτι την ισοτιμία στην κοβ με μια συντρόφισσα, πόσο μάλλον να έρθει να τους καθοδηγήσει –άσε που μπορεί να είναι χαλασμένη.

Δεν μπορεί φυσικά να νοηθεί γαλατικό χωριό, χωρίς ρωμαϊκά οχυρά (τα διάφορα μπαμπαορούμ και πετιμπονούμ) να το περιστοιχίζουν και να περιφρουρούν την παξ αμερικάνα. Οι νατοϊκοί έχουν καταλάβει με τις βάσεις τους το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι της μεσογείου, στη σούδα και σκορπίζουν το θάνατο, όχι άμεσα με τα όπλα τους, αλλά με τα απόβλητα και τη ραδιενέργεια των βάσεών τους. Ο καρκίνος θερίζει αδιακρίτως και βάζει σημάδια παλικάρια απ’ τα χανιά, για να ισοφαρίζει λίγο την αδικία για τις άλλες γωνιές της ελλάδας, που δεν είναι προικισμένες σαν την κρήτη και να θυμίζει στους λεβέντες κρητίκαρους το σύνθημα: λεβεντιά με βάσεις δε γίνεται. Και σα να μη φτάνουν αυτά, βγαίνει τώρα το μείζον ζήτημα της επικείμενης εν πλω υδρόλυσης των χημικών όπλων της συρίας, κάπου στη μεσόγειο (που είναι κλειστή θάλασσα) στον χώρο μεταξύ κρήτης και σικελίας, για την οποία οι ιθύνοντες καμώνονται τους ανήξερους.

Το ζητούμενο λοιπόν σε μια τέτοια πόλη-περιφέρεια, όπου είναι βαθιά ριζωμένη η πασοκιά και σχετικά υψηλό το βιοτικό επίπεδο, είναι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης, που ξεδιπλώνεται αργά και βασανιστικά πολλές φορές. Στα αγροτικά μπλόκα πχ δεν υπήρχε κλιμάκωση και κάποια ιδιαίτερη σύγκρουση με την αστυνομία, όπως λχ στο μπλόκο της νίκαιας, παρά μόνο κάποιοι συμβολικοί δεκάλεπτοι αποκλεισμοί του δρόμου, κατόπιν συνεννόησης με έναν πιο νουνεχή αξιωματικό. Και ως επιβράβευση οι αγρότες κέρασαν και στους μπάτσους ανκοράκια (κάτι σα μανταρινάκι) και φτύναμε όλοι μαζί πλάι-πλάι τα κουκούτσια στην άσφαλτο. Αλλά οι δικοί μας συνειδητοποιημένοι αγρότες δεν είναι η πλειοψηφία. Κάποιοι άλλοι πασοκόψυχοι είχαν πάει παλιότερα στο λιμάνι και πετούσαν ντομάτες στους απεργούς ναυτεργάτες, για να λύσουν την απεργία και να μεταφέρουν τα ευπαθή προϊόντα τους, για να μην χαλάσουν.

Κι είναι κάτι τέτοια σκηνικά –και άλλες ιστορίες καθημερινής κρητικής τρέλας και τοπικισμού, σαν κι αυτή που είχε περιγράψει κάποτε ο άθλιος για τα κτελ χανίων και ηρακλείου- που σε κάνουν να σκέφτεσαι πως αν αξιωθούμε ποτέ να δούμε λαϊκή εξουσία στην χώρα μας, δύσκολα θα κάνει ζάφτι τέτοιους κρητίκαρους και το συντεχνιακό τους πνεύμα. Κι ίσως θα ‘ταν καλύτερα να το έχουν κάνει τελικά πρόπερσι αυτό το δημοψήφισμα, στα εκατό χρόνια από την ένωση και να αυτονομηθούν από την υπόλοιπη χώρα –έτσι κι αλλιώς η κρήτη είναι σχεδόν αυτάρκης.

Όταν όμως αδειάζει από τουρίστες και τα στίφη του ξανθού γένους από την πρώην σοβιετική ένωση, που κατακλύζει κάθε καλοκαίρι το νησί απ’ άκρη σε άκρη, μια απλή βόλτα στα τοπικά παραρτήματα του οαεδ, όπου γίνεται το αδιαχώρητο, αρκεί να καταδείξει πως δίπλα στη γενική ευημερία κι όσους πιστεύουν πως έχουν λυμένο το πρόβλημα της ζωής τους, υπάρχουν κι άλλοι τόσοι με εκρηκτικά και συνεχώς διογκούμενα προβλήματα. Κι όσο παραμένει ιστορικά αδικαίωτη η ταξική πάλη και οι γαλάτες πολεμιστές, τόσο θα συνεχίσει να ξεδιπλώνεται, έστω με αργούς, βασανιστικούς ρυθμούς…


Υγ: με αυτό το κείμενο η κε του μπλοκ εγκαινιάζει μια καινούρια ετικέτα με τίτλο «αυτοδιοικητικές ιστορίες» -καμία σχέση με τις «οικογενειακές ιστορίες» στην τηλεόραση. Μες στο επόμενο χρονικό διάστημα κι ενόψει των δημοτικών-περιφερειακών εκλογών, θα γίνει μια προσπάθεια να μαζευτούν διάφορες αντίστοιχες ή και πιο πολιτικές ιστορίες-ανταποκρίσεις από διάφορες γωνιές της ελλάδας, για να δώσουν το κλίμα και μια εικόνα για την κάθε περιοχή. Όποιος σφος αναγνώστης της βάσης, θεωρεί πως θέλει και μπορεί να συμβάλει με κάποιο δικό του κείμενο καλείται να επικοινωνήσει με την κε του μπλοκ στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο, ή να αφήσει κάποιο σχετικό σχόλιο.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Στα άκρα

Εάν μιλάμε για τη θεωρία των άκρων υπάρχουν πολλοί τρόποι και τεχνικές να τη δέσεις.

Υπάρχει πχ το ιστορικό προηγούμενο της περεστρόικα, που για να την προωθήσει ο γκόρμπι χρησιμοποίησε έντεχνα την πίεση των ανοιχτών οπαδών της παλινόρθωσης (τύπου γέλτσιν και γιάκοβλεφ), βαφτίζοντας συντηρητικό το αντίπαλο μπλοκ, για να βγει στον αφρό ο ίδιος, ως ο συνετός ηγέτης κι ο εγγυητής της ενότητας και της πορείας της ένωσης, ο οποίος ορθώνεται πάνω από τις αντιθέσεις και κρατά σταθερά το τιμόνι, μολονότι βάλλεται πανταχόθεν. Παράλληλα το επιτελείο του κατάφερε μια τέλεια αντιστροφή των κλασικών όρων της πολιτικής γεωγραφίας, παρουσιάζοντας ως αριστερούς εξτρεμιστές τις αστικές δυνάμεις που ήθελαν άμεσες και γρήγορες αλλαγές, επιταχύνοντας τη διαδικασία της περεστρόικα, και ως συντηρητικούς οπαδούς της (μπρεζνιεφικής) στασιμότητας, όσους έβλεπαν πού πάει το πράγμα και πρόβαλλαν κάποια αντίσταση.

Όλα αυτά σε μια εποχή πλήρους ιδεολογικής σύγχυσης, που έχαναν οι λέξεις το νόημά τους κι οι κομμουνιστές τη μαμά πατρίδα της εσσδ. Και με ένα δίπολο που πέρα από πλήρως αντεστραμμένο –με το κεφάλι κάτω, που θα έλεγαν κι οι κλασικοί- ήταν κι εν μέρει φτιαχτό, καθώς η περεστρόικα είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, κι οι διάφορες απόψεις για το «πολιτικό μίγμα» και τους ρυθμούς εφαρμογής της (βλέπε περίπτωση λιγκατσόφ) δεν αντανακλούσαν σημαντικές διαφωνίες ως προς την ουσία της.

Με αυτή την έννοια η περίπτωση γκορμπατσόφ θυμίζει σε πολλά τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και τα ψεύτικα διλήμματα που κατασκευάζει: ευρώ ή δραχμή, μνημόνιο ή σύριζα, κτλ. Κατά πρώτον γιατί κι εδώ υπάρχει (αντί του γέλτσιν) η χρυσή αυγή ως πολιτικός λαγός μιας ακροδεξιάς κυβέρνησης, ο οποίος λειτουργεί και τροχιοδεικτικά για τις επόμενες κινήσεις της. Το «σώφρον κέντρο» κηρύσσει διμέτωπο ενάντια σε δεξιό κι αριστερό ολοκληρωτισμό, ενώ αθωώνει τον πρώτο, συγκλίνοντας στην πράξη μαζί του. Η αφηρημένη καταδίκη της βίας από όπου και αν προέρχεται είναι (εκτός από υποκριτική και) προληπτική, ενάντια στην επαναστατική βία που θα γκρεμίσει την αστική εξουσία και μόνο μία προέλευση μπορεί να ‘χει: εργατική και κομμουνιστική.

Κατά δεύτερον γιατί ο άλλος πόλος προβάλλεται με τρόπο και σε εκδοχές (αναρχική τρομοκρατία, αριστερός κυβερνητισμός) που δεν αποτελούν κάποια ουσιαστική εναλλακτική στην υπάρχουσα κατάσταση, αλλά την άλλη όψη του νομίσματος, που ασκεί πίεση στις συνεπείς ριζοσπαστικές δυνάμεις κι απειλεί να τις ενσωματώσει. Κι είναι κρίμα να βλέπεις έναν κόσμο που συμμετέχει στο κίνημα και τους αγώνες του να μη μπορεί να ξεχωρίσει δυο λογιών άχυρα, την αριστερά από την «αριστερά» (εντός εισαγωγικών και με την πολύ ευρεία έννοια), και να εγκλωβίζεται στους όρους των διλημμάτων που μας βάζουν.

Αυτή είναι μέσες άκρες η λογική του συστήματος κι είναι αλάνθαστη: να παίρνει μια κοινωνία που κάθε της κύτταρο διαπερνάται από ακραίες αντιθέσεις και να κατασκευάζει μια σειρά από άλλα υποτιθέμενα άκρα, που συσκοτίζουν τη βασική και κυρίαρχη αντίθεση. Κι εδώ ερχόμαστε σε μια δεύτερη πτυχή των διλημμάτων αυτού του τύπου, όπου το ένα άκρο νίβει το άλλο και τα δυο το σύστημα. Κι η τεχνητή πόλωση εγκλωβίζει λαϊκές συνειδήσεις, τόσο στην παραδοσιακή μορφή του δικομματισμού, όσο και σε πιο σύγχρονες εκδοχές διπολισμού.

Ένα σχήμα που βρίσκει εφαρμογή και ιστορικό προηγούμενο στην κυρίαρχη κομματική αφήγηση για τα δυο αλληλοτροφοδοτούμενα φραξιονιστικά κέντρα που έδρασαν στις γραμμές του τη διετία 89-91, την ίδια περίοδο που έμπαινε στην τελική της φάση κι η περεστρόικα του γκορμπατσόφ. Με τη συνήθη ανατροπή των όρων –κατά το σοβιετικό πρότυπο- και το διαχωρισμό σε δογματικούς κι ανανεωτικούς. Και με την ιδεολογική σύγχυση που προαναφέραμε ως προς τις έννοιες και το περιεχόμενό τους· τι είναι δεξιά και τι αριστερά (με συνέπεια να υπογράφει σήμερα στις εφημερίδες ως αριστερό εξτρεμάκη ένας οπαδός του κουβέλη και της κυβερνητικής δημάρ)· τι είναι συντήρηση και τι πρόοδος –γιατί όταν δεν έχεις στρατηγική για το πώς να κινηθεί η κοινωνία προς τα μπρος στο σοσιαλιστικό της μέλλον, η υπεράσπιση των κεκτημένων μοιάζει ρετρό και συντηρητική. Η αντίδραση δεν καταπολεμάται με σκέτη αντίδραση, αλλά με θετικά προσδιορισμένη δράση για ένα στρατηγικό στόχο.

Πέρα από τα παραπάνω όμως η λογική των άκρων πατάει στη «σύνεση» του κεντρισμού, της μικροαστικής μετριότητας, της νοοτροπίας «μη με ανακατώνετε» του νοικοκυραίου, του έντιμου κυρ-παντελή, που πιστεύει ότι μπορεί να μείνει ουδέτερος έξω από τον χορό, να ακινητοποιήσει τον τροχό της εξέλιξης στη μέση μιας πλαγιάς. Κι επειδή δεν αντέχει τα ζόρια της ανηφόρας, κατρακυλάει σε έναν κατήφορο δίχως πάτο, ενώ φαντασιώνεται μια πορεία από κορυφή σε κορυφή, χωρίς γείωση στα πραγματικά δεδομένα –η οποία έρχεται πάντα απότομα κι επώδυνα.

Το αιωνίως άχρωμο κέντρο που μένει πάντα στο περιθώριο των εξελίξεων και τις συμπληγάδες του συστήματος, που το βάζουν στη μέση σαν σάντουιτς και το συνθλίβουν. Και αυτό αναπτύσσει το ψυχολογικό σύνδρομο της στοκχόλμης, την αγάπη προς το μονοπωλιακό άκρο που το συντρίβει, την κρυφή επιθυμία να του μοιάσει και να μπει στη θέση του. Και την απέχθεια για το κάτω άκρο προς το οποίο οδηγείται και με το οποίο συμπίπτουν αντικειμενικά τα συμφέροντά του.
Αλλά οι μικροαστοί το βλέπουν με τρόμο, ως εικόνα από τα προσεχώς κι από το άμεσο μέλλον τους, και προτιμούν να στρουθοκαμηλίζουν πολιτικά, για να μην το σκέφτονται. Αποκτούν ακραία αντικοινωνική συμπεριφορά κι ακρωτηριασμένες συνειδήσεις. Ψάχνουν την ατομική λύση και διοχετεύουν τη συσσωρευμένη οργή τους σε extreme sports και λοιπά υποκατάστατα.

Αδυνατούν να βγάλουν μια άκρη και πολιτικά συμπεράσματα από τη συσσωρευμένη πείρα τους. Κι έτσι εμπιστεύονται πολιτικά την ασφάλεια του βιασμού τους. Αυτούς που προσπαθούν να τους χωρέσουν στο αταξικό καλούπι του μέσου πολίτη και της χειραγωγούμενης κοινής γνώμης. Τον φασισμό που θα ξεβρομίσει τον τόπο για πάρτη τους με την ανοχή ή και τη στήριξή τους.
Ή εναλλακτικά τη μικροαστική αριστερά με τις μεσοβέζικες πολιτικές, που θα κριτικάρει ακροθιγώς την αδικία, χωρίς να θίγει τα αίτια που τη γεννάνε. Θα τάσσεται κατά της ακραίας φτώχιας, διαιωνίζοντας τη μέση (φτώχια) που γενικεύεται και γίνεται καθολική. Θα προσπαθεί να συνταιριάξει τα ασυμβίβαστα και να τους ικανοποιήσει όλους, ώστε να μην υπάρχουν πια άκρα, απεργίες, ταξική πάλη κι άλλες τέτοιες ακραίες δυσάρεστες καταστάσεις που απειλούν τη γαλήνη του μικροαστού. Θα καταδικάζει μετριοπαθώς τις εξαλλοσύνες στα λιμάνια και τις ακρότητες στην ακρόπολη.

Μέχρι που τα άκρα να μετατραπούν διαλεκτικά στο αντίθετό τους. Η ακραία απάθεια μετατρέπεται σε αγωνιστική επαναστατική ανυπομονησία που απαιτεί λύσεις εδώ και τώρα (ή ένα απάνεμο ακρωτήρι να στεγάσει την κοινοβιακή της νησίδα) κι από αυτό περνάει πολύ γρήγορα στην απογοήτευση, για να επιστρέψει στην απάθεια. Ένα όπου φυσάει ο άνεμος (οφα), που έγινε προσωρινά θύελλα και μετά ανεμομαζώματα ανεμοσκορπίσματα, που τα μάζεψε ο αγέρας και τα σκόρπισε ο βοριάς, ενώ ψάχνει αντιανεμικό μέτωπο ενάντια στο σαρωτικό αέρα της αλλαγής.

Σήμερα όμως έχουμε πόλεμο, ταξικό κι αμείλικτο. Και είναι άκρως ανόητο να πιστεύει κανείς πως μπορεί να μείνει στη μέση ουδέτερος, για να μην πέσουν τα άκρα και τον πλακώσουν. Κι αν τελικά δε μοιραστεί τον αγώνα μας, θα μοιραστεί την ήττα μας…

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Τα μικροαστικά

Μικροαστοί θα σας φάνε τα παιδιά σας, θα σας φάνε ζωντανούς, κανίβαλοι, κανίβαλοι θα γίνουν.

Για το βλαδίμηρο οι μικροϊδιοκτήτες-μικροπαραγωγοί αναπαράγουν αδιάκοπα τον καπιταλισμό, βάσει της ακατανίκητης δύναμης της συνήθειας. Και η ρόζα –αν δε με απατά η μνήμη μου- παρομοίαζε τη μεσαία τάξη με κάποιον που ανεβαίνει σε μια πλαγιά, σέρνοντας έναν βράχο κι έχει την αυταπάτη ότι μπορεί να σταματήσει στα μισά της ανηφόρας και να παραμείνει εκεί σταθερός. Ώσπου τον παίρνει ο κατήφορος, τον τσακίζει ο βράχος της προλεταριοποίησης και καταλήγει στους πρόποδες της κοινωνικής πυραμίδας.

Κάποιοι άλλοι διαχωρίζουν την έννοια του μικρού αστού –δηλ του μικρού ιδιοκτήτη καπιταλιστή- από αυτήν του μικροαστού –ή τουλάχιστον δεν τις ταυτίζουν. Κι αν το ερμηνεύω σωστά, το κόμμα υιοθετεί εν μέρει αυτόν το διαχωρισμό και μιλά για μισθωτούς εργαζόμενους που παρουσιάζουν μικροαστικά χαρακτηριστικά βάση του εισοδήματος ή της θέσης τους στην παραγωγή –πχ στο αστικό κράτος, ή σε κάποιον ιδεολογικό μηχανισμό του.

Κρατήστε σφιχτά τον μικροαστισμό σας, όπως λέει κι ο τζωρτζ όργουελ στον τίτλο ενός μυθιστορήματός του, που όμως δε μιλούσε για το στάλιν και την εσσδ και δεν έγινε ευρύτερα γνωστό.

Ποιοι είναι μικροαστοί όμως; Ποια είναι τα όρια της τάξης τους και της συνείδησής τους που αναγνωρίζει τον εχθρό στα μονοπώλια, αλλά ονειρεύεται να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, με τη μαζοχιστική λογική: ό,τι δε μπορείς να πολεμήσεις, αγάπησέ το; Και το κυριότερο, ποιος τους εκφράζει πολιτικά; Ας ξεκινήσουμε με αυτό το τελευταίο.

Στη σύγχρονη ελλάδα υπήρχαν πάντα πολυάριθμα μικροαστικά στρώματα, τα οποία καταλάμβαναν όλο το μήκος του πολιτικού φάσματος. Οι δεξιοί συντηρητικοί νοικοκυραίοι, που ακολουθούν το γνωστό τρίπτυχο (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια) και νοσταλγούν τα χρόνια που κοιμόντουσαν με ανοιχτά παράθυρα κι ο καρατζαφέρης ασχολούνταν ακόμα με το ροκ εν ρολ και τους προψυχεδελικούς μπητλς. Ο τελευταίος συνηθίζει μάλιστα να αποκαλεί τους ψιλικατζήδες -την έβγα και τη φάγε της γειτονιάς- εθνικό κορμό της χώρας.

Οι μη προνομιούχοι πασόκοι του ανδρέα. Κάποιοι από αυτούς απέκτησαν προνόμια –ρετιρέ και νέα τζάκια- και τώρα βλέπουν με θρήνο να σπάει το κοινωνικό συμβόλαιο της εξωνημένης συνείδησής τους και να μην παίρνουν καν τη ρήτρα. Η μικροαστική βάση κι ο λαϊκισμός σοσιαλιστικής απόχρωσης, ήταν και τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του φασισμού στον μεσοπόλεμο. Κάτι που έκανε τον ραφαηλίδη να μιλάει για τον ιδιότυπο πράσινο (σοσιαλ)φασισμό της εποχής του.
Καληνύχτα κεμάλ, η χώρα αυτή ποτέ δε θα αλλάξει. Γιατί είναι γεμάτη πασόκους και μικροαστούς –φανερούς και καλυμμένους- που πίστεψαν στη γιαλαντζί αλλαγή, στη δεκαετία με τις βάτες.

Κι αν σε εθνική κλίμακα ο μικροαστός είναι δυνάμει η κοινωνική βάση του φασισμού, στο λαϊκό κίνημα έχει το ρόλο του αμφιταλαντευόμενου, ή της εργατικής αριστοκρατίας –αν μιλάμε για υψηλόμισθους μισθωτούς- κι η κατεξοχήν πολιτική του έκφραση είναι ο οπορτουνισμός. Κάθε αριστερή δύναμη θεωρεί τις άλλες οπορτουνιστικές και τον εαυτό της ως τη μόνη ορθόδοξη. Κι αν συνδέσει τη ρετσινιά του οπορτουνισμού -για τους άλλους- με την ύπαρξη και δράση μικροαστών, έχει μια ακλόνητη υλιστική ερμηνεία για να τη στηρίξει. Πώς να μην είναι οπορτουνιστές οι τάδε αφού στο εσωτερικό τους ηγεμονεύουν οι μικροαστοί κι εκφράζουν τέτοια ταξικά συμφέροντα;

Λογική που μπορεί να βρει εφαρμογή ακόμα κι εντός του κόμματος, στο βαθμό που επιδρά ο οπορτουνισμός στις γραμμές του. Ο σύντροφος με το μουστάκι χαρακτήριζε ως μικροαστική παρέκκλιση την ενωμένη αντιπολίτευση και την τριανδρία τρότσκι-ζηνόβιεφ-κάμενεφ. Ο βλαδίμηρος θεωρούσε τους διανοούμενους επιρρεπείς στο μικροαστικό ατομισμό, που αρνείται να μπει στα καλούπια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και της εσωκομματικής πειθαρχίας. Κι όσοι έφευγαν από το κόμμα ως σκάρτα κι ύποπτα στοιχεία κι είχαν μικροαστική καταγωγή, αυτή ερμήνευε εκ των υστέρων το «χάλασμά» τους, που ήταν νομοτελειακά προδιαγεγραμμένο.

Αλλά ο ταξικός αναγωγισμός δεν είναι πάντα ο καλύτερος σύμβουλος. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια στην οργάνωση μια συζήτηση με έναν σύντροφο που του άρεσαν πολύ τα χριστούγεννα και τα έθιμα με την οικογένεια. Εγώ του ‘λεγα ότι αυτά είναι μικροαστικές ανοησίες κι αυτός μου απαντούσε με τετράγωνη λογική, ότι μικροαστοί είναι αυτοί που έχουν μικρή ιδιοκτησία. Πέρασαν λίγα χρόνια μέχρι να βγάλουμε συνεννόηση.

Ας το δούμε συγκεκριμένα, σε κάθε πολιτικό χώρο.
Ο συνασπισμός συσπειρώνει τη μικροαστική αριστερά του σαλονιού: αρκετούς διανοούμενους, εργατική αριστοκρατία, ευαίσθητους αριστερούς εύπορων προαστίων, τον αρτέμη από το αλαλούμ του χάρρυ κλυνν κι άλλες συναφείς περιπτώσεις. Οι ρεφορμιστικές αυταπάτες ήταν δεδομένες για έναν κόσμο που δεν είχε λόγο να αλλάξει ριζικά τη ζωή του, παρά μόνο σε μικρά κι επιμέρους, που μπορούσαν να αλλάξουν σταδιακά.

Ο αριστερισμός ήταν ανέκαθεν συνδεμένος με τη μικροαστική ανυπομονησία του «εδώ και τώρα», μια πιο ριζοσπαστική εκδοχή συνθημάτων του πασόκ, το οποίο απορρόφησε αρκετούς απογοητευμένους του χώρου που έγιναν ξαφνικά ρεαλιστές. Ο αριστερισμός φωλιάζει σε νεανικές φοιτητικές καρδιές, κλάδους του δημοσίου και στρώματα (γιατροί, μηχανικοί) που προλεταριοποιούνται ραγδαία, αλλά διατηρούν κάποια μικροαστικά χαρακτηριστικά -κι έτσι αίρεται διαλεκτικά το κλασικό δίλημμα στις τάξεις των σχημάτων της εαακ για τον ταξικό προσδιορισμό των αποφοίτων αυτών των σχολών.

Η αναρχία έχει κατεξοχήν μικροαστικό χαρακτήρα. Μόνο οι αναρχοσυνδικαλιστές κι εν μέρει η ακ έχουν κάποια σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Αλλά η κλασική της εκδοχή εξακολουθεί να προβάλλει το ιδανικό των μικρών αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων που στηρίζονται στη μικρή παραγωγή κι ιδιοκτήσία. Επιπλέον. Το ιδανικό της κοινοβιακής ζωής σε καταλήψεις, ή της λεηλασίας που μπορεί να αντικαταστήσει την εργασία και να εξασφαλίσει τα ίδια αγαθά, γοητεύει μάλλον όσους έχουν λυμένο το βιοποριστικό τους πρόβλημα και δεν είναι αναγκασμένοι να δουλέψουν για να ζήσουν.

Κι είναι και το κόμμα, με την παρέμβασή του στους εβέδες, βιοτέχνες κι αγρότες κι όσα του προσάπτουν περί δεκέμβρη, νοικοκυραίων και πραγματικής εξέγερσης όπου δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι καταστήματος. Υπάρχει επίσης η κλασική κριτική για το στόχο στρατηγικό της λαϊκής εξουσίας-οικονομίας, ως μια στρογγυλεμένη –λέει- εκδοχή του σοσιαλισμού, χωρίς επανάσταση, για να μην τρομάξουν οι μικροαστοί σύμμαχοί του. Κάτι που δείχνει την ιδεολογική τους ηγεμονία στα πλαίσια του λαϊκού μετώπου και τη διαβρωτική επίδραση που ασκούν στο εργατικό κίνημα.

Κι έτσι βλέπουμε το εξής οξύμωρο. Αυτοί που έλεγαν ότι η λαϊκή εξουσία δεν ξεφεύγει από τα όρια του καπιταλισμού, τώρα τη θεωρούν μαξιμαλιστικό στόχο, που δεν είναι άμεσα κατανοητός από τις μάζες. Κι αυτοί που απέρριπταν το λαϊκό μέτωπο με τους μικροαστούς από θέσεις ταξικής καθαρότητας, τώρα ανακαλύπτουν την αμερική σε ένα κείμενο του λένιν που λέει ότι στην επανάσταση θα συμμετέχουν κι οι μικροαστοί.
Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί αλλιώς θα έλειπαν πολλοί απ’ τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Το ενιαίο μέτωπο –όπως και το αντικαπιταλιστικό εργατικό- αποκλείει τους μικροαστούς, αλλά απαρτίζεται εν πολλοίς από τέτοιους και βρίσκεται σε αναζήτηση εργατικής τάξης –για να μη μιλάει χωρίς αυτήν στο όνομά της.

Ο λένιν πάντως δε συμμετείχε σε ενότητα σούπα με όλους τους σοσιαλιστές στα σοβιέτ, αντιπαρέθετε διαλεκτικά το συνειδητό στο αυθόρμητο, διαπαιδαγωγούσε το τελευταίο με σκληρούς, πειθαρχημένους αγώνες, μέσα από τις ταξικές του οργανώσεις. Και συμμάχησε υπό όρους εργατικής ηγεμονίας με τους εσέρους μικροαστούς που εκπροσωπούσαν το 80% της ρωσικής κοινωνίας. Υιοθέτησε το αγροτικό τους πρόγραμμά, καθιστώντας τους ευμενώς ουδέτερους προς την επανάσταση, αλλά γνώριζε ότι θα βρει μπροστά του αυτόν το συμβιβασμό τα επόμενα χρόνια (του πολεμικού κομμουνισμού και της νεπ, για να το αντιμετωπίσουν οριστικά οι μπολσεβίκοι στην περίοδο της κολεκτιβοποίησης).

Αλλά τι να μας πει κι αυτός; Ένας μικροαστός δικηγορίσκος ήταν. Ύποπτο στοιχείο...

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

Ημέρα χωρίς αυτοκίνητο

Όλες οι παγκόσμιες μέρες είναι κοροϊδία σκέτη. Δεν είναι μόνο ότι πλέον γιορτάζεται το οτιδήποτε κι έχουμε παγκόσμιες μέρες για κάθε γελοιότητα. Είναι ότι ακόμα και σοβαρά θέματα (όπως το έιτζ, το περιβάλλον, η μητρότητα) ευτελίζονται και υποβαθμίζονται όταν γιορτάζονται εθιμοτυπικά μόνο μία φορά τον χρόνο. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λένε για τη γιορτή της γυναίκας που γιορτάζει άπαξ ετησίως, ενώ ο άντρας το κάνει όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου.

Και η πρωτομαγιά; Η παγκόσμια γιορτή της εργατιάς; Μήπως δεν έχει γίνει κι αυτή εθιμοτυπική (αργία κι όχι απεργία δυστυχώς για τους περισσότερους που πάνε στην εξοχή για να πιάσουν γερά το μάη από τα αχαμνά, να μη τους φύγει); Άσε που δεν υπάρχει καμιά γιορτή του καπιταλιστή. Δεν έχουν ανάγκη αυτοί, γιορτάζουν 365 μέρες τον χρόνο.

Χμμ... κι εγώ γιατί ενθουσιάζομαι ρε γαμώτο κάθε φορά που έρχεται η πρωτομαγιά; Και είναι από τις λίγες φορές που με πιάνει και λίγο συναίσθημα, άντε και σε κανα πολυτεχνείο.
Λοιπόν, να το διορθώσουμε για να μην έχουμε δράματα κι εσωτερικές συγκρούσεις.
Οποιαδήποτε παγκόσμια μέρα είναι κοροϊδία αν δεν συνδυάζεται με αγώνα διαρκείας καθόλη τη διάρκεια του χρόνου.
Τώρα το στρώσαμε κάπως.
Όσοι τώρα πιστεύουν στα αλήθεια ότι στην ελλάδα έχουμε πετύχει τέτοια σύνδεση και ότι προβάλλονται σοβαρές αντιστάσεις, ας πατήσουν αριστερό κλικ με το ποντίκι τους χωρίς να αλλάξουν πλευρό. Οι υπόλοιποι ας συνεχίσουν χωρίς να κάνουν φασαρία...

Με τα αυτοκίνητα δε μπορώ να είμαι πολύ αντικειμενικός. Ούτε εξοικειώθηκα, ούτε τα αγάπησα ποτέ.
Πχ όταν ακούω για ζευγαράκια που το κάνουν στο αυτοκίνητο δε μπορώ παρά να σκεφτώ ότι ήταν πήδημα, όχι έρωτας. Κι ας τρέφω αμέριστη αλληλεγγύη στα "άστεγα" ζευγάρια που δεν έχουν δική τους ερωτική φωλιά...

Όταν ήμουν μικρός είχα μια κάποια τρέλα με τα συγκρουόμενα, όπου στόχος μας ήταν πάντα οι φιλήσυχοι οδηγοί που είχαν ανέβει με την ψεύτικη ελπίδα για μια ήσυχη βόλτα. Εγώ ευτυχώς το απέβαλα σχετικά νωρίς το σύνδρομο και πλέον δεν ανεβαίνω ούτε σε συγκρουόμενα (όπου συν τοις άλλοις δεν χωράω). Οι υπόλοιποι συνομήλικοι μου το ανέπτυξαν περαιτέρω στα ηλεκτρονικά και το κουβαλάν μέχρι σήμερα στους δρόμους.
Η μαλακία βέβαια είναι ότι αν χάσεις, δεν έχεις άλλη ζωή.

Ήδη από τότε πάντως είχα κάποιες βεβαιότητες. Κυρίως για πράγματα που δεν θα μπορούσα ποτέ να με φανταστώ να τα κάνω, όπως το να μάθω να συμπληρώνω φορολογικές δηλώσεις, ή να βρίσκω δουλειά (δεν έχει γίνει το δεύτερο κι έτσι δεν χρειάστηκε ούτε το πρώτο μέχρι στιγμής). Το να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει όταν ανοίγεις το καπό ενός αυτοκινήτου και αντικρίζεις ένα σωρό συναρτήματα που για σένα δεν είναι παρά ασυναρτησίες, ήταν ένα από αυτά τα πράγματα. Και εξακολυθεί να είναι μέχρι σήμερα.

Η μόνη μου τρυφερή αυτοκινητική ανάμνηση έχει να κάνει με το παλιό μας λάντα, το οποίο καταλάβαινα από μακριά όταν ερχόταν από τον ήχο της μηχανής του που μούγκριζε.
Όποιος έπαιρνε λάντα στη δεκαετία του 80 θεωρούσε κομματικό του καθήκον να το παινέψει και να το συστήσει ανεπιφύλακτα στους συντρόφους του.
"Γαϊδούρι" έλεγε ένας φίλος στον άβερελ (παρατσούκλι του αρσενικού μου γονιού) "δεν καταλαβαίνει τίποτα". Κι είχαμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε κι εμείς σε κάτι ανηφόρες που τις ανέβαινε με 30 το πολύ. Ντε, βρε... ντε...

"Και να ξανάπαιρνα αμάξι πάλι λάντα θα έπαιρνα" συνέχιζε ο φίλος και κάπως έτσι την πατήσαμε κι εμείς. Τελικά κάποια εξαγορά στα μουλωχτά πρέπει να παίχτηκε, γιατί όταν ξαναπήρε αμάξι στα κοντά πήρε φολκσβάγκεν. Η εξαγορά αυτή είναι όπως εκείνα τα ρεπορτάζ που ετοίμαζε ο πρωταγωνιστής στο goodbye Lenin για τη μητέρα του, που αποδείκνυαν ότι η κόκα-κόλα στην πραγματικότητα ήταν σοσιαλιστικής εμπνεύσεως συνταγή (κι αυτό για να δικαιολογήσει μια διαφήμιση που φαινόταν από το παράθυρό της). Εγώ όμως τον δικαιολογώ -τον φίλο- γιατί εκείνη την περίοδο το να πάρεις δεύτερη φορά λάντα στο καπάκι (που και σοβιετικός να ήσουν σιγά μην έπαιρνες αμάξι και μάλιστα δύο) ήταν απαράμιλλο δείγμα κομματικής αφοσίωσης, εφάμιλλο με αυτό των κομμουνιστών που έπιναν νερό από το τσέρνομπιλ για να αποδείξουν ότι ήταν ακίνδυνο.

Τον άβερελ μετά τον έπιασαν τα ναρίτικα και έλεγε για την κακή ποιότητα των σοβιετικών προϊόντων και κάτι τρανζιστοράκια που έπαιρνε και χαλούσαν πάνω στη βδομάδα. Αλλά αυτά είναι προπαγάνδα κι εγώ δεν τα πιστεύω.
Εμένα πάλι μου έχει μείνει η εικόνα από το λάντα μας που μένει άχρηστο στην πυλωτή με ξεφούσκωτα λάστιχα και εικόνα σοβιετικής ένωσης που καταρρέει. Έχω βάλει μέσα κάτι πάκους με εφημερίδες, που είναι απ' τα λίγα πράγματα που αγαπάω σε αυτόν τον κόσμο. Αν λιώσουν θα το κάνω μαυσωλείο για να το αξιοποιήσω τουριστικά και θα ζητήσω να με θάψουν μέσα του.
Κατά τα άλλα είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι το στόρι της ταινίας με το κατσαριδάκι είναι κλεμμένο από κάποια αληθινή ιστορία με λάντα (όπως είχαν κάνει με την ντιναμό και την απόδραση των 11 του σταλόνε και του πελέ...).

Η πρώτη μου ενήλικη επαφή με τα αυτοκίνητα έγινε μέσω μιας φίλης που ζούσε στο καλοχώρι και πηγαινοερχόταν καθημερινά. Όταν κατάλαβα τι κακό χαμό (και πανικό) θέλει για να βρεις μια θέση πάρκινγκ στο κέντρο -για την οποία σου πασπατεύον και τα οπίσθια- άλλαξε η άποψη που είχα για τον κόσμο.
Πίστευα ότι οι οδηγοί είναι ψυχάκηδες, νευρωτικοί που ξεσπούν στο τιμόνι για όσα πέρασαν μες στη μέρα. Τελικά μάλλον ψύχραιμα το παίρνουν το πράγμα, αν το περνάν αυτό σε καθημερινή βάση...
Η πόλη είναι ένα απέραντο μπουρδέλο όπου το πρωί οι οδηγοί με τις θέσεις πάρκινγκ παίζουν τις μουσικές καρέκλες. Γυρνάνε γύρω-γύρω, αλλά πάντα κάποιος περισσεύει.
Εμείς όμως το θέμα για την υποθαλάσσια δεν το πολυ-σηκώνουμε, αφήνουμε να κάνουν κουμάντα και λεζάντα οι χαρούμενοι...

Όταν πρωτογνωρίζω κόσμο και τους λέω ότι δεν οδηγώ κι ούτε με ενδιαφέρει να μάθω, με κοιτούν σαν εξωγήινο. Και πώς ζεις; σε ρωτάνε λες και τους είπα ότι δεν αναπνέω, ή ότι δεν πίνω νερό.
Δεν το χωράει το μυαλό τους, είναι σα να λες "δύο" σε έναν υπολογιστή που επικοινωνεί με δυαδικό σύστημα. Το ίδιο ακριβώς που αντιμετώπιζα με τα κινητά προ 5ετίας -μέχρι που πήρα και ησύχασαν.
Ε, ντάξει με θεωρούν εξωγήινο για τόσα άλλα, ένα πάνω-ένα κάτω, δεν θα κολλήσουμε εκεί τώρα...

Στον στρατό το πολιτισμικό σοκ πάνω στο θέμα ήταν πολυεπίπεδο. Αν ο κόσμος ασχολούνταν με την πολιτική όσο με τα αυτοκίνητα και τις μηχανές... Και με τη μπάλα -που λέει ο λόγος- να ασχολούνταν τόσο, δε μπορεί, τόσο αποβλακωμένος δεν θα ήταν. Βρε με οτιδήποτε, αρκεί να άλλαζε παραστάσεις.

Το πράγμα όμως έγινε τρόπος ζωής με ολόκληρη ιδεολογία.
Σε ένα περιοδικό κάποιος έγραφε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας από την αυτοκίνηση!
Τώρα τι ακριβώς ελευθερία νιώθεις αυτοακίνητος σε ένα μποτιλιάρισμα χωρίς τέλος, το δικό μου το δογματικό το μυαλό δε φτάνει για να το αντιληφτεί.

Το σημαντικό όμως είναι ότι εμπεδώνεται στον κόσμο μια αντίληψη ελευθερίας εντελώς φτηνή και ατομική. Η (ψευδ)αίσθηση του απόλυτου ελέγχου, το να είσαι αφέντης στον μικρόκοσμό σου -αλλά υποτελής ως εκεί που δεν παίρνει στον πραγματικό κόσμο.
Το παρατηρώ και στα άτομα από το περιβάλλον μου, παλιότερα και σε μένα τον ίδιο. Σπάνια συναντάς πιο εκνευρισμένο άνθρωπο από κάποιον που χαλάει πχ η εικόνα στην τηλεόρασή του, ή παθαίνει κάτι το αμάξι του και δε μπορεί να φτάσει στον προορισμό του.
"Μα δεν έχω δικαίωμα να δω ένα σίριαλ με την ησυχία μου"; κραυγή αγανάκτησης που ο καθένας μας άκουσε (αν όχι έβγαλε) κάποια στιγμή στη ζωή του. Και για ανθρώπινη δουλειά και μισθο έχεις δικαίωμα, αλλά εκεί δεν αγανακτείς έτσι...

Στην τελευταία κατηγορία με το αυτοκίνητο ανήκουν και οι αγανακτισμένοι πολίτες-οδηγοί που ποζάρουν στο φακό σε κάθε μεγάλη πορεία (ποτέ όμως όταν κλείνουν οι δρόμοι για κάποιον επίσημο). Το θέαμα με τους αγανακτισμένους έχει καταντήσει γραφικό, θα μπορούσε να είναι ξεχωριστή ειδικότητα σε σχολή θεάτρου.
Κατά τα άλλα "οι δρόμοι μας ανήκουν"...
Νομίζεις... Εδώ τους ανήκουν και τα πεζοδρόμια... Για τις μπάρες για τα αμεα μην το συζητάμε καν.

Τα ζόμπι πολλαπλασιάζονται.
Άτομα που νιώθουν ότι είναι μόνοι στο δρόμο και οδηγούν ακριβώς έτσι. Δυστυχισμένοι που βαριούνται αφόρητα και γεμίζουν το κενό της ζωής τους με αδρεναλίνη που τους χαρίζει η ταχύτητα (η αδρεναλίνη είναι στην κορυφή του συστήματος αξιών της σημερινής κοινωνίας). Μικροαστοί που μετράν την κοινωνική καταξίωση με τη μάρκα του αμαξιού που αγοράζουν. Πωρωμένοι καταναλωτές που προτιμούν τον καπιταλισμό συγκριτικά, γιατί στη σοβιετική ένωση δεν είχαν δικά τους αυτοκίνητα! Άτομα που γουστάρουν το μοντέλο, τη μηχανή, το χρώμα, το στιλ και δεν ξέρω τι άλλο. Φετιχισμός του κερατά δηλ (που στην κυριολεξία θα πει να μπερδεύεις την ουσία με το περιτύλιγμα, δηλ την ανάγκη για μετακίνηση με την ανάγκη για μοστράρισμα).
Ζω και αναπνέω για τη μέρα που τα αυτοκίνητα θα τα δίνουν με δελτίο. Όπως κάνανε στο αγαπημένο μας μπλοκ. Σε 100 χρόνια το πολύ θα τελειώσουν και τα αποθέματα πετρελαίου και τα αμάξια θα εξαφανιστούν ούτως ή άλλως, αλλά δε θα ζήσουμε αρκετά για να προλάβουμε αυτή την ευλογημένη μέρα.

Το αυτοκίνητο είναι το σύμβολο της ενσωμάτωσης, της εργατικής αριστοκρατίας στην οποία όλοι ονειρεύονται να ενταχτούν. Πες στον μικροαστό ότι στο σοσιαλισμό θα έχουμε μέσα μαζικής μεταφοράς κατά κύριο λόγο αντί για ΙΧ και θα έχεις κερδίσει έναν ορκισμένο ταξικό εχθρό. Στο μέλλον το παπαδαριό και η αντίδραση θα διακηρύσσει στους νοικοκυραίους ότι όταν θα έρθουν οι κομμουνιστές, θα τους αφήσουν μεν τις γυναίκες, αλλά θα τους πάρουν τα αυτοκίνητα για να τα κάνουν τρακτέρ και λεωφορεία.

Μπορεί το εμπόριο να ξεκίνησε με τα πλοία, η ατμομηχανή και το τρένο να ήταν το σύμβολο της βιομηχανικής επανάστασης, και η ανθρωπότητα να κατακτά τους ουρανούς και το διάστημα... αλλά το αυτοκίνητο είναι αυτό που έχει κατακτήσει την ανθρωπότητα, το κατεξοχήν σύμβολο του καπιταλισμού και της ψευτοευημερίας του.
Η κοινωνία του μέλλοντος θα έρθει να πάρει το αυτοκίνητο και να το βάλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μαζί με το κράτος και τα υπόλοιπα παλιοπράγματα που αναλύει ο ένγκελς. Το πολύ-πολύ να υπάρχουν οχήματα που λειτουργούν με ηλιακή ενέργεια και κινούνται με αυτόματο GPS, χωρίς ανεύθυνους οδηγούς που σπέρνουν τον θάνατο. Άντε και μερικά για εκδρομές στην εξοχή, που θα μπορείς να τα νοικιάζεις. Αλλά όχι για μες στην πόλη.
Με βασάνιζε η υποψία ότι όλα αυτά τα λέω από εμπάθεια, ή γιατί ήμουν ευθυνόφοβος και γι' αυτό δεν ήθελα να μάθω να οδηγώ. Μέχρι που μίλησα με άνθρωπο που έζησε στην Σοβιετική ένωση -έστω τα τελυταία χρόνια του ξηλώματος της περεστρόικα.
"Μα δεν είμαστε όλοι κατάλληλοι για οδηγοί" μου είπε. Όποιος έχει ζήσει τους ελληνικούς δρόμους μπορεί να επιβεβαιώσει (πέρα από τα χάλια των δρόμων) του λόγου το αληθές. Οι μισοί και παραπάνω δεν κάνουν για το άθλημα (οι πιο πολλοί λόγω νεύρων, αν και δεν φτάινε πάντα οι οδηγοί για αυτό). Θέλει ειδικά προσόντα (και ψυχικά) για να είσαι οδηγός. Από τις πιο σοφές κουβέντες που έχω ακούσει ποτέ.

Κατά τα άλλα αυτός ο άνθρωπος έζησε την "κατάρρευση" του δημοσίου φορέα μεταφορών -του αντίστοιχου οασθ ή οασα ας πούμε- της μόσχας, την άναρχη επέκταση και το τραγικό χάλι της σημερινής πόλης, που έχει πάψει να είναι ανθρώπινη και έχει χειρότερο μποτιλιάρισμα και από την αθήνα. Εδώ χρησιμοποιεί μόνο αστικά και ποδαράκια.
Μετά από αυτό στα μάτια μου ενσαρκώνει τον νέο και ανώτερο τύπο ανθρώπου. Τον σοβιετικό.
Η κοινωνία του μέλλοντος θα πάρει το σύνθημα της ημέρας χωρίς αυτοκίνητο και θα γράψει στη σημαία της: όχι ημέρα, αλλά ζωή χωρίς αυτοκίνητο...