Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιόσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιόσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Τέσσερα βιβλία και μία συζήτηση

Έχοντας δει τα νέα της αριστερής πτέρυγας της ανταρσυα (ναρ), σήμερα θα περάσουμε στο άλλο τμήμα της,  την όσμωσή του με τη ρίζα (τουλάχιστον) του σύριζα και την προοπτική της αριστερής κυβέρνησης. Ο τίτλος της ανάρτησης θυμίζει ταινία, ενδεχομένως και σίριαλ του παπακαλιάτη (αν και όλοι αρνούνται το ρόλο του σεχταριστή αυνάνα): τέσσερα βιβλία, τέσσερις ομιλητές, το 4ο συνέδριο της κομιντέρν και το τεσσάρι της τροτσκιστικής διεθνούς. Αναφέρεται όμως σε μια εκδήλωση του περασμένου μήνα, που διοργάνωσαν: το εκδοτικό της αραν (εκτός γραμμής), το r project της δεα κι ο σύλλογος κορδάτος (διάσπαση του ικεα, με λιόση, καλτσώνη, κτλ). Για την οποία πιθανότατα θα υπήρχε πιο αναλυτικό ρεπορτάζ στο μπλοκ, αν η κε δεν είχε φροντίσει να χάσει τις σημειώσεις που κράτησε κατά τη διάρκειά της. Συνεπώς θα περιοριστώ στην επισήμανση και το σχολιασμό κάποιων βασικών σημείων που μου εντυπώθηκαν –καθώς έχουν περάσει κι αρκετές μέρες έκτοτε.


 Οι ομιλητές κατά σειρά ήταν: ο λιόσης από τον κορδάτο και ο μπελαντής από το κεντρικό όργανο του σύριζα (συγγραφείς δύο εκ των τεσσάρων βιβλίων). Και ακολούθως ο νταβανέλος της δεα και ο πι σωτήρης της αραν. Με άλλα λόγια: δυο αλτουσεριανοί, που δεν ανήκουν όμως στον ίδιο πολιτικό χώρο. Ένας τροτσκιστής, που είναι όμως στον ίδιο πολιτικό χώρο (σύριζα) με τον ένα αλτουσεριανό. Κι ένας.. εγώ θα τον έλεγα μάλλον μπρεζνιεφικό, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, που θα τον έλεγαν μάλλον σταλινικό, που μοιάζει να είναι πιο κοντά στο «δεξιό, ενωτικό» κομμάτι της ανταρσύα, που πρεσβεύει ο έτερος αλτουσεριανός.

Μπορεί βέβαια αυτές οι κατηγοριοποιήσεις με τα κουτάκια να είναι κάπως αντιδιαλεκτικές. Όμως έχουν αφενός πλάκα κι αφετέρου ως πηγή έμπνευσης το παράρτημα του βιβλίου του λιόση για την κομιντέρν και τα μέτωπα, με τις ηγετικές της προσωπικότητες και πινακάκια, που κωδικοποιούν τις θέσεις τους για διάφορα ζητήματα (κάτι σαν ενωτικομετωπόμετρο δηλ, όπως θα το ονόμαζε και το λαϊκό στρώμα, όταν ακόμα έγραφε κείμενα και δεν κορόιδευε την κοινωνία όλη). Παρεμπιπτόντως, με βάση την αξιολόγηση του συγγραφέα, ούτε ο στάλιν δε βγαίνει μονοσήμαντα «καλός κι ενωτικός», ούτε ο τρότσκι τόσο «κακός και αντιδιαλεκτικός», όσο θα περίμενε κανείς από έναν κατήγορο της.. τρισκατάρατης «τροτσκιστικής στροφής» του κκε (το γιατί θα φανεί κατά τη γνώμη μου παρακάτω).

Και οι τέσσερις ομιλητές είναι για παράδειγμα υπέρ μιας κυβέρνησης (είτε την πούμε εργατική, είτε της αριστεράς, κυβέρνηση ααδμ, κτλ) στο έδαφος του καπιταλισμού, που θα προκαλεί ρήγματα και θα ανοίγει θεωρητικά άλλους δρόμους, κτλ. Παράλληλα έχουν διαφορετικές ιστορικές αναφορές και αντικρουόμενες θεωρητικές αντιλήψεις για την τακτική των λαϊκών μετώπων στο μεσοπόλεμο. Αλλά παρεμφερή θέση, από την άλλη, για τα μέτωπα και την κοινή δράση στο σήμερα (στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος, κτλ), που αμβλύνει τις όποιες διαφωνίες και τις περιορίζει σε ιστορικό-ιδεολογικό επίπεδο. Αν περίμενε λοιπόν κανείς κάποια σκληρή αντιπαράθεση, πάνω στο θέμα των βιβλίων και με αφορμή τη συζήτηση, μεταξύ του τροτσκιστή και του ‘σταλινικού’, θα απογοητεύτηκε. Η μόνη κάπως αιχμηρή στιγμή ήταν η αναφορά του λιόση στην τροτσκιστική θέση (δε γνωρίζω αν υπάρχει κι εδώ κάποιος διαχωρισμός μεταξύ όσων είπε ο τρότσκι κι οι επίγονοί του, δηλ τροτσκική και τροτσκιστική θέση, κατά το δίπολο «μαρξική-μαρξιστική») για ανοιχτά σύνορα στους μετανάστες. Αλλά κι αυτό ξεπεράστηκε χωρίς πολλά-πολλά, τουλάχιστον επί σκηνής.

Από τις εισηγητικές ομιλίες ξεχώρισα τα εξής.
Ο λιόσης ανέπτυξε το σταθερό πολιτικό μοτίβο των δεκατοπεμπτιστών, κι αναφερόμενος στο κόμμα είπε ότι φάνηκε μεν να κάνει μια μικρή στροφή στη σεχταριστική τακτική του με το συλλαλητήριο της 1ης νοέμβρη, αλλά αυτή ήταν πρόσκαιρη και υποκριτική. Ο μπελαντής του σύριζα αναγνώρισε ανοιχτά τη δεξιά στροφή που πραγματοποιεί ο σύριζα την τελευταία διετία (μετά τις εκλογές του 12’ χοντρικά), αλλά την απέδωσε στη γενική κινηματική καθίζηση της κοινωνίας. Αντί δηλ να εξετάσεις τις ευθύνες του σύριζα (που εκτίναξε τα εκλογικά του ποσοστά) για αυτή την υποχώρηση, αντέστρεψε το λογικό σχήμα μαζί με την πραγματικότητα κι εμφάνισε το αίτιο (ή τέλος πάντων ένα βασικό παράγοντα) ως συνέπεια κι αποτέλεσμα του φαινομένου.

Ο νταβανέλος ανέπτυξε ουσιαστικά τα σημεία που βάζει και στην εισαγωγή της έκδοσης του ρεντ μαρκς (θα αναφερθούμε παρακάτω), επιμένοντας πως το μέτωπο δε νοείται ως συμμαχία μεταξύ μας, αλλά με κάποιον πέρα από εμάς –επιχειρώντας ουσιαστικά να δικαιολογήσει την πολιτική επιλογή της δεα και τη συμμετοχή της στο σύριζα. Ομολογώ πάντως πως κάπου χάνω το λογικό πολιτικό ειρμό μεταξύ της απόρριψης των λαϊκών μετώπων ως τακτικής συμμαχίας με τη σοσιαλδημοκρατία και με αστικές δυνάμεις, και της τωρινής συμμαχίας με το σύριζα. Εκτός και αν ο σύριζα θεωρείται γενικά εργατικό κόμμα –κι όχι αστική δύναμη. Και ποιος είναι τότε η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία;

Ο πι σωτήρης τέλος ανέπτυξε ένα μέρος της προβληματικής του μπαλιμπάρ σε έξι κείμενά του που περιέχει η έκδοση του «εκτός γραμμής» για την έννοια του «βραχυκυκλώματος» μεταξύ πολιτικής κι οικονομίας. Ενδεχομένως να αδικώ κατάφορα το βιβλίο και την ουσία του, αλλά προσωπικά έχω βαρεθεί εκείνο το είδος των γάλλων μαρξιστών, που μελετούν κάποια φαινόμενα, για να τους δώσουν μια νέα, ιδιαίτερη ονομασία, που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους στοχαστές. Είναι αυτό που ο τάδε ονομάζει «συμβάν», «βραχυκύκλωμα», «ιδεολογικούς μηχανισμούς», ακούμε πολύ συχνά, χωρίς κερδίζουμε πολύ (και όχι πολλά, δεν είμαστε κύπριοι) περισσότερα, πέρα από την χαρά μας για τα βαφτίσια και το όνομα.

Κοινή συνισταμένη πάντως των τριών (τουλάχιστον) τελευταίων εισηγητών μου φάνηκε πως ήταν μια λογική που παρουσιάζει το σύριζα ως ανοιχτό στοίχημα κι ένα φάσμα δυνατοτήτων, που πρέπει να παλέψουμε, για να το καθορίσουμε με ευνοϊκό για εμάς τρόπο. Λες και ο σύριζα είναι γενικά και αφηρημένα πεδίο ταξικής πάλης –και όχι κόμμα που παίρνει θέση σε αυτήν, από τη μια ή από την άλλη πλευρά ή και με ένα πόδι σε κάθε βάρκα. Περίπου όπως παρουσίαζε δηλ επί πολλά χρόνια ο ευρωκομμουνισμός την εοκ και τη μετεξέλιξη της εε. Να παλέψουμε δηλ εμείς, για να αποδειχτεί φιλολαϊκός ο σύριζα, αλλιώς η ευθύνη θα βαραίνει εμάς!


Κλείνοντας την ανάρτηση, αξίζει να σταθούμε στα βιβλία που έδωσαν την αφορμή για τη συζήτηση και ειδικότερα το βιβλίο του τζον ρίντελ για το ενιαίο μέτωπο, τη συζήτηση και τις θέσεις του 4ου συνεδρίου της κομμουνιστικής διεθνούς, που ρίχνει φως σε πτυχές της ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης στα πλαίσια της κομιντέρν –υπ’ όψιν πως η ελληνική έκδοση είναι κατ’ ουσίαν ένα μικρό απόσπασμα από την αντίστοιχη δουλειά του συγγραφέα στα αγγλικά, που εκτείνεται σε χιλιάδες σελίδες. Με αυτή την έννοια, και παρά την όποια πολιτική ερμηνεία μπορεί να δίνει στην εισαγωγή του ο –τροτσκιστικών αναφορών- συγγραφέας, το υλικό του βιβλίου βοηθάει τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα την ουσία, το διακύβευμα και το σύνθετο χαρακτήρα της διαπάλης αυτής. Και βασικά να μείνει μακριά από τις εύκολες κι απλοϊκές απαντήσεις, όσων επιλέγουν από τον μπουφέ της ιστορίας και της ιδεολογίας εκείνες μόνο τις θέσεις που είναι βολικές για το αρχικό συμπέρασμά τους: μέτωπα καλά, σοσιαλφασισμός κακός, ενιαίο καλό, λαϊκό κακό, δύο πόδια κακά, τέσσερα καλό, κοκ.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Άκου να δεις

..πώς έχει το πράγμα. Όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως αυθεντικοί κουκουέδες σε αντίθεση με το σύγχρονο κκε που κάνει τροτσκιστική στροφή στην καριέρα του, λούζονται κατά μία έννοια αυτά που χλευάζουν και αντιμετώπιζαν περίπου το ίδιο δίλημμα με τους παλιούς, κακούς τροτσκιστές και τη στάση τους απέναντι στη σοβιετική ένωση. Ήταν εργατικό, εκφυλισμένο κράτος ή μήπως κρατικός καπιταλισμός; Χαμένη υπόθεση ή αναστρέψιμη κατάσταση; Έπρεπε να κάνουν εισοδισμό και φράξιες στα κόμματα της κομιντέρν ή να έχουν διαφορετική κι αυτόνομη οργανωτική δομή; Να υπερασπιστούν κριτικά τη σοβιετία ή να την τσουβαλιάσουν με τις καπιταλιστικές χώρες; Και να την υπερασπιστούν σε περίπτωση πολέμου ή να κηρύξουν στάση ντεφετισμού για να αξιοποιήσουν την κατάσταση και να ανατρέψουν τη γραφειοκρατική ηγεσία;

Κι ερχόμαστε έτσι στο σήμερα. Όπου με αφορμή τις εκλογές και τη στάση που έπρεπε να κρατήσει η.. «κομμουνιστική αντιπολίτευση» απέναντι στο κόμμα, ξεκίνησε ένας πολύμορφος διαδικτυακός διάλογος από κάθε πιθανό μετερίζι (ιστοσελίδες, μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή και κάπου αλλού), όπου γενική συνισταμένη και κοινή αφετηρία ήταν η πολεμική στην πολιτική γραμμή του κουκουέ από τη σκοπιά του προγράμματος του 15ου, του ααδμ, κτλ, αλλά υπήρχε διαφωνία για το δια ταύτα: πρέπει να στηρίξουν εκλογικά το κκε, ως πρωτοπορία της εργατικής τάξης; Ή μήπως έτσι δικαιώνουν τους «γραφειοκράτες της ηγετικής κλίκας» και την πολιτική στροφή που πρέπει να αποδοκιμαστεί και να καταψηφιστεί; Ποιο από τα δύο συνιστά μεγαλύτερη προδοσία για την επαναστατική υπόθεση; Τι σηματοδοτούσε η (κάτι σαν) –ή τέλος πάντων κριτική- δήλωση στήριξης 17 πρώην κομματικών μελών; Και τι σήμαινε η ανακοίνωση του εα που ευχόταν καλή επιτυχία στους φίλους του που ήταν υποψήφιοι σε αυτές τις εκλογές; Συμπεριλαμβάνεται πχ σε αυτούς και το ψηφοδέλτιο του συριζαίου δρίτσα στον πειραιά, όπου συμμετείχε κι ένας μέχρι πρότινος δημοσιογράφος του ρίζου;

Παρεμπιπτόντως, από τη δήλωση στήριξης με τις 17 υπογραφές, που δημοσιεύτηκε στη νέα σπορά, το πιο γνωστό ίσως όνομα ήταν αυτό του γιάννη σφυρή, παλιού μέλους της κετουκε και υπεύθυνου αγροτικής οικονομίας, αν δεν κάνω λάθος, που είχε διατυπώσει ανοιχτά κάποιες διαφωνίες του στον προσυνεδριακό διάλογο του 18ου. Κι υπέγραψε προεκλογικά άλλο ένα κείμενο στήριξης του κουκουέ από τον κλάδο των γεωπόνων, που δημοσιεύτηκε και στο ριζοσπάστη. Δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι η σχέση του σφυρή με τους νεοσπορίτες –που στα πρώτα κείμενά τους δήλωναν μέλη και στελέχη του κκε. Δείχνει πάντως, ακόμα και με αυτόν τον απλό τρόπο, πως πρώην από πρώην διαφέρει. Και το διαζύγιο με το κόμμα, όσο επώδυνο κι αν είναι, δε σημαίνει πως πρέπει να φτύνουμε το παρελθόν μας και να το διαγράφουμε, δρώντας με ψυχολογία απατημένου εραστή που καταριέται την πρώην του.

Και κάτι ακόμα, παρεμπιπτόντως, που συνδέεται εν μέρει με το εισαγωγικό μέρος. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο του βασίλη λιόση (και πάλι από τις εκδόσεις κψμ, που έχουν μια αναφορά στον ευρύτερο χώρο του ναρ) για την κομιντέρν και τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα. Υπάρχουν πολλά σημεία στα οποία μπορεί να σταθεί κανείς {από την εισαγωγή του πι-πι(!) που διαφωνεί σε βασικά ιστορικά συμπεράσματα με το συγγραφέα κι αναφέρει κάπου τις «επονείδιστες δίκες της μόσχας –sic- μέχρι τη μεροληπτική κριτική απέναντι στο κκε ή τη βολική παράλειψη των αποφάσεων του 3ου συνεδρίου της κδ για το ζήτημα της εργατικής κυβέρνησης}, επιφυλάσσομαι όμως να τα δούμε καλύτερα σε μια μελλοντική ανάρτηση.


Το βασικό που πρέπει να κρατήσουμε είναι πως ο λιόσης χαρακτηρίζει έμπλεες αντιφάσεων και παλινωδιών τις αποφάσεις του 5ου και του 6ου συνεδρίου της διεθνούς κι εξετάζει κριτικά την πορεία της. Κάτι που είναι απολύτως θεμιτό, αρκεί να ισχύει ως μέτρο και σταθμό για κάθε προσέγγιση και να μην υποκαθίσταται επιλεκτικά με φωνές περί προδοσίας, τροτσκιστικής στροφής, κτλ. Γιατί, εάν εξαιρέσουμε το 7ο συνέδριο που χάραξε την τακτική των αντιφασιστικών λαϊκών μετώπων, η αξιολόγηση των συνεδρίων της κομιντέρν από το λιόση δε διαφέρει δραματικά από την τροτσκιστική προσέγγιση, που σταματά να αναγνωρίζει το συνεπή επαναστατικό χαρακτήρα της κδ μετά τα τέσσερα πρώτα συνέδριά της και το θάνατο του λένιν.

Δεν είμαι σίγουρος πάντως αν πρέπει να ταυτίζουμε πλέον το λιόση με τον εργατικό αγώνα. Η γενική αίσθηση που αποκομίζω το τελευταίο διάστημα –αν και μπορεί φυσικά εντελώς εσφαλμένη- είναι πως ο οργανικός δεσμός που υπήρχε σαφώς μεταξύ του κορδάτου (σύλλογος διάδοσης της μαρξιστικής σκέψης) και της ιστοσελίδας του εα είτε δοκιμάζεται είτε έχει διακοπεί. Κι η κριτική που μπορεί να ασκούσε ο λιόσης ή ο καλτσώνης στο κόμμα, όσο μεροληπτική ή λανθασμένη κι αν είναι, δε νομίζω πως έχει σχέση με την χυδαία αξιοποίηση του θανάτου εκλεκτών συντρόφων και στελεχών του κκε, όπως του τσίγκα και του κολοζώφ, ή κάποια αντίστοιχα χαρακτηριστικά της.. «δεύτερης γενιάς» του εα. Ξανατονίζω πως αυτή είναι απλώς δική μου αίσθηση, σε επίπεδο εικασιών κι υποθέσεων, που μπορεί να πέφτει τελείως έξω, αλλά κρίνω σκόπιμο να την αναφέρω, ως έχει.

Αυτό που φαίνεται επίσης είναι πως ένα κομμάτι τουλάχιστον του εα το απασχόλησε ή το απασχολεί ακόμα το ενδεχόμενο μιας οργανωτικής μετεξέλιξή του σε πολιτικό φορέα –από τη στιγμή που ειδικά που δεν τρέφουν προσδοκίες για το κκε σήμερα. Είναι μάλιστα πιθανό να περίμεναν κάποιες διαφορετικές εξελίξεις στο πρόσφατο προγραμματικό συνέδριο του κκε, για να προχωρήσουν και να εκδηλώσουν τις προθέσεις τους αλλά να μην τους βγήκε η ζαριά –κι είναι προς τιμήν των συντρόφων που εξέφρασαν ανοιχτά τις ανησυχίες τους για το κόμμα, την κριτική και τις διαφωνίες τους, χωρίς να τις ενώσουν ωστόσο με την χυδαία πολεμική της ιστοσελίδας. Που δε νομίζω να εγκαταλείψουν αυτή τη σκέψη, χωρίς να αξιοποιήσουν πρώτα όλα τα μέσα και τις δυνατότητες να την υλοποιήσουν –θα έχουν άλλωστε κάθε δυνατή αρωγή κι υψηλή στήριξη σε μια τέτοια προσπάθεια πλαγιοκόπησης του κκε.

Μες σε αυτό το γενικό πλαίσιο λοιπόν έσκασε μύτη ο γενικός ημεροδρόμος. Δεν υπονοώ προφανώς πως συνδέεται άμεσα με τα παραπάνω –κι αν το αναφέρω εδώ είναι πιο πολύ ως καμπανάκι κινδύνου, ακριβώς για να μην αποκτήσει οποιαδήποτε τέτοια σύνδεση. Ως αναγνώστης θεωρώ τον ημεροδρόμο ενδιαφέρον εγχείρημα και με προοπτικές. Ως άνεργος δημοσιογράφος σέβομαι χωρίς προαπαιτούμενα κάθε προσπάθεια συναδέλφων, που έχουν χάσει τη δουλειά τους, να κάνουν κάτι για να βιοποριστούν. Αλλά ως φίλος του κόμματος –με όποιο ιδιαίτερο τρόπο το καταλαβαίνω και το ορίζω εγώ για τον εαυτό μου- οφείλω να ομολογήσω πως με ανησυχεί –για να μην πω «με ενοχλεί»- να βλέπω μεταξύ των συντελεστών τις υπογραφές πρωτοκλασάτων στελεχών του εα, πρώην δημοσιογράφων του ρίζου, που έχασαν την καλή έξωθεν μαρτυρία, περνώντας στην απέναντι πλευρά. Και το τυχαίο(;) χτεσινό χτύπημα του ρουφ σταυρόπουλου με τους γνωστούς διαύλους, που επιχειρεί να προεξοφλήσει τη στάση του κόμματος απέναντι στο εγχείρημα, μόνο καλός οιωνός δεν είναι για τη συνέχεια. (Πολύ καλύτερα από εμένα για αυτό το θέμα τα λέει οοικοδόμος σε αυτό το κείμενο).


Ο καθένας είναι βέβαια μεγάλο παιδί κι αναλαμβάνει τις ευθύνες των πράξεών του, χωρίς να περιμένει υποδείξεις και συμβουλές από μένα ή οποιονδήποτε άλλο. Έτσι κι εγώ, αναλαμβάνω με τη σειρά μου την ευθύνη για όσα γράφω δημόσια, απηχώντας καθαρά και μόνο προσωπικές σκέψεις και απόψεις –όσο κι αν κάποιοι πιστεύουν το αντίθετο, κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια. Θεωρήστε λοιπόν δεδομένο πως όσα σχόλια κινούνται στο γνωστό μοτίβο που απολαύσαμε σε προηγούμενες αναρτήσεις (έμμισθο τσιράκι, βαποράκι και δε συμμαζεύεται) είναι σα να τα έχουμε ήδη διαβάσει και δεν χρειάζεται να ξαναλουστούμε τη λάσπη τους.

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Ξεφυλλίζοντας

Ο δανεισμός βιβλίων μεταξύ συντρόφων είναι πονεμένη μάλλον ιστορία, όπου όλοι σχεδόν έχουμε υπάρξει κατά καιρούς θύτες ή θύματα. Προχτές κυριακή, η κε του μπλοκ πήρε τη ρίαλ νιουζ, που είχε προσφορά την εντολή της διδώς σωτηρίου –καμία σχέση με την «εντολή σαμαρά» που μας απασχολεί τελευταία- για να αναπληρώσει την απώλειά της από έναν τέτοιο δανεισμό. Και πέρα από το βιβλίο έγινε σοφότερη σε ορισμένα σημεία, ξεφυλλίζοντας το υπόλοιπο φύλλο.

Έμαθα πχ πως ο μπογιόπουλος έχει ξεκινήσει να αρθρογραφεί και στην εφημερίδα του χατζηνικολάου, με μια μικρή στήλη άποψης που στο τελευταίο φύλλο είχε ένα πολύ καλό σχόλιο περί πλεονάσματος. Το οποίο κι αντιγράφω, καθώς δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου να έχει ανέβει διαδικτυακά κάπου αλλού.

Όντως υπάρχει πλεόνασμα. Ανέργων. Στο 1,5 εκατομμύριο οι εμφανώς άνεργοι. Κοντά στο 1 εκατομμύριο οι αφανώς άνεργοι, που ενώ εργάζονται παραμένουν απλήρωτοι για μήνες. Όντως υπάρχει πλεόνασμα. Φτώχιας. Στα 600.000 τα παιδιά που, σύμφωνα με τη Unicef, υποσιτίζονται. Τι ντροπή! Υπάρχει πλεόνασμα. Κοινωνικής αδικίας. Επί «σωτηρίας», οι φόροι σε μισθωτούς και μικροβιοπαλαιστές αυξήθηκαν κατά 7 και 9 φορές. Αλλά στις «εξωχώριες» εταιρείες μειώθηκαν. Κατά 16 φορές! Αυτά τα χρόνια –της «σωτηρίας»- η ψαλίδα της εισοδηματικής ανισότητας των πλουσιότερων με τους φτωχότερους Έλληνες διευρύνθηκε κατά 7,5 φορές! Όντως, υπάρχει πλεόνασμα. Υποκρισίας. Που γίνεται αβάσταχτα εξοργιστική όταν οι υπαίτιοι της λαϊκής δυστυχίας πανηγυρίζουν και, για να θαμπώσουν τα θύματα, επιλέγουν την παλιά γνωστή μέθοδο: Επιδεικνύουν αριθμούς που… ευημερούν. Όντως, υπάρχει πλεόνασμα. Μόνο που είναι βουτηγμένο στην απελπισία. Για να βγάλουν πλεόνασμα (3,9 δις ευρώ ήταν η τελευταία του μέτρηση) αφαίμαξαν πάνω από 63 δις ευρώ (!) από τον ελληνικό λαό. Αλήθεια, με τέτοιες «επιδόσεις», για να μειώσουν το χρέος των 320 δις ευρώ, πόσα… τρισεκατομμύρια σε μέτρα θα κληθεί να επωμιστεί ο λαός; Ναι, αλλά έχουμε πλεόνασμα. Θα χρησιμοποιηθεί, λένε, στις διαπραγματεύσεις με τους «εταίρους». Θυμηθείτε: Θα το χρησιμοποιήσουν για δύο λόγους: Πρώτον, για το ψηφοθηρικό λάδωμα της προεκλογικής τους μηχανής. Δεύτερον, και κυριότερο: Για να εμφανίσουν σαν «δικαιωμένη» την πολιτική της βαρβαρότητας και σαν «αδήριτη ανάγκη» τη συνέχισή της!

Σε άλλα θέματα της εφημερίδας, ο διευθυντής του πγ του καταλληλότερου αλέξη, νίκος παππάς, είπε πως ο κίνδυνος για το σύριζα δεν είναι να γίνει ένα καινούριο πασοκ, αλλά να γίνει ένα άλλο κουκουέ. Και για το μεν πρώτο δεν μπορώ να πω πως υφίσταται κίνδυνος για κάτι που έχει ήδη συντελεστεί κι αποτελεί κομμάτι της πολιτικής πραγματικότητας· ενώ για το δεύτερο μπορούμε να τον βεβαιώσουμε πως ο σύριζα δεν πρόκειται ποτέ να γίνει κκε, όχι στην κάλπη, αλλά κυρίως στο κίνημα και την πολιτική του.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ο παππάς ισχυρίζεται πως ο σύριζα θα υποστηρίξει στο δεύτερο γύρο κάθε κομμουνιστή υποψήφιο απέναντι σε χρυσαυγίτες και κυβερνητικούς εκπροσώπους. Αλλά ακόμα κι αν κάνουμε αφαίρεση από την πείρα που έχουμε και τις κάθε λογής ικαρίες, η ίδια η βάση του σύριζα δε φαίνεται να συμφωνεί μαζί του. Σε δημοσκόπηση για λογαριασμό της εφημερίδας, στο ίδιο φύλλο, σχετικά με την πρόθεση ψήφου στο δήμο αθηνών, υπάρχει ένα ειδικό ερώτημα που εξετάζει ποιον υποψήφιο θα σκεφτόταν γενικά να στηρίξει το σώμα, ανεξάρτητα από το τι θα ρίξει τελικά στην κάλπη. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, μόλις ένας στους τέσσερις-πέντε (22,8%) ψηφοφόρους του σύριζα θα σκεφτόταν να στηρίξει το σοφιανό –σε αντίθεση με το 58,4% που απαντά αρνητικά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο- οριακά πάνω από τον καπερνάρο των ανελ και τον νυν δήμαρχο καμίνη ή άλλους υποψήφιος. Κι αυτό σε πλήρη αντίθεση με την εκλογική συμπεριφορά ενός μέρους των «σκληρών δογματικών κουκουέδων» που υπέκυψε στο εκβιαστικό δίλημμα του σύριζα να μη βγει η δεξιά, στα χνάρια των καλύτερων παραδόσεων του παπανδρεϊκού πασόκ και το απατηλά θέλγητρα μιας «εύκολης λύσης» αριστερής κυβέρνησης.

Αλλάζουμε έντυπο και θεματολογία. Στο πριν, την εφημερίδα της ανεξάρτητης αριστεράς, έχει ανοίξει προεκλογικός διάλογος για το… μέτωπο συμπόρευσης και βασικά για τη συνεργασία με τον αλαβάνο. Είναι κατά της εε ο αλέκος ή απλώς το παίζει; Το πιο εντυπωσιακό ωστόσο δεν είναι τόσο οι εκτιμήσεις του ρούση, του πατέλη και λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων για το σύμμαχο αλαβάνο. Αλλά ότι αυτή η διαμάχη γίνεται μόλις λίγους μήνες μετά την πανελλαδική συνδιάσκεψη της ανταρσύα και την ερμηνεία της πολιτικής της απόφασης, που καθόρισε θεωρητικά το ζήτημα των τακτικών συμμαχιών. Συμβαίνουν όμως αυτά με τις συρραφές θέσεων και τα αμφίσημα κείμενα, που προσπαθούν να τα χωρέσουν όλα.

Στο τελευταίο φύλλο δημοσιεύεται ένα απαντητικό κείμενο τριών μελών της ανταρσύα (ανάμεσά τους αναγνωρίζω ένα ηγετικό στέλεχος της αραν από την οποία προέρχονται πιθανότατα κι οι άλλοι δύο) το οποίο ασκεί κριτική σε ένα πρόσφατο άρθρο των ελαφρού-αναγνωστάκη, που αξιοποιώντας τα αποθέματα της κνίτικης μόρφωσής τους, αναφέρθηκαν στις θέσεις των κλασικών περί ατομικής τρομοκρατίας και τη διαλυτική επίδραση της τελευταίας στο μαζικό κίνημα. Η απάντηση στο κείμενο των τριών είναι πως ο λένιν δεν απέρριπτε γενικά και από θέση αρχής τέτοιες μεθόδους, αλλά συγκεκριμένα παραδείγματα λανθασμένης χρήσης της, ότι το ολιγομελές αντάρτικο του φιντέλ δεν είχε άμεση σύνδεση με το μαζικό κίνημα, αλλά οδήγησε σε θρίαμβο την κουβανική επανάσταση κι ότι δεν πρέπει να απορρίπτουμε κανένα μέσο, χαρίζοντας στο κράτος το μονοπώλιο της βίας, για να μη γλιστρήσουμε στον οικονομισμό, στο λεγκαλισμό (την αστική νομιμοφροσύνη δηλ) και στον κυβερνητισμό, όπως οι κυρίαρχες εκδοχές της αριστεράς.

Δεν είναι στις προθέσεις μου να κάνω συνολική κριτική στο κείμενο, το οποίο θέτει ένα ενδιαφέρον γενικά θέμα προς συζήτηση –αρκεί να μην φετιχοποιούμε τη σύγκρουση, περιορίζοντας την έννοια στην τελική της εκδήλωση, την χρήση όπλων και επαναστατικής βίας και θεωρώντας την τελευταία αποκλειστικό κριτήριο επαναστατικής δράσης. Αφενός όμως κινείται μάλλον στα όρια της τραγικής ειρωνείας η κριτική περί κυβερνητισμού από τη σκοπιά ενός πουλατζικού πχ –που θεωρεί το κράτος σχέση, συσχετισμό δυνάμεων και συνεπώς την κυβέρνηση θέση που μπορεί να καταληφθεί για την καλύτερη προώθηση του αγώνα. Αφετέρου θεωρώ τουλάχιστον εντυπωσιακή την κακή αντίληψη του επίδικου της συγκυρίας, με την οργανωμένη προσπάθεια να χρεωθεί στο οπλοστάσιο της αριστεράς συλλήβδην η ατομική τρομοκρατία και να ταυτιστεί μαζί της κάθε διαφορετική φωνή και αντίδραση.

Εξίσου εκπληκτική είναι η εκτίμηση πως δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά πως τα συλληφθέντα μέλη τέτοιων ομάδων ήταν στημένοι πράκτορες –λες και η δράση τους κρίνεται με υποκειμενικά και όχι με αντικειμενικά κριτήρια. Ή ότι δεν έχει υπάρξει κάποια μεγάλη προβοκάτσια κατά του λαϊκού κινήματος που θα δικαιολογούσε την υπόνοια περί κρατικής προέλευσης τρομοκρατία. Αναρωτιέμαι ωστόσο πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πχ η υπόθεση της μαρφίν στη σταδίου, την ίδια μέρα που ψηφιζόταν το πρώτο μνημόνιο.

Κλείνουμε το σημερινό κύκλο με το τελευταίο τεύχος του περιοδικού μαρξιστική σκέψη –συριζικών και τροτσκιστικών αναφορών, αν κρίνει κανείς από τα περιεχόμενά του και τα μέλη της συντακτικής επιτροπής- που φιλοξενεί διπλό αφιέρωμα στον καβάφη και την ιστορία του κουκουέ –χοντρικά την ίδια περίοδο που εξετάζει και ο πρώτος τόμος του δοκιμίου.

Πώς συνδέονται αυτά τα δύο; Σύμφωνα με το εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης… «ο Καβάφης εξέφρασε και συνόψισε με την ποίησή του αυτό που παραμένει αξιοπρεπές στον παλιό κόσμο, τον αστικό κόσμο που πεθαίνει» ενώ αντιθέτως «στην ιστορία του ΚΚΕ, με αντιφάσεις, θετικά διαλείμματα και στιγμές, και με πολλές αμφισημίες μετά την αποκήρυξη του Άρη το 1945, αλλά οριστικά, αμετάκλητα και διαρκώς εντεινόμενα αφότου επικράτησε η ηγεσία της Παπαρήγα το 1991, κυριάρχησε σε επίπεδο ηγεσίας αυτό που είναι αναξιοπρεπές μέσα στο νέο κόσμο, το σοσιαλιστικό κόσμο που πασχίζει να γεννηθεί». Ενώ στη συνέχεια γίνεται λόγος και για το «ανώμαλο, ζαχαριαδικό καθεστώς» και άλλα συναφή ζητήματα στα οποία θα επανέλθει το περιοδικό με μελλοντικά αφιερώματα.

Δε θα υπήρχε λόγος να ασχοληθούμε περισσότερο με το συγκεκριμένο αφιέρωμα, αν δεν υπήρχε το «άλλοθι πολυφωνίας» που του δίνουν τα κείμενα των συντελεστών του εργατικού αγώνα και του συλλόγου «γιάννης κορδάτος» -αν και δεν είμαι πολύ σίγουρος αν ταυτίζονται πλέον αυτά τα δύο: μια μελέτη του καλτσώνη για τη μαρξιστική συζήτηση στην ελλάδα σχετικά με το κράτος και την επανάσταση στη δεκαετία του 30’, μια μελέτη του πετρόπουλου για το γληνό και ένα κείμενο του λιόση –που έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν με το ίδιο περιοδικό- για την τακτική και στρατηγική του κκε τη δεκαετία του 30 και τις εξελίξεις στην κομιντέρν.

Εκεί ο λιόσης αναφέρει μεταξύ άλλων σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.
Η ΚΔ από το 3ο συνέδριό της, στο οποίο χαράχτηκε η τακτική του Ενιαίου Μετώπου (εφεξής ΕΜ), μέχρι και το 7ο, δεν παρουσίασε μια σταθερή ιδεολογικοπολιτική πορεία. Θεωρούμε πως το 4ο συνέδριο ήταν ένα συνέδριο σταθμός για την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος, όχι όμως το 5ο (1924) και 6ο (1928). Δεν υποστηρίζουμε ότι οι αποφάσεις αυτών των συνεδρίων ήταν για το σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, αλλά ότι υπήρξαν λάθη και αντιφάσεις που δε βοηθούσαν στην ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος. Υιοθετήθηκε το σχήμα του σοσιαλφασισμού (ταύτιζε το φασισμό με τη σοσιαλδημοκρατία), η Εργατική Κυβέρνηση (εφεξής ΕΚ) ταυτίστηκε με τη δικτατορία του προλεταριάτου, το ΕΜ περιορίστηκε ως τακτική που θα εφαρμοζόταν «από τα κάτω» (υποτιμούνταν ή εξαφανιζόταν το «από τα πάνω») και υπήρξαν κάποιες χρονικές φάσεις που εγκαταλείφθηκε η θέση του ενός συνδικάτου και προτιμήθηκε η γραμμή των «Κόκκινων Συνδικάτων» (συνδικάτα που συμμετείχαν μόνον οι κομμουνιστές και ο «κύκλος» τους).

Μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς με τα συμπεράσματα του λιόση, σίγουρα όμως δε θα βοηθούσε τη συζήτηση ένας αντίλογος που θα βασιζόταν σε υστερικές κραυγές για «προδοσία, εγκατάλειψη αρχών, ιστορική συρραφή και επιλεκτική αποδοχή παλιότερων επεξεργασιών, κτλ». Κι αυτό δεν το λέω για να προλάβω κριτικές εναντίον του λιόση, αλλά ως γενικό κριτήριο που πρέπει να τίθεται σε κάθε κριτική αποτίμηση της ιστορικής διαδρομής της κομιντέρν και να μην υπάρχουν δυο μέτρα και σταθμά.

Σημειώνω επίσης πως ο λιόσης αποφεύγει λόγω χώρου να αναφερθεί κριτικά στη θεώρηση του ελληνικού τροτσκισμού –παραπέμποντας για μια αναλυτική κριτική στο βιβλίο του για την εξάρτηση. Λέει όμως πως οι θέσεις του δε βρήκαν ιδιαίτερη ανταπόκριση και αυτό, χωρίς να αποτελεί τεκμήριο για την ορθότητά τους, «πρέπει ωστόσο να προβληματίσει σοβαρά το γεγονός πως δε συγκίνησαν κανέναν, παρά πολύ μικρές μειοψηφίες».


Κι έχει απόλυτο δίκιο. Το μόνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί εδώ η μειοψηφία οφείλει τουλάχιστον να προβληματιστεί για τις θέσεις της, ενώ για το συνέδριο του κουκουέ τα κριτήρια αλλάζουν και η μειοψηφία έχει το δίκιο με το μέρος της, χωρίς να αναλογιστεί γιατί δεν κέρδισε την πλειοψηφία.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Μια απάντηση σε ανθρωποφάγους

Είναι καιρός τώρα που η πολιτική γλίτσα βαφτίζεται κριτική. Βάζει τα καλά της και το μανδύα της σοβαροφάνειας, ξεχειλίζει από διαδικτυακούς υπονόμους κι έρχεται να κολλήσει πάνω σε οτιδήποτε βρεθεί στο διάβα της. Και όσο πλησιάζουν οι μέρες για τη διεξαγωγή του συνεδρίου, θα αυξάνεται εκθετικά, επιχειρώντας να σκεπάσει κάθε λογική που διαφωνεί μαζί της δια της αλάνθαστης μεθόδου της επανάληψης: πες-πες, κάτι θα μείνει.
Τίποτα το καινούριο, τίποτα το μη αναμενόμενο σε αυτές τις πρακτικές. Αυτό δε σημαίνει όμως πως θα μείνουν κι αναπάντητες.

Μες σε αυτόν τον ορυμαγδό λοιπόν, ήρθε να δέσει το γλυκό με ένα κείμενο του βασίλη λιόση στον εργατικό αγώνα, που απαντά σε κάποια κείμενα και σχόλια στο διαδίκτυο, που αφορούν το πρόσωπό του, τις πολιτικές του απόψεις και την ηθική του υπόσταση. Και για να το κάνουμε πιο λιανά, απαντά σε μια πρόσφατη ανάρτηση της κε του μπλοκ για το ζήτημα της (αλληλ)εξάρτησης –που μέρος της αναδημοσίευσε και το αδελφό ιστολόγιο redfly planet- και σε κάποια σχόλια αναγνωστών, που ακολούθησαν.

Ο κ. λιόσης λοιπόν (δεν τον αναφέρω με τα αρχικά βλ, για να μην προκληθεί σύγχυση με τα αρχικά του βλαδίμηρου και μπερδευτούν κάποιοι), αφού σημειώνει αρχικά πως ο κομμουνιστής διακρίνεται στην πολιτική αντιπαράθεση από ήθος, διαλεκτική σκέψη και σεβασμό στο συνομιλητή, λέει ότι το ύφος αυτών των κειμένων χαρακτηρίζει όσους τα έγραψαν και δεν τον αφορά, για να προχωρήσει στην ουσία του ζητήματος και στον ανώνυμο συντάκτη ενός από αυτά τα κείμενα (δηλ σε εμένα).

Ναι, αλλά προτού περάσουμε στην ουσία του ζητήματος, θαυμάζοντας τον τόσο υψηλό πολιτικό πολιτισμό του κ. λιόση, ας σταθούμε ξανά σε όσα μας λέει εισαγωγικά, για να δούμε πώς εφαρμόζει ο ίδιος τις «αρχές του κομμουνιστή» στην πολιτική αντιπαράθεση.

Καταρχάς όσοι παρακολουθούν στοιχειωδώς το μπλοκ γνωρίζουν πολύ καλά εάν και κατά πόσο υπογράφω ως ανώνυμος τα κείμενά μου –θα αρκούσε πχ να διαβάσει κανείς τα σχόλια κάποιων αναγνωστών και να ανατρέξει στις στήλες του προσυνεδριακού στις 29/3, για να βρει την επιστολή μου και τα πλήρη στοιχεία μου. Εν πάση περιπτώσει ο κ. λιόσης δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει το όνομά μου, θα μπορούσε ωστόσο να το ζητήσει απλά από την πολιτική του παρέα, που έχει φροντίσει κατά καιρούς να με ενοχλήσει τηλεφωνικά για διάφορα ζητήματα (χωρίς να τους έχω δώσει ποτέ τον αριθμό μου) και προφανώς γνωρίζει πολύ περισσότερα απ’ το ονοματεπώνυμό μου.

Όπως και να ‘χει όμως, αγγίζει τα όρια της γραφικότητας να μιλάει απαξιωτικά για «ανώνυμους συντάκτες» ο αρθρογράφος μιας ιστοσελίδας, όπου παρελαύνουν οι διάφοροι χαρκοβίτες, θεοδώρου, πραξιάδηδες, κοκ, που δεν έχουν το θάρρος να υπογράψουν επώνυμα τις βαθυστόχαστες αναλύσεις τους. Και την ίδια στιγμή να ενοχλείται από ανώνυμα σχόλια –προφανώς γιατί δεν έχει συνηθίσει να έχει σχόλια και αντίλογο στην ιστοσελίδα που αρθρογραφεί.

Πάει πολύ να μιλάει για «ανθρωποφαγία» της άλλης άποψης στον τίτλο του κειμένου του ο αρθρογράφος μιας ιστοσελίδας, που έχει βγάλει από την κοιλιά της απίθανα σενάρια συνωμοσίας, όπως το δήθεν κομπρεμί της ηγεσίας του κκε με τη φυλλάδατου εφοπλιστή μαρινάκη –για να θυμηθούμε το πιο πρόσφατο! Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την κομμουνιστική στάση και την ιδεολογική αντιπαράθεση; Σε τι διαφέρουν πρακτικά απ’ τον χυδαίο αντικομμουνισμό και τους δημοφιλείς του μύθους για τα κότερα του χαρίλαου και τις κομματικές μετοχές στο γερμανό; {εκτός κι αν έχουν αλλάξει κι επ’ αυτού ακόμα κι ετοιμάζονται να προβούν σε σχετικές αποκαλύψεις}.
Με τόσο ποιοτική πολιτική αντιπαράθεση ακόμα και τους ανανεωτές του 91’ να είχε για αντίπαλό του ο εργατικός αγώνας, θα τους καθιστούσε τόσο συμπαθείς, που θα νικούσαν με… ποσοστά τσαουσέσκου –για να θυμηθούμε και τους πολιτικούς δεσμούς των ανανεωτών με τη ρουμανία.

Είναι εντελώς έωλη η σύνδεση που επιχειρεί ο κ. λιόσης μεταξύ της κριτικής που δέχεται και των πρόσφατων άρθρων μαΐλη-μεντρέκα στο ρίζο, ή των ανώνυμων σχολίων που τον επέκριναν –όλα μαζί στο ίδιο τσουβάλι.
Κι είναι προκλητικά αστείο να αφήνει υπονοούμενα περί κεντρικής συνεννόησης του κόμματος με blog που έχουν αναλάβει την υπεράσπιση της ηγεσίας του κόμματος! Προφανώς ο κ. λιόσης κρίνει τους άλλους εξ ιδίων, με το μέτρο της διαδικτυακής του ομάδας και των πρακτικών της. Ίσως ο κ. λιόσης να υπονοεί –αλλά να μη θέλει να το πει ευθέως- όσα διασκεδαστικά μου καταλογίζει, με διαφορά λίγων ημερών, στη σχετική ανάρτηση ένας σχολιαστής με το ψευδώνυμο «κόκκινος». Κι αν ακολουθήσουμε το εξίσου διασκεδαστικό σκεπτικό του κ. λιόση, νομιμοποιούμαστε κι εμείς με τη σειρά μας να υποθέσουμε ότι το σχόλιο αυτό γράφτηκε πιθανότατα κατόπιν συνεννόησης με το επιτελείο του ΕΑ ή και με τον ίδιο τον κ. λιόση.
Κι ας έρθουν μετά να συζητήσουμε τι προσμοιάζει στη λούμπεν ηθική και τι όχι. Κι ας βρουν αν μπορούν έστω κι ένα σημείο, με αντίστοιχο πνεύμα στις αναρτήσεις του μπλοκ που έχουν την ετικέτα «λιόσης» και ασχολήθηκαν με το βιβλίο του.

Πέρα από αυτά όμως, όποιος θέλει να λέγεται κομμουνιστής πρέπει να διακρίνεται στην πολιτική αντιπαράθεση κι από μια στοιχειώδη τιμιότητα –ακόμα κι αν είναι τίμιος οπορτουνιστής και δεν το έχει καταλάβει. Κι αυτή η στοιχειώδης τιμιότητα επιβάλλει, όταν αναφέρεσαι κριτικά σε ένα κείμενο, να δίνεις τουλάχιστον τη δυνατότητα να υπάρξει αντίλογος, ή έστω να παραπέμπεις σε αυτό με κάποιον ηλεκτρονικό σύνδεσμο (link), ή στην χειρότερη να το αναφέρεις ονομαστικά, για να δώσεις την ευκαιρία στον αναγνώστη να το διαβάσει και να βγάλει δικά του ολοκληρωμένα συμπεράσματα.

Αλλά αυτές οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις δεν ανήκουν στις βασικές αρχές του κ. λιόση και της ιστοσελίδας του. Αντ’ αυτού ο κ. λιόσης αποφεύγει να βάλει παραπομπές ακόμα και στις δικές του τοποθετήσεις σε προηγούμενους προσυνεδριακούς διαλόγους, του 15ου και του 18ου, ποντάροντας ίσως στο γεγονός ότι ο αναγνώστης του θα δώσει πίστη σε όσα του γράφει και δε θα ψάξει να βρει μόνος του τα ντοκουμέντα, για να τα αντιπαραβάλει με τις θέσεις που υποστηρίζει σήμερα ο αρθρογράφος του ΕΑ.

Μετά από αυτά, δεν υπάρχουν πολλά πράγματα να πούμε για την ουσία του ζητήματος. Στο κάτω-κάτω η πρόθεσή μου δεν ήταν μόνο να δείξω την αναντιστοιχία των θέσεων που είχε κατά καιρούς ο κ. λιόσης –όπως κάνουν κάποιες ιστοσελίδες που ειδικεύονται στην ενόργανη. Αλλά την εκπληκτική μονομέρεια που διακρίνει κάποιους αναλυτές προκειμένου να τεκμηριώσουν ένα προκαθορισμένο συμπέρασμα· κι η οποία φτάνει σε τέτοιο σημείο που να αναιρεί ακόμα και προηγούμενες δικές τους αναλύσεις, φτωχαίνοντας απελπιστικά την όποια αντιπαράθεση.
Αυτό είναι το σπουδαίο «λαβράκι» που έπιασε με την ανάρτησή της η κε του μπλοκ και κάνει πως δεν καταλαβαίνει ο κ. λιόσης.

Στο κάτω-κάτω η αλλαγή μιας θέση ή μιας πολιτικής εκτίμησης δεν είναι απαραίτητα κάτι μεμπτό. Αρκεί φυσικά να αναγνωρίζεται και να εξηγείται επαρκώς με πειστικά επιχειρήματα.
Εκτός κι αν ο κ. λιόσης έχει ήσυχη τη συνείδησή του, που ενώ δέκα χρόνια πριν αναγνώριζε ότι δεν υπάρχει αλληλεξάρτηση γενικά, παρά μόνο ανισότιμη κι ετεροβαρής, στο βιβλίο του ξιφουλκεί κατά της αλληλεξάρτησης γενικώς κι αορίστως, χρεώνοντάς της στο κκε· και ξεπετά την έννοια της ανισότιμης αλληλεξάρτησης με μια ξώφαλτση αναφορά, χωρίς να την απορρίπτει –ούτε και να λέει τίποτα ουσιαστικό.

Εκτός κι αν θεωρεί έντιμο απ’ την πλευρά του να κατακεραυνώνει το κκε, αλλά να βγάζει στα πούπουλα με την κριτική του το ναρ, που έχει την ίδια ακριβώς γενική εκτίμηση περί ανισότιμης αλληλεξάρτησης· και να προσπαθεί να αποδείξει (με την αρθρογραφία του δελαστίκ κι επιχειρήματα τραβηγμένα από τα μαλλιά) ότι το ρεύμα έχει αλλάξει τη θέση του σε αυτό το ζήτημα –είτε γιατί το βιβλίο του βγήκε από το εκδοτικό του κψμ και στρογγυλεύει την κριτική του, είτε γιατί συμπίπτει η άποψή του με το ναρ στο πολιτικό δια ταύτα και τα μεταβατικά αιτήματα, που αναλύονται και στον εργατικό αγώνα.

Ή εκτός κι αν είναι λογικό τέλος να απορρίπτει στα λόγια τη θεωρία των σταδίων, εξαντλώντας την όποια κριτική αποτίμηση κυρίως στο 8ο συνέδριο του κκε, χωρίς να σταθεί κατ’ ουσίαν αυτοκριτικά στη μπρεζνιεφική περίοδο και τις αντίστοιχες προγραμματικές επεξεργασίες του διεθνούς κι εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος εκείνης της περιόδου (ενιαία επαναστατική διαδικασία με δύο στάδια).

Όλο το ζουμί στα ρητορικά ερωτήματα που θέτει ο κ. λιόσης στο τέλος, είναι αυτό όπου αναρωτιέται για τις επιλεκτικές ευαισθησίες των επικριτών του, που δεν ασκούν αντίστοιχη κριτική και στις πολιτικές κυβιστήσεις της ελένης μπέλλου, μέλους του πολιτ-μπιρό της κετουκε. Σα να λέμε δηλ με απλά λόγια: εντάξει οι δικές μου κωλοτούμπες, αλλά αφού κι αυτή έκανε, γιατί δεν της λέτε τίποτα;
Κι έτσι ομολογεί έμμεσα, με εκπληκτικό τρόπο, αυτό που προσπαθεί να καταρρίψει σε όλο το υπόλοιπο κείμενό του.

Όλα τα παραπάνω και βασικά η επίθεση σε κάποια ιστολόγια δεν είναι παρά σπασμωδικές κινήσεις πανικού, που μαρτυρούν τον εκνευρισμό και την πίεση που νιώθουν ο κ. λιόσης και η ομάδα του, τόσο στο πεδίο της ιδεολογικής διαπάλης, όσο κι από τα ίδια τα γεγονότα που τους προσπερνούν. Η τελευταία τους ελπίδα για να πιαστούν ήταν οι διαφωνίες που εκφράστηκαν στον προσυνεδριακό διάλογο. Αλλά όσες διαφωνίες κι αν έχει ένας σύντροφος, όποια αφετηρία κι αν έχουν οι ανησυχίες του για το κόμμα, δε μπορεί να ταυτίζεται με τον αντικομματικό οχετό αυτής της ιστοσελίδας, που μόνο σε λούμπεν στοιχεία ταιριάζει, όπως λέει και μια ψυχή.
Και τα λέω αυτά χωρίς να έχω καθόλου σίγουρο ότι θα υπερψήφιζα το σχέδιο προγράμματος και το καταστατικό, αν ήμουν κομματικό μέλος –είτε γιατί δεν έχω πειστεί απόλυτα σε διάφορα ζητήματα, είτε ακόμα γιατί με πιάνει το αντιδραστικό μου πολλές φορές με τις ανεπαρκείς εξηγήσεις. Έτερον-εκάτερον όμως..

Σε κάθε περίπτωση, ο κατήφορος είναι μονόδρομος, όπως φαίνεται, για τους συντελεστές του εργατικού αγώνα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίσουν να προκαλούν ντόρο γύρω από το όνομά τους και να έχουν κάποια «αξία χρήσης» και λόγο ύπαρξης. Γιατί σε όλα τα άλλα επίπεδα, έχουν χάσει το παιχνίδι κατά κράτος..
Αντί επιλόγου λοιπόν μπορούμε να αφιερώσουμε στον κ. λιόση (και την ομάδα του) το κλείσιμο από το δικό του κείμενο –με τις απαραίτητες αλλαγές στα υποκείμενα.

Ο λαός περιμένει έναν πολιτικό φορέα που να τον καθοδηγήσει, να τον οργανώσει, να αντισταθεί, να του δώσει ελπίδα και πολιτική πρόταση. Αντ’ αυτού βλέπει τον εργατικό αγώνα και τους υποστηρικτές της γραμμής του να σπιλώνουν κομμουνιστές. Να διαστρεβλώνουν απόψεις. Να καλλιεργούν κλίμα χουλιγκανισμού. Να απαντάν με ύβρεις και πετσοκομμένα τσιτάτα. Να κατακρεουργούν δημόσια ακόμη και μέλη του κόμματος επειδή τόλμησαν να κάνουν αυτό που τους επιτάσσει η κομμουνιστική τους συνείδηση: να πούνε θαρρετά τη γνώμη τους.  Ας κρίνει ο καθένας σε ποια πλευρά βρίσκονται οι κομμουνιστές και σε ποια οι καρικατούρες τους.

Υστερόγραφο
Αφορμής δοθείσης με τη σημερινή ανάρτηση, η κε του μπλοκ αλλάζει την τακτική σχολιασμού και στο εξής θα δημοσιεύει μόνο όσα σχόλια έχουν τουλάχιστον κάποιο ψευδώνυμο ως υπογραφή. Τα ανώνυμα κι ανυπόγραφα σχόλια δε θα δημοσιεύονται. Ευχαριστώ για την κατανόηση κι ελπίζω στη γρήγορη προσαρμογή της βάσης του μπλοκ στους νέους κανόνες σχολιασμού.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Ιμπεριαλισμός εξάρτηση και η περίπτωση της Ελλάδας

από τον Άναυδο – Απρίλιος 2013

Η κε του μπλοκ έχει πάθει εξάρτηση με τη συζήτηση περί εξάρτησης και συνεχίζει το αφιέρωμα στο γκραν σουξέ των ημερών, με μια καινούρια θεωρητική δουλειά του Άναυδου που πιάνει συνολικά και περιληπτικά όλες τις παραμέτρους του ζητήματος. Η κε του μπλοκ τον ευχαριστεί για το δημιουργικό του κόπο κι εύχεται στη βάση του μπλοκ καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.

1. Εισαγωγή
Με αφορμή τις θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο άνοιξε πάλι η κουβέντα για το τι είναι ιμπεριαλισμός και για το αν η Ελλάδα είναι χώρα ιμπεριαλιστική ή εξαρτημένη. Μάλιστα οι άσπονδοι φίλοι του Κόμματος έχουν καταδυθεί στα αρχεία της μαρξιστικής και λενινιστικής βιβλιογραφίας προσπαθώντας ν’ αποδείξουν τη
(...) νέα φάση εξάρτησης της Ελλάδας που φέρει πλέον χαρακτηριστικά νεοαποικιοκρατίας (...) και ότι εκτός της βασικής αντίθεσης (...) Στην Ελλάδα κυρίαρχη αντίθεση είναι αυτή ανάμεσα στα εγχώρια και ξένα μονοπώλια και στη συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού (...) (Β.Λιόσης. Ελλάδα: Τελικά ιμπεριαλιστική ή εξαρτημένη). Σα συνέπεια και χωρίς να αναφέρεται ρητά υπονοείται ένα κάποιο ενδιάμεσο στάδιο που προηγείται της ανατροπής του καπιταλισμού στάδιο που θα αποσκοπεί να λύσει την ‘κυρίαρχη’ αυτή αντίθεση αφήνοντας την βασική (κεφάλαιο – εργασία) προς το παρόν απείραχτη. Επίσης διαφαίνεται και μια προσπάθεια να κατηγορηθεί το ΚΚΕ (πέρα από τροτσκισμό που στο κάτω-κάτω είναι απλώς μια πολιτική κατηγορία) περίπου για ξεπούλημα και προδοσία του λαού και της χώρας.

Με το παρόν κείμενο θα δείξουμε ότι αυτή η καρικατούρα μαρξιστικής ανάλυσης δεν ξεκινά από μια ανάλυση της πραγματικότητας ή από τα γραπτά των θεμελιωτών του μαρξισμού-λενινισμού για να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα αλλά αντίθετα προσπαθεί να πασπαλίσει τις ρεφορμιστικές αυταπάτες  με τσιτάτα από το έργο των Μαρξ-Λένιν, σε συνδυασμό με μια ανικανότητα να διαβάσει τη σημερινή πραγματικότητα.


2. Τι είναι ο ιμπεριαλισμός
Σύμφωνα με τον ορισμό του Λένιν (επανάληψη μήτηρ μαθήσεως)  ο ιμπεριαλισμός  περικλείει τα παρακάτω πέντε βασικά γνωρίσματα:
1) Συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου που έχει φτάσει σε τέτια βαθμίδα ανάπτυξης, ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή.
2) Συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση αυτού του «χρηματιστικού κεφαλαίου».
3) Εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτάει η εξαγωγή κεφαλαίου σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων.
4) Συγκροτούνται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο και
5) Έχει τελειώσει το εδαφικό μοίρασμα της γης ανάμεσα στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές δυνάμεις (Λένιν Άπαντα Ιμπεριαλισμός σ. 393)

Και συμπλήρωνε ο ίδιος ότι
(...) Αν θα χρειαζόταν να δοθεί ένας όσο το δυνατό πιο σύντομος ορισμός του ιμπεριαλισμού θα έπρεπε να πούμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού (…) Λένιν Άπαντα Ιμπεριαλισμός σ. 392

Η διατάραξη της ισορροπίας που προκαλεί ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης κάνει τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους αναπόφευκτους. Ο ήδη μοιρασμένος κόσμος οδηγείται σε ξαναμοίρασμα. Η προλεταριακή επανάσταση είναι το αποτέλεσμα του σπασίματος της αλυσίδας του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού στο πιο αδύνατο σημείο του. Οπότε μπορεί να συμβεί η χώρα που άρχισε την επανάσταση, η χώρα που έσπασε το μέτωπο του κεφαλαίου να είναι καπιταλιστικά λιγότερο αναπτυγμένη (Στάλιν. τ. 6 σελ. 110)

Συνοπτικά με το βιβλίο του ‘Ο Ιμπεριαλισμός’  ο Λένιν δεν εξηγούσε απλώς την πραγματικότητα αλλά πάλευε να  αλλάξει τον κόσμο.  Η κατακλείδα της ανάλυσης του Λένιν ήταν ότι αφού ο ιμπεριαλισμός οδηγεί στο ξαναμοίρασμα του ήδη μοιρασμένου κόσμου ταυτόχρονα αδυνατίζει το παγκόσμιο μέτωπο του καπιταλισμού και κάνει εφικτή τη νίκη του σοσιαλισμού σε μία ή περισσότερες χωριστές χώρες. Με άλλα λόγια το έργο του αυτό θα αποτελέσει τη θεωρητικοποίηση της πολιτικής στρατηγικής των μπολσεβίκων

3. Οι βασικές αντιθέσεις του καπιταλισμού
Με βάση τη λενινιστική ανάλυση του τελικού σταδίου του καπιταλισμού ο Στάλιν όριζε σαν τις σπουδαιότερες αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος τις παρακάτω τρεις:
-         Η πρώτη είναι η αντίθεση ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο
-         Η δεύτερη αντίθεση είναι η αντίθεση ανάμεσα στις διάφορες χρηματιστικές ομάδες και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην πάλη τους για πηγές πρώτων υλών , για ξένα εδάφη.
-         Η τρίτη αντίθεση είναι η αντίθεση ανάμεσα στη φούχτα των κυρίαρχων ‘πολιτισμένων’ εθνών και τις εκατοντάδες εκατομμύρια των αποικιακών και εξαρτημένων λαών του κόσμου
Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος  συγκέντρωσε όλες αυτές τις αντιθέσεις σ’ έναν μοναδικό κόμπο και τις έριξε στην πλάστιγγα επιταχύνοντας και διευκολύνοντας έτσι τις επαναστατικές μάχες του προλεταριάτου (Στάλιν. τ. 6 σελ. 82)  

Για το πώς το παγκόσμιο προλεταριάτο μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις αντιθέσεις  αυτές για να πραγματοποιήσει την προλεταριακή επανάσταση η Γ’ διεθνής προσδιόριζε στο  πρόγραμμα της (1928) ότι: (…) η παγκόσμια επανάσταση του προλεταριάτου βγαίνει μέσα από διαφορετικά ως προς το χρόνο και τις μορφές προτσές: από καθαρά προλεταριακές επαναστάσεις, από επαναστάσεις αστικοδημοκρατικού τύπου που μετατρέπονται σε προλεταριακές επαναστάσεις από εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους από αποικιακές επαναστάσεις. Μόνο σε τελευταία ανάλυση το επαναστατικό προτσές οδηγεί στην παγκόσμια διχτατορία του προλεταριάτου (Πρόγραμμα της Γ΄ Διεθνούς σελ. 59)

Μάλιστα με βάση την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαφορετικών χωρών είχε ορίσει σχηματικά τρεις βασικούς τύπους περάσματος στην δικτατορία του προλεταριάτου
-         Στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού (με ισχυρές παραγωγικές δυνάμεις, με συγκεντροποιημένη σε μεγάλο βαθμό παραγωγή όπου η μικρή οικονομία έχει σχετικά μικρή σημασία με αστικοδημοκρατικό καθεστώς … άμεσο πέρασμα στη διχτατορία του προλεταριάτου
-         Χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού (Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Βαλκανικές χώρες) όπου έχουν σημαντικά υπολείμματα μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην αγροτική οικονομία με ορισμένο μίνιμουμ υλικών προϋποθέσεων αναγκαίων για τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση  κι όπου δεν έχει ακόμα αποτελειωθεί ο αστικο-δημοκρατικός μετασχηματισμός. Σε μερικές απ’ αυτές τις χώρες είναι δυνατό ένα λίγο πολύ γρήγορο πέρασμα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική, σε άλλες χώρες είναι δυνατοί τύποι προλεταριακών επαναστάσεων που έχουν όμως να εκπληρώσουν καθήκοντα αστικο δημοκρατικού χαρακτήρα σε μεγάλη έχταση.
-         Αποικιακές και μισοαποικιακές χέρες (Κίνα, Ινδία, και εξαρτημένες χώρες Αργεντινή, Βραζιλία, κλπ). Το πέρασμα προς τη διχτατορία του προλεταριάτου είναι δυνατό εδώ κατά κανόνα μόνο μέσω μιας σειράς προπαρασκευαστικών βαθμίδων, μόνο σαν αποτέλεσμα μιας ολόκληρης περιόδου μετατροπής της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική (Πρόγραμμα της Γ΄ Διεθνούς σελ. 59-61)

Ο Στάλιν γινόταν πιο συγκεκριμένος για τις συμμαχίες που απαιτούσε το κάθε στάδιο:
(…) Το πρώτο στάδιο είναι η επανάσταση του ενωμένου μετώπου, τότε που η επανάσταση κατεύθυνε το χτύπημα της κυρίως ενάντια στον ξένο ιμπεριαλισμό και η εθνική αστική τάξη υποστήριζε το επαναστατικό κίνημα
Στο δεύτερο στάδιο είναι η αστικοδημοκρατική επανάσταση (ενάντια στους εσωτερικούς εχθρούς και πριν απ’ όλα ενάντια στους φεουδάρχες ενάντια στο φεουδαρχικό καθεστώς) τότε που το αγροτικό κίνημα αναπτύχθηκε σε ρωμαλέα επανάσταση δεκάδων εκατομμυρίων αγροτών,
Το τρίτο στάδιο είναι η σοβιετική επανάσταση (…) (Στάλιν τ.10 σελ. 11-12)


4. Η εξάρτηση
Ορισμό της εξάρτησης δεν θα βρει κανείς όσο κι αν ψάξει τα έργα των Μαρξ, Λένιν και Στάλιν. Πιθανά για τον λόγο αυτό ο Βα.Λ. αναγκάστηκε να εφεύρει  τον δικό του ορισμό (…) Αυτές οι σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ των κρατών εκφράζουν με συμπυκνωμένο τρόπο την εξάρτηση. (…)
Δεν θα μπούμε στη διαδικασία (πιθανά σε κάποιο άλλο ποστ) να εξετάσουμε τις θέσεις του ΒαΛ που προσεγγίζουν απελπιστικά τις θέσεις της σχολής της εξάρτησης (A.G Frank, S. Amin, I. Wallerstein), απλώς θα σημειώσουμε ότι για όλους αυτούς και για τον όψιμο μαθητή τους:
-         η εξάρτηση είναι μία λίγο ως πολύ μόνιμη κατάσταση.
-         Η υπανάπτυξη είναι αποτέλεσμα της εξάρτησης και όχι το αντίστροφο (που είναι και το μαρξιστικά ορθό).

Ωστόσο σύμφωνα με τον Μαρξ, τον Λένιν και τον Στάλιν η εξάρτηση και η υπανάπτυξη δεν είναι νόμος του καπιταλισμού. Αυτό που είναι νόμος του καπιταλισμού είναι η ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη.

Έτσι σύμφωνα με τον Μάρξ
(…) Σπρωγμένη από την ανάγκη η αστική τάξη να βρίσκει μια κατανάλωση των προϊόντων της ολοένα πλατύτερη, απλώνεται επάνω σε όλη την υφήλιο. Της χρειάζεται για να χωθεί παντού, να εγκατασταθεί παντού, να κατασκευάσει παντού συγκοινωνίες. Με τον τρόπο που εκμεταλλεύεται η αστική τάξη την παγκόσμια αγορά έδωσε στην παραγωγή και στην κατανάλωση όλων των χωρών ένα χαρακτήρα κοσμοπολίτικο. Στη θέση της παλιάς εθνικής αυτάρκειας και αυτοτέλειας έρχεται μια ολόπλευρη επικοινωνία, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών (…) (Μαρξ Κομμουνιστικό Μανιφέστο).

τον Λένιν
(…) Η εξαγωγή  κεφαλαίου επιδρά στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στις χώρες όπου κατευθύνεται και την επιταχύνει εξαιρετικά. Γι αυτό το λόγο αν η εξαγωγή αυτή είναι ικανή ως ένα ορισμένο βαθμό να φέρει κάποια στασιμότητα στις χώρες που εξάγουν το κεφάλαιο, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τίμημα το άπλωμα και το βάθεμα της παραπέρα ανάπτυξης του καπιταλισμού σ’ όλο τον κόσμο (…) Λένιν Ιμπεριαλισμός  σελ. 368

και τον Στάλιν
(…) η πρωτοφανής ανάπτυξη της τεχνικής και η εντεινόμενη εξίσωση[i] του επιπέδου ανάπτυξης των κεφαλαιοκρατικών χωρών δημιούργησαν τη δυνατότητα και διευκόλυναν το ξεπέρασμα με άλματα μερικών χωρών από τις άλλες, την εκτόπιση πιο ισχυρών χωρών από χώρες λιγότερο ισχυρές μα που αναπτύσσονται γρήγορα.
(…) Στάλιν τ. 9 σελ 122

Ένα συνηθισμένο λάθος είναι η ταύτιση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξη με την υπανάπτυξη. Ο Στάλιν εξηγεί με σαφήνεια  ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο:
(…) απεναντίας η εξίσωση (η ελληνική μετάφραση χρησιμοποιεί τη λέξη ισοπέδωση η αγγλική λέξη είναι leveling,) είναι το φόντο, είναι η βάση πάνω από την οποία είναι δυνατή η ένταση της δράσης της ανισόμετρης ανάπτυξης στην περίοδο του ιμπεριαλισμού …. Ακριβώς επειδή οι χώρες που έμειναν πίσω επιταχύνουν την ανάπτυξη τους και εξισώνονται με τις προχωρημένες χώρες, γι’ αυτό ακριβώς οξύνεται η πάλη για το ξεπέρασμα της μιας χώρας από την άλλη γι αυτό ακριβώς δημιουργείται η δυνατότητα για μερικές χώρες να ξεπεράσουν τις άλλες και να τις εκτοπίσουν από τις αγορές (…)  Στάλιν τ. 9 σελ. 120

Συνεπώς ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης είναι ο τρόπος με τον οποίο υπερβαίνουν τις υπάρχουσες διαφορές τους οι διάφορες καπιταλιστικές χώρες δημιουργώντας νέες διαφορές. Ή με άλλα λόγια ο καπιταλισμός δουλεύει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο στις εξαρτημένες και στις ανεξάρτητες χώρες.

Έναν χαρακτηριστικό επιχείρημα με το οποίο η εξάρτηση ανάγεται στην κυρίαρχη αντίθεση είναι η διπλή εκμετάλλευση.  Το πρόβλημα είναι ότι η διπλή εκμετάλλευση στην οποία αναφέρετε ο ΒαΛ (αλλά και πολλοί άλλοι) δεν υφίσταται επειδή υπάρχει η εξάρτηση αλλά είναι το αποτέλεσμα της δράσης του νόμου της αξίας, σύμφυτο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού κι εντός των ορίων μιας δεδομένης οικονομίας. Συνοπτικά το πιο παραγωγικό κεφάλαιο (με τη μεγαλύτερη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου) αποσπά υπεραξία έμμεσα από το λιγότερο παραγωγικό κεφάλαιο μέσω του μηχανισμού της αγοράς. Συνεπώς βλέπουμε ότι το αντιμονοπωλιακό είναι πιο πλατύ από το αντι-ιμπεριαλιστικό.


5. Μια ιστορική αναδρομή
Το ξεδίπλωμα των παραπάνω αντιθέσεων στην πορεία των τελευταίων εκατό χρόνων απέδειξε την ορθότητα της ανάλυσης και της πρόβλεψης των θεμελιωτών του μαρξισμού-λενινισμού.
Ο Πρώτος Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος κόστισε στον καπιταλισμό την Ρωσία, ο δεύτερος επιπλέον εφτά χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Η νίκη ωστόσο της ΕΣΣΔ έδωσε το έναυσμα για να ξεσπάσουν και να επικρατήσουν μία σειρά νικηφόρων αντι-αποικιακών επαναστάσεων σε ολόκληρο τον κόσμο (Κίνα, Ινδία, Ινδοκίνα, Β. Αφρική, Μέση Ανατολή, Αφρική κλπ). Πολλές από αυτές τις επαναστάσεις, τις ακολούθησαν αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις (Αίγυπτος, Αλγερία, Συρία, Ιράκ, Ιράν) ενώ σε άλλες τα φεουδαρχικά κατάλοιπα υποχρεωθήκαν σε συμβιβασμό με την ντόπια αστική τάξη. Πολλές από τις επαναστάσεις αυτές προχώρησαν και στο στάδιο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (Κούβα, Βιετνάμ, Β. Κορέα, Λάος, Καμπότζη κλπ)

Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης στην εποχή του ιμπεριαλισμού δημιουργεί προλεταριάτο στις πρώην αποικίες και εξαρτημένες χώρες. Οι αστικοδημοκρατικές και εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις  εξαφανίζουν τα φεουδαρχικά κατάλοιπα στις περισσότερες χώρες του πλανήτη ενώ ολοκληρώνουν τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό τους. Νέοι ιμπεριαλιστικοί γίγαντες σχηματίζονται (Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Βραζιλία) και έχει ήδη αρχίσει η διελκυστίνδα για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.


6. Η περίπτωση της Ελλάδας
Η Ελλάδα αποτελεί τυπικό παράδειγμα της δράσης του νόμου της ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης. Για περίπου 20 χρόνια ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ήταν διπλάσιος από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού βασίστηκε σε τρεις κυρίως παράγοντες
-         Στην καπιταλιστική παλινόρθωση στις βαλκανικές κυρίως χώρες που τις μετέτρεψε σε προνομιακό χώρο εξαγωγής του ελληνικού κεφαλαίου
-         Στην απελευθέρωση της ιδιωτικής πίστης αλλά και στην αύξηση του κρατικού δανεισμού που χρηματοδότησε την περαιτέρω αναπαραγωγή του ελληνικού κεφαλαίου
-         Στην αθρόα εισροή μεταναστών αρχικά από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και αργότερα από τις χειμαζόμενες από τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ασίας. Η είσοδος των μεταναστών αύξησε κατακόρυφα τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο.
Το αποτέλεσμα της συγκυρίας αυτής ήταν η πιο γρήγορη αναπαραγωγή του ελληνικού κεφαλαίου καθώς και η αύξηση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησής του. Απαραίτητο συμπλήρωμα της διαδικασίας αυτής ήταν η ενίσχυση της εργατικής αριστοκρατίας στον ιδιωτικό τομέα αλλά και της δημοσιοϋπαλληλικής γραφειοκρατίας. Η διάρθρωση του εργατικού δυναμικού μετατοπίστηκε προς τη μισθωτή εργασία σε βάρος κυρίως της απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας (με βάση την ΕλΣτατ οι μισθωτοί αντιπροσώπευαν το 51,8% του εργατικού δυναμικού το 1991 και το 63,1% το 2012).
Η Ελλάδα  σήμερα πληροί όλα τα κριτήρια που έθεσε ο Λένιν για να θεωρηθεί ότι βρίσκεται πλέον στο ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Πολύ συνοπτικά:
-         Το 2011 οι μεγαλύτερες 200 επιχειρήσεις στην Ελλάδα πραγματοποίησαν τζίρο 99 δις ευρώ ή περίπου το 48% του ΑΕΠ της χώρας (σε ονομαστικές τιμές)
-         Τα ίδια κεφάλαια των παραπάνω εταιριών αντιπροσώπευαν μόλις το 8% του συνολικού ενεργητικού αποκαλύπτοντας την έκθεση τους στο δανεισμό Αλλά η συγχώνευση  τραπεζών κι επιχειρήσεων δεν χρειάζεται εδική επιχειρηματολογία και αρκεί να αναφερθούμε στα παραδείγματα των Βγενόπουλου (ΜIG Vivartia), Βαρδινογιάννη (Πειραιώς) και  Λάτση (Eurobank)
-         Η εξαγωγή κεφαλαίου με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας από 8 δις € το 2001 αυξήθηκε στα 33δις € το 2011 ή 16% του ΑΕΠ !!!
-         Συμμετοχή στην  ΕΕ
-         Συμμετοχή στις επεμβάσεις του ΝΑΤΟ όπου γης (Βοσνία, Κόσσοβο, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη) αναζητώντας και τα ψίχουλα από το τραπέζι των μεγάλων χωρών

Τέλος μια μικρή παρατήρηση. Η επέμβαση της τρόικας και του ΔΝΤ στην βαθιά κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα είναι απόλυτα συμβατή με το μοναδικό δρόμο που έχει το κεφάλαιο για να βγει από την κρίση. Η διέξοδος αυτή συνοψίζεται στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και στην καταστροφή μεγάλου μέρους του κεφαλαίου. Ακόμη κι αν η Ελλάδα δεν συμμετείχε στην ΕΕ η αστική τάξη της χώρας δε θα είχε αλλά δρόμο από αυτόν που ακολουθεί σήμερα. Η απόδειξη βρίσκεται στα παρόμοια μέτρα λιτότητας που παίρνουν κυβερνήσεις σαν της Μεγάλης Βρετανία και των ΗΠΑ που πόρρω απέχουν από το να χαρακτηριστούν εξαρτημένες.

7. Συμπερασματικά
Οι όψιμοι αντι-ιμπεριαλιστές προσπαθώντας να στηρίξουν τη θέση τους απλώς κακοποιούν την πραγματικότητα, τη στατιστική και τη θεωρία. Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η δήθεν εγκατάλειψη από το ΚΚΕ του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα αλλά η μετατροπή του όποιου αντιιμπεριαλιστικού μετώπου σε μέτωπο αναζήτησης άλλου ιμπεριαλιστή.

Η ανάλυση του Ιμπεριαλισμού από τον Λένιν όχι μόνο δεν αποκλείει την ανάδυση νέων ιμπεριαλιστών αλλά αντίθετα προβλέπει την ανάδυση αυτή. Επίσης ο  ιμπεριαλισμός μετασχηματίζει καπιταλιστικά τις ημιαποικίες και αποικίες πραγματοποιώντας την αστικοδημοκρατική επανάσταση και καπιταλιστικοποιώντας τις σχέσεις παραγωγής. Η Ελλάδα που το 1928 οριζόταν από τη Γ’ Διεθνή σαν χώρα με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού μετά από 80 περίπου χρόνια είναι μια χώρα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Σήμερα είναι ελάχιστες οι χώρες εκείνες που δεν έχουν περάσει στο μονοπωλιακό στάδιο, συνεπώς η όποια συμμαχία του προλεταριάτου με την αστική ταξη ενάντια στον ιμπεριαλισμό όχι απλως δεν χρειάζεται αλλά ισοδυναμεί με ταξική προδοσία

Η ολοκλήρωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη φέρνει στην ημερήσια διάταξη την προλεταριακή επανάσταση και τίποτε λιγότερο.


Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Ξανά μανά για την αλληλεξάρτηση

Μιας και η αλληλεξάρτηση παραμένει το καυτό θέμα των ημερών, η κε του μπλοκ τακλάρει σήμερα ένα άκρως ενδιαφέρον κι επίκαιρο κείμενο, που πέτυχε πρόσφατα στο αρχείο του ρίζου. Πριν το παραθέσω όμως, έχει τη σημασία του να διηγηθώ πώς ακριβώς το πέτυχα.

Συζητούσαμε τις προάλλες σε μια παρέα για τον προσυνεδριακό, αν είναι όντως δημοκρατικός κι ουσιαστικός, ή αν οι όροι διεξαγωγής του ήταν περιοριστικοί και απέβαιναν εις βάρος της ουσίας –πχ μικρό σχετικά όριο λέξεων για πολλά και σύνθετα ζητήματα.
{Παρεμπιπτόντως, προχτές στον 902, ο παφίλης σχολίασε ότι ελάχιστοι ασχολήθηκαν στον προσυνεδριακό -και τα μέσα που τον παρακολουθούν- με το κομμάτι του προγράμματος για τα χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Δίκιο έχει. Νομίζω όμως πως αυτό ήταν το αναμενόμενο τίμημα για το μη διαχωρισμό του προγράμματος από τις θέσεις, σε δύο διακριτές θεματικές ενότητες για το διάλογο. Αυτό παρενθετικά, ως απλή, προσωπική εκτίμηση}.

Παρόλα αυτά η επιτροπή χειρίστηκε αρκετά ελαστικά το ζήτημα των ορίων και δεν έκοψε προφανώς όσες επιστολές το υπερέβαιναν ελαφρά –ή και λιγότερο οριακά. Για του λόγου το αληθές, πήραμε την επιστολή της μαυρούλη, που ήταν μεταξύ των «επίμαχων» κι η οποία φαινόταν και με το μάτι ακόμα μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες. Πήραμε λοιπόν το κείμενό της, το περάσαμε σε ένα έγγραφο του word και πατήσαμε καταμέτρηση λέξεων: 1300 κάτι, έλεγε το αποτέλεσμα. Λες όμως να μην πιάνουν οι παραπομπές, που ήταν και μπόλικες; Το μετρήσαμε και μία χωρίς τις παραπομπές και μας βγήκε κοντά στις 1070.
Συνεπώς, αν η επιτροπή διαλόγου ήθελε να πιαστεί από τον τύπο και να κόψει ένα σφόδρα επικριτικό άρθρο, μπορούσε να το κάνει και θα ‘χε όλο το δίκιο με το μέρος της. Το ότι δεν το έκανε απέβη προς όφελος του διαλόγου και αποτελεί σαφή ένδειξη πως για τις 80 περίπου επιστολές που δεν πληρούσαν τα κριτήρια δημοσίευσης, προφανώς υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος. Γιατί κατά τα άλλα η επιτροπή δεν απέκλεισε ούτε τη διαφορετική άποψη, ούτε τη σκληρή κριτική.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το θέμα μας; Αν προσέξει κανείς την επιστολή της μαυρούλη στην ηλεκτρονική έκδοση του ριζοσπάστη, θα παρατηρήσει στο τέλος της σελίδας μια επιλογή που δίνει στον χρήστη η ιστοσελίδα του ρίζου, παρουσιάζοντας άλλα σχετικά κείμενα ή άρθρα, με παρεμφερή θεματολογία. Πέφτει λοιπόν το μάτι μου σε αυτό το σημείο και σε ένα από τα προτεινόμενα σχετικά κείμενα, με τον τίτλο: η αλληλεξάρτηση των οικονομιών και η δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς. Και σκέφτομαι ότι πρέπει να βγήκε τυχαία απ’ το ηλεκτρονικό σύστημα, σαν τραγική ειρωνεία, γιατί η μαυρούλη στην επιστολή της τάσσεται σαφώς κατά της αλληλεξάρτησης κι υποστηρίζει μια αντίθετη ερμηνεία.

Ανοίγω λοιπόν το κείμενο, το διαβάζω κάπως διαγώνια, βλέπω και την υπογραφή στο τέλος και… μου ‘ρχεται τακλάς. Αλλά ας δούμε πρώτα τι λέει το κείμενο, που δεν είναι πολύ μεγάλο εξάλλου.

Το φαινόμενο της αλληλεξάρτησης των οικονομιών, και μαζί με αυτό η διαμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς, παρουσιάζεται ως καινοφανές ή τουλάχιστον ότι η επέκτασή του δημιούργησε μια νέα ποιότητα. Ωστόσο, δε χρειάζεται να φέρεις την ταυτότητα του μαρξιστή, προκειμένου να αποδείξεις ότι δεν είναι έτσι. Ηδη από την εποχή τους κιόλας οι ιδρυτές του μαρξισμού περιέγραψαν με μεγάλη ακρίβεια το φαινόμενο της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Εγραφαν συγκεκριμένα: «Η μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε την παγκόσμια αγορά που την είχε προετοιμάσει η ανακάλυψη της Αμερικής. Η παγκόσμια αγορά έφερε τεράστια ανάπτυξη στο εμπόριο, στη ναυτιλία και τη συγκοινωνία της στεριάς. Σπρωγμένοι από την ανάγκη η αστική τάξη να βρίσκει μια κατανάλωση των προϊόντων της ολοένα πλατύτερη, απλώνεται επάνω σε όλη την υφήλιο. Της χρειάζεται για να χωθεί παντού, να εγκατασταθεί παντού, να κατασκευάσει παντού συγκοινωνίες. Με τον τρόπο που εκμεταλλεύεται η αστική τάξη την παγκόσμια αγορά έδωσε στην παραγωγή και στην κατανάλωση όλων των χωρών ένα χαρακτήρα κοσμοπολίτικο. Στη θέση της παλιάς εθνικής αυτάρκειας και αυτοτέλειας έρχεται μια ολόπλευρη επικοινωνία, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών» 1.
Σαφώς οι παραπάνω διαπιστώσεις εδράζονταν σε στοιχεία. Στοιχεία που μπορεί να βρει κάποιος όχι μόνο στην εποχή των Μαρξ - Ενγκελς, αλλά και στη μέχρι σήμερα διαδρομή του καπιταλισμού. Αξίζει να σταθούμε σε μερικά από αυτά:

Α. Ο Ερικ Χομπσμπάουμ περιγράφοντας την οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού κατά την περίοδο 1848-1875 γράφει: «Ανάμεσα στο 1820 και στο 1850 οι εξαγωγές βαμβακερών (αναφέρεται στην Αγγλία) είχαν αυξηθεί κατά 1.100 εκατομμύρια γιάρδες, αλλά μέσα στη δεκαετία 1850-1860 αυξήθηκαν κατά πολύ περισσότερα από 1.300 εκατομμύρια γιάρδες. Η εξαγωγή σιδήρου από το Βέλγιο υπερδιπλασιάστηκε ανάμεσα στο 1851 και το 1857. Στην Πρωσία στο διάστημα 1825-1850, είχαν ιδρυθεί 67 μετοχικές εταιρίες με συνολικό κεφάλαιο 45 εκατομμύρια τάλιρα, αλλά στο διάστημα 1851-1857 ιδρύθηκαν 115 τέτοιες εταιρίες -χωρίς να συνυπολογίσουμε τις σιδηροδρομικές εταιρίες- με συνολικό κεφάλαιο 114,5 εκατομμύρια τάλιρα... Η απασχόληση αυξήθηκε ραγδαία, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις υπερπόντιες χώρες, όπου άνδρες και γυναίκες μετανάστευαν τώρα σε τεράστιους αριθμούς. Ανάμεσα στο 1800 και στο 1840 ο όγκος των διεθνών συναλλαγών δεν είχε καν διπλασιαστεί. Ανάμεσα στο 1850 και στο 1870 αυξήθηκε κατά 260%. Ο,τι μπορούσε να πουληθεί πουλιόταν. Ως το 1875 η Βρετανία είχε επενδύσει στο Εξωτερικό 1 δισεκατομμύριο λίρες στερλίνες -τα 3/4 αυτού του ποσού μετά το 1850- ενώ οι γαλλικές επενδύσεις σε ξένες χώρες υπερδεκαπλασιάστηκαν ανάμεσα στο 1850 και στο 1880» 2.


Β. Ο Κ. Βεργόπουλος γράφει: «Οι ΗΠΑ επενδύουν στο εξωτερικό, κατά την τρέχουσα δεκαετία του '90, 0,5% του ΑΕΠ τους, ενώ οι χώρες με εμπορικό πλεόνασμα, Ιαπωνία και Γερμανία, επενδύουν 1,6 % και 1,4% αντιστοίχως. Από μια άλλη πλευρά οι συσσωρευμένες επενδύσεις κεφαλαίων, εξωτερικής προελεύσεως, δεν αντιπροσωπεύουν στις ΗΠΑ παρά το 1,6 % του συνολικά επενδυμένου κεφαλαίου στη χώρα αυτή. Και περίπου 0,3% - 0,5% στις Ιαπωνία και Γερμανία.
Οσον αφορά τους χρηματιστικούς τίτλους πάσης φύσεως συσσωρευμένους στο εξωτερικό, αντιπροσωπεύουν σήμερα τα 2/3 του ΑΕΠ των 15 πλουσιότερων χωρών του ΟΟΣΑ. Πάντως, σύμφωνα με επίσημους υπολογισμούς, μόνο 2% των συσσωρευμένων τίτλων αντιπροσωπεύουν άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό. Για λόγους ιστορικούς και συγκριτικούς, ας αναφερθεί ότι στη διάρκεια 1870-1914, η Μεγάλη Βρετανία επένδυε ετησίως 8-10% του ΑΕΠ της και 50% του σχηματισμού κεφαλαίου της στο εξωτερικό, ενώ, παράλληλα, οι συσσωρευμένοι στο εξωτερικό χρηματιστικοί τίτλοι αντιπροσώπευαν το 1914 δύο φορές το ΑΕΠ της χώρας αυτής. Η εξειδικευμένη διερεύνηση του J. Tomlinson διαπιστώνει ότι η διεθνής εμπορική και χρηματιστική αλληλοδιείσδυση -δηλαδή το ύψος των χρηματιστικών και εμπορικών εισροών σε σχέση με το ΑΕΠ- τόσο για τη Μεγάλη Βρετανία όσο και για τις λοιπές δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες ήταν σαφώς ανώτερη στην περίοδο 1905-1914, σε σχέση με τις επιδόσεις της πρόσφατης δεκαετίας του '80» 3.

Γ. Επίσης, στοιχεία που έχουν να κάνουν με τις εξαγωγές εμπορευμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ αποδεικνύουν πως και πάλι δεν έχουμε να κάνουμε με νέα φαινόμενα εντελώς διαφοροποιημένα από αυτά που υπήρχαν. Παράδειγμα: Οι δυτικές αναπτυγμένες χώρες είχαν το 1890 εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ το 11,7%, οι ΗΠΑ το 6,7%, η Δυτική Ευρώπη το 14,9% και η Ιαπωνία το 5,1%. Τα αντίστοιχα νούμερα για το 1992 ήταν 14,3%, 7,5%, 21,7% και 8,8%. Μάλιστα, το ποσοστό αυτό έφτασε στο υψηλότερο σημείο την περίοδο που προηγήθηκε του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου 4.

Τα όσα παραθέσαμε αποδεικνύουν πως η κινητικότητα του κεφαλαίου, άλλοτε μεγαλύτερη άλλοτε μικρότερη, σαφώς και δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο αλλά χαρακτηρίζει έντονα, τουλάχιστον το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.
Επιπλέον, πρέπει να σημειώσουμε πως δεν υπάρχει γενικά αλληλεξάρτηση. Η αλληλεξάρτηση των οικονομιών γίνεται πάντα με τους όρους του ισχυρότερου, κάτι που χαρακτηρίζει άλλωστε όλες τις ταξικές κοινωνίες. Η αλληλεξάρτηση, άλλωστε, συνδέεται και με πολλά παράπλευρα φαινόμενα: της ανισόμετρης ανάπτυξης, της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης, της θέσπισης ή της άρσης προστατευτισμών, των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των καπιταλιστικών ενοποιήσεων.Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης που διατύπωσε ο Λένιν, εξακολουθεί να ισχύει: «Η ανισομετρία και ο αλματικός χαρακτήρας της ανάπτυξης των διαφόρων επιχειρήσεων είναι αναπόφευκτα στις συνθήκες του καπιταλισμού» 5.
Τέλος, οι υποστηρικτές της άποψης πως η έκρηξη της παγκόσμιας αγοράς είναι νέο φαινόμενο πρέπει να απαντήσουν και στο εξής ερώτημα: η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, η μείωση των κερδών διαφόρων μονοπωλίων, (π.χ. τηλεπικοινωνίες), η πτώση των λιανικών πωλήσεων, η βουτιά των χρηματιστηριακών δεικτών (με πιο χαρακτηριστική περίπτωση το NASDAQ), τα αδιέξοδα της ιαπωνική οικονομίας κ.ά. αντιστρέφουν άραγε την εικόνα που περιγράφουν και εν γένει το ιδεολόγημα της «παγκοσμιοποίησης»; (το ερώτημα ρητορικό).
Και τώρα μπορούμε να συζητήσουμε επί νέας βάσης.

Ώστε λοιπόν η αλληλεξάρτηση είναι όρος που είχαν αναλύσει και οι κλασικοί· κι όχι μια αντιμαρξιστική αναίρεση της λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού, που τον χρησιμοποιούσαν κατά κόρον οι δημοσιολόγοι της περεστρόικα. Ώστε λοιπόν ήταν μια νομοτελής τάση που υπήρχε ήδη από την εποχή των κλασικών και την επιβεβαιώνουμε με διάφορα οικονομικά στοιχεία και στις επόμενες περιόδους ανάπτυξης του καπιταλισμού. (Κοίτα να δεις…) Κι η εμβάθυνση αυτής της τάσης –που προϋπήρχε του ιμπεριαλιστικού σταδίου- δε συνιστά πέρασμα σε κάποια καινούρια ποιότητα, παρά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος. (Γηράσκω αεί διδασκόμενος…)

Και πού τα μαθαίνουμε όλα αυτά; Σε ένα άρθρο που αναδημοσιεύεται από το δεύτερο τεύχος της κομεπ του ίδιου έτους (2002) και μπορείτε να το δείτε εδώ, σε πλήρη μορφή. Και το οποίο είναι γραμμένο από τον…
-από το συγγραφέα του κλασικού βιβλίου «ιμπεριαλισμός κι εξάρτηση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις κψμ.
-τον αποστολέα αυτής εδώ της –αρκετά κριτικής- επιστολής στον προσυνεδριακό διάλογο του περίφημου 15ου συνεδρίου. Που είχε καταθέσει κι αυτόν τον προβληματισμό σχετικά με την αλληλεξάρτηση στο διάλογο του 18ου συνεδρίου.
-και τον αρθρογράφο που συνέγραψε το κείμενο «ελλάδα: τελικά ιμπεριαλιστική ή εξαρτημένη;», που δημοσιεύτηκε στον εργατικό αγώνα και στο οποίο τακλάρει (χωρίς επαρκή τεκμηρίωση κατά τη γνώμη μου) όσα υποστήριζε σε προηγούμενα άρθρα του.

Μιλάμε φυσικά… για το βασίλη λιόση!

Κι αφού ξεπεράσουμε το αρχικό «σοκ» και τις πρώτες εντυπώσεις, ας προχωρήσουμε και στην ουσία. Η οποία βρίσκεται στην προτελευταία παράγραφο του κειμένου που παραθέσαμε εδώ: δεν υπάρχει γενικά αλληλεξάρτηση! Η αλληλεξάρτηση των οικονομιών γίνεται πάντα με τους όρους του ισχυρότερου, κάτι που χαρακτηρίζει άλλωστε όλες τις ταξικές κοινωνίες. Η αλληλεξάρτηση, άλλωστε, συνδέεται και με πολλά παράπλευρα φαινόμενα: της ανισόμετρης ανάπτυξης, της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης, της θέσπισης ή της άρσης προστατευτισμών, των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των καπιταλιστικών ενοποιήσεων.
Κάτι παρόμοιο άλλωστε έλεγε και στην επιστολή του στον προσυνεδριακό διάλογο του 18ου: Αν θεωρούμε ότι το «εξάρτηση» είναι προβληματικό, το αλληλεξάρτηση είναι προβληματικότερο. Δεν μπορεί να αποδώσει τη δυναμική των σχέσεων, συγκαλύπτει τη θέση του ισχυρού, του μεσαίου και του αδύνατου. Αν θεωρούμε ότι κρύβει κινδύνους παρανόησης, ας χρησιμοποιήσουμε άλλους όρους όπως ΑΝΙΣΟΤΙΜΗ αλληλεξάρτηση.
Ο λιόσης δηλ σημειώνει αυτό ακριβώς που ξέχασε αργότερα ως συγγραφέας, ξιφουλκώντας σε ένα ολόκληρο βιβλίο εναντίον της «αλληλεξάρτησης γενικά». Χωρίς να αναφέρεται σε κανένα απολύτως σημείο στην έννοια της ανισότιμης αλληλεξάρτησης.
Κι είναι αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να έχει ο καθένας υπ’ όψιν του, ώστε να γίνει μια (ακόμα) πιο γόνιμη και ουσιαστική συζήτηση, αντί για τους γνωστούς μονότονους κι επαναλαμβανόμενους αφορισμούς, που βλέπουμε το τελευταίο διάστημα.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

ΝΑΡ και Εξάρτηση

Η κε του μπλοκ ολοκληρώνει για φέτος τη σειρά «βιβλία για το καλοκαίρι» –που μπορεί κάλλιστα να την ακολουθήσει η σειρά βιβλία για το φθινόπωρο, ή για το δύσκολο χειμώνα που έρχεται- επιστρέφοντας στο υποψήφιο και για βιβλίο της χρονιάς: τη μελέτη του λιόση για τον ιμπεριαλισμό και την εξάρτηση. (Που όπως πολύ εύστοχα επισήμανε ένας σύντροφος αναγνώστης σε προηγούμενη ανάρτηση, δεν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα στο ιστορικό προσκήνιο, και δε συνυπάρχουν απαραίτητα ως ζεύγος. Στην ελλάδα πχ γίνεται λόγος για εξάρτηση από την αρχή της σύστασης του νεοελληνικού κράτους, με τα πρώτα εξωτερικά δάνεια, πολύ πριν συντελεστεί δηλ το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο).

Η κε του μπλοκ επιστρέφει εκ νέου στο θέμα, έχοντας διαβάσει στο ενδιάμεσο το βιβλίο, όχι για να προβεί σε κάποια συνολική αποτίμηση ή σε μια παρουσίασή του (για το τελευταίο μπορεί να ανατρέξει κανείς στο τέλος του ίδιου του βιβλίου, όπου παρατίθενται συνοπτικά σε 18 σημεία οι σημαντικότερες θέσεις του). Αλλά  για να εστιάσει σε ένα ειδικό υποκεφάλαιο που της τράβηξε την προσοχή: την άποψη του ναρ για το θέμα και την πρόσφατη μεταστροφή του, όπως εκτιμάει ο λιόσης, δίνοντάς μας την είδηση(;).

Πώς εξετάζει το θέμα του ο λιόσης; Αρχικά παραθέτει αποσπάσματα από ένα σχέδιο θέσεων του γραφείου της ΣΕ από το 97’ (πριν ακόμα γίνει το 1ο συνέδριο του ρεύματος) όπου, κατά τον ίδιο, μορφοποιείται η θεωρία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού –την οποία χαρακτηρίζει ακατανόητο, θεωρητικό κατασκεύασμα.

Το ντοκουμέντο αυτό εκτιμά για τον ελληνικό καπιταλισμό ότι το μεταπολεμικό του άλμα οδήγησε στην πλήρη εδραίωση του μονοπωλιακού σταδίου και τον σταθεροποίησε στο μεσαίο επίπεδο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα κάποιες ελπίδες για πέρασμά του στην ανώτερη κλίμακά της. Και λίγο πιο κάτω συμπληρώνει: στο τέλος του αιώνα η ελλάδα είναι μια χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού, με ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό πλέγμα, αναπτυσσόμενα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά κι εμφανείς τις φιλοδοξίες του ελληνικού κεφαλαίου να αναβαθμίσει τη θέση του.

Στο ίδιο ντοκουμέντο γίνεται λόγος για άνιση αλληλεξάρτηση της ελλάδας στα πλαίσια της ένταξής της στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό, με μεταφορά ενός τμήματος της υπεραξίας που παράγεται στην χώρα στις πιο ισχυρές δυνάμεις. Παράλληλα όμως σημειώνει ότι δεν χρειάζεται να είσαι ηπα, γερμανία ή έστω ιταλία για να έχεις ως χώρα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά (και ανώτερο στάδιο εκμετάλλευσης της εργατικής πλειοψηφίας). Και καταρρίπτει τη στρεβλή κι αταξική σκοπιά του μύθου της ελλάδας της εξάρτησης και της αποβιομηχάνισης.

Αυτά μεταξύ άλλων ως πιο βασικά και χαρακτηριστικά σημεία. Πώς απαντά σε αυτά ο λιόσης. Διαπιστώνοντας καταρχάς αντιφάσεις. Μιλάει επίσης για λάθη κι αδυναμίες, και για εκτιμήσεις που ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί. Αλλά όλα τα λεφτά είναι αυτό το αντιφάσεις (sic).

Γενικώς όταν κάποιος δε θέλει να πάρει θέση ή επιδιώκει να μετριάσει και να λειάνει τις αιχμές ενός καθαρού συμπεράσματος, υπάρχουν δύο είδη κεντριστικών διαθέσεων για να το επιτύχει. Το ένα είναι όταν ρωτάνε πχ τη γνώμη σου για κάποια εκδήλωση, μια ταινία ή ένα βιβλίο, οπότε πετάς τον χρησμό: «ενδιαφέρον» που μπορεί να σημαίνει τα πάντα και τίποτα, καθώς το ενδιαφέρον δεν προκύπτει πάντοτε σε θετική βάση. Και το άλλο όταν πρόκειται να αξιολογήσεις ένα ζωντανό ή πολιτικό οργανισμό, έναν άνθρωπο ή ένα κόμμα πχ, κι απαντάς ότι τον διακρίνουν αντιφάσεις, για να δείξεις ότι η κρίση σου είναι διαλεκτική και παίρνει υπόψη της σφαιρικά όλα τα δεδομένα, θετικά κι αρνητικά.

Υπάρχει επίσης κι η κεντριστική υπεράσπιση, που μόνο καταχρηστικά θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στα είδη και τις αποχρώσεις του κεντρισμού, η οποία αναγνωρίζει γενικά μεν «λάθη κι αδυναμίες», ακολουθείται όμως από κάτι, από ένα μεγάλο «αλλά», που δε δύναται να αναιρεθεί και να επισκιαστεί από αυτά τα λάθη και αυτές τις αδυναμίες. Κλείνει η παρέκβαση κι επιστρέφουμε στο κυρίως θέμα.

Ο λιόσης λοιπόν λέει σχετικά με τις... αντιφάσεις και την (παλαιά) –sic- λογική του ναρ ότι η ύπαρξη κάποιων μονοπωλίων δεν είναι αρκετή από μόνη της να προσδώσει ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά σε μια χώρα, γιατί τότε ο κόσμος θα ήταν ήδη γεμάτος ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και σε λίγα χρόνια όλες οι χώρες θα ήταν αναμφίβολα ιμπεριαλιστικές. Ότι δε μπορεί να θεωρείται ιμπεριαλιστική δύναμη η ελλάδα, ενώ γίνεται λόγος περί ανισοτιμίας. Κι ότι η εκτίμηση περί εξάρτησης δεν ευνουχίζει το εργατικό κίνημα, όπως υπονοείται στο ντοκουμέντο.

Αξίζει επίσης να αναφέρουμε ότι ο λιόσης αφήνει ασχολίαστη την αναφορά περί άνισης αλληλεξάρτησης, ενώ για το (κεντρικό στην ανάλυση του ναρ) σχήμα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού μένει στον χαρακτηρισμό που είδαμε και στην αρχή: ακατανόητο, θεωρητικό κατασκεύασμα. Μπορεί κάποιος να εντυπωσιαστεί από την πομπώδη αυτή φράση και να σκεφτεί: αυτό ήταν, τώρα τους έβαλε στη θέση τους.

Στην πραγματικότητα όμως έχουμε μια σοβαρή πολιτική έκπτωση στην κριτική προς το ναρ. Για το παλιό, καλό κκε που υποτίθεται ότι πρεσβεύει η λογική του λιόση, το σχήμα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού έχει πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα και δεν είναι καθόλου ακατανόητο. Αντιθέτως, θεωρείται ότι συγγενεύει με τη θεωρία του κάουτσκι για τον υπερ-ιμπιεριαλισμό, κι έρχεται σε αντίθεση με τη λενινιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό. Κρατάμε τη σημείωση και προχωράμε.

Τα καλύτερα έρχονται στη συνέχεια, όπου ο ΒΛ διαπιστώνει στροφή 180 μοιρών στις αντιλήψεις του εν λόγω φορέα, με αφορμή το μνημόνιο. Πώς τεκμηριώνει ο λιόσης την εκτίμηση για αυτήν τη (όχι τυχαία κι οποιαδήποτε, χωρίς πολλή σημασία ενδεχομένως, αλλά εντυπωσιακή, 180 μοιρών) στροφή; Με αρθρογραφία από το πριν. Έξι άρθρα του διευθυντή της εφημερίδας γιώργου δελαστίκ (με εκτενή αποσπάσματα τεσσάρων εξ αυτών) και ένα του λεωνίδα βατικιώτη, με ενεργό συμμετοχή στην κίνηση των αριστερών οικονομολόγων και στα ντοκιμαντέρ του χατζηστεφάνου.

Σε αυτά αναπαράγεται η γνωστή αντιμνημονιακή ορολογία των τελευταίων ετών: κατοχή της εε, γερμανική ευρω-χούντα, δοσίλογη αστική τάξη, εθελόδουλη εθνική υποτέλεια, νέος ραγιαδισμός, ξένη ακρίδα (προτιμάτε τις ελληνικές), κυβέρνηση τσολάκογλου, ανδρεικέλων, κουίσλιγκ, μίσθαρνο όργανο των ξένων, κτλ.
Καταρχάς, πριν από οτιδήποτε άλλο, θα είχε πολύ ενδιαφέρον μια ακριβής τοποθέτηση του συγγραφέα για το αν συμφωνεί πχ με την ανάλυση περί κατοχής της εε, ώστε να βάλουμε την κουβέντα μας σε άλλη βάση.

Κατά δεύτερον πρέπει να πούμε ότι ο δελαστίκ είναι μια εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση, sui generis ναρίτης, με πλούσια πείρα στο διεθνές ρεπορτάζ του ριζοσπάστη από τη δεκαετία με τις βάτες, που του επιτρέπει να έχει το καλύτερο αντι-ιμπεριαλιστικό αισθητήριο από κάθε άλλον εντός του ρεύματος και την πιο καθαρή αντίληψη περί του τι εστί ιμπεριαλισμός -αν και συνήθως το χάνει και λυγίζει το κλαδί από την ανάποδη.

Είναι χαρακτηριστικό λχ ότι ο δελαστίκ είχε τα καλύτερα αντανακλαστικά  στην πρόσφατη ιμπεριαλιστική επέμβαση στη λιβύη κι είπε τα πράγματα με το όνομά τους, τη στιγμή που ο (απεσταλμένος στην χώρα) πι-πι παρουσίαζε τα πράγματα ως αυθεντική, λαϊκή εξέγερση.
Αν και ήμουν αρκετά μικρός για να το ξέρω, εικάζω ότι θα είχε δείξει πιθανότατα τα ίδια υγιή αντανακλαστικά –κόντρα στο ρεύμα του ρεύματος- και κατά την περίοδο της νατοϊκής επέμβασης και των βομβαρδισμών στη γιουγκοσλαβία του σφαγέα μιλόσεβιτς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξέφραζε κάτι ευρύτερο, πόσο μάλλον κάποια στροφή του ναρ, ήδη από το 99’ –δυο μόλις χρόνια μετά τη σύνταξη του ντοκουμέντου, που είδαμε στην αρχή του κειμένου. Στην ουσία ο δελαστίκ πάντα τα ίδια έλεγε.

Γενικώς στο ναρ δεν υπάρχει αυστηρή εφαρμογή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, κάτι που γνωρίζει πολύ καλά ο ΒΛ. Έσι ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει με το αζημίωτο: ο μπιτσάκης να φλερτάρει με τον σύριζα και την ενσωμάτωση, ο πι-πι να μιλάει δημοσίως για παύση πληρωμών, χωρίς να τονίζει τη διαγραφή χρέους, γιατί προκρίνει ως αρχική λύση την επαναδιαπραγμάτευση, κι ο δελαστίκ να λέει τα δικά του, χωρίς να επηρεάζει και να ενοχλεί κανέναν, πλην ίσως του παπαχελά, όταν συνυπήρξαν για λίγο στην καθημερινή.

Ίσως πει κανείς ότι ο δελαστίκ δεν είναι ένα τυχαίο στέλεχος, αλλά διευθυντής του πριν, με βαρύνουσα γνώμη. Αυτό θα ίσχυε αν το πριν ήταν όργανο και η θέση του διευθυντή αντίστοιχη με τη διεύθυνση του ρίζου, όπου αναλαμβάνει την πολιτική καθοδήγηση κι ευθύνη για οτιδήποτε γράφεται στις σελίδες του. Στον αστερισμό της εργατικής δημοκρατίας όμως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Εξάλλου αν ο λιόσης δε σταματούσε το ξεφύλλισμα του πριν στη σελίδα 3 και ξεψείριζε την εφημερίδα με τον ίδιο ζήλο που το κάνει στα προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου με το ριζοσπάστη, θα μπορούσε να σταθεί στη δισέλιδη συνέντευξη του σκιώδους χάγιου, που είναι «ιεραρχικά ανώτερος», στο φύλλο της 13.12.11 (σημαδιακή ημερομηνία). Εκεί ο σκιώδης ναι μεν αναγνωρίζει την υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνές πλέγμα του κεφαλαίου, εξακολουθεί όμως να αναφέρεται καθαρά σε σχέσεις «άνισης αλληλεξάρτησης». Κι αυτή είναι η πιο σαφής κι επίσημη θέση που μπορεί να βρει κανείς για το τι λέει το ναρ σήμερα.

Από την άλλη θα περίμενε κανείς ότι η τεκμηρίωση αυτής της στροφής (180 μοιρών για να μην ξεχνιόμαστε) θα έπρεπε να βασίζεται σε ντοκουμέντα και συλλογικές επεξεργασίες του ρεύματος. Δυστυχώς όμως το μόνο ντοκουμέντο που βρίσκει να παρθέσει ο ΒΛ από τις θέσεις του πανελλαδικού σώματος του ναρ για την κρίση, έρχεται σε πλήρη αντίθεση –όπως αναγνωρίζει ο ίδιος- με τη στροφή του δελαστίκ (που τα άρθρα του δεν αποτελούν την τελευταία κουβέντα του ναρ,  όπως σχολιάζει στο βιβλίο του ο λιόσης).

Σε αυτό το ντοκουμέντο εκτιμάται ότι η ελλάδα παραμένει μια χώρα του αναπτυγμένου καπιταλισμού με ενδιάμεση θέση  και ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ενώ ασκείται κριτική σε όσους χρησιμοποιούν την έννοια της εξάρτησης, αντί της ανισόμετρης ανάπτυξης. Τελικά από τη στροφή των 180 μοιρών, κάναμε αναγκαστική προσγείωση στην πιο μετριοπαθή εκτίμηση περί ποικιλομορφίας απόψεων, νεφελώδη πολιτικό λόγο και δύο βασικές γραμμές –χωρίς καν να μπει στον κόπο να εξετάσει ποια είναι η κυρίαρχη, όπως έσπευδε να κάνει στα προηγούμενα κεφάλαια, που μιλούσε για το κουκουέ. Σα να λέμε δηλαδή: αντιφάσεις...

Εάν παρόλα αυτά υποθέσουμε ότι ο λιόσης δεν κινήθηκε από κάποια βαθύτερη σκοπιμότητα, επικεντρώνοντας στην αρθρογραφία του δελαστίκ κι έχοντας καφάσια στα μάτια για όλα τα υπόλοιπα... αν υποθέσουμε ότι αυτός διέγνωσε σωστά την αλλαγή γραμμής ενάντια στο πνεύμα του πανελλαδικού σώματος και τις συλλογικές επεξεργασίες του ναρ… δε θα είχαμε τότε μια πραξικοπηματική αλλαγή θέσεων, με στοχευμένη αρθρογραφία από τον κομματικό τύπο του ναρ; Μια στροφή που δεν πέρασε από κανένα συλλογικό όργανο, πόσο μάλλον από προγραμματικό συνέδριο, όπως θα έπρεπε βάση καταστατικού; Δεν όφειλε αυτά να τα καταγγείλει ανοιχτά ο λιόσης στον ανυποψίαστο αναγνώστη του, με τα ίδια μέτρα και σταθμά που έκρινε σκληρά και το κουκουέ, για τους ίδιους ακριβώς λόγους; Δε θα όφειλε να εξοργιστεί από αυτές τις μεθοδεύσεις μερίδας της ηγετικής ομάδας του ρεύματος; Λέω εγώ τώρα... Κι αν όχι γιατί;

Εν πάση περιπτώσει αυτό το υποκεφάλαιο είναι πολύ διδακτικό για τις προθέσεις και τις... αντιφάσεις του συγγραφέα. Προσφέρεται για χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με την άμεση εξάρτηση των διαπιστώσεων και των θέσεων του ΒΛ από την ταυτότητα και τον πολιτικό χαρακτήρα του εκδοτικού του (εκδόσεις κψμ, φίλα προσκείμενες στο ρεύμα).

Αν πάλι δε συντρέχουν τέτοιοι λόγοι και η μεροληψία του είναι οικειοθελής, κρύβοντας πιθανότατα κάποια πολιτική σκοπιμότητα, τότε τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Κι ίσως έχει έρθει η ώρα να συγκροτηθεί το μέτωπο κι η συμμαχία που περιγράφει σε αυτό το κείμενο ένα κορυφαίο στέλεχος της αραν, σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα και την κινητικότητα στον χώρο του κουκουέ.

Στην περίοδο που ζούμε, είναι σημαντικό να κρίνουμε τον καθέναν όχι κυρίως με βάση τις θεωρητικές απόψεις του, αλλά με βάση την πολιτική πρακτική του, όσο και αν αυτές πάντα συνδέονται σε τελική ανάλυση με αυτή. (...) H οριζόντια συνταύτιση ενός δυναμικού συμπυκνώνεται στα κρίσιμα ζητήματα ενός σύγχρονου μεταβατικού προγράμματος σε αντιιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική κατεύθυνση (παύση πληρωμών του χρέους, εθνικοποιήσεις τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων, ριζική αναδιανομή προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, έξοδος από ευρώ-ΟΝΕ-ΕΕ κ.ά.) Όσο η κρίση βαθαίνει, εκτιμούμε ότι οι συγκλίσεις κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που μέχρι πρότινος βρίσκονταν σε απόσταση θα ενταθούν.

Όσο για το ναρ και τη θέση του, η κε του μπλοκ εκτιμά πως δεν έχει αλλάξει στα βασικά της σημεία και στην ουσία της, προς πιο εξαρτησιογόνες θεωρίες. Αν κι αυτό θα διαφανεί καλύτερα κι οριστικά όταν κι εφόσον πραγματοποιηθεί τελικά το 3ο συνέδριό του, που συζητιέται να γίνει από το 11’, αλλά δεν το κόβω να γίνεται πριν από την αλλαγή του χρόνου. Μ’ άλλα λόγια καλό 13.

Και του χρόνου σπίτια μας.