Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόγραμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόγραμμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Η πορεία του ΚΚΕ μετά το 1988

Σήμερα η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει ένα ακόμα απόσπασμα από το κείμενο του πγ της κετουκε στο τρέχον τεύχος της κομεπ, για την «πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του κκε». Πρόκειται για το τελευταίο μέρος του κειμένου και περιλαμβάνει τις εκτιμήσεις του πγ για τη στρατηγική του κόμματος από το 88’ ως και τις μέρες μας, με την προγραμματική επεξεργασία του 19ου συνεδρίου. Ο τίτλος του κειμένου είναι δικός μου, όπως άλλωστε και ο χρονικός διαχωρισμός. Επέλεξα να τα αναδημοσιεύσω γιατί θεωρώ ότι αφορούν μία πολύ σημαντική περίοδο με κρίσεις και συμπεράσματα για την πορεία του κόμματος, που διατυπώνονται για πρώτη φορά –σε τέτοια έκταση και με τόση σαφήνεια τουλάχιστον- κι αξίζει συνεπώς να σημειωθούν και να αναδειχθούν.

Παραλείπω συνειδητά το ενδιάμεσο κομμάτι, που είναι ίσως και το πιο ουσιαστικό μέρος, για τα ιδεολογικά-θεωρητικά προβλήματα στην προγραμματική αντίληψη του κόμματος μεταξύ των δύο κρίσεων του 68’ και του 91’. Η αναδημοσίευση αυτή (που είναι κι η τελευταία) δεν έχει το νόημα να αποτρέψει τον αναγνώστη να αγοράσει της κομεπ, αλλά αντιθέτως να του εγείρει το ενδιαφέρον για να την πάρει και να διαβάσει προσεκτικά ολόκληρο το κείμενο. Καλή ανάγνωση.

-.-.-

Η απόφαση της Ολομέλειας της Κε του Δεκέμβρη του 1988 επικύρωσε το πόρισμα της ομάδας εργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ, το εκτίμησε ως μια πρώτη προσέγγιση ανάμεσα στα δύο κόμματα σε βασικά θέματα, με συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Εκτιμούσε ότι μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας προγραμματικής διακήρυξης των δυνάμεων της Αριστεράς και της προόδου, που θα έβαζε τις βάσεις ενός συνασπισμού μακράς πνοής, αποτελούσε επίσης κείμενο προετοιμασίας του εκλογικού προγράμματος, με τη συμβολή των απόψεων και των ιδεών όλων των δυνάμεων που θα έπαιρναν μέρος σ’ αυτόν (σελίδα 147 των ντοκουμέντων «Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ»).

Σημειωνόταν επίσης ότι το κοινό πόρισμα της ομάδας εργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ διέρρευσε από την επιτροπή που το επεξεργαζόταν πριν να έλθει στο ΠΓ και στη συνέχεια στην ΚΕ για συζήτηση κι απόφαση. Αποτελεί κι αυτό ένα δείγμα, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, για το πώς οι οπορτουνιστές μέσα κι έξω από το Κόμμα προσπαθούσαν να το φέρουν προ τετελεσμένων γεγονότων. Δεν είναι βέβαια ζήτημα του παρόντος κειμένου η συζήτηση για τα γενικά και ειδικά προβλήματα που συνδέθηκαν και με τη διαδικασία συγκρότησης του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου».

Κάτω από το παραπάνω πρίσμα, στις εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-1991 το Κόμμα δεν κατέβηκε αυτοτελώς στις εκλογές, αλλά ως «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου»· πήρε μάλιστα στην πλάτη του την ευθύνη να πριμοδοτήσει και βουλευτές που ανήκαν στις άλλες δυνάμεις του φορέα, πριν απ’ όλα της οπορτουνιστικής ΕΑΡ ή πρώην «ΚΚΕ εσωτερικού». Στο ίδιο πλαίσιο έγινε ενιαία κοινοβουλευτική ομάδα, αναστάλθηκε μέρος της δραστηριότητας της ΚΝΕ, όπως το Φεστιβάλ, που διοργανώθηκε ως του «Συνασπισμού».

Το 1989 το ΚΚΕ, με απόφαση της ΚΕ και του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ, προχώρησε στη συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας μεταβατικής-υπηρεσιακής και όχι κανονικής προγραμματικής, αρχικά με τη ΝΔ και στη συνέχεια και με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ. Οι λόγοι σχηματισμού ης πρώτης κυβέρνησης, με τη ΝΔ είναι γνωστοί, να κερδηθεί ο απαιτούμενος χρόνος μέχρι τις επόμενες εκλογές ώστε να μην παραγραφεί το σκάνδαλο Κοσκωτά, το οποίο από σκοπιμότητα, πριν απ’ όλα από την πλευρά της ΝΔ, μετατράπηκε σε μείζον πολιτικό πρόβλημα ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή της στη διακυβέρνηση ύστερα από 8 χρόνια ΠΑΣΟΚικής θητείας. Η δεύτερη κυβέρνηση με τη συμμετοχή και του ΠΑΣΟΚ έγινε με στόχο να αποκλειστούν οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις σε μια περίοδο που το πρώτο κόμμα δεν είχε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να διαμορφώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Δεν είναι της πρόθεσης του κειμένου να προχωρήσει σε μια πιο λεπτομερειακή ανάλυση της περιόδου εκείνης, που σίγουρα η επιλογή της συγκυβέρνησης όξυνε την κρίση που υπέβοσκε στο Κόμμα και η οποία με ευθύνη των δεξιών κι «αριστερών» οπορτουνιστών είχε μεταφερθεί μελετημένα και μέσα στην ΚΝΕ. Και οι δύο ομαδοποιήσεις, που δρούσαν καθαρά ως φράξιες, αλληλεπικαλύπτονταν και αλληλοσυνεργάζονταν, δεν ασκούσε κριτική η μία στην άλλη, ενώ εμφανίζονταν με εκ διαμέτρου διαφορετικές απόψεις. Στην πραγματικότητα συνέβαινε το αντίθετο. Είχαν πλήρη σύμπνοια μεταξύ τους όσον αφορά την πολεμική κατά της πλειοψηφίας της ΚΕ με στόχο την αλλοίωση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος, την ανοιχτή απομάκρυνσή του από το μαρξισμό-λενινισμό.

Δε θα σταθούμε επίσης στη στάση των περίφημων συμμάχων των οπορτουνιστών στο πλαίσιο του τότε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ που, μόλις ξέσπασε ανοιχτά η κρίση στο Κόμμα, έπαιρναν αποστάσεις –οι περισσότεροι- στο σχηματισμό των δύο κυβερνήσεων για να στριμώξουν το Κόμμα στη γωνία και ν’ ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας με το ΠΑΣΟΚ.

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

1. Η συμμετοχή και στήριξη των δύο κυβερνήσεων του 1989-1990 από τυπική πλευρά δεν αποτελεί παραβίαση του Προγράμματος του Κόμματος, δεδομένου ότι στη γενικότητά της ήταν ενταγμένη στη λογική της συνεργασίας και με αστικές πολιτικές δυνάμεις. Εκφραζόταν ακόμα και η αντίληψη ότι, όταν το αστικό πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται εξασφαλίσει σταθερή αστική κυβέρνηση κι επομένως εμφανίζεται ένα είδος αστάθειας, που έχουν διαπαιδαγωγήσει το λαό να τη φοβάται αντί να την αξιοποιεί, τότε δεν είναι θέμα αρχής το Κόμμα να μετέχει ή να στηρίζει κυβέρνηση για τη σταθεροποίηση, που θα εξασφάλιζε βελτίωση της θέσης του.

Για πολλά χρόνια μετά από το 1974, κεντρικό πολιτικό αίτημα αποτέλεσε η διεκδίκηση της απλής αναλογικής όχι μόνο ως εκλογικό σύστημα που εξισώνει για όλα τα κόμματα τις προϋποθέσεις για την εκλογή βουλευτή, αλλά και ως σύστημα που μπορούσε να στερήσει από την αστική τάξη τη δυνατότητα μονοκομματικής κυβέρνησης, ως κλειδί για πολιτική συνεργασία, για την ανάδειξη του ΚΚΕ σε ρυθμιστή στο σχηματισμό κυβέρνησης.

2. Η συμμετοχή του Κόμματος σε τέτοιες κυβερνήσεις φούντωσε μέσα στο Κόμμα τον οπορτουνισμό, που σήκωσε ανοιχτά κεφάλι μ’ επικεφαλής μέλη της ΚΕ και τον τότε ΓΓ Γρηγόρη Φαράκο.

3. Ως επακόλουθο των αναλύσεών μας για το τι πραγματικά σήμαινε κρίση του πολιτικού συστήματος (που βεβαίως δεν ταυτίζεται με αδυναμία για ένα διάστημα να εξασφαλίσει σταθερή κυβέρνηση) ήταν η εκτίμηση ότι το σκάνδαλο Κοσκωτά και η διάψευση ελπίδων από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ μπορούσε να οδηγήσει στη μεγάλη αποδυνάμωσή του κι έτσι ν’ απελευθερωθούν οι εργατικές λαϊκές δυνάμεις που ήταν εγκλωβισμένες, να δυναμώσει ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ πολιτικά και κοινοβουλευτικά ή να σχηματιστεί μια νέα αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή σοσιαλδημοκρατία που θα ευνοούσε τη συνεργασία και νέο κυβερνητικό συνασπισμό στο πλαίσιο του αστικού κράτους, στο έδαφος του καπιταλισμού. Να έσπαγε δηλαδή η συσκευασία που έκλεινε μέσα το «καλό» και το «κακό» ΠΑΣΟΚ. Η άποψη για την «καλή» και «κακή» σοσιαλδημοκρατία κυριαρχούσε σε όλον τον 20ό αιώνα, σε πείσμα των πραγματικών εξελίξεων και των χιλιάδων αποδείξεων από την εποχή ακόμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και κυρίως από το διάστημα του Μεσοπολέμου.

4. Η αποδυνάμωση του αστικού πολιτικού συστήματος μπορεί να συντελείται σταδιακά ή και με γρήγορους ρυθμού ανάλογα με την όξυνση των εσωτερικών αντιφάσεών του και την αντανάκλασή της στο εσωτερικό πολιτικό επίπεδο και σ’ επίπεδο διακρατικών συμμαχιών. Βέβαια πρόκειται για διαδικασία που επιδρά στις διαθέσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, στην πρόοδο της πολιτικής συνειδητοποίησης, τον απεγκλωβισμό σε κάποια έκταση και βάθος από τη στρατηγική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και όχι γενικά γιατί υπάρχει δυσαρέσκεια εξαιτίας οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων σε θέματα ηθικής, δημοκρατίας, διαχείρισης απέναντι στα αστικά κόμματα.

Οι εξελίξεις κατά το 2012, συμπεριλαμβανομένων και των εκλογών, προσφέρουν ισχυρή απόδειξη για το γεγονός ότι η κρίση για μεγάλα αστικά κυβερνητικά κόμματα δεν ταυτίζεται με την πραγματική αστική πολιτική κρίση. Ουσιαστική αποδυνάμωση του αστικού πολιτικού συστήματος δεν υπήρξε, όπως προέκυψε και από τις εκλογές του Ιούνη, όπου η παλιά διαχωριστική γραμμή «Δεξιά-αντιΔεξιά» πήρε τη μορφή «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο».

Τα επίσημα κόμματα της αστικής τάξης καταποντίστηκαν –ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ- κι όμως το αστικό πολιτικό σύστημα, όσο κι αν δεν μπορεί να διαχειρίζεται τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την ίδια ευκολία, όσο κι αν δεν μπορεί να υπηρετείται από μονοκομματικές κυβερνήσεις, έχει σημαντικές εφεδρείες, ανάμεσα στις οποίες δεσπόζουσα θέση κατέχει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ
ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΠΟ ΤΟ 1991

Το 14ο Συνέδριο αποτελεί τομή με την έννοια ότι προετοίμασε ιδεολογικά και πολιτικά την πορεία επαναστατικής ανασυγκρότησης του ΚΚΕ, κυρίως προετοίμασε τα επόμενα χρόνια το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου. Το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, ως αποτέλεσμα της ωρίμανσης του Κόμματος, αλλά και συστηματικής μελέτης των εξελίξεων, στη βάση των επεξεργασιών εκτίμησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, της μελέτης της ιστορίας του Κόμματος, δηλαδή της στρατηγικής του την περίοδο 1949-1968, αντικαταστάθηκε με νέο Πρόγραμμα στο 19ο Συνέδριο.

Στο 15ο Συνέδριο το 1996 έμεινε ως παλιό, ανεδαφικό, αποπροσανατολιστικό αποτύπωμα στο νέο τότε Πρόγραμμα του Κόμματος μια φράση που συνιστούσε εκτίμηση πιθανότητας ανάδειξης, μέσω κοινοβουλίου, κυβέρνησης αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών κοινωνικών δυνάμεων που, κάτω από προϋποθέσεις και στο βαθμό που έπαιρνε ριζικά μέτρα, μπορεί ν’ άνοιγε την επαναστατική διαδικασία. Στο Πρόγραμμα δεν ήταν σαφής (ως συνέπεια του επιπέδου της ωριμότητας, άρα και της ικανότητας ν’ απαλλαγούμε από λαθεμένες κληρονομημένες αντιλήψεις) η σχέση του Κόμματος με το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο, η στάση του Κόμματος απέναντι στο ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης που θα εξέφραζε συμφέροντα αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων. Δεν υπήρχε ρητή αναφορά ότι το ΚΚΕ δεν έχει θέση σε καμία κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, ζήτημα που ξεκαθάρισε το 19ο Συνέδριο και ως αποτέλεσμα μελέτης της πείρας του 20ού αιώνα, τόσο του Κόμματος όσο και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Με το τότε επίσης επίπεδο ωρίμανσης του Κόμματος, αλλά και τις περιορισμένες από τα ίδια τα πράγματα τότε δυνατότητες επεξεργασιών, οι προγραμματικές κατευθύνσεις αποτελούσαν περισσότερο μέτωπα πάλης και λιγότερο συνεκτικό και συμπυκνωμένο πρόγραμμα.

Το 15ο Συνέδριο ξεκαθάριζε ότι η συμμαχία δε συμπεριλαμβάνει όλα τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, ούτε βεβαίως τμήματα της αστικής τάξης. Οι ελλείψεις στο Πρόγραμμα του Κόμματος, ορισμένες αμφισημίες δεν μπορεί να υποσκελίσουν τη μεγάλη σημασία του Προγράμματος του 15ου, που έλυσε το πιο βασικό ζήτημα, την κατάργηση των σταδίων, το σαφή προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης ως σοσιαλιστικού, ζήτημα που δεν εξαρτάται από το συσχετισμό δυνάμεων, αλλά το χαρακτήρα της εποχής.

Έχει ενδιαφέρον για το ζήτημα που διαπραγματεύεται το άρθρο αυτό ένα σημείο των Θέσεων της ΚΕ για το 14ο Συνέδριο, στη Θέση 38, στο οποίο δινόταν μια πλευρά στο ερώτημα: Αν η ένταση της κρίσης θα ήταν μικρότερη σε σύγκριση με την έκταση και το βάθος που πήρε. Συγκεκριμένα αναφερόταν:

«Η ένταση και έκταση της κρίσης στο Κόμμα θα ήταν πολύ μικρότερη αν η προηγούμενη ΚΕ εξασφάλιζε τη σωστή προετοιμασία του 13ου Συνεδρίου και διαμόρφωνε όρους συζήτησης των διαφορετικών απόψεων, στην ουσία διαφορών, με βάση τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας του Κόμματος […] Η προσπάθεια που έκανε η πλειοψηφία της ΚΕ να συντεθούν οι διαφορετικές απόψεις ξεκινούσε από τη θέληση να αποτραπεί η ρήξη και διάσπαση. Η όλη μετασυνεδριακή πορεία απόδειξε ότι η σύνθεση μπορεί να γίνει μόνο στο βαθμό που υπάρχει κοινή ιδεολογική αφετηρία, ενιαία ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική δομή. Οι διαφορές όμως ήταν βαθύτατες και σε τελευταία ανάλυση αφορούσαν την αναγκαιότητα ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος και κομμουνιστικού κινήματος στην εποχή μας. Γι’ αυτό και η κρίση δεν μπόρεσε να αποφευχθεί».

Εξάγεται λοιπόν ένα πολύτιμο, στην ουσία αυτονόητο συμπέρασμα. Σε περιόδους που για διάφορους λόγους ο οπορτουνισμός απειλεί το Κόμμα από τα μέσα ή δυσκολεύει ακόμα την αποτελεσματικότητά του, διαβρώνει την ιδεολογικοπολιτική του ενότητα, η ΚΕ έχει την ευθύνη να θέσει μπροστά στα μέλη του Κόμματος τις διαφορές και τα μέλη του Κόμματος μετά λόγου γνώσης κι ευθύνης να δώσουν λύση από τα κάτω προς τα πάνω. Σύνθεση διαφορών σε ιδεολογικό και προγραμματικό επίπεδο δεν μπορεί να γίνει, και, αν γίνει, τότε το Κόμμα μετατρέπεται σε οπορτουνιστικό και μόνο, γιατί εκφράζει συμβιβασμό ανάμεσα σε αντιδιαμετρικές απόψεις. Η λεγόμενη «ενότητα μέσ’ από τη διαφορετικότητα», η σύνθεση διαφορετικών απόψεων σε θέματα ιδεολογίας και προγράμματος, στο όνομα να μη γίνει διάσπαση, λειτουργεί ως ο πιο ασφαλής δρόμος για τη μετάλλαξη του Κόμματος ή για την αυτοπεριθωριοποίησή του, ακόμα και την αυτοδιάλυση που την γνωρίσαμε ως εξέλιξη σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα μετά από το 1991.

Το ΚΚΕ μετά από το 19ο Συνέδριο είναι πιο δυνατό γιατί διαθέτει επεξεργασμένη επαναστατική στρατηγική που είναι προϊόν και της καθοδηγητικής μας κοσμοθεωρίας, του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά και της συστηματικές μελέτης των εξελίξεων που συμβάλλουν στην ανάπτυξή της. Είναι πιο δυνατό γιατί είναι στην πρώτη γραμμή της συσπείρωσης και πάλης στα καθημερινά οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων, γιατί με ουσιαστικό τρόπο παλεύει  τη στρατηγική με τακτική ευέλικτη, αλλά και με συνείδηση ότι τα όρια της ευελιξίας της προσδιορίζονται από τη στρατηγική.

Ό,τι κατάφερε το Κόμμα από το 1991, χρονιά της κρίσης και ολοκλήρωσης της νίκης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ, οφείλεται στο γεγονός ότι πάντα ήταν στενά δεμένο με την πάλη της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ότι πάλεψε σθεναρά άλλοτε μ’ επιτυχία, άλλοτε με λάθη και αντιφάσεις τον οπορτουνισμό, ότι δε μετατράπηκε σε οπορτουνιστικό κόμμα, ότι είχε και έχει το σθένος να μελετάει κριτικά κι αυτοκριτικά την πορεία του, ν’ αναγνωρίζει λάθη και αδυναμίες δημόσια. Από την άποψη αυτή αξίζει να επαναλάβουμε την τελευταία φράση στην εισαγωγή του Β’ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του Κόμματος: «Ασπίδα του Κόμματος είναι η ίδια η εργατική τάξη, οι πρωτοπόροι νέοι και νέες εργατικής και λαϊκής καταγωγής, οι συνειδητοί επιστήμονες και επιστημόνισσες, γιατί επιστήμη είναι αλήθεια, γιατί αλήθεια για την κοινωνική πρόοδο σημαίνει σοσιαλιστική κομμουνιστική προοπτική».

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Θεωρητικά ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ

Η κε του μπλοκ καταπιάνεται σήμερα με την παρουσίαση μιας καινούριας έκδοσης της σύγχρονης εποχής: της μπροσούρας της ιδεολογικής επιτροπής της κετουκε «θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του κκε». Στην έκδοση αυτή αξιοποιούνται άρθρα και κείμενα διαλέξεων της ιε για θεωρητικά θέματα στρατηγικής του κομμουνιστικού κόμματος που δημοσιεύτηκαν στην κομεπ και υλικό που αξιοποιείται στα πλαίσια της εσωκομματικής επιμόρφωσης, όπως διαβάζουμε στο προλογικό σημείωμα. Στο σύνολό της όμως αποτελεί πρωτότυπη εργασία και όχι απλή αντιγραφή προγενέστερων κειμένων.

Η μπροσούρα αυτή (ή μάλλον κάποια άλλη με αντίστοιχη περιεχόμενο) θα μπορούσε κατά τη γνώμη μου να έχει κυκλοφορήσει και προσυνεδριακά, ως προπαρασκευαστικό υλικό για τη βαθύτερη κατανόηση και επεξεργασία των θέσεων και του σχεδίου προγράμματος. Σε κάθε περίπτωση θίγει πολύ ενδιαφέροντα ζητήματα, που δίνουν τροφή για σκέψη και περαιτέρω προβληματισμό, ανεξάρτητα από το βαθμό συμφωνίας ή τις επιμέρους ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς.

Στη συνέχεια της ανάρτησης μπορείτε να διαβάσετε την εισαγωγή της μπροσούρας, καθώς και τους τίτλους των πέντε κεφαλαίων που την απαρτίζουν.

Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην τάξη των καπιταλιστών για να είναι ολοκληρωμένη, δηλ πάλη τάξης ενάντια σε τάξη, πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι πάλη επαναστατική. Δηλ να στρέφεται όχι μόνο ενάντια στους χωριστούς κεφαλαιοκράτες, αλλά ενάντια στο σύνολο της τάξης των κεφαλαιοκρατών και της εξουσίας τους. Το κκ με τη δράση του οργανώνει τους εργάτες και μετατρέπει την πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές τους σε «πάλη ολόκληρης της τάξης, σε πάλη ενός καθορισμένου κόμματος για καθορισμένα πολιτικά και σοσιαλιστικά ιδανικά». (Λένιν άπαντα, τ. 4 σ. 192)

Ο λένιν υποστήριζε: «…μόνο το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, δηλ το κομμουνιστικό κόμμα είναι σε θέση να συνενώσει, να διαπαιδαγωγήσει και να οργανώσει την πρωτοπορία του προλεταριάτου και όλης της εργαζόμενης μάζας, πρωτοπορία που είναι η μόνη ικανή να αντιταχθεί στις αναπόφευκτες μικροαστικές ταλαντεύσεις αυτής της μάζας, στις αναπόφευκτες παραδόσεις και υποτροπές της επαγγελματικής στενότητας ή των επαγγελματικών προλήψεων μέσα στο προλεταριάτο και να καθοδηγήσει τη δράση όλου του προλεταριάτου στο σύνολό της, δηλ να το καθοδηγεί πολιτικά και μέσω του προλεταριάτου να καθοδηγεί όλες τις εργαζόμενες μάζες». (λένιν, άπαντα, τ. 43, σ. 94)

Στην ιστορία του επαναστατικού εργατικού κινήματος η κομμουνιστική ταυτότητα–χαρακτηρισμός και ένταξη στην κομμουνιστική διεθνή προέκυψε σε σύγκρουση με την οπορτουνιστική σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα, η οποία έδρασε προδοτικά προς τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στις συνθήκες του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού πολέμου (α’ παγκόσμιος πόλεμος) 1914-18, στις επαναστατικές συνθήκες που ακολούθησαν σε χώρες όπως η γερμανία, η ουγγαρία, η σλοβακία, η ιταλία, κ.ά. Ήταν προϊόν της νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης στη ρωσία (1917) και της γενικότερης επίδρασης που άσκησε στο επαναστατικό εργατικό κίνημα. Ο χαρακτηρισμός των εργατικών κομμάτων ως κομμουνιστικά έχει τις ρίζες του στην «ένωση των κομμουνιστών» και το μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος των μαρξ-ένγκελς. Αργότερα στις τελευταίες δεκατίες του 19ου αιώνα και αρχές του 20ού  είχε επικρατήσει για τα εργατικά κόμματα σοσιαλδημοκρατικά ή σοσιαλιστικά, χαρακτηρισμός που σε μεγάλο βαθμό εξέφραζε και την κατάσταση που επικρατούσε σε αυτά τα κόμματα. Τον απρίλη του 1917 ο λένιν εισηγείται την ανάγκη αλλαγής των ονομάτων των εργατικών κομμάτων και την υιοθέτηση του όρου κομμουνιστικά καθώς και την ίδρυση νέας διεθνούς. Σε αυτή την κατεύθυνση το 1919 ιδρύεται η τρίτη κομμουνιστική διεθνής (γ’ διεθνής).

Με την πάροδο των χρόνων, υπό την επίδραση νέων αλλαγών στο συσχετισμό της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο (υποχώρηση της επαναστατικής ανόδου στο β’ μισό της δεκαετίας του 1920, β’ παγκόσμιος πόλεμος και ναζιστική επίθεση στην εσσδ το 1941, «ψυχρός πόλεμος» και πυρηνική απειλή, αλλά και λόγω της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης) διαμορφώθηκαν νέα οπορτουνιστικά ρεύματα, όπως του ευρωκομμουνισμού. Οπορτουνιστικά ρεύματα αναπτύχθηκαν και μέσα στα κκ των σοσιαλιστικών κρατών με ορόσημο το εικοστό συνέδριο του κκσε (1956). Η μετεξέλιξη των κκ εξουσίας σε προδοτικά κόμματα της αντεπανάστασης οδήγησε σε καταλυτική, βαθιά ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Σήμερα στο κομμουνιστικό κόμμα, για να είναι η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, δεν αρκεί μόνο η κατοχύρωση της κομμουνιστικής του ταυτότητας (τίτλος), η γενική αποδοχή της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού, η αναγνώριση του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης. Όλα αυτά είναι προϋποθέσεις. Για να είναι πρωτοπορία πρέπει να διαθέτει ένα επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα, να αποκτά την ικανότητα δράσης με βάση αυτό σε όλες τις συνθήκες, σε συνθήκες υποχώρησης και σε συνθήκες ανόδου του κινήματος. Να αναπτύσσει και να ανανεώνει την ικανότητά του για να αντιμετωπίζει τις αντικειμενικές πιέσεις που διαμορφώνονται μέσα σε συνθήκες αρνητικού συσχετισμού της ταξικής πάλης.

Κριτήριο λοιπόν για τον χαρακτήρα ενός κομμουνιστικού κόμματος είναι το πρόγραμμά του και η πολιτική του πρακτική: «Για να μπούμε στο νόημα της πάλης των κομμάτων δεν πρέπει να πιστεύουμε τα λόγια, μα να μελετούμε την πραγματική ιστορία των κομμάτων, να εξετάζουμε όχι τόσο εκείνο που τα κόμματα λένε για τον εαυτό τους αλλά εκείνο που κάνουν, να εξετάζουμε κατά πόσο ενεργούν κατά τη λύση των διαφόρων πολιτικών ζητημάτων, ποια στάση κρατούν απέναντι στα ζητήματα που θίγουν τα ζωτικά συμφέροντα των διάφορων τάξεων της κοινωνίας…» (λένιν, άπαντα, τ. 21, σ. 287)

Ποιο είναι το βασικό ζήτημα που κρίνει τον χαρακτήρα του προγράμματος ενός κόμματος, που είναι προϋπόθεση για το επαναστατικό περιεχόμενό του;
Το σπουδαιότερο ζήτημα που καθορίζει το επαναστατικό περιεχόμενο του προγράμματος του κομμουνιστικού κόμματος είναι ο προσδιορισμός του χαρακτήρα της επανάστασης, δηλ η απάντηση στο ερώτημα: «ποια αντίθεση θα λύσει η επερχόμενη κοινωνική επανάσταση, ποια τάξη θα πάρει την εξουσία;»
Με βάση αυτή τη θέση διαμορφώνεται η γραμμή για τη συγκέντρωση των κοινωνικών δυνάμεων (κινητήριες δυνάμεις) που έχουν αντικειμενικό συμφέρον από την επανάσταση.

Βεβαίως το πρόγραμμα δεν αρχίζει και τελειώνει με το ποια τάξη πρέπει να κατακτήσει την εξουσία. Ένα επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να τεκμηριώνει την τοποθέτησή του σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα με βάση το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης κάθε χώρας στο πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων στο καπιταλιστικό σύστημα. Να απαντά συγκεκριμένα στη βάση της κοινωνικής-οικονομικής πραγματικότητας σε σχέση με την εργατική τάξη της χώρας σε ποιους κλάδους συγκεντρώνεται, τι χαρακτηριστικά έχει, ποια η εσωτερική διαστρωμάτωση-διαφοροποίηση, ποια είναι τα πιο δυναμικά τμήματά της, ποια είναι η κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων (αυτών των κοινωνικών δυνάμεων που βρίσκονται ανάμεσα στην εργατική τάξη και την τάξη των καπιταλιστών), με ποια κριτήρια διαφοροποιούνται στο εσωτερικό τους τα μεσαία στρώματα και επομένως ποια τμήματά τους μπορούν να αποτελέσουν συμμάχους της εργατικής τάξης.

Ένα επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να διαβλέπει και να εξηγεί τις τάσεις στη συγκεκριμένη καπιταλιστική οικονομία, τη σχέση τους με τις εξελίξεις στο πολιτικό εποικοδόμημα, τη σχέση του συγκεκριμένου αστικού κράτους με τα υπόλοιπα στο πλαίσιο του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Να διακρίνει τις αντιθέσεις που μπορούν στο μέλλον να αποτελέσουν παράγοντες αποσταθεροποίησης του καπιταλισμού.

Επίσης το επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να δίνει το βασικό περιεχόμενο, τις νομοτέλειες και τις κατευθύνσεις οικοδόμησης της κοινωνίας στην οποία στοχεύει, δηλ του κομμουνισμού, τα καθήκοντα που πρέπει να λύσει η πρώτη ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού, ο σοσιαλισμός.

Η ικανότητα του κκ να διαμορφώνει επαναστατικό πρόγραμμα καθορίζεται από τη σωστά διαμορφωμένη διαλεκτική σχέση ταξικότητας και επιστημονικότητας στη λειτουργία του. Καθορίζεται δηλ από την εξασφάλιση του ταξικού χαρακτήρα του κόμματος ως κόμματος της εργατικής τάξης, από την υπεροχή της εργατικής τάξης στη σύνθεση των οργανώσεων του κόμματος, τη συγκρότησή τους με προτεραιότητα στις μεγάλες παραγωγικές μονάδες, τους χώρους συγκέντρωσης της εργατικής τάξης, ειδικότερα την ανάδειξη και ολόπλευρη ανάπτυξη εργατικών στελεχών.

Ανεξάρτητα από την αριθμητική δύναμη των κομματικών του δυνάμεων, το κκ οφείλει να έχει επίσης σταθερό κι ανυποχώρητο προσανατολισμό στις γραμμές του εργατικού κινήματος, της συνδικαλιστικής οργάνωσης, να έχει δεσμούς και επικοινωνία με την εργατική τάξη. Η ανάπτυξη των κομματικών δυνάμεων, η ύπαρξη κοβ στους τόπους δουλειάς καθορίζεται και από την εμμονή στον προσανατολισμό για την ανάπτυξη των αγώνων, της ταξικής πάλης που βέβαια επηρεάζεται και από αντικειμενικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα μέσα στις γραμμές και τη δράση του να αναδεικνύεται και να υλοποιείται η γραμμή συμμαχίας της εργατικής τάξης, ο ηγετικός ρόλος της στη συμμαχία.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις να συνδυάζονται με την ικανότητα του κόμματος να διαμορφώνει επιστημονικά θεμελιωμένη αντίληψη για την πολιτική, να αναλύει και να κατανοεί με επιστημονικότητα τις εξελίξεις, να επεξεργάζεται τα ζητήματα της ταξικής πάλης, που σημαίνει αφομοίωση και ανάπτυξη της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας. Το γεγονός αυτό προϋποθέτει το κόμμα να λειτουργεί ως «συλλογικός διανοούμενος», να αίρει –όσο αυτό είναι δυνατόν στο εσωτερικό του τις δυσκολίες που προκύπτουν αντικειμενικά εξαιτίας του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Δηλ με απλά λόγια ο εργάτης μέλος του κόμματος, το εργατικής καταγωγής στέλεχος να μπορεί να κατακτά τα χαρακτηριστικά του κομμουνιστή διανοητή ανεξάρτητα από το τυπικό μορφωτικό του επίπεδο ή την επαγγελματική ειδίκευση. Κι αντίστροφα ο κομμουνιστής επιστήμονας-διανοούμενος να υιοθετεί τον τρόπο ζωής του κομμουνιστή εργάτη και να αφιερώνει τη διανοητική του ικανότητα και εργασία προς όφελος της επαναστατικής εργατικής κομμουνιστικής πάλης.

Χωρίς την επιστημονική, με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, τοποθέτηση των ζητημάτων της ταξικής πάλης δεν μπορεί το κομμουνιστικό κόμμα να έχει επαναστατική πολιτική.

Η πολιτική των κκ πρέπει να βασίζεται στους αντικειμενικούς νόμους που καθορίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις στη δεδομένη βαθμίδα ανάπτυξης της κοινωνίας, νόμους που ανακάλυψε ο μαρξισμός. Ο λένιν υπογράμμιζε τον επιστημονικό χαρακτήρα της πολιτικής και τις προϋποθέσεις του: «η επιστήμη απαιτεί, πρώτο, να παίρνεις υπόψη σου την πείρα των άλλων χωρών, ιδιαίτερα αν οι άλλες χώρες που είναι επίσης καπιταλιστικές δοκιμάζουν ή δοκίμασαν τελευταία μια παρόμοια πείρα. Δεύτερο να παίρνεις υπόψη όλες τις δυνάμεις, τις ομάδες, τα κόμματα, τις τάξεις, τις μάζες, που δρουν μέσα σε μια δοσμένη χώρα και όχι να καθορίζεις την πολιτική με βάση μονάχα τις επιθυμίες και τις αντιλήψεις, το βαθμό της συνειδητότητας και της διάθεσης για αγώνα μιας μόνο ομάδας ή ενός μόνο κόμματος». (λένιν, άπαντα, τ. 41. Σ. 65)

Η θεωρία για τη στρατηγική, την επαναστατική πολιτική του κομμουνιστικού κινήματος βασίζεται στην υλιστική αντίληψη για την ιστορία, στη μαρξιστική πολιτική οικονομία, στον επιστημονικό κομμουνισμό.

Ο ένγκελς καθόρισε την ιστορική αποστολή του επιστημονικού κομμουνισμού ως εξής: «καθήκον της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος, του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι να εξερευνήσει τους ιστορικούς όρους και επομένως την ίδια τη φύση αυτής της κοσμοαπελευθερωτικής πράξης και έτσι να κάνει συνείδηση στην προορισμένη για δράση και σήμερα καταπιεζόμενη τάξη τους όρους και τη φύση της δράσης της (ένγκελς, η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, σ. 109)

Η ιστορική πείρα –αλλά και η σημερινή πραγματικότητα- δείχνουν ότι η πραγματοποίηση του καθήκοντος διαμόρφωσης ενός επαναστατικού προγράμματος δεν είναι μια απλή υπόθεση.

Παράγοντες πολλών και διαφορετικών ειδών συντελούσαν και συντελούν ώστε σε μεγάλες περιόδους του κομμουνιστικού κινήματος μεγάλο μέρος των κκ να μην έχει ένα πρόγραμμα που να απαντά σωστά στο βασικό ζήτημα, αυτό της εξουσίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί αιτία και ταυτόχρονα έκφραση της βαθιάς μακροχρόνιας κρίσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα που στην ουσία της είναι κρίση στρατηγική, δηλ έλλειψης επαναστατικής στρατηγικής ενότητας.

Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι η στρατηγική ενότητα στα κκ δεν εξασφαλίζεται με την από κοινού διακήρυξη του σκοπού του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το πώς τοποθετούνται στο ζήτημα της εξουσίας, στην πολιτική συμμαχιών, στην εξασφάλιση της οργανωτικής ιδεολογικής και πολιτικής αυτοτέλειάς τους, σε τελευταία ανάλυση πώς τοποθετούνται στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», συμμετοχή-στήριξη ενός τμήματος του αστικού κράτους (κυβέρνηση) ή πάλη για την ανατροπή του; Πώς παλεύει ενάντια στην αστική τάξη της χώρας του; Πώς εξασφαλίζει την αυτοτέλεια της εργατικής πολιτικής απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ιμπεριαλιστική ειρήνη. Μετά την αντεπανάσταση κριτήριο για όλα τα κκ είναι η στάση τους απέναντι στην προσφορά της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στις βασικές αιτίες ανατροπής της στον 20ό αιώνα.

Σε αυτά τα ζητήματα οι διαφορές ανάμεσα στα κκ είναι μεγάλες.
Το κκε με αφετηρία τα ερωτήματα που προέκυψαν εξαιτίας των αντεπαναστατικών γεγονότων του 198-91, της βαθιάς κρίσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα επιχείρησε μια προσπάθεια κριτικής εξέτασης ζητημάτων που αφορούν την πορεία του σοσιαλισμού στην εσσδ και σε άλλα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, της πορείας της στρατηγικής του κκε στην ελλάδα.

Στη βάση αυτών των προσπαθειών ξεκίνησε τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου επαναστατικού προγράμματος. Πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση αποτέλεσε το πρόγραμμα που επεξεργάστηκε το 15ο συνέδριο του κκε, όπου με σαφήνεια προσδιορίστηκε ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επανάστασης στην ελλάδα, χωρίς να προηγείται κάποια άλλου τύπου επανάσταση, κυβέρνηση ή εξουσία, όπως συνέβαινε σε παλιότερα προγράμματα του κκε. Οι επεξεργασίες που ακολούθησαν στα επόμενα συνέδρια και ιδιαίτερα η επεξεργασία του 18ου συνεδρίου για το σοσιαλισμό, καθώς και η συγγραφή από την κε και η έγκριση σε πανελλαδική κομματική συνδιάσκεψη των συμπερασμάτων του δοκιμίου ιστορίας του κκε, τόμ. Β’, 1949-68, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του νέου προγράμματος του κκε, όπως αυτό εγκρίθηκε στο 19ο συνέδριο του κόμματος.

Τα πέντε κεφάλαια που περιέχει η μπροσούρα

Η ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό
Η σοσιαλιστική επανάσταση
Σοσιαλισμός-κομμουνισμός. Η κοινωνία για την οποία παλεύει το κκε
Η πάλη με τον οπορτουνισμό
Τα καθήκοντα του κκε σε μη επαναστατικές συνθήκες

Υστερόγραφο:
Μπορείτε να δείτε σε αυτό τον σύνδεσμο ένα παλιότερο κείμενο της ιε, στο οποίο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η έκδοση αυτή.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Προοίμιο προγράμματος

Το πρώτο μαρξιστικό βιβλίο που σου δίνουν να διαβάσεις εννιά στις δέκα φορές, όταν είσαι πρωτάρης είναι το κομμουνιστικό μανιφέστο. Το πρόγραμμα δηλαδή που έγραψαν οι μαρξ και ένγκελς για την ένωση κομμουνιστών εν έτει 1848. Το οποίο είναι μικρό, συγκριτικά εύκολο και μπορεί να σε κάνει να νιώθεις ότι δεν ανήκεις τουλάχιστον στην ίδια συνομοταξία με τον πέτρο, τον γιόχαν, τον φρανς (ποτέ τους δε διάβασαν μαρξ). Ε όχι κύριε, εμείς έχουμε διαβάσει κι ένα κομμουνιστικό μανιφέστο.

Γιατί όμως θεωρείται τόσο σημαντικό τελικά; Μια απορία που εννιά στις δέκα φορές συνεχίζει να σου μένει και αφού το έχεις διαβάσει για πρώτη φορά, παρά την αρχική ικανοποίηση που αποκομίζεις, επειδή το ολοκλήρωσες χωρίς να στουκάρεις σε έννοιες βαριές και ασήκωτες και υψηλά νοήματα, που πρέπει είτε να υποκριθείς πως τα κατανόησες και σε βρίσκουν σύμφωνο, είτε να τα κάνεις κρεμαστάρια.

Γιατί θεωρείται λοιπόν τόσο σημαντικό το κομμουνιστικό μανιφέστο; Ασφαλώς γιατί περιέχει κάποιες ζωντανές, διαχρονικές ιδέες που το καθιστούν και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο, όπως σχεδόν κάθε έργο των κλασικών. Ποια είναι όμως η ιδιαίτερη σημασία του που το κατέστησε σπουδαίο κι εμβληματικό;

Πρέπει να το δεις στην εποχή του, είναι μια κλασική διαλεκτική απάντηση για τους κλασικούς του διαλεκτικού υλισμού και το έργο τους. Αν όμως μπορούσε ο πρωτάρης να το κάνει αυτό και να πραγματοποιεί τέτοιου είδους αφαιρέσεις, τότε το αυθόρμητο θα βρισκόταν στο ύψος του συνειδητού και θα ήμασταν στα πρόθυρα της επαναστατικής κατάστασης, από την άποψη του υποκειμενικού παράγοντα. Αυτές οι αφαιρέσεις ωστόσο παραμένουν ζητούμενο ακόμα και για τα θεωρητικά πιο συνειδητά, πρωτοπόρα στοιχεία. Είναι ζητούμενο δηλ κατά πόσο έχουμε καταλάβει την εποχή μας, για να μπορούμε να κάνουμε αφαίρεση σε κάποια προηγούμενη και να βρούμε το συνδετικό νήμα της εξέλιξης που τις ενώνει για να ξαναφτάσουμε στο σήμερα και να το κατανοήσουμε καλύτερα.

Το κομμουνιστικό μανιφέστο λοιπόν είναι τόσο σπουδαίο γιατί επί της ουσίας πρόκειται για το πρώτο κομμουνιστικό πρόγραμμα της ιστορίας. Τη πρώτη συστηματική περιγραφή των ιδεών και των σκοπών του αγώνα του κομμουνιστικού κινήματος, που ξεπηδούσε σε εμβρυακή μορφή μέσα από τις μεγάλες επαναστάσεις εκείνης της εποχής. Κατά συνέπεια, κάθε κομμουνιστικό πρόγραμμα οφείλει να είναι ένα είδος κομμουνιστικού μανιφέστου της εποχής του. Και κάθε καινούρια προσπάθεια συγγραφής ενός τέτοιου μανιφέστου πρέπει να παίρνει υπ’ όψιν της το πρωτότυπο, καθώς και όλο τον πλούτο της προϊστορίας αντίστοιχων προσπαθειών που το ακολούθησαν. Να τον εξετάζει κριτικά στην εξέλιξή του, να τον αφομοιώνει ουσιαστικά και να τον ενσωματώνει στο καινούριο μανιφέστο, προσαρμοσμένα στα σύγχρονα δεδομένα.

Το ίδιο οφείλει να κάνει, εφόσον μιλάμε για το πρόγραμμα ενός κόμματος, με τα προηγούμενα προγραμματικά ντοκουμέντα –τα οποία το κκε είχε συμπεριλάβει σε μια ειδική έκδοση για τα 90χρονά του, το 2008. Να αναλύσει την ειδική συμβολή του καθενός, να τα αντιπαραβάλλει με το καινούριο σχέδιο, να εξηγήσει τις αλλαγές που έχουν γίνει κατά καιρούς κι όσες προτείνοναι στο τελευταίο κείμενο, και να εξοπλίσει ιδεολογικά τα κομματικά μέλη, τον ευρύτερο περίγυρο και γενικώς όσους διαβάζουν τις θέσεις. Κι αυτό προκύπτει με δυο τρόπους.

Αφενός ο αναγνώστης θα καταλάβει καλύτερα ότι η αλήθεια είναι έννοια ιστορική, εξελίσσεται μέσα στον χρόνο, κάτι που συμβαίνει και με το μαρξισμό αλλά και με κάθε επιστήμη –σε πλήρη αντίθεση με το αστικό κλισέ περί κλειστού, αποστεωμένου δόγματος, που το επαναλαμβάνουν όσοι δεν τον καταλαβαίνουν και θέλουν να τον κοντύνουν και να τον φέρουν στα μέτρα τους για να τον απορρίψουν, ή όσοι τον πολεμούν συνειδητά και χυδαία.

Μία αλήθεια που εκτείνεται πέρα από τα ιστορικά της όρια μπορεί να καταλήξει σε υπερβολή και τραγική πλάνη. Ένας κομμουνιστής που το γνωρίζει αυτό, δε θα αντιμετωπίσει τις εκάστοτε θέσεις ως αλήθειες που μας έπεσαν εξ αποκαλύψεως, αλλά θα ψάχνει να τις επιβεβαιώσει στην ίδια τη ζωή, την κινούμενη πραγματικότητα γύρω του, να συμβάλει κι ο ίδιος στην κατανόησή τους ή ακόμα και τη συμπλήρωση-διόρθωσή τους.

Αφετέρου αυτή η διαδικασία βοηθά ένα σύντροφο να φτάσει με τους δικούς του συλλογισμούς σε ένα συμπέρασμα και να το κάνει κτήμα του, αντί να το επαναλαμβάνει μηχανικά. Επομένως τον εξοπλίζει, για να μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στις απαιτήσεις της πολεμικής, και να απαντά στα ζητήματα που προκύπτουν χωρίς αφορισμούς και εξαρτημένα αντανακλαστικά ή κουτάκια στη σκέψη. Να υπερασίζεται λογικά και ουσιαστικά μια θέση ή μια πολιτική επιλογή, χωρίς να προσκολλάται συναισθηματικά σε αυτήν και να μη μπορεί να την εγκαταλείψει στην συνέχεια, προκειμένου να προσεγγίσει την αλήθεια. Γιατί όπως έλεγε ο μαρξ (στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, αν δεν κάνω λάθος), παραφράζοντας την δαντική κόλαση, στην είσοδο της επιστήμης πρέπει να αφήνουμε κάθε προκατάληψη.

Αν δε γίνει αυτό, ο σύντροφος μένει ιδεολογικά μετέωρος στις κρίσιμες καμπές, συγκρούεται εσωτερικά, αλλά και με την ίδια την πραγματικότητα, πέφτει σε αντιφάσεις, και νιώθει κενά, τα οποία καλύπτονται κάποιες φορές με μπαλώματα και τη λογική: πάντα τα ίδια λέγαμε. Όχι, δεν λέγαμε πάντα τα ίδια σύντροφε. Η αταλάντευτη πάλη μας στην υπόθεση της επανάστασης και του κομμουνισμού, δε σημαίνει πως έσπασε το καλούπι στα 1848, μετά το πρώτο μανιφέστο. Κι η διαλεκτική ανάπτυξη της θεωρίας δε συνιστά προδοσία κι αναθεωρητισμό.

Οι εκάστοτε αλλαγές επομένως πρέπει να αναλύονται πειστικά και διαλεκτικά. Το επιχείρημα «έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι» δε φτάνει από μόνο του. Κι επειδή τα πάντα ρει –κι ιδίως το νερό μες στο αυλάκι- μπορεί κάποιος να το χρησιμοποιήσει με λάθος τρόπο και να γυρίσει μπούμερανγκ. Για παράδειγμα: έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από την ανάλυση του λένιν για τον ιμπεριαλισμό, επομένως πρέπει να μιλήσουμε για ένα καινούριο στάδιο στην ανάπτυξη του καπιταλισμού. Το ωραίο της υπόθεσης είναι πως από τότε που εισήγαγαν το νέο στάδιο, αυτό έχει κιόλας παλιώσει, γιατί έχει κυλήσει και άλλο νερό στο αυλάκι, οπότε φτου κι απ’ την αρχή –χωρίς αρχές και μέθοδο.

Πιο ολοκληρωμένη λοιπόν, σε ό,τι αφορά το 19ο συνέδριο που μας ενδιαφέρει, είναι η εξήγηση της συντακτικής επιτροπής στο εισαγωγικό σημείωμα της τελευταίας κομεπ, που συμπληρώνει ως παράγοντα την ιδεολογικο-πολιτική ωρίμανση του κόμματος και τις επεξεργασίες του στα τελευταία συνέδρια. Αλλά κι αυτό χρειάζεται πιο διεξοδική ανάλυση.

Στον επίλογο αυτού του προοιμίου, ας δούμε ένα ακόμα σημείο. Εξετάζοντας τους ουτοπικούς σοσιαλιστές και το έργο τους ο νεαρός ένγκελς λέει ότι το έργο του φουριέ μπορεί να μην είχε το σπινθηροβόλο πνεύμα του σεν σιμόν, αλλά είχε έρευνα, φιλοσοφία και συστηματική σκέψη, σε αντίθεση με το σενσιμονισμό, που δεν είναι παρά «κοινωνική ποίηση».

Και αυτή η επισήμανση μας δίνει τα δυο βασικά χαρακτηριστικά που πρέπει να συνδυάζει το κείμενο ενός κομμουνιστικού προγράμματος. Αφενός πρέπει να βασίζεται σε μια φιλοσοφική, επιστημονική ανάλυση. Κι αυτό προϋποθέτει μεταξύ άλλων έρευνα κι επιστημονικές μελέτες για τον ελληνικό καπιταλισμό και την κατάσταση της εργατικής τάξης στην ελλάδα, και δραστήρια επαν-ενεργοποίηση του κέντρου μαρξιστικών ερευνών, που εδώ και μερικά χρόνια έχει τυπική παρουσία στα πράγματα, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.

Αφετέρου ένα κομμουνιστικό μανιφέστο πρέπει να έχει τη φλόγα του σεν σιμόν και κάθε άλλου επαναστάτη, να είναι ένα είδος κοινωνικής ποίησης που να συνεγείρει και να συγκινεί τα πλήθη χωρίς να χάνει σε επιστημονικές αξιώσεις. Να καθηλώνει και να ξεσηκώνει τον αναγνώστη που το διαβάζει, κι όχι να είναι ένα βαρύ κι ανιαρό κείμενο που να αφορά μόνο έναν κλειστό κύκλο μυημένων, αποθαρρύνοντας τις ευρύτερες μάζες να το διαβάσουν και πολλές φορές ακόμα και τους ίδιους τους συντρόφους.

Αυτό βέβαια, πέραν των όποιων υποκειμενικών αδυναμιών είναι και μια αντικειμενική τάση για την καινούρια γενιά, που σε αντίθεση με κάποιες παλιότερες, μπορεί να γνωρίζει ανάγνωση και γραφή, αλλά αρνείται πεισματικά κι από θέση αρχής να διαβάσει οτιδήποτε ξεπερνά σε έκταση μιας μικρής ανάρτησης, ή μιας ατάκας στο τουίτερ, καταλήγοντας μέσω ετε, σε έναν εντελώς ιδιότυπο αναλφαβητισμό.

Αυτή είναι όμως η κατάσταση που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και να μετασχηματίσουμε, και εδώ μπαίνει ο παράγοντας της υποκειμενικής ευθύνης. Γιατί οι ωραίες ιδέες και τα μεγάλα νοήματα ενός μανιφέστου αξίζουν ως περιεχόμενο να έχουν και την αντίστοιχα ωραία φόρμα. Κι είναι δικό μας καθήκον να αποτινάξουμε τη σκουριά κάποιων κλισέ και της ξύλινης γλώσσας και να βρούμε την έμπνευση και τις εκφράσεις που θα ανεβάσουν ένα τέτοιο κείμενο στο ύψος κοινωνικής ποίησης. Για να γίνει κτήμα του απλού κόσμου που είναι πρόθυμος να (επιχειρήσει να) το διαβάσει, και να μην του φανεί σαν καταναγκαστικό έργο και θανατική καταδίκη λόγω ανίας.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Το προγραμματικό συνέδριο

Τις προάλλες στη συνέντευξή της στο κόντρα τσάνελ, η αλέκα έδωσε την είδηση αφήνοντας να εννοηθεί ότι το επόμενο συνέδριο του κόμματος θα είναι προγραμματικό, και θα εκσυγχρονίσει το ισχύον πρόγραμμα. Κι όχι, αυτό δε θα αφορά το κεφάλαιο των εργασιακών σχέσεων, όπως υπέθεσε ο δαιμόνιος ρεπόρτερ του καναλιού. Αλλά πολύ ευρύτερα και σοβαρά ζητήματα.

Τι είναι το προγραμματικό συνέδριο; Ο έξω κόσμος μπορεί να το σκεφτεί σαν την αναθεώρηση του συντάγματος. Προστίθενται ή αλλάζουν κάποια άρθρα, βάση της συσσωρευμένης πείρας και των ζητημάτων που αναδεικνύονται, χωρίς όμως να αλλάζουν οι βασικές αρχές του προγραμματικού-συνταγματικού κειμένου. Κάποιοι άσπονδοι φίλοι του κόμματος βέβαια μπορεί να πιαστούν από τον όρο αναθεώρηση και να τον μεταφέρουν αυτούσιο στα καθ’ ημάς με την πολιτική του έννοια. Αναθεώρηση του μαρξισμού-λενινισμού, που έχει σαφώς αρνητική χροιά και παραπέμπει στο συχωριανό αναθεωρητή του τραμπάκουλα: είχαμε έναν, πάει τέλειωσε, προχτές τον πήρανε. *(Κι υπ’ αυτήν την έννοια ίσως θα τους βόλευε να καθυστερήσουν λιγάκι οι αλλαγές και να γίνουν στο εικοστό συνέδριο που θα παρέπεμπε ευθέως στο εικοστό συνέδριο του κκσε, τη στροφή στο ρεβιζιονισμό που σηματοδότησε και τις πολιτικές της συνέπειες στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα και ευρύτερα).

Στο κόμμα βέβαια είχαμε περισσότερους, αλλά μας τελείωσαν πριν από καμιά εικοσαετία και κανείς δεν τους νοσταλγεί ιδιαίτερα. Αλλά το πρόγραμμα, όπως κι η θεωρία μας είναι ένα ζωντανό κείμενο, που πρέπει να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να εξελίσσεται και το ίδιο. Ας δούμε λοιπόν τι μπορεί να εξετάσει σήμερα ένα προγραμματικό συνέδριο του κόμματος.

Το πρώτο που μπαίνει προς συζήτηση είναι η τακτική συμμαχιών του κόμματος και ο χαρακτήρας του μετώπου που προτείνει. Ως γνωστόν η κεντρική πρόταση που επεξεργάστηκε το 15ο συνέδριο και υπάρχει στο ισχύον πρόγραμμα του κκε είναι συγκρότηση του ααδμ, αντι-ιμπεριαλιστικό, αντι-μονοπωλιακό, δημοκρατικό μέτωπο, που παλεύει για τη λαϊκή εξουσία-οικονομία. Το βασικό ζήτημα που καλείται να αντιμετωπίσει ένα μέτωπο είναι η σύνδεση τακτικής-στρατηγικής. Ότι πρέπει δηλ αφενός να προωθήσει το στρατηγικό στόχο, αφετέρου να συνάψει τακτικές συμμαχίες και να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις και μάζες, που δε συμφωνούν απαραίτητα με το στρατηγικό μας στόχο, δηλ το σοσιαλισμό. Με άλλα λόγια είναι μια τακτική συμμαχία, με τακτικά αιτήματα, που υπηρετούν όμως μια συγκεκριμένη στρατηγική.

Το ζήτημα της εξουσίας δε μπαίνει ως προαπαιτούμενο στα επιμέρους μέτωπα, πχ σε ένα σωματείο, ή μια επιτροπή αγώνα, αλλά ως η κοινή συνισταμένη του αγώνα τους, και το κριτήριο για μια συνεργασία, ανάλογα αν αυτή προωθεί ή όχι τον τελικό στόχο. Το μέτωπο δεν είναι αφηρημένη τέχνη, μέτωπο για το μέτωπο, αλλά τακτικές συμμαχίες, όπου τα σφυριά βαράνε προς την ίδια κατεύθυνση. Δε νοείται ένα κεντρικό μέτωπο, κοινωνικό και πολιτικό, να μην έχει πρόταση εξουσίας. Μήπως όμως η προβολή της στενεύει τον χαρακτήρα της συμμαχίας με δυνάμεις που δεν ενστερνίζονται την πάλη για σοσιαλισμό και οδηγεί στο σεχταρισμό, δηλ συμμαχία του κόμματος με τον εαυτό του και τους οπαδούς του που συμφωνούν με την πολιτική του; Όχι, η κε του μπλοκ δε συμφωνεί με αυτήν την εκτίμηση.

Η πρόταση εξουσίας του μετώπου πρέπει να προβάλλεται ανοιχτά ως η μόνη ρεαλιστική λύση που μπορεί να δώσει απάντηση στα ζητήματα τα οποία αναδεικνύει το μέτωπο. Μια πρόταση που δε θα λέει μόνο τι πρέπει να γίνει αλλά θα απαντά και στο βασικό ερώτημα ποιος θα τα κάνει. Η καθαρή στόχευση στο ζήτημα της εξουσίας είναι προϋπόθεση για την αφύπνιση του εργαζόμενου λαού, που πρέπει να καταλάβει ότι χρειάζεται να πάρει την κατάσταση στα χέρια του για να παλέψει για αλλαγές προς όφελός του και να τις διασφαλίσει κατακτώντας την εξουσία, δηλαδή τη δύναμη να τις επιβάλει. Στα πλαίσια αυτά οι κομμουνιστές διατηρούν τη δική τους αντίληψη για το σοσιαλισμό και τα χαρακτηριστικά της νέου τύπου εξουσίας, χωρίς να τα θέτουν ως προαπαιτούμενο για τη λαϊκή συμμαχία.

Κι αυτή είναι κατά τη δική μου αντίληψη το περιεχόμενο κι η σημασία αυτής της περιβόητης αποστροφής του προγράμματος για τη λαϊκή εξουσία-οικονομία, η οποία για εμάς είναι ο σοσιαλισμός, ενώ για τις σύμμαχες δυνάμεις μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο. (Μια διαπίστωση που οφείλω να ομολογήσω ότι με είχε ταλαιπωρήσει αρκετά κατά το παρελθόν –κι υποθέτω πως δεν ήμουν και ο μόνος).

Αυτά γενικά ως προς το μέτωπο. Περνάμε παρακάτω στα πιο ειδικά. Τι μπορεί να απασχολήσει το συνέδριο του κόμματος; Ο χαρακτήρας του μετώπου κι ο πιθανός επαναπροσδιορισμός των ααδ χαρακτηριστικών του. Για να μην αεροβατούμε σε υποθέσεις και προδικάζουμε τις εξελίξεις θα σταθώ συγκεκριμένα σε δυο σημεία, θέτοντας και τους αντίστοιχους προβληματισμούς.

Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά παλιότερα συνεδριακά –κι όχι μόνο- ντοκουμέντα του κόμματος, θα διαπιστώσει ότι τα ααδ χαρακτηριστικά δεν είναι κάποια καινούρια λογική που εισήγαγε το 15ο συνέδριο αλλά προϋπήρχαν σε προηγούμενες επεξεργασίες. Για παράδειγμα η εδα μιλούσε τη δεκαετία του 60 για εθνική, δημοκρατική αλλαγή, ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση και τα μονοπώλια, ενώ τη δεκαετία του 80’, όπου το βασικό σύνθημα που συμπύκνωνε την τακτική του κόμματος ήταν η «αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό» το πρόγραμμα μιλούσε για ένα ενιαίο επαναστατικό προτσές με δυο στάδια εκ των οποίων το πρώτο θα ήταν ααδ: αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό.
Το σημερινό πρόγραμμα δε μιλάει για στάδιο, αλλά για μέτωπο. Μήπως όμως έχει έμμεση συγγένεια ή έστω κατάλοιπα από την πολιτική λογική εκείνης της εποχής, που είχε σοβαρά λάθη και αδυναμίες; Μήπως έχουν αλλάξει τα δεδομένα και κάποια σημεία χρήζουν αναπροσαρμογής;

Ένα δεύτερο σημείο προς επίρρωση αυτού του τελευταίου. Τι είναι αυτό που μεσολάβησε από το 95’ και άλλαξε δραματικά τα δεδομένα; Η μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Η κρίση αυτή δημιουργεί έκτακτες συνθήκες που δε μπορούν να αντιμετωπιστούν εξ ολοκλήρου με τα «παλιά εργαλεία». Εν μέσω κρίσης, το ζητούμενο στην τακτική συγκυρία είναι η έξοδος από αυτήν προς όφελος του εργαζόμενου λαού. Κι αυτό τείνει να προσεγγίσει διαλεκτικά το στρατηγικό μας στόχο, καθώς είναι αδύνατο να επιτευχθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού. Έξοδος από την κρίση σημαίνει «έξοδος» από τον καπιταλισμό κι αυτό είναι κάτι που υπαγορεύεται από τις αντικειμενικές συνθήκες κι όχι ιδεαλιστικά από το φλογερό επαναστατικό μας ταμπεραμέντο.

Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες στη μετωπική δράση του κόμματος και του κάθε σφου ξεχωριστά, στον χώρο δράσης του. Κάτι όμως που έχει να κάνει μάλλον με χρόνιες, γενικές αδυναμίες και δευτερευόντως με την άλφα ή βήτα κατεύθυνση των προγραμματικών και θεωρητικών επεξεργασιών του κόμματος, που δυστυχώς δεν επηρεάζουν άμεσα τη στάση του κόσμου της δουλειάς. Μακάρι να ήταν τόσο απλές οι ρίζες των προβλημάτων και να μπορούσαν να διορθωθούν εξίσου εύκολα.

Συνεπώς η τακτική οφείλει να προσαρμοστεί στα καινούρια δεδομένα και να ‘χει πιο καθαρή στόχευση. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι τα επιμέρους μέτωπα έχουν χάσει τη σημασία τους. Ειδικά το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο είναι εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα, τόσο εξαιτίας των τεκταινομένων στην ελλάδα, όσο και διεθνώς. Δε θα ήταν επομένως προβληματική τυχόν αντικατάσταση του όρου;

Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου δεν προκύπτει από την αντικατάσταση ενός όρου με άλλο, αλλά από την αντιδιαλεκτική ερμηνεία της μιας ή της άλλης γραμμής. Προβληματική συνεπώς θα ήταν μια μονοκόμματη αντίληψη που δε θα έλεγε ότι το ααδμ έχει σε τελική ανάλυση αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα, αλλά θα αντιπαρέθετε μηχανιστικά το ένα στο άλλο, με όρους φοιτητικού συνδικαλισμού. Εξίσου προβληματική θα ήταν στον αντίποδα μια στείρα αντίληψη που δε θα βλέπει ότι μια πιο «καθαρή» αντικαπιταλιστική στόχευση, οφείλει να περιλαμβάνει διαλεκτικά τα επιμέρους ααδ αιτήματα και τα μέτωπα που συγκροτούνται γύρω από αυτό, αλλά θα απορρίπτει το αντι-ιμπεριαλιστικό μέτωπο ως λανθασμένο, μιλώντας στο όνομα ενός πούρου αντικαπιταλισμού. Το πώς βάζεις και παλεύεις μια γραμμή είναι εξίσου σημαντικό με τη «γραμμή» καθαυτή.

Δεύτερο ζήτημα, κάπως πιο συνοπτικά. Η εξέταση του σύγχρονου καπιταλισμού, η θέση της ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και το ζήτημα της εξάρτησης. Κατά τη γνώμη μου αυτό το θέμα θα απαιτούσε προηγουμένως μια βαθύτερη συλλογική μελέτη του ελληνικού καπιταλισμού από το κμε και το τμήμα οικονομίας της κετουκε, για να βγουν ολοκληρωμένα και τεκμηριωμένα συμπεράσματα, κατά αναλογία της δουλειάς που έγινε με το δεύτερο τόμο του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος και το ογκώδες κεφάλαιο που περιείχε, με τα εκτενή οικονομικά στοιχεία.

Όπως έχει διαφανεί από την αρθρογραφία του ρίζου, η κρατούσα αντίληψη είναι αυτή της αλληλεξάρτησης. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, αυτό θα πρέπει να εκτεθεί διεξοδικά και να τεκμηριωθεί στα ντοκουμέντα του συνεδρίου και του νέου προγράμματος, ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη ερμηνεία που να απαντά σε βασικά ερωτήματα: τι είναι το σχήμα της αλληλεξάρτησης, πώς την εννοούμε, ποια χαρακτηριστικά έχει.

Εντελώς περιληπτικά θα πω ότι κατά τη δική μου εκτίμηση μια τέτοια θεώρηση πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριλαμβάνει και να τονίζει τον όρο ανισότιμη, καθώς επίσης να περιέχει διαλεκτικά την έννοια της εξάρτησης. Διαφορετικά θα αποτύχει να ερμηνεύσει μια σειρά σύγχρονα κι ιστορικά φαινόμενα, που εκδηλώνονται με την καπιταλιστική κρίση και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Κατά τη δική μου αντίληψη πάντα, το πρόβλημα με τη θεωρία της εξάρτησης είναι πρωτίστως πολιτικό και αφορά τη θέση που υποστηρίζει ότι χρειάζεται μια ενδιάμεση περίοδος-φάση στο επαναστατικό προτσές, όπου η χώρα θα απεμπλακεί από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, προχωρώντας σε παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας της, πριν το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Μια λογική που –είτε το παραδέχονται οι θιασώτες της, είτε όχι- ισοδυναμεί με τη θεωρία των σταδίων. Κι είναι αυτή ακριβώς η ουσία της λογικής των αριστερών οικονομολόγων στην οποία συγκλίνουν μια σειρά ετερόκλιτες δυνάμεις, οπαδοί και -θεωρητικά- πολέμιοι της θεωρίας της εξάρτησης ή της λογικής των σταδίων.

Σε αυτά τα πλαίσια τέλος πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η θέση σχετικά με το θέμα της κυβέρνησης και της λαϊκής διακυβέρνησης, καθώς κι οι δρόμοι και οι προϋποθέσεις από τους οποίους περνάει μια επαναστατική κατάσταση-διαδικασία. Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης.

Κλείνοντας το κείμενο επαναλαμβάνω και τονίζω ότι τα παραπάνω αποτελούν προσωπική προσέγγιση και εκτιμήσεις. Δεν επιχειρούν να παρουσιάσουν κάτι τετελεσμένο, ούτε να προδικάσουν τίποτα, παρά μόνο να θέσουν έναν προβληματισμό και πιθανόν να ανοίξουν ένα διάλογο, γόνιμο και ουσιαστικό.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Το απεμπλουτισμένο πρόγραμμα του 15ου

Αν κάποιος εμπιστευόταν έναν οπαδό του «απεμπλουτισμένου» προγράμματος που ψηφίστηκε στο 15ο συνέδριο, θα πίστευε ότι υπάρχουν, από τη μια μεριά ένα καλό, σχεδόν syriza friendly πρόγραμμα που μιλάει για το ααδ μέτωπο και από την άλλη μια σεχταριστική ηγεσία μορμόνων που το καταπατά (το πρόγραμμα) και σκοπίμως δεν το πραγματοποιεί (το μέτωπο), με την άρνηση κάθε συνεργασίας και την προβολή μαξιμαλιστικών στόχων.

Ας δούμε τι ισχύει στην πραγματικότητα.
Στο τρίτο μέρος του, το πρόγραμμα του κκε μιλάει για το μέτωπο, το πρόβλημα της εξουσίας και τον χαρακτήρα της επανάστασης. Εκεί αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: το μέτωπο στην αρχική του φάση, ξεκινά σαν συσπείρωση κυρίως κοινωνικών δυνάμεων γύρω από αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά αιτήματα και στόχους, από επιμέρους μέτωπα πάλης... Συνεπώς έχουμε ένα πρώτο βασικό συμπέρασμα. Η βάση της συμμαχίας που προτείνει το ααδμ είναι κοινωνική. Πώς εκφράζεται όμως σε πολιτικό επίπεδο;

Οι δυνατότητες του ααδμ για αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού αυξάνονται, όσο αναπτύσσεται η ταξική πάλη κι η πολιτική πείρα της εργατικής τάξης κι ενισχύεται η δύναμη του κκε (...) Οι πολιτικές συνεργασίες για να σταθούν και να στερεωθούν πρέπει να στηρίζονται σε υπαρκτές κοινωνικές διεργασίες και συσπειρώσεις.
(Οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο δικές μου)

Με άλλα λόγια, ο (πρωτίστως) κοινωνικός χαρακτήρας του μετώπου, δεν αποκλείει τις πολιτικές συνεργασίες αλλά προϋποθέτει να εκφραστούν σε κοινωνικό επίπεδο, να πατάνε σε υπαρκτές κοινωνικές διεργασίες και συσπειρώσεις. Αλλιώς πρόκειται για τεχνητή συγκόλληση με συμφωνία κορυφών από τα πάνω, που μακροπρόθεσμα είναι καταδικασμένη σε πολιτική χρεοκοπία.

Όταν για παράδειγμα συγκροτήθηκε η νας το 2002 για τις αυτοδιοικητικές εκλογές, κυρίως με δυνάμεις του κκε και του δηκκι, υπήρχε ήδη μια προεργασία στο εργατικό κίνημα στα πλαίσια του παμε, που την προετοίμασε σε κοινωνικό επίπεδο. Μπορεί αυτή η συνεργασία να μην έδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα και να μην κράτησε σε βάθος χρόνου, αλλά επιχειρήθηκε σε σωστή και σταθερή βάση, όχι καιροσκοπικά (δηλ. οπορτουνιστικά, όπως το λέμε στη δική μας διάλεκτο).

Όποιος δηλώνει σήμερα οπαδός της ενότητας γενικά κι αφηρημένα και προωθεί μια λογική «παναριστεράς», οφείλει πρώτα να καταδείξει στο επίπεδο της κοινωνίας τις διεργασίες που την ετοιμάζουν και της παρέχουν μια στέρεα κοινωνική βάση για την συγκρότησή της, ώστε να μην έχει την κατάληξη άλλων τέτοιων εγχειρημάτων του παρελθόντος. Κι οφείλει να τις καταδείξει πρωτίστως στο εργατικό κίνημα. Εκεί δηλ που η «παναριστερή ενότητα» δίνει τη σκυτάλη στον αντιμνημονιακό χυλό και στη συνεργασία της αυτόνομης παρέμβασης με την πασκε.

Στην ίδια σελίδα το πρόγραμμα του κόμματος λέει: το κκε επιδιώκει τη συνεργασία με πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται την αναγκαιότητα σύγκρουσης με τον ιμπεριαλισμό και τα πολυεθνικά μονοπώλια... Αυτό το σημείο και μόνο αρκεί να εξηγήσει γιατί απορρίπτουμε την πολιτική συνεργασία με το σύριζα, πχ σε εκλογικό επίπεδο, πόσο μάλλον στα πλαίσια μιας «αριστερής κυβέρνησης».

Μήπως όμως, με βάση αυτό ακριβώς το σημείο, θα έπρεπε να επιδιώκουμε πολιτική συνεργασία πχ με τις δυνάμεις της ανταρσύα, που βρίσκονται πολιτικά πιο κοντά σ’ εμάς; Γιατί απορρίπτουμε αυτό το ενδεχόμενο;
Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση βρίσκεται στην αμέσως επόμενη παράγραφο του προγράμματος. Το κκε αντιμετωπίζει τα άλλα κόμματα, όχι μόνο με βάση τις διακηρύξεις, το πρόγραμμα και τους στόχους τους, αλλά κι από το πώς υπερασπίζονται τα ζωτικά συμφέροντα των εργαζομένων και στηρίζουν τους αγώνες τους. Πάνω σε αυτό σημείο υπάρχει προφανώς βαθύτερη διαφωνία και η πολιτική εκτίμηση ότι τα σχέδια του καθενός υπηρετούν διαφορετικές, αποκλίνουσες στρατηγικές.

Εν πάση περιπτώσει, το πρόγραμμα του κκε αναφέρει ότι αυτή η επιδιωκόμενη συνεργασία μπορεί να εκφραστεί με τη μορφή συντονισμού, συσπειρώσεων και κοινής δράσης για ορισμένα συγκεκριμένα προβλήματα. Κι η εμπειρία της κοινής δράσης θα δείχνει κατά πόσο είναι δυνατή η διεύρυνσή της, κατά πόσο μπορεί να εξελιχθεί στη συνέχεια σε πολιτική συμφωνία.

Ίσως αυτό να θυμίζει σε κάποιος συντρόφους τη λογική της ενότητας πάνω στο πρόβλημα (που μένει στις συνέπειες χωρίς να αντιμετωπίζει τις αιτίες) και να μην τους βρίσκει σύμφωνους. Προσωπικά πάντως αντιλαμβάνομαι την όποια κοινή δράση στα πλαίσια της λογικής που περιγράφει το γνωστό τσιτάτο του λένιν: μαζί να χτυπάμε, χωριστά να βαδίζουμε. Και θεωρώ ένα καλό αντίστοιχο παράδειγμα τέτοιας δράσης την περίπτωση της χαλυβουργίας και της αλληλεγγύης στον ηρωικό αγώνα των απεργών, όπου φάνηκαν τόσο οι δυνατότητές της, όσο και τα όρια ή οι περιορισμοί της (πχ μετά την επίσκεψη της χρυσής αυγής έξω από το εργοστάσιο και τις αντιδράσεις κάποιων χώρων που την χρέωσαν στο παμε).

Σε κάθε περίπτωση, τα πολιτικά κόμματα που συμμάχησαν πχ με το κκε για τη συγκρότηση του εαμ, δεν είχαν πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια από αυτήν που έχουν σήμερα κάποιες οργανώσεις του εξωκοινοβουλίου. Και δε θεωρώ απίθανο ένα κομμάτι αυτού του χώρου να συμμαχήσει μελλοντικά με το κόμμα για τη συγκρότηση ενός άλλου μετώπου. Αρκεί να μη λησμονούμε πως αυτό είναι το τελευταίο, το λιγότερο σημαντικό βήμα κι ότι αυτό που προέχει είναι η δουλειά μες στις μάζες κι η οργάνωση του λαού, που ήταν κι η βασική δύναμη, η ψυχή του εαμ, εκείνη την εποχή.

Δεύτερο ζήτημα: μήπως είναι σεχταρισμός να προβάλλουμε σε πρώτο πλάνο το στρατηγικό στόχο της λαϊκής εξουσίας, αντί για κάποια άμεσα μεταβατικά αιτήματα; Ας ανατρέξουμε στην ίδια πηγή.

Στη σελίδα 31 το πρόγραμμα του κκε λέει για το πλαίσιο πάλης του μετώπου ότι δε μπορεί να είναι οποιοδήποτε ελάχιστο προγραμματικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο δε μπορεί να αποτελεί πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης του συστήματος.
Στη σελίδα 27 αναφέρει ότι σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια ο αγώνας αυτός (η ααδ γραμμή πάλης) συνδέεται περισσότερο κι εντάσσεται οργανικά στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού.
Ενώ λίγο πιο κάτω συμπληρώνει ότι το κκε παράλληλα με τη δουλειά που κάνει για την ανάπτυξη του μετώπου, διατηρεί την (πολιτική, ιδεολογική, οργανωτική) αυτοτέλειά του και θεωρεί άμεσο, πρακτικό καθήκον να εκθέτει ανοιχτά στο λαό το πρόγραμμά του, να προβάλλει την αναγκαιότητα κι επικαιρότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, να δουλεύει ενεργά για την κατανόησή τους.

Κάποιοι θεωρούν το τελευταίο εκλογικό αποτέλεσμα ως αδιάψευστο κριτήριο για την αποτυχία της τακτικής και των επιλογών του κκε. Στην ίδια σελίδα ωστόσο (27) το πρόγραμμα λέει χαρακτηριστικά ότι η ωρίμανση των προϋποθέσεων για τη σοσιαλιστική, επαναστατική αλλαγή δε θα είναι έργο μιας πράξης, αλλά αποτέλεσμα μιας διαδικασίας με ανοδικές και καθοδικές στιγμές και φάσεις, στροφές και καμπές οι οποίες θα καθορίζονται από... (κι αναλύει μια σειρά παραμέτρους, σχετικές με τον υποκειμενικό παράγοντα).

Αξίζει να σημειώσουμε ακροθιγώς και κάτι ακόμα, σχετικά με το περιβόητο ζήτημα της εξάρτησης. Το πρόγραμμα του κόμματος κάνει λόγο για ενδιάμεση κι εξαρτημένη θέση της ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, ενώ εισαγωγικά επισημαίνει ότι ιστορικά το κκε συνέδεε την πάλη για σοσιαλισμό με την πάλη για εθνική ανεξαρτησία και δημοκρατία, για μια ελλάδα ανεξάρτητη από ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

Ωστόσο στην πρώτη κιόλας παράγραφο του τρίτου μέρους γίνεται αναφορά στις εσωτερικές εξελίξεις και την αλλαγή θέσης της χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, που συνέβαλαν στην περαιτέρω ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό. Κι αμέσως παραπάνω σημειώνει: ο ελληνικός λαός θα απαλλαγεί από τα δεσμά και τις συνέπειες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση και προχωρήσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Τότε, και όχι σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο, πριν από αυτήν.

Εν κατακλείδι, δε γνωρίζω αν το επόμενο συνέδριο του κκε θα είναι προγραμματικό κι αν θα ψηφίσει καινούριο πρόγραμμα (αν ναι, χρειάζεται κι η σχετική τεκμηρίωση: σε ποια σημεία θα αλλάξει και για ποιο λόγο). Αλλά το ισχύον πρόγραμμα, ακόμα και στην... απεμπλουτισμένη του μορφή, παρέχει μια πολύ σαφή και στέρεα βάση, ώστε να μην το (παρ)ερμηνεύουν κατά το δοκούν, για να το φέρουν στα μέτρα τους, οι κάθε λογής φανατικοί «υποστηρικτές» του.