Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Η σωστή πλευρά της αθλητικής ιστορίας

Αν ρωτήσουμε κάποιους ανθρώπους ποιο είναι το αντίστοιχο των B movies σε βιβλία, θα μας πουν αυτά με αθλητικό θέμα. Κι όχι με την έννοια ότι τα θεωρούν καλτ, αλλά ότι είναι δεύτερα, για πέταμα ή για προσάναμμα στο τζάκι, όπως κάνει στα βιβλία του Μονταλμπάν ο Πέπε Καρβάλιο.

Η δική μου άποψη είναι ένα σαφές «ναι αλλά όχι» ή έστω ένα εξαρτάται ως προς τα αθλητικά βιβλία.
Ότι το λατινικό «Β» θα κολλούσε καλύτερα στην Μπαρτσελόνα, τον Μπάρκλεϊ ή στον κόουτς Μπαρτζώκα -και για άλλους Mr Bean- που είναι ο εφιάλτης του Sportime και άλλων δημοσιογράφων και κάποιοι ζουν για τη στιγμή που θα τον ρωτήσει ο άτυχος Μενεγάκης για τη φιλοσοφία του απέναντι σε έναν αντίπαλο και ο κόουτς θα πει: «ο διαλεκτικός υλισμός».
Και ότι το τέχνασμα του Μονταλμπάν να ασκεί καυστική κριτική δια της μυθιστορηματικής έστω καύσης βιβλίων, είναι πολύ χοντροκομμένο και απαράδεκτο για το δικό μου αναγνωστικό κριτήριο. Έχει γράψει όμως ένα αξιόλογο αθλητικό βιβλίο με κοινωνικές-πολιτικές προεκτάσεις από τις οποίες μου έχει μείνει η φράση ότι η Μπάρτσα είναι ο άοπλος συμβολικός στρατός της Καταλονίας -αρκεί να ξέρεις ποιον θες να νικήσεις. Ενώ σε ένα άλλο βιβλίο θρηνεί τη χαμένη ταυτότητα της πόλης και τον εκσυγχρονισμό που την αλλοιώνει -και ας θεωρείται η Βαρκελώνη υπόδειγμα μεταμόρφωσης, που αξιοποίησε τα ολυμπιακά έργα. Φαντάσου δηλαδή τον Μάρκαρη, που κάποτε μετέφραζε Μπρεχτ, να μην γκρινιάζει για τους διαδηλωτές του Δεκέμβρη, αλλά για την καταστροφή που φέρνει η ανάπτυξη. Ούτε σε έργο του Ιονέσκο...

Εν τω μεταξύ, το φετινό καλεντάρι περιλαμβάνει τους Ολυμπιακούς στο Παρίσι -αν δεν έχει άλλη άποψη ο κορωνοϊός ή κάποιος άλλος αστάθμητος παράγοντας, πχ το «ξανθό γένος», που έχασε όμως πέρσι τον «ξανθό» και τα μπινελίκια του (μπλιατ) και παραμένει αποκλεισμένο ως έθνος από τη ΔΟΕ, ίσως γιατί οι «αθάνατοι» το μπερδεύουν με τη Σοβιετία -και άντε να μην το μπερδεύουν μετά και άλλοι που δηλώνουν δικοί μας.

Μια αναδρομή στο παρελθόν των σύγχρονων -και όχι μόνο- Ολυμπιακών Αγώνων είναι σαν μικρός ιστορικός περίπατος σε άγνωστες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, μελανές και χρυσές. Και η πλέον χρυσή είναι βασικά κατάμαυρη, σαν τους Μαύρους Πάνθηρες και την υψωμένη γροθιά των Σμιθ και Κάρλος ενάντια στον ρατσισμό που βίωναν στη χώρα τους -την χώρα της ελευθερίας, για να μην ξεχνιόμαστε με τα δεσμά μας.
Περίπατος σε σημαντικές σελίδες και κεφάλαια της ιστορίας, όπως η άνοδος του φασισμού, οι ναζιστικές αποχρώσεις στην αναβίωση του εθίμου της ολυμπιακής φλόγας (και η προσπάθεια των ημι-παράνομων κομμουνιστών να την σαμποτάρουν), ο ρατσισμός, οι διαχρονικές διακρίσεις κατά των γυναικών, η άνοδος του σοσιαλιστικού μπλοκ, ο αγώνας της Παλαιστίνης για ελεθυερία, και ένα σύντομο μάθημα για το πώς το χρήμα κυβερνά τον κόσμο, σκοτώνοντας κάθε ρομαντική ιδέα, αλλά χρησιμοποιώντας τα κουφάρια τους ως καμουφλάζ, όπως το Ηρακλής τη λεοντή.
Είναι όμως και μια θαυμάσια αφορμή -θαυμάσια, που θα έλεγε και ο Μανόλο Μαυρομάτης στην ΕΡΤ του βαθέος ΠΑΣΟΚ κι ας ήταν ευρωβουλευτής με τη ΝΔ- να εντρυφήσει κανείς σε σημαντικά επεισόδια του «ψυχρού πολέμου», αλλά και σε πιο σοβαρούς προβληματισμούς.

Ήταν λάθος - παρέκκλιση η εγκατάλειψη των Σπαρτακιάδων, εργατικών Ολυμπιάδων κτλ, που έσβησαν ως θεσμός στη Βαρκελώνη του Μονταλμπάν (που έχασε το χρίσμα της διεξαγωγής από το Βερολίνο του Χίτλερ) λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα του Φράνκο;
Ήταν η συμμετοχή των Σοβιετικών στους Ολυμπιακούς Αγώνες κατά τα μεταπολεμικά χρόνια στροφή ενσωμάτωσης και μια αποτύπωση της ειρηνικής συνύπαρξης στο «αθλητικό εποικοδόμημα»; Ή μήπως ήταν μια μορφή ταξικής πάλης με άλλα μέσα, για να φανεί η σοσιαλιστική υπεροχή σε αξίες-ιδανικά και στον πίνακα των μεταλλίων;
Το 1988 στη Σεούλ, όπου απείχε η τίμια Κούβα και η ΛΔ Κορέας, γιατί δεν την άφησαν να γίνει συνδιοργανώτρια σε κάποια αθλήματα, τεκμήριο αυτής της ανωτερότητας δεν ήταν μόνο η άνετη πρωτιά των Σοβιετικών, η υπεροχή της ΕΣΣΔ έναντι των ΗΠΑ και της σωστής πλευράς της Γερμανίας (και της ιστορίας, που οσονούπω τελείωνε) έναντι της ΟΔΓ. Ήταν και η δεύτερη θέση της ΓΛΔ που είχε περισσότερα μετάλλια από τους Αμερικάνους!

Αλλά ό,τι λάμπει (Νικολάου) δεν είναι χρυσός και ο χρυσός δε φέρνει πάντα την ευτυχία, όπως θα μας βεβαίωνε ο Μίδας, ή την κοινωνία του μέλλοντος.

Και από πότε πάνε μαζί ιδανικά και μετάλλια-νίκες; θα ρωτήσει κανείς.
Από τότε που οι γοργόνες βγαίνουν στη στεριά και ρωτάνε με αγωνία ναυτικούς και ταξικά ναυάγια αν ζει το κόκκινο φάντασμα που πλανάται πάνω από τη γηραιά ήπειρο και τον γέρικο σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης. Και τουλάχιστον από όταν οι ηττημένοι εισπράττουν απ’ την εξέδρα τους βροχή δεκάρικα, μετά το Ανεμολόγιο της Αλλαγής, βλέποντας τους νικητές να μη γράφουν απλά την ιστορία, αλλά να διακηρύσσουν πανηγυρικά το τέλος της.

Το είχε πει προφητικά και ο Άρης άλλωστε (Β όπως Βελουχιώτης) και το μεταφέρω από μνήμης: αν νικήσουμε κανείς δε θα θυμάται τίποτα από τις δικές μας σκληρότητες, αλλά αν χάσουμε κανείς δε θα μας το συγχωρήσει.

Σε ένα αγνό, παρθένο αναρχίζον φαντασιακό, που μικρή σχέση έχει με τον πραγματικό κόσμο, ήρωες είναι μόνο οι χαμένοι, που έπεσαν ηρωικά σε άνιση μάχη, απέναντι σε θεούς και δαίμονες. Όσοι νικάνε, γίνονται εξουσία και διαφθείρονται, οπότε χάνουν την αθανασία και μια θέση στο εικονοστάσι των πραγματικών ηρώων.

(Ανοίγει -αριστερή- παρένθεση. Μια άλλη αναρχίζουσα οπτική λέει πως η ρίζα του κακού δεν είναι μόνο ο επαγγελματικός αθλητισμός και ο πρωταθλητισμός που νοθεύουν τη χαρά της άθλησης με το δηλητήριο της σκοπιμότητας και της νίκης με κάθε τρόπο, αλλά ο ίδιος ο αθλητισμός, που βάζει καλούπια στην ελεύθερη κίνηση και τον αυθορμητισμό του παιδιού, στην άναρχη χαρά (που ή θα είναι άναρχη ή δε θα είναι χαρά) του παιχνιδιού και γίνεται ένα φτηνό υποκατάστατο με κανόνες και περιορισμούς, νόμους και άρχοντες -διαιτητές.

Εμένα πάλι όλα αυτά μου μυρίζουν Μπερνστάιν και το σύνθημα «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, η κίνηση είναι το παν». Θεωρώ εξαιρετικά πληκτική και ανούσια μια άσκοπη κίνηση χωρίς στόχους και κανόνες. Και πιστεύω -στην υπερβολή του- πως όλα τα παραπάνω είναι μια πρωτότυπη-εναλλακτική διαδρομή για να βρει κανείς τις διαφορές μεταξύ κομμουνισμού κι αναρχίας. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τι μορφή θα λάβουν στην κοινωνία του μέλλοντος ο αθλητικός ανταγωνισμός και διάφορες διοργανώσεις. Και προβληματίζομαι αν οι αθλητικοί αγώνες στον σοσιαλισμό θα έχουν τον ίδιο πρωτεύοντα ρόλο για τους διαιτητές ή αν αυτός θα τείνει να απονεκρώνεται, σαν το κράτος, και οι παίκτες θα αναλάβουν σταδιακά να διευθύνουν και να λύνουν τις διαφωνίες που προκύπτουν στον αγώνα.

Κλείνει η σοσιαλιστική παρένθεση).

Κάποτε ο Καμί έγραψε πως όλα όσα ξέρει από ηθική, του τα έμαθε το ποδόσφαιρο. Μια πιο σφαιρική τοποθέτηση μπορεί να έλεγε πως το ποδόσφαιρο -και ο αθλητισμός εν γένει- είναι καθρέφτης της κοινωνίας και μπορεί να μας δείξει όσα ξέρουμε για την ηθική -και συνεπώς για την ανηθικότητα- αυτής της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, ο αθλητισμός είναι όντως μια πολύ καλή εισαγωγή για αρχάριους στη διαλεκτική σκοπού και μέσου.

Ο σκοπός δεν αγιάζει μακιαβελικά τα μέσα, δε νομιμοποιεί την αδικία και τα ύπουλα μέσα. Κανείς δεν πρέπει να χαίρεται μια νίκη που έρχεται με σικέ αγώνες, πουλημένους διαιτητές και κακό θέαμα. Αυτοσκοπός δεν είναι η νίκη αλλά η χαρά του παιχνιδιού -που σαφώς περιλαμβάνει και τη χαρά της νίκης, την ανταμοιβή των κόπων μας, αλλά όχι με οποιοδήποτε μέσο.
Hasta la victoria siempre...

Ο στόχος της νίκης δεν καθορίζει ευθέως τα μέσα -και αντιστρόφως. Αλλιώς μέσο και σκοπός θα ταυτίζονταν, δε θα υπήρχε διάκριση μεταξύ τους. Ο δρόμος προς τη νίκη δεν είναι πάντα στρωμένος με ροδοπέταλα και ευ αγωνίζεσθαι. Και κάποιος-οι πρέπει να βγάζουν τη βρώμικη δουλειά, όσο υπάρχει -αντικειμενικά- τέτοιος καταμερισμός εργασίας, στο γήπεδο και στη ζωή. Δε σημαίνει πχ πως δε θα υπάρχουν τερματοφύλακες και χειρώνακτες, επειδή όλοι θέλουν να παίζουν μπροστά, φουλ επίθεση.

Αν θες να παίξεις με αξιώσεις, χρειάζεται καλή προπόνηση, πειθαρχία, οργάνωση, ενίοτε και τακτική (υποχώρηση, αιφνίδιες αντεπιθέσεις, ακόμα και κατενάτσιο). Αν ψάχνει κανείς ένα πολιτικό αντίστοιχο του «κατενάτσιο», δύσκολα θα δει καλύτερο παράδειγμα από το Τείχος του Βερολίνου, που παρά τη σχετική αστική υστερία, είχε αμυντικούς σκοπούς, στη βάση ενός αρνητικού συσχετισμού δύναμης και μιας πίεσης που δεν ήταν εφικτό να αποκρουστεί διαφορετικά.

Το βασικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο.
Μπορούμε να νικήσουμε σε οποιονδήποτε στίβο (πολιτικό ή αθλητικό) τον ταξικό εχθρό με το σφυροδρέπανο στο χέρι; Μπορούμε να πετύχουμε άμεσα μεγαλύτερη παραγωγικότητα -απελευθερώνοντας παραγωγικές δυνάμεις από τα δεσμά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας- από τους εντατικούς, εξοντωτικούς ρυθμούς ανάπτυξης των μονοπωλίων που ξεζουμίζουν εκατομμύρια εργαζόμενους σε όλη τη γη; Μπορείς να νικήσεις με απλή προπόνηση επαγγελματίες υπεραθλητές, που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να πετύχουν τη διάκριση; Ή μήπως πρέπει να σταματήσουμε να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τον εθχρό, να τον νικήσουμε στο δικό του γήπεδο με τα δικά του όπλα, και να πορευτούμε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση;

Η πραγματική ζωή είναι κριτήριο για κάθε θεωρία, αλλά δε δίνει πάντα καθαρές απαντήσεις. Στο πεδίο της πράξης του εικοστού αιώνα, ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε κινήθηκε παράλληλα σε διάφορα επίπεδα. Επέλεξε για μια σειρά λόγους, ουσίας και συμβολισμού, να πάρει μέρος στην κούρσα του πρωταθλητισμού. Είναι δεδομένο ότι έδειξε μέρος της δύναμής του αλλά δεν απέφυγε τις αρνητικές πτυχές του πρωταθλητισμού, όπως η πίεση σε κάποιους αθλητές και τα αναβολικά. Αλλά όποιος πιστεύει ότι αυτό ήταν ένα παιχνίδι που έπαιξε μόνο η ΓΛΔ πχ -νιώθοντας την ανάγκη να αποκρούσει και σε αυτό το επίπεδο την πίεση που δεχόταν και να δείξει την υπεροχή της- μάλλον καταπίνει πρόθυμα και αμάσητη την αστική προπαγάνδα. Ενώ παράλληλα αγνοεί ότι η βάση για τις επιτυχίες και τα μετάλλια των σοσιαλιστικών χωρών δεν ήταν πως έπιασαν το «τρένο της ΕΤΕ» στα αναβολικά (επιλέγοντας να εστιάσουν σε συγκεκριμένους τομείς), αλλά οι αξεπέραστες αθλητικές υποδομές τους, για να ανακαλύπτουν και να αξιοποιούν κάθε ανθρώπινο ταλέντο και κλίση, αναπτύσσοντας ουσιαστικά τον μαζικό λαϊκό αθλητισμό. Κι αυτό είναι ένα σπουδαίο, ανεξίτηλο επίτευγμα, που δεν μπορεί να το μειώσουν πχ οι εξυπνάδες του Πανούτσου, ότι εκεί όλοι αθλούνταν γιατί δεν είχαν δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης, συνεπώς βαριόντουσαν και δεν ήξεραν πώς/πού να διοχετεύσουν την ενέργειά τους.

Τα ίδια ισχύουν σε γενικές γραμμές για την περίπτωση της Κούβας που εξακολουθεί να παράγει τους δικούς της πρωταθλητές και επιπλέον εξάγει κάποιους, που ονειρεύονται το χρήμα και το αναζητούν στο εξωτερικό, αυτομολώντας στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά το βασικό είναι έβγαζε και βγάζει αθλητές που ήξεραν την αξία των ηθικών κινήτρων, όπως ο μυθικός Στίβενσον, που τον πολιορκούσε ο πειρασμός της επαγγελματικής πυγμαχίας και των χρημάτων, αλλά δε θα αντάλλασσε με τίποτα την αγάπη του λαού του, ούτε για τα κέρδη όλου του κόσμου.

Κι αυτό πια, για να παραφράσουμε τον Κάστρο, δεν είναι να έχεις απλώς το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του λες να πάει να γαμηθεί. Αλλά να περιφρονείς και τα χρυσά του δόντια, που αυτός νομίζει ότι είναι ικανά να αλέσουν όλες τις συνειδήσεις. Όμως δεν είναι/είμαστε όλοι για τα δόντια τους...

Όσο για τη Σοβιετική Ένωση, παρά τη στροφή που την έβγαλε στο περιθώριο της ιστορίας, έδωσε διάφορα δείγματα όχι μόνο της δικής της υπεροχής, αλλά για την υπεροχή των αρχών της έναντι της όποιας νίκης - διάκρισης. Όσο και αν ψάξει κανείς, δε νομίζω να μπορεί να βρει αντίστοιχα παραδείγματα στον «δυτικό κόσμο» με την απόφαση των Σοβιετικών να μην παίξουν το ’73 στη Χιλή του Πινοτσέτ (χάνοντας το εισιτήριο για την τελική φάση του Μουντιάλ της ΟΔΓ). Ή την απόφαση της σοβιετικής ομάδας μπάσκετ να μηδενιστεί στην ίδια χώρα, στο Μουντομπάσκετ του ’59 και να χάσει ένα σίγουρο χρυσό μετάλλιο, όταν διάλεξε να μην παίξει εναντίον της Ταϊβάν-Φορμόζα (και μάλιστα σε μια εποχή που μάλλον διαφαινόταν το σινο-σοβιετικό σχίσμα). Τελικά τερμάτισε στην έκτη θέση, αλλά στην ΕΣΣΔ κυκλοφόρησε μια σειρά γραμματόσημα με το σύνθημα «ηθικοί νικητές του 3ου Μουντομπάσκετ».

Γιατί είναι πάντα καλύτερο να βρίσκεσαι στη σωστή πλευρά της ιστορίας, παρά στην υψηλότερη θέση του βάθρου.
Hasta la revolucion siempre...

Τι να μας πει και ο Μπάνε (που δυστυχώς την είδε λάιφ-κόουτς) με τη δική του «Δύναμη της ήττας». Αλλά αυτά στο δεύτερο μέρος, αν και εφόσον...


Και αν όλα αυτά χρειάζονται οπωσδήποτε κάποιο άλλοθι σύνδεσης με την επικαιρότητα, θα πάρω τη σημερινή παγκόσμια ημέρα του ραδιοφώνου, τη βοήθεια του κοινού και την αυθόρμητη εξομολόγηση του παλιού συμπαρουσιαστή του «Σπορ και Σκορ στον 904».
Ράδιο-ράδιο αγάπη μου...

Μετά από αυτήν την εκτενή εισαγωγή, πάμε στην ανάπαυλα, με την ελπίδα να υπάρξει χρόνος για δεύτερο ημίχρονο, με συγκεκριμένες προτάσεις - κριτικές και συνειρμούς από κάποια αθλητικά βιβλία που έπεσαν στα χέρια της κε του μπλοκ τις τελευταίες βδομάδες.

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Είναι τόσο απλό

Μια μελέτη σύγχρονων αμερικανών συγγραφέων, με σχετικά καλές θέσεις για τη Σοβιετική Ένωση, έφερε το χαρακτηριστικό τίτλο Socialism Betrayed. Δηλαδή προδομένος σοσιαλισμός, που ωστόσο υπήρξε προτού προδοθεί, σε αντίθεση με όσους λένε πχ πως προδόθηκε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ.

Καλή (;) ώρα όπως ο Τρότσκι, που δεν κάνει λόγο για σοσιαλισμό, αλλά για προδομένη επανάσταση, που θα έπρεπε να είναι διαρκής κι εξαγόμενη, αλλά προδόθηκε στα κλειστά σύνορα του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα, που ήταν το ένα έκτο του κόσμου, αλλά δεν ήταν αρκετό.

Αυτή ήταν μια βασική, στερεότυπη κατηγορία, μετά την αντεπανάσταση, στην κριτική του κόμματος ενάντια στην Περεστρόικα και τον Γκόρμπι που ηγήθηκε της διαδικασίας της παλινόρθωσης, με απατηλά συνθήματα για περισσότερο σοσιαλισμό. Έλεγαν δηλαδή πως το κόμμα αντιμετωπίζει τα γεγονότα κάπως απλοϊκά, σα μια συνωμοσία, και τα ερμηνεύει σαν καρπό της προδοσίας ενός πράκτορα της CIA, χωρίς να βλέπει τις εσωτερικές αιτίες, τη χρεοκοπία και την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου. Λες και η ανατροπή δεν είναι ταξικός (άρα κι εσωτερικός) αλλά γεωγραφικός όρος. Και η αντεπανάσταση έρχεται μόνο απέξω (παραγγελιά, όπως η επαναστατική συνείδηση για την εργατική τάξη).

Παρόμοια κριτική έγινε και σε πιο πρόσφατες κομματικές επεξεργασίες πχ για τον κομβικό ρόλο του εικοστού συνεδρίου του ΚΚΣΕ, γιατί -λέει- το θέμα δεν είναι να αναλύσουμε την ιστορία με όρους ηθικής, καλοί-κακοί, συνεπείς-οπορτουνιστές, αλλά υλιστικά, να βρούμε τους αντικειμενικούς παράγοντες που την καθορίζουν και την ερμηνεύουν.

Σε αυτήν τη συλλογιστική, υπάρχουν πολλά παρακλάδια, πχ πολιτικός ή οικονομικός αναγωγισμός, που απολυτοποιούν τη μία ή την άλλη πλευρά, αλλά δε θα μας απασχολήσουν αναλυτικά σε αυτή τη φάση.

Ένα πρώτο βασικό συμπέρασμα είναι πως σε πρώτη φάση οφείλουμε να καταλάβουμε τα γεγονότα, αντί να εκφέρουμε αξιολογικές κρίσεις. Η προδοσία από μόνη της δε μας λέει πολλά, αν πρώτα δεν καταλάβουμε τους παράγοντες που κατέστησαν εφικτή την επικράτησή της και το σημείο όπου οι όποιες καλές προθέσεις έστριψαν λάθος, και οι λανθασμένες επιλογές (που αντιμετώπιζαν υπαρκτά προβλήματα) κατέληξαν σε μια πορεία χρόνου να ενισχύουν τη συνειδητή αντεπαναστατική δράση.

Το δεύτερο κι εξίσου σημαντικό: ποιος λέει πως δεν το κάνουμε ήδη;
Είναι αυτονόητο πως η κριτική στην Περεστρόικα πχ δεν αφορά τη μοχθηρία και τις σατανικές ικανότητες του Γκόρμπι, αλλά τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπούσε κι ανέρχονταν δυναμικά στο προσκήνιο, διεκδικώντας να ανατρέψουν το σοσιαλισμό. Το αυτό ισχύει και για το Νικήτα, σε άλλη φάση και με άλλη μορφή.

Το ίδιο κάνει κι η μελέτη Socialism Betrayed, που εξετάζει το σημαίνοντα ρόλο της σκιώδους (μαύρης, παρα-)οικονομίας στο προτσές της ανατροπής. Το ίδιο επιχειρεί από τη δική του σκοπιά κι ο Τρότσκι στην Προδομένη Επανάσταση, ερμηνεύοντας το "σταλινικό Θερμιδώρ" ως έκφραση της νίκης της γραφειοκρατίας και κάποιων προνομιούχων στρωμάτων της σοβιετικής κοινωνίας, που δεν είχαν συμφέρον να συνεχίσει η επανάσταση, για να στερεώσουν την εξουσία τους.

Δε λέω ότι με πείθει ή ότι έχει δίκιο. Αλλά κι αυτός καταλαβαίνει πως οφείλει (να προσπαθήσει) να δώσει μια συνολική ερμηνεία. Ισχύει ωστόσο πως πολύ συχνά αυτοί που μας κατηγορούν για απλοϊκές, συνωμοσιολογικές αντιλήψεις, κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια, κι είναι αυτοί που κατεξοχήν αναφέρονται σε προδοσία, ψάχνοντας απλά το χρονικό σημείο στο οποίο συντελέστηκε.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Η αποστασία είναι μια χαρά πολιτικός όρος-χαρακτηρισμός, που περιγράφει αντικειμενικά μια κατάσταση, χωρίς να μπλέκει με μεταφυσικές ηθικολογικές κρίσεις, "το καλό και το κακό". Και δυστυχώς, αποστάτες δεν έχει μόνο η αστική τάξη, αλλά και το κομμουνιστικό κίνημα. Κι αυτό έχει μια βαθύτερη -συγκεκριμένη κάθε φορά- ερμηνεία, που γενικά έχει να κάνει με την (οικονομική και ιδεολογική) επίδραση της αστικής τάξης στο κίνημα και την υποχώρηση μπροστά στις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα της ταξικής πάλης. Ο οπορτουνισμός καταλήγει στην προδοσία της τάξης μας, αλλά είναι κατεξοχήν πολιτική κατηγορία.

Υπάρχει και κάτι άλλο, που αφορά άμεσα τη συνείδηση των στελεχών της πρωτοπορίας, χωρίς να τα ερμηνεύει όλα ιδεαλιστικά, βάση αυτού.
Ο Τσε πχ αρνούνταν πεισματικά να έχει το παραμικρό προνόμιο που απέρρεε από τη θέση του και "καταδίκαζε" τον εαυτό του σε σπαρτιατική λιτότητα, εφόσον αυτό ήταν που μπορούσε να δώσει στο λαό το σοσιαλιστικό κράτος. Ο Βλαδίμηρος από την άλλη, λέγεται πως όταν τον ρώτησαν γιατί στο τρένο ταξιδεύει στην πρώτη θέση, τους είπε πολύ σωστά πως ο δικός μας στόχος δεν είναι να καταργήσουμε την πρώτη, αλλά την τρίτη θέση.

Δεν επιχειρώ να αντιπαραθέσω τον ένα στον άλλο, αλλά να εκφράσω μια σκέψη λίγο απλοϊκά και χοντροκομμένα -για να γίνει κατανοητό- για να καταδείξω κάτι.
Οι ανισότητες στο σοσιαλισμό δε στοιχειοθετούν προφανώς ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, όχι με την έννοια που γίνεται αυτό σε μια αστική κοινωνία τουλάχιστον, κι εκμεταλλευτικές σχέσεις. Αποτελούν όμως μια σοβαρή αντίθεση, που αν δεν την προσέξουμε, μπορεί να εξελιχτεί σε ανταγωνιστική. Ο εξισωτισμός -ειδικά στις πιο... "ισοπεδωτικές" εκδοχές του- δε δίνει λύση στο πρόβλημα, ούτε εξουδετερώνει τον κίνδυνο.

Από την άλλη όμως, αν διασφαλίζαμε πως τα στελέχη του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού, αυτοί που αποτελούν σημαντικά γρανάζια της οικοδόμησης και της οργανωμένης συνειδητής πρωτοπορίας, δεν έχουν το παραμικρό παράπλευρο όφελος από την πολιτική τους δραστηριότητα ή μια διευθυντική θέση που μπορεί να αναλάβουν, θα ήταν άραγε τόσο εύκολο να εκδηλωθεί και να επικρατήσει μια αντεπανάσταση από τα πάνω;

Τίποτα δεν είναι απλό φυσικά. Αλλά και το να λες πως κάτι δεν είναι απλό, δεν είναι τελικά τόσο απλό και χρειάζεται πάντα να σκεφτόμαστε αν και γιατί αναιρείται ο βασικός πυρήνας. Στην τελική αν όλοι είναι "καλοί", δε θα φτάναμε ποτέ στην προδοσία. Και ναι δεν είναι τόσο απλό, αλλά μήπως είναι; Τόσο απλό, σαν τον κομμουνισμό, που είναι απλός και κατανοητός (όπως λέει ο Μπρεχτ στο σχετικό εγκώμιο)...

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Κατακτήσεις και μητρότητα

(Με αφορμή τη χτεσινή παρουσίαση της μπροσούρας της κετουκε για τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στο σοσιαλισμό)

Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα. Αλλά είχαν τη Σοβιετία σαν μαμά πατρίδα τους. Γιατί έβλεπαν να δίνει σάρκα και οστά στην κοινωνία του μέλλοντος, τροφοδοτώντας παράλληλα τους αγώνες τους και τις κατακτήσεις τους.

Η Σοβιετική Ένωση ήταν η μητέρα των εργατικών κατακτήσεων σε "Ανατολή" και "Δύση", στο σοσιαλισμό, αλλά και στις καπιταλιστικές χώρες, όπου η εργατική τάξη εμπνεόταν από το σοβιετικό σοσιαλισμό κι οι άρχουσες τάξεις αναγκάζονταν σε παραχωρήσεις για ν' αντιμετωπίσουν το αντίπαλο δέος. Δεν είναι τυχαίο πως το πουλόβερ των κατακτήσεων άρχισε να ξηλώνεται όταν ο σοσιαλισμός έχασε την προωθητική του δύναμη κι ακόμα πιο ανοιχτά, ασύδοτα και ραγδαία, μετά από τη νίκη της αντεπανάστασης.

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν είχε μερικές κατακτήσεις-παραχωρήσεις για πασπάλισμα, ως άλλοθι κι ανθρώπινο πρόσωπο ή μάλλον προσωπείο, όπως είναι το κοινωνικό κράτος στον καπιταλισμό. Παραφράζοντας ένα γνωστό στίχο, θα λέγαμε πως ο σοσιαλισμός είναι "ανθρωπισμός από την κορφή ως τα νύχια".

Στεκόμαστε πολλές φορές στην καθυστερημένη παραγωγική βάση που κληρονόμησε η Σοβιετική Ρωσία, μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, και το χαμένο έδαφος που καλούνταν να καλύψει στην κούρσα του ανταγωνισμού με τον καπιταλιστικό κόσμο.
Πόσοι αντιλαμβάνονται όμως πως ο σοσιαλισμός είχε επιτεύγματα που ούτε σήμερα δεν μπορεί να φανταστεί, πόσο μάλλον να φτάσει ο καπιταλισμός -κι ούτε πρόκειται να το κάνει ποτέ;
Πόσοι καταλαβαίνουν τι σημαίνει πως στις σοσιαλιστικές χώρες κατοχυρώθηκε πρώτη φορά το δικαίωμα στην εργασία κι εξαλείφθηκε ως φαινόμενο ο εφιάλτης της ανεργίας;
Πόσοι αναγνωρίζουν ότι ο κουβανικός σοσιαλισμός, ακόμα και σήμερα, στην κρίσιμη καμπή που περνάει, προσφέρει αξεπέραστες ιατρικές υπηρεσίες, που δεν μπορεί να απολαύσει ο πληθυσμός των δυτικών χωρών στο σύνολό του;

Μιας και μιλάμε για τη "μαμά πατρίδα" δε γίνεται να μη σταθούμε στη μητρότητα και τη μέριμνα των παιδιών, που είναι ευαίσθητο βαρόμετρο και ασφαλής δείκτης για την ποιότητα και τις βασικές προτεραιότητες ενός κοινωνικού συστήματος. Θα αρκούσε ίσως γι' αυτό μια φράση από το τελευταίο γράμμα του Τσε στο Φιντέλ, όπου σημειώνει πως αφήνει τα παιδιά του στα χέρια του σοσιαλιστικού κράτους και το εμπιστεύεται πως θα τους δώσει όλα όσα χρειάζονται.

Την ίδια στιγμή, ο καπιταλισμός είναι γεμάτος θεωρητικές ευαισθησίες για το (κοινωνικό) φύλο και τις ταυτότητες, αλλά χτυπάει ευθέως τη μητρότητα -και μάλιστα στο όνομα της... ισότητας των δύο φύλων- ενώ την αμφισβητεί συνολικά ως έμπρακτο δικαίωμα. Ας αναλογιστούμε πχ πόσες γυναίκες δυσκολεύονται να βρουν δουλειά σε νεαρή αναπαραγωγική ηλικία, γιατί τα αφεντικά τους θεωρούν ανεπιθύμητη μια πιθανή εγκυμοσύνη τους -κι αν μπορούσαν, θα στείρωναν και τις υπαλλήλους τους. Ή πόσα ζευγάρια διστάζουν να αποφεύγουν να τεκνοποιήσουν γιατί τους πλήττει η αβεβαιότητα και δεν μπορούν να θρέψουν εαυτούς καλά-καλά.
Να αναπαραχθεί κανείς ή να μην αναπαραχθεί; Ιδού η απορία και το υπαρξιακό δίλημμα των καιρών μας...

Δεν υπάρχει πιο απάνθρωπη εκδήλωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας από αυτούς τους περιορισμούς σε βασικά στοιχεία που καθορίζουν την προσωπικότητα (ή ταυτότητα αν το προτιμούν κάποιοι). Τη δουλειά, την οικογένεια... Να μην μπορεί κανείς να αισθανθεί σιγουριά, να κάνει κάποια σχέδια για το μέλλον, ν' ανοίξει σπίτι, οικογένεια, να μη φοβάται σε τι κόσμο θα φέρει τα παιδιά του, να μη νιώθει πως τα ταλαιπωρεί, πως θέλει να τους προσφέρει και να μην μπορεί.

Εν κατακλείδι.
Οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης δεν είναι σπορά της τύχης, που μπορεί να εμφανιστεί τυχαία σε οποιαδήποτε χώρα και σύστημα. Στη διακήρυξη της κετουκε για τα 100 χρόνια, υπάρχει μια εύστοχη φράση που λέει ότι η μήτρα των κατακτήσεων είναι η κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό που τα προβλήματα στον καπιταλισμό προκύπτουν ακριβώς από την εκμεταλλευτική του φύση, που είναι η μήτρα της κοινωνικής αδικίας, όσο κι αν επιχειρούν να την καλλωπίσουν. Κι οι όποιες κατακτήσεις της εργατικής τάξης, στον καπιταλιστικό κόσμο, δεν είναι χαρισμένες, και δεν έρχονται ως καρπός της όποιας τεχνολογικής ανάπτυξης (η κατάσταση στο χώρο του τουρισμού, με τα υπερκέρδη και τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, τη στιγμή που ο λαός δεν έχει λεφτά για να πάει καν διακοπές είναι πολύ χαρακτηριστική για την αξία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και τα οφέλη που έχουν από αυτήν τα λαϊκά στρώματα). Είναι κερδισμένες με αίμα, θυσία και ταξικό αγώνα.

Αυτό ακριβώς είναι που θέλει να ξεχαστεί η αστική τάξη. Κι αυτό είναι το βασικό που οφείλει να γνωρίζει κανείς περί μητρότητας και κατακτήσεων...

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Κοινωνικοποίηση και σοσιαλισμός

Θα υπάρχουν ΚΤΕΛ στον κομμουνισμό; Και πώς αντιλαμβανόμαστε την κοινωνικοποίησή τους και τη λειτουργία τους σε αυτό το πλαίσιο;
Θα υπάρχουν γυράδικα, ψησταριές με σουβλάκια και καλαμάκια -που για εμάς θα είναι πουρουφάν και για τον Αθηναίο σύμμαχο κάτι άλλο;
Θα τρώμε χοιρινό κρέας και αγριογούρουνα, όπως στο χωρίο του Οβελίξ, ή θα γίνουμε όλοι vegan που θα σέβονται τα δικαιώματα και την προσωπικότητα των ζώων;
Θα υπάρχουν κότερα, κρουαζιερόπλοια, βίτσια και διαστροφές, τζόγος, λιμουζίνες, σαμπάνιες, προϊόντα πολυτελείας, που σπαταλούν πόρους;
Κι οι ερωτήσεις μπορεί να συνεχίζονται επ' αόριστον, διατυπώνοντας φαινομενικά αστείες απορίες, που είναι όμως πολύ σοβαρές, όσο αδυνατούμε βασικά να τις απαντήσουμε.

Ας μείνουμε όμως στο θέμα της κοινωνικοποίησης. Τι είναι αυτό που τη διαφοροποιεί ουσιαστικά από την κρατικοποίηση; Γιατί μιλάμε για κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων στη βιομηχανία και σε άλλους παραγωγικούς τομείς, αλλά επιλέγουμε τη μεταβατική μορφή του συνεταιρισμού για τη γη και τους αγρότες; Οι εμπορικές σχέσεις επιβιώνουν μόνο στην ύπαιθρο ή υπάρχουν στις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις που απαλλοτριώνονται από το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου;

Μια πρώτη, σχηματική κι ίσως λίγο απλοϊκή απάντηση είναι πως το κράτος παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής, στο όνομα της κοινωνίας συνολικά. Όσο παραμένει λοιπόν -έστω και με άλλη μορφή-περιεχόμενο- η διάκριση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, όπου το δεύτερο υπάρχει σα δύναμη πάνω από την πρώτη, για να οργανώνει την παραγωγή της, επιβάλλοντας τους όρους της κυρίαρχης τάξης, θα υπάρχει απόσταση (τυπική ή ουσιαστική) μεταξύ κοινωνικοποίησης και κρατικοποίησης (που είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για να φτάσουμε στην πρώτη). Απόσταση που θα εκμηδενιστεί μόνο με την άρση αυτής της αντίθεσης, με την κατάργηση του κράτους, που σταδιακά καθίσταται περιττό κι απονεκρώνεται,

Αυτό κάποιοι σοβιετικοί (πχ Βαζιούλιν) το ονόμαζαν τυπική κοινωνικοποίηση (σε διάκριση με την ουσιαστική) και το εξαρτούν από τους όρους παραγωγής και την αντίθεση μεταξύ των προωθημένων, κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, που δεν είναι ανεπτυγμένες σε αντίστοιχο βαθμό -για να καταστήσουν ουσιαστική την κοινωνικοποίηση. Τη θεωρούν μάλιστα ως τη βασική αντίθεση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου το σημαντικό είναι πως και οι δύο πόλοι της εντοπίζονται στη σφαίρα της παραγωγής κι όχι πχ της διανομής (στον καθένα ανάλογα με...).

Ο Ρούσης γράφει κάτι παρόμοιο στο βιβλίο του "ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς", καθώς δανείζεται μια βασική ιδέα του Μαρξ για τον καπιταλισμό (περί τυπικής κι ουσιαστικής υπαγωγής) και την εφαρμόζει στη μετάβαση στον κομμουνισμό, κάνοντας λόγο για τυπική κι ουσιαστική υπαγωγή της παραγωγής στον κομμουνισμό ( κατ' αυτόν το ιστορικό παράδειγμα της ΕΣΣΔ να ανήκει στην πρώτη περίπτωση). Πρόκειται για μια δημιουργική αντιγραφή, με έμφαση όμως στο δεύτερο σκέλος (την αντιγραφή) παρά στο πρώτο (της δημιουργίας) που είναι κάπως αδόκιμο και προβληματικό.

Γιατί υπάρχει όμως αυτή η διάκριση; Τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να κοινωνικοποιήσουμε άμεσα (εδώ και τώρα που θα έλεγε μια ψυχή ή με ένα νόμο κι ένα άρθρο, όπως θα πρόσθετε ένα κακέκτυπό της) όλα τα μέσα παραγωγής; Η απάντηση δε βρίσκεται στην έλλειψη της απαραίτητης βούλησης ή σε κάποια ρεφορμιστική αμφιταλάντευση, αλλά στα ίδια τα μέσα παραγωγής, το βαθμό ανάπτυξής τους, τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και το χαρακτήρα της εργασίας που συνδέεται με αυτά.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που στη γη προκρίνεται ο συνεταιρισμός, με το Στάλιν να εντοπίζει στην ύπαιθρο την επιβίωση εμπορευματικών σχέσεων στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης (πέρα από το εξωτερικό εμπόριο και τις όποιες συναλλαγές με άλλες καπιταλιστικές χώρες). Θεωρούσε δηλ εμπορευματικές τις ανταλλαγές προϊόντων και τις σχέσεις μεταξύ του κοινωνικοποιημένου βιομηχανικού τομέα και του μη κοινωνικοποιημένου αγροτικού τομέα της οικονομίας.

Η κοινωνικοποίηση δεν είναι μια απλή απαλλοτρίωση. Δεν έχει κανένα νόημα να κοινωνικοποιήσει η σοσιαλιστική εξουσία την ιδιοκτησία φτωχών αγροτών (ένα χωραφάκι και μερικά ζωντανά). Επίσης η αγροτική παραγωγή περιέχει μια σειρά αστάθμητους παράγοντες που δεν υπόκεινται εύκολα στον οικονομικό προγραμματισμό, αλλά υπονομεύουν και δυσχεραίνουν τον (κεντρικό) σχεδιασμό (πχ οι απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες.

Η κοινωνικοποίηση συμβαδίζει με την ανάπτυξη, με τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση -δηλ με τα μονοπώλια ως το τελευταίο σκαλοπατάκι της υλικής προετοιμασίας για το σοσιαλισμό- και με την αυτοματοποίηση που ενισχύει τον κεντρικό σχεδιασμό και ενοποιεί τη διεύθυνση των παραγωγικών μονάδων, απλοποιώντας την και καθιστώντας την περιττή σε βάθος χρόνου.

Με αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να σταθούμε κριτικά απέναντι στην εκτίμηση των σοβιετικών για το αν και σε ποιο βαθμό ήταν πλήρως κι ουσιαστικά κοινωνικοποιημένος ο βιομηχανικός τομέας κι οι επιχειρήσεις που είχαν απαλλοτριωθεί από το εργατικό κράτος. Ένας τομέας στον οποίο ναι μεν συναντούσαμε μεγάλες παραγωγικές μονάδες και σπέρματα εφαρμοσμένης αυτοματοποίησης, αλλά συνυπήρχαν με τη χρήση χειρωνακτικής εργασίας, σε σημαντικό βαθμό, και τον κυρίαρχο ρόλο των μηχανών, δηλ της εκμηχανισμένης παραγωγής. Η οποία ναι μεν κατέστησε εφικτή και άμεσα ορατή την προοπτική του σοσιαλισμού και της διαφορετικής οργάνωσης των παραγωγικών σχέσεων, αλλά δεν αντιστοιχεί στην αυτοματοποίηση και τις απαιτήσεις της κομμουνιστικής προοπτικής.

Αν το ερμηνεύω καλά, αυτοματοποίηση σημαίνει μια τέτοια ανάπτυξη, που θα ενοποιεί το σχεδιασμό και τη δραστηριότητα όλων των παραγωγικών μονάδων σε ένα ενιαίο, οργανικά δεμένο σύνολο, με τον ίδιο τρόπο που ο εγκέφαλος κατευθύνει τις συντονισμένες κινήσεις του σώματος και τις εντολές σε κάθε όργανο, καθιστά αυτονόητη την ενιαία λειτουργία τους, που γίνεται ασυνείδητα, στη βάση της συνήθειας. Κι αυτό συμβαίνει χωρίς να χρειάζεται κάποιο μέτρο για τη μεταξύ τους συνεργασία, με τον ίδιο τρόπο που σε ένα οργανισμό, υπάρχει μεν ισοζύγιο, αλλά οι κινήσεις είναι αυτόματες και δε χρειάζεται κάποιο αποδεικτικό πχ για το οξυγόνο που παρέχουν οι πνεύμονες στο αίμα, ώστε να γίνουν οι καύσεις που απαιτούν οι κινήσεις, κτλ.

Αυτή η κατεύθυνση δίνει βάρος στην περαιτέρω συγκέντρωση της παραγωγής, ώστε όλες οι μονάδες της να λειτουργούν ως ένα σώμα, κι όχι στο μικροαστικό κατακερματισμό και την αναρχική ιδέα της αυτοδιαχείρισης-αυτοδιεύθυνσης, που διαιωνίζει τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό των ξεχωριστών επιχειρήσεων, που δεν υπάγονται στην ίδια διεύθυνση, στο ίδιο σχέδιο και υπηρετούν ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα.

Αυτά μπορεί να μην απαντούν άμεσα στον καταιγισμό των εισαγωγικών ερωτήσεων, που θυμίζουν τις επίμονες απορίες ενός παιδιού, χωρίς να είναι απαραίτητα παιδιάστικες (από μικρό κι από τρελό, εξάλλου...). Δίνουν όμως, πιστεύω, μια καλή βάση για την κατανόηση της κοινωνικοποίησης, σε ένα γενικό πλαίσιο, που χρειάζεται εξειδίκευση, κατά περίπτωση...

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Το σωφρονιστικό σύστημα της ΕΣΣΔ - Μέρος Β'

Η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει το δεύτερο μέρος για το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα, από τη σχετική υποενότητα στο βιβλίο του Αναστάση Γκίκα για τη συμβολή των Ελλήνων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Το αναφέρω ως σωφρονιστικό (τόσο εδώ όσο και στον τίτλο της ανάρτησης), κατόπιν σχετικής υπόδειξης αρκετών σφων αναγνωστών, μολονότι ο ίδιος ο συγγραφέας επιλέγει να το γράφει ως "ποινικό", όπως θα δείτε διαβάζοντας αυτό το μέρος.

Ούτως ή άλλως όλα αυτά είναι δευτερεύουσας σημασίας ως προς την (πολύ ενδιαφέρουσα) ουσία του πράγματος και τα στοιχεία που μας δίνει για μια τόσο δυσφημισμένη περίοδο και πτυχή του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στοιχεία που εντυπωσίασαν ακόμα και τον ίδιο τον ερευνητή της μελέτης από την οποία προέρχονται όλες οι παραθέσεις αναφορικά με το ΒΑΜΙag, που αντιγράφει ο Γκίκας.

-.-.-

Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη παρένθεση για το ποινικό σύστημα στην ΕΣΣΔ παραθέτοντας ορισμένα στοιχεία από μια πρόσφατη αρχειακή έρευνα γύρω από την εκπαιδευτική-πολιτιστική δραστηριότητα στα Gulag. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής παρουσιάστηκαν στο περιοδικό Canadian Slavonic Papers (τεύχος Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2004) και υπήρξαν αποκαλυπτικά ακόμα και για τον ίδιο τον ερευνητή που τη διεξήγε. Ξεκινώντας από τον Τύπο των Gulag -και ειδικότερα τον Τύπο του BAMIag, ενός εκ των πολυπληθέστερων του δικτύου Gulag στην Άπω Ανατολή- ο συγγραφέας της μελέτης W.T.Bell κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, πολύ πέραν της καθιερωμένης εικόνας που έχει καθιερωθεί στη βιβλιογραφία τύπου Σολζενίτσιν, τα Gulag αποτελούσαν τμήμα της διαδικασίας μετασχηματισμού της κοινωνίας, επιστρατεύοντας την εργασία, την εκπαίδευση και την κουλτούρα ως κύρια οχήματα για τη διαμόρφωση του ατόμου.

Ο ίδιος διευκρινίζει εξ αρχής πως η έρευνά του δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία στα πλαίσια της σύγχρονης ιστοριογραφίας, αφού πλήθος ακαδημαϊκών μελετών έχουν ήδη αναδείξει το ζήτημα της πολιτιστική-εκπαιδευτικής επανάστασης ως αναπόσπαστο παράγοντα στη διαμόρφωση ενός νέου τύπου ανθρώπου στη Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του 1930: διαδικασία που επεκτάθηκε και στο ποινικό σύστημα της ΕΣΣΔ. Πράγματι, επισημαίνει ο Bell, από πολύ νωρίς, "οι μπολσεβίκοι... έδιναν έμφαση κυρίως στην επιμορφωτική, παρά στην κατασταλτική [punitive] πλευρά του ποινικού συστήματος". Η άποψη αυτή επαναλαμβάνεται και στα σχετικά κομματικά έγγραφα της περιόδου του λεγόμενου "Μεγάλου Τρόμου".

Το BAMIag διέθετε ειδικό Τμήμα Εκπαίδευσης και Πολιτισμού (KVCh), το οποίο και ήταν υπεύθυνο για όλες τις ανάλογες δραστηριότητες. "Οι αρχές", σημειώνει ο συγγραφέας, "διέθεταν αναμφισβήτητα σημαντικές πηγές" (χρήματα, προσωπικό, εγκαταστάσεις, κλπ) για την έκδοση, για παράδειγμα, εφημερίδων ή περιοδικών ποικίλης ύλης, των οποίων η ποιότητα σε πολλές περιπτώσεις "δεν είχε τίποτε να ζηλέψει" από τα αντίστοιχα έντυπα που κυκλοφορούσαν στην επικράτεια. Ο Τύπος των Gulag στόχευε, συν τοις άλλοις, στο να αποτελέσει συνδετικό κρίκο των έγκλειστων με τον "έξω κόσμο", γεγονός που φανέρωνε σύμφωνα με τον Bell την πρόθεση της κεντρικής εξουσίας, όχι να τους απομονώσει από την υπόλοιπη κοινωνία, αλλά να τους διατηρήσει ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτής.

Το εύρος της ύλης εκτεινόταν από περιγραφές των αποτελεσμάτων της άμιλλας μεταξύ των τμημάτων ή των μπριγάδων εργασίας, βιογραφίες των καλύτερων εργατών (οι έγκλειστοι δεν αναφέρονταν ποτέ ως κατάδικοι, κλπ, αλλά ως εργάτες, ιδιότητα που δε μείωνε την προσωπικότητά τους: ως γνωστό ο εργάτης διέθετε ανυψωμένη θέση στην ΕΣΣΔ), άρθρα για διάφορα θέματα πολιτισμού, υγιεινής, κλπ. Υπήρχαν τέλος εκδόσεις αφιερωμένες στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, οι οποίες περιείχαν από πληροφορίες γύρω από τη ρωσική γλώσσα μέχρι μαθηματικά προβλήματα. Το τιράζ της κυριότερης εφημερίδας, της Stroitel Bama άγγιζε τις 10.000, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έφτανε και τις 20.000 φύλλα. Οι κρατούμενοι ενθαρρύνονταν στο να στέλνουν επιστολές στην εφημερίδα (συνήθης πρακτική στη Σοβιετική Ένωση) γράφοντας τις γνώμες τους "όχι μόνο για τα καλώς αλλά και για τα κακώς κείμενα".

Το έντυπο Λογοτεχνία και Τέχνη του BAMIag κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1936 ως ένθετο της Stroilet Bama. Πραγματευόταν σύγχρονα ζητήματα και προσεγγίσεις αναφορικά με τη λογοτεχνία στη Σοβιετική Ένωση, προσφέροντας παράλληλα και ιδιαίτερα εξεζητημένες αναλύσεις όπως "για το φορμαλισμό και το νατουραλισμό στη λογοτεχνία". Το υλικό του ένθετου εμπλουτιζόταν επίσης συχνά με αφιερώματα σε κλασικούς και σύγχρονους Ρώσους συγγραφείς (Μαγιακόφσκι, Πούσκιν, Γκόρκι, κ.ά).

Εκτός αυτού, εκδιδόταν επιπλέον μια λογοτεχνική επιθεώρηση, την οποία συνέγραφαν και επιμελούνταν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Διέθετε 35-50 σελίδες και η μέση κυκλοφορία της έφτανε τα 3.000 αντίτυπα. Αναμεταξύ των συμβαλλόντων σε υλικό (ποιήματα, μικρές ιστορίες) αναδείχτηκαν σημαντικά ονόματα των σοβιετικών γραμμάτων και τεχνών, όπως ο Vasilii Azhaev, ο οποίος γράφοντας τις πρώτες ιστορίες του όντας έγκλειστος στο BAMIag στα μέσα της δεκαετίας του 1930 (καταδικάστηκε για αντεπαναστατική δράση), έφτασε να τιμάται το 1948 με το Βραβείο Στάλιν (μετέπειτα Κρατικό Βραβείο) για τη συγγραφική του δουλειά.

Η πολιτιστική δραστηριότητα στο ΒΑΜΙag συμπληρωνόταν, όπως μαθαίνουμε, από μουσικά σχήματα έγχορδων και κρουστών, καθώς και από μια υπό σύσταση συμφωνική ορχήστρα. Λειτουργούσε ακόμα δραματικός κύκλος, του οποίου οι παραστάσεις καλύπτονταν συχνά μέσα από τις στήλες του Τύπου. Υπήρχαν τέλος οι λεγόμενες κόκκινες γωνιές, βιβλιοθήκες, πολιτικοί κύκλοι συζητήσεων, κ.ά., ενώ παράλληλα διοργανώνονταν και αθλητικοί αγώνες*.

*Οι μαρτυρίες ατόμων που έζησαν και μετείχαν στα παραπάνω παρουσιάζουν επίσης ενδιαφέρον. Ένα παράδειγμα: στο Gulag του Βαρκουτά, ήταν οι ίδιοι κρατούμενοι, οι οποίοι πρότειναν στη Διοίκηση τη σύσταση θεατρικής ομάδας (1945). Η πρόταση έγινε δεκτή και χρηματοδοτήθηκε από το ειδικό κονδύλι που προορίζονταν για τις πολιτιστικές-εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Το Θέατρο του Μπαραμπάνοφ, όπως ονομάστηκε, στελέχωσαν πάνω από 200 άτομα και διέθετε δραματικό σχήμα, οπερέτα, συμφωνική ορχήστρα και τζαζ. Η θεατρική ομάδα του Gulag έδινε παραστάσεις κυρίως εντός του στρατοπέδου, αλλά έκανε και πολλές περιοδείες στα γύρω χωριά και τις πόλεις. Οι παραστάσεις ήταν δωρεάν. Αξίζει να σημειώσουμε πως στα θεατρικά αυτά συμμετείχαν σε ορισμένες περιπτώσεις και οι φαντάροι, το προσωπικό των Gulag που του συνόδευε/φύλαγε: λίγο πριν το ανέβασμα του έργου, αναφέρει μια μαρτυρία, "βγάζανε τα στρατιωτικά τους, βάζανε τη στολή της παράστασης και μαζί με τους εξόριστους ηθοποιούς συμμετείχαν και αυτοί στην παράσταση".

Μέσα και από τις στήλες της Stroitel' Bama τονιζόταν συχνά πως ο "ζήλος" και ο "ηρωισμός" που απαιτούνταν για την "τελική νίκη", δηλαδή την επιτυχή εκπλήρωση του έργου στο οποίο εργάζονταν οι εργάτες των Gulag, σχετιζόταν άμεσα με το επίπεδο της "μορφωτικής-πολιτιστικής τους δύναμης". Το σκεπτικό ήταν πως μέσα από την εργασία τους, οι έγκλειστοι δε συνέβαλαν απλά και μόνο στην κατασκευή, για παράδειγμα, ενός σιδηροδρόμου, αλλά συμμετείχαν στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ανοικοδομώντας ταυτόχρονα και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Η φιλοσοφική αυτή προσέγγιση στο χαρακτήρα του σωφρονιστικού συστήματος έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά την εμφάνιση και άνοδο του σταχανοφικού κινήματος. Ένα στοιχείο που δε θα βρεθεί πουθενά στη βιβλιογραφία: σταχανοβίτες υπήρχαν και ανάμεσα στους εργάτες των Gulag! Ένας σταχανοβίτης του BAMIag εν ονόματι Egorov, περιέγραψε την προσωπική του εμπειρία σε άρθρο με τίτλο "Πώς έγινα σταχανοβίτης: Για την κολεκτίβα και για τον εαυτό μου". Μια μέρα λοιπόν, ο Egorov είδε ένα σλόγκαν που έγραφε: "Χτες κλέφτης-σήμερα ήρωας της εργασίας". Αργότερα έμαθε πως το σλόγκαν αυτό ανήκε στον Sharov, ένα πρώην μέλος της κολεκτίβας στην οποία εργαζόταν και εκείνος. Ο Sharov είχε πετύχει την υπερπλήρωση της νόρμας κατά 220%. Εμπνεόμενο από το παράδειγμά του, ο Egorov, μπόρεσε να βελτιώσει την εργασία του ώστε να παράγει 300-350% πάνω από την καθορισμένη ημερήσια νόρμα. Οι επενδύσεις αυτές αποδείχτηκαν επωφελείς τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο για την κολεκτίβα του γενικότερα.

Οι ηθικές και υλικές ανταμοιβές των πρωτοπόρων εργατών στα Gulag δεν πρέπει να παραβλεφθούν: Όταν, για παράδειγμα, οι εργάτες του BAMIag διεκπεραίωσαν την κατασκευή ενός καναλιού 227 χιλιομέτρων σε λιγότερο από δυο χρόνια (Σεπτέμβριος 1931-Μάιος 1933) δε χαιρετίστηκαν απλά ως ήρωες από τον Τύπο. 12.484 εξ αυτών έλαβαν εξιτήρια αμέσως μετά τη λήξη του έργου, ενώ άλλοι 59.516 έλαβαν σημαντικές μειώσεις στη χρονική διάρκεια των ποινών τους.

Διευκρινίζεται τέλος στην έρευνα του Bell -και αυτό είναι πολύ σημαντικό- πως οι συνθήκες διαβίωσης στα Gulag δεν ήταν βέβαια εύκολες, αν και ποικίλαν από μέρος σε μέρος και από περίοδο σε περίοδο. Πουθενά όμως δε διαγράφεται κάποια εσκεμμένη πολιτική εκ μέρους της πολιτικής εξουσίας, ώστε να λειτουργούν οι μονάδες αυτές με όρους αρνητικούς (ως και εξοντωτικούς όπως ισχυρίζονται ορισμένοι) για τους κρατούμενους.

Το ποινικό σύστημα της ΕΣΣΔ χρήζει αναμφίβολα ουσιαστικότερης προσοχής και σίγουρα δε διατηρούμε καμιά ψευδαίσθηση αναφορικά με το κατά πόσο καταφέραμε να καλύψουμε το θέμα αυτό επαρκώς μέσα από λίγες και μόνο παραγράφους. Έχει αξία όμως να υπογραμμιστεί πως καμία από τις υπάρχουσες βιβλιογραφικές παραγωγές δεν μπαίνει στον κόπο ούτε καν να το αγγίξει. Έτσι, τα Gulag ειδικότερα, αλλά και το σωφρονιστικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης στο σύνολό του, αντιμετωπίζονται βάσει μιας ευρύτερα αποκρυσταλλωμένης αντιεπιστημονικής και βαθύτατα αντικομμουνιστικής "παραδοχής" που εξισώνει τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης με τα "Gulag του Στάλιν". Και μέχρι εκεί. Ωστόσο, όσο θα εντρυφούμε βαθύτερα στην ουσία του θέματος τόσο περισσότερο θα εκτίθενται οι ιδεολογικοπολιτικές σκοπιμότητες πίσω από έναν τέτοιο παραλληλισμό.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Σύντομη επισκόπηση του ποινικού συστήματος της ΕΣΣΔ

Η σημερινή μέρα θα απαιτούσε  ίσως, τιμής ένεκεν, ένα πασοκικό κείμενο, αλλά η κε του μπλοκ προτίμησε να αντιγράψει και να δημοσιεύσει ένα απόσπασμα από το πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο βιβλίο του Αναστάση Γκίκα (του τμήματος Ιστορίας της κετουκε) "Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ", ένα απόσπασμα που αναφέρεται στο σοβιετικό, σωφρονιστικό σύστημα, για το οποίο έχουν γραφτεί πάρα πολλά, αλλά σε ελάχιστα από αυτά μπορεί να βρει κανείς τα παρακάτω στοιχεία (εδώ παρατίθεται το πρώτο μέρος, και πιθανότατα τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσει και το δεύτερο, που συμπληρώνει τη σχετική υποενότητα)


Τη δεκαετία του 1930 το σοβιετικό ποινικό σύστημα αποτελούνταν από ένα σωφρονιστικό δίκτυο, το οποίο περιελάμβανε: 1. τις φυλακές, 2 τα στρατόπεδα εργασίας (Gulag), 3. τις "αποικίες εργασίας", και 4. τις ειδικές ανοικτές ζώνες. Ο σοβιετικός πολίτης ο οποίος κρινόταν προφυλακιστέος στελνόταν κατά κανόνα σε μια κανονική φυλακή, ενώ παράλληλα πραγματοποιούνταν οι σχετικές έρευνες για να διαπιστωθεί εάν είναι αθώος ή ένοχος. Στην περίπτωση που η δικαστική αρχή αποφαινόταν καταδικαστικά, τότε ο κατηγορούμενος θα μπορούσε ενδεχομένως -ανάλογα και με τη σοβαρότητα της ποινικής πράξης- να πληρώσει ένα πρόστιμο, ή να φυλακιστεί ή, πολύ πιο σπάνια, να αντιμετωπίσει την ποινή της εκτέλεσης. Ένα πρόστιμο μπορούσε να είναι ένα δεδομένο ποσοστό επί των αμοιβών του για μια καθορισμένη χρονική περίοδο. Εκείνοι που καταδικάζονταν σε φυλάκιση στέλνονταν σε κάποια φυλακή, της οποία ο βαθμός ασφάλειας ποίκιλε ανάλογα με την παράβαση.

Όσοι καταδικάζονταν σε ποινές αναγκαστικής εργασίας με διάρκεια λιγότερη του ενός έτους δε μεταφέρονταν καν σε φυλασσόμενες ποινικές εγκαταστάσεις. Οι καταδικασθέντες δε στερούνταν την ελευθερία τους. Εξέτιαν την ποινή τους στον τόπο εργασίας όπου απασχολούνταν και στο παρελθόν, ή σε συγκεκριμένες παραγωγικές μονάδες οι οποίες έπρεπε να απέχουν το μάξιμουμ 10 χιλιόμετρα από τον τόπο κατοικίας τους. Στην ασυνήθιστη περίπτωση που ο υπόδικος καλούνταν να εκτίσει την ποινή του σε χώρο εργασίας βρισκόμενο πέραν του ορίου των 10 χιλιομέτρων, το κράτος αναλάμβανε τα έξοδα μετακίνησης. Το ποσοστό παρακράτησης επί του μισθού τους δεν υπερέβαινε το 25%. Αυτού του είδους οι ποινές αντιπροσώπευαν το 48% του συνόλου των ποινών που επιβλήθηκαν το 1935 από τα σοβιετικά δικαστήρια.

Στις αποικίες εργασίας και στα Gulag στέλνονταν εκείνοι που είχαν διαπράξει σοβαρές παρατυπίες (ανθρωποκτονία, ληστεία, βιασμός, οικονομικά αδικήματα, κλπ), καθώς επίσης και ένα μεγάλο ποσοστό εκείνων που καταδικάζονταν για αντεπαναστατικές δραστηριότητες. Παραβάτες του ποινικού δικαίου, οι οποίοι καταδικάζονταν σε κάθειρξη μεγαλύτερη των 3 ετών μπορούσαν επίσης ενδεχομένως να σταλούν στα Gulag. Έχοντας τελέσει μέρος της ποινής του σε κάποιο Gulag, ένας φυλακισμένος μπορούσε στη συνέχεια να μεταφερθεί σε μια αποικία εργασίας ή σε μια ειδική ανοικτή ζώνη.

Τα Gulag ήταν ιδιαίτερα εκτενείς περιοχές όπου οι φυλακισμένοι ζούσαν και εργάζονταν υπό στενή επίβλεψη. Σε αυτά εξέτιαν τις ποινές τους όσοι κρίνονταν ένοχοι για σοβαρά εγκλήματα του ποινικού δικαίου, για αντεπαναστατικές ενέργειες ή για αδικήματα γενικά για τα οποία προβλέπονταν ποινές κάθειρξης άνω των τριών ετών. Ο αριθμός τους το 1940 ήταν 53.

Την ίδια χρονιά υπήρχαν επίσης 425 αποικίες εργασίας. Αυτές ήταν πολύ μικρότερες μονάδες από τα Gulag και χαρακτηρίζονταν από ένα πολύ πιο ελεύθερο καθεστώς κράτησης με λιγότερη επίβλεψη. Εκεί στέλνονταν κρατούμενοι με μικρότερες ποινές, που είχαν διαπράξει τις λιγότερο σοβαρές εγκληματικές ή πολιτικές παραβάσεις. Εργάζονταν ελεύθερα στα εργοστάσια ή τους αγρούς και αποτελούσαν μέρος της κοινωνίας των πολιτών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το σύνολο των αμοιβών που κέρδιζε από την εργασία του παρέμενε στο φυλακισμένο, ο οποίος από αυτή την άποψη αντιμετωπιζόταν όπως ο οποιοσδήποτε άλλος εργαζόμενος.

Τέλος, οι ειδικές ανοιχτές ζώνες ήταν γενικά γεωργικές περιοχές που προορίζονταν κυρίως για εκείνους που είχαν αποκουλακοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κολεκτιβοποίησης. Ένας αριθμός εκ των καταδικασθέντων που βρίσκονταν ένοχοι για δευτερεύουσες εγκληματικές ή πολιτικές παραβάσεις εξέτιαν επίσης τις ποινές τους στις περιοχές αυτές.

Ενδεικτικός των σχετικά χαλαρών μέτρων φύλαξης των έγκλειστων στα Gulag και τις αποικίες εργασίας είναι ο αναλογικά μεγάλος αριθμός των αποδράσεων: μόνο την περίοδο 1934-1939 απέδρασαν συνολικά 311.926 άτομα. Στη συνέχεια τα μέτρα φύλαξης βελτιώθηκαν σημαντικά.

Η Έκθεση για τις "Συνθήκες στην Ποινική Αποικία Εργασίας του Nizhni Novgorod", την οποία συνέταξαν οι Σύμβουλοι του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ Kiselev και Novikov, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βαρύτητα που προσέδιδε η σοβιετική εξουσία στην ποιότητα του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας. Εκτός από τις αυστηρές συστάσεις που γίνονται γύρω από τις συνθήκες διαμονής, σίτισης και εργασίας των κρατούμενων, έκπληξη προκαλεί η αναφορά στην εκπαιδευτική-πολιτιστική δραστηριότητα του ιδρύματος. Ακολούθως, υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα για αύξηση του ήδη υπάρχοντος αριθμού συνδρομητών σε εφημερίδες και περιοδικά, για την επέκταση της Λέσχης των κρατούμενων, καθώς και για τη διεύρυνση των προγραμμάτων κατά του αναλφαβητισμού, όπως και άλλων μαθημάτων διαφόρων κατευθύνσεων που διδάσκονταν στην Αποικία*.

*Άλλα στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα και αξίζει να αναφερθούν περιλαμβάνουν, α) το γεγονός πως η εργασία δεν ήταν υποχρεωτική (το 64,8% εργαζόταν, εξασφαλίζοντας και ένα επιπρόσθετο εισόδημα το οποίο είτε κρατούσαν είτε διέθεταν για αγορά διαφόρων αγαθών μέσα στην Αποικία -πέραν των βασικών που ήταν βέβαια δωρεάν) και β) πως σε ένα μεγάλο ποσοστό -περίπου το ένα τρίτο- των έγκλειστων ήταν άτομα που είχαν κριθεί προφυλακιστέοι αναμένοντας τελεσίδικη απόφαση της αρμόδιας δικαστικής αρχής. Βλέπε Έκθεση για τις "Συνθήκες στην Ποινική Αποικία Εργασίας του Nizhni Novgorod", 10 Αυγούστου 1932.

Το ποινικό σύστημα της ΕΣΣΔ σχολίασε ο Αμερικανός Δικαστής Leibowitz, οι εντυπώσεις του οποίου δημοσιεύτηκαν στο γνωστό περιοδικό Life τον Ιούνιο του 1959 και εμφανίζονται διαμετρικά αντίθετες σε σχέση με την παγιωμένη εικόνα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία: "Τα Σοβιετικά επιτεύγματα σε αυτόν τον τομέα είναι τόσο εκπληκτικά που κάνουν τις αμερικανικές μεθόδους να φαντάζουν απαρχαιωμένες". Όπως αναφέρει ο ίδιος, η Ποινική Αποικία του Krukovd, μπορεί να διέθετε "μουντά, μη εντυπωσιακά κτίρια", ωστόσο, παρουσίαζε παράλληλα "ευφυή, ανθρώπινη, διορατική διοίκηση από πάνω ως κάτω... Οι τρόφιμοι... δεν είχαν εκείνη την καταπονημένη, ντροπιασμένη όψη ενός Αμερικανού τροφίμου... Πρέπει κανείς να γνωρίζει από πρώτο χέρι την αρρωστημένη ατμόσφαιρα του προαύλιου μιας μέσης αμερικανικής φυλακής προκειμένου να μπορέσει να εκτιμήσει αυτό που είδα και αυτό που ένιωσα καθώς παρατηρούσα αυτούς τους Ρώσους τρόφιμους... Έτρωγαν με άνεση: τέσσερα άτομα ανά τραπέζι και αρκετό φαγητό για όλους... Στην πραγματικότητα αμείβονται για την εργασία που εκτελούν στη φυλακή, όπως ακριβώς θα αμείβονταν για μια αντίστοιχη δουλειά έξω. Είναι δύσκολο να αναλογιστεί κανείς πόσο σημαντικό είναι αυτό το γεγονός από μόνο του... Αμείβονται και πληρώνουν για την ίδια τους την κράτηση... Το υπόλοιπο πηγαίνει προς υποστήριξη των οικογενειών τους...

ΠΙΝΑΚΑΣ Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΣΣΔ

                                                    1924-25                1925-26
Σχολές                                                122                        304
Εκπαιδευτικό προσωπικό                   251                        348
Κύκλοι μαθημάτων Πολιτικής           162                        204
Κύκλοι μαθημάτων Θεάτ-Μουσικής 374                        401
""   "" φυσικού πολιτισμού                 279                        393
Αριθμός σεμιναρίων                       16.471                  20.294

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Ο τσελεμεντές του κομμουνιστή

Το ωραίο με το Βλαδίμηρο (ένας είναι ο Βλαδίμηρος και δεν εννοώ προφανώς τον Πούτιν) είναι πως σε 50τόσους τόμους άπαντα και 30 χρόνια πυκνών ιστορικών γεγονότων, στα οποία αναφέρεται, μπορεί κανείς να βρει τα πάντα και τα αντίθετά τους, τις πιο διαφορετικές συγκυρίες, τακτικές επιλογές (που τις υπαγορεύουν οι συγκυρίες), αναλύσεις, για να διαλέξει αυτή που του ταιριάζει, από τον μπουφέ της ιστορίας, όπως έγραφε η Ρόζα (μία είναι η Ρόζα και δεν εννοώ τη συνιστώσα του Σύριζα) σε κάποια αντίστοιχη περίπτωση -αν δεν κάνω λάθος για το δίπολο "μεταρρύθμιση ή επανάσταση".

Έτσι λοιπόν, μπορεί κανείς να αμπελοφιλοσοφεί με τις ώρες, τις μέρες και τους μήνες, γιατί "δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα, χωρίς επαναστατική θεωρία" ή να μην ανοίξει ποτέ του βιβλίο, μια θεωρητική επεξεργασία ή ένα πρόγραμμα κόμματος, γιατί ένα πραγματικό βήμα για το κίνημα είναι δέκα φορές πιο σημαντικό κι ουσιαστικό από κάθε κείμενο, πρόγραμμα, απόφαση, κτλ (δεν το μεταφέρω αυτολεξεί, αλλά στο γενικό του νόημα). Κι εξάλλου ο Λένιν είχε γράψει κάπου πως είναι προτιμότερο να ξεκινήσεις το επαναστατικό άλμα και να πορευτείς βλέποντας και κάνοντας, παρά να καταδικαστείς στην αιώνια ακινησία.

Κι έτσι φτάνουμε στο βασικό θέμα του σημερινού σημειώματος: τους προβληματισμούς πάνω στο ζήτημα της μετάβασης και τις πιο αντιφατικές σχετικές απόψεις, που μπορούν να συμπυκνωθούν στο εξής δίπολο.

ΠΟΛΟΣ Α'

Χρειάζεται ένας συγκεκριμένος οδικός χάρτης της μετάβασης (συνήθως λέγεται μεταβατικό πρόγραμμα) και μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση που να πείθει, να κερδίζει τον κόσμο και είτε να θέτει συγκεκριμένους στόχους, που θα τον πάνε ακόμα πιο μακριά από την ίδια τη δυναμική τους (παίζοντας ταυτόχρονα με την άγνοια κινδύνου του κόσμου) είτε να του εξηγούν αναλυτικά τις δυσκολίες κι αυτούς τους κινδύνους, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους θα αντιμετωπιστούν. Διαφορετικά, δεν υπάρχει περίπτωση να μας πάρει κανείς στα σοβαρά, όσο μιλάμε αφηρημένα.

Συνήθως βέβαια, το πρόβλημα με αυτούς τους χάρτες είναι πως αποτελούν σχέδια επί χάρτου, σε συνθήκες εργαστηρίου, που φτιάχνουν μια ευθεία γραμμή (σαν το παιδικό παιχνίδι με τις αριθμημένες κουκκίδες), χωρίς να παίρνουν υπόψη τους τα διαλεκτικά άλματα της επανάστασης και τα ζιγκ-ζαγκ, δηλ τις αντιφάσεις, της πραγματικής ζωής. Κι όσο περισσότερες λεπτομέρειες έχουν, τόσο λιγότερο πειστικά γίνονται, φανερώνοντας τις εγγενείς αδυναμίες τους. Όσο πιο αναλυτικά κι επεξηγηματικά είναι, τόσο μπλέκουν σε αξεδιάλυτες αντιφάσεις, σε έναν γόρδιο δεσμό, που επιχειρούν να τον λύσουν με συμβατικά μέσα, αντί να τον κόψουν δυναμικά, με ένα σπαθί.

ΠΟΛΟΣ Β'

Δεν έχει νόημα να δίνουμε έτοιμες συνταγές για την κοινωνία του μέλλοντος, λεπτομερή σχέδια πέρα από τις γενικές αρχές - νομοτέλειες και αναλυτικές, σχολαστικές περιγραφές για το πώς θα φτάσουμε εκεί. Η επανάσταση και οι διακυμάνσεις της είναι εξαιρετικά πρωτότυπες καταστάσεις για να τις κλείσουμε σε έτοιμα σχήματα κι ένα προκατασκευασμένο καλούπι.

Αυτό είναι σωστό, αλλά μας λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Γιατί η μετάβαση -ακριβώς επειδή είναι πρωτότυπη- δεν μπορεί να είναι αφηρημένη. Χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης και -κοντά στα άλλα- μιας σειράς άλλων θεμάτων για τα πρώτα άμεσα καθήκοντα της επανάστασης, από την αμυντική της ικανότητα ενάντια σε μια (πιθανή αλλά σχεδόν βέβαιη) ιμπεριαλιστική επέμβαση, μέχρι διάφορα εξειδικευμένα ζητήματα της παραγωγής. Κι αν αυτό σήμερα μοιάζει πολύ μακρινό, είναι ωστόσο βέβαιο πως όσο ισχυροποιείται το κίνημα, τόσο πιο άμεσα θα τις χρειάζεται και τόσο πιο ικανό θα είναι, για να κάνει τέτοιες επεξεργασίες με αξιώσεις.

Στο πρόγραμμα του ΚΚΕ υπάρχει μια αρκετά αναλυτική περιγραφή της σοσιαλιστικής κοινωνίας, του πολιτικού της συστήματος, της παραγωγικής της δομής, των γενικών της νομοτελειών. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μια επαναστατική εξουσία θα μπορέσει να πετύχει μονομιάς όσα περιγράφει το πρόγραμμα, καθώς αυτό θα καθοριστεί από διάφορους αστάθμητους παράγοντες (πχ ιμπεριαλιστική περικύκλωση, δυσμενείς διεθνείς συσχετισμοί). Κι από την άλλη, αν καταφέρει να εδραιωθεί και να φτάσει σε αυτό το σημείο, θα προχωρήσει λίγο-πολύ σύντομα και στις επόμενες φάσεις, καθώς ο σοσιαλισμός είναι μια μεταβατική κοινωνία κι όχι κάτι δοσμένο ή τελειωμένο.
Έχει όμως μια αξία η επεξεργασία αυτή, γιατί δείχνει την κατεύθυνση, ένα όραμα, γιατί αξίζει να οργανωθεί και να παλέψει κανείς.

Από την άλλη, παραμένει ανοιχτό (και μόνο στην πράξη μπορεί να λυθεί) το ζήτημα "πώς θα φτάσουμε εκεί", όχι ως προς το δρόμο που θα επιλέξουμε (αν θα είναι δηλαδή κοινοβουλευτικός, "ειρηνικός" ή επαναστατικός), αλλά για όσα μπορεί να προκύψουν στη διαδρομή, τα ρήγματα που θα την επισπεύσουν, κτλ (χωρίς να υπάρχει όμως καμία αυταπάτη ότι μπορεί να κόψει κανείς δρόμο για να γλιτώσει την ανηφόρα). Και για αυτό μπορεί να υπάρχει μια γενική ιδέα (όπως πχ η σύνδεση της επαναστατικής κατάστασης με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο) ή διάφορες ιδέες, αλλά σίγουρα όχι καμία έτοιμη συνταγή από τον τσελεμεντέ του κομμουνιστή, που παραδίδεται από γγ σε γγ (κι ο τωρινός γγ είναι σίγουρα καλοφαγάς) ή από δρουίδη σε δρυίδη (όποιο από τα δύο και αν είναι τελικά το σωστό -το δεύτερο μάλλον). Οπότε η συζήτηση για τα μανιτάρια παραμένει ανοιχτή στο γαλατικό χωριό:
-Να τα κάνουμε σούπα! -Όχι, να τα σοτάρουμε...

Αν τώρα κάποιοι τα βλέπουν όλα αυτά βυζαντινολογίες για το φύλο του αγγέλου και συνταγές από αρχάριους σεφ, που θέλουν να γίνουν μάστερ(σεφ) -αφέντες στη θέση των τωρινών και να πάρουν την εξουσία, είναι δικαίωμά τους. Το πιο πιθανό είναι πως η δικτατορία του προλεταριάτου πέφτει πολύ βαριά στα δικά τους ευαίσθητα στομάχια, που είναι συνηθισμένα στις αστικές γκουρμεδιές και το παντεσπάνι.

Όσο για τους υπόλοιπους, που δεν ανήκουν στην ίδια συνομοταξία αλλά επηρεάζονται από τέτοιες απόψεις, το χειρότερο είναι όταν καταφέρνουν να σου προσάπτουν και τα δύο μαζί ταυτόχρονα: ότι δηλ δεν έχεις μια επεξεργασμένη κι ολοκληρωμένη πρόταση εξουσίας, για να πειστεί ο κόσμος (που κατά βάθος καταλαβαίνει πολύ καλά, αλλά ψάχνει να κόψει δρόμο στην ανηφόρα) και από την άλλη πως έχεις έτοιμες συνταγές για την κουζίνα/κοινωνία του μέλλοντος (που εδώ παραδόξως τις θεωρεί παλιές, κι όχι αγνές και παραδοσιακές).

Ε, ας αποφασίσουν λοιπόν, για να ξέρουμε κι εμείς τι πρέπει να κάνουμε.
Τη σούπα με μανιτάρια... (που θα 'λεγε κι ο σύντροφος Οβελίξ)

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Ένα φάντασμα πλανάται

...πλάνην οικτρά

Αυτή είναι μια γνωστή φράση των κλασικών από το κομμουνιστικό μανιφέστο. Κι αυτός είναι ο τίτλος που διάλεξε για το βιβλίο του ο Ευτύχης Μπιτσάκης, λίγο καιρό αφού η Σοβιετία ανελήφθη εις ουρανούς, όπου δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την έφοδό της, κι ο (ανώριμος) κομμουνισμός, δηλ ο σοσιαλισμός, ήταν πια ένα φάντασμα που πλανιόταν πάνω από την καπιταλιστική δύση και στοίχειωνε την ιστορική μνήμη των αστών.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ακριβώς ο χρόνος έκδοσής του, το ευρωσωτήριο 1992, μόλις μερικούς μήνες μετά την τελευταία πράξη της ΕΣΣΔ, ενώ το πτώμα της ήταν ακόμα ζεστό, αν και ήδη διαμελισμένο, κι όχι αργά το σούρουπο, που έρχεται το πουλί της σοφίας να φωτίσει τη σκέψη μας. Είναι διακριτή η βιασύνη του Μπιτσάκη να προλάβει τον απόηχο των γεγονότων, για να απαντήσει στις αγωνίες και τα ερωτήματα του κόσμου που τα παρακολουθούσε αμήχανος ή να κάνει καλές πωλήσεις.

Αυτό αποτυπώνεται και στο περιεχόμενο του βιβλίου, που είναι περισσότερο ένα χρονικό-αλμανάκ στο μεγαλύτερο μέρος του και παρουσιάζει μεγαλύτερο δημοσιογραφικό-ιστορικό ενδιαφέρον για μερικές λεπτομέρειες και την πολύ καλή αποδελτίωση του τύπου της εποχής που προσφέρει (πχ μια συλλεκτική συνέντευξη του Μιχάλη Ράπτη-Πάμπλο στο Πριν, το 91'), παρά για το θεωρητικό κομμάτι και τις ερμηνείες που μας δίνει.

Το βιβλίο είναι σχετικά ογκώδες, αλλά γεμάτο επαναλήψεις, αντιφάσεις (τυπικής λογικής), αστικά κλισέ κι εύκολους αφορισμούς. Για παράδειγμα, ενώ συχνά-πυκνά κατακεραυνώνει τη συνωμοτική αντίληψη της ιστορίας και το νεοσταλινικό ιερατείο -sic- δηλ το ΚΚΕ, που την ασπάζεται, ο ίδιος αναφέρεται πολλές φορές στην προδομένη επανάσταση (όπως κι ο Τρότσκι, τον οποίο έχει σε μεγάλη εκτίμηση) και στον επαίσχυντο Γκόρμπι, που πρόδωσε (όχι την υπόθεση του σοσιαλισμού γενικά, αλλά) την Περεστρόικα, η οποία οδηγήθηκε σε αποτυχία!!

Το πιο εντυπωσιακό σε όλα αυτά, δεν είναι η ρηχή, επιφανειακή ματιά (που μπορεί να δικαιολογηθεί εν μέρει από τη μικρή χρονική απόσταση από τα γεγονότα), αλλά ότι το βιβλίο επανεκδόθηκε σχεδόν αυτούσιο, είκοσι χρόνια μετά, από το ΚΨΜ, κι ο συγγραφέας δεν ένιωσε την ανάγκη να τοποθετηθεί αυτοκριτικά για κάποιες εκτιμήσεις του, να προβεί σε ουσιαστικές διορθώσεις ή συμπληρώσεις και να προσθέσει κάτι περισσότερο. Αντιθέτως καταφέρεται αυτάρεσκα ενάντια στα ιερατεία και τις ηγεσίες της Αριστεράς (του Ναρ συμπεριλαμβανομένου, καθώς σε μία από τις σπάνιες σωστές θέσεις του για το σοσιαλισμό, παραλλήλισε -λέει- τη θεωρία του Μπιτσάκη με τον κρατικό σοσιαλισμό του Μπίσμαρκ) που δεν ανοίγουν αυτή τη συζήτηση για τα αίτια της διάλυσης και δεν έχουν σκύψει στα γεγονότα για να τα μελετήσουν.

Με άλλα λόγια, η δική του συμβολή είναι θετική και πολύτιμη, γιατί μένει σε όσα είχε γράψει το 90', ενώ το ΚΚΕ πχ που έχει ασχοληθεί επισταμένα σε μια συνδιάσκεψη κι ένα συνέδριο με το θέμα των ανατροπών και του σοσιαλισμού, όχι. Τουλάχιστον ο Μπιτσάκης έχει την προνοητικότητα να αφαιρέσει από αυτή τη "βελτιωμένη έκδοση" το κεφάλαιο όπου αναφερόταν κριτικά στην ηγεσία του ΚΚΕ (ευτυχώς όμως έχω κρατημένη την πρώτη έκδοση και την κατάλληλη στιγμή θα αξιοποιηθεί).

Ανάμεσα στα πολλά κι όχι πάντα μαρξιστικά που αραδιάζει ο Ε.Μ. βρίσκουμε το χαρακτηρισμό της σοβιετίας ως "πυραμιδικής κοινωνίας υπαλλήλων", ό,τι και αν σημαίνει αυτό για ένα μαρξιστή, που όσο παρήγαν, τόσο φτώχαιναν.
Αναφέρεται σε ανελεύθερα, αυταρχικά καθεστώτα ("χωρίς ελευθερία και χωρίς βούτυρο στο ψωμί..." όπως λέει ένα παράθεμα), που έπεσαν κάτω από το βάρος λαϊκών εξεγέρσεων!
Κάνει λόγο για κόκκινο τρομοκρατία, γκούλαγκ και ψυχιατρεία, ένα φοβερό κύκλο αίματος, ενώ αναπαράγει σχεδόν αυτούσια τη ναζιστική εκδοχή για το Κατίν και τα θύματα της... σταλινικής αντεπανάστασης (sic).
Θεωρεί πως το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας αντιμετώπιζε το 68' και την Άνοιξη της Πράγας από τη σκοπιά της σοσιαλιστικής προοπτικής, που δεν το άφησαν να πραγματώσει.

Στα πλαίσια της... επαναθεμελίωσης, λέει πως πρέπει να ξαναδούμε όλη τη μαρξιστική θεωρία για το σοσιαλιστικό κράτος καθώς και τις αναλύσεις των κλασικών του αναρχισμού!
Στο ίδιο πνεύμα, σημειώνει τα εξής για τους δικούς μας κλασικούς.

Στο έργο τους, εκτός από κενά ή περιθωριακές αναλύσεις, θα βρούμε στοιχεία οικονομισμού, μηχανιστικού ντετερμινισμού, αστικού επιστημονισμού, αστικών καταλοίπων σχετικά με την έννοια της προόδου, ουτοπικές απόψεις για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, για ταύτιση της κομμουνιστικής κοινωνίας με κάποια κοινωνία της αφθονίας, κλπ.

Οι επαφές του με τον Αλτουσέρ δεν του επιτρέπουν να ξεπέσει στο θανάσιμο αμάρτημα του οικονομισμού (που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των αστικών προσεγγίσεων) κι έτσι θεωρεί την (εργατική) δημοκρατία ως προϋπόθεση αλλά και μοχλό προώθησης της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, σημειώνοντας αισιόδοξα πως όπου εφαρμόστηκε η αυτοδιαχείριση, σημειώθηκε άνοδος της παραγωγικότητας.

Κι αφού επιστρατεύσει τα ανέκδοτα περί ανέκδοτου κοινωνικού σχηματισμού, μας δίνει το τελειωτικό χτύπημα με τον ορισμό της βασικής αντίθεσης της σοβιετικής κοινωνίας, που ξεφεύγει από τη σφαίρα της παραγωγής κι αναφέρεται στο εποικοδόμημα.

Σε αυτή τη βάση αναπτύχθηκε μια νέα, παράγωγη αντίθεση, που θα γινόταν με το χρόνο κυριαρχική: η αντίθεση κόμματος-κράτους και κοινωνίας. Δηλαδή, το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης και οι διεθνείς συνθήκες δεν επέτρεψαν να αρθεί η αναντιστοιχία των τυπικών μορφών σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας με τις υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις. Το γεγονός αυτό οδήγησε βαθμιαία στην ιδιοποίηση, από το κόμμα-κράτος, βασικών λειτουργιών που κανονικά θα ανήκαν στην κοινωνία. (...) Η βαθύτερη αιτία της κρίσης ήταν συνεπώς η όξυνση της αντίθεσης κόμματος-κράτους και κοινωνίας που πήγαζε από τη μη ουσιαστική κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την ατροφία των θεσμών της εργατικής δημοκρατίας.

Σε αυτά τα πλαίσια εισάγει-προτείνει τον όρο "κρατικός σοσιαλισμός" (λες και μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός χωρίς κράτος), όχι γιατί πιστεύει πως υπήρξε ο δεύτερος, αλλά τονίζοντας το στοιχείο του κρατισμού (sic) -όρος που θυμίζει τα τηλεοπτικά κηρύγματα των τηλεοπτικών ειδησεογραφικών δελτίων, μόνο που εδώ αναφέρεται σε συνθήκες σοσιαλισμού.

Αν θα επιμέναμε, λοιπόν, να χαρακτηρίσουμε με μια έννοια τις κοινωνίες σοβιετικού τύπου, θα έπρεπε η έννοια αυτή να εκφράζει το χαρακτήρα των παραγωγικών σχέσεων και τη θεμελιώδη εσωτερική αντίθεση αυτών των κοινωνιών. Νομίζω λοιπόν ότι η έννοια κρατικός σοσιαλισμός θα μπορούσε να εκφράσει τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των κοινωνιών: την ανατροπή της αστικής τάξης, την ύπαρξη στοιχείων εργατικού κράτους και ταυτόχρονα την επιβολή του κράτους στην κοινωνία και την ανακοπή της πορείας κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής.

Σε μεταγενέστερα κείμενά του, ο ΕΜ παίρνοντας πιθανότατα υπόψη και κάποιες κριτικές στο βιβλίο του, καταφέρνει να στρογγυλέψει αρκετά προβληματικά σημεία και να παρουσιάσει μια προσέγγιση με περισσότερες μαρξιστικές αξιώσεις, που θα άξιζε ίσως να παρουσιαστεί κριτικά. Αλλά σε αυτήν την πρώτη προσέγγιση, καταφέρνει απλά να αποδείξει πως η αναθεώρηση που ενδύεται το μανδύα της επαναθεμελίωσης (για να ξεθεμελιώσει τις βάσεις του μαρξισμού) στέκεται θεωρητικά πιο κάτω κι από τη χειρότερη εκδοχή του στείρου, απολογητικού μαρξισμού, που έκλεισε τη θεωρία σε μικρές, κατανοητές φόρμουλες και στην αποστέωση, μακριά από τους ζωντανούς χυμούς της.

Κλείνοντας, οφείλω μια διόρθωση για ένα δικό μου λάθος και μια αποκατάσταση της αλήθειας, καθώς ο (λανθασμένος) όρος "σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής", που χρέωσα σε προηγούμενο κείμενο στο μαοϊκό Τσιριγώτη, δεν απαντάται στο δικό του βιβλιαράκι για την Π.Ε. στην Κίνα, αλλά στο βιβλίο του πολύ Ευτύχη Μπιτσάκη...

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Εκτός τόπου και χρόνου

Η σημερινή ανάρτηση ίσως φανεί εκτός τόπου και χρόνου, βάση της επικαιρότητας των ημερών, αλλά επιχειρεί να πιάσει αυτό ακριβώς το ζήτημα: του χωροχρόνου ως πολιτικής διάστασης της επανάστασης, της επιλογής του κατάλληλου τόπου και χρόνου.

Που για τους μικροαστικά ανυπόμονους είναι το "εδώ και τώρα". Το οποίο μοιάζει τόσο επαναστατικό, όσο και τα ριζοσπαστικά συνθήματα του Παπανδρεϊκού ΠαΣοΚ, σε διάκριση με το Επέκεινα της Δευτέρας Παρουσίας του σοσιαλισμού που ευαγγελίζονται οι κομμουνιστές.

Αυτό το εδώ μπορεί να είναι τα πάντα (ένα κατειλημμένο κτίριο, ένα μεζεδοπωλείο-κολεκτίβα, ένα αμφιθέατρο, μια αυτοδιαχειριζόμενη επιχείρηση) που θα σκορπίσει στο τίποτα, εφόσον βγει από τα στενά του όρια κι επιχειρήσει να γίνει καθολικό, όπως σημείωναν κάπου κι οι κλασικοί. Κι αυτό το "εδώ" κατά βάθος, συνδέεται με ένα αφηρημένο παντού και πουθενά, που αντιστρατεύεται και ειρωνεύεται αφ' υψηλού κάθε πραγματική απόπειρα, όπως το σοσιαλισμό σε μία μόνο χώρα. Γιατί πιστεύει πως ο σοσιαλισμός μπορεί να επικρατήσει είτε παγκόσμια και ταυτόχρονα (αφού συγχρονίσουμε τα ρολόγια μας: με το ένα... με το δύο...) είτε σε ένα δωμάτιο, σε ένα παράλληλο τοπικό σύμπαν, που αποκλείει έξω από τα όριά του τον καπιταλιστικό περίγυρο, μια νησίδα* όπου γύρω-γύρω Παρασκευή και στη μέση Σάββατο (ή μήπως αντίστροφα;), αλλά όχι σε μια χώρα που είναι το 1/6 του κόσμου. Σε παρακαλώ τώρα...

(*σαν εκείνη την απλοϊκή αντίληψη του Χολογουέι, που την εμπνεύστηκε -λέει- από τους Ζαπατίστας, να βάλουμε μία πινακίδα που να οριοθετεί το περιβάλλον μας από το σύστημα και να διακηρύσσει "καπιταλισμέ, μείνε έξω από εδώ").

Στον αντίποδα, η αφηρημένη Δευτέρα Παρουσία των κομμουνιστών απαιτεί πολύ πρακτικές κι ακριβολογημένες εκτιμήσεις, συγκεριμένη εκτίμηση της κατάστασης στην εκάστοτε συγκυρία, εντοπισμό του αδύναμου κρίκου της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, των αδυναμιών του αντιπάλου, των σωστών συνθημάτων, των κατάλληλων κρίκων, κτλ.

Δως μου μια χώρα να σταθώ και θα κινήσω τη γη, όπως απέδειξε η σοβιετική πείρα κατά το σύντομο εικοστό αιώνα, είτε θετικά είτε αρνητικά, προοδεύοντας ή πισωγυρίζοντας. Και με οδηγό τα διδάγματα του παρελθόντος, τη σύνδεση του ειδικού με το γενικό, των μερικών συμφερόντων ενός πρωτοπόρου, σοσιαλιστικού κράτους και της υπόθεσης της παγκόσμιας επανάστασης.

Όταν θα σταματήσουν να μας κάνουν το "πρωτότυπο", "αποστομωτικό"  ερώτημα: πού εφαρμόζεται αυτό το μοντέλο που λέτε; Κι ο σοσιαλισμός δε θα είναι ένας θεωρητικός ου+τόπος=ουτοπία. Και οι κάτοικοι των ακριτικών νησιών δε θα διαμαρτύρονται για τους πρόσφυγες και τα χοτ-σποτ, με την τυπική λογική "μακριά από τον κώλο μας και όπου θέλει ας είναι", αλλά θα απαιτούν να γίνουν και τα δικά τους νησιά κόκκινα και να μην είναι μόνο η κούβα το νησί της επανάστασης, μια σοσιαλιστική νησίδα στο καπιταλιστικό αρχιπέλαγος της Καραϊβικής, αποκλεισμένη από σύγχρονους πειρατές.

Όταν ωριμάσουμε κι εμείς, για να σταθούμε στο ύψος των υπερώριμων συνθηκών, προτού μας σαπίσει το σάπιο σύστημα. Κι οι εξεγέρσεις μας δε θα μοιάζουν εν γένει εκτός του κλίματος.

Πότε; Πού; Ποιος;
Αν όχι εμείς τότε ποιος; Κι αν όχι τώρα, τότε πότε;
Μία μέρα για την κάθοδο των αγροτών στην πρωτεύοσα.
Δύο μέρες για το πανελλαδικό συλλαλητήριο του ΠΑΜΕ

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Ο σοσιαλισμός που ονειρευόμαστε

-Δηλ το τείχος του βερολίνου, σε αυτήν την πόλη που στα δυο είχε σχιστεί, χωρίζοντας φίλους, συγγενείς, ακόμα και σπίτια που συνέπιπταν με τη συνοριακή γραμμή, εκφράζει την κοινωνία που ονειρεύεστε; είναι μια συνηθισμένη ερώτηση, που καλούνται συχνά να απαντήσουν πολλοί σφοι.

Ξεπερνώντας καταρχάς την επιτηδευμένη μελοδραματική νότα, που συνήθως υπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες, οφείλουμε να σημειώσουμε πως το τείχος δεν έκανε κάτι άλλο παρά να κατοχυρώνει και να διασφαλίζει τα σύνορα της λδγ, ακολουθώντας τη συνοριακή γραμμή μεταξύ ανατολικού και δυτικού βερολίνου, που περνούσε μέσα από οικοδομικά τετράγωνα, σπίτια, αυλές, κτλ. Συνεπώς δεν προκαλούσε αυτό την ανωμαλία, που προέκυπτε βασικά από την ύπαρξη ενός προκεχωρημένου φυλακίου στην καρδιά της ddr. Όπως εύστοχα σημειώνει το χτεσινό αφιέρωμα του ριζοσπάστη: αλήθεια τι θα έκαναν οι αστοί, που αυτές τις μέρες πανηγυρίζουν, αν πχ τα δύο τρίτα της νέας υόρκης ή του λονδίνου ανήκαν στη σοβιετική ένωση, με τις στρατιωτικές φανερές και μυστικές της υπηρεσίες κι αν μάλιστα τα σοβιετικά τανκς κατευθύνονταν στους δρόμους ης νέας υόρκης ή του λονδίνου; Δεν είναι εύκολο να τηρήσει κανείς τις αναλογίες, αλλά μια πρώτη, πρόχειρη απάντηση μας τη δίνουν οι αντιδράσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην περίπτωση της επανάστασης στην κούβα και τα χρόνια που ακολούθησαν την επικράτησή της.

Για να πάψει να υφίσταται λοιπόν αυτή η «ανωμαλία», δύο δρόμοι υπήρχαν. Η μία θα ήταν να ενταχθεί ολόκληρη η πόλη του βερολίνου, μαζί με το δυτικό της κομμάτι, στην επικράτεια της λδγ. Η άλλη λύση, που ζούμε σήμερα, ήταν η εξάλειψη της κρατικής υπόστασης της ddr, όπου ναι μεν γκρεμίστηκε το τείχος, για να ορθωθούν όμως άλλα (ταξικά και αόρατα) στη θέση του.

Η απάντησή μας λοιπόν είναι αρνητική. Η κοινωνία που ονειρευόμαστε για το μέλλον δε θα έχει τείχη, σύνορα, φύλακες και φυλακές, ούτε καν κράτη. Η μελλοντική γερμανία των ονείρων μας θα μοιάζει ίσως αρκετά με το φανταστικό σοσιαλισμό που έφτιαξε για τη μητέρα του ο πρωταγωνιστής του goodbye Lenin –κάτι σαν την πρόταση δηλ του δημιουργού της ταινίας για το πώς θα ήθελε να είναι στην πράξη η λδγ.

Το χτίσιμο του τείχους ήταν εξ ορισμού μια αμυντική ενέργεια, όπως τα τείχη των πόλεων που προστατεύουν τους (ελεύθερους) πολιορκημένους και το τείχος των αμυνόμενων στο ποδόσφαιρο, που δεν αποτρέπει πάντα την παραβίαση των (βωμών κι) εστιών, και ενίοτε ανοίγει εκ των έσω, ένα λεπτό πριν τη συμπλήρωση του ενενηντάλεπτου (στο 89’) και τη λήξη της ιστορίας, ενώ ο γκόρμπι έδενε στη σέντρα τα κορδόνια του. Σε κάθε περίπτωση, το τείχος αναχαιτίζει την επιθετικότητα του αντιπάλου, στον οποίο ανήκει η αρχική πρωτοβουλία και δράση. Και δεν αρκεί από μόνο του να δώσει τη νίκη ή να αποτρέψει την ήττα, όπως δεν μπορεί να το κάνει άλλωστε κανένα αμυντικό μέτρο.

Το αντιφασιστικό τείχος του βερολίνου ήταν μια έκφραση της δικτατορίας του προλεταριάτου· δηλ της οργανωμένης σε κρατική εξουσία δύναμης της εργατικής τάξης που υπεράσπιζε τα κεκτημένα της και της αδυναμίας της να το κάνει χωρίς διοικητικά μέτρα, αφήνοντας δηλ τα πράγματα να εξελιχθούν ελεύθερα κι αυθόρμητα, ιδίως στις ειδικές συνθήκες συνύπαρξης των δύο γερμανιών. Οι δυσκολίες της οικοδόμησης, εν μέσω καπιταλιστικής περικύκλωσης, δεν αναφέρονται απλά σε γεωγραφικές έννοιες, γιατί τότε οι όροι θα είχαν αντιστραφεί και το δυτικό βερολίνο, που βρισκόταν στην καρδιά της λδγ, θα αφομοιωνόταν αργά ή γρήγορα από τη σοσιαλιστική πίεση.

Ο υπαρκτός δεν ήταν ένα είδος «σοσιαλισμού του θερμοκηπίου», που αναπτυσσόταν μόνο σε περιβάλλον ασφαλείας, πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, και δε θα άντεχε σε συνθήκες φσικού ανταγωνισμού. Η καλλιέργεια ωστόσο έχει όντως πολλά κοινά με την οικοδόμηση, καθώς αποτελεί συνειδητή παρέμβαση στη «φυσική ροή» των πραγμάτων και όχι μια τυχαία κι αυθόρμητη διαδικασία. Για να αφήσουμε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν, πρέπει πρώτα να ξεριζώσουμε όλα τα ζιζάνια και τα καπιταλιστικά παράσιτα, που υπονομεύουν τη σοδιά μας. Αλλιώς καταλήγουμε να έχουμε «λουλούδια για μύρισμα» με κομμουνιστικό μανδύα, που γρήγορα τον αποβάλλουν, γιατί τους στενεύει. Κι η μόνη εναλλακτική είναι η καπιταλιστική ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού, γιατί –λέει- κανείς μας δεν είναι θεός, για να αποφασίζει τι είναι καλό (ώστε να το καλλιεργούμε) και τι όχι, για να το ξεριζώνουμε.

Η λδγ μπορεί να μην άγγιζε το τέλειο πρότυπο της ιδανικής κοινωνίας που οραματιζόμαστε, ενσωμάτωνε όμως πολλά στοιχεία της. Αν η εσσδ κατάφερε σε μερικές δεκαετίες να εξελιχθεί από μια καθυστερημένη ημιφεουδαρχική οικονομία σε παγκόσμια υπερδύναμη, ξεπερνώντας μάλιστα τις ηπα σε αρκετούς τομείς, η λδγ κατάφερε κάτι αντίστοιχο στην κλίμακα των σοσιαλιστικών χωρών, αφήνοντας πίσω της τους σοβιετικούς σε πολλές περιπτώσεις.
Το παράδειγμα του αθλητισμού συμπυκνώνει όλο τον αντιφατικό χαρακτήρα των κατακτήσεων και των δυσκολιών αυτής της διαδικασίας. Η λδγ έφτασε να κατακτά πχ στους ολυμπιακούς της σεούλ το 88’, τους τελευταίους στους οποίους συμμετείχε, την τρίτη θέση, πίσω από σοβιετία και ηπα, στον πίνακα των μεταλλίων. Μία επίδοση που βασίστηκε εν μέρει στον ανταγωνισμό με την οδγ κι έφερε ως ένα βαθμό τη σφραγίδα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και αστικών κατάλοιπων, όπως της χρήσης αναβολικών από κάποιους αθλητές της –που δεν είναι μεν αστικός μύθος, αλλά λαμβάνει (αστικο)μυθικές διαστάσεις στα πλαίσια της σπέκουλας των αστικών μέσων. Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει και να μειώσει τις αξιόλογες υποδομές πραγματικά μαζικού, λαϊκού αθλητισμού, στις οποίες βασίζονταν κι οι διακρίσεις της σε κορυφαίο επίπεδο.

Ας επιστρέψουμε όμως στο τείχος. Για το μέσο αμύητο παρατηρητή, η ανέγερσή του χάνει σε επίπεδο εντυπώσεων, φαίνεται να παραπέμπει σε μια «κλειστή κοινωνία» που οχυρώνεται απέναντι στην «ανοιχτή κοινωνία» (του πόπερ) και τη δύναμή της (αν και οι δυτικοί είναι που επέλεξαν ουσιαστικά την ντε φάκτο διχοτόμηση)· είναι ένα όριο που λειτουργεί μυθοπλαστικά κι εξιδανικευτικά για το «απαγορευμένο» που βρίσκεται απέναντι.

Αρκετοί λδ-γερμανοί συμμετείχαν με χαρά αρχικά στο γκρέμισμα του τείχους, για να σπάσουν αυτό το όριο και να δουν τι κρύβεται πίσω του και όχι απαραίτητα για να εγκαταλείψουν την ddr. Θα μπορούσαν ίσως να κάνουν μια βόλτα, σιγοτραγουδώντας τους στίχους «να σε σκεφτώ και να σε νοσταλγήσω και αν υπάρχει λόγος, να γυρίσω». Και θα υπήρχε πιθανότατα. Θα επέστρεφαν μάλιστα σοφότεροι, έχοντας απομυθοποιήσει αυτό που κρυβόταν όχι μόνο πίσω από το τείχος, αλλά και την καπιταλιστική βιτρίνα εν γένει.

Στην πραγματικότητα βέβαια, οι λαοί αυτών των χωρών ήταν πολυταξιδμένοι, με όλα σχεδόν τα έξοδα των ταξιδιών και της αναψυχής τους πληρωμένα από το σοσιαλιστικό κράτος· ενώ σήμερα, και ειδικά σε συνθήκες οξείας καπιταλιστικής κρίσης, είναι ζήτημα πόσο εύκολες και προσιτές είναι για κάποιους με μέσο εισόδημα οι μετακινήσεις, ακόμα και εντός της ίδιας πόλης, εφόσον γίνονται σε καθημερινή βάση. Σε πολλούς όμως αρκεί πως έχουν θεωρητικά κι αφηρημένα τη δυνατότητα να ταξιδέψουν ως την άκρη του κόσμου –άλλο αν δε θα υπάρχουν ποτέ οι προϋποθέσεις για να την υλοποιήσουν συγκεκριμένα ή αν δε θα βρούνε λεφτά, για να επιστρέψουν από εκεί.


Η ίδια ακριβώς αφηρημένη δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης που έρχεται βασικά ως εξαίρεση στον κανόνα, είναι ένα από τα βασικά συστατικά της κρυφής γοητείας του καπιταλισμού στα μικροαστικά στρώματα και της συστημικής αντοχής του. Αυτή η γυαλιστερή εικόνα ωστόσο έχει στραπατσαριστεί επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια και χρειάζεται επειγόντως (επ)ανόρθωση. Γι’ αυτό και η λάμψη και τα ταρατατζούμ από τους εορτασμούς της φετινής επετείου της πτώσης του τείχους ήταν εντονότερα από ποτέ, επιχειρώντας να σκεπάσουν αυτήν την πραγματική εικόνα.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Άξιον εστί

Πιστεύω πως αν ήμουνα παιδί... ή μάλλον κάτσε, να το πάρουμε αλλιώς. Απέναντι από την κοα στην ομόνοια είναι το αστυνομικό τμήμα, που διατηρεί τις καλύτερες σχέσεις με τα βαποράκια και τους νταβάδες της περιοχής. Απέναντι από την άλλη πλευρά της κοα, στον πεζόδρομο, είναι η στάνη (γιατί όποιος φεύγει από το μαντρί, κτλ) που έχει ωραία παραδοσιακά γλυκά. Κι ακριβώς παραδίπλα ένας κινηματογράφος που παίζει καθημερινά δύο έργα σεξ και μαζεύει την αντίστοιχη εκλεκτή πελατεία. Οπότε έχει τύχει κάτι κυραικάτικα πρωινά να πηγαίνουν συντρόφισσες από τα χαράματα στην κοα για κάποια συνδιάσκεψη ή άλλη κομματική δουλειά και να πετυχαίνουν ξαναμμένους θεατές, με συγκεκριμένες προτάσεις: πίπα δέκα ευρώ, πίπα δέκα ευρώ;

Δεν ξέρω λοιπόν γιατί, αλλά πιστεύω πως αν ήμουν μικρός κι ήξερα με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο όλα τα παραπάνω στοιχεία, για να τα αναπλάσω δημιουργικά με τη φαντασία μου, όταν θα άκουγα μια συζήτηση των μεγάλων περί αξιολόγησης, θα μου ‘ρχοταν συνειρμικά στο μυαλό μια επιτροπή από τους ξαναμμένους θεατές στο σινεμά της ομόνοιας να βαθμολογούν αυστηρά τους υπαλλήλους με κριτήρια γκουσγκούνη (τι προσόντα έχει, πόσο μεγάλη.. υπομονή διαθέτει, κτλ) και όταν εγκρίνουν κάποιον να φωνάζουν: άξιος, άξιος, ξεσπώντας σε πηχτά χειροκροτήματα.

-Ναι αλλά ας μην εκχυδαΐζουμε τη συζήτηση, γιατί κάθε αξιολόγηση έχει συγκεκριμένο πλαίσιο.
-Α χαίρομαι πολύ που συμφωνούμε σε κάτι. Ας δούμε λοιπόν ποιος ακριβώς εκχυδαΐζει την κουβέντα και προσβάλλει τη νοημοσύη μας.
Ποιο είναι σε γενικές γραμμές το πλαίσιο της επιχειρούμενης αξιολόγησης στο δηόσιο; Μπορούμε να επισημάνουμε ως κύρια τα εξής δύο χαρακτηριστικά. Α. δεν αποσκοπεί στην κριτική και τη βελτίωση των κακώς κειμένων αλλά στην τιμωρία των χειρότερων υπαλλήλων και την περικοπή δαπανών, με τη μείωση του προσωπικού κατά 15%, που είναι υποχρεωτική ακόμα κι αν δεν υπάρχυον κακοί υπάλληλοι σε μια υπηρεσία (στη συνέχεια πρόσθεσαν έναν όρο για να ρίξουν στάχτη στα μάτια, πως οι χειρότεροι υπάλληλοι της αξιολόγησης, που μπορεί να έχουν πέσει θύματα μεροληπτικών κρίσεων, θα παραμένουν υποχρεωτικά στις θέσεις τους, αλλά αυτό απλώς επιτείνει το κομφούζιο χωρίς να αλλάζει την ουσία του πράγματος. Β. οι προϊστάμενοι και οι διευθυντές των τμημάτων απαλλάσσονται εκ των προτέρων από κάθε συνέπεια της αξιολόγσης και δεν έχουν κανέναν φόβο/λόγο να μετανοήσουν για κάτι, εν όψει της τελικής κρίσης.

Ο σκοπός και το περιεχόμενο αυτής της διαδικασίας είναι τόσο δηλωτικά, που βρίσκουν αντίθετους και πολλούς θερμούς υπέρμαχους, από θέση αρχής, της αξιολόγησης. Μόνο που εδώ το πράγμα δεν μπαίνει αφηρημένα από θέση αρχής, αλλά συγκεκριμένα και με ταξικό πρόσημο. Κι επειδή η παραπάνω συνταγή δεν έτυχε αλλά πέτυχε, εξυπηρετώντας θαυμάσια τους πραγματικούς στόχους του αστικού κράτους, αυτό οφείλει να προβληματίσει κάθε καλόπιστο συνομιλητή μας για το γενικό πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα αυτή η αξιολόγηση.

Στον καπιταλισμό οι άνθρωποι γίνονται εμπορεύματα με ανταλλακτική αξία. Για να καταστεί συγκρίσιμη κι ανταλλάξιμη η δραστηριότητά τους, αντικειμενοποιείται και μπαίνει σε αφηρημένα καλούπια, μετρώντας πχ την ποσότητά της σε ώρες με την αφηρημένη εργασία. Η βαθμολόγηση στο σχολείο είναι το εκπαιδευτικό αντίστοιχο της αξιολόγησης και της διατίμησης των εμπορευμάτων. Η ικανότητα των μαθητών πρέπει να μεταφραστεί σε μια συγκεκριμένη συγκρίσιμη επίδοση με ακρίβεια δεκαδικού, καθώς μερικά μόρια μπορεί να κρίνουν το επαγγελματικό μέλλον του καθενός. Τα πιο «εξελιγμένα συστήματα», πχ στις ηπα, σου επιβάλλουν με συγκεκριμένη ποσόστωση να είσαι μέσα στους καλύτερους μαθητές της τάξης, αν θες να συνεχίσεις το μάθημα –κατ’ αναλογία της κοινωνίας των δύο τρίτων και της λογικής του ανταγωνισμού εναντίον όλων, που εμπεδώνεται από μικρή ηλικία στο σχολείο. Η σχολή κι ο κλάδος που ακολουθούμε δεν κρίνεται με βάση τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά μας αλλά με βάση τις επιδόσεις μας σε κάποια εξεταζόμενα μαθήματα, ως απόδειξη του παραλογισμού που μπορεί να κρύβει πίσω της μια αφαίρεση, φτωχαίνοντας την πραγματικότητα και τους ζωντανανούς ανθρώπους. Παρόλα αυτά, πολλοί βλέπουν θετικά μια αντίστοιχη διαδικασία, γιατί πιστεύουν ότι θεσπίζει τουλάχιστον αξιοκρατικά κριτήρια αντί της κυρίαρχης ευνοιοκρατίας των γνωριμιών και του μέσου –άλλο αν η πραγματικότητα διαψεύδει πικρά τις αφηρημένες προσδοκίες τους.

Από μια άποψη, η κοινωνία του μέλλοντος θα είναι το βσίλειο της αναξιοκρατίας, όχι γιατί δε θα προωθεί τους άξιους, αλλά γιατί δε θα μετράει τους ανθρώπους ως εμπορεύματα, με βάση την ανταλλακτική τους αξία –και σε ένα βάθος χρόνου, θα καταργηθεί και το δεύτερο συνθετικό της λέξης, που παραπέμπει στο κράτος. Στη σοβιετική ένωση, ο εμπορευματικές σχέσεις επιβίωναν ως κατάλοιπα του παλιού κόσμου που δεν έχει πεθάνει ακόμα· κι οι βαθμολογίες του εκπαιδευτικού συστήματος κυμαίνονταν σε μια γενική κλίμακα από το 1 ως το 5, χωρίς μεγάλη διαβάθμιση με δεκαδικά, περιέχοντας όμως και πολλά ποιοτικά χαρακτηριστικά για κάθε μαθητή.

Οι αστικοί μύθοι για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και η κυρίαρχη προπαγάνδα έχουν διαμορφώσει στον κόσμο μια αντιφατική συνείδηση με διαφορετικά μέτρα και σταθμά ανά περίσταση. Πολλοί αναζητούν δυναμικές λύσεις διεξόδου από τη σημερινή κατάσταση, νοσταλγώντας πχ την πυγμή της χούντας των συνταγματαρχών –α ρε παπαδόπουλο που χρειάζονται- φρίττουν όμως στο άκουσμα της δικτατορίας του προλεταριάτου που συντρίβει τους εκμεταλλευτές, γιατί θα καταργήσει τάχα τις ελευθερίες και τα δικαιώματά μας. Πιστεύουν ότι ο υπαρκτός καταπατούσε το άτομο και την προσωπικότητα του καθενός, στο όνομα του συνόλου και των γενικών αφαιρέσεων, ενώ δεν υπάρχει πιο αλλοτριωτική αφαίρεση από το αφηρημένο (άρα άνισο) αστικό δίκαιο, τα αφηρημένα δικαιώματα που ποτέ δε βρίσκουν εφαρμογή στην πράξη, τον αφηρημένο χαρακτήρα της αξιολόγησης, που περιγράψαμε παραπάνω. Ιεραρχεί την ανεργία (που είχε εξαλειφθεί από την εσσδ) ως το μεγαλύτερο πρόβλημα, αλλά ζητάει κανιβαλικά το αίμα του γείτονα και συναινεί στις απολύσεις των δημόσιων υπαλλήλων. Θέλει αυστηρό έλεγχο των δημόσιων λειτουργών, αλλά απορρίπτει τη σοβιετική πείρα με τον εργατικό έλεγχο, τις ανακλήσεις των ανάξιων στελεχών και την παραδειγματική τους τιμωρία, ιδίως στα πρώτα χρόνια της οικοδόμησης (το «κύμα εκκαθαρίσεων» με τις δίκες της μόσχας πχ στράφηκε κατεξοχήν στη λεγόμενη νομενκλατούρα με τα ανώτερα στελέχη και όχι στο σύνολο της σοβιετικής κοινωνίας). Είναι πρόθυμος να πιστέψει τους μύθους για τις γενικές νόρμες θυμάτων που έδινε κεντρικά η μόσχα στις περιόδους των εκκαθαρίσεων (βρείτε πχ ένα 10% ενόχων) αλλά μένει απαθής όταν βλέπει μπροστά του το μύθο να παίρνει σάρκα κι οστά, με τις απολύσεις στο δημόσιο.

Το γενικό κοινωνικό πλαίσιο είναι που καθορίζει τους σκοπούς και τα αποτελέσματα μιας διαδικασίας, είτε είναι η αξιολόγηση των κρατικών λειτουργών, είτε είναι η δια βίου μάθηση καινούρων γνώσεων πάνω σε ένα αντικείμενο ή ο εργατικός έλεγχος, που αναφέραμε και προηγουμένως. Αυτό το τελευταίο φαίνεται να ξεχνάν κάποιες ομάδες του εξωκοινοβουλίου πχ, που προβάλλουν ως μεταβατικό αίτημα τον εργατικό έλεγχο έλεγχο στο σημερινό αστικό πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο πως οι ίδιες ομάδες αντιδρούν συχνά στην προωθούμενη αξιολόγηση υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής, «καλής αξιολόγησης» πχ από τους κάτω, υποτιμώντας ακριβώς το κοινωνικό πλαίσιο που υπαγορεύει τους στόχους και τα χαρακτηριστικά κάθε αντίστοιχης διαδικασίας.


Αξιολογούμαστε όμως όλοι, και βαθμολογείται κάθε πολιτική δύναμη από το λαό, για τις θέσεις και τους στόχους που προτάσσει. Όχι μόνο στις εκλογές, που είναι το πολιτικό αντίστοιχο της εμπορευματικής διατίμησης, ανάλογα με το πώς πλασάρει κανείς την πολιτική του γραμμή και αν υπόσχεται εύκολες λύσεις για να την κάνει ελκυστική. Αλλά πρωτίστως στο σχολείο της ταξικής πάλης, με βασικό κριτήριο το αν μιλάει με τη γλώσσα της αλήθειας στον κόσμο, για την αξιολόγηση και για κάθε άλλο ζήτημα που τον απασχολεί.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Good morning Vietnam

Για τους ηρωικούς βιετναμέζους, με το αλύγιστο αντιιμπεριαλιστικό φρόνημα και την τόσο πλούσια σε αγώνες ιστορία τους, που πολύ λίγοι λαοί έχουν να επιδείξουν αντίστοιχή της, ισχύει ίσως κάπως αντεστραμμένο αυτό που έλεγαν για τους έλληνες της ύστερης αρχαιότητας και την υποταγή τους στον ακμαίο και κατά πολύ ανώτερο ρωμαϊκό στρατό: κατακτήθηκαν από τη ρώμη με τα όπλα, αλλά την κατέκτησαν με τον πολιτισμό τους. Το βιετνάμ αντιστοίχως αντιστάθηκε στους κατακτητές και απέκρουσε ηρωικά την επίθεσή τους, κατακτήθηκε όμως σταδιακά δια της πλαγίας οδού, όχι χάρη στον πολιτισμό τους και τη δυτική κουλτούρα, που έχει κυριεύσει τα πάντα, αλλά με την οικονομική τους δύναμη και το εμπόριο, σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία, όπου η χώρα είχε μείνει χωρίς διεθνή στηρίγματα.

Αυτό σε γενικές γραμμές ήταν το στρατηγικό συμπέρασμα που αποκόμισε το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο συνολικά για την αναχαίτιση του σοσιαλισμού και ειδικότερα της σοβιετικής ένωσης, εφόσον δεν κατάφερε να πνίξει με τη δύναμη των όπλων την επανάσταση στη ρωσία –μία φορά το 18’ κι άλλη μία με την επίθεση των ναζί από το 41’. Κι όπως φάνηκε από την τελική κατάληξη, είχε πολύ καλύτερα αποτελέσματα με τις οικονομικές μεθόδους –ως προέκταση του πολέμου με άλλα μέσα- σε μια ιδιότυπη μορφή «ειρηνικής συνύπαρξης» με το σοσιαλιστικό μπλοκ. Με την ειδοποιό διαφορά πως αυτή η μορφή βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην κούρσα των εξοπλισμών με στόχο την οικονομική εξουθένωση της εσσδ και την ακύρωση της σοβιετικής εκδοχής της ειρηνικής συνύπαρξης –να μείνει δηλ απερίσπαστη από πολεμικές προετοιμασίες και συγκρούσεις η δική μας πλευρά, για να μπορέσει να προχωρήσει και να βαθύνει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Όλα αυτά συνδέονται με μια βασική αντίφαση που διέτρεχε την ιστορία του σύντομου εικοστού αιώνα και των σημαντικότερων σταθμών του. Αφενός δηλ όλες σχεδόν οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις –από τη μεγάλη οκτωβριανή ως την κινέζικη το 49’- συνδέονταν με τους δύο παγκόσμιους πολέμους και, ως επακόλουθο, την εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης σε μια σειρά αδύναμους κρίκους της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Αφετέρου όμως η (κάθε άλλο παρά ειρηνική) συνύπαρξη δύο αντίπαλων συνασπισμών με διαφορετικά κοινωνικά συστήματα και το ορατό φάσμα μιας πολεμικής μεταξύ τους σύγκρουσης, ως απειλή, ευνοούσε αντικειμενικά το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, που είχε βγει όμως με σημαντικά ψαλιδισμένες κι αδυνατισμένες θέσεις από τους δύο προηγούμενους πολέμους ή ακόμα κι από την ήττα της γαλλίας αρχικά και των ηπα σε δεύτερη φάση, στον πόλεμο του βιετνάμ.

Ενώ δηλ οι πολεμικές συνέπειες ήταν ανεπιθύμητα βαρίδια και τροχοπέδη για τις σοσιαλιστικές χώρες και το χτίσιμο της νέας κοινωνίας –καθώς οι εξοπλισμοί τους αφαιρούσαν ζωτικούς πόρους που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για άλλους σκοπούς και το ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου, ή γιατί ειδικά η εσσδ είχε πληρώσει βαρύτατο φόρο αίματος, και όχι μόνο, για την αντιφασιστική νίκη των λαών, ο οποίος της στέρησε πολύτιμες εφεδρείες κι εκλεκτό έμψυχο δυναμικό από την υπόθεση της οικοδόμησης-…
…για το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, ο πόλεμος –ως συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα- ήταν μια χρυσή ευκαιρία για μπίζνες και αυξημένη κερδοφορία, είτε με αναπτυξιακά σχέδια ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων περιοχών (σχέδιο μάρσαλ), είτε με τη συνεχή παραγωγή οπλικών συστημάτων, τις επικερδείς αγοραπωλησίες σε «κράτη-δορυφόρους» και την ενίσχυση του λεγόμενου στρατιωτικο-βιομηχανικού μπλοκ (λόμπι), που είχε μεγάλη δύναμη στις ηπα και τέθηκε στο επίκεντρο αρκετών σοβιετικών αναλύσεων της μπρεζνιεφικής ειδικά εποχής. Κάποιες από αυτές τις αναλύσεις ολίσθαιναν όμως στη λογική του μικρότερου κακού και της επιλογής «καλύτερου ιμπεριαλιστή», στην πολιτική συμπάθεια προς τις «πιο ειρηνόφιλες» και λιγότερο αντιδραστικές, υποτίθεται, μερίδες του αστικού μπλοκ, που εκπροσωπούνταν συνήθως από τη σοσιαλδημοκρατία ή τους δημοκρατικούς στις ηπα –κι όχι από το νίξον ή το ρίγκαν, που εγκαινίασε τον «πόλεμο των άστρων».

Μια τέτοια περίπτωση «καλού ιμπεριαλιστή», στην κλίμακα των απλών, καθημερινών ανθρώπων και όχι των πολιτικών ηγετών, μας παρουσιάζει κατ’ ουσίαν στο πρόσωπο του άντριαν κονάουερ (ρόμπιν γουίλιαμς) κι η ταινία good morning Vietnam. Ο κρονάουερ είναι ένας σμηνίας – παραγωγός του ραδιοφώνου του αμερικανικού στρατού στη σαϊγκόν (και μετέπειτα χο τσι μινχ), εν μέσω πολέμου, που ξεφεύγει από τους ανιαρούς, παραδοσιακούς κανόνες των ένοπλων σωμάτων στο πρόγραμμά του και κερδίζει την αγάπη και το θαυμασμό χιλιάδων φαντάρων στο μέτωπο, ενάντια στη στενοκεφαλιά και την αντιπάθεια κάποιων ανωτέρων του. Παράλληλα συνάπτει φιλικές σχέσεις με πολλούς ντόπιους βιετναμέζους, που δεν τους βλέπει ρατσιστικά ως κατώτερα όντα, αλλά απομακρύνεται με μετάθεση, όταν αποδεικνύεται πως ο καλύτερος φίλος του είναι ένας δραστήριος κι επικίνδυνος βιετκόνγκ.

Η ταινία βάζει στο στόχαστρο το νίξον και την πολιτική του, προσπαθώντας σαφώς να δείξει πως δεν ήταν/είναι ίδιοι όλοι οι αμερικανοί. Μία από τις καλύτερες ίσως στιγμές της είναι η παρωδία αυτής της πολιτικής με τους στίχους του what a wonderful world (τι υπέροχος κόσμος) να συνοδεύουν ειρωνικά σκηνές από τη φρίκη του πολέμου, που παρουσιάζεται ωστόσο ως ανεξήγητο κακό, παράλογο και απάνθρωπο, που χτυπά εξίσου τους πάντες, χωρίς να κάνει διακρίσεις μεταξύ ισχυρού κι αδύναμου. Ενώ ο έρωτας του πρωταγωνιστή για μια νεαρή βιετναμέζα σπουδάστρια, σκοντάφτει –παρά την αμοιβαία έλξη τους- στις «αγεφύρωτες» διαφορές των δύο κόσμων, που συνοψίζονται βασικά στο ότι ο ένας λέει τη ντομάτα tomato κι η άλλη τη λέει ζινγκ-πάου ή κάτι παρόμοιο.


Οι συλλογικές τύψεις συνείδησης ενός έθνους για αυτόν τον πόλεμο αναζητούν κάθαρση κι εξιλέωση σε τέτοια κινηματογραφικά έργα, θυμίζοντας ίσως αντίστοιχες σκέψεις και συναισθήματα του γερμανικού λαού για τις κτηνωδίες των ναζί. Αν εξαιρέσουμε όμως κάποια κινήματα αντίστασης που ξεδιπλώθηκαν σε κάθε περίπτωση (το αντιπολεμικό στις ηπα και το αντιφασιστικό στη γερμανία), δεν είναι καθόλου σίγουρο πόσο μαζική θα ήταν αυτή η συλλογική μεταμέλεια, αν η κατάληξη του πολέμου ήταν διαφορετική και δεν υπήρχε το βάρος της δύσκολης διαχείρισης μιας ήττας, από την οποία απέρρεαν εν πολλοίς και οι τύψεις. Ουαί τοις ηττημένοις, όπως έλεγαν και στον καιρό της pax (pacis) romana(e).

Προσωπικά πάντως, ο ρόμπιν γουίλιαμς σχεδόν με εκνεύριζε σε τέτοιους ατσαλάκωτους και αβανταδόρικους ρόλους, και προτιμούσα την ερμηνεία του στα «ξυπνήματα» με τον ντε νίρο. Όσο για την κατάθλιψη από την οποία έπασχε πιθανότατα ο ηθοποιός και την «αδιέξοδη λύση» της αυτοχειρίας στην οποία κατέφυγε, έρχεται κατά κάποιον τρόπο να επιβεβαιώσει τη θλιμμένη φύση του κωμικού που «κάνει μονίμως μια νεκροψία στον εαυτό του». Και σε ένα πιο γενικό επίπεδο ίσως πως η αποξένωση σήμερα δεν κάνει ακριβώς ταξικές διακρίσεις –αν και εκδηλώνεται προφανώς με πολύ διαφορετικό τρόπο κατά περίπτωση- αλλά αποτελεί καθολικό, χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αυτό όμως είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης..


Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Στη δική μας χώρα

Ένας φίλος αναγνώστης του μπλοκ λέει πως αν το δούμε ψυχρά και ρεαλιστικά, την επομένη από την επικράτηση της επανάστασης στην ελλάδα, ο ευρωστρατός, τα νατοϊκά στρατεύματα ή κάποιο άλλο τμήμα από τη δύναμη κρούσης των ιμπεριαλιστών, θα βρίσκεται πιθανότατα στο ύψος της λαμίας, για να επιβάλει την παλιά τάξη πραγμάτων και να προλάβει το κακό στη ρίζα του, πριν τυχόν γίνει μετάσταση του επαναστατικού ιού και σε άλλους αδύναμους κρίκους της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Αυτό συνδέεται έμμεσα και με ένα γενικότερο προβληματισμό για τις περιορισμένες δυνατότητες (νίκης, ελιγμών, ελευθερίας κινήσεων) του επαναστατικού κινήματος απέναντι στους υπερσύγχρονους, εξελιγμένους κατασταλτικούς μηχανισμούς της αστικής εξουσίας, που συντονίζονται πλέον και σε διακρατικό επίπεδο.

Στα πλαίσια των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, λαμβάνουν χώρα ωμές πολεμικές επεμβάσεις, ακόμα και για μικρότερες αφορμές, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί πλήρως μια περιφερειακή δύναμη με τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Δεν είναι λοιπόν απαραίτητο να υπάρχει επαναστατικός κίνδυνος-απειλή, για να δικαιολογήσει μια στρατιωτική κινητοποίηση κι άλλα μέτρα αποκλεισμού εναντίον μιας χώρας. Από αυτό κάποιοι συνάγουν τον επαναστατικό χαρακτήρα κάποιων δευτερευόντων τακτικών ρηγμάτων-μεταρρυθμίσεων και διαφοροποιήσεων από το κυρίαρχο σκηνικό. Στην πραγματικότητα ισχύει η ακριβώς αντίστροφη ανάγνωση. Ότι δηλ ακόμα κι αυτά τα μικρά βήματα προϋποθέτουν το επαναστατικό άλμα και τη ριζική αλλαγή συσχετισμών σε επίπεδο εξουσίας. Με άλλα λόγια, η μονιμοποίηση κι η επέκταση κάθε ρήγματος δεν απαιτούν απλά μια διαφορετική γενική κατεύθυνση, αλλά και μια άλλου τύπου εξουσία που θα τις υπερασπίσει με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της (πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά) και όσο πιο ισχυρή είναι, τόσο πιο αποτελεσματικά θα το κάνει. Χρειάζεται κι ένας διαφορετικός βαθμός συνειδητοποίησης του λαϊκού παράγοντα, που δε θα τρέφει αυταπάτες και θα γνωρίζει πως κάθε δική του θυσία πρέπει να υπηρετεί μια διαφορετική προοπτική, τη δική του υπόθεση, κι όχι αλλότριους σκοπούς με ξένες σημαίες –ή «εθνικές», που δεν είναι λιγότερο ξένες στους σκοπούς της εργατικής τάξης.

Παραμένει ωστόσο το ερώτημα: πώς θα αντέξει η νεογέννητη λαϊκή-εργατική εξουσία-ηρακλής τα ιμπεριαλιστικά φίδια που θα ζώσουν την κούνια του, για να την καταπνίξουν εν τη γενέσει της {ας μην ξεχνάμε εξάλλου την ιμπεριαλιστική επέμβαση 14 χωρών της δυτικής ευρώπης στο πλευρό της αντεπανάστασης στους πρώτες μήνες ύπαρξης της σοβιετικής ρωσίας, και μάλιστα αμέσως μετά το σφαγείο του α’ παγκοσμίου πολέμου και την εξάντληση που προκάλεσε από κάθε άποψη}; Και είναι ικανή μια χώρα σαν την ελλάδα να οικοδομήσει μόνη της σοσιαλισμό, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης; Είναι συγκριτικά πιο έτοιμη σε σχέση με την ημιοφεουδαρχική ρωσία του 17’ ή υστερεί από άλλες απόψεις; Μήπως το βάθεμα της σύνδεσης και της αλληλεξάρτησης των επιμέρους εθνικών οικονομιών –που αποτυπώνεται και στο συγχρονισμένο χαρακτήρα εκδήλωσης της κρίσης- δυσχεραίνει σήμερα την αυτάρκεια και την αυτοτελή ανάπτυξη ή τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, όχι μόνο για μια χώρα μέσου επιπέδου ανάπτυξης σαν την ελλάδα αλλά και για μια μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη; Κι αν δεχτούμε αυτό το σημείο, μήπως στρώνουμε το έδαφος στη ρεφορμιστική λογική που επιδιώκει αλλαγή συσχετισμών εντός της ευρωπαϊκής ένωσης και μόνο σε επίπεδο ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων;

Στην πραγματικότητα εδώ εξετάζουμε δύο διαφορετικά ζητήματα. Το ένα έχει να κάνει, όχι με την αυτοτελή εξέταση των παραγωγικών δυνατοτήτων μιας χώρας, για να δούμε αν οι υλικές συνθήκες είναι ώριμες για την οικοδόμηση σοσιαλισμού, αλλά με την ικανότητά της να επιπλεύσει και να επιβιώσει αρχικά σε ένα καπιταλιστικό αρχιπέλαγος, που απειλεί να την πνίξει. Αυτές οι δύο παράμετροι συνδέονται μεταξύ τους, αλλά όχι μονοσήμαντα. Είναι σαφές πχ ότι μια χώρα σαν τη βενεζουέλα, με πλούσια πετρελαϊκά αποθέματα και σχετική ενεργειακή αυτοτέλεια, έχει μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών από την κούβα, για παράδειγμα. Η οποία όμως, παρά την ένδειά της και το εμπάργκο που της έχει επιβληθεί (το οποίο την έχει αναγκάσει σε αναδίπλωση και υποχωρήσεις το τελευταίο διάστημα) είναι πολιτικά πολύ πιο μπροστά από το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Που αν είχε προκύψει, με τη σειρά του, κατά τη διάρκεια του σύντομου εικοστού αιώνα, σε διαφορετικό διεθνές περιβάλλον, μπορεί να είχε κάνει πολύ περισσότερα βήματα απ’ ό,τι έκανε τώρα, πέφτοντας πάνω στον απόηχο της παγκόσμιας αντεπανάστασης.

Η θεώρηση του κόμματος, όπως αποτυπώθηκε και σε παλιότερη προγραμματική επεξεργασία, υπολογίζει στο διεθνή αντίκτυπο μιας επαναστατικής διαδικασίας στην χώρα μας και το σπάσιμο της απομόνωσής της με τη μίμηση του ελληνικού παραδείγματος κι από άλλους λαούς. Η ιστορική πείρα των μπολσεβίκων ωστόσο, που υπολόγιζαν κι αυτοί στον παράγοντα-«ντόμινο» και σε διεθνή στηρίγματα της ρώσικης επανάστασης, μας δείχνει πως δεν πρέπει να παίρνουμε ως δεδομένο αυτό το ενδεχόμενο και να βασίζουμε πάνω σε αυτό το σχεδιασμό μας. Αυτό που θα κληθεί οπωσδήποτε πάντως να αναπτύξει μια πιθανή εργατική-λαϊκή εξουσία στα πρώτα της βήματα είναι οι διμερείς, αμοιβαία επωφελείς εμπορικές σχέσεις με άλλες, μη σοσιαλιστικές χώρες κι η ικανότητα για επιδέξια αξιοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων –που δεν πρέπει ωστόσο ούτε στιγμή να συγχέεται με τα τακτικά παιχνίδια και την επιλογή καπιταλιστή συμμάχου από μια πιθανή, αστική κυβέρνηση με αριστερό μανδύα, πρόσημο, πυρήνα, κτλ.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει αμιγώς με την υλική προετοιμασία, το επίπεδο ανάπτυξης και τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οι κομμουνιστές άνοιξαν μέτωπο, με επιστημονικές μελέτες και τις οικονομικές αναλύσεις τους,  ενάντια στο αντιδραστικό ιδεολόγημα της ψωροκώσταινας ελλάδας, που είναι καταδικασμένη τάχα να έχει δευτερεύοντα ρόλο και τον τουρισμό ως μοχλό ανάπτυξης και «βαριά βιομηχανία» της –για να γίνουμε τα γκαρσόνια της ευρώπης, όπως έλεγε σε παλιές, λαμπρές «αντι-ιμπεριαλιστικές» στιγμές του ο ανδρέας παπανδρέου. Οι μελέτες αυτές επικαιροποιούνται ως τις μέρες μας, αναδεικνύοντας τις πλούσιες αναπτυξιακές δυνατότητες που έχει η ελλάδα, αλλά και το είδος της ανάπτυξης («για ποιον;» «προς όφελος ποιας τάξης;») που χρειάζεται για να τις αξιοποιήσει.

Σε αυτές μπορεί να βρει κανείς κάποια σημεία που προκαλούν αυθόρμητα χαμόγελα, σε εμάς τους αδαείς με τα «βαριά οικονομικά», όπως πχ τα πλούσια κοιτάσματα χουντίτη, που θα αξιοποιήσει η μελλοντική λ-ε εξουσία. Αλλά και πιο σοβαρά, επίμαχα ζητήματα που παίρνουν τη σκυτάλη από τους προβληματισμούς και την παλιότερη διένεξη για τους κινδύνους και τη σκοπιμότητα χρήσης της πυρηνικής ενέργειας, και όπου προβάλλονται παρόμοιες ενστάσεις και διαφωνίες πχ για την εκτροπή του αχελώου ή για την (ακόμα και ήπιου βαθμού) αξιοποίηση διαφόρων λατομείων, ορυχείων, κτλ, στην κοινωνία του μέλλοντος.

Τα παραπάνω δένουν και με την εκτίμηση για τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και τη γενικότερη θεώρηση του τελευταίου. Αν τονίσουμε το στοιχείο της (ακόμα βαθύτερης σε σχέση με το 17’) οργανικής σύνδεσης-αλληλεξάρτησης των εθνικών οικονομιών, χάνουμε από την οπτική μας την παράμετρο της ανισομετρίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης, από την οποία προκύπτει η λενινιστική ανάλυση για το (μη ταυτόχρονο) σπάσιμο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας στους αδύναμους κρίκους της. Κι αν αντιστρόφως υπερτιμήσουμε το παράγοντα της ανισομετρίας και την υποδεέστερη θέση μιας χώρας μέσου επιπέδου ανάπτυξης, σαν την ελλάδα (που σε κάποιες πολιτικές αναλύσεις παρουσιάζεται ως αποικία χρέους, κτλ), προκύπτει εύλογα το ερώτημα πώς τεκμηριώνεται η ωριμότητα κι η υλική δυνατότητα για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, σε μια τόσο «υπανάπτυκτη» οικονομία.
Το πιο εντυπωσιακό ωστόσο είναι πως τα δύο αυτά (φαινομενικά) αντιθετικά σχήματα, στις ακραίες τελικές τους συνέπειες, φαίνεται να συγκλίνουν και συμπίπτουν στο εξής σημείο: τη διαμεσολάβηση της σοσιαλιστικής επανάστασης από κάποιου είδους μεταβατικό πρόγραμμα.

Σε κάθε περίπτωση, οι δυσκολίες, οι καμπές κι οι στροφές στην πορεία επικράτησης της επανάστασης και της οικοδόμησης των βάσεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας, είναι εν πολλοίς ένα αχαρτογράφητο πεδίο –πέρα από τις γενικές νομοτέλειες και τις κατευθύνσεις που μας δίνουν- και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά στην παρούσα φάση. Όσο ωριμάζει όμως κι ο υποκειμενικός παράγοντας –πέρα από τις αντικειμενικές συνθήκες-, δηλ το επαναστατικό υποκείμενο κι η πολιτική του πρωτοπορία, τόσο πιο έτοιμος κι ικανός θα (και επιβάλλεται να) είναι, για να προβλέψει έγκαιρα, να εκτιμήσει σωστά και να αντιμετωπίσει τέτοια ζητήματα, με πλούσιες ολοκληρωμένες επεξεργασίες κι αναλύσεις.