Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνειρμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνειρμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Συνειρμοί με το 1917

Ο Ραφαηλίδης γράφει κάπου (στην αισθητική του νομίζω) πως ο συνειρμός είναι η πεμπτουσία της τέχνης, αν και δε νομίζω να εννοεί της πολιτικής ή έστω της εξέγερσης. Κι είναι ζητούμενο να κατέχεις και τις προηγούμενες τέσσερις ουσίες, για να έχεις σφαιρική καλλιέργεια. Έτσι κι αλλιώς, οι συνειρμοί τζάμπα είναι, όπως και τα (επαναστατικά) όνειρα, αρκεί να μην καταλήγουν σε εφιάλτες -με μικρό και με κεφαλαίο (και προπαντός με κεφάλαιο)- και να μην εξαντλούνται σε εμπνευσμένες ευχές για... "καλή επανάσταση", όπως την περασμένη πρωτοχρονιά για το 17' (σατανικό), το περασμένο Πάσχα για την (επ)Ανάσταση και βασικά κάθε Πάσχα (σε βαθμό που να θες να πιάσεις τον πρώτο που το σκέφτηκε και το έγραψε, για να του πεις... βασικά τίποτα, τότε ήταν πρωτότυπο και δε φταίει αυτός για τη συνέχεια).
Η εξουσία στη φαντασία. Λες αυτή να είναι η έκτη ουσία μετά την πεμπτουσία και τις άλλες τέσσερις;

Αλλά πάμε στην (πέμπτη) ουσία.
Ξεκινάμε με κάτι εύκολο και ευκοίλιο, σαν τον οπορτουνιστικό χυλό. Ο Τσίπρας είναι ο νέος Κερένσκι (Αλέξη, από εδώ ο Αλεξάντρ), η τελευταία ελπίδα (που ακόμα έρχεται) της αστικής τάξης για να κρατήσει με αριστερό πρόσημο την εξουσία στα χέρια της και σε αυτά του Σύριζα, που είναι χωμένος μες στο βούρκο ως το λαιμό, αλλά πανηγυρίζει γιατί κράτησε τουλάχιστον τα νύχια του καθαρά. Ενώ οι προηγούμενοι...

Ο Τσίπρας, βέβαια, θα ταίριαζε περισσότερο να είναι μενσεβίκος (από τη μειοψηφία των ανανεωτών στη 12η Ολομέλεια το 68' και το 13ο Συνέδριο το 91') κι όχι τρουντοβικος-εσέρος σαν τον Κερένσκι. Αλλά μην αφήνεις μια μικρή λεπτομέρεια να χαλάσει έναν ωραίο συνειρμό.

Ακόμα και το "εσ" (εσωτερικού) θα ταίριαζε πολύ με τους εσ-ερ-ους (από τα αρχικά του κόμματός τους) αλλά πολιτικά ταυτίζεται με τους μενσεβίκους και τη διαχρονική τους διαπίστωση πως δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για επανάσταση και "δεν έπρεπε να πάρουμε τα όπλα", που θα μπορούσε να το λέει ο Πλεχάνοφ στην Πετρούπολη το 1905 ή το Δεκέμβρη του 44' και το Μάρτη του 46' στην Ελλάδα.

Φαντάσου δηλαδή τώρα να ήταν στη βαθιά παρανομία το ΣΔΕΚΡ, ο Λένιν κι οι υπόλοιποι στο εξωτερικό, και να έφτιαχναν οι από μέσα το ΣΔΕΚΡ εσωτερικού, γιατί η καθοδήγηση απέξω είναι απομονωμένη από τη ρώσικη πραγματικότητα και δεν μπορεί να ασκήσει το έργο της... Τρέλα.
Ενώ ο "βάλτος", όπως λεγόταν μια ομάδα μεταξύ μενσεβίκων και μπολσεβίκων, θυμίζει πολύ το αντίστοιχο "χάος", που αρνούνταν να πάρει θέση για τη διάσπαση του 68' και ήταν γενικά με την ΕΔΑ...

Αλλά ας δούμε πιο συνοπτικά τη συνέχεια.
Το ρεύμα του νόμιμου μαρξισμού στην προεπαναστατική Ρωσία, που επιδίωκε την απρόσκοπτη ανάπτυξη του καπιταλισμού, προτού τεθεί ζήτημα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού κι επανάστασης, μπορεί να είναι μια πρόδρομη μορφή της ΟΑΚΚΕ. Αν και είναι πολύ διαφορετικό (και πιο γραφικό) να λες σήμερα τα ίδια πράγματα, που εκατό χρόνια πριν μπορεί να φάνταζαν και λογικά.

Η Κόντρα ξεκίνησε για κόμμα, αλλά κατέληξε εφημερίδα -όπου μπορείς να διαγράψεις κάποιον από μέλος της συντακτικής ομάδας, κι όχι της οργάνωσης. Και ψάχνει πώς θα γίνει η "νέα Ίσκρα" για τη συγκρότηση ενός ΣΔΕΚΡ, αλλά έχοντας ανοιχτό μέτωπο στην Ίσκρα του Λαφαζάνη και τις θεωρίες της περί εξάρτησης -ή μάλλον μόνο στο πρώτο, αλλά χωρίς το δεύτερο. Μέχρι τότε, στέκεται θετικά απέναντι στην ατομική τρομοκρατία και απέχει από τις εκλογές για τη Δούμα, όχι από θέση αρχής, αλλά με συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης. Κι είναι από τους λίγους χώρους που δικαιολογούν -εν μέρει- κάπως το χαρακτηρισμό του "αριστεριστή".

Το Ναρ παραπέμπει συνειρμικά στο ιδεολογικό μωσαϊκό των ναρόντνικων (λαϊκιστών) και το Ναρξισμό, που είναι επαναθεμελιωμένος μαρξισμός. Εκεί όπου μια ντουζίνα πλατφόρμες είναι πιο σημαντικές από την πραγματική κίνηση του κινήματος, κι όπου δε διαγράφεται κανείς ποτέ, για να κυλήσει ελεύθερα προς το βούρκο, αν δε βαρεθεί από μόνος του να σπρώχνει και τους υπόλοιπους προς τα εκεί.

Η Ανταρσυα είναι μετωπικό σχήμα που φαντάζεται πως θα διαγράψει το χρέος (με ή χωρίς τη Ζωή, την ΕΛΕ και τους αριστερούς οικονομολόγους) εφαρμόζοντας ένα ευέλικτο μεταβατικό πρόγραμμα, με επικαιροποίηση του συνθήματος για "γη" και "ειρήνη", αλλά χωρίς το "όλη η εξουσία στα σοβιέτ" που είναι για τη Δευτέρα Παρουσία -λες και πίστεψαν ποτέ στην πρώτη. Εκεί η περίφημη αποστροφή του Βλαδίμηρου "πρέπει να χωρίσουμε, για να ενωθούμε" αντιστρέφεται διαλεκτικά: ας ενωθούμε, για να χωρίσουμε, να γίνουμε ενωτικά από δέκα χωριά χωριάτες, και να 'μαστε και μαζί και χώρια (ίδια η στεναχώρια)...

Τέλος, το αριστεροχώρι στο σύνολό του είναι κάτι σαν τη Δυόμιση Διεθνή, που πληγώθηκε από την προδοσία της 2ης, αλλά μισεί θανάσιμα την 3η, και τους μπολσεβίκους.
Κι οι μπολσεβίκοι (Λούκι Λουκ); Πού/ποιοι είναι οι μπολσεβίκοι (πού πήγε ο Λούκι Λουκ);

Αντικειμενικά (κι ανεξάρτητα από τη θέλησή τους) οι διασπάσεις του κόμματος (το 68' και το 91') κι οι οριακές πλειοψηφίες, του χαρίζουν για ιστορικούς λόγους τον τίτλο. Αλλά μένουν ακόμα πολλά, για να κατακτήσει στην πράξη και τη χάρη -εκτός από το όνομα...

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

ΕΑΑΚ και Γιουγκοσλαβία

Η συνειρμική αφετηρία είναι μια φωνή από το παρελθόν σε αμφιθέατρο να ρωτάει γεμάτη υπονοούμενο: και τι έλεγαν το 99' τα Εαακ για την Γουγκοσλαβία;
Και για όποιον δυσκολεύεται να πιάσει το υπονοούμενο, πχ γιατί είναι πολύ μικρός και δεν τα πρόλαβε: γιατί πήραν ίσες αποστάσεις στον πόλεμο και τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς, μιλώντας για το σφαγέα Μιλόσεβιτς;
Οπότε ερχόταν συνήθως οργισμένη η απάντηση: δείξτε μας μία αφίσα-εφημερίδα-υλικό που να το έλεγε αυτό, αλλιώς μιλάτε στον αέρα.
Αλλά ήμασταν όντως μικροί, για να έχουμε τέτοιο αποδεικτικό υλικό, αφού δε σπουδάζαμε τότε.
Ευτυχισμένα χρόνια με ΑΑΔΜ vs πούρο αντικαπιταλισμό, όπου ο καθένας ήξερε το ρόλο του.


Πέρα από αυτό πάντως τα ΕΑΑΚ κι η Γιουγκοσλαβία παρουσιάζουν κάποιες εντυπωσιακές εξωτερικές ομοιότητες, που θα αναπτύξω παρακάτω. Και δεν είναι τυχαίο πως η πρώτη εμφανίστηκε στο προσκήνιο το 90-91, όταν έσβηνε το άστρο της δεύτερης και ξεκινούσε το προτσές της διάλυσής της.

Το βασικό κοινό γνώρισμα είναι η ομοσπονδιακή δομή με τα σχήματα, τις οργανώσεις που συμμετέχουν και τις (πάλαι ποτέ) σοσιαλιστικές δημοκρατίες που ενώνονται σε ένα ενιαίο σύνολο, με επιφανειακή συνοχή κι ενότητα, μπόλικη ίντριγκα και υπόγεια πάθη να σιγοβράζουν. Όπου μπορείς πχ να ακούσεις ένα ναρίτη να θάβει τους αλτουσεριανούς, που σκοτώνονται μεταξύ τους, όπως πχ στην Πάτρα με τον Αντίλογο, αλλά μπορεί να έχουν τη χειρότερη άποψη για το Ναρ, που δεν πολυσυμπαθεί ούτε το Σεκ και θα προτιμούσε μάλλον το ΕΕΚ του Σάββα, έχει όμως αδελφικούς κι ακατάλυτους δεσμούς με τα ορφανά της Νεολαίας Σύριζα, κτλ.

Περίπου σαν τη σχέση Κροατών και Σέρβων, που συμβίωσαν αρμονικά για κάποια χρόνια, όσο κρατούσε το τιμόνι ένας Κροάτης με γιουγκοσλαβική συνείδηση, αλλά κατά την περίοδο της αντεπανάστασης έγιναν από δέκα χωριά και χωριάτες και διαλύθηκαν στα εξ ων συνετέθησαν και λίγοι είχαν αναπτύξει γνήσια γιουγκοσλαβική εθνική συνείδηση, όπως πχ ο Τάνιεβιτς που δήλωνε ακόμα και μετά τη διάλυση Γιουγκοσλάβος και τίποτα άλλο.
Ενώ η Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία ήταν ό,τι κι η ΕΦΕΕ για τα Εαακ, που κάποιοι δεν ήθελαν από θέση αρχής να συμμετέχουν και άλλοι το συζητούσαν υπό προϋποθέσεις. Αλλά έχει να συνέλθει σε σώματα από τον εμφύλιο του 95'.

Η Γιουγκοσλαβία του Τϊτο ηγήθηκε του λεγόμενου κινήματος των Αδεσμεύτων, που με φοιτητικούς όρους είναι κάτι σαν το ακηδεμόνευτο κίνημα. Γιγάντωσε το μύθος της (και το κύρος της στη Δύση) με το "φυσικά και δε θα υπακούσω" του Τίτο στην Κομιντέρν και το Στάλιν, κι ακολούθησε ένα δικό της μοντέλο, μακριά από τη συγκεντρωτική σοβιετική δομή ,που προωθούσε την αυτοδιαχείριση και την αυτονομία των επιχειρήσεων και των φοιτητικών σχημάτων. Ο καθένας δηλ έκανε ό,τι ήθελε, χωρίς γραμμή και σχεδιασμό από τα κεντρικά και χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν άλλο παρά στον εαυτό του και τη συνέλευσή του.

Για εμάς βέβαια, τόσο οι Τιτοϊκοί, όσο και το εξωκοινοβούλιο, μιλούσαν στο όνομα του Κομμουνιστικού Κινήματος και χρησιμοποιούσαν μερικά (φαινομενικά) ριζοσπαστικά συνθήματα, για να καταλήξουν στην αγκαλιά του ΠαΣοΚ και της σοσιαλδημοκρατίας. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα έχουν αναπτύξει μια ρηχή πολιτική λογική Παναριστεράς, που θυμίζει κάπως το βαλκανικό πανσλαβισμό.

Η FYROM θυμίζει πολύ τα γραφικά αρκτικόλεξα που διαλέγουν για την επωνυμία τους τα διάφορα σχήματα Εαακ. Αλλά ο ντόρος γύρω από το όνομά της και τις διεκδικήσεις που απορρέουν απ' αυτό, παρέπεμπε συνειρμικά στη λεγόμενη Κνε-Ναρ, τον Οδηγητή που εξέδιδε και τη δικαστική διαμάχη για τα 'πνευματικά δικαιώματα'. Βέβαια, σε δέκα χρόνια από τότε, όπως θα έλεγε και ο επίτιμος (όχι ο Φλωράκης, ο άλλος πρωταγωνιστής του 89') κανείς σχεδόν στο Ναρ δε θα θυμόταν την Κνε και την (όποια) κουκουέ παιδεία που είχε λάβει, καθώς στράβωσαν το κλαδί από την ανάποδη και ξέπεσαν στον οργανωτικό φιλελευθερισμό, γιουγκοσλαβικού τύπου.

Οι Γιούγκοι τέλος έχουν παράδοση να βγάζουν (ειδικά στο μπάσκετ) κάτι κ*λόπαιδα, με την καλύτερη έννοια, με βρωμόχερο που σε σκοτώνει από μακρινή απόσταση, κατά (ακόμα πιο μακρινή) αντιστοιχία με τους (γι)ούγκανους Εαακίτες, που βαράνε το χέρι στο έδρανο, καθώς αγορεύουν στις συνελεύσεις και σκίζουν (σ)τις καρδιές μικρών φοιτητριών. Εκεί που εξηγούν βροντοφωνάζοντας ότι αν είχαμε ακολουθήσει τη γραμμή του Κουκουέ για κάποιο θέμα, θα είχαμε Βάρκιζα και νέες ήττες -λες κι αυτοί έχουν καταφέρει να πάρουν την εξουσία, σαν το στρατό του Τίτο.

Το κείμενο αυτό (που τελειώνει λίγο απότομα) γράφτηκε στα απόνερα της τριλογίας για το Μαϊούνη, που θα ολοκληρωθεί προσεχώς με το τρίτο και τελευταίο μέρος.

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Μακρύς ο δρόμος

Η μαραθώνια πορεία κατά της ανεργίας, που ξεκίνησε σήμερα από την Πάτρα, θυμίζει συνειρμικά τα κατορθώματα του Αθηναία δρομέα Φειδιππίδη, που κινούνται ανάμεσα στο μύθο και την ιστορία. Δεν ξέρω αν οι δικοί μας στο τέλος αναφωνήσουν ξέπνοοι "νενικήκαμεν", γιατί η πορεία προς την τελική νίκη θα 'ναι πολύ πιο δύσκολη και μακροχρόνια από αυτό το εγχείρημα, κάτι σαν μαραθώνιος διαρκείας σε ανήφορο, με ρυθμό σπρίντερ. Κι είναι νωρίς μάλλον, για να συγκεντρώσει κανείς τώρα τα ευτράπελα της διαδρομής, όπως η προϋπάντηση αρκετών χιλιάδων διαδηλωτών (που λιγόστευαν στην πορεία, σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα) από τον μητροπολίτη Πατρών στον Άγιο Βασίλειο, που προσάρμοσε το λόγο στο κοινό του, και θύμισε στο Red Fly Παπά-Τσε ή κάτι από τον πατέρα-Ανυπόμονο. Το βράδυ στο Αίγιο όμως, μπορεί να τους περιμένει ο μητροπολίτης Αιγιαλείας, να τους υποδεχτεί με καυτό λάδι, και να τους φέρει στα ίσια τους.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η σύνδεση προσφέρεται για μια σειρά συνειρμούς παρμένους από την αρχαιότητα. Δε θα σταθούμε ξανά στην επισήμανση του Κάουτσκι -που είχαμε δει σε ένα πρόσφατο κείμενο- για το αδιέξοδο της ύστερης αρχαιότητας, που θα μπορούσε να οδηγηθεί, απ' την εσωτερική λογική της εξέλιξης των πραγμάτων, στο πέρασμα στην κεφαλαιοκρατία, αλλά δεν είχε τις υλικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο (πρωταρχική συσσώρευση) κι έφτασε σε μια παρατεταμένη παρακμή. Η οποία θυμίζει κάπως τη δική μας εποχή, εποχή περάσματος στο σοσιαλισμό, που σημαδεύτηκε όμως από το πισωγύρισμα της αντεπανάστασης και την παρακμή της σύγχρονης βαρβαρότητας ενός εκμεταλλευτικού συστήματος που σαπίζει.

Ένας αρκετά ιντριγκαδόρικος όσο κι αντιδιαλεκτικός παραλληλισμός είναι αυτός που παρουσιάζει τη συμμαχία της Δήλου με το σύγχρονο Νατοϊκό συνασπισμό, με επίκεντρο του 'ελεύθερου κόσμου' την Αθήνα ως υπέρμαχο της δημοκρατίας και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που συγκρούστηκε με την ολιγαρχική και στρατοκρατούμενη Σπάρτη, με τον Καιάδα, που διατηρούσε κάποια στοιχεία της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας.

Μερικές σύντομες παρατηρήσεις στα παραπάνω: ο πρωτόγονος κομμουνισμός δεν είναι (ούτε καν ανώριμος) κομμουνισμός. Το σημερινό Χόλιγουντ δεν εκπροσωπεί ούτε κατά προσέγγιση το ωραίο στην τέχνη, όπως αυτό εκφράστηκε στο χρυσό αιώνα του Περικλή. Η θέση της γυναίκας στη Σπάρτη ήταν πολύ ανώτερη σε σχέση με τη δημοκρατική Αθήνα -κάτι που μας δείχνει πόσο σχετική είναι η χρήση κάποιων όρων. Ένας από αυτούς τους όρους είναι η δημοκρατία. Κι η βασική ομοιότητα της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας με την αθηναϊκή δουλοκτητική κοινωνία είναι ίσως ότι οι σημερινοί μισθωτοί σκλάβοι είναι τυπικά ελεύθεροι κι αποφασίζουν δημοκρατικά με τη δική τους ψήφο για ένα μέλλον, που δεν ορίζουν, ούτε καν έμμεσα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει (παρά τα γενικότερα λάθη και τις αδυναμίες της συγγραφέα) μια μελέτη της Έλλης Παππά για την παρουσία και συμβολή των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων στο Κεφάλαιο του Μαρξ. Από όπου μπορούμε να κρατήσουμε ότι η διπλή φύση ενός προϊόντος-εμπορεύματος, που έχει αφηρημένη ανταλλακτική αξία και συγκεκριμένη αξία χρήσης, ήταν ήδη γνωστή στον Αριστοτέλη. άσχετα αν ο σύγχρονος αστικός μεσαίωνας αποσιωπά και τα πιο στοιχειώδη.

Αξίζει να σημειώσουμε άλλα δύο στοιχεία.
Το πρώτο αφορά την ετυμολογία και την πραγματική σημασία της λέξης 'πειθαρχία', που επικράτησε κακώς να νοείται ως πειθαναγκασμός, ενώ στην πραγματικότητα προσεγγίζει το μαρξιστικό ορισμό της (συνειδητής) πειθαρχίας σε ένα σκοπό, καθώς αυτό που άρχει, που επικρατεί, είναι η πειθώ. Και μόνο όταν κάποιος είναι πραγματικά πεισμένος για κάτι, για τη σημασία του, μπορεί να πειθαρχήσει ουσιαστικά και το εφαρμόσει-εκτελέσει σωστά.

Το δεύτερο στοιχείο είναι εξίσου εντυπωσιακό και προέρχεται από τη Θεογονία του Ησίοδου, όπου η Βία και το Κράτος αναφέρονται ως αδέλφια, τέκνα της Στυγός και του Πάλλαντα. Οι αρχαίοι έλληνες γνώριζαν πολύ καλά, αυτό που αγνοούν ακόμα και σύγχρονοι θεωρητικοί: ότι η βία δηλ είναι βασικό και αναπόσπαστο συστατικό του κράτους. Κάτι που δείχνει με τη σειρά του πόσο υποκριτική είναι η μικροαστική υστερία ενάντια στη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά και τον παραλογισμό αυτών των διαδεδομένων, πλην κενών περιεχομένου, κλισέ, πχ για επανίδρυση του κράτος (δηλ της βίας), ένα πιο δίκαιο κράτος, ή το περίφημο "δεν υπάρχει κράτος".

Η στείρα προγονολατρεία (για τους έλληνες που μεγαλουργούσαν όταν οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, κτλ) είναι ο πιο βέβαιος μάρτυρας ότι αποδίδονται κούφιες τιμές, που αντιγράφουν το γράμμα κι όχι το πνεύμα, και στέκονται αναχρονιστικά πίσω ακόμα κι από το κεκτημένο των λαών της αρχαιότητας

Υγ: ...δεν είσαι μόνος

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Έκθεση ιδεών

Ή αλλιώς "σκέφτομαι και γράφω", όπως έλεγαν τα σχολικά εγχειρίδια στο δημοτικό. Αυτό κι αν είναι δύσκολο, ε; Ίσως γιατί δεν το διδαχτήκαμε ποτέ. Η σχετική άσκηση στο βιβλίο της γλώσσας υπονοούσε βασικά: σκέφτεται κάποιος άλλος, ένας μεγάλος που μας διαβάζει (να ελέγξει αν έχουμε διαβάσει), ένα βοήθημα, κτλ, και γράφω εγώ ό,τι θυμάμαι. Ή εναλλακτικά, σκέφτομαι μόνος μου τι μπορεί να σκέφτονται και να θέλουν να διαβάσουν οι άλλοι (ο καθηγητής, ο διορθωτής, κτλ) και γράφω. Έτσι καταλήγουμε σε μια απέραντη κοιλάδα με φράσεις-κλισέ, λόγο ξύλινο και αφύσικο, που δε συναντάς πουθενά στην πραγματική ζωή, θέσεις κοινότοπες και τετριμμένες, γνωστές σαν την υπόθεση ενός κλασικού έργου, που όλοι την ξέρουν, αλλά θέλουν να δουν πώς θα τη δώσει ο καλλιτέχνης, αν θα το κάνει περίτεχνα, κτλ. Ό,τι γινόταν πάνω-κάτω και στην αρχαιότητα με τα ομηρικά έπη. Αλλά η ανθρώπινη σκέψη έχει εξελιχθεί ραγδαία έκτοτε.

Το βασικό μειονέκτημα όταν έχεις να γράψεις μια έκθεση, είναι πως δεν ξεκινάς από μια εσωτερική παρόρμηση, κάποια δική σου ανάγκη, αλλά επειδή είναι καθήκον σου να το κάνεις. Κι από τη στιγμή που ο σκοπός δεν είναι δικός μας, συνιστά μια μορφή αλλοτρίωσης, βγαίνει κάτι τελείως ξένο στο χαρτί ή την οθόνη κι όχι ένα κομμάτι του εαυτού μας, που μαθαίνουμε να τον κλείνουμε και να τον περιφρουρούμε από τα αδιάκριτα βλέμματα και τις εξωτερικές εκθέσεις. Γιατί τι άλλο είναι η έκθεση ιδεών αν όχι μια μορφή έκθεσης του εαυτού μας στον κοινωνικό μας περίγυρο;

Κι αν ακούγεται κάπως παράξενος ως όρος η αλλοτρίωση σε ένα πεδίο κατεξοχήν πνευματικής εργασίας, θα προσυπέγραφα κάτι που λέει ένας παλιός αθλητικός συντάκτης (της "λαϊκής δεξιάς" από πολιτική άποψη) στο εισαγωγικό σημείωμα της στήλης του: Δε θεωρεί ότι το καθημερινό γράψιμο είναι πνευματική εργασία. Είναι ο ίδιος που συνέγραφε (το "συν" δεν αναφέρεται στη λογοτεχνική του φλέβα, αλλά στο ότι αρθρογραφούσαν εξ ημισείας με τον Καραγιαννίδη)  κάποτε στον Φίλαθλο τη στήλη του Αποδυτηριάκια, που άφησε εποχή με το ιδιαίτερο στιλ γραφής της.

Τι έκθεση ιδεών να συντάξεις όμως αν δεν έχεις μάθει να σκέφτεσαι και να παράγεις δικές σου ιδέες; Η μορφή ακολουθεί πάντα το περιεχόμενο, και όταν αυτό δεν υπάρχει, επιχειρεί απλά να καλύψει με σάλτσες και φραστικά πυροτεχνήματα το απόλυτο κενό. Και αντιστρόφως: οι ωραίες, μεγάλες ιδέες χρειάζονται την κατάλληλη φόρμα για να εκφράσουν και να μεταλαμπαδεύσουν τον πλούτο τους. Η έλλειψη αυτής της φόρμας δεν είναι απαραίτητα προϊόν ελλιπούς τριβής και αμάθειας, εκφραστικής φτώχειας κι ανικανότητας. Αντανακλά πολλές φορές αδυναμία, ελλιπή κατανόηση ή σύγχυση και ως προς το ίδιο το περιεχόμενο. Όταν κομπιάζουμε, χάνουμε τα λόγια μας και τον ειρμό μας, στο γραπτό ή τον προφορικό λόγο, είναι συνήθως γιατί χάνουμε κάτι από την ουσία και δεν την έχουμε καθαρή στο μυαλό μας.

Τις αδυναμίες αυτές μπορεί να τις συναντήσει κανείς και στον κομματικό λόγο ή όσους επιχειρούν να αρθρώσουν πολιτική θέση. Τα κομματικά κλισέ (που δεν είναι απαραίτητα κακά από μόνα τους, όταν αφορούν κάποιες κλασικές, αγαπημένες φράσεις) ο στείρος, μονότονος λόγος που αποπνέει ρουτίνα, χωρίς έμπνευση, μπορεί να αντανακλούν φορμαλιστική σκέψη ή μια μορφή ανασφάλειας εκ μέρους του ομιλητή/αρθρογράφου, που βρίσκει καταφύγιο σε οικεία, απλοϊκά σχήματα.

Η επισήμανση των κακώς κειμένων (και των βαρετών λόγων) δεν είναι προφανώς αφοριστική. Το κομμουνιστικό κίνημα έχει να επιδείξει πολλούς εξαιρετικούς γραφιάδες-ρήτορες (σαν το Λένιν, τον Παφίλη κι άλλους δικηγόρους, που όμως δε θα υπάρχουν στον κομμουνισμό και θα τους κρατήσουμε ως διακοσμητικούς, να αγορεύουν από ευχαρίστηση, βγάζοντας μεγαλεπήβολους λόγους) σε όλα τα επίπεδο: πολιτική ανάλυση, γλαφυρότητα ύφους, συγκρότηση σκέψης, φιλοσοφικός λόγος, αφαιρετική ικανότητα, εκλαΐκευση.

Δεν είναι μόνο το λογοτεχνικό ύφος που θαυμάζει κανείς στους κλασικούς, κι η λεπτή ειρωνεία του Βλαδίμηρου (από τα στοιχεία που προσωπικά εκτιμώ περισσότερο σε έναν γραφιά) πχ στο σημείο με το τυφλοκούταβο, που αναφέρθηκε και στο νήμα μιας πρόσφατης συζήτησης. Αλλά και η αναλυτική ικανότητα βετεράνων κομμουνιστών, που ξέρουν να εντοπίζουν και να συμπυκνώνουν την ουσία του πράγματος σε δυο-τρία σημεία. (Στοιχεία αυτής της ικανότητας μπορεί να βρει κανείς πχ στα σχόλια του Ηλία-Σεχτάρ).

Αν το κόμμα και η οργάνωση είναι ένα μεγάλο σχολείο, όπως κι η ζωή συνολικά άλλωστε, υπάρχουν πολλοί μαθητές που το βαριούνται και κάνουν αγγαρεία, ακόμα κι όταν συμμετέχουν εθελοντικά στα μαθήματά του. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για ένα φορέα που λειτουργεί διαπαιδαγωγητικά κι όπου οι διδάσκοντες γηράσκουν αεί διδασκόμενοι.

Το δικό μου συμπέρασμα, σαν κατακλείδα, είναι πως τα θεωρητικά μαθήματα στο σημερινό αστικό σχολείο -όπου το μόνο ζητούμενο είναι να μάθεις να γράφεις και να πληκτρολογείς κι ας παραμείνεις λειτουργικά αναλφάβητος- είναι άθλια. Αλλά η διδασκαλία τους και η τριβή με αυτά, το να μάθεις να μιλάς σωστά και να γράφεις στρωτά, για να πεις αυτό που θέλεις, δεν αφορούν στενά τους μαθητές της θεωρητικής κατεύθυνσης κι όσους καταλήξουν στη νομική ή τη δημοσιογραφία.

Το σημαντικό λοιπόν για κάθε σφο, και όχι μόνο, είναι να καλλιεργεί συνεχώς αυτές τις ικανότητες, να μην τις αφήσει να αραχνιάσουν. Να εκθέτει συνεχώς τον εαυτό του, να μιλάει σε ανοιχτό κοινό και να γράφει, να γράφει, να γράφει. Κατά την περίφημη προτροπή "να μαθαίνετε, να μαθαίνετε, και να μαθαίνετε" του Βλαδίμηρου προς τους νέους κομσομόλους.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Τα άλλα τρένα να περνούν

Λοιπόν, καμιά φορά υπάρχει κάτι νοσηρά ωραίο κι ακατανόητα λογικό στο να βλέπεις τη ζωή να φεύγει από μπροστά σου, τις ευκαιρίες να χάνονται, τα φύλλα στο ημερολόγιο να λιγοστεύουν, τα άλλα τρένα να περνούν κι εσύ θεατής, να τα παρατηρείς μέσα από ένα σπασμένο παράθυρο, σαν ηδονοβλεψίας, της ζωής των άλλων, της ζωής που δεν έζησες.

Σαν την εικόνα στις αθλητικές απονομές, όπου οι παίκτες της χαμένης ομάδας περνάνε μπροστά από το κύπελλο και απλώνουν το χέρι να αγγίξουν το ποθητό δισκοπότηρο που ξέρουν πως τελικά δε θα σηκώσουν. Ή ακόμα χειρότερα, το κοιτάζουν απλώς περίλυποι, ανήμποροι πια να το διεκδικήσουν, και δεν το ακουμπάν καν, σα να φοβούνται πως θα το σκοτώσουν με το ανάποδο άγγιγμα του Μίδα, κι ας είναι ήδη χρυσό κι άψυχο -συχνά πάνε μαζί αυτά τα δύο, συνήθως για τους ανθρώπους.

Ή σκέψου το έπαθλο να ήταν ανθρώπινο και να χορεύει μπροστά σου, ένα τραγούδι που σου αρέσει (ή σου αρέσει επειδή το χορεύει, ή βασικά δε θα σου αρέσει ποτέ ξανά πια), να σου γελάει ειρωνικά και μια γλυκιά ζήλεια να παραλύει το σώμα σου, τις κινήσεις σου, αλλά όχι το μυαλό σου, που είναι σε πλήρη εγρήγορση, προσηλωμένο, καταγράφει κάθε στιγμή, υλικό για μελλοντικές ονειροπολήσεις. Μια παράσταση μόνο για σένα, που μπορείς να τη δεις, να την απολαύσεις, αλλά δεν μπορείς να παίξεις σε αυτήν.
Ποτέ πριν μια ακινησία δεν έκρυβε τόση ένταση, μια αδυναμία τόση θέληση συγκεντρωμένη. Και μια απώλεια, που εκτυλίσσεται μπροστά σου αλλά δε λέει να φύγει, τέτοια παράξενη ομορφιά. Ένα είδος μαζοχισμού, σα να χάνεις στο αγαπημένο σου παιχνίδι.



Πολύ λίγα πράγματα μπορούν να συγκριθούν με αυτό το χορό της βροχής για τα μάτια σου ή την ψυχή εσωτερικά, που γίνεται ένα ρευστό κύμα, τη μια ρουφάει το θέαμα για να ξεδιψάσει και την άλλη νιώθει να βουλιάζει και να πνίγεται στο απωθημένο, στους χυμούς του ανικανοποίητου.
Μα δεν υπάρχει κανείς προφανής λόγος για όλα αυτά. Είναι κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις σου ή τη λογική, ακόμα κι αν μπορείς να το εξηγήσεις πολύ καλά στον εαυτό σου. Δεν είναι ηττοπάθεια, ούτε κάποια περίεργη εκδοχή υπαρξισμού, αλλά συνειδητή ολιγωρία, σαν αγκύλωση, όχι  όμως ιδεολογική.

Σαν την εξουσία, που ήταν στο πεδίο βολής μας και την αφήσαμε να πετάξει μέσα από τα χέρια μας, να την πιάσει άλλος κυνηγός, που θα μας αφοπλίσει. Κι είναι, όπως λέγαμε, νοσηρά ωραίο να ξέρεις ότι η νίκη ήταν μια ανάσα μακριά, υπήρχε ατμόσφαιρα, επαναστατική κατάσταση, το momentum, αλλά δεν τη φίλησες ποτέ. Και τώρα ψάχνεις να βρεις ποιος έφταιξε και έδωσε το φιλί του Ιούδα.

Ήμουν λίγος απόψε το ξέρω, δε βοήθησες καθόλου όμως κι εσύ...
Αν και εμείς ήμασταν πολλοί, συντριπτική πλειοψηφία και λίγοι ταυτόχρονα -διαλεκτική είναι αυτά- γιατί αν το θέλαμε όλα θα είχαν γίνει διαφορετικά. Αλλά η επανάσταση μπορεί να είναι το ίδιο (λογικά) ακατανόητη με τον έρωτα και να κάνει αυτό ακριβώς που περιγράφουν οι κλασικοί.
Να σηκωθεί, να ξαναπέσει, να ρίξει τον εχθρό της, να τον αφήσει να σηκώσει κεφάλι ξανά, κτλ...
Σα μοιραίος παίκτης, που μια στιγμή σημαδεύει την υστεροφημία του, αλλά κανείς δε γίνεται μοιραίος αν δεν είναι πραγματικά μεγάλος.

Έχει τουλάχιστον πλάκα, και σε παρηγορεί κάπως, να βλέπεις κάποιους να εκδηλώνονται εκ των υστέρων, υπό τη δικτατορία του αποτελέσματος, που μας εγκαταλείπουν για να μην κολλήσουν τη ρετσινιά του ηττημένου. Διαλέγουν πάντα το νικητή, σαν τα μικρά παιδιά, και σαν τον οπαδό που βρίζει τα αποκαθηλωμένα είδωλά του, για να τα αποθεώσει στην επόμενη νίκη, με την ψυχολογία του απατημένου εραστή, που βρίζει κι αυτός, με αντεστραμμένη αγάπη, τον παράφορο έρωτά του που τον πρόδωσε.
Αλλά χρειάζεται και ένα θεωρητικό μανδύα για να ντύσει ιδεολογικά τη στάση του, το χυδαίο, γυμνό εμπειρισμό του.

Δεν ήταν κάτι σπουδαίο εξάλλου ο αγώνας μας, κι ας πίστεψε προσωρινά το αντίθετο. Βλέπει τώρα ένα πουκάμισο αδειανό, εκεί που αντίκριζε πριν λαχταριστά στήθη, που ήθελε να τα μαλάξει και να θηλάσει τις ρόγες τους, σα σταφύλια, ενώ ήταν ξεκάθαρα κρεμαστάρια, ανάξια λόγου, ούτε καν αγουρίδες, για να πεις πως δεν είχαν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες, αλλά αγάλι κι έρχεται.

Αυτοί που βαριούνται να βλέπουν τα άλλα τρένα να περνούν, περνάνε στην άλλη όχθη, πέρα από τις ράγες, ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους και επιβιβάζονται στο πρώτο τρένο για άλλους προορισμούς, μα έχουν ξεχάσει πού ακριβώς θέλουν να πάνε και κάνουν μόνο Τρύπες στο νερό.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Κείμενο παλιάς κοπής

Πόσο άλλαξες, πόσο άλλαξα…
-Τα όνειρά μου κόκκινα -Τα όνειρά μου άσπρα…
Και ποιος από τους δυο μας θα κάνει το λευκοφρουρό, για να είναι ο άλλος μπολσεβίκος;
-Ναι αλλά προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο ήταν αυτή η αλλαγή;
Ξέρω γω, θεωρητικά κάθε αλλαγή είναι εξέλιξη, δεν μπορεί να είναι προς το χειρότερο, άμα το δεις σε βάθος χρόνου. Αν και ζούμε σε έναν κόσμο, όπου η πείρα αμφισβητεί σοβαρά τους πιο βασικούς κανόνες της εξέλιξης –και άντε μετά να πείσεις τους αμερικάνους να τη διδάσκουν στα σχολεία τους. Κι όλα πισωγυρίζουν στο μεσαίωνα, σε βαθμό που και η προοπτική να φαίνεται σαν αναπόληση ενός χρυσού παρελθόντος, που χάθηκε σαν το σοσιαλιστικό παράδεισο της Εδέμ.

Οι επαναστάσεις είναι σα μερικά από τα καλύτερα ροκ συγκροτήματα, βράχοι ακίνητοι που κυλάνε σαν πέτρα (διαλεκτική γαρ) και διαβρώνονται από μέσα. Για αυτό εξάλλου ξεπουλιούνται γρήγορα, συνήθως κάπου μετά τον πρώτο δίσκο τους, όπως αποφαίνονται όσοι σκληροπυρηνικοί τα αγάπησαν.
Τα ιστολόγια από την άλλη απέχουν πολύ από το να προκαλέσουν μια επανάσταση, κι ας λέγονται τόσα για κινήματα του φέισμπουκ και δε συμμαζεύεται, πλατείες κι οι συνειδήσεις στα κάγκελα, αλλά χωρίς πολιτική ταυτότητα, γιατί αυτή την αφήσαμε στο σπίτι, σε κάποιο ρούχο που πλύθηκε και έχει γίνει ροζ, σαν τη δεύτερη φορά αριστερά. ΟΥΣΤ!
Και οι λογής-λογής bloggers δεν είναι καν σαν τους ρεντ μπλόκερς, στη Νίκαια. Αλλά το μπλε μαζί με το κόκκινο μας δίνει ένα ωραίο πένθιμο μοβ, deep purple. Κι ούτω πως ολοκληρώνεται ο φαύλος διαλεκτικός κύκλος αυτής της παραγράφου, φτάνοντας στα ροκ συγκροτήματα, από όπου ξεκίνησε. Οι επαναστάσεις μπορούν να περιμένουν.

Και να πώς συμπληρώνεται κάτι παραπάνω από επταετία στο διαδικτυακό γύψο, χωρίς να υπάρχει κανένας σαφής προορισμός. Μη με ακολουθείς, έχω χαθεί κι εγώ, όπως γράφουν μερικές μπλούζες, χαμένοι στη μετάβαση, που αντιστέκεται και δεν έρχεται, αλλά μπορεί να μας περιμένει στην άλλη γωνία της ιστορίας, σαν το μεγάλο έρωτα. Και εγώ μπορεί να σταματήσω ξαφνικά, μια μέρα, όπως ο φόρεστ γκαμπ στην ταινία, γιατί θυμήθηκε, μετά από τόσα χρόνια, πως κουράστηκε. Αλλά να χαρείς, μη μου πεις πως εδώ είναι το ταξίδι, κι άλλα τέτοια βαθυστόχαστα, πιο κλισέ κι από Κοέλιο.

Πού πάμε σύντροφε; -Στο αεροδρόμιο.
Πού πηγαίνει άραγε όλος αυτός ο κόσμος, ο αέρας που φυσάει, τα frames που χάνονται στο ψηφιακό σήμα, οι σκέψεις που ξεχνάμε; Σε τι σάπιο εκμεταλλευτικό κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας (αν έχουμε λεφτά να τα θρέψουμε) Βίκτορα Τιούλκιν;
Θεωρητικά, όλος ο κόσμος ξέρει πού πάει, στην πράξη χωλαίνουμε ως συνήθως, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, σαν τους κύκλους των κομπάρσων στο τρούμαν σόου, σα να μην υπάρχει κανένα νόημα, και λίγος σοσιαλιστικός ρεαλισμός, επιτέλους, στη ζωή μας.

Κινούμαστε με τη δύναμη της συνήθειας, από δυνάμεις ξένες (αλλότριες) κι αλλοτριωτικές, επειδή κάπου πρέπει να πάμε, ακόμα κι αν τελικά κάνουμε κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο, κι όχι για να ικανοποιήσουμε μια εσωτερική ανάγκη να κινηθούμε, να εξελιχθούμε, να μη μείνουμε στάσιμοι.

Κι εδώ οφείλεται μια εξήγηση για τους κύκλους και τις στρογγυλοποιήσεις. Γιατί από μια άποψη είναι πρόκληση να πεις κάτι, όπως ακριβώς το σκέφτεσαι, χωρίς να το αλλοιώσεις με τα κριτήρια των άλλων, το φόβο αν θα το δεχτούν και πώς θα αντιδράσουν. Αλλά από μια άλλη άποψη, γιατί δηλ να προκαλέσεις τον άλλο και τι ακριβώς έχεις να κερδίσεις; Και να πώς μπαίνει η στρογγυλοποίηση από το παράθυρο, ή μάλλον την κερκόπορτα, ή τέλος πάντων το κερκοπαράθυρο. Και μαζί της μπαίνουν και οι θανάσιμες παγίδες της. Γιατί αν πάρεις πχ τον αριθμό π (=3,14) και το στρογγυλοποιήσεις και αυτόν, καταλήγεις να πάρεις απλώς τα τρία σου, μια τρύπα στο νερό, χωρίς κανένα κύκλο.

Και πάλι όμως, γιατί να πεις κάτι τυλιγμένο σε μια ντουζίνα συνειρμούς, τόσο ακατανόητους και εσωτερικούς, που ούτε εσύ ο ίδιος δε θα τους θυμάσαι σε λίγο καιρό, έξω από τα συμφραζόμενα; Και οι οποίοι θυμίζουν εκείνους τους αχώνευτους ποιητές του σουρεαλισμού, που διδασκόσουν στο σχολείο, και ψάχνατε όλοι μαζί να βρείτε με το ζόρι κάποιο νόημα, μην κι είχε πέσει κάτω από το θρανίο. Αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι κι αυτό μια ναρκισσιστική μορφή πρόκλησης, σα να γράφεις για τον εαυτό σου κι ένα κλειστό κλαμπ ανθρώπων που (κάνουν ή πιστεύουν πως) σε καταλαβαίνουν;

Ενώ η αλήθεια είναι πως το γράψιμο είναι κοινωνική πράξη. Κι ο καθένας Ροβινσώνας Κρούσος του διαδικτύου κατά βάθος γοητεύεται από αυτό το είδος της επικοινωνίας, από την ιδέα πως πετάει ένα εμφιαλωμένο μήνυμα στο αρχιπέλαγος, για να περάσει ανυποψίαστο πάνω από πτώματα στο Αιγαίο και να βρει αποδέκτες. Νιώθει την ανάγκη να ακουμπήσει κάπου αυτή την εσωτερική του ανάγκη και να βρει ανταπόκριση, ένα είδος ανταμοιβής (που είναι από τα πιο βασικά στοιχεία, όπως μαθαίνει ο παιδαγωγός για την παιδική ψυχολογία).


Ακόμα κι αν η ανάγκη αυτή βαδίζει στα τυφλά, σαν κουτάβι που το βγάζεις βόλτα, αλλά στην πορεία γίνεται σκύλαρος και σε πηγαίνει αυτό εκεί που θέλει, αντί να το καθοδηγείς εσύ, δεν παύει να είναι το βασικό κίνητρο. Η ψυχοθεραπευτική λειτουργία της γραφής, κάτω από τόσα στρώματα σκουριάς, που έχουν επικαθίσει πάνω της, τόσα αντικίνητρα, την ανάγκη να φανείς, να πεις κάτι σώνει και ντε, να το σχολιάσεις, γιατί πρέπει να έχεις άποψη για όλα. Αυτή είναι η ουσία της γραπτής επικοινωνίας κατά τη γνώμη μου και όχι ασκήσεις μουντρουχιάς κι αυστηρής σοβαροφάνειας για το διαδικτυακό λαό των μουντρούχων. Ούτε η στρυφνή εργαλειοποίησή της, που παρουσιάζεται ως ζιζανιοκτόνο, αλλά μόνο για καλλιέργεια δεν προσφέρεται.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του

Στα τέλη του Σεπτέμβρη, όλα μοιάζουν μελαγχολικά, ακόμα κι αν έχεις την τύχη να είσαι στη θάλασσα για τα τελευταία μπάνια και σκέφτεσαι το καλοκαίρι που πέρασε. Κάπως σαν την τελευταία μέρα του Φεστιβάλ, που οι σφοι αρχίζουν να διαλύουν τις κατασκευές και να τα μαζεύουν, προτού φύγει ο κόσμος. Κι εσύ νιώθεις σαν το παιδάκι, που είχε φτιάξει με τα παιχνίδια του και τα πλεϊμπομπίλ του μια ολόκληρη πολιτεία, αλλά η μαμά του λέει ότι πρέπει να τα μαζέψει, για να καθαρίσει. Μα γιατί να μην τα αφήσουμε έτσι όλο το χρόνο; Τελικά τα παιχνίδια μένουν χρόνια τώρα αραχνιασμένα στο κουτί τους σε κάποιο πατάρι, όταν δεν τα πετάει ή δεν τα χαρίζει κάπου η μέση ελληνίδα μάνα (αυτή η μάστιγα). Κι η μόνη φορά που ξαναβγαίνουν πια από το κουτί τους, για να φτιάξουν κάτι και να πάρουν εκδίκηση, είναι στο Φεστιβάλ, όπου βρίσκεις ξανά τη λέξη «πολιτεία», με αυτήν την έννοια, να αποτυπώνει το δέος για κάτι μεγάλο και ξεχωριστό. Στο πάρκο Τρίτση, Μελά ή όπου γης και σύντροφοι. Γιατί σε αυτόν τον τόπο, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα βρεις κάτω της το ιστορικό χνάρι του κόμματος ή κάποια φεστιβαλική εκδήλωση της οργάνωσης.

Βυθίζεσαι λοιπόν στις αναμνήσεις σου και στο θαλασσινό νερό. Αλλά το ζήτημα είναι αν θα το κάνεις σιγά-σιγά, για να συνηθίσει ο οργανισμός, ή με ψυχρολουσία, μια κι έξω, σφοδρή πλην σύντομη. Μπαίνεις στο νερό ως τα γόνατα και στέκεσαι εκεί, κοιτάζοντας δίπλα σου έντρομος τους αριστεριστές-τυχοδιώκτες, που κάνουν ένα-δύο, μπλουμ στο νερό. Μήπως όμως αυτά τα μεταβατικά στάδια και οι αυταπάτες τους είναι πιο οδυνηρά και απλώς σε ταλαιπωρούν περισσότερο;

Το βασικό πάντως είναι να πείσεις τον κόσμο να αφήσει τους φόβους του, μήπως το νερό είναι έτσι, αλλιώς και αλλιώτικο και να πέσει στα βαθιά να κολυμπήσει. Θυμάμαι παλιά το ψηστήρι ενός σφου σε μια στενή επιρροή μας, για να οργανωθεί. Προς το τέλος, μετά από μια πολύωρη συζήτηση, για να καμφτούν και οι τελευταίοι δισταγμοί, επιστράτευσε ένα επιχείρημα του τύπου: πρέπει να μπεις στο νερό για να δεις πώς είναι, αλλιώς δε θα μάθεις ποτέ. Για να προσθέσω και εγώ ένα ακόμα πιο αήττητο: αφού εμείς είμαστε μέσα και σου λέμε πως είναι καλό το νερό, γιατί να μην μπει;
Τελικά ο σφος οργανώθηκε και κολύμπησε, άλλο αν κάποιοι καταλήξαμε ναυάγια της ταξικής πάλης.

Αλλά δεν είναι πολύ εύκολο να πείσεις κάποιον για το δίκιο σου, ιδίως όταν σε βλέπει να θαλασσοδέρνεσαι και να κολυμπάς συνεχώς ενάντια στο ρεύμα, ενώ αυτός πνίγεται σε μια κουταλιά νερό. Οπότε πρέπει να τον πας με το μαλακό, στράτα-στρατούλα, πρώτα με τα μπρατσάκια κι ύστερα μόνο με το ένα (το αριστερό). Να τον πείσεις πως επιπλέουν ακόμα κι οι φελλοί, άσε που πολλοί απ’ αυτούς εκλέγονται μάλιστα στο κοινοβούλιο. Κι ότι πρέπει να εμπιστευτεί τις δικές του δυνάμεις και όχι φούσκες και πυροτεχνήματα που θα γίνουν σωσίβια της αστικής τάξης. Και σταδιακά να σταματήσει να πλατσουρίζει σε ρηχά νερά και μέτωπα, για να ανοιχτεί στο πέλαγος, χωρίς να φοβάται το τέλος του Τιτανικού και τα παγόβουνα. Ο πάγος έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε, κι εμείς δεν έχουμε παρά να τον ακολουθήσουμε, περιμένοντας να αξιοποιήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες και την παλίρροια, που θα ανεβάσει απότομα την ένταση και τον πήχη των απαιτήσεων.

Το δίλημμα «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» διατηρεί ακέραιο τον επίκαιρο χαρακτήρα του. Και η μόνη ουτοπική ελπίδα είναι να περιμένει κανείς να αλλάξουν τα πράγματα, χωρίς αυτός να τραβήξει κουπί, και ότι δε θα βουλιάξει, ενώ παραμένει ακίνητος σαν κουτσουράκι (τόσο δα μικρούτσικο).

Και τι θα ήμασταν άραγε αν δεν είχαμε ο ένας τον άλλο; Αν δεν είχαμε το συλλογικό αγώνα και την οργανωμένη πάλη; Μια σταγόνα μέσα στον ωκεανό. Ψάρια ανυπεράσπιστα, που θα τα έκαναν μια χαψιά οι καρχαρίες ή τα πιράνχας, γιατί το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρότερο. Ή θα τσιμπούσαμε αυταπατώμενοι τα δολώματα που θα μας έριχνε ο κάθε (ψ)αράς.


Αλλά εμείς δεν ψαρώνουμε. Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του. Αρκεί να μην έχουν μνήμη χρυσόψαρου, να μη βουλιάζουν στη φθινοπωρινή μελαγχολία τους και στον καναπέ τους και να μην περιμένουν να αλλάξουν τον κόσμο με τις εκλογές (όπου το επαναστατικό κίνημα είναι σαν ψάρι έξω από το νερό). Και φυσικά να μη φοβούνται να βουτήξουν στο νερό...