…και όλοι μιλάνε.
Εκεί που άπαντες είχαν χάσει τη μιλιά τους -πλην λακεδαιμονίων που θρηνούσαμε για την κόκκινη μηλιά. Κι όλοι τηρούσαν σιγή ιχθύος κι έκαναν συντροφιά στο ψαράκι της γυάλας. Ξαφνικά τους έπιασε λογοδιάρροια κι έχουν άποψη. Με αναλύσεις κι επιχειρήματα, όχι αστεία. Ακριβοί στα πίτουρα… και το άλλο μισό δεν το θυμάμαι.
Αν είχαν το ίδιο κριτήριο στην πολιτική, αν αφιέρωναν τον ίδιο χρόνο να σκεφτούν τα κοινά και τους εαυτούς τους, θα ‘χαμε ήδη προεπαναστατική κατάσταση.
Προς το παρόν αντί για ποσότητα μεταφέρουν ποιότητα και ψυχολογία γηπέδου στο στίβο της ταξικής πάλης. Κι η διαλεκτική βόσκει χαμένη κάπου στο πέταλο.
Ο ταξικός αγώνας συνεχίζεται. Παίζουμε τις καθυστερήσεις. Ή που θα ανατρέψουμε αυτό το σύστημα, ή θα σαπίσουμε μαζί του.
Μα το ντέρμπι είναι στημένο κι από πριν ξεπουλημένο κι εσύ ντύνεσαι με δίχρωμα κασκόλ και με κουκούλες, σαν χούλιγκαν του κινήματος.
Είμαστε η γενιά της ανατροπής, λέει η αλέκα. Που έτυχε να είναι στη γενιά των ανατροπών και της κατάρρευσης. Ανατροπή και πέναλτι! Θέλουμε την εσχάτη των ποινών για αυτή τη σάπια κοινωνία. Να τη στήσουμε στα έντεκα βήματα και να την εκτελέσουμε αλά πάνενκα που κρέμασε τον αντίπαλο.
Να δούμε όμως τι θα σφυρίξει κι η τσούλα η ιστορία.
Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό είναι ότι στο προηγούμενο μουντιάλ είχαμε μαϊούνη. Θυμάμαι μαζευόμασταν στην κατάληψη των μμε και κρατούσαμε συντροφιά ο ένας στον άλλον να μην κοιμηθούμε μπροστά στην οθόνη. Φέτος η κινηματική συγκυρία πέρασε ανεκμετάλλευτη κι απ’ το πολύ θέαμα μας βλέπω αγκαλιά με το μορφέα κι ό,τι προκύψει.
Στο κίνημα κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικότητα. Χωρίς κίνημα και πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες η πραγματικότητα μας είναι γεμάτη χασμουρητά και βαριά βλέφαρα. Και τα όνειρα παραμένουν υπόθεση του ύπνου. Το άλλο πρωί θυμόμαστε ελάχιστα και κάνουμε ακόμα λιγότερα.
Ένα αφιέρωμα στο μουντιάλ πρέπει καταρχήν να σέβεται τη μυθολογία του κινήματος που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Το χέρι του θεού και πώς τον γείωσε τέσσερα χρόνια μετά το ιερατείο της πούτα φιφα. Το αλάνι από τη μασσαλία κι η λιμανίσια κουτουλιά στον ιταλό μακαρονά που έβρισε την αδερφή του. Τα μινγκ του λομπανόφσκι που τα έσφαξε η διαιτησία με το βέλγιο. Τους μεξικάνους στις κερκίδες που εκτός από την hola (κύμα) φώναζαν: θέλουμε φασόλια, όχι γκολ. Τον μαοϊκό μπράιτνερ που δεν ταξίδεψε για πολιτικούς λόγους με τη BDR το 78 στην αργεντινή του κεντρώου βιντέλα. Τη σοβιετία που μηδενίστηκε στα προκριματικά γιατί αρνήθηκε να παίξει στην χιλή του πινοσέτ και του δντ.
Και τη –λιγότερο γνωστή- επίδειξη προλεταριακού διεθνισμού στην ίδια χώρα –προ πινοσέτ- από τους χρουτσωφικούς –προ σχίσματος. Οι σοβιετικοί ήθελαν μία νίκη στο μουντομπάσκετ για να αναδειχθούν παγκόσμιοι πρωταθλητές αλλά αρνήθηκαν να αγωνιστούν απέναντι στη φορμόζα και το καθεστώς του σεκ. Όχι της ανταρσύα, του άλλου.
Κι αν είναι από δεξιά σκοπιά για τον πελέ που άκουσε τον συμπαίκτη του να έρχεται και του έβγαλε πάσα στα τυφλά. Που αν έπαιζε με βουβουζέλες στη νότιο αφρική δεν θα τον άκουγε ποτέ και θα είχαμε όλοι την ησυχία μας τώρα.
Αυτά όμως δευτερευόντως. Πρώτα θα πει για τις μίζες, τους χορηγούς, το στοίχημα, τη ντόπα, τα σικέ παιχνίδια, τα ακριβά εισιτήρια, τα τηλεοπτικά και πάει λέγοντας. Και καλά θα κάνει.
Όπως κάνουμε και στις συναυλίες. Πρώτα λέμε για τους χορηγούς, για τη μουσική που έχει γίνει εμπόρευμα, για τα ακριβά εισιτήρια, τα προκλητικά νυχτοκάματα των τραγουδιστών, τις κόκες που παίρνουν για να αντέξουν σε αυτούς τους ρυθμούς.
Ή όπως κάνουμε κάθε πάσχα. Καταγγέλλουμε το όπιο του λαού, την εκκλησία που κάνει τον ντίλερ, τη φάμπρικα με τις λαμπάδες, τα τζάμπο, την κερδοσκοπία στο πασχαλινό τραπέζι.
Η μπάλα είναι η χαρά μιας άχαρης ζωής. Η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου που χάνει από τη βαλβίδα και λασκάρει τις βίδες του κόσμου, αφήνοντας πίσω ξεφούσκωτα ιδανικά κι ελπίδες στα κάγκελα. Μίζερο υποκατάστατο συλλογικότητας και διασκέδασης σε μια ακόμα πιο μίζερη εξατομικευμένη πραγματικότητα.
Όποιος μείνει στη φράση με το όπιο, βλέπει μια ουσία, αλλά την Ουσία την χάνει. Δηλώνει απλώς την απέχθειά του για τα θεία και μπαίνει με όρους τζιχάντ απέναντι στο μουλά μπογιό και τους πιστούς του που θεωρούν το ποδόσφαιρο θρησκεία χωρίς απίστους και χάνουν τη διαλεκτική από την ανάποδη.
Εμείς όμως δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε απ’ τον κόσμο.
Το μουντιάλ είναι πάνω απ’ όλα η γιορτή των φιλάθλων. Σε ένα άλλο επίπεδο είναι πανηγύρι λαών και των φυλών όλου του κόσμου. Και σε ένα τρίτο πανηγύρι χορηγών και πολυεθνικών που ‘κονομάνε χοντρά.
Είναι το τρίτο ακριβώς επειδή υπάρχουν τα άλλα δυο στοιχεία. Κι όπου τα βρίσκουν πέφτουν σαν ύαινες που βρήκαν την κότα με τα χρυσά αυγά.
Βλέπαμε σε μια φάση έναν αγώνα στα εξάρχεια σε γιγαντοοθόνη και στο διάλειμμα έπαιζε μια καινούρια διαφήμιση με τον κριστιάνο κι ένα σαμπουάν που μόλις το δοκιμάζει αρχίζει τις κεφαλιές και τα ανάποδα ψαλίδια.
Κι ήταν πίσω μου κάτι γκοθούδες που τον πήραν στο ψιλό.
Α! Αχ αγόρι μου! Τι είσαι εσύ… Σκίσε τα δίχτυα! κι άλλα τέτοια.
Γελοίο θέαμα, αλλά το πράγμα δεν αλλάζει. Οι θαυμαστές του θα τον γουστάρουν γιατί είναι πολύ καλός παίκτης κι οι υπόλοιποι βρήκαμε ένα παραπάνω λόγο για δούλεμα και καζούρα.
Κολλημένοι με τη μπάλα; Αν θες να πιάσεις τον παλμό τους, πρέπει να τους μιλήσεις για τις γραφές και τους αγίους τους. Να βγάλεις τα παπούτσια σου πριν μπεις στα χωράφια τους και να τους πεις για την χαρά του αθλήματος που αργοπεθαίνει.
Για το ρονάλντο που είχε κρίση επιληψίας πριν τον τελικό του 98 αλλά έπαιξε με το ζόρι γιατί ήταν απαίτηση της ΝΙΚΕ. Και πήγε χαμένο ένα φαινόμενο με σερί τραυματισμούς. Για το ροναλντίνιο που τον έφαγε η τριντέντ, τα πατατάκια κι η καλοπέραση.
Για τους ξεζουμισμένους παίκτες και τις σούπες που μας σερβίρουν καλοκαιριάτικα. Για τις φανέλες που είναι γεμάτες χορηγούς. Για τους ακριβοπληρωμένους μισθοφόρους που δεν τις ιδρώνουν. Για τα πανάκριβα εισιτήρια που σου κόβουν το γήπεδο. Για τη σκοπιμότητα που σκοτώνει το θέαμα. Για τα γκολ που λιγοστεύουν όσο πιο επαγγελματικό γίνεται το άθλημα. Για τους προέδρους που ξεπουλάν τις σημαίες της ομάδας. Για τα σωματεία της γειτονιάς που όταν δεν κλείνουν, φυτοζωούν.
Ακόμα και για τη χαμένη δημοκρατία του αθλήματος. Το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα που μπορούσαν να το παίξουν ψηλοί, κοντοί, χοντροί και λεπτοί, ή παίκτες σαν τον γκαρίντσα που είχε το ένα πόδι κοντύτερο απ’ το άλλο. Σήμερα σε υψηλό επίπεδο μπορούν να παίξουν μόνο υπεράνθρωποι επαγγελματίες που τρέχουν σαν τα σκυλιά κι είναι ποτισμένοι με ντόπα.
Και σε ένα ανώτερο επίπεδο να του μιλήσουμε για το δεξιό(στροφο) και το αριστερό(στροφο) ποδόσφαιρο. Όπου στο πρώτο οι παίκτες είναι γρανάζια μιας μηχανής ενώ στο δεύτερο έχουν ελευθερία κινήσεων και δημιουργίας. Αλλά και για τη διαλεκτική υπέρβαση με το 3-5-2 του λομπανόφσκι που αναδεικνύει την κοινωνική ατομικότητα και τη σοβιετική πειθαρχία.
Κι αφού τα λύσουμε όλα αυτά να κάνουμε το αυθόρμητο πολιτικό και να πιάσουμε την κρίση αντιπροσώπευσης.
Την εθνική ποτέ δεν την αγαπήσαμε κι αυτό κυρίως έχει να κάνει με τη μπάλα που παίζει, όχι με αντι-εθνικές υστερίες. Με αυτή του μπάσκετ μια χαρά πωρωνόμαστε.
Παίζει βέβαια ένα είδος ανταρτοπόλεμου με βασικό επιθετικό σύστημα τα γιουρούσια, τιμώντας έτσι τις καλύτερες παραδόσεις του κινήματος. Αλλά τα ράσα δεν κάνουν τον παπά ούτε μπορούν να καλύψουν τους γερμανοτσολιάδες του ρεχάγκελ.
Η λδ της κορέας θα ήταν φαβορί αν παίζαμε ναυμαχία (άλφα δύο, βύθισα φρεγάτα) αλλά στον όμιλο που έτυχε (με βραζιλία, πορτογαλία και ακτή ελεφαντοστού) δεν έχει πιθανότητες να περάσει τον όμιλο. Ούτε καν το 20% που είχε όταν ξεκινούσε ο λένιν.
Στην τελική δεν ξέρουμε ούτε έναν παίκτη της για δείγμα. Και μην αρχίστε στην τύχη τα κιμ τάδε και τα λι κάτι.
Καμία αυταπάτη για τους λούληδες της βραζιλίας, τη ντροπή της λατινικής αμερικής και του αδύναμου κρίκου, με το δήθεν λαϊκό ηγέτη και το αφόρητο φολκλόρ.
Έρχονται –λέει- κι οι εγγλέζοι, μα ο λαός τους χέζει… Θυμόσοφος από παλιά.
Η κε του μπλοκ στηρίζει αρχεντίνα γιατί είναι αυτοκαταστροφική, έχει ταλέντο, φράξιες και υποομάδες (με το βερόν σε ρόλο πλεχάνοφ που κάποτε ήταν πρώτος και καλύτερος, αλλά τα στερνά δεν τίμησαν τα πρώτα). Και γιατί σε τελική ανάλυση δε θα το πάρει.
Είναι η στρατιά της νίκης με έτοιμο κομαντάντε και πρωτοπαλίκαρο. Αλλά ο καπετάνιος της είναι ελαφρός μισότρελος. Μπορεί να ρίξει το καράβι στην ξέρα και να καταλήξουμε ναυάγιο της ταξικής πάλης από τη φάση των 16.
Ρόλο συμμάχου σε αυτό το μέτωπο μπορούν να έχουν η ισπανία κι η ολλανδία. Γιατί παίζουν καλή μπάλα –μέχρι αποδείξεως του εναντίου- είναι παραδοσιακές σχολές που αντέχουν στον χρόνο και την παγκοσμιοποίηση κι η ένωσή τους μας έδωσε τη μπάρτσα.
Πουλέν της κε είναι βάση ονόματος και συγκυρίας ο ιάπωνας φορ οκαζάκι.
Υγ: χρόνια πολλά στον ερνέστο και στους απανταχού τιρινινήδες.