Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάτζικ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάτζικ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Γιατί εσύ ήσουν λιμνάνθρωπος

Συνήθως προσπαθώ να σκεφτώ μια εισαγωγή για κάθε κείμενο, μπλέκω με συνειρμούς και χάνω το κυρίως θέμα. Αλλά όλα μες στη ζωή είναι. Και τι νόημα θα ’χε η Ιθάκη, χωρίς το ταξίδι, χωρίς μικρές νοθείες και κάποιες λίγες παρακάμψεις, που μπορεί να κρατήσουν και μια δεκαετία. Αρκεί να φτάσουμε κάποτε στη γραμμή του τερματισμού και του ορίζοντα, που απομακρύνεται όσο τον πλησιάζουμε, σαν τη σοσιαλδημοκρατική Ιθάκη του Τσίπρα, που είναι ένα μεσαίο κατάρτι υψωμένο στη νοημοσύνη μας και βυθισμένο στον (ντροπή λίγο) κι ούτε ένας μάγος δε θα μπορούσε να κάνει τόσο ταχυδακτυλουργικά πριν την κάλπη. Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Το κυρίως θέμα.


Γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρει ένα βιβλίο για τον Μάτζικ; Ίσως για λόγους αθλητικούς -μα όχι μόνο. Ο αθλητισμός έχει πάντα προεκτάσεις, νικώντας τα αήττητα στερεότυπα που τον βλέπουν μακριά από την πολιτική και τις σκοπιμότητες ή τους υψηλούς συμβολισμούς.

Αθλητικά μιλώντας, ο Μάτζικ ήταν ένας μαύρος αίλουρος (χωρίς τις πολιτικές προεκτάσεις του Τζαμπάρ, που θα μας οδηγούσαν στις παρυφές των Μαύρων Πανθήρων). Εφορμούσε στο παρκέ, είχε μάτια στην πλάτη, σε σκότωνε απαλά και χαμογελούσε κιόλας, σαν αγγελικός δολοφόνος στην πόλη των αγγέλων, που πούλησαν την ψυχή τους στον διάβολο, για να μάθουν να παίζουν θεϊκό, μαγικό μπάσκετ.
Μπορείς να κάνεις μαγικά, μπορείς να έχεις ό,τι ποθήσεις.

Νικούσε κάνοντας μάγκες κυρίως τους συμπαίκτες του με ασίστ, χωρίς τη μαγκιά και τα νταηλίκια της Ανατολής, που ήταν τρόπος ζωής για τους Πίστονς ή επιβίωσης για έναν λευκό όπως ο Μπερντ. Ειδικά οι φωτογραφίες του των πρώτων ετών είναι το κάτι άλλο. Μας δείχνουν μια φιγούρα με Ατίθασα Νιάτα, ακαταμάχητη (Τόλμη) και Γοητεία, με ακατάβλητη Λάμψη (και τον Τζακ πρώτο κάθισμα-πίστα), που νικούσε τους Σκληρούς του Ντιτρόιτ και της Βοστώνης και έγινε Δυναστεία, μα πάνω απ’ όλα γιορτή και υπερθέαμα για τη μικρή οθόνη (Showtime), άρρηκτα συνδεμένο με την εκτίναξη της τηλεθέασης του ΝΒΑ.

Στα μάτια μου ο Μάτζικ δεν είναι απλώς μαγικός παίκτης ή μια ρετρό εικόνα απερίγραπτης ομορφιάς (με αφάνα και μουσάκι στην αρχή, ψηλές κάλτσες, κοντά σορτσάκια και το σοβιετικό μουστάκι του Λάρι για συμπλήρωμα), αλλά η τελευταία λέξη του μπάσκετ. Για άλλους υποψήφιους GOAT, μπορείς να χαθείς σε αντιδιαλεκτικά μονοπάτια και αδιέξοδες συζητήσεις, αν θα άντεχαν το βρωμόξυλο του παρελθόντος, αν θα είχαν θέση στο σημερινό άθλημα που θυμίζει διαγωνισμό τριπόντων, αν θα έβαζαν 100 πόντους σε αστείες άμυνες ή θα περνούσαν το ρεκόρ του -κατά τα άλλα συμπαθέστατου- Μπαμ Αντεμπάγιο. Αλλά ο Μάτζικ έχει το πλήρες πακέτο (υπερδίμετρος πλέι μέικερ, που παίζει άνετα σε όλες τις θέσεις), για να σταθεί και να διαπρέψει δι-αχρονικά και αν-ιστορικά σε οποιαδήποτε εποχή.

Ιστορικά μιλώντας, είναι ατόπημα να μιλήσεις για τον Μάτζικ, χωρίς να αναφέρεις τον Μπερντ, έναν Διόσκουρο που έπαιζε αντίπαλος. Η μεταξύ τους κόντρα έμεινε αυστηρά μες στο γήπεδο, αλλά καθόρισε μια εποχή και βασικά την έκρηξη της δημοφιλίας του πρωταθλήματος σε ασύλληπτα μεγέθη. Και αυτό άφησε ίσως ένα παράπονο στον Μάτζικ, που δε βρήκε εξ αρχής το άθλημα στο ζενίθ που το άφησε, και ήταν η αμέσως επόμενη φουρνιά -με τον Τζόρνταν και άλλους-, που καβάλησε αυτό το κύμα, για να κλείσει επικερδείς συμφωνίες με τα μεγαλύτερα συμβόλαια. Οι σταρ λειτουργούν δεδομένα σα μεγάλα παιδιά και αυτό που μετράει πιο πολύ στον εγωισμό τους, στο τέλος της ημέρας καριέρας, δεν είναι ένα δαχτυλίδι πάνω ή κάτω (εκτός αν δεν έχουν κανένα), αλλά ποιος έβγαλε περισσότερα χρήματα και ποιος ήταν ριγμένος στα έσοδα. (Θυμόμαστε αντίστοιχα σταριλίκια και άτυπες βεντέτες μεταξύ συμπαικτών σε ελληνικές ομάδες με τρομερά δίδυμα, του τύπου «θέλω όσα αυτός και ένα δολάριο/ευρώ/δραχμή παραπάνω»). Στην τελική, οι Λέικερς των ’80ς, με 5 τίτλους σε 9 τελικούς, είχαν μεγαλύτερη διάρκεια από τη δυναστεία των Μπουλς με το απόλυτο 6/6 στα ’90ς. Ο Τζόρνταν έκανε όμως τα καλύτερα συμβόλαια, γιατί βρήκε στρωμένο έδαφος και δρόμο από τους προηγούμενους.

Κάποιοι υπονοούσαν πως ο Μπερντ βγήκε στον αφρό γιατί το σύστημα χρειαζόταν ένα λευκό αντίπαλο δέος στην αφρο-αμερικάνικη κυριαρχία. Κι όταν υποστήριξε κάτι αντίστοιχο ο τρελο-Ρόντμαν (που ακόμα δεν ήξερε τίποτα για τον Κιμ και την Κορέα την καλή), ενεργοποίησε με τις δηλώσεις του ένα ντόμινο εξελίξεων, σαν φαινόμενο της πεταλούδας, που διέλυσε την κολλητή σχέση του Μάτζικ με τον Αιζέια Τόμας (που είχε δικό του δωμάτιο στη βίλα του πρώτου) και έθεσε ουσιαστικά τον τελευταίο εκτός κινήματος dream team, γιατί κάθε (ομάδα) όνειρο έχει μικρές νοθείες κι αδικίες. 


Ο Μπερντ πάντως είχε το πιο μπασκετικό μυαλό από όλους και μπορούσε να καλύπτει με αυτό κάθε του μειονέκτημα, ακόμα και το χρώμα της επιδερμίδας του, γιατί οι λευκοί -ως γνωστόν- δεν μπορούν να πηδήξουν, κάνουν όμως άλλα πράγματα και το μπάσκετ έχει χώρο για όλους. Και ο Μάτζικ δεν ήταν bad boy, ούτε απειλή για το σύστημα, αλλά το καλύτερο άλλοθί του ενάντια στις διακρίσεις. Ο χαμογελαστός, καλοσιδερωμένος μαύρος που κάθε λευκός (WASP) θα ήθελε για γείτονα ή και γαμπρό του. Μέχρι που προέκυψε η γνωστή ιστορία με το AIDS. 

Σήμερα οι ιατρικές μας γνώσεις είναι περισσότερες και οι κοινωνικές προκαταλήψεις θα διοχετεύονταν σε άλλα πεδία. Αλλά ήταν γραφτό του Μάτζικ, ενός φτωχόπαιδου από το Μίσιγκαν, που το απαράμιλλο ταλέντο του γκρέμισε ταξικούς φραγμούς και τείχη προκατάληψης -ακόμα και αυτά που βίωσε ο μεγάλος του αδερφός στην ομάδα μπάσκετ του μικτού σχολείου της πόλης- να αντιμετωπίσει ένα άλλο είδος ρατσισμού, ως φορέας του ιού, ακόμα και από μαύρους συμπαίκτες του. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν πλήρωσε τόσο την απώλεια της έξωθεν μαρτυρίας του «καλού οικογενειάρχη» (δεν ήταν τέτοιος), αλλά την πηχτή άγνοια και την (καχ)υποψία πως ήταν κρυφός ομοφυλόφιλος, καθώς το AIDS θεωρούνταν λανθασμένα από πολλούς ως νόσος των gay. Η αλλαγή του κοινωνικού στάτους (καθώς ήταν πλέον κολλητός του ιδιοκτήτη της ομάδας) του έδωσε πρόσβαση σε πρωτοποριακές ιατρικές μεθόδους και προνομιακή μεταχείριση, ωστόσο ο ίδιος αναγκάστηκε να βάλει πρόωρα τίτλους τέλους σε μια καριέρα που μπορούσε να γράψει και άλλες χρυσές σελίδες στο βιβλίο της.

Και ερχόμαστε στο βιβλίο του Lazenby.

Καταρχάς, τα αθλητικά βιβλία στο εξωτερικό είναι ό,τι το σεξ για τον Γιώργο Μαρίνο (όχι του Πολίτ Μπιρό): μια άλλη ιστορία, εντελώς διαφορετική από τα καθ’ ημάς. Εδώ κατά κανόνα ένας αθλητής ή προπονητής, που δεν ξέρει να γράφει (οριακά να μιλάει με κλισέ μπροστά στα μαρκούτσια), βρίσκει έναν γνωστό δημοσιογράφο, ο οποίος κάνει στην καλύτερη την απομαγνητοφώνηση, έναν εκθειαστικό πρόλογο και... τυπωθήτω. Με οργάνωση παραγωγής επιπέδου βιντεοκασέτας, χωρίς καν την καλτ αισθητική που είχαν οι Κόπανοι ή το «Έξι χρόνια στο Ελλάντα».


Στο εξωτερικό κάνουν κατά κανόνα κανονικές βιογραφίες, με έρευνα, συνεντεύξεις και μπόλικες εργατοώρες δουλειάς (αλλά πρόχειρες μεταφράσεις στα ελληνικά, γιατί είσαι MVP... και σε ενδιαφέρει το μέγιστο κέρδος). Και συχνά, με τις απαραίτητες αποστάσεις που κρατά ένας ερευνητής από το βιογραφούμενο πρόσωπο. Είτε επειδή δεν ενδιαφέρεται να κάνει μια αγιογραφία, είτε γιατί ξέρει πως οι καλύτερες αγιογραφίες δε μοιάζουν με τέτοιες και είναι σχετικά αποστασιοποιημένες, όπως το τηλεοπτικό Last Dance για τον Τζόρνταν.

Αντιστοίχως, ένα βασικό πλεονέκτημα της συγκεκριμένης βιογραφίας είναι ότι δε βασίζεται στη μαρτυρία του Μάτζικ (που μπορεί να παρέλειπε-στρογγύλευε δυσάρεστες λεπτομέρειες και εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να δει αντικειμενικά τον εαυτό του), ούτε χρειάστηκε την (προ)έγκρισή του για να εκδοθεί. Συγκεντρώνει μαρτυρίες από το κοντινό του περιβάλλον ή άτομα που έχουν απομακρυνθεί από αυτό, αξιοποιεί δημοσιευμένες πηγές, παλιότερες δηλώσεις και συνεντεύξεις. Παρακολουθεί τη διαδρομή του, εστιάζοντας λιγότερο στις χρυσές σελίδες της μεγάλης καριέρας του, δίνοντας έμφαση στη σχετικά άγνωστη περίοδο πριν γίνει «Μάτζικ» και περάσει στο ΝΒΑ: την παιδική του ηλικία, τα σχολικά και κολεγιακά του χρόνια, τις σχέσεις του με την οικογένεια, τις ρίζες του, την πόλη του και όσα στοιχεία έθεσαν τις βάσεις για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

Αφιερώνει μάλιστα ειδικό κεφάλαιο για το οικογενειακό δέντρο και τους προγόνους του Έρβιν, όπου εξετάζει ιστορικά την περίοδο της δουλείας, τη μαζική μετανάστευση των απελεύθερων αφρο-αμερικανών του Νότου στον «φιλελεύθερο» βιομηχανικό Βορρά και τις φρούδες δεσμεύσεις του κράτους, που τους υποσχέθηκε γη και τριαντάφυλλα (ήδη από τα χρόνια του εμφυλίου), για να τους παραδώσει τελικά κάποιες μικρές εκτάσεις, όταν δεν είχαν καμία ελπίδα να ανταγωνιστούν τις διαμορφωμένες μεγάλες καλλιέργειες των farmers με τον σύγχρονο εξοπλισμό, οπότε σύντομα κατέληγαν πάλι ακτήμονες ή εξαρτημένοι από τους πλούσιους αγρότες.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, όμως, τα πλεονεκτήματα του βιβλίου γίνονται και τα μειονεκτήματά του. Δεν έχει πολλά παρασκήνια, ζουμερές στιχομυθίες και ανέκδοτα, λεπτομέρειες που βάζουν αλατοπίπερο σε μια αφήγηση -αυτό που ένας σοφός blogger είχε ονομάσει κάποτε «(αστικό) πατατάκι» και «φυτείες Νευροκοπίου». Παίρνει πιο σοβαρά από ό,τι θα έπρεπε τον εαυτό του για ένα μάλλον ανάλαφρο θέμα (με σημαντικές προεκτάσεις βέβαια) αλλά δεν έχει σωστό κριτήριο και εφόδια για να δει σε βάθος τα πιο σοβαρά ζητήματα που πιάνει (από τον ρατσισμό ως τη δουλεία). Και σίγουρα δεν έχει πρόθεση να δει κριτικά πχ την εμπορευματοποίηση του (πρωτ)αθλήματος ή τη βιομηχανία του Show-time των Λέικερς, γιατί αυτές οι ανησυχίες δεν εμπίπτουν στον αξιακό του κώδικα. Ενώ συχνά πλέκει το εγκώμιο του «καλού επιχειρηματία Μάτζικ», που «δίνει δουλειά» σε πολλούς αφροαμερικανούς με τις επιχειρήσεις του. Είναι μάλλον σπάνιο να διαβάσεις μια σύγχρονη (αυτο)βιογραφία που να μην εξυμνεί το american dream και το επιχειρηματικό δαιμόνιο (δηλαδή τα λεφτά) ή κάποια ανώτερη δύναμη (δηλαδή τον θεό) ή και τα δύο μαζί ή κάποιον συνδυασμό τους -καθώς το χρήμα είναι ο θεός τους και η θρησκεία, σε όλες τις εκδοχές της, μια άκρως επικερδής μπίζνα.

Γενικώς δεν είναι το πιο απολαυστικό ανάγνωσμα, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες (τις δικές μου τουλάχιστον), δεν έχει καν ρέουσα γραφή -αλλά γι’ αυτό μπορεί να φταίει και η πρόχειρη επιμέλεια του μεταφρασμένου κειμένου- και σε αρκετά σημεία θυμίζει τηλεοπτικό σενάριο για ντοκιμαντέρ, όπου αναφέρεται κάποιο στοιχείο (πχ στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια) και στο καπάκι έρχεται η επιβεβαίωση-μαρτυρία που το επαναλαμβάνει αυτολεξεί: στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια, ενώ εσύ κάνεις εικόνα το αντίστοιχο πλάνο ή ένα μπέργκερ. 


Στον επίλογο, περισσεύει μια δική μου τελική κρίση (να το πάρεις το βιβλίο ή να το αφήσεις). Όποιος είναι θύμα της γοητείας του Μάτζικ, θα το απολαύσει -αν όχι όλο, αρκετά σημεία του- ή πρέπει να το διαβάσει, για να φτάσει μόνος του σε αντίστοιχα συμπεράσματα με την κε του μπλοκ.

Αντί επιλόγου, λοιπόν, κρατάω μια γενική σημείωση του Χομπσμπάουμ, νομίζω, που έλεγε πως η Ιστορία είναι σε τελική ανάλυση μια αφήγηση και οφείλει να είναι ευχάριστη κι απολαυστική για τον αναγνώστη, δημιουργώντας και μια αντίστοιχη σχολή ιστορικών (όλα αυτά τα μεταφέρω από μνήμης, με κίνδυνο να διαστρεβλώνω την ουσία τους, αλλά μην αφήνεις ποτέ μια επιλεκτική αμνησία να σου χαλάσει έναν ωραίο συλλογισμό).

Και αυτό ασφαλώς δεν αφορά στενά τη βιογραφία του Μάτζικ, ούτε μόνο τον Χομπσμπάουμ, αλλά οτιδήποτε γράφουμε και ευελπιστούμε να έχει ευρύτερη απήχηση, ακόμα και τα ιστορικά εγχειρίδια. Προφανώς οι μικρές ιστορίες-ανέκδοτα δε φτιάχνουν την Ιστορία, αλλά δε σημαίνει πως ο ιστορικός δεν μπορεί να τις αξιοποιεί και να συνδυάζει τερπνό και ωφέλιμο, ή τέχνη και επιστήμη. Ας μην ξεχνάμε τις λογοτεχνικές αναφορές με τις οποίες διάνθιζαν συχνά οι κλασικοί του μαρξισμού ακόμα και τα πιο απαιτητικά έργα τους. Σε τελική ανάλυση, η ιστορική -και όχι μόνο- γνώση είναι πάντα συναρπαστική και δεν πρέπει να στριμώχνεται σε στρυφνά εγχειρίδια, με ακαδημαϊκό λόγο που δεν προσελκύει το ευρύ κοινό.

Για λόγους ταξικούς, αισθητικούς και όχι μόνο...

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Μάγος είσαι;

Τα δάχτυλα χτυπάνε τον πάγκο ρυθμικά. Και ύστερα μεταξύ τους. Το ασυνείδητο δε θυμάται σε ποιο συρτάρι έχει παραχώσει την πληροφορία πώς λέγεται αυτός ο δαχτυλικός ήχος. Αλλά έχει προσλάβει καλό δισκοβόλο (του Μύρωνα), που βάζει αυτομάτως το κομμάτι των Queen κι ας το βρήκε από το Greatest Hits, χωρίς πολλές γνώσεις για το σύνολο της δισκογραφίας τους.

One dream, one soul/One prize, one goal/
Μία πόλη, μια ομάδα/μια τζατζίκι, μια πατάτες.

Αλλά υπάρχει αρκετός χώρος και για τους Clippers, αρκεί να μην προκαλούν (με τίτλους και διακρίσεις)

Αν είχε αναλάβει ο «EJ the DJ» μάλλον θα έβαζε κάτι άλλο. Πιο funky, πιο disco, πιο groovy, πιο pop, σταλμένο πάντα από την Αμερική, μα κατά βάθος απ’ τη μαύρη ήπειρο και τους ρυθμούς της φυλής του, πλην λειασμένο και καλοσιδερωμένο, συμπεριληπτικό για την καλή κοινωνία των χλωμών προσώπων. Που -ως τέτοια- τείνουμε να ξεχνάμε πως το ροκ είναι η μουσική των ασπρουλιάρηδων και ας έχει κατακλέψει -ή αντιγράψει δημιουργικά- τη μαύρη μουσική.

Ίσως αυτό να εξηγεί εν μέρει γιατί υπάρχουν τόσοι φασιστοροκάδες, ρατσιστές και τραμπικά (και όχι μόνο) μέταλλα, στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. MAKE ROCK GREAT AGAIN. Ενώ στα καθ’ ημάς ήταν σχεδόν κρυφό σημάδι αναγνώρισης σε αφιλόξενα σκυλάδικα περιβάλλοντα, μυστικό γνώρισμα σφων και συνοδοιπόρων, και η μουσική υπόκρουση της επανάστασης. Ιδίως αν είχες USA προφορά στο ρ-ρ-ροκ, σαν του Τσίπρα ή σαν γνήσιος απόγονος του Δημοσθένους (Λέξις), με χαλίκια στο στόμα.

Αλλά και ο «EJ the DJ», κατά κόσμον Earvin Johnson, ίσως είχε αρκετά να μοιραστεί με τον Φάροκ Μπουλσάρα, που μεγάλωσε στη Ζανζιβάρη και την Ινδία, και μόνο το φανατικό του κοινό αναγνωρίζει το αρχικό του όνομα, πολύ πριν γίνει Φρέντι Μέρκιουρι.
Θα μπορούσαν να πουν για τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις -που τις έζησαν με το πρώτο τους το γάλα, στο πετσί τους ή στο περιβάλλον τους-, για τη διπλή μάχη όσων νοσούν από AIDS -απέναντι στον ιό και το τείχος της καχυποψίας- ή για την εποχή που σημάδεψαν και τα χρόνια που μεσουράνησαν, μέχρι το ’91 -όπως η «Αυτοκρατορία του Κακού» κατά τον σύντομο 20ό αιώνα. Και κυρίως για το είδος της μαγείας που έφεραν στην τέχνη τους και στον κόσμο.

Αρκεί να ήταν πριβέ η συνάντηση, χωρίς κάμερες και δημοσιογράφους, που θα έβγαζαν τη βρώμα (ιστορία ότι ξοφλήσαμε και) πως ο Μάτζικ είναι ομοφυλόφιλος και πάσχει από τη «νόσο των gay». Κι εσύ θα πάλευες να πνίξεις μέσα σου τον Νίκο Παππά, που βλέπει Αρδάκια -καλός μαλάκας και αυτός. Κάνω την αυτοκριτική μου στα όργανα, μαζί με όσους πίστεψαν πως ήταν κάτι άλλο -και μάλιστα κοντά μας.

Αλλά αν με πιάσει η φλυαρία του Σκουντή, θα πιάσουμε το όριο λέξεων πριν τελειώσει καν ο πρόλογος και μπούμε στην ουσία. (Μάγος είσαι;)

Τέχνη; Είπες τέχνη; Έχει καμία σχέση ο αθλητισμός με την τέχνη; Είμαστε με τα καλά μας;
-Όχι. Δεν είμαστε καλά (η ομάδα περνάει κρίση), δεν έχουμε μυαλό (και ταξική συνείδηση), είμαστε άρρωστοι με το ροκ εν ρολ (και τη μαύρη μουσική). Γιοκαρίνης.
Σε μια κοινωνία που τρελαίνει τους ανθρώπους είμαστε το κατά δύναμιν ψυχασθενείς (Λάκης Παπαδόπουλος). Και από τρελό μπορείς να μάθεις την αλήθεια ή έστω μια παραμορφωμένη εκδοχή της, σαν αυτή που μας δίνει ο μεγεθυντικός φακός της τέχνης.

Ο αθλητισμός είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα του κόσμου, ξεκινά εκεί που σταματά η ανάγκη (δηλαδή η καταναγκαστική εργασία) και αρχίζει το τερπνό, το «περιττό», που είναι όμως αναγκαίο για να ζήσουμε -και όχι απλά να επιβιώσουμε.
Είναι τα «θεάματα» δίπλα στον άρτο, ένα σύγχρονο όπιο, δηλαδή παυσίπονο για ταλαίπωρους προλετάριους που δεν έχουν άλλη πατρίδα από την ομάδα τους και ελπίδα πως μπορούν να βιώσουν άλλου είδους συλλογικές νίκες και θριάμβους (των ξεχασμένων ιδανικών τους) στον στίβο της πραγματικής ζωής.

Ο αθλητισμός έχει αντιθέσεις, ρυθμό και επανάληψη, δηλαδή στοιχεία αρμονίας και καλλιτεχνικού ταλέντου, τεχνικές, προπονήσεις-πρόβες, έμπνευση και μπόλικο αυτοσχεδιασμό. Έχει χορευτικές κινήσεις και γκολ ποιήματα ή ζωγραφιές, που αφήνουν άγαλμα τον τερματοφύλακα. Κινηματογραφική ταχύτητα και εναλλαγή σκηνών-συναισθημάτων. Και την εργατική τάξη που αναζητά το μπαλέτο της και κάνει τη δική της χορογραφία στην κερκίδα.
Αλλά έχουν κατσικωθεί πάνω του πλούσιοι χορηγοί, που σκοτώνουν τη χαρά του αθλήματος, φέρνοντάς το στα μέτρα τους για να κερδίζουν (χρήμα ή ισχύ ως μέσο πίεσης) αλλά κάποιοι τους αντιμετωπίζουν ως ευεργέτες -ακριβώς όπως στην τέχνη.

Έχει διάφορες μικρές μαγικές στιγμές, αλητείας ή απελευθέρωσης (που κατά μία έννοια ταυτίζονται), έξω από τις νόρμες, τις μονότονες μηχανικές κινήσεις και τη δικτατορία της σκοπιμότητας (νίκη, τίτλος ή απλώς κέρδος, ακόμα και χωρίς τα δύο πρώτα). Μπορεί να σου θυμίσει όμως, με τον πιο σκληρό τρόπο, πως κάποιες φορές η προσπάθεια από μόνη της δεν αρκεί και πως το χειροκρότημα στο τέλος (της ιστορίας) δεν είναι εγγυημένο. Ο δικός μας θίασος (του Τεό) πρέπει να γράψει μόνος του το νικηφόρο σενάριο, κυρίως με τις πράξεις του, αν δε θέλει στο φινάλε να εισπράττει από την εξέδρα του βροχή δεκάρικα. Και το πιο δύσκολο, σε τελική ανάλυση, είναι να σπάσεις τον τοίχο με το κοινό, το απόστημα της ανάθεσης, να βάλεις τους θεατές στο παιχνίδι, για να πάψουν να είναι θεατές, σε ένα είδος μπρεχτικής αποστασιοποίησης αλά αθλητικά.

Αλλά οι εξωτερικές ομοιότητες δεν έχουν σχέση με την ουσία, όσο σατανικά και αν περιγράψουμε κάποιες συμπτώσεις. Ο αθλητισμός συγγενεύει ίσως -εξ αγχιστείας- με κάποια είδη τέχνης, αλλά δεν είναι τέτοιο. Ο πίθηκος είναι ξαδελφάκι του ανθρώπου, με κοινό γενετικό υλικό (κατά 99%), αλλά δεν έχει συνείδηση και δεν μπορεί να εργαστεί (κανένα ζώο δεν έχει ΙΚΑ, όπως έλεγε και ο Ψάλτης -πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος). Η δημοσιογραφία είναι διεπιστημονικό αντικείμενο (επικοινωνιολογία κτλ) αλλά όχι ακριβώς επιστημονικό. Οι βιογραφίες δεν είναι ακριβώς ιστορία -αλλά αυτό θα το δούμε και στη συνέχεια. Και όσοι αγαπάμε ή ψηφίζουμε απλώς τα σφυροδρέπανα (ή στην χειρότερη γράφουμε σε αυτό), είμαστε ίσως κομμουνίζοντες (στην καλύτερη) αλλά όχι απαραίτητα πραγματικοί κομμουνιστές.

Οι αποτυχημένοι αθλητές γίνονται προπονητές ή σχολιαστές (ταξικών) αγώνων. Οι αποτυχημένοι καλλιτέχνες γίνονται κριτικοί τέχνης και βγάζουν το απωθημένο τους. Οι αποτυχημένοι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να κάνουν τους δημοσιογράφους χωρίς πρόβλημα -άντε να βγάλουν και κάποιο βιβλίο, για να δείξουν πνευματικό έργο και ανησυχίες. Οι αποτυχημένοι κομμουνιστές πάνε παντού και μπορούν να ανοίξουν όλες τις πόρτες, με την ιδιότητα του πρώην, εκτός και αν ανοίξουν blog συλλογικής ψυχοθεραπείας. Κι οι αποτυχημένοι πίθηκοι σηκώνουν φασιστικά το χέρι τους και καμαρώνουν για το αίμα της φυλής τους, που προήλθε -το πάλαι ποτέ- από την Αφρική, αλλά νιώθει ανώτερη από αυτούς τους μαύρους. Εκτός και αν παίζει μπάσκετ, οπότε τρώει 30 στο κεφάλι και ησυχάζει...

Ο αθλητισμός παραμένει η καλύτερη εισαγωγή στην ισότητα, που τη βρίσκουμε μες στη διαφορά. Ή στους δρόμους της διαλεκτικής, για τη συγκεκριμένη κατάσταση και το ιστορικό πλαίσιο μιας εποχής. Αν κάποιος δεν καταλαβαίνει πως είναι αντιδιαλεκτικό να συγκρίνεις παίκτες και ομάδες άλλων εποχών -δεκαετιών, για να βρεις τον GOAT, γιατί ο καθένας έδρασε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, δεν έχει πολλές ελπίδες να αφομοιώσει τον διαλεκτικό υλισμό, τις αντιθέσεις ή γιατί ο Μέσι είναι ταυτόχρονα καλύτερος παίκτης και μικρότερο μέγεθος/θεολογικό φαινόμενο από τον Μαραντόνα και τους εκατομμύρια πιστούς του.

Κι αν δεν αντιλαμβάνεται πως ο Γκάλης δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Αντετοκούνμπο, ακριβώς γιατί είναι τέκνο της εποχής του (όπου δε σφύριζαν φάουλ το προτεταμένο χέρι του επιτιθέμενου) και μιας συγκυρίας που βρήκε κατάλληλες συνθήκες και ανθρώπους, παντρεύοντας δηλαδή αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, για να εκτοξεύσει το άθλημα στην ατμόσφαιρα όπου πετούσε ο Γκάλης, δε θα συλλάβει ποτέ τι σημαίνει επιστημονική κατάσταση -που προκύπτει ανεξάρτητα από τη θέλησή μας, σαν το διαιτητικό σφύριγμα, που είναι πάντα αμερόληπτος όσο το κράτος στις ταξικές διαφορές.


Παλιός συνάδελφος. Κολλημένος με την μπάλα, στατιστικά και αθλητικές επετείους. Είπε να βγούμε μετά από καιρό, στον Σπανό στα Πατήσια. Για να θυμηθεί το κλίμα της Μεταπολίτευσης (κάτω οι δύο υπερδυνάμεις). Και για να μας πει τα νέα για την κατάμαυρη επαγγελματική προοπτική, που ανοιγόταν μπροστά του. Συμβασιούχος τραυματιοφορέας στα επείγοντα ή κοράκι στο Γ’ Νεκροταφείο (χωρίς νύχια γαμψά) και τελικά διάλεξε καθαριστής στις σκουπιδιάρες του Δήμου. Με το πρόγραμμα «55 άνω», που σου δίνει μια ευκαιρία να αποδημήσεις πιο γρήγορα, στο χώμα, στους ουρανούς ή στη Ριτσώνα -Earth, Wind and Fire- αλλά όχι από πείνα και χρέη.

Μας έλεγε για τους συναδέλφους του και για τα θρυλικά παρανόμια τους: Σβούρας, Σαΐτας, Σταλόνε. Βγαλμένα από τη ζωή -και σκετσάκι του ΑΜΑΝ, με τον Μπάμπη τον Σουγιά και αθηναϊκές πινακίδες. Ο καθένας μια ιστορία μόνος του. Σε έναν πιο δίκαιο κόσμο θα είχαμε ρομπότ και τα επιτεύγματα της ΤΝ για τέτοιες σκατοδουλειές. Και θα γράφαμε τις βιογραφίες ηρώων της βιοπάλης αντί για παχυλά αμειβόμενους επαγγελματίες αθλητές.

Σε έναν διαφορετικό κόσμο, το αναγνωστικό κοινό μπορεί να μην το συγκινούσαν οι βιογραφίες και οι προσωπικές διαδρομές του καθενός. Δε θα έψαχνε για ήρωες και λοιπούς αγίους για το εικονοστάσι του (Τραμπάκουλα, που άναβε κεράκι στους κλασικούς), παρά μόνο την ιστορία της τάξης του και συνολικές, κοινωνικές αναλύσεις. Θα ήταν και αυτό ένα μικρό βήμα στη μακρά διαδρομή της απομάγευσης του κοινωνικού προτσές, για να δούμε τι κρύβει το (και αυτό) μαύρο κουτί της ιστορίας.

Αλλά οι προσωπικές ιστορίες έχουν πάντα μια γοητεία, ένα ιδιαίτερο αλατοπίπερο, πιπεράτα ανέκδοτα ή ακόμα και ιστορικό «κουτσομπολιό» για πατατάκι -όλα χρειάζονται στη ζωή, και ακόμα περισσότερο στην ανάγνωση ενός βιβλίου. Οι προσωπικές ιστορίες έχουν πάντα κάτι να πουν, αρκεί να μην μπερδεύεις τις ιστορίες με την Ιστορία και τις τάξεις με τις παρέες (που τάχα «γράφουν ιστορία» στο αφήγημα του Νιόνιου).

Και πώς βγαίνουν τα παρανόμια; Από την ίδια τη ζωή. Από μια εσωτερική ανάγκη να πεις τα πράγματα -και τα πρόσωπα- με το όνομα που θα τους δώσεις (που μπορεί να τους πάει πιο πολύ). Από την ανάγκη να βρεις ένα ψευδώνυμο, για να μη σε πιάσουν. Από φιλική - χιουμοριστική διάθεση ή απλώς για καζούρα, αν βρεις ένα βασικό γνώρισμα του στόχου σου και το εκτείνεις στην υπερβολή του, για να τον ακολουθεί για πάντα. Ενίοτε απλώς ψυχαναγκαστικά, γιατί όλοι πρέπει να έχουν ένα -όπως στις ΗΠΑ. Και ποτέ δεν ξέρεις ποιο θα επικρατήσει στην πορεία και γιατί. Άγνωστη η τροπή της ιστορίας, ως κοινής συνισταμένης πολλών βουλήσεων, που δε συμπίπτει με καμία από τις αρχικές ατομικές βουλήσεις - συνιστώσες, αλλά έχει πάντα μια βασική ταξική κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση, τα παρατσούκλια είναι μια μορφή (λαϊκής) τέχνης. Ακόμα και ο Βαγγέλης Ιωάννου είναι καλλιτέχνης στο σπάσιμο νεύρων, με τα Σλούκι Λουκ, τις Κόμπρες, τους Τριποντίνους και τους Πιστολιόπουλους. Το κάνει αβίαστα, αυθόρμητα, αλλά με περισσό μεράκι. Και ευτυχώς που δεν τον έφερε το καπρίτσιο της ανάγκης (που έγινε ιστορία) στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, να αλλάξει τα φώτα σε ό,τι παρατσούκλι ξέραμε, όπως αυτό του Μάτζικ.

Και τι θα βρούμε πίσω από τη μαγεία του Μάτζικ, αν ξύσουμε λίγο την επιφάνειά της; Αυτό είναι το κυρίως θέμα της ανάρτησης. Που δεν χώρεσε στο κύριο μέρος της φλύαρης ανάρτησης. Ίσως σε κάποια επόμενη (ζωή), όμως...

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Ποιος ασχολείται με το μπάσκετ

Αυτός ήταν ο τίτλος του κειμένου σε ένα παλιό τρίποντο του 91’. Η κε του μπλοκ σήμερα αναδημοσιεύει μια παλιά μπασκετική ιστορία με πολιτικές προεκτάσεις, από το ταξίδι του (ακόμα τότε) πρωταθλητή άρη στη γειτοινική αλβανία για τον προκριματικό γύρο του κυπέλλου πρωταθλητριών. Το ρεπορτάζ υπογράφει ο (κοσμοπολίτης κεντρο-αριστερός από πολιτικής άποψης) νίκος παπαδογιάννης στο 149o τεύχος του περιοδικού με ημερομηνία 17/9/1991.

Για την ιστορία ο άρης είχε νικήσει με 98-79 την τοπική παρτιζάνι, έχοντας πρώτους σκόρερ τον γκάλη στην τελευταία του χρονιά στην ομάδα και τον «ω μπέρι-μπέρι», που έφυγε γρήγορα γιατί δεν τον πλήρωναν, με άξιο συμπαραστάτη τον.. ντίβατς των φτωχών μίροσλαβ πετσάρσκι –ένα κάρφωμα του οποίου κοσμεί και τη φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο. Ο γιαννάκης δεν αγωνίστηκε, συνεχίζοντας την αποχή από τις δραστηριότητες της ομάδας, στα πλαίσια της διεκδίκησης ενός καλύτερου συμβολαίου από τη διοίκηση

Είναι ίσως η πρώτη φορά που βρισκόμαστε σε πλήρη αμηχανία, μπροστά σ’ ένα άδειο χειρόγραφο. Γιατί; Όλη η απάντηση περικλείεται άνετα σε μια και μόνη φράση: Είναι απίθανό, αστείο, ανούσιο, να βρίσκεται κανείς στην Αλβανία και να είναι υποχρεωμένος να ασχοληθεί με μπάσκετ… ΟΚ, γι’ αυτό μ’ έστειλαν εδώ. Για να παρακολουθήσω τον πρώτο αγώνα του Άρη για το εφετινό Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, να καλύψω κάθε λεπτομέρεια του αγώνα, καθώς και τα παραλειπόμενα του ταξιδιού. Ώστε να δικαιολογείται η ετικέτα «του απεσταλμένου μας». Αλλά, εκεί ακριβώς είναι που υπάρχει το πρόβλημα: στα «παραλειπόμενα του ταξιδιού». Στην αποκάλυψη ενός κόσμου που, πριν τον δούμε, θέλαμε να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει, ότι είναι δημιούργημα των «εχθρών του υπαρκτού σοσιαλισμού».

Έπρεπε να δείτε το βλέμμα του Ουόλτερ Μπέρι όταν τον πλησίασε ένα κοριτσάκι με κομμένο πόδι και του ζητούσε ελεημοσύνη.
Έπρεπε να δείτε την αμηχανία του Παναγιώτη Γιαννάκη όταν κάποιοι ρακένδυτοι Αλβανοί του ζητούσαν να φωτογραφηθεί μαζί τους, με το χαμόγελο του ανθρώπου που νιώθει ευτυχισμένος επειδή, επιτέλους, του δίνουν σημασία.
Έπρεπε να δείτε τα παιδάκια στην πλατεία της Κορυτσάς. Έβαζαν τα δάχτυλα μπροστά στο στόμα και όλοι νομίζαμε ότι μας ζητούσαν τσιγάρο. Αλλά δεν ήθελαν τσιγάρο. Ήθελαν φαγητό.
Έπρεπε να δείτε τα μάτια που γυάλιζαν λίγο μετά τα σύνορα. Να απορήσετε, με την προσπάθεια του αδελφού να προξενέψει την 15χρονη αδελφή του, ώστε να φύγει τουλάχιστον από την χώρα. Να μαυρίσει η ψυχή σας στη θέα ενός 18χρονου που καβάλησε το πούλμαν μας- για τα Τίρανα σε μια απέλπιδα αναζήτηση βίζας.
Έπρεπε ν’ αντικρίσετε τα μάτια των πιτσιρικάδων που άνοιγαν την πόρτα της κουζίνας του ξενοδοχείου και καταβρόχθιζαν τα πάντα με το βλέμμα, ζητιανεύοντας παράλληλα μια «τσίχλα».
Για να μην πάμε μακριά: έπρεπε να δείτε τους παίκτες της Παρτιζάν να αναζητούν, ξυπόλητοι, καταφύγιο μετά τη λήξη του αγώνα. Κάποιος είχε ξεχάσει να ξεκλειδώσει τα αποδυτήριά τους… Και μέσα σ’ όλα, η βεντέτα Γκάζμεντ Τσάτσι, να αναπολεί τη ντόλτσε βίτα των Μεσογειακών: «Υπέροχα περάσαμε τότε», έλεγε…
Έπρεπε να είσασταν εδώ στα Τίρανα, «φορτωμένοι» μ’ ένα δωδεκάωρο ταξίδι στη χειρότερη εθνική οδό της γης, για να καταλάβετε γιατί δεν μπορώ να γράψω μόνο για μπάσκετ…

Ο Άρης έκανε ό,τι μπορούσε για να διεξαχθούν και τα δύο ματς με την Παρτιζάν στη Θεσσαλονίκη και ν’ αποφύγει το ταξίδι στην Αλβανία. Στο φαξ που έστειλε στην Αλβανική Ομοσπονδία, προσφέρονταν να αναλάβει τα έξοδα της τετραήμερης φιλοξενίας και έδινε στην Παρτιζάν όλες τις εισπράξεις του πρώτου αγώνα (ο άλλος αγώνας θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών). Η απάντηση όμως ήταν αρνητική.
Όταν οι άνθρωποι του Άρη συνάντησαν τους παράγοντες της Παρτιζάν την Πέμπτη το πρωί και τους ρώτησαν γιατί δε δέχθηκαν την πρόταση, η απάντηση ήταν ένα σοκ: «Ποια πρόταση;» Το φαξ είχε μείνει στα γραφεία της Αλβανικής Ομοσπονδίας! Δεν είχε κοινοποιηθεί ποτέ στην Παρτιζάν! Και οι παράγοντές της, μόνο που δεν έκλαιγαν όταν το έμαθαν!

Γιατί έγινε αυτό; Η απάντηση, δια στόματος μέλους της διοίκησης του Άρη: «Μα, αυτοί κάτι τέτοια περιμένουν για να χαμογελάσει λίγο ο κόσμος, να έχει κάτι ν’ ασχοληθεί». Σωστά. Μόνο που ο κόσμος δεν έχει πια διάθεση να χαμογελάσει. Όταν ο Άρης είχε αντιμετωπίσει πάλι την Παρτιζάν, το 1985, το γήπεδο γέμισε κι έμειναν και 2-3 χιλιάδες κόσμος απ’ έξω. Αυτή τη φορά, υπήρχαν ουκ ολίγα κενά καθίσματα στο όμορφο γυμναστήριο.
Άλλωστε, έπρεπε να πληρώσει κανείς για να μπει στο γήπεδο. Και το εισιτήριο κόστιζε 3 λεκ. Με 5 λεκ, αγοράζει κανείς ένα καρβέλι ψωμί. Και, καλός μεν ο συνδυασμός άρτου και θεαμάτων, αλλά τι να τα κάνει κανείς τα θεάματα, όταν δεν υπάρχει άρτος…

Ο Άρης ετοιμάζεται τώρα να κάνει παρόμοια πρόταση στη Σλασκ Βρότσλαβ, ελπίζοντας ότι η Πολωνική Ομοσπονδία θα σκεφτεί και το συμφέρον της Σλασκ, εκτός από το χαμόγελο του λαού του Βρότσλαβ…
Και μέσα σ’ όλα, στο όλο σοκ που λέγεται Αλβανία, θα πρέπει να βρούμε κέφι και για να ασχοληθούμε με μπάσκετ – αυτό είναι εφικτό μόνο αν πιστεύουμε ότι το άθλημα είναι μια πηγή χαμογέλου γι’ αυτούς τους δυστυχισμένους που μας περιτριγυρίζουν εδώ και οκτώ ώρες. Α, η αλήθεια είναι ότι σ’ έναν επαρχιακό δρόμο, καταμεσής ενός ρημαγμένου αγρού, είδαμε δύο παλιές, ξύλινες μπασκέτες, που μας φάνηκαν ό,τι πιο απίθανο περιμέναμε να δούμε σε μια χώρα βυθισμένη στο δικό της μεσαίωνα. Ελπίζουμε ότι αυτοί που βρήκαν το κουράγιο να τις στήσουν θα πήραν ένα χαμόγελο την Πέμπτη το βράδυ…

Ακόμα και στον… υπουργό Εσωτερικών της Αλβανίας απευθύνθηκαν οι άνθρωποι του Άρη για να φύγουν μια ώρα γρηγορότερα από τη χώρα. Η είδηση ότι τα σύνορα κλείνουν (!) από τις 11 τη νύχτα ως τις 6 το πρωί, πανικόβαλε τους «κίτρινους», αφού θα έπρεπε να ξεκινήσει το πούλμαν τους, όχι αμέσως μετά το ματς, αλλά γύρω στα μεσάνυχτα της Πέμπτης –όπερ και τελικώς εγένετο, αφού η επίσημη παρέμβαση δεν έφερε αποτέλεσμα.
Παρά το αρχικό σχέδιο, η ομάδα δε διανυκτέρευσε στην Οχρίδα, λόγω των ταραχών στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου, ενώ και όλες τους οι μετακινήσεις σε αλβανικό έδαφος έγιναν με αστυνομική συνοδεία, για το φόβο των Ιουδαίων.
Και μόνο τα πιτσιρίκια που στήνουν ενέδρες στους δρόμους και πετάνε… πέτρες στα πούλμαν, αρκούν για να τρομοκρατήσουν τον ανύποπτο ταξιδιώτη.

Υγ: όχι εσύ δηλ ήξερες σφε αναγνώστη ότι το τρίποντο της εποχής αναδημοσίευε από το ρίζο μια μεταφρασμένη από τα ρώσικα συνέντευξη του μάτζικ τζόνσον στην εφημερίδα σαβιέτσκι σπορτ;
Τι λες τώρα...