Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Περί ιδεολογίας

Όπως μαρτυρεί κι η ίδια η λέξη δια της ετυμολογίας της, αφορά τον κόσμο των ιδεών. Το ζήτημα είναι κατά πόσο αυτές αντανακλούν πιστά τον πραγματικό κόσμο ή δρουν παραμορφωτικά στην αντίληψή μας. Ένας παρόμοιος προβληματισμός απασχολούσε και τον Πλάτωνα στον περίφημο μύθο του σπηλαίου, με τη διαφορά ότι για αυτόν ο πραγματικός κόσμος είναι που λειτουργεί παραμορφωτικά ως προς τη θέαση των καθαρών ιδεών και της αληθινής τους ουσίας.

Αυτός, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω, είναι κι ο προβληματισμός των Αλτουσεριανών, που διαχωρίζουν την ιδεολογία από την επιστήμη, τα νεανικά έργα του Μαρξ που μυρίζουν Χεγκελιανισμό, από το Κεφάλαιο και την επιστημονική ωριμότητα των τελευταίων έργων του. Αυτό που δυσκολεύομαι να καταλάβω είναι πώς καταφέρνουν ακολούθως να τα συναρτούν όλα με την ιδεολογία (Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους, εναντίωση με τη θέση για το «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο», που το θεωρούν πρωτίστως ιδεολογικό μηχανισμό, κτλ), με ποιον τρόπο θεωρούνται (ή είναι) τα πάντα καρπός αντικειμενικών δομών (στουκτουραλισμός), αλλά και της ταξικής πάλης, δηλ του υποκειμενικού παράγοντα, που επεμβαίνει παντού, φτάνοντας σχεδόν στη βουλησιαρχική άρνηση της επιστήμης (εφόσον έχει ταξικό πρόσημο στον καπιταλισμό). Αλλά δεν έχει και τόση σημασία.

Επειδή δεν έχω την άνεση να φέρω φιλοσοφικά παραδείγματα, θα καταφύγω σε κάποια ευτελή και καθημερινά, για να δείξω πως μια ιδέα μπορεί να καταλήξει ιδεοληψία και να επιδράσει καθοριστικά στον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας. Ας υποθέσουμε (και πολύ καλά θα κάνουμε) ότι η κε του μπλοκ είναι κολλημένη με τη δεκαετία με τις βάτες και τη μουσική της. Αυτό σημαίνει ότι γίνεται αυτομάτως πιο δεκτική σε τέτοια ακούσματα, από τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ή σε άλλα που της μοιάζουν πολύ, κι ότι είναι πρόθυμη να υπερασπιστεί κριτικά και να δικαιολογήσει ως καλτ κάποια μουσικά σκουπίδια· ενώ δεν μπορεί να ανεχτεί άλλα πιο σύγχρονα τραγούδια, βραχνούς προφήτες της ήττας, της αναχώρησης στην άσπιλη φύση, και τραγουδοποιούς, που ακούει μαζικά το σημερινό κίνημα και τους παραδέχεται ως αξιόλογους και μοναδικούς (έτσι θα είναι, αν έτσι νομίζετε).
Όπως λέει και μια σφισσα, κάπου κοντά στο τέλος της ιστορίας, έπεσε στον πλανήτη γη ένας μετεωρίτης και σταμάτησε κάθε εξέλιξη στη μουσική παραγωγή. Ό,τι έγινε και σε γενικότερο επίπεδο δηλ...

Ας υποθέσουμε επίσης (και θα έχουμε πάλι δίκιο) ότι η κε του του μπλοκ είναι κολλημένη με την Μπάρτσα, mes que un club και δε συμμαζεύεται. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να φοράει ασυνείδητα τα (μπλαουγκράνα) μπλε-κόκκινα γυαλιά (κι όλα γύρω σινεμά) κατά τη διάρκεια των αγώνων, στις επίμαχες φάσεις, κι ότι μπορεί αυτό να επηρεάζει άμεσα την κρίση της ή να τις έβλεπε τελείως διαφορετικά, αν συνέβαιναν στην αντίπαλη περιοχή. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει βέβαια με όσους φορούν αντι-blaugrana γυαλιά, που είναι πολύ της μόδας τον τελευταίο καιρό, και γενικά με όλους τους οπαδούς που βλέπουν ό,τι τους συμφέρει, ανάλογα με το χρώμα της φανέλας.

Αυτό το μπερδεύουν κάποιοι με την ταξική ανάλυση της βίας, των δίκαιων και άδικων πολέμων, θεωρώντας τη συγκεκριμένη προσέγγιση (που δεν επιχειρεί να χωρέσει την πραγματικότητα σε γενικά, αφηρημένα καλούπια, του αιώνια καλού και του κακού), με τον μακιαβελισμό και το σκοπό που αγιάζει τα μέσα (αντί να βρίσκεται σε διαλεκτική σύνδεση με αυτά).

Το πιο κουραστικό (μακράν) πάντως είναι όταν μπλέκει κανείς με τις δημοφιλείς, καθημερινές συγχύσεις για την ιδεολογία και το (διαλεκτικό) υλισμό. Που για τους περισσότερους πιθανούς συνομιλητές μας είναι έννοιες ασύμβατες, γιατί ή το ένα ή το άλλο θα είσαι. Ή ουτοπικός ιδεαλιστής (στην καλύτερη ιδεολόγος), που έχει μερικούς ακατανόητους λόγους να συμπεριφέρεται διαφορετικά, να μην κάνει ό,τι κι οι υπόλοιποι, να μη βάζει βύσμα στο στρατό, μέσο για δουλειά, να απεργεί κάθε φορά, να χάνει μεροκάματα, κτλ, οπότε τον αντιμετωπίζουν με συμπάθεια, σα να έχει κάποια αρρώστια: είναι ιδεολόγος. Ή που θα κομπλάρουν άμα τους εξηγείς ότι είσαι υλιστής, που για αυτούς έχει μία και μόνο έννοια: τον παρτάκια που δε νοιάζεται για τίποτα άλλο παρά για τα πλούτη και τα υλικά αγαθά. Και δε σε είχαν ακριβώς για τέτοιο, αλλά για να το λες...
Θα έρθουν οι κομμουνιστές (που είναι υλιστές) να μας πάρουν τα σπίτια, τις γυναίκες, και ό,τι άλλη υλική περιουσία έχουμε. Που δε μας έχει μείνει και πολλή δηλαδή, άλλο όμως να στην παίρνει το κράτος κανονικά και με το νόμο, κι άλλο ο κομμουνιστής.


Και πού να πούμε και για το διαλεκτικό υλισμό, εφόσον σκοντάψαμε στο σκέτο υλισμό. Φαντάσου δηλαδή να σε πιάσει κι ένας Αλτουσεριανός με τις δικές του ενστάσεις επί του θέματος… Ή να πιάσουμε το ζήτημα του χυδαίου υλισμού, που για εμάς έχει φιλοσοφική έννοια κι ελάχιστη σχέση με υλικά αγαθά.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Για τη στρατηγική και το διαδικτυακό φραξιονισμό



Σήμερα η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει ένα ακόμα απόσπασμα από την μπροσούρα της ιε της κετουκε «κόμμα παντός καιρού», από το εισαγωγικό υποκεφάλαιο και τις σελίδες 17-24, που αναφέρονται στον «ηλεκτρονικό φραξιονισμό» και τις γνωστές ιστοσελίδες, που έκαναν την εμφάνισή τους την τελευταία τριετία.


Στη διάρκεια της προσυνεδριακής περιόδου ξεκίνησε –και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα- από την πλευρά του οπορτουνισμού μια συστηματική επίθεση κατά του Κόμματος με επίκεντρο το πρόγραμμα και το καταστατικό του. Πρόκειται για επίθεση ύπουλη κι επεξεργασμένη καθώς οι φορείς της δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ωμά, προκλητικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν την περίοδο του ’90-’91, όταν πίστεψαν ότι η νίκη της αντεπανάστασης ήταν η χρυσή ευκαιρία να «ξεφορτωθεί» το κομμουνιστικό κίνημα το μαρξισμό-λενινισμό ή να διατηρήσει κάποιες μαρξιστικές ιδέες απαλλαγμένες από τον αντικαπιταλιστικό επαναστατικό τους χαρακτήρα.

Διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι μέλη ή πρώην μέλη και φίλοι του Κόμματος, αξιοποιώντας την ανωνυμία του διαδικτύου και στοχεύοντας στη δημιουργία συγχύσεων στο κομματικό δυναμικό και τον κύκλο επιρροής του Κόμματος συγκρότησαν αυτό που συνοπτικά αποκαλούμε «διαδικτυακό φραξιονισμό». Με στόχο να αντιπαρατεθούν στο Κόμμα επέλεξαν ως βασικό τους «όπλο» τη στενοχώρια και την ανησυχία για το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα και την απότομη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Επιδίωξαν να δώσουν την εντύπωση ότι δεν έχουν καμία σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ, με τις «ταλαντεύσεις» και την αναξιοπιστία του, προβάλλοντας μια φραστική καταδίκη των κοινοβουλευτικών αυταπατών και «καταγγέλλοντας» την ελπίδα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από μόνος του μπορούσε να φρενάρει την αντιλαϊκή επίθεση. Άσκησαν και ασκούν πολεμική στο Κόμμα, προφασιζόμενοι πως αυτό δε γίνεται από θέση αμφισβήτησης συνολικά της στρατηγικής για την επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας αλλά της τακτικής στην προώθησή της. Με αυτόν τον τρόπο ο «ηλεκτρονικός φραξιονισμός» βάζει από το «παράθυρο» τη γραμμή συνεργασίας κορυφών με σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, μεταρρυθμίσεων και εξόδου από την Ευρωζώνη μέσω μιας κυβέρνησης «αριστερών» πολιτικών δυνάμεων. Προσπαθούν να χρεώσουν στην πολιτική του Κόμματος την έλλειψη τέτοιας γραμμής συσπείρωσης, σε μια περίοδο που το Κόμμα όντως κατέγραψε σοβαρές απώλειες που έχουν πολιτικό ιδεολογικό χαρακτήρα. Θέλουν να προβάλλει λαθραία την ανορθολογική και κυρίως αντιεπιστημονική αντίληψη, ότι η στρατηγική καθορίζεται από το συσχετισμό των δυνάμεων και όχι από το γεγονός ότι αντικειμενικά και ανεξάρτητα από το συσχετισμό αυτό ζούμε στην εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό.

Η πίεση των κοινοβουλευτικών αυταπατών είναι ένα διαχρονικό πρόβλημα από το οποίο ένα μεγάλο μέρος του διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος δεν κατάφερε να απαλλαγεί, ανεξάρτητα αν στο πρόγραμμα και το καταστατικό των ΚΚ μιλούσαν υπέρ του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού. Η μεταπολεμική περίοδος με την κυριαρχία της λεγόμενης κεϊνσιανής διαχείρισης, με μεγαλύτερη ευελιξία σε παραχωρήσεις –τόσο ως απόρροια της ταχύτατης μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης όσο και της άμυνας απέναντι στις σοσιαλιστικές χώρες και το εργατικό κίνημα- συνδυάστηκε στην καπιταλιστική Ευρώπη και ιδιαίτερα στις πιο ισχυρές χώρες με την ανάπτυξη της αστικής δημοκρατίας και την κοινοβουλευτική ενίσχυση ορισμένων κομμουνιστικών κομμάτων. Σε αυτές τις συνθήκες, η παλιά οπορτουνιστική γραμμή των μεταρρυθμίσεων, μέσω των οποίων θα προσεγγιζόταν ο σοσιαλισμός (γραμμή Μπερνστάιν), που διάβρωσε και αστικοποίησε τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, κέρδισε έδαφος σε Κομμουνιστικά Κόμματα σε βάρος της ταξικής πάλης, της επαναστατικής στρατηγικής.

Στο σημείο αυτό αξίζει να θυμίσουμε ότι ο οπορτουνισμός γεννιέται ως τάση ενσωμάτωσης μέσα στο εργατικό κίνημα στους κόλπους του καπιταλισμού, ενώ στην ανώτατη βαθμίδα του, τον ιμπεριαλισμό, αποκτά και μια σταθερή, αν και μεταβλητή αριθμητικά, κοινωνική βάση ανάπτυξης. Η βάση αυτή δημιουργείται από τη διεύρυνση της εργατικής τάξης με τμήματα που προέρχονται από μεσαία στρώματα και η διεύρυνση της εργατικής αριστοκρατίας, ενός τμήματος δηλ των εργαζομένων εξαγορασμένο είτε από τα υπερκέρδη των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων είτε από το αστικό κράτος και τις επιχειρήσεις του. Αυτό το τμήμα διαμορφώνει σταθερά καλύτερους όρους ζωής συνδέοντας αυτή τη σχετική προσωπική του ευημερία με τη μακροημέρευση του καπιταλισμού

Πάνω σ’ αυτή την κοινωνική βάση διαμορφώνεται η τάση συμβιβασμού με τον ταξικό αντίπαλο, η αναζήτηση πολιτικών λύσεων «εντός των τειχών» του καπιταλιστικού συστήματος, εμφανίζεται ο οπορτουνισμός μέσα στο ίδιο το εργατικό κίνημα, μέσα στο Κόμμα της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό η πάλη με τον οπορτουνισμό είναι προϋπόθεση για τη διατήρηση του επαναστατικού εργατικού χαρακτήρα του Κόμματος, σε κάθε περίοδο και σε κάθε φάση της ταξικής πάλης και του συσχετισμού δυνάμεων. Απ’ αυτή την πάλη, από την ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική της συνέπεια και επάρκεια εξαρτάται η αποτροπή της αποκομμουνιστικοποίησης κομμουνιστικών κομμάτων. Ο ευρωκομμουνισμός αποτέλεσε βασικό αγωγό, μέσα από τον οποίο ο δυτικοευρωπαϊκός καπιταλισμός κατάφερε με βασικό όπλο τη σοσιαλδημοκρατία σοβαρά χτυπήματα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με αποτέλεσμα τη σταδιακή υποχώρησή του, ακόμα και τον εκφυλισμό του. Αγώνες έγιναν, όμως αυτοί δεν μπόρεσαν να διαφοροποιήσουν θετικά το συσχετισμό δυνάμεων.

Οι σύγχρονοι οπορτουνιστές είχαν και έχουν το θράσος τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ εξελίσσεται σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, να φορέσουν τη μάσα του μαρξιστή-λενινιστή για να επαναφέρουν το ΚΚΕ στη γραμμή του μαρξισμού-λενινισμού από την οποία υποτίθεται ότι έχει απομακρυνθεί. Δε δίστασαν να κάνουν τις γνωστές οπορτουνιστικές αλχημείες, στις οποίες μας είχε συνηθίσει το παλαιό «ΚΚΕ-Εσωτερικού» αλλά και η ομάδα των στελεχών που εγκατέλειψε το Κόμμα στις αρχές της 10ετίας του ’90, προβάλλοντας επιλεκτικά ορισμένες θέσεις των Μαρξ-Ένγκελς σχετικές με τη στάση του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια της περιόδου που η αστική τάξη πάλευε να κερδίσει την εξουσία από τους φεουδάρχες, σα να έχουν την ίδια ισχύ στις συνθήκες του αναπτυγμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού και της συγκροτημένης εδώ και δεκαετίες αστικής εξουσίας. Είχαμε αρκετά χρόνια να ζήσουμε την αντιπαράθεση του νέου κόντρα στον ώριμο Μαρξ, την υπεράσπιση για τις σημερινές συνθήκες της στρατηγικής που επεξεργάστηκε ο Λένιν με την προεργασία για το έργο του Κράτος και Επανάσταση και την κωδικοποίησε με τις Θέσεις του Απρίλη, στρατηγική που επιβεβαιώθηκε στην πράξη με τη νίκη της μεγάλης Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η λεγόμενη κομμουνιστική αντιπολίτευση επανέφερε, με τη βοήθεια της δημόσιας προβολής των θέσεών της από τις «φιλόξενες» σελίδες μερίδας του αστικού Τύπου, τη διαπάλη ανάμεσα στον μπολσεβικισμό και το μεσεβικισμό, την αντιπαράθεση της κομμουνιστικής στρατηγικής με τη δεξιά οπορτουνιστική ή κεντριστική κατεύθυνση στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος την περίοδο του Μεσοπολέμου. Πρόκειται για την περίοδο στην οποία τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης τη διαδέχτηκαν οι ήττες της γερμανικής και ουγγρικής επανάστασης, με αποτέλεσμα την υποχώρηση του αρχικού επαναστατικού κύματος και τη σχετική σταθεροποίηση του καπιταλισμού.

Βασικός στόχος της παραπάνω οπορτουνιστικής επιχειρηματολογίας είναι η επαναφορά «από την πίσω πόρτα» της λεγόμενης λογικής των «επαναστατικών σταδίων», που ποτέ και σε καμία χώρα δεν επιβεβαιώθηκε, της γραμμής του μίνιμουμ προγράμματος το οποίο –σε αντίθεση με το πρόγραμμα που προϋποθέτει την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας- μπορεί να υλοποιηθεί στο έδαφος του καπιταλισμού κυρίως μέσω της συμμετοχή ή στήριξης αστικών κυβερνήσεων. Η επιδίωξη αυτού του μίνιμουμ προγράμματος μέσα στα πλαίσια της διαχείρισης του καπιταλισμού και η ουσιαστική ανάθεση του λεγόμενου μάξιμουμ προγράμματος, δηλαδή της κατάκτησης της εργατικής εξουσίας στη «Δευτέρα Παρουσία», αιτιολογείται ως αναγκαίος συμβιβασμός σε συνθήκες όπου «δεν υπάρχει συσχετισμός δυνάμεων που να ευνοεί την πάλη για το σοσιαλισμό» ή με το σαθρό επιχείρημα ότι μια κυβέρνηση με συμμετοχή του ΚΚΕ που θα προκύψει μέσα από κοινοβουλευτικές διαδικασίες και θα στηρίζεται στο εργατικό λαϊκό κίνημα μπορεί να συμβάλει στο πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό χωρίς τη σοσιαλιστική επανάσταση είτε ότι η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού μπορεί να επιταχύνει την εμφάνιση της επαναστατικής κατάστασης η οποία όμως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται από τη θέληση της μιας ή της άλλης τάξης, του ενός ή του άλλου κόμματος, της μίας ή της άλλης κυβέρνησης. Η πείρα στην καπιταλιστική Ευρώπη, στη Λατινική Αμερική, έχει δείξει ότι όταν ένα ΚΚ αποφασίζει να πάρει μέρος σε μια κυβέρνηση διαχείρισης στο όνομα μιας μεταβατικής επιλογής, έχει ήδη δέσει από μόνο του τα χέρια του, ακόμα και όταν δε δεσμεύεται με επίσημη συμφωνία ή έχει διακηρύξει τη διατήρηση της αυτοτέλειάς του. Στην προκειμένη περίπτωση δεν παίζει κανένα ρόλο αν υπάρχουν γραπτές ή όχι δεσμεύσεις, οι νόμοι της καπιταλιστικής αγοράς δεν εξαρτώνται από τις πολιτικές συμφωνίες.

Η αλήθεια είναι ότι το Κόμμα μας δεν είχε προετοιμάσει έγκαιρα, σε έκταση και βάθος, την εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα, τις κοινωνικές δυνάμεις που απευθυνόμαστε, για τη στάση του απέναντι σε μια «αριστερή», «προοδευτική» -με ή χωρίς εισαγωγικά- κυβέρνηση στις συνθήκες του καπιταλισμού, αν και το ζήτημα αυτό είχε ανακύψει σε μια σειρά χώρες και πρόσφατα, όπως στη Γαλλία και στην Ιταλία. Το γεγονός αυτό δείχνει έλλειψη πρόγνωσης, είναι μάθημα και δίδαγμα ότι δεν πρέπει η προβολή του Προγράμματός μας να περιορίζεται στα σημεία εκείνα που προβάλλει η τρέχουσα επικαιρότητα στην χώρα μας, αλλά να λαμβάνει υπόψη και τις κυοφορούμενες τάσεις, οι οποίες συχνά γίνονται πιο εύκολα διακριτές από την παρακολούθηση της διεθνούς καπιταλιστικής πραγματικότητας.

Σε αυτή την πολεμική του οπορτουνισμού αξιοποιήθηκε και ένα σημείο που περιείχε το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, το οποίο αναφερόταν σε κάποιο ενδεχόμενο-πιθανότητα κοινοβουλευτικής ανάδειξης κυβέρνησης αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, χωρίς βεβαίως να γίνεται λόγος για συμμετοχή του ΚΚΕ σε αυτήν και χωρίς προβάλλεται ως στάδιο ή μεταβατική φάση προς το σοσιαλισμό, όπως ερμήνευσε αυτή τη διατύπωση ο οπορτουνισμός. Το συμπέρασμα που αποτελεί και δίδαγμα είναι ότι τα ντοκουμέντα δεν πρέπει να δίνουν λαβές και αφορμές που καθιστούν δυνατή την πλαστογράφηση και παρερμηνεία των θέσεών τους.

Ένα άλλο συμπέρασμα είναι ότι το Κόμμα δεν πρέπει να επαναπαύεται από τη συμφωνία συναγωνιστών και συναγωνιστριών με αιτήματα και προτάσεις που προβάλλει για την απόκρουση της επίθεσης και τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων. Είναι απόλυτα απαραίτητο να εντάσσει την πάλη για τα οξυμένα προβλήματα του λαού σε ένα ευρύτερο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο που ανεβάζει την πολιτική συνείδηση και την οργάνωση –συμμετοχή των εργατοϋπαλλήλων στην ταξική πάλη.

Αυτό όμως απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις, όπως να γνωρίζουμε την εσωτερική σχέση του κάθε μεγάλου και οξυμένου προβλήματος με τη στρατηγική του κεφαλαίου, με την καπιταλιστική οικονομία και το πολιτικό της σύστημα, να ερμηνεύουμε δηλαδή τις εξελίξεις στη βάση της σχέσης οικονομίας και πολιτικής. Απαιτείται και σε ατομικό επίπεδο να έχουμε ένα ευρύ πεδίο γνώσεων, επιχειρημάτων, στοιχείων, ώστε να γίνεται εύστοχη και ζωντανή η προπαγάνδα μας, να αναπτύσσουμε κριτήριο τι από όλα πρέπει να πούμε, πού επικεντρώνουμε.

Αν δεν έχουμε κατακτήσει να σκεφτόμαστε, να κρίνουμε με άξονα τη σχέση οικονομίας και πολιτικής κάθε κοινωνικό πρόβλημα, κάθε οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο, πχ την εμφάνιση ενός σκανδάλου, ενός νέου κόμματος κλπ, τότε γίνεται ένας διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόβλημα και στην αναγκαιότητα πάλης κατά του καπιταλισμού, που θολώνει την πραγματικότητα και αποπροσανατολίζει την εργατική τάξη.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Κόμμα παντός καιρού

Η κε του μπλοκ δημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από την μπροσούρα της ιδεολογικής επιτροπής (ιε) της κετουκε «κόμμα παντός καιρού – ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική ισχυροποίηση του κκε». Θα ακολουθήσουν δύο ακόμα αναρτήσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο και αποσπάσματα από την μπροσούρα. Αυτά που ακολουθούν προέρχονται από το εισαγωγικό υποκεφάλαιο (σελ 9-24) και αυτό που έχει τίτλο: «εμπόδια και δυσκολίες στην ανάπτυξη της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης. Αδυναμίες της δικής μας παρέμβασης» (σελ 48-65). Αφορμή για την επιλογή των συγκεκριμένων κομματιών έδωσε μια ερώτηση του ντέμη στη συζήτηση που άνοιξε σε μια προηγούμενη ανάρτηση για την ωρίμανση των συνειδήσεων και του υποκειμενικού παράγοντα.

Σημειώνω απλώς εισαγωγικά ότι η μπροσούρα έχει εκλαϊκευτικό χαρακτήρα αλλά δεν περιορίζεται σε στερεοτυπικές απαντήσεις και προσεγγίζει με ενδιαφέροντα και πολύ ουσιαστικό τρόπο κάποια σημαντικά ζητήματα. Προσωπικά τη θεωρώ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα γραπτά που έχει δώσει η ιε της κετουκε (με επικεφαλής το μάκη παπαδόπουλο εδώ και λίγο καιρό) και το κόμμα συνολικά το τελευταίο διάστημα. Εξυπακούεται πως η αντιγραφή των κομματιών αυτών αποσκοπεί να παροτρύνει το σφο αναγνώστη να αγοράσει και (προπαντός) να μελετήσει τη συγκεκριμένη έκδοση.
Εύχομαι καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.
-.-.-
Έχουμε επίγνωση ότι το εργατικό κίνημα και οι σύμμαχοί του στην Ευρώπη και στην Ελλάδα είναι σε μια φάση σχετικής υποχώρησης. Η δυσαρέσκεια που εκφράζουν συνδυάζεται με τη σχετική ακινησία τους. Παρά το γεγονός ότι αυτή η κατάσταση εμφανίζεται οξυμένη στις συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, είναι σαφές ότι η τάση απομαζικοποίησης και αλλοίωσης του ταξικού προσανατολισμού του εργατικού κινήματος έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια, ανεξάρτητα από την κρίση και αρκετά πριν την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Στην Ελλάδα ένα σημαντικό μέρος εργατών και εργατριών, λαϊκών μαζών «κουράστηκαν» ή απογοητεύτηκαν, γιατί οι συνδικαλιστικοί αγώνες δεν έφεραν άμεσα αποτελέσματα. Ένα άλλο μέρος τηρεί στάση αναμονής περιμένοντας, μάταια βέβαια, ότι κάπου θα μπει ένα τέλος στα βάρβαρα μέτρα, ελπίζοντας ότι μπορεί να γίνει κάποια αλλαγή από τα πάνω. Δεν είναι ο φόβος και η απογοήτευση το άλφα και το ωμέγα της υποχώρησης, αλλά οι συνέπειες από το μακρόχρονο εγκλωβισμό στα βαριά ιδεολογικά δεσμά της αστικής ιδεολογίας και προπαγάνδας, που ενισχύονται με τις αντιλήψεις και την πρακτική του ρεφορμισμού και οπορτουνισμού στο κίνημα, στους τόπους δουλειάς, στις μαζικές οργανώσεις. Κυριαρχεί η λογική των μειωμένων απαιτήσεων, που αναπαράγει παλιές και παράγει νέες αυταπάτες. Αυτά τα δεσμά «πλέκονται» γύρω από τον εργάτη, τον υπάλληλο, το φτωχό αυτοαπασχολούμενο και αγρότη, από τα πρώτα βήματα της ζωής του, και βεβαίως ενισχύονται αποφασιστικά στον χώρο δουλειάς, ενώ έχει προετοιμαστεί η συνείδηση να θεωρεί τον καπιταλιστή ως αυτόν που δίνει δουλειά, διανέμει τα εισοδήματα. Πρόκειται για συνείδηση που οδηγεί τον άνθρωπο να σκέπτεται με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω.
Στο φόβο και την αυταπάτη, στην απάθεια και στην απογοήτευση συμβάλλει και η αδυναμία κατανόησης της σχέσης οικονομίας και πολιτικής, του χαρακτήρα των κομμάτων και της σχέσης τους με την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας. Επιπλέον δυσκολίες δημιουργεί η άγνοια του γεγονότος ότι ο πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι επαρκεί για να ικανοποιούνται οι σύγχρονες ανάγκες τους αρκεί να καταλήγει ολόκληρος σε αυτούς, με την προϋπόθεση της κοινωνικής ιδιοκτησίας των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού κάτω από το δικό τους εργατικό λαϊκό έλεγχο, η άγνοια ή ημιμάθεια για το τι είναι και πώς λειτουργεί το καπιταλιστικό σύστημα, για τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης, οι εδραιωμένες κοινοβουλευτικές αυταπάτες. Για τις παραπάνω αδυναμίες, οπωσδήποτε υπάρχουν –στο βαθμό που του αναλογούν- ευθύνες και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και στο Κόμμα μας, που δεν μπόρεσε πάντοτε ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το αστικό δίκτυο ενσωμάτωσης, τις προτάσεις στήριξης αστικών κυβερνητικών λύσεων.
Απαιτείται η συνεχής επανάληψη των θέσεών μας για τη στρατηγική του κόμματος, των βασικών μας εκτιμήσεων, της πείρας της ταξικής πάλης, μέσα στην κομματική ζωή και λειτουργία, στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη και της ΚΟΜΕΠ, στην προπαγάνδα, στις παρεμβάσεις μας, ώστε να εμπεδώνονται οι γνώσεις και οι κατευθύνσεις. Να συζητιέται πως το Πρόγραμμα του Κόμματος θα εκλαϊκεύεται στις κοινωνικές δυνάμεις, ώστε να είναι κατανοητό, πειστικό, πώς θα διεισδύει στο μαζικό κίνημα, εκεί δηλαδή που η ανομοιομορφία της συνείδησης είναι πολύ μεγάλη, ενώ είναι έντονη η παρέμβαση των άλλων κομμάτων και των μηχανισμών τους. Η ιδεολογική δουλεία, η ζύμωση και προπαγάνδα δε φτάνει να γίνεται κατά κύματα και μάλιστα έχοντας ως αφετηρία ή αφορμή την τρέχουσα επικαιρότητα, δεν αρκεί να γίνεται με τη μορφή επανάληψης των γενικών μας συνθημάτων.
Ωστόσο η επανάληψη αυτή πρέπει να γίνεται με ζωντάνια και μαχητικότητα, να εμπλουτίζεται μέσα από τις εξελίξεις και την επικαιρότητα. Με λίγα λόγια, η έκθεση της στρατηγικής και των βασικών θέσεων του Κόμματος δεν πρέπει να παίρνει τον χαρακτήρα αξιώματος, αλλά αντίθετα πρέπει να προκαλεί το ενδιαφέρον, να είναι σαφές σε ποια ερωτήματα και συγχύσεις των μαζών απαντάνε. Το θέμα δεν είναι να ενημερώνουμε μόνο για τις θέσεις, τις εκτιμήσεις και τις ριζικά διαφορετικές μας απόψεις, ταυτόχρονα πρέπει να βοηθάμε να κατανοείται γιατί καταλήγουμε σε αυτή τη θέση και όχι σε άλλη, γιατί κάνουμε εκείνο ή τον άλλο χειρισμό, με ποια κριτήρια εξετάζουμε τις εξελίξεις. Η έκθεση των θέσεών μας με τη μορφή αξιώματος ή γενικής κριτικής στα άλλα κόμματα σαν μάθημα από καθέδρας δεν προσελκύει καθώς διατυπώνεται σε ένα έδαφος όπου όλες οι άλλες δυνάμεις παρουσιάζουν τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης ως μονόδρομο. Σε αυτό το έδαφος απαιτείται πιο βαθιά επιχειρηματολογία για την πειστική ανάδειξη της δυνατότητας, της ωριμότητας και της αναγκαιότητας ενός εντελώς διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης της κοινωνίας που απαιτεί εθελοντική στράτευση και προσφορά θυσιών και μάλιστα σε περίοδο νίκης της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες. Όλα μοιάζουν να είναι εναντίον μας την ίδια στιγμή που η πορεία του καπιταλισμού παρέχει σήμερα πολύ περισσότερες αποδείξεις για την αναγκαιότητα της στρατηγικής επιδίωξης του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό, ενώ η ιστορία έδειξε πόσο αναγκαία ήταν η διόρθωση λαθών του παρελθόντος όχι μόνο στη στρατηγική του ΚΚΕ αλλά και διεθνώς.
-.-.-
Η δυσκολία στην κατανόηση της περιπλοκότητας της διαδικασίας διαμόρφωσης πολιτικής συνείδησης από την πλευρά της εργατικής τάξης αναδεικνύεται με διάφορες αφορμές. Για παράδειγμα –με αφορμή τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012, αλλά και τη δυσκολία να μετατραπεί η γενική απεργία σε ισχυρό όπλο πάλης και αντεπίθεσης- αρκετοί σύντροφοι και φίλοι εκφράζουν μια ειλικρινή αγωνία ή και απογοήτευση για το γεγονός ότι οι εργάτες, οι υπάλληλοι δε μετατρέπουν την οργή και την αγανάκτησή τους σε πάλη και αγώνα.

Η αγωνία αυτή δεν εκφράζει απλά ένα συναίσθημα που αντικειμενικά έχει βάση, αλλά κυρίως δείχνει ότι δεν έχει γίνει βαθύτερα κατανοητό ότι η ταξική συνείδηση δεν αναπτύσσεται αυτόματα με βάση την όξυνση των προβλημάτων.

Πρέπει να κατανοηθεί βαθύτερα από τους κομμουνιστές ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της απογοήτευσης των εργαζομένων, έτσι ώστε να ερμηνεύεται σωστά και η πολιτική της συμπεριφορά. Η απογοήτευση εκφράζει την κούραση που φυσιολογικά προκαλεί το γεγονός ότι απέναντι στο λαό στέκεται μια εξουσία, μια κυβέρνηση που δεν κάνει ούτε ένα βήμα υποχώρησης, ακόμα και όταν τα εκλογικά της ποσοστά παίρνουν τον κατήφορο. Απογοήτευση υπάρχει γιατί βλέπουν το πισωγύρισμα με την έννοια ότι παίρνονται πίσω κατακτήσεις εν μια νυχτί, ότι ζούμε χειρότερα από χθες, ότι γυρίσαμε σε μαζικά φαινόμενα φτώχιας κι εξαθλίωσης που είχαν ξεχαστεί, πρωτόγνωρα για τις νεότερες γενιές.

Η απογοήτευση δείχνει όμως την ανεπαρκή γνώση και συνείδηση ότι αυτή είναι η φύση και ο χαρακτήρας του καπιταλισμού, ότι όσο ο λαός δεν αμφισβητεί άρα δεν παλεύει κατά του ίδιου του συστήματος αλλά περιορίζεται στην πάλη κατά της μιας ή άλλης διαχείρισης, των αποτελεσμάτων της και όχι της πραγματικής αιτίας τους, τότε το κίνημα θα έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα ή και καμία δυνατότητα πίεσης.

Η απογοήτευση δείχνει ότι η κρίση δε συνειδητοποιείται ως κρίση του καπιταλιστικού συστήματος αλλά ως πρόβλημα κακοδιαχείρισης, με αποτέλεσμα η δυσαρέσκεια να εκδηλώνεται απέναντι σε κόμματα στα οποία πίστεψαν και στήριξαν.

Έκφραση αυτής της δυσκολίας βαθύτερης κατανόησης της πολιτικής συμπεριφοράς των εργαζομένων αποτελεί και το ακόλουθο ερώτημα το οποίο ακούγεται συχνά ακόμα και από έμπειρους αγωνιστές και το οποίο προβάλλεται στοχευμένα από τα αστικά ΜΜΕ: πώς είναι δυνατόν να φεύγουν μαζικά ψηφοφόροι από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και να σκαλώνουν σε άλλα κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που στην προηγούμενη Βουλή ήταν το τελευταίο σε βουλευτές κόμμα και το τρίτο κόμμα το ΚΚΕ να χάνει αντί να παίρνει ένα έστω μικρό ή μεγαλύτερο μερίδιο.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Θεωρητικά ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ

Η κε του μπλοκ καταπιάνεται σήμερα με την παρουσίαση μιας καινούριας έκδοσης της σύγχρονης εποχής: της μπροσούρας της ιδεολογικής επιτροπής της κετουκε «θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του κκε». Στην έκδοση αυτή αξιοποιούνται άρθρα και κείμενα διαλέξεων της ιε για θεωρητικά θέματα στρατηγικής του κομμουνιστικού κόμματος που δημοσιεύτηκαν στην κομεπ και υλικό που αξιοποιείται στα πλαίσια της εσωκομματικής επιμόρφωσης, όπως διαβάζουμε στο προλογικό σημείωμα. Στο σύνολό της όμως αποτελεί πρωτότυπη εργασία και όχι απλή αντιγραφή προγενέστερων κειμένων.

Η μπροσούρα αυτή (ή μάλλον κάποια άλλη με αντίστοιχη περιεχόμενο) θα μπορούσε κατά τη γνώμη μου να έχει κυκλοφορήσει και προσυνεδριακά, ως προπαρασκευαστικό υλικό για τη βαθύτερη κατανόηση και επεξεργασία των θέσεων και του σχεδίου προγράμματος. Σε κάθε περίπτωση θίγει πολύ ενδιαφέροντα ζητήματα, που δίνουν τροφή για σκέψη και περαιτέρω προβληματισμό, ανεξάρτητα από το βαθμό συμφωνίας ή τις επιμέρους ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς.

Στη συνέχεια της ανάρτησης μπορείτε να διαβάσετε την εισαγωγή της μπροσούρας, καθώς και τους τίτλους των πέντε κεφαλαίων που την απαρτίζουν.

Η πάλη της εργατικής τάξης ενάντια στην τάξη των καπιταλιστών για να είναι ολοκληρωμένη, δηλ πάλη τάξης ενάντια σε τάξη, πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι πάλη επαναστατική. Δηλ να στρέφεται όχι μόνο ενάντια στους χωριστούς κεφαλαιοκράτες, αλλά ενάντια στο σύνολο της τάξης των κεφαλαιοκρατών και της εξουσίας τους. Το κκ με τη δράση του οργανώνει τους εργάτες και μετατρέπει την πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές τους σε «πάλη ολόκληρης της τάξης, σε πάλη ενός καθορισμένου κόμματος για καθορισμένα πολιτικά και σοσιαλιστικά ιδανικά». (Λένιν άπαντα, τ. 4 σ. 192)

Ο λένιν υποστήριζε: «…μόνο το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, δηλ το κομμουνιστικό κόμμα είναι σε θέση να συνενώσει, να διαπαιδαγωγήσει και να οργανώσει την πρωτοπορία του προλεταριάτου και όλης της εργαζόμενης μάζας, πρωτοπορία που είναι η μόνη ικανή να αντιταχθεί στις αναπόφευκτες μικροαστικές ταλαντεύσεις αυτής της μάζας, στις αναπόφευκτες παραδόσεις και υποτροπές της επαγγελματικής στενότητας ή των επαγγελματικών προλήψεων μέσα στο προλεταριάτο και να καθοδηγήσει τη δράση όλου του προλεταριάτου στο σύνολό της, δηλ να το καθοδηγεί πολιτικά και μέσω του προλεταριάτου να καθοδηγεί όλες τις εργαζόμενες μάζες». (λένιν, άπαντα, τ. 43, σ. 94)

Στην ιστορία του επαναστατικού εργατικού κινήματος η κομμουνιστική ταυτότητα–χαρακτηρισμός και ένταξη στην κομμουνιστική διεθνή προέκυψε σε σύγκρουση με την οπορτουνιστική σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα, η οποία έδρασε προδοτικά προς τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στις συνθήκες του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού πολέμου (α’ παγκόσμιος πόλεμος) 1914-18, στις επαναστατικές συνθήκες που ακολούθησαν σε χώρες όπως η γερμανία, η ουγγαρία, η σλοβακία, η ιταλία, κ.ά. Ήταν προϊόν της νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης στη ρωσία (1917) και της γενικότερης επίδρασης που άσκησε στο επαναστατικό εργατικό κίνημα. Ο χαρακτηρισμός των εργατικών κομμάτων ως κομμουνιστικά έχει τις ρίζες του στην «ένωση των κομμουνιστών» και το μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος των μαρξ-ένγκελς. Αργότερα στις τελευταίες δεκατίες του 19ου αιώνα και αρχές του 20ού  είχε επικρατήσει για τα εργατικά κόμματα σοσιαλδημοκρατικά ή σοσιαλιστικά, χαρακτηρισμός που σε μεγάλο βαθμό εξέφραζε και την κατάσταση που επικρατούσε σε αυτά τα κόμματα. Τον απρίλη του 1917 ο λένιν εισηγείται την ανάγκη αλλαγής των ονομάτων των εργατικών κομμάτων και την υιοθέτηση του όρου κομμουνιστικά καθώς και την ίδρυση νέας διεθνούς. Σε αυτή την κατεύθυνση το 1919 ιδρύεται η τρίτη κομμουνιστική διεθνής (γ’ διεθνής).

Με την πάροδο των χρόνων, υπό την επίδραση νέων αλλαγών στο συσχετισμό της ταξικής πάλης σε παγκόσμιο επίπεδο (υποχώρηση της επαναστατικής ανόδου στο β’ μισό της δεκαετίας του 1920, β’ παγκόσμιος πόλεμος και ναζιστική επίθεση στην εσσδ το 1941, «ψυχρός πόλεμος» και πυρηνική απειλή, αλλά και λόγω της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης) διαμορφώθηκαν νέα οπορτουνιστικά ρεύματα, όπως του ευρωκομμουνισμού. Οπορτουνιστικά ρεύματα αναπτύχθηκαν και μέσα στα κκ των σοσιαλιστικών κρατών με ορόσημο το εικοστό συνέδριο του κκσε (1956). Η μετεξέλιξη των κκ εξουσίας σε προδοτικά κόμματα της αντεπανάστασης οδήγησε σε καταλυτική, βαθιά ιδεολογική-πολιτική και οργανωτική κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Σήμερα στο κομμουνιστικό κόμμα, για να είναι η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, δεν αρκεί μόνο η κατοχύρωση της κομμουνιστικής του ταυτότητας (τίτλος), η γενική αποδοχή της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού, η αναγνώριση του πρωτοπόρου ρόλου της εργατικής τάξης. Όλα αυτά είναι προϋποθέσεις. Για να είναι πρωτοπορία πρέπει να διαθέτει ένα επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα, να αποκτά την ικανότητα δράσης με βάση αυτό σε όλες τις συνθήκες, σε συνθήκες υποχώρησης και σε συνθήκες ανόδου του κινήματος. Να αναπτύσσει και να ανανεώνει την ικανότητά του για να αντιμετωπίζει τις αντικειμενικές πιέσεις που διαμορφώνονται μέσα σε συνθήκες αρνητικού συσχετισμού της ταξικής πάλης.

Κριτήριο λοιπόν για τον χαρακτήρα ενός κομμουνιστικού κόμματος είναι το πρόγραμμά του και η πολιτική του πρακτική: «Για να μπούμε στο νόημα της πάλης των κομμάτων δεν πρέπει να πιστεύουμε τα λόγια, μα να μελετούμε την πραγματική ιστορία των κομμάτων, να εξετάζουμε όχι τόσο εκείνο που τα κόμματα λένε για τον εαυτό τους αλλά εκείνο που κάνουν, να εξετάζουμε κατά πόσο ενεργούν κατά τη λύση των διαφόρων πολιτικών ζητημάτων, ποια στάση κρατούν απέναντι στα ζητήματα που θίγουν τα ζωτικά συμφέροντα των διάφορων τάξεων της κοινωνίας…» (λένιν, άπαντα, τ. 21, σ. 287)

Ποιο είναι το βασικό ζήτημα που κρίνει τον χαρακτήρα του προγράμματος ενός κόμματος, που είναι προϋπόθεση για το επαναστατικό περιεχόμενό του;
Το σπουδαιότερο ζήτημα που καθορίζει το επαναστατικό περιεχόμενο του προγράμματος του κομμουνιστικού κόμματος είναι ο προσδιορισμός του χαρακτήρα της επανάστασης, δηλ η απάντηση στο ερώτημα: «ποια αντίθεση θα λύσει η επερχόμενη κοινωνική επανάσταση, ποια τάξη θα πάρει την εξουσία;»
Με βάση αυτή τη θέση διαμορφώνεται η γραμμή για τη συγκέντρωση των κοινωνικών δυνάμεων (κινητήριες δυνάμεις) που έχουν αντικειμενικό συμφέρον από την επανάσταση.

Βεβαίως το πρόγραμμα δεν αρχίζει και τελειώνει με το ποια τάξη πρέπει να κατακτήσει την εξουσία. Ένα επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να τεκμηριώνει την τοποθέτησή του σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα με βάση το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης κάθε χώρας στο πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων στο καπιταλιστικό σύστημα. Να απαντά συγκεκριμένα στη βάση της κοινωνικής-οικονομικής πραγματικότητας σε σχέση με την εργατική τάξη της χώρας σε ποιους κλάδους συγκεντρώνεται, τι χαρακτηριστικά έχει, ποια η εσωτερική διαστρωμάτωση-διαφοροποίηση, ποια είναι τα πιο δυναμικά τμήματά της, ποια είναι η κατάσταση των μεσαίων στρωμάτων (αυτών των κοινωνικών δυνάμεων που βρίσκονται ανάμεσα στην εργατική τάξη και την τάξη των καπιταλιστών), με ποια κριτήρια διαφοροποιούνται στο εσωτερικό τους τα μεσαία στρώματα και επομένως ποια τμήματά τους μπορούν να αποτελέσουν συμμάχους της εργατικής τάξης.

Ένα επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να διαβλέπει και να εξηγεί τις τάσεις στη συγκεκριμένη καπιταλιστική οικονομία, τη σχέση τους με τις εξελίξεις στο πολιτικό εποικοδόμημα, τη σχέση του συγκεκριμένου αστικού κράτους με τα υπόλοιπα στο πλαίσιο του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Να διακρίνει τις αντιθέσεις που μπορούν στο μέλλον να αποτελέσουν παράγοντες αποσταθεροποίησης του καπιταλισμού.

Επίσης το επαναστατικό πρόγραμμα οφείλει να δίνει το βασικό περιεχόμενο, τις νομοτέλειες και τις κατευθύνσεις οικοδόμησης της κοινωνίας στην οποία στοχεύει, δηλ του κομμουνισμού, τα καθήκοντα που πρέπει να λύσει η πρώτη ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού, ο σοσιαλισμός.

Η ικανότητα του κκ να διαμορφώνει επαναστατικό πρόγραμμα καθορίζεται από τη σωστά διαμορφωμένη διαλεκτική σχέση ταξικότητας και επιστημονικότητας στη λειτουργία του. Καθορίζεται δηλ από την εξασφάλιση του ταξικού χαρακτήρα του κόμματος ως κόμματος της εργατικής τάξης, από την υπεροχή της εργατικής τάξης στη σύνθεση των οργανώσεων του κόμματος, τη συγκρότησή τους με προτεραιότητα στις μεγάλες παραγωγικές μονάδες, τους χώρους συγκέντρωσης της εργατικής τάξης, ειδικότερα την ανάδειξη και ολόπλευρη ανάπτυξη εργατικών στελεχών.

Ανεξάρτητα από την αριθμητική δύναμη των κομματικών του δυνάμεων, το κκ οφείλει να έχει επίσης σταθερό κι ανυποχώρητο προσανατολισμό στις γραμμές του εργατικού κινήματος, της συνδικαλιστικής οργάνωσης, να έχει δεσμούς και επικοινωνία με την εργατική τάξη. Η ανάπτυξη των κομματικών δυνάμεων, η ύπαρξη κοβ στους τόπους δουλειάς καθορίζεται και από την εμμονή στον προσανατολισμό για την ανάπτυξη των αγώνων, της ταξικής πάλης που βέβαια επηρεάζεται και από αντικειμενικούς παράγοντες. Ταυτόχρονα μέσα στις γραμμές και τη δράση του να αναδεικνύεται και να υλοποιείται η γραμμή συμμαχίας της εργατικής τάξης, ο ηγετικός ρόλος της στη συμμαχία.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις να συνδυάζονται με την ικανότητα του κόμματος να διαμορφώνει επιστημονικά θεμελιωμένη αντίληψη για την πολιτική, να αναλύει και να κατανοεί με επιστημονικότητα τις εξελίξεις, να επεξεργάζεται τα ζητήματα της ταξικής πάλης, που σημαίνει αφομοίωση και ανάπτυξη της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας. Το γεγονός αυτό προϋποθέτει το κόμμα να λειτουργεί ως «συλλογικός διανοούμενος», να αίρει –όσο αυτό είναι δυνατόν στο εσωτερικό του τις δυσκολίες που προκύπτουν αντικειμενικά εξαιτίας του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Δηλ με απλά λόγια ο εργάτης μέλος του κόμματος, το εργατικής καταγωγής στέλεχος να μπορεί να κατακτά τα χαρακτηριστικά του κομμουνιστή διανοητή ανεξάρτητα από το τυπικό μορφωτικό του επίπεδο ή την επαγγελματική ειδίκευση. Κι αντίστροφα ο κομμουνιστής επιστήμονας-διανοούμενος να υιοθετεί τον τρόπο ζωής του κομμουνιστή εργάτη και να αφιερώνει τη διανοητική του ικανότητα και εργασία προς όφελος της επαναστατικής εργατικής κομμουνιστικής πάλης.

Χωρίς την επιστημονική, με βάση τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, τοποθέτηση των ζητημάτων της ταξικής πάλης δεν μπορεί το κομμουνιστικό κόμμα να έχει επαναστατική πολιτική.

Η πολιτική των κκ πρέπει να βασίζεται στους αντικειμενικούς νόμους που καθορίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις στη δεδομένη βαθμίδα ανάπτυξης της κοινωνίας, νόμους που ανακάλυψε ο μαρξισμός. Ο λένιν υπογράμμιζε τον επιστημονικό χαρακτήρα της πολιτικής και τις προϋποθέσεις του: «η επιστήμη απαιτεί, πρώτο, να παίρνεις υπόψη σου την πείρα των άλλων χωρών, ιδιαίτερα αν οι άλλες χώρες που είναι επίσης καπιταλιστικές δοκιμάζουν ή δοκίμασαν τελευταία μια παρόμοια πείρα. Δεύτερο να παίρνεις υπόψη όλες τις δυνάμεις, τις ομάδες, τα κόμματα, τις τάξεις, τις μάζες, που δρουν μέσα σε μια δοσμένη χώρα και όχι να καθορίζεις την πολιτική με βάση μονάχα τις επιθυμίες και τις αντιλήψεις, το βαθμό της συνειδητότητας και της διάθεσης για αγώνα μιας μόνο ομάδας ή ενός μόνο κόμματος». (λένιν, άπαντα, τ. 41. Σ. 65)

Η θεωρία για τη στρατηγική, την επαναστατική πολιτική του κομμουνιστικού κινήματος βασίζεται στην υλιστική αντίληψη για την ιστορία, στη μαρξιστική πολιτική οικονομία, στον επιστημονικό κομμουνισμό.

Ο ένγκελς καθόρισε την ιστορική αποστολή του επιστημονικού κομμουνισμού ως εξής: «καθήκον της θεωρητικής έκφρασης του προλεταριακού κινήματος, του επιστημονικού σοσιαλισμού, είναι να εξερευνήσει τους ιστορικούς όρους και επομένως την ίδια τη φύση αυτής της κοσμοαπελευθερωτικής πράξης και έτσι να κάνει συνείδηση στην προορισμένη για δράση και σήμερα καταπιεζόμενη τάξη τους όρους και τη φύση της δράσης της (ένγκελς, η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη, σ. 109)

Η ιστορική πείρα –αλλά και η σημερινή πραγματικότητα- δείχνουν ότι η πραγματοποίηση του καθήκοντος διαμόρφωσης ενός επαναστατικού προγράμματος δεν είναι μια απλή υπόθεση.

Παράγοντες πολλών και διαφορετικών ειδών συντελούσαν και συντελούν ώστε σε μεγάλες περιόδους του κομμουνιστικού κινήματος μεγάλο μέρος των κκ να μην έχει ένα πρόγραμμα που να απαντά σωστά στο βασικό ζήτημα, αυτό της εξουσίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί αιτία και ταυτόχρονα έκφραση της βαθιάς μακροχρόνιας κρίσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα που στην ουσία της είναι κρίση στρατηγική, δηλ έλλειψης επαναστατικής στρατηγικής ενότητας.

Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι η στρατηγική ενότητα στα κκ δεν εξασφαλίζεται με την από κοινού διακήρυξη του σκοπού του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το πώς τοποθετούνται στο ζήτημα της εξουσίας, στην πολιτική συμμαχιών, στην εξασφάλιση της οργανωτικής ιδεολογικής και πολιτικής αυτοτέλειάς τους, σε τελευταία ανάλυση πώς τοποθετούνται στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», συμμετοχή-στήριξη ενός τμήματος του αστικού κράτους (κυβέρνηση) ή πάλη για την ανατροπή του; Πώς παλεύει ενάντια στην αστική τάξη της χώρας του; Πώς εξασφαλίζει την αυτοτέλεια της εργατικής πολιτικής απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ιμπεριαλιστική ειρήνη. Μετά την αντεπανάσταση κριτήριο για όλα τα κκ είναι η στάση τους απέναντι στην προσφορά της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και στις βασικές αιτίες ανατροπής της στον 20ό αιώνα.

Σε αυτά τα ζητήματα οι διαφορές ανάμεσα στα κκ είναι μεγάλες.
Το κκε με αφετηρία τα ερωτήματα που προέκυψαν εξαιτίας των αντεπαναστατικών γεγονότων του 198-91, της βαθιάς κρίσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα επιχείρησε μια προσπάθεια κριτικής εξέτασης ζητημάτων που αφορούν την πορεία του σοσιαλισμού στην εσσδ και σε άλλα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, της πορείας της στρατηγικής του κκε στην ελλάδα.

Στη βάση αυτών των προσπαθειών ξεκίνησε τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου επαναστατικού προγράμματος. Πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση αποτέλεσε το πρόγραμμα που επεξεργάστηκε το 15ο συνέδριο του κκε, όπου με σαφήνεια προσδιορίστηκε ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επανάστασης στην ελλάδα, χωρίς να προηγείται κάποια άλλου τύπου επανάσταση, κυβέρνηση ή εξουσία, όπως συνέβαινε σε παλιότερα προγράμματα του κκε. Οι επεξεργασίες που ακολούθησαν στα επόμενα συνέδρια και ιδιαίτερα η επεξεργασία του 18ου συνεδρίου για το σοσιαλισμό, καθώς και η συγγραφή από την κε και η έγκριση σε πανελλαδική κομματική συνδιάσκεψη των συμπερασμάτων του δοκιμίου ιστορίας του κκε, τόμ. Β’, 1949-68, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του νέου προγράμματος του κκε, όπως αυτό εγκρίθηκε στο 19ο συνέδριο του κόμματος.

Τα πέντε κεφάλαια που περιέχει η μπροσούρα

Η ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό
Η σοσιαλιστική επανάσταση
Σοσιαλισμός-κομμουνισμός. Η κοινωνία για την οποία παλεύει το κκε
Η πάλη με τον οπορτουνισμό
Τα καθήκοντα του κκε σε μη επαναστατικές συνθήκες

Υστερόγραφο:
Μπορείτε να δείτε σε αυτό τον σύνδεσμο ένα παλιότερο κείμενο της ιε, στο οποίο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η έκδοση αυτή.