Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Η μέρα των ζώων

Και τι σημαίνει που ήταν προχτές η μέρα των ζώων; Εμείς δεν περιμένουμε εξάλλου την 4η Οκτωβρίου, μία φορά το χρόνο. Τη γιορτάζουμε κάθε μέρα, τιμώντας τους ανθρώπους σαν ζώα. Τους στοιβάζουμε σε ανοιχτούς σταύλους κι αν πέσει πολύ η θερμοκρασία, μπορεί να τους βάλουμε και παχνί σε μια φάτνη, για να συγκινηθούμε με τη θυσία τους. Τους δίνουμε ψίχουλα κι αποφάγια, για να τα έχουμε καλά με τη συνείδησή μας, κάνοντας την καλή πράξη της ημέρας. Γεμάτοι ευαισθησίες, τους ανοίγουμε την πόρτα, για να κοιμηθούν στην είσοδο της πολυκατοικίας, κουλουριασμένοι. Αλλά αν κάνουν πολύ θόρυβο και μας ενοχλήσουν, καλούμε τον μπόγια να έρθει να τους μαζέψει ή τους πετάμε με τις κλωτσιές.

Κι αν επιβεβαιώνουν κάτι όλα αυτά, είναι η δική μας ζωώδης ιδιότητα, όταν γινόμαστε λύκοι απέναντι στους άλλους. Αν υπάρχει κάτι το ζωώδες σε όλα αυτά, είναι η δική μας γαϊδουρινή αδιαφορία. Που δεν αλλάζει θεαματικά στην ουσία, ακόμα κι αν εκδηλώνεται ως ευαισθησία στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τι μπορείς να κάνεις μόνος σου όμως; Περνάς μέσα από την πλατεία όπου κοιμούνται, για να τους δείξεις ότι δεν τους αποφεύγεις, λες κι είναι μιάσματα, δεν αποστρέφεις το βλέμμα σου, δε φοβάσαι μη τυχόν κολλήσεις καμιά αρρώστια ή την κακοτυχία και τα βάσανά τους. Αλλά δεν είναι αξιοθέατο, και εσύ δεν είσαι εκεί για να καταγράψεις απλώς τα γεγονότα (το ζήτημα δεν είναι να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά να την αλλάξουμε). Τους βλέπεις μετά με τους μπόγους στην πλάτη, τα χαρτιά στο χέρι και την ψυχή στα πόδια να μπαίνουν στα λεωφορεία που πηγαίνουν για τα σύνορα και ανάβουν τις παλιές μηχανές τους, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα της Αχαρνών με θόρυβο και καπνούς. Αλλά οι αναθυμιάσεις και η μυρωδιά ΚΤΕΛ δεν είναι το πιο αποπνικτικό σ’ αυτή την εικόνα.

Και το χειρότερο απ’ όλα είναι αυτή η ανθρώπινη (ή μήπως ζωώδης;) ικανότητα μας να συνηθίζουμε, να ξεχνάμε, να προσπερνάμε και να συνεχίζουμε με απάθεια. Αλλά αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, δεν μπορείς να μένεις ασυγκίνητος. Και δε συγκινείσαι απλώς, βοηθάς στην πράξη. Και δεν το κάνεις ως μονάδα, αλλά συλλογικά και συνειδητά, που είναι και μια βασική ανθρώπινη ιδιότητα.

Γιατί δεν αρκεί να φωνάζουμε πως είμαστε όλοι μετανάστες.

Είμαστε όλοι ζώα, μέχρι αποδείξεως του εναντίου στην πράξη.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Και πανανθρώπινη τη λευτεριά

Θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά
Η λευτεριά δεν περιορίζεται στα εθνικά σύνορα, γι’ αυτό είναι πανανθρώπινη.
Στα άρματα, στα άρματα, εμπρός στον αγώνα, για την χιλιάκριβη τη λευτεριά
Θα κατακτηθεί όμως με όπλα και σκληρό αγώνα, ενάντια σε όσους την κρατάνε φυλακισμένη στις τέσσερις ελευθερίες της ευρωπαϊκής ένωσης και βασικά την απόλυτη ελευθερία των καπιταλιστών να εκμεταλλεύονται την υπεραξία της εργατικής δύναμης και να αυγατίζουν τα κέρδη τους στις πλάτες μας.

Για εκείνη την τάξη δηλ για την οποία δουλεύουν τα όργανα της τάξης και οι ανθρωποφύλακες, που αναφέρει κάπου ο μίσσιος –καλά αυτός ιδιώτευσε νωρίς. Σε μια ιστορία με ένα πολιτικό κρατούμενο , που τον σάπιζαν στο ξύλο οι ασφαλίτες κι ένας από αυτούς, έβγαζε το άχτι του μεταξύ άλλων και για το συγκεκριμένο στίχο: πάρε κι αυτήν, πάρε και την άλλη, που την ήθελες και πανανθρώπινη μπάσταρδε. Τρέχα-γύρευε γιατί δεν του είχε κάτσει καλά.
Αν μπορούσε βέβαια να αντιμιλήσει ο σφος στο βασανιστή του, θα του έλεγε ίσως για τον πραγματικό ανθρωπισμό-ουμανισμό, που προϋποθέτει την πάλη ενάντια στους εχθρούς της ανθρωπότητας και της παγκόσμιας, πανανθρώπινης κομμουνιστικής προοπτικής. Εκτός κι αν ήταν κανείς πρώιμος συσπειρωσάς, και του εξηγούσε την αλτουσεριανή οπτική για τον αφηρημένο ουμανισμό που είναι μια ιδεαλιστική απάτη –φορτώνει τα βάρη στων φοιτητών την πλάτη.

Τι γίνεται λοιπόν όταν η πανανθρώπινη λευτεριά δεν προσκρούει μόνο στα εθνικά σύνορα, αλλά και στα στενά ταξικά όρια του σημερινού κόσμου; Πόσο αυθεντική και πανανθρώπινη μπορεί να είναι η ελευθερία σε μια ταξική, ανταγωνιστική κοινωνία;
Οι κομμουνιστές εξάλλου την είχαμε πατήσει για τα καλά στο πρόσφατο παρελθόν με τις «πανανθρώπινες», «οικουμενικές» αξίες της περεστρόικα, που διαπλέκονται, υποτίθεται, με τις ταξικές, μόνο και μόνο για να τις σκεπάσουν και να τις εξαλείψουν. Κι έτσι θριάμβευσε η νέα σκέψη που «αποϊδεολογικοποιούσε» τις διεθνείς σχέσεις κι έβλεπε όλες τις χώρες δεμένες κι αλληλοεξαρτώμενες σε ένα «κοινό, ευρωπαϊκό σπίτι», που το απειλούν τα πυρηνικά όπλα –γενικά και αόριστα- κι όχι ο ιμπεριαλισμός, που γεννά τους πολέμους και τη δυστυχία. Κι απέδειξε πολύ νωρίς (η νέα σκέψη) πόσο παλιά και σάπια ήταν η σοσιαλδημορκατική ουσία της.

Η ανθρωπότητα δεν είναι ασφαλώς ένα ενιαίο σύνολο σε μια ταξική κοινωνία. Τα πανανθρώπινα κηρύγματα εξελίσσονται με μαθηματική ακρίβεια σε απολογητική που διαιωνίζει την υπάρχουσα απάνθρωπη κατάσταση. Οι θρησκευτικές διαβεβαιώσεις πχ για τους πλούσιους, που είναι ευκολότερο να περάσει παλαμάρι (κάμηλος) από την τρύπα μιας βελόνας, παρά να μπουν αυτοί στον παράδεισο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα είδος παρηγοριάς στο φτωχό και άρρωστο, μέχρι να βγει η ψυχή του και να ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα στη μετά θάνατο ζωή.

Το πανανθρώπινο στοιχείο που επιβιώνει όμως στο ιδεώδες των διάφορων θρησκειών, βασίζεται σε μια απολύτως υπαρκτή ανάμνηση ενός μακρινού παρελθόντος -που δεν μπορεί παρά να εκφραστεί με στρεβλό, ουτοπικό τρόπο στο παρόν και ως μελλοντική προοπτική. Ο χαμένος παράδεισος (της εδέμ και γενικώς) ως ιδέα είναι η ανάμνηση του «πρωτόγονου κομμουνισμού» και της κοινοτικής ισότητας που επιβιώνει σε κάποιους τομείς ως προταξικό κατάλοιπο-κεκτημένο ως και τις μέρες μας. Είναι η περίοδος του κρόνυο, όπως αναφέρεται στην κοσμογονία του ησίοδου κι έτσι πέρασε και στα σατουρνάλια, τη γιορτή του θεού κρόνου, όπου συμμετείχαν και οι δούλοι και οι ταξικές διακρίσεις «ατονούσαν» και «ξεχνιόντουσαν» για λίγες μέρες.

Το θέμα λοιπόν είναι με ποιον τρόπο εκφράζεται κάθε φορά αυτό το καθολικό, πανανθρώπινο στοιχείο από πολιτική και φιλοσοφική άποψη. Γιατί ο κομμουνισμός δεν έρχεται να εκφράσει στενά το ειδικό συμφέρον της εργατικής τάξης, αλλά την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και το τέλος των ταξικών κοινωνιών, τη μοναδική εναλλακτική που ανοίγεται για την ανθρωπότητα απέναντι στη σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα και τα αδιέξοδά της.

Η ουσία του ανθρώπου είναι η ουσία των κοινωνικών του σχέσεων και στο επίκεντρο αυτών των σχέσεων βρίσκεται η εργασία. Η μόνη πανανθρώπινη προοπτική που υπάρχει και θα απαλλάξει τόσο τους εργαζόμενους, όσο και τους κατόχους μέσων παραγωγής από κάθε μορφή αλλοτρίωσης από τους όρους παραγωγής (μέσο, σκοπός, κι όσοι συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία) είναι αυτή της εξάλειψης του καταναγκαστικού χαρακτήρα της εργασίας κι η σταδιακή μετατροπή της σε ευχάριστη δημιουργική διαδικασία, που θα αναδεικνύει ολόπλευρα την προσωπικότητα του καθενός. Και για την ανάπτυξη του ενός, θα είναι προϋπόθεση (και όχι όριο) η αντίστοιχη ανάπτυξη των άλλων.

Τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι ξένο, αλλά πραγματικά ανθρώπινη στάση είναι μόνο αυτή που εντάσσεται στον αγώνα για την προώθηση και την επικράτηση αυτή της προοπτικής. Γιατί όπως έγραφε κι ο λειβαδίτης, αν θες να λέγεσαι άνθρωπος…

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
 για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
 ματώσουν απ΄τις φωνές
 το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
 Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
 Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
 Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
 Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
 αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
 πολιτείες
 μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
 αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
 έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
 εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
 Δεν έχεις καιρό
 δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
 ή το παιδί σου.
 Δε θα διστάσεις.
 Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
 Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
 για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
 Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
 Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
 να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
 είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
 Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
 Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
 γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
 για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
 για όλα τα όνειρα
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
 και περισσότερα χρόνια
 μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
 τη μάνα σου και τον κόσμο.
 Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
 θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
 Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
 θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
 απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
 Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
 τα μαλλιά σου
 δε θα γερνάς.
 Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
 Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
 Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
 γράμμα στη μάνα σου
 Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
 Ειρήνη
 σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
 Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
 να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
 σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
 Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
 εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
 τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.

 Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Μουσικές ταξιαρχίες

Όταν άνοιξε το κουτί της πανδώρας, ως πύλη του κακού, κράτησε μέσα του, φυλακισμένη στον πάτο, την ελπίδα και κάποιες νότες να τη συνθέσουν. Κι οι άνθρωποι, που σκορπίζουν τις δικές τους ελπίδες στους πέντε ανέμους, εναποθέτουν αυτή που τους απέμεινε στο πεντάγραμμο, για να την εκφράσουν, ενώ τα συναισθήματά τους είναι κατ’ εικόνα κι ομοίωση των τραγουδιών που φτιάχνουν –ή μάλλον το αντίστροφο.

Ζαχαρωμένα σοκολατόπαιδα, άγριοι κι ανήσυχοι στίχοι που ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το στιλ τους, κλασικά απολιθώματα που αντιστέκονται στη φθορά του χρόνου, νευρικά και θορυβώδη μπιτάκια, που δεν μπορούν να μείνουν στον εαυτό τους και πρέπει να τα υποστούν οι πάντες γύρω τους στη διαπασών, ανάκατες, μπερδεμένες μελωδίες, εναλλακτικές ή μεταμοντέρνες, έντεχνες ευαισθησίες ή μίζερες κλάψες, κοκ.

Κάποιοι μένουν κολλημένοι χρόνια στις ίδιες κασέτες κι ακούγονται σαν αυτές, αναμασώντας χρόνια τώρα τα ίδια τσιτάτα μαζί με την ταινία. Άλλοι έρχονται με γυαλιστερό περιτύλιγμα, πολυτελή κασετίνα, κρυστάλλινη ποιότητα ήχου, αλλά κενοί χωρίς περιεχόμενο. Οι απλές μελωδίες και οι απλοί άνθρωποι μπορεί να κρύβουν μια ιδιοφυή σύλληψη, ενώ τα επιτηδευμένα και περίτεχνα άσματα να κρύβουν απλώς μια τρύπα στο νερό. Άλλα τραγούδια σε ξεσηκώνουν και σε κάνουν να ξεχυθείς στο δρόμο ή στην αγκαλιά κάποιου, κι άλλα σε οδηγούν σε βουβά εσωτερικά ξεσπάσματα και γίνονται στήριγμα, ο καλύτερος φίλος σου στις δύσκολες στιγμές.

Πολλές φορές κολλάμε με ανθρώπους και τραγούδια που δε μας αρέσουν κατά βάθος ή τουλάχιστον δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, στον εαυτό μας πρωτίστως. Αλλά σύντομα ξεχωρίζει το πρόσκαιρο κόλλημα κι οι στάσεις της μιας βραδιάς (πχ στα μπουζούκια) από τον πραγματικό έρωτα με τους δίσκους που ακούς ξανά και ξανά κι ανακαλύπτεις συνεχώς καινούρια επίπεδα ανάγνωσης-ακοής, που δεν τα είχες προσέξει αρχικά.

Ποτέ δε θα ξαναβρείς βέβαια τη μαγεία της πρώτης φοράς, το χάσιμο και την απογείωση, είτε μείνεις σκόπιμα μακριά τους λίγο καιρό, για να τα ξεχάσεις και να τα πεθυμήσεις, να τα αναζητήσεις, είτε ακολουθήσεις την αντίστροφη τακτική και τις φάσεις του εξαρτημένου χρήστη, που αναζητά συνεχώς μεγαλύτερη δόση για διαρκώς μικρότερη απόλαυση, που χάνεται σταδιακά σαν το φεγγάρι, για να φτάσει στην ολική έκλειψη και να μείνει μόνο η ψεύτικη ανάγκη της εξάρτησης. Το συναίσθημα όμως δεν χάνεται, απλά εξελίσσεται και γίνεται κομμάτι του εαυτού μας, της προσωπικότητάς μας, πυξίδα που χωρίς αυτήν πελαγώνουμε και μένουμε λειψοί και μετέωροι.

Με τον καιρό ξεχωρίζουν και τα πρώιμα ακούσματα, οι πρώτες και παντοτινές αγάπες που μας άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους, από αυτά που αφήνουμε πίσω μας, γιατί εξελισσόμαστε και ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας, που τα άκουγε και του αρέσανε κάποτε. Ήταν κι αυτά όμως (μουσικά) κομμάτια της προσωπικής μας διαδρομής, μικρά ζιγκ-ζαγκ και ξεστρατίσματα από την ανοδική εξελικτική γραμμή, που μας έφερε εδώ που είμαστε σήμερα. Άλλο αν κάποιοι συνεχίζουν να εξελίσσονται, σαν τα progressive κομμάτια κι άλλοι μένουν με τη βελόνα κολλημένη στα ίδια ρεφρέν.

Πώς είναι ο καρβέλας, λέει κάπου στους απαράδεκτους ο σπύρος, που βάζει εκατό φορές την ίδια λέξη: «φωτιά-φωτιά» και στο τέλος πλακώνει η πυροσβεστική; Άσε που η μελωδία είναι κλεμμένη από τους ramones. Somebody put something in my dream, όπως το παράκουγε λέει στα νιάτα του στην πρώτη ο ελευθεράτος, που του άρεσε πολύ έτσι ο στίχος και άργησε αρκετά να καταλάβει το λάθος του.


Η μουσική υπάρχει –ή γίνεται αισθητή δια της απουσίας της- στο λόγο μας, τις κινήσεις μας, στον αθλητισμό, στον τρόπο που λειτουργούμε γενικότερα. Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ρυθμό, τα (μουσικά) κλειδιά του, τα δικά του κρουστά στο στήθος του (εσωτερικά κι εξωτερικά), θέλει το χρόνο, τις παύσεις του, την κατάλληλη εισαγωγή και τις γέφυρες με άλλα ρεφρέν-άτομα. Τις στιγμές που σολάρει κάτω από τον προβολέα ή μένει δεύτερη φωνή στο βάθος, που βγάζει τις πιο δύσκολες συγχορδίες ή μοιάζει με ξεκούρδιστη κιθάρα. Μπορεί να κουμπώσει σε μια παρέα και να γίνει το πρώτο βιολί της ορχήστρας ή να μοιάζει παραφωνία σκέτη σε ένα περιβάλλον που δεν του ταιριάζει.

Η μουσική εξημερώνει τα ήθη, τα ανθρώπινα πάθη και τα ζώα ενίοτε. Και αντιστρόφως μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να τραγουδούν σα σκυλιά και τα κανονικά σκυλιά (τα εκτός πίστας) να αλυχτούν με φάλτσο παράπονο από τη φασαρία. Γιατί η ελευθερία είναι συνήθως άγρια και η εξημέρωση έρχεται και ως μια μορφή σκλαβιάς, αν το δεις από τη σκοπιά του ζώου και της αρκούδας που χορεύει στο ρυθμό που της κρατάει το ντέφι του αφεντικού της.

Η μουσική, όπως ακριβώς ο άνθρωπος, είναι ένα γαϊτανάκι φυλών και διαφορετικών σχολών χωρίς σύνορα, όπου δεν έχει θέση ο ρατσισμός απέναντι σε κανένα είδος της και συνήθως οι πιο ωραίες συνθέσεις είναι οι «μιγάδικες» που παντρεύουν πολλά στοιχεία, αρκεί να μην περάσεις τα λεπτή, διαχωριστική γραμμή με το μεταμοντέρνο χυλό, που θέλει να τα έχει καλά με όλους και να παίρνει λίγο απ’ όλα, για να καταλήξει πολύ από τίποτα, ένα (πολύ) τίποτα που γεμίζει με το κενό του τα αυτιά και τα κακοποιεί.

Κι επειδή στο τέλος της ιστορίας, ο κακοφωνίξ είναι πάντα δεμένος και φιμωμένος (άρα ακίνδυνος) στο δέντρο, και δε νομίζω πως έχω κάποιο καλό ριφάκι ή ένα κύκνειο άσμα για εντυπωσιακό φινάλε και έξοδο, θα το κάνω απότομα, χωρίς επίσημες νότες και διαβουλεύσεις.

Finitο la musica.