Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξυλούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ξυλούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Έβαλε ο θεός σημάδι

Αναδημοσίευση από Ατέχνως



Σαν σήμερα, πριν 35 χρόνια, έβαλε ο θεός σημάδι τη μεγαλύτερη και πιο χαρακτηριστική συνάμα φωνή του ελληνικού πενταγράμμου: το Νίκο Ξυλούρη.



Ένα χρόνο μετά, την ίδια μέρα, λάμβανε χώρα η μεγαλύτερη τραγωδία στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, με τους 21 νεκρούς της Θύρας 7, αμέσως μετά το θριαμβευτικό 6-0 της ομάδας τους επί της ΑΕΚ για το πρωτάθλημα. Έβαλε ο θεός σημάδι… τα παιδιά του Πειραιά. Που έτρεχαν βιαστικά να προλάβουν να αποθεώσουν τα ινδάλματά τους και συνωστίστηκαν -όπως θα έλεγε και μία ιστορικός- στην έξοδο, όπου βρήκαν τραγικό θάνατο, πλακώνοντας ο ένας τον άλλο με το βάρος του σώματός τους. Κραυγές, απόγνωση, θρήνος, ασφυξία –και για όσους έμειναν πίσω να το θυμούνται.

Το 81’ και τα χρόνια που ακολούθησαν δε συνδέονται στις ιστορικές μνήμες μόνο με το φαινόμενο ΠΑΣΟΚ. Λίγους μήνες πριν την Αλλαγή, που ήδη κυοφορούνταν, η τραγωδία στο Καραϊσκάκη «εγκαινίασε» μια δεκαετία που σημαδεύτηκε από πολύνεκρα, γηπεδικά δυστυχήματα (Χέιζελ, Χίλσμπορο) ή επεισόδια. Αλλά και από τη διάψευση των ιδανικών για μια ριζική αλλαγή, που θα δικαίωνε τους μεγάλους αγώνες του λαού μας (ΕΑΜ, ΔΣΕ, Ιουλιανά, Πολυτεχνείο). Όσο μακάβριος και αν φαίνεται ο παραλληλισμός, ο ενθουσιασμός στις μαζικές εκλογικές συγκεντρώσεις του Ανδρέα –εκεί να δεις συνωστισμός…- και οι μεγάλες προσδοκίες για την αλλαγή που έρχεται (τώρα τη λένε ελπίδα) είχε παρόμοια κατάληξη με την χαρά των φίλων του Ολυμπιακού εκείνο το μοιραίο απόγευμα.

Έκτοτε, από τα χρόνια της Αλλαγής, έχουν αλλάξει πολλά χωρίς να αλλάξει τίποτα. Στα γήπεδα η Ελλάδα (εξακολουθεί να) αναστενάζει, αλλά προτιμά πια τη ζεστασιά της ψυχρής οθόνης από την κερκίδα, με το τσουχτερό εισιτήριο.
Τα γήπεδα είναι πιο ασφαλή, με προδιαγραφές, για να τα χαίρονται οι ανώνυμες εταιρίες και οι ιδιώτες –η έξωση του στίβου, του Εθνικού κ.ά. από το Καραϊσκάκη είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Θατσερική Αγγλία έδιωξε τους χούλιγκαν από τα γήπεδα, αλλά τους άφησε να εκτονώνονται οπουδήποτε αλλού μακριά από την εύθραυστη βιτρίνα του προϊόντος της, που χρήζει προσοχής και προστασίας.
Κι η εν Ελλάδι Αλλαγή βαφτίστηκε ελπίδα, και την περιμένουμε χρόνια να φανεί, σαν τον Γκοντώ, που τελικά δεν εμφανίζεται ποτέ.

Το βασικό είναι να μάθουμε να αξιοποιούμε την πείρα μας, για να μη ζούμε από την αρχή τη μέρα της μαρμότας. Για τις τραγωδίες που «μας βρίσκουν» δε φταίει γενικά κι αόριστα η ανευθυνότητα κι η προχειρότητα, ή ο θεός που μας μισεί (μα πάνω απ’ όλα το κρασί) και μας… έβαλε σημάδι. Η άρπα κόλα και το «σημάδι» έχουν ονοματεπώνυμα και συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο που τα γεννάν και τα υπηρετούν. Κι η μεγαλύτερη τραγωδία για ένα λαό είναι να μη μαθαίνει από τα λάθη του, και να τα επαναλαμβάνει, περιμένοντας να βγει απ’ αυτά διαφορετικό αποτέλεσμα στο τέλος.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Το Μεγάλο μας Τσίρκο

Την περασμένη παρασκευή έκλεισαν δυο χρόνια από το θάνατο του ιάκωβου καμπανέλλη. Και το χειρότερο ίσως είναι πως οι περισσότεροι το είχαν πληροφορηθεί (πρόωρα) ή το έχουν συνδέσει με το ανόητο τηλεοπτικό δίδυμο του μέγκα, που είχε βιαστεί να τον ξεκάνει πριν την ώρα του, ενώ ακόμα νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση. Και τελικά δικαιώθηκαν λίγες μέρες αργότερα, στην κορυφαία αποκλειστική είδηση της καριέρας τους, που τους συνοδεύει έκτοτε ως παράσημο –αλλά κανείς μάλλον δε θα σκεφτόταν να ξαλαφρώσει στην είσοδο των γραφείων τους για αυτό το λόγο.

Πιθανότατα δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να τιμηθεί η μνήμη του καμπανέλλη από τη φετινή περιοδεία του κθβε που ανέβασε φέτος το μεγάλο μας τσίρκο σχεδόν σε κάθε γωνιά της ελλάδας, για πρώτη φορά μετά το 73’. Κάποιες παραστάσεις μάλιστα, με την παρουσία και του ξαρχάκου, διαφημίστηκαν ως συναυλίες του συνθέτη κι είχαν ξεπουλήσει μέρες πριν, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία.

Αυτός ο φόρος τιμής όμως ήταν αντάξιος της εποχής μας μάλλον, παρά του καμπανέλλη. Και δεν εννοώ ειδικά τους συντελεστές και τους ηθοποιούς της παράστασης, όπου οι άμεσες συγκρίσεις με τους αξεπέραστους προκατόχους τους θα ήταν λίγο άδικες –αν και στην πιο δύσκολη σύγκριση, ο «αντικαταστάτης» του ξυλούρη δεν ήταν καθόλου κακός. Αλλά συνολικά τη μεταφορά του έργου στο παρόν, που δε σεβάστηκε αρκετές σκηνές του και πρωτίστως το γενικό πολιτικό πνεύμα του.

Δε μπορείς πχ σε ένα τέτοιο πολιτικό έργο να παρεμβάλεις σαχλές ατάκες και εύκολα απολίτικα αστεία του στιλ: αν ήμουν πρωθυπουργός, θα με χειροκροτούσατε όλοι. Δεν είναι δυνατόν το έργο να σατιρίζει καυστικά την ελληνική βλαχοαστική τάξη κι εσύ να βάζεις έναν κλασικό εκπρόσωπό της, όπως ο βενιζέλος, στον επιτάφιο για την καταστροφή στη μικρασία και (όχι απλά να τον βγάζεις λάδι, αλλά) να τον εκθειάζεις σα μεγάλο οραματιστή: ήθελε να μας πάει πολύ μακριά. Ίσως πιο μακριά απ’ όσο έπρεπε. Δε μπορεί να παραλείπεις βασικές σκηνές του έργου και να κάνεις διάφορες άλλες λαθροχειρίες, όπως σημειώνει πολύ εύστοχα κι ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο στον κυριακάτικο ρίζο.

Καταλαβαίνω απολύτως πως δε γίνεται να αναβιώσει τεχνητά το έντονα φορτισμένο κλίμα, η σημασία κι η συγκίνηση των αυθεντικών παραστάσεων, που ανέβαιναν στα χρόνια της χούντας, λίγους μήνες πριν το πολυτεχνείο, κι είχαν να σπάσουν τη λογοκρισία που επέβαλε το καθεστώς και το κλίμα τρομοκρατίας που καλλιεργούσε –και δεν έμενε μόνο στην καλλιέργεια. Αλλά να πεις πως δεν υπάρχουν στο έργο μηνύματα και σημεία για να πιαστείς και να κάνεις τη σύνδεση με το σήμερα… Όρεξη να έχεις να μετράς.

Η επιτροπή οικονομικού ελέγχου που επιβλήθηκε μετά τον πόλεμο με την τουρκία, στα 1897. Οι μακεδόνες στρατιώτες του φίλιππου με συμπεριφορά και νοημοσύνη χρυσαυγίτη. Ο σπαρταριστός διάλογος για τους έλληνες που ζητούσαν σύνταγμα την 3η σεπτέμβρη: «-Αποφασίζουμε να έχουν;
-Εάν εμποδίσουμε να έχουν, υπάρχει κίνδυνος να έχουν! Ο μόνος τρόπος να μην έχουν, είναι να αφήσουμε να έχουν. Το διαχρονικό τραγούδι «λαέ μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι». Και το αισιόδοξο μήνυμα στο τέλος πως κάτι γίνεται, για τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Όλα αυτά δείχνουν την αξία και τη μεγάλη δύναμη του έργου του καμπανέλλη. Δείχνουν όμως και κάτι ακόμα· τη φτώχια και την παρακμή της σημερινής καλλιτεχνικής δημιουργίας, που έχει γίνει η ίδια ένα μεγάλο τσίρκο διασκέδασης, χωρίς αγκυλώσεις, κομματικά καπέλα και πολιτικό στίγμα. Κι ενώ το μεγάλο μας τσίρκο κατάφερε να περάσει τέτοια μηνύματα με χιλιάδες περιορισμούς και προφυλάξεις, η σημερινή «ελεύθερη τέχνη» είναι δεμένη με άπειρα αόρατα δεσμά, ιδεολογικούς μηχανισμούς και οικονομικά συμφέροντα, και δεν κάνει τίποτα πέραν της ομφαλοσκόπησης και της «εσωτερικής αναζήτησης στον εαυτό μας». Η έμμεση αστυνόμευση της σκέψης είναι πολύ πιο αποτελεσματική απ’ την άμεση καταστολή των επικίνδυνων παραστάσεων. Κι αυτή είναι η βασική διαφορά της καλύτερης δημοκρατίας που είχαμε ποτέ, από την περίοδο της επταετίας.

Ποιος φτωχαίνει λοιπόν το περιεχόμενο και τον ορίζοντα της τέχνης; Η στρατευμένη τέχνη που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον σε μια πραγματικότητα που κινείται κι αλλάζει αδιάκοπα; Ή μήπως αυτή που τον βλέπει ως σκέτο ζώο χωρίς καμία πολιτική ιδιότητα και αδυνατεί να δώσει –όχι την προοπτική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αλλά έστω- κάτι δυνατό και αυθεντικό, να πει μια απλή αλήθεια για τη ζωή κι όσα μας απασχολούν;

Κι ετυμολογικά να το πάρουμε, ο καλλιτέχνης ψυχαγωγός οδηγεί (άγει) την ψυχή του ανθρώπου (αν και είναι ζήτημα κατά πόσο έχει απασχολήσει η ετυμολογία της λέξης όσους φρίττουν με τον ζντανοφισμό και το σταλινικό ορισμό για τους λογοτέχνες που είναι αρχιτέκτονες της ψυχής). Πώς θα το κάνει αυτό όμως αν δεν έχει πολιτικό μπούσουλα; Και πώς θα εκπαιδεύσει το κοινό, που θα ακούσει στην παράσταση το «λαέ μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι» αλλά την επομένη θα δει τα δελτία ειδήσεων και θα πειστεί πως «φταίμε κι εμείς, γιατί το ‘χαμε παρακάνει με την άνετη και σπάταλη καλοζωία μας»;

Σε αυτό έρχεται να βοηθήσει η τεχνική της αποστασιοποίησης που βγάζει το θεατή από το ρόλο του παθητικού δέκτη και τον καλεί να σκεφτεί και να αφομοιώσει την παράσταση, να γίνει ενεργός συμμέτοχος σε όσα βλέπει και ακούει. Όπως έκαναν δηλ κι οι ηθοποιοί της παράστασης, την πρώτη φορά που ανέβηκε το έργο στη θεσσαλονίκη, στο αλεξάνδρειο μέλαθρο, όπου έβγαιναν στα διαζώματα μεταξύ των κερκίδων και κινούνταν ανάμεσα στους θεατές, που ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα.

Έτσι τα διηγούνται τουλάχιστον κάποιοι παλιότεροι που είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν ζωντανά την πρώτη εκτέλεση της παράστασης –πριν την εκτελέσουν στη σύγχρονη εκδοχή της. Κι εξ αυτών έσπευσαν οι περισσότεροι να την ξαναδούν –όπως έλεγαν- όχι για να θυμηθούν τα νιάτα τους, αλλά για να δουν επιτέλους πώς τελειώνει, χωρίς να πλακώσουν οι μπασκίνες να τη διακόψουν.

Κράτησα για το τέλος έναν πιο ιντριγκαδόρικο συνειρμό με κάποιες παρενθετικές προεκτάσεις για το πολιτικό μήνυμα του μεγάλου μας τσίρκου που κάνει μια αναδρομή στην κωμικοτραγική ιστορία του νεοελληνικού κράτους (όπως θα την έλεγε κι ο ραφαηλίδης) και στηλιτεύει την εξάρτηση και το ρόλο των μεγάλων δυνάμεων.

Αν λοιπόν ο καμπανελλης ήταν η αντιιμπεριαλιστική γραμμή του 15ου συνεδρίου, η ρωμιοσύνη του ρίτσου παραπέμπει περισσότερο στο 10ο συνέδριο του 78’, ενώ το 19ο συνέδριο είναι το βαρναλικό φως που καίει και τα έργα του μπρεχτ –όλα αυτά βεβαίως κάπως σχηματικά και σα γενικές αφαιρέσεις, που δεν πρέπει να παίρνονται τοις μετρητοίς.

Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί σε κάποιος αρέσει ο ένας ποιητής-συγγραφέας κι όχι ο άλλος. Και πιστοποιεί πως το κόμμα είναι ζωντανός οργανισμός που ωριμάζει κι εξελίσσεται, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, και πως δεν έλεγε πάντα τα ίδια. Αν πάντως κάποιοι επιμένουν (στον προσυνεδριακό –που ολοκληρώθηκε μάλλον σήμερα- ή και γενικότερα) να τονίζουν τις διαφορές, υπάρχει παράλληλα ένα κόκκινο νήμα που διαπερνά όλες τις περιόδους του κόμματος κι όλους τους στρατευμένους καλλιτέχνες. Το οποίο είναι ανθεκτικό και παντός καιρού, όσο κι αν κάποιοι θα ήθελαν να το δουν να φθείρεται και να σπάει. Κι αυτό πρέπει να το πάρουν υπ' όψιν τους εξίσου όσοι συμφωνούν κι όσοι διαφωνούν.