Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομεπ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομεπ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Αλτουσεριανές περιπέτειες του Κεφαλαίου στην Ελλάδα

Ο τίτλος παραφράζει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο τρέχον τεύχος της ΚΟΜΕΠ, που έχει κι άλλα ενδιαφέροντα κείμενα. Αλλά αυτό του Γιώργου Μαγγανά, ξεχωρίζει -τουλάχιστον για το δικό μου κριτήριο- για το θέμα του, το γλαφυρό ύφος του με την ανεπαίσθητη ειρωνεία που συνδυάζει και την ουσία, και βασικά για το περιεχόμενό του. Καταπιάνεται με το πρόσφατο συνέδριο που διοργάνωσαν οι Θέσεις και το ίδρυμα "Ρόζα Λούξεμπουργκ" (όνομα και μη πράγμα) για τα 150 χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου του Μαρξ. Και κάνει μια πολυδιάστατη κριτική που πιάνει πολλές πτυχές, από τις υποτιμητικές αναφορές στο ρόλο του Ένγκελς στο δεύτερο και τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, μέχρι την αμφισβήτηση της μεταφραστικής δουλειάς του Παναγιώτη Μαυρομάτη.

Εδώ η κε του μπλοκ επιλέγει να αντιγράψει ένα υποκεφάλαιο που αφορά τον πυρήνα της αλτουσεριανής αντίληψης για το Μαρξ και μιας σειράς λανθασμένων συμπερασμάτων και εκτιμήσεων, που απορρέουν από αυτήν. Το υποκεφάλαιο αυτό δεν είναι ακριβώς αυτοτελές, έτσι φροντίζω να υπάρχουν συμπληρωματικές σημειώσεις σε κάποια σημεία, για να διευκρινίζεται το νόημα. Πχ οι ΑΑ, που θα βρείτε παρακάτω δεν είναι "ανώνυμοι αλκοολικοί" αλλά οι αλτουσεριανοί "άλλοι αναγνώστες" του Κεφαλαίου και του έργου του Μαρξ. Σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμο και απαραίτητο να διαβαστεί όλο το άρθρο (και το τεύχος συνολικά δηλαδή) και η αναδημοσίευση των αποσπασμάτων εδώ έχει ως σκοπό να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να παρακινήσει τον αναγνώστη να προμηθευτεί το τεύχος και να το μελετήσει.

Καλή ανάγνωση.


Στο θεωρητικό πυρήνα της προβληματικής, και παρά κάποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις, βρίσκεται η κληρονομιά της αλτουσεριανής σχολής, που διαμορφώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ορισμένα κεντρικά στοιχεία της εξαιρετικά σύνθετης εκείνης περιόδου ήταν: Η οξύτατη αντιπαράθεση των δύο κοινωνικοοικονομικών συστημάτων, με τις συνεχείς επιτυχίες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, με τις ΗΠΑ, ως ηγετική δύναμη του ιμπεριαλισμού, να στηρίζουν και να εγκαθιδρύουν στρατιωτικές δικτατορίες, να επεμβαίνουν στρατιωτικά σε σειρά χωρών, να εφαρμόζουν ρατσιστική και αντικομμουνιστική πολιτική στο εσωτερικό τους και να απειλούν με θερμοπυρηνικό ολοκαύτωμα την ανθρωπότητα. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον οπορτουνισμό στο κομμουνιστικό κίνημα των καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης και στην οπορτουνιστική στροφή στο ΚΚΣΕ μετά από το 20ό Συνέδριό του, η κυριαρχία της γραμμής περί "ειρηνικής συνύπαρξης" και "κοινοβουλευτικού δρόμου προς το σοσιαλισμό", που υιοθετήθηκε από κομμουνιστικά κόμματα, περιλαμβανομένου και το ΚΚ Γαλλίας. Η διάσπαση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και οι ελπίδες που έτρεφαν τμήματα του κινήματος και της διανόησης στην εξέλιξη του σοσιαλισμού στην Κίνα, πριν εκδηλωθούν και γίνουν γνωστά τα ολέθρια κατορθώματα των χουβεϊμπίν της Πολιτιστικής Επανάστασης, που επισφραγίστηκε με τη χειραψία Μάο-Νίξον στο Πεκίνο το 1972, ενώ σοβούσε ο Ψυχρός Πόλεμος.

Ειδικότερα στη Γαλλία βρισκόταν σε εξέλιξη μια επίθεση στο μαρξισμό από το εσωτερικό του Κόμματος, με κύριο εκφραστή τον Ρ. Γκαροντί. Ο Λουί Αλτουσέρ και η ομάδα διανοούμενων που συσπειρώθηκε γύρω του παρουσίασε ένα δικό του θεωρητικό σχήμα, για να τοποθετηθεί απέναντι τόσο στα καλέσματα για συγκερασμό του μαρξισμού με το χριστιανικό ανθρωπισμό και στις υπαρξιστικές περιπλανήσεις, όσο (αν και τότε αυτό δηλωνόταν δειλά, σαν διόρθωση των "στρεβλώσεων της προσωπολατρίας") και στο "δογματικό σταλινικό μαρξισμό", ώστε "να λυγίσει το ραβδί από την άλλη για να το ισιώσει". Γράφτηκαν βιβλία, με πρώτα και γνωστότερα το "Για το Μαρξ" του Αλτουσέρ και το συλλογικό "Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο" των Αλτουσέρ, Μπαλιμπάρ, Εσταμπλέ, Μασερέ και Ρανσιέρ.

Από τα έργα αυτά, και αρκετά που ακολούθησαν, έλκει την καταγωγή της και η σύγχρονη αλτουσεριανής κατεύθυνσης σκέψη, που κυριάρχησε στο Συνέδριο (σ.σ.: για τα 150 χρόνια από την κυκλοφορία του Κεφαλαίου).

Το συγκεκριμένο ρεύμα αυτοκαθορίζεται αρνητικά, ως αυτό που δεν είναι και ως αυτό προς το οποίο αντιτίθεται. Ένα παράδειγμα μας δίνει η αναφορά Π. Σωτήρη στη "μη οικονομίστικη, αντιανθρωπιστική, αντιτελολογική, αντιμεταφυσική θεωρία". Σε άλλες αναφορές τα "μη" και τα "αντί" μπορεί να διαφοροποιούνται και να εμπλουτίζονται ή και να αλλάζουν θέση σε σχέση με το δεύτερο συνδετικό ή το κατηγόρημα. Έτσι, μπορεί να κατασκευαστεί ένας μικρός πίνακας με δύο στήλες -"μη" και "αντί" και όσες γραμμές μπορεί να χρειάζονται για τους κατάλληλους σε κάθε περίσταση συνδυασμούς (μονόπλευρη, μονολιθική, ντετερμινιστική κλπ). Στη συνέχεια θα γίνει, ελπίζουμε, σαφές γιατί το ρεύμα αυτό περιορίστηκε σε αυτόν το θεολογικού τύπου αυτοπροσδιορισμό τού τι δεν είναι, χωρίς να δίνει ένα σαφή θετικό ορισμό της ιδιαιτερότητάς του.

Οι προτάσεις του αλτουσεριανού ρεύματος απορρίπτουν συλλήβδην το νόημα του μαρξισμού ως συνεκτικής θεωρίας για τους νόμους της κίνησης της φύσης και της κοινωνίας. Ο διαλεκτικός υλισμός βαφτίζεται απαξιωτικά "χεγκελιανισμός", η θεωρία της αξίας στηλιτεύεται ως "ρικαρδιανισμός", ο ιστορισμός του μαρξισμού καταδικάζεται ως "τελεολογία' και ο βαθύς ουμανισμός του ως "μεταφυσική". Το ίδιο το έργο των κλασικών του μαρξισμού διασπάται και διαχωρίζεται σε περιόδους και κατά συγγραφείς, όχι για να αναδειχτεί η εξέλιξη, η ωρίμανση, η συνέχεια και τα άλματα στην αποκάλυψη της αλήθειας, η κοινή προσπάθεια και η όσμωση των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς στο δοσμένο κοινωνικό περιβάλλον της εποχής, αλλά για να απομονωθούν και να αναδειχτούν φράσεις, σκέψεις, που, όταν δεν ανήκουν στον ίδιο το Μαρξ, συχνά λοιδορούνται. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται και αντιπαραβάλλονται αποσπάσματα από κείμενα του Μαρξ, που έχουν υποστεί επιμέλεια, με προγενέστερα χειρόγραφα, που συχνά περιέχουν σκέψεις εργασίας και υποθέσεις που ξεπεράστηκαν και αφέθηκαν αδημοσίευτες από τον ίδιο. Έτσι, το "Κεφάλαιο" είναι αυτό που είναι, γιατί είναι "ανολοκλήρωτο".

Για να θεμελιωθούν τα παραπάνω διατυπώνονται, τις περισσότερες φορές με αποφατικό τρόπο, "ορθές ερμηνείες" όσων αναλύει ο Μαρξ.

Η αξία και η υπεραξία είναι μη μετρήσιμα μεγέθη, είναι "αντίληψη" για την οποία "έχουμε πειστεί μέσω της μυστικοποίησης", έννοιες που ανήκουν στη σφαίρα των ιδεών ή, καλύτερα, της φαντασιακής πρόσληψης της πραγματικότητας, που κατά τους ΑΑ είναι η ιδεολογία -κάθε ιδεολογία. "Συνεπώς", με την εμφάνιση του εμπορεύματος και -ταυτόχρονα- του χρήματος γίνεται πλέον λόγος για καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και για το βαθμό ανάπτυξής του στους αιώνες των αιώνων.

Η διαδοχή των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών απορρίπτεται, "άρα" η γενίκευση της εμπορευματικής σχέσης και η επικράτηση του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού είναι θέμα "τυχαιότητας", τρόπου και στιγμής "συνάντησης" του δυνάμει εργάτη -προγραμμένου προλετάριου με το προαιώνιο κεφάλαιο, διαδικασία που, κατ' αυτόν τον τρόπο, υποτίθεται πως περιγράφει ο Μαρξ στο 24ο κεφάλαιο για τη "λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση". Ο καπιταλισμός δεν αποτελεί ιστορικό, δηλαδή παροδικό, στάδιο της εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά αποτέλεσμα σύμπτωσης πληθώρας προϋπαρχουσών περιστάσεων, που επέτρεψαν τη συγκεκριμένη διάταξη των δομών που ονομάζεται "καπιταλισμός".

Αντίστοιχα, οι σχέσεις ιδιοκτησίας δεν μπορούν να εξετάζονται ως κομβικό ζήτημα των σχέσεων παραγωγής, γιατί υπεισέρχεται το ζήτημα της κατοχής των μέσων παραγωγής, όπως για παράδειγμα στην κλασική δουλοκτητική κοινωνία, όπου, "σύμφωνα με τον Άντερσον, οι δούλοι κατείχαν τα μέσα παραγωγής στην ύπαιθρο, ενώ οι δουλοκτήτες διαβίωναν στο άστυ, απολαμβάνοντας το υπερπροϊόν" (εισήγηση Γ. Μηλιού). Το ζήτημα της κατοχής των μέσων παραγωγής αφορά την εσωτερική αναγκαιότητα αναπαραγωγής του τρόπου παραγωγής. Όσο ο τελευταίος εξελίσσεται, εξελίσσονται και οι θεσμικές μορφές της ιδιοκτησίας, που εκφράζουν στο εποικοδόμημα τις οικονομικές σχέσεις και, προφανώς, το περιεχόμενο των σχέσεων - η κατοχή των μέσων παραγωγής δεν ταυτίζεται με τη μορφή που παίρνει στη συνείδηση. Ο εργάτης-ιδιοκτήτης μετοχών του εργοστασίου όπου δουλεύει δεν κατέχει τον τόρνο πάνω στον οποίο μόνο αυτός εργάζεται, γιατί δε νέμεται το προϊόν της εργασίας του που πραγματοποιείται πάνω σε αυτόν τον τόρνο. Το πρόβλημα συνίσταται στην αναγκαία μορφή "συνάντησης" εργάτη - μέσων παραγωγής, που επιβάλλει τη συγκεκριμένη θεσμική μορφή και όχι το αντίστροφο. Αν εκεί αποσκοπεί η αναφορά, τότε έχει σίγουρα θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον, που ξεφεύγει από τα όρια της νομικής επιστήμης.

Σε ό,τι αφορά τους δούλους, θα σημειώναμε μια ανακρίβεια της παραπάνω διατύπωσης: Οι δούλοι ούτε κατείχαν, ούτε νέμονταν τίποτα, και αυτό ισχύει στο μέγιστο βαθμό εάν γίνει λόγος για τη γη, που στη δουλοκτησία ήταν το βασικό μέσο παραγωγής. Πώς θα μπορούσαν οι δούλοι να "κατέχουν τις τσέπες τους" ή μέρος του προϊόντος, όταν δεν κατείχαν τα ίδια τους τα χέρια; Θα μπορούσαμε κατ'α αναλογία να πούμε ότι τα ζώα εργασίας κατέχουν τις οπλές τους. Μια τέτοια πραγματιστική-τεχνολογική αντιμετώπιση των εργαλείων, των μέσων παραγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Έτσι, όταν ο Μαρξ μιλά για ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έρχονται σε σύγκρουση με τις σχέσεις παραγωγής, γίνεται "οικονομιστής" και, όταν μιλά για διαδοχή σχηματισμών, γίνεται ιστορικιστής και τελεολόγος, δηλαδή μεταφυσικός, και στους ΑΑ που το αποκάλυψαν λαχαίνει ο κλήρος να ξαναγράψουν το "Κεφάλαιο" ή "κάτι παρόμοιο", που θα παίρνει, επιτέλους, υπόψη τις ανάγκες των εργατών και, ιδιαίτερα των γυναικών, παιδιών και λοιπών "απόντων" από τις σελίδες του πρωτότυπου έργου.

Και αυτοί οι ισχυρισμοί προβάλλονται, όταν οι Μαρξ και Ένγκελς από κοινού είχαν, από το 1846 ήδη, ξεκαθαρίσει τη θέση τους: "Η Ιστορία είναι απλώς η διαδοχή ξεχωριστών γενιών, που καθεμιά τους εκμεταλλεύεται τα υλικά, τα κεφάλαια, τις παραγωγικές δυνάμεις που της παραδόθηκαν απ' όλες τις προηγούμενες γενιές, και έτσι από τη μια μεριά συνεχίζει την παραδοσιακή δραστηριότητα μέσα σε τελείως αλλαγμένες συνθήκες και, από την άλλη, μεταβάλλει τις παλιές περιστάσεις με μια τελείως αλλαγμένη δραστηριότητα. Αυτό μπορεί να διαστρεβλωθεί θεωρητικά έτσι, που η κατοπινή ιστορία να γίνεται ο σκοπός της προηγούμενης ιστορίας... ενώ αυτό που σημαίνουν οι λέξεις "προορισμός", "σκοπός", "σπέρμα" ή "ιδέα" της παλιότερης ιστορίας δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αφαίρεση δημιουργημένη από την κατοπινή ιστορία, μια αφαίρεση της δραστήριας επίδρασης, που η παλιότερη ιστορία ασκεί πάνω στην κατοπινή ιστορία".

Οι "απορίες" (σ.σ.: αδιέξοδα) στο "Κεφάλαιο" του Μαρξ οφείλονται στις χεγκελιανές επιρροές στο έργο του. Αυτό το θέμα το ανέδειξε ο Αλτουσέρ και από τότε αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς για όσους ακολουθούν τη σκέψη του. Ένα ενδιαφέρον σχετικό σημείο είναι ότι ο ίδιος ο Αλτουσέρ, στο "Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο", ονοματίζει δύο εξέχοντες Σοβιετικούς φιλοσόφους, το Ρόζενταλ και τον Ιλιένκοφ, χωρίς να αναφέρεται σε συμπεράσματα των μελετών τους (πέρα από μια ασαφή αναφορά στις "κακές αφαιρέσεις"). Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι μια τόσο φτωχή αναφορά (αν όχι γνώση) του θεωρητικού έργου της σοβιετικής επιστήμης είναι αρκετή για μια "κριτική του σταλινισμού" σε επίπεδο θεωρίας, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι δε θίγονται, ούτε βέβαια αντικρούονται τα επιχειρήματα πλειάδας φιλοσόφων για τη μέθοδο, τη συνοχή, τη σημασία και τα συμπεράσματα του "Κεφαλαίου". (Δεν αναφέρεται για παράδειγμα το έργο Νταβίντ Ρόζενμπεργκ "Σχόλια στο Κεφάλαιο του Μαρξ" που με πολυάριθμες εκδόσεις αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο αναφοράς για τους μελετητές του "Κεφαλαίου" στην ΕΣΣΔ και πολλές ακόμα χώρες).

Αντίθετα, ο Αλτουσέρ, στην απολύτως διδακτική συνέντεξή του "Μια φιλοσοφία για το μαρξισμό: Η γραμμή του Δημοκρίτου", που αποφύγαμε επιμελώς να προτάξουμε, γιατί κάθε δικό μας επιχείρημα θα περίττευε, σημειώνει: "Ήθελα να παρέμβω στη Γαλλία, στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου ήμουν μέλος από το 1948, για να αγωνιστώ εναντίον του θριαμβεύοντος τότε σταλινισμού και των καταστροφικών του συνεπειών στην πολιτική του κόμματός μου. Τότε λοιπόν, δεν είχα άλλη επιλογή: Αν είχα μια δημόσια παρέμβαση στην πολιτική του Κόμματος, το οποίο αρνείτο να δημοσιεύσει ακόμα και τα φιλοσοφικά μου κείμενα (Για το Μαρξ), επειδή αυτά κρίνονταν αιρετικά και επικίνδυνα, τουλάχιστον μέχρι το 1970, θα είχα διαγραφεί και περιθωριοποιηθεί αμέσως, χωρίς δυνατότητα άσκησης καμιάς επιρροής στο Κόμμα... ήθελα να εγκαταλείψουμε τις αδιανόητες θέσεις του διαλεκτικού υλισμού, τη "diamat", που κυριαρχούσε ως απόλυτος άρχων σε όλα τα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα.. θεωρούσα επιτακτικό να παραιτηθούμε από τον υλιστικό μονισμό και τους παγκόσμιους διαλεκτικούς νόμους του: Μια ολέθρια μεταφυσική σύλληψη της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, που είχε υποκαταστήσει το "Πνεύμα" και την "Απόλυτη Ιδέα" του Χέγκελ με την "ύλη". Δε νομίζω ότι υπερβάλλουμε αν πούμε ότι η πολιτική στρατηγική του Στάλιν και όλη η τραγωδία του σταλινισμού θεμελιώθηκαν εν μέρει στο "διαλεκτικό υλισμό", το φιλοσοφικό τερατούργημα που αποσκοπούσε να δικαιώσει την εξουσία και να της προσφέρει μια θεωρητική εγγύηση, καθώς η εξουσία επιβαλλόταν στη διανόηση".

Και μετά από μια μικρή ιστορία κατασκοπίας, για το πώς τον παρακολουθούσαν οι νεολαίοι του Κόμματος, συνεχίζει: "Όσον αφορά εμάς, σκεφτήκαμε ότι δεν είχε προσωπική αντίληψη της φιλοσοφίας που ήταν παρούσα στην έρευνά του. Είναι αυτό που επιχειρήσαμε να κάνουμε, όταν προτείναμε να δώσουμε στο Μαρξ μια φιλοσοφία που θα επέτρεπε την κατανόησή του: Τη φιλοσοφία του "Κεφαλαίου", της οικονομικής, πολιτικής και ιστορικής του σκέψης. Στο σημείο αυτό, νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο χάσαμε το στόχο μας, στο βαθμό που δε δώσαμε στο Μαρξ τη φιλοσοφία που ταίριαζε καλύτερα στο έργο του. Του δώσαμε μια φιλοσοφία που χαρακτηριζόταν από την "ατμόσφαιρα της εποχής", μια ατμόσφαιρα μπασελαριανής (σ.σ.: Μπασελάρ, Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης, καθηγητής του εικοστού αιώνα) και στρουκτουραλιστικής έμπνευσης, η οποία, ακόμα και αν συνεκτιμά μια σειρά όψεων της σκέψης του Μαρξ, δε νομίζω ότι θα μπορούσε να αποκληθεί μαρξιστική φιλοσοφία. Είχαμε κατασκευάσει μια "φανταστική" φιλοσοφία για τον Μαρξ, μια φιλοσοφία που δεν υπήρχε στο έργο του -αν μείνει κανείς αυστηρά στο γράμμα των κειμένων του.

Στη συνέντευξή του ο Αλτουσέρ μας διαβεβαιώνει ότι: "Ο Μαρξ δε χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο 'διαλεκτικός υλισμός', αυτόν τον 'κίτρινο λογάριθμο', όπως του άρεσε να αποκαλεί τους θεωρητικούς παραλογισμούς. Αυτός που, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, βάπτισε το μαρξιστικό υλισμό με το όνομα του διαλεκτικού υλισμού ήταν βέβαια ο Ένγκελς. Ο Μαρξ δεν ευτύχησε να γράψει πάνω από μια εικοσαριά σελίδες για τη διαλεκτική. Ό,τι γνωρίζουμε σχετικά με τη θέση του Μαρξ για το ζήτημα (πέραν του διαλεκτικού παιγνιδιού των εννοιών της θεωρίας της εργασιακής αξίας) περιέχεται σ' αυτήν την ωραία φράση: Η διαλεκτική, η οποία τις περισσότερες φορές υπηρέτησε τις κατεστημένες εξουσίες, είναι επίσης κριτική και επαναστατική". Ωστόσο, η πρόταση σε εισαγωγικά δεν ανήκει στο Μαρξ, αλλά στη στρεβλή αντίληψη του Αλτουσέρ για το Μαρξ, που στην πραγματικότητα γράφει: "Με τη μυστικιστική της μορφή η διαλεκτική έγινε γερμανική μόδα, γιατί φαινόταν σα να εξυμνεί αυτό που υπάρχει. Με τη λογική της μορφή είναι για τους αστούς και για τους δογματικούς ιδεολόγους τους σκάνδαλο και φρίκη, γιατί στη θετική αντίληψη αυτού που υπάρχει, περικλείνει ταυτόχρονα και την αντίληψη της άρνησής του, του αναγκαίου αφανισμού του, γιατί αντιλαμβάνεται κάθε συντελεσμένη μορφή μέσα στη ροή της κίνησης, επομένως την αντιλαμβάνεται και από την παροδική της πλευρά, γιατί τίποτε δεν μπορεί να της επιβληθεί και γιατί στην ουσία της είναι κριτική και επαναστατική". Ο υλισμός, που, κατά τον Αλτουσέρ, ως όρος δε βρέθηκε ποτέ δίπλα με τη διαλεκτική, παύει, σύμφωνα με το Μαρξ, να είναι "αφηρημένα φυσικοεπιστημονικός υλισμός", γίνεται "η μοναδικά υλιστική και επομένως επιστημονική μέθοδος", όταν "δεν αποκλείει το ιστορικό προτσές" και "από τις κάθε φορά πραγματικές συνθήκες ζωής... συνάγει... τις μορφές τους".

Όπως σημειώνει ο Μ. Ρόζενταλ, τον οποίο ο Αλτουσέρ απλώς κατονομάζει, "πριν το Μαρξ, η υλιστική φιλοσοφία δεν μπορούσε να δώσει μια επιστημονική απάντηση στα ζητήματα αυτά (σ.σ.: της θεωρίας της γνώσης), εξαιτίας του μεταφυσικού χαρακτήρα της. Μονάχα η εφαρμογή του διαλεκτικού υλισμού μπόρεσε να δώσει στη γνωσιοθεωρία ένα πραγματικό επιστημονικό θεμέλιο". Και ο μη κατονομαζόμενος Ν. Ρόζενμπεργκ: "Ο Μαρξ δεν ήταν μόνο διαλεκτικός αλλά και υλιστής. Η μέθοδός του είναι η μέθοδος του διαλεκτικού υλισμού. Στο Μαρξ η διαλεκτική αποκτά ορθολογική έννοια ακριβώς επειδή γίνεται υλιστική".

Και ο Αλτουσέρ καταλήγει προτείνοντας το δικό του "κίτρινο λογάριθμο", έναν "υλισμό της συνάντησης, της τυχαιότητας (σ.σ.: δες και το σημείο για την εμφάνιση των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών), με δυο λόγια του στοχαστικού, ο οποίος αντιτίθεται ακόμα και στους υλισμούς που είναι αναγνωρισμένοι ως τέτοιοι, συμπεριλαμβανομένου αυτού που γενικά αποδίδεται στους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, ο οποίος, όπως κάθε υλισμός της ορθολογιστικής παράδοσης είναι ένας υλισμός της αναγκαιότητας και της τελεολογίας, δηλαδή μια μεταμφιεσμένη μορφή ιδεαλισμού".

Έτσι, ξεκαθαρίζεται ότι στη θέση του διαλεκτικού υλισμού μπαίνει ο στρουκτουραλισμός, στη θέση της θεωρίας της γνώσης ο θετικισμός της επιστημολογίας, στη θέση της αντανάκλασης "η κατασκευή εννοιών και η παραγωγή γνώσης", απωθώντας και φιλοδοξώντας να καταλάβει το χώρο του diamat, αφού "στη φιλοσοφία δεν υπάρχει κενός χώρος".

Αντί απάντησης, θα δανειστούμε έναν περιεκτικό χαρακτηρισμό της διαλεκτικής του Μαρξ, που ανήκει στο Σοβιετικό φιλόσοφο Βίκτορ Βαζιούλιν: "Η ριζική καινοτομία της λογικής του "Κεφαλαίου" έγκειται στην αποκάλυψη της λογικής της άρνησης του αντικειμένου από την ανάπτυξη αυτού του ίδιου του αντικειμένου. Από αυτή την προσέγγιση ολόκληρο το κεφάλαιο προβάλλει από τη σκοπιά της ωρίμανσης και απεικονίζεται με τις κατηγορίες της άμεσης γνώσης (της ποσότητας, της ποιότητας και του μέτρου)... Ο Μαρξ, σε αντιδιαστολή με το Χέγκελ, αποκαλύπτει τον ιστορικά παροδικό και ποιοτικά προσδιορισμένο χαρακτήρα της ουσίας του αντικειμένου, τον τρόπο με τον οποίο μια ορισμένη ουσία αναιρεί τον ίδιο τον εαυτό της... Κατ' αυτόν τον τρόπο, "η ανάπτυξη των αντιφάσεων μιας ιστορικής μορφής παραγωγής αποτελεί το μοναδικό ιστορικό δρόμο της διάλυσής της και του σχηματισμού μιας νέας". Αυτή είναι συνοπτικά η λογική της ωρίμανσης των αντικειμενικών όρων της σοσιαλιστικής επανάστασης".
(Β. Βαζιούλιν - Το πρόβλημα της αντίφασης στο Κεφάλαιο του Κ. Μαρξ. Βλέπε επίσης του ίδιου: "Το σύστημα της λογικής του Χέγκελ και το σύστημα λογικής στο Κεφάλαιο του Μαρξ" - Περιοδικό Επιστημονική Σκέψη).

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

Ζητήματα έρευνας στο Κόμμα

Σήμερα η κε του μπλοκ παίρνει το κυριακάτικο ρεπό της, αντιγράφοντας κι αναδημοσιεύοντας από το τρέχον τεύχος της ΚΟΜΕΠ μια παρέμβαση στον προσυνεδριακό διάλογο, όπου θα μπορούσα να προσυπογράψω το βασικό πυρήνα του προβληματισμού που βάζει κι αρκετά επιμέρους σημεία του.
Καλή ανάγνωση (και τροφή για σκέψη-προβληματισμό) και μην παρατήσετε την ανάρτηση πριν το τέλος της, γιατί έχει κι ενδιαφέρον υστερόγραφο.

* * *

Ολόκληρο το κείμενο των Θέσεων -κύρια το 40 Κεφάλαιο- διαπερνάται, ορθώς, από μια έντονη ανησυχία σχετικά με: την ανάπτυξη του επιπέδου διαλεκτικής υλιστικής σκέψης, αύξηση της γνώμης των εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο, ιδεολογική εμβάθυνση, γνώση νομοτελειών καπιταλιστικής οικονομίας, συμπερασμάτων σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, (Θέσεις 40, 45)... προσπάθεια για περισσότερο διάβασμα (41), ανάδειξη του ειδικού ρόλου των κομματικών εντύπων (48)...

Γνώμη μου είναι, πως για να γίνουμε πιο ικανοί στα παραπάνω, οφείλουμε να ξαναδούμε με μεγάλη προσοχή ζητήματα έρευνας τα οποία έχουμε αμελήσει. Στην εποχή μας, που ο αντίπαλος χρησιμοποιεί πάσης φύσεως εργαλεία για τη χειραγώγηση της εργατικής τάξης, το Κόμμα επιβάλλεται να αναπτύξει τις δικές του αντιστάσεις. Αναγκαία είναι η επανίδρυση ενός ερευνητικού κέντρου το οποίο, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, θα επιλύσει σωρεία αδυναμιών.

Διευκρινιστικά, το ΚΚΕ δεν είναι και ούτε πρόκειται να γίνει ερευνητικό κέντρο, καθώς η στοχοθεσία του είναι διαφορετική, αλλά επικουρικά, είναι επιβεβλημένο από τις συνθήκες. Οι σκοποί του και τα βασικά προβλήματα που θα κληθεί να επιλύσει είναι τα παρακάτω:

Καταρχάς, θα μπορέσει να συνδράμει στην επεξεργασία, εκλαΐκευση και απόδοση στο Κομματικό δυναμικό ζητημάτων του Προγράμματος (π.χ. αντικειμενικές - υποκειμενικές συνθήκες ταξικής σύγκρουσης, σχέση εγχώριου και διεθνούς συσχετισμού ταξικής πάλης -Θέσεις 43).

Ακόμη, θα μπορέσει να αναλύσει ζητήματα πολιτικής οικονομίας. Σε αυτόν τον τομέα θεωρώ πως πραγματικά είμαστε πίσω από τις εξελίξεις. Την ίδια στιγμή που τα αστικά κέντρα λήψης αποφάσεων, Ινστιτούτα και Πανεπιστήμια δίνουν τεράστια σημασία -και άπλετα κονδύλια- με σκοπό την έρευνα για την αύξηση της κερδοφορίας των καπιταλιστών αλλά και την όσο γίνεται μεγαλύτερη συνδρομή της εργατικής τάξης στο ξεπέρασμα της κρίσης, το Κόμμα οφείλει να προβάλλει τη δική του προσέγγιση, ακολουθώντας τη μαρξιστική πολιτική οικονομία. Έχουμε άραγε προχωρήσει σε βασικές αναλύσεις σχετικά με το θεμελιώδη μαρξιστικό νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους; (Αγωνιώδης υπήρξε η προσπάθεια του Κόμματος σ' αυτό το ζήτημα από τη δεκαετία του '40 - βλ. Πληθωρισμός και μεροκάματα ΚΟΜΕΠ 1947 (8): 347-351, Η καπιταλιστική εκμετάλλευση στην Ελλάδα, Βαθμός και μορφές, 1987, ΣΕ).

Τέτοιες αναλύσεις, θα βοηθήσουν το ίδιο το Κόμμα να προβάλλει με πολύ μεγαλύτερη τεκμηρίωση τις προτάσεις του, τόσο το ίδιο όσο και στο κίνημα. Για παράδειγμα, πώς θα τεκμηριώσουμε τη δική μας πρόταση σχετικά με τον κατώτατο μισθό, το επίπεδο φορολογίας, το ασφαλιστικό σύστημα; Πώς υποστηρίζουμε πως το ποσοστό κερδοφορίας κλάδου της ελληνικής οικονομίας κατά την πρόσφατη οικονομική κρίση δεν μειώθηκε ("Ρ" 24/11/2016, 11-14);

Παράλληλα, θα στηρίζει κύρια το ταξικό εργατικό κίνημα. Όσοι από μας έχουν επισκεφτεί τουλάχιστον μια ευρωπαϊκή χώρα, γνωρίζουν πως όλα τα Κόμματα και συνδικάτα έχουν το δικό τους επιστημονικό φορέα. Και αφού αυτά τα ξεπουλητάρια κάνουν τέτοιες κινήσεις με σκοπό τον εγκλωβισμό και τη χειραγώγηση, επιτρέπεται εμείς να μη δείχνουμε το δικό μας δρόμο; Αλήθεια, γιατί δίνουμε το δικαίωμα σε φορείς όπως το ΙΝΕΓΣΕΕ να ερευνούν εργατικά ζητήματα χωρίς να θίγουν τον πυρήνα των προβλημάτων και τα ιερά και τα όσια της ΕΕ, χωρίς αντίλογο;

Συνάμα, αναγκαίο είναι να πυκνώσουμε έναν ήδη επιτυχημένο τρόπο δράσης: ημερίδες, συνέδρια κ.α. Για παράδειγμα, στις ερχόμενες αγροτικές κινητοποιήσεις, καλή ιδέα θα ήταν να διοργανώσουμε σειρά παρεμβάσεων για το φλέγον ζήτημα της ΚΑΠ. Θετική είναι η πείρα από αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο παρελθόν (βλ. Για την αγροτική νεολαία, υλικά του διήμερου Μάης '86-Τρίκαλα: Ενάντια στα μονοπώλια και στην ΕΟΚ... Οδηγητής, 1986. Θέσεις 82).

Επιπρόσθετα, αυτό το ινστιτούτο μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς, κατ' αρχάς για την χώρα μας, προσελκύοντας όχι μόνον τους μαρξιστές. Σίγουρα, πρέπει να γίνει το βήμα για συντρόφους που ασχολούνται με σειρά επιστημών (Ιστορία, Κοινωνιολογία, Φυσικές Επιστήμες) στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Με τι άραγε καταγίνονται οι εκατοντάδες σ/φοι που κατακλύζουν τα ευρωπαϊκά ΜΠΣ;

Γνωρίζω πολύ καλά, πως δε βρισκόμαστε σε εποχές που ο συσχετισμός δύναμης ήταν διαφορετικός. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε καθηγητές πανεπιστημίου, καθώς η συντριπτική τους πλειοψηφία έχει ταχθεί με τη μεριά του αντιπάλου, ή ινστιτούτα και καθηγητές από την ΕΣΣΔ. Υπάρχει όμως κάτι διαφορετικό. Μια νέα γενιά κομμουνιστών με λαμπρές σπουδές βρίσκεται στο προσκήνιο. Αναζητήσατε τα τελευταία τεύχη της Επιθεώρησης της Πολιτικής Οικονομίας (Review of Political Economy). Γιατί αυτό το δυναμικό δεν αξιοποιείται; Είμαστε ευχαριστημένοι με αυτήν την κατάσταση; Όταν η τεχνολογία και η επιστήμη καλπάζουν, εμείς γιατί εμμένουμε σε άρθρα-αντιγραφή από αστικές οικονομικές εφημερίδες στον "Ρ" και απλοϊκές ερμηνείες στην ΚΟΜΕΠ; Ήδη από το μακρινό 1932, χρησιμοποιούσαμε διαγράμματα για την ευκρινή παρουσίαση των επιτυχιών των πεντάχρονων πλάνων της ΕΣΣΔ (βλ. Η νικηφόρα ανοικοδόμηση του Σοσιαλισμού. ΚΟΜΕΠ 1932 (2): 98-106). Σήμερα γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να παράγουμε αξιόλογα κείμενα;

Επιπλέον, με μια τέτοια δουλειά θα συνεχίσουμε τη μελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των αιτιών που οδήγησαν στις ανατροπές. Προσπάθειες όπως αυτή που παρουσιάζεται στο βιβλίο Συζήτηση για Θέματα Πολιτικής Οικονομίας... 2005. ΣΕ, οφείλουν να επανέλθουν στο προσκήνιο.

Παράλληλα, θα μεταφέρουμε τη συζήτηση πιο βαθιά τόσο στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα (το οποίο επηρεάζεται από πάσης φύσεως μαρξίζοντες με επικίνδυνες απόψεις για σειρά ζητημάτων). Χαρακτηριστική φέρ' ειπείν είναι η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει από το MEGA για την επανέκδοση κειμένων του Μαρξ, διαστρεβλώνοντας πλήρως τα πραγματικά του νοήματα. Ζητήματα σχετικά με την έννοια της αξίας, το ρόλο του χρήματος, τις κρίσεις. Ακόμη, αυτή η δουλειά μπορεί και πρέπει να μεταδοθεί και σε επίπεδο Παγκόσμιων Ομοσπονδιών (ΠΣΟ κ.α.). Αδήριτη είναι η ανάγκη μελετών σχετικά με το παγκόσμιο ταξικό εργατικό κίνημα, την ίδια ώρα που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εργασίας (ILO) πασχίζει να αφοπλίσει την εργατική τάξη.

Θεωρώ, πως τα Τμήματα της ΚΕ που σχετίζονται με τα παραπάνω, εξ αρχής δυσκολεύονταν να παράξουν τέτοιου τύπου έργο. Προφανώς και δεν το θέτω αντιπαραθετικά, καθώς οι λειτουργίες τους διαφέρουν. Σίγουρα η από κοινού δράση τους θα είχε θετικά αποτελέσματα.

Σε καμία των περιπτώσεων δεν απορρίπτω τις αξιόλογες προσπάθειες που γίνονται. Οι εκδόσεις π.χ. των Σεγκάλ, Κολοντάι, κινούνται σ' αυτή την κατεύθυνση. Όποιος βρέθηκε στο πρόσφατο συνέδριο του Παντείου για τον Εμφύλιο, μόνο θετικά λόγια έχει να πει για την συνολικότερη παρέμβασή μας εκεί. Ας πολλαπλασιάσουμε τέτοιες ενέργειες και τρόπο δράσης υπό την αιγίδα ενός ενιαίου φορέα. Να δυναμώσει η αυτοτελής ιδεολογική μας παρέμβαση, οι προσπάθειές μας για οικοδόμηση, η πορεία της Κοινωνικής Συμμαχίας.

Αντώνης Κυπαρίσσης
ΚΟΒ Κρητικών - Κάτω Γαλάτσι

* * *

Υστερόγραφο:


Το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου και ο Σύλλογος Δρομέων Κορυδαλλού Νίκαιας Κερατσινίου (Σ.ΔΡΟ.ΚΟ.ΝΙ.ΚΕΡ) διοργανώνουν από κοινού αγώνα Ανώμαλου δρόμου και δυναμικό περπάτημα 10.000 μ. καθώς και αγώνα 1.000 μ. για παιδιά. Αυτός ο 1ος Λαϊκός Αγώνας Δρόμου είναι αφιερωμένους στους αγώνες των μεταλλωρύχων του Λαυρίου, κι έχει ως σκοπό του να αναδείξει το μαζικό, λαϊκό αθλητισμό, την ανάγκη ελεύθερης πρόσβασης στην άθληση για όλους και το φυσικό κάλλος της Λαυρεωτικής (σμιλεμένο από τα χέρια των μεταλλωρύχων που άφησαν ανεξίτηλη την υπογραφή τους και το πέρασμά τους στο τοπίο). Μια αξιέπαινη πρωτοβουλία χωρίς πολυεθνικές και χορηγούς να τη μολύνουν και να την καπελώνουν.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα σε αυτόν το σύνδεσμο.

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Η στρατηγική του ΚΚΕ και η πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες

Ελλείψει χρόνου, η κε του μπλοκ αντιγράφει ένα υποκεφάλαιο -με τον τίτλο της ανάρτησης- από το άρθρο του Β. Όψιμου "Η θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και οι διαστρεβλώσεις της", ως μια βάση για να ανοίξει η συζήτηση. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο στην ΚομΕπ, που κυκλοφορεί και φιλοξενεί στις σελίδες της προσυνεδριακό διάλογο, με περισσότερες από τριάντα παρεμβάσεις.

* * *

Το ΚΚΕ, βγάζοντας συμπεράσματα από την πείρα του ελληνικού και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, προχώρησε προς τα μπρος την επεξεργασία της επαναστατικής στρατηγικής του με το 19ο Συνέδριο. Δεν ήταν μια εύκολη κι ευθύγραμμη πορεία μετά τη διάσπαση του Κόμματος και τις αντεπαναστατικές ανατροπές. Κουβαλούσαμε και κάμποση "αρχαία σκουριά" από στρατηγικές επεξεργασίες προηγούμενων δεκαετιών. Με τις επεξεργασίες του τεκμηριώνει ότι:

Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του, σε ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ [...] Μετά την εκδήλωση της κρίσης, επιδεινώθηκε η θέση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, της ΕΕ και γενικότερα της διεθνούς ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, γεγονός που δεν αναιρεί ότι η ένταξη της Ελλάας στην ΕΟΚ-ΕΕ εξυπηρέτησε τα πιο δυναμικά τμήματα του εγχώριου μονοπωλιακού κεφαλαίου και συνέβαλε στη θωράκιση της πολιτικής του εξουσίας.
Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, οι οικονομικοπολιτικές και πολιτικοστρατιωτικές εξαρτήσεις από την ΕΕ και τις ΗΠΑ, περιορίζουν τα περιθώρια αυτοτελών ελιγμών της αστικής τάξης της Ελλάδας, καθώς όλες οι συμμαχικές σχέσεις του κεφαλαίου διέπονται από τον ανταγωνισμό, την ανισομετρία και συνεπώς την πλεονεκτική θέση του ισχυρού, διαμορφώνονται ως σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης...

Στη σημερινή Ελλάδα η εργατική τάξη, η πρωτοπορία και η βασική κινητήρια δύναμη της σοσιαλιστικής επανάστασης, είναι πολύ πιο πολυάριθμη, καθώς ο καπιταλισμός έχει αγκαλιάσει πολύ περισσότερους κλάδους της παραγωγής και η απασχόληση στην αγροτική οικονομία έχει συρρικνωθεί δραστικά. Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να υπάρχουν πολυάριθμα στρώματα αυτοαπασχολούμενων στην πόλη και στην ύπαιθρο -το υπόβαθρο για την αναγκαιότητα της κοινωνικής συμμαχίας που πρέπει να οικοδομήσει η εργατική τάξη γύρω της.

Η Λαϊκή Συμμαχία, όπως την επεξεργάστηκε το 19ο Συνέδριο, είναι ακριβώς η αναγκαία συμμαχία των κοινωνικών δυνάμεων για το σήμερα. Η ενότητα της εργατικής τάξης σε επαναστατική κατεύθυνση και το μάζεμα γύρω της των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. "Εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των μισοπρολετάριων, των αυτοαπασχολούμενων και φτωχών αγροτών που δεν μπορούν να κάνουν συσσώρευση, των νέων και των γυναικών από τα εργατικά λαϊκά στρώματα στον αγώνα κατά των μονοπωλίων και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, κατά της ενσωμάτωσης της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις".

Ο αντικαπιταλιστικός αντιμονοπωλιακός προσανατολισμός της κοινωνικής συμμαχίας εκφράζει με επάρκεια τα αντικειμενικά υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων: Η εργατική τάξη έχει αντικειμενικό υλικό συμφέρον από την ανατροπή του καπιταλισμού, τα μικροαστικά στρώματα έχουν αντικειμενικό υλικό συμφέρον από τη συντριβή της κυριαρχίας των μονοπωλίων, ανεξάρτητα από τις αυταπάτες τους για τη δυνατότητα μακροημέρευσης μιας οικονομίας στο έδαφος της ατομικής μικρο-ιδιοκτησίας. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί "δημοκρατικό" και "αντιιμπεριαλιστικό" (με την έννοια της πάλης ενάντια σε ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και οργανισμούς) που χρησιμοποιούνταν στις παλιότερες κομματικές επεξεργασίες για να προσδιορίσουν το χαρακτήρα της πολιτικής συμμαχιών δεν ανταποκρίνονταν σε κάποιες υπαρκτές αναγκαιότητες της ταξικής διάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας. Αποτελούσαν περισσότερο λεκτικά υπολείμματα και συγχύσεις καλύτερων επεξεργασιών του Κόμματος. Δεν υπάρχουν στη σημερινή Ελλάδα υπαρκτές κοινωνικές-ταξικές δυνάμεις που να έχουν ως συνολικό προσανατολισμό (ο οποίος ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα, δικά τους συμφέροντα) μια "δημοκρατική" ή μια "αντιιμπεριαλιστική" στρατηγική. Η πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και οργανισμούς, για την αποδέσμευση από την ΕΕ ή η πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες εντάσσονται στα επιμέρους μέτωπα πάλης της κοινωνικής συμμαχίας, αλλά δεν καθορίζουν το χαρακτήρα της και τον κεντρικό της προσανατολισμό. Αυτός μπορεί και πρέπει να καθορίζεται αποκλειστικά από το ποια στρατηγική κατεύθυνση εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κοινωνικών δυνάμεων που απαρτίζουν την κοινωνική τους συμμαχία.

Οι αντιλήψεις μιας σειράς οπορτουνιστικών δυνάμεων ότι η πάλη για έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ μπορεί να λειτουργήσει ως ο βασικός και ώριμος κρίκος που θα συσπειρώσει σήμερα τις λαϊκές μάζες σε ριζοσπαστική κατεύθυνση υπονομεύουν την πάλη του λαϊκού κινήματος. Συσκοτίζουν καταρχάς τον πραγματικό αντίπαλο, αποσπώντας την πολιτική των ιμπεριαλιστικών επιτελείων (Κομισιόν, ΔΝΤ κτλ) από τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των αστικών τάξεων, μαζί και της αστικής τάξης στην Ελλάδα που συμμετέχει στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και συνδιαμορφώνει την πολιτική τους. Ανεξάρτητα από φραστικές διακηρύξεις, δυσκολεύουν στην πραγματικότητα την ανάπτυξη της ριζοσπαστικότητας των λαϊκών μαζών, καλλιεργώντας σε αυτές την αυταπάτη ότι η πάλη τους μπορεί (ή και πρέπει) να σταματήσει τα "προσωρινά" σε ένα ενδιάμεσο σκαλοπατάκι μιας (καπιταλιστικής) Ελλάδας έξω από το ευρώ ή και την ΕΕ, που θα παίξει έναν "αντικειμενικά προοδευτικό ρόλο", με μια εξουσία "η οποία δε θα είναι αστική, δε θα είναι άμεσα η δικτατορία του προλεταριάτου, θα είναι όμως μια πολιτική εξουσία που το κράτος της θα είναι τύπου Κομμούνας..."

Αντικειμενικά, μια τέτοια γραμμή πάλης σπρώχνει τα εργατικά και λαϊκά στρώματα στην αγκαλιά των μερίδων εκείνων του μονοπωλιακού κεφαλαίου που, μπροστά στην όξυνση των αντιφάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, καλοβλέπουν σήμερα φυγόκεντρες τάσεις στην ΕΕ και μια αναδιάταξη των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αντιλήψεις αυτές προβάλλονται σε μια χρονική στιγμή που εγχώριες και ξένες αστικές δυνάμεις ήδη αμφισβητούν τη συνοχή της Ευρωζώνης, αλλά και της ίδιας της ΕΕ, και τείνουν να εγκαταλείψουν την επιχειρηματολογία για νομοτελειακή σύγκλιση των οικονομιών της ΕΕ. Είναι διαφορετικό ζήτημα να αξιοποιεί ένα γερά εξοπλισμένο επαναστατικό κίνημα τις αντιθέσεις ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου και τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για να προωθήσει τους στόχος του και άλλο, θεωρώντας ότι στα λαϊκά στρώματα η αναγκαιότητα σύγκρουσης με τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, να σέρνεται πίσω από αστικούς σχεδιασμούς.

Στον ίδιο ολισθηρό δρόμο οδηγούν και οι αντιλήψεις ότι το σύνολο των αντιδραστικών μέτρων που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας με όχημα τα "μνημόνια" συνιστούν την υλοποίηση ενός οργανωμένου σχεδίου των ιμπεριαλιστικών κέντρων για τη διοχέτευση αξίας από την καπιταλιστική οικονομία της Ελλάδας προς αυτά. Προκύπτει επομένως, σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ότι οι εφαρμοζόμενες πολιτικές δεν απαντούν σε αναγκαιότητες της ελληνικής αστικής τάξης, ιδιαίτερα σε καιρούς οικονομικής κρίσης, αλλά συνιστούν ένα εκ των έξωθεν εκπορευόμενων σχέδιο των διεθνών κέντρων που λειτουργούν ως "επικυρίαρχοι". Το ελληνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο βγαίνει έξω από το κάδρο των ευθυνών. Το ίδιο αθέατη γίνεται και η καπιταλιστική κρίση της ελληνικής οικονομίας -απλά ο ελληνικός καπιταλισμός επηρεάζεται από την παγκόσμια κρίση.

Στη σημερινή Ελλάδα του μονοπωλιακού καπιταλισμού η αντικειμενική υπαρκτή αντίθεση των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων με τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες δεν μπορεί να λυθεί ξέχωρα από την αντίθεσή τους με τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Η απαλλαγή από την εξουσία του κεφαλαίου είναι ο αναγκαίος όρος για να λειτουργήσει η αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς υπέρ του λαού. Η τοποθέτηση στην προμετωπίδα του λαϊκού κινήματος των στόχων πάλης ενάντια στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, συχνά με την αταξική επίκληση για "υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας", δε συνιστά κάποια δήθεν από αποτελεσματική αξιοποίηση της επαναστατικής τακτικής.

Αποτελεί, όπως έδειξε και η προηγούμενη διάλυση, μια μηχανιστική, αντιδιαλεκτική μεταφορά στο σήμερα μιας τακτικής που χρησιμοποίησε το επαναστατικό κίνημα στο πρώτο μισό του περασμένο αιώνα, τακτική που είχε πολύ πιο συγκεκριμένους αποδέκτες (χώρες με χαμηλό την εποχή εκείνο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. ή και με μη διαμορφωμένη την αστική κρατική οντότητά τους) και πολύ συγκεκριμένες στοχεύσεις προώθησης της επαναστατικής πάλης. Σήμερα όχι μόνο πρέπει το επαναστατικό κίνημα να υπολογίσει με αυστηρά επιστημονικό επίπεδο την ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού που έχει μεσολαβήσει από τότε, αλλά, όντας και σοφότερο από την ενσωμάτωση της ιστορικής πείρας, να διορθώσει και τα στραβοπατήματα των παλιότερων επεξεργασιών του.

Η αναγκαία επαναστατική τακτική χτίζεται στο έδαφος της καθημερινής ταξικής πάλης, των άμεσων διεκδικήσεων, της αντίστασης στα αντιλαϊκά μέτρα. Για την αλληλεγγύη, την επιβίωση, την υπεράσπιση του εργατικού εισοδήματος, για την ανάκτηση των απωλειών στην κατεύθυνση ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών, για την υπεράσπιση των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, για την αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Η οργανωμένη ταξική πάλη, σε σύγκρουση με τη συνολική πολιτική της αστικής τάξης και του κράτους της, με μοχλό την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και την ενίσχυση του ΠΑΜΕ, είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για να συγκεντρωθεί ο στρατός της επανάστασης, οι κινητήριες δυνάμεις της, για να  διαμορφωθεί η αναγκαία κοινωνική συμμαχία, να προετοιμαστεί ο υποκειμενικός παράγοντας για την προοπτική της επανάστασης.

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Από τη σκοπιά του μαρξισμού-λενινισμού

Ευρισκόμενη σε λειτουργία ημι-αργίας σήμερα η κε του μπλοκ, αντιγράφει και δημοσιεύει από το τελευταίο τεύχος της ΚομΕπ, ένα απόσπασμα από το άρθρο του Δημήτρη Κοιλάκου (μέλους του Τμήματος Παιδείας και Έρευνας της κετουκε) για τον Ιλιένκοφ και τη σοβιετική φιλοσοφία, όπου αναπαράγονται εκτενή αποσπάσματα από ένα κείμενο-εργασία του τελευταίου, που είχε τον τίτλο της ανάρτησης και καταπιάνεται με ενδιαφέρουσες πτυχές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αποκρούοντας παράλληλα τις αντικομμουνιστικές επιθέσεις των δυτικών ("μαρξιστών" και μη). Η μετάφραση είναι του ίδιου του Δ.Κ. από την αγγλική έκδοση "Marxa and the Western World" (ed. by Nicolas Lobkowicz).

* * *

Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να κατανοήσουμε κι ένα ακόμα περιστατικό, το οποίο συχνά διαστρεβλώνεται στη σχετική βιβλιογραφία. Όπως αναφέρεται, ο Ιλιένκοφ είχε προσκληθεί το 1965 να λάβει μέρος σε ένα διεθνές συμπόσιο στο Πανεπιστήμιο Notre Damme στις ΗΠΑ, με θέμα τη συμβολή του Μαρξ στο λεγόμενο "δυτικό κόσμο" και σκοπό να συμβάλει στο διάλογο μεταξύ κομμουνιστών και μη κομμουνιστών διανοητών. Τελικά δεν παρέστη στο συμπόσιο, επειδή, όπως αναφέρεται, το Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ δεν του επέτρεψε να συμμετάσχει. Παρόλα αυτά, έστειλε την εργασία που είχε ετοιμάσει, η οποία και διαβάστηκε στο συμπόσιο. Μετά τη δημοσίευση της εργασίας αυτής, ο Ιλιένκοφ υπέστη σημαντικές πιέσεις και δέχτηκε πολιτικές κατηγορίες για τον "αντιμαρξιστικό" προσαντολισμό της.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε ότι οι σχετικές πηγές αφήνουν αναπάντητο το προφανές ερώτημα πώς, αφού του απαγορεύτηκε να συμμετάσχει ως φυσικά παρουσία, του επιτράπηκε να στείλει την εργασία του η οποία και θα δημοσιευόταν στον τόμο με τα πρακτικά του συμποσίου, όπως και τελικά έγινε.

Πέρα από αυτό όμως, αξίζει να σταθούμε λίγο στο περιεχόμενο αυτής της εργασίας, που είχε τίτλο: "Από τη σκοπιά του μαρξισμού-λενινισμού", για να δούμε ποιος ήταν ο δήθεν "αντιμαρξιστικός" προσανατολισμός της.

Στην εργασία αυτή λοιπόν, ο Ιλιένκοφ, απαντώντας σε σημεία της δυτικής προπαγάνδας έναντι της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των δυσκολιών που αυτή αντιμετώπιζε, υπερασπίζεται τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην πατρίδα του και μιλά για "... εκείνα τα αρνητικά φαινόμενα, εκείνες τις συγκεκριμένες δυσκολίες στην ανάπτυξή μας, τις οποίες η αντικομμουνιστική προπαγάνδα με τόσο ζήλο εκμεταλλεύτηκε και ακόμα εκμεταλλεύεται. Τα φαινόμενα αυτά, με τα οποία εμείς, ως κομμουνιστές, σχετιζόμαστε όχι λιγότερο κριτικά απ' οποιονδήποτε "δυτικό" ανθρωπιστή διανοούμενο, σε καμία περίπτωση δε δίνουν ούτε ένα επιχείρημα έναντι των ιδεών του Μαρξ. Με αυτές τις ιδέες, με το Πρόγραμμα που εφαρμόζουμε, αυτά τα φαινόμενα δεν είχαν τίποτε κοινό (ούτε και τώρα έχουν). Περαιτέρω, αυτά τα φαινόμενα εξηγούνται εξ ολοκλήρου, όχι αποδιδόμενα στην επίδραση των ιδεών του Μαρξ και του Λένιν, αλλά, απεναντίας, ως ένα είδος φανατισμένης και ορισμένες φορές ύπουλης αντίδρασης αυτού του υλικού στο οποίο αυτές οι ιδέες πρέπει να πραγματωθούν".

Στη συνέχεια ο Ιλιένκοφ γίνεται πιο συγκεκριμένος, αναφέροντας τα εξής: "Σύμφωνα με το Μαρξ [...] η δουλειά της πολιτικής επανάστασης είναι μόνο μια αρχή, και το πρόβλημα στο σύνολό του θα γίνει ορατό στο κομμουνιστικό κίνημα μόνο μετά από αυτήν την πράξη. Το πραγματικό πρόβλημα, το οποίο το κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να επιλύσει αφού εκτελέσει τα άμεσα καθήκοντά του, ορίζεται κατευθείαν από τις αντινομίες της ατομικής ιδιοκτησίας. Μετά από την επαναστατική μετατροπή της ατομικής ιδιοκτησίας, ως μέσο παραγωγής και ευεργέτημα για την κουλτούρα, σε "κοινωνική ιδιοκτησία", αυτή η κοινωνική ιδιοκτησία πρέπει στη συνέχεια να μετασχηματιστεί σε περιουσία του κάθε ατόμου, της κάθε ξεχωριστής μονάδας. Στο κοινωνικό πλαίσιο, το ζήτημα αυτό συμπίπτει με την απόρριψη του καταμερισμού εργασίας μεταξύ των ατόμων, μια έννοια που κληροδοτήθηκε από τον κόσμο της "ατομικής ιδιοκτησίας". Σε σχέση με το άτομο, το πρόβλημα της ολόπλευρης ανάπτυξής του και μετατροπής του σε "ολοκληρωτικά" αναπτυγμένη ατομικότητα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η πολιτική επανάσταση θεωρείται εδώ ως μια συνθήκη που πρέπει να πληρωθεί, μέσω της οποίας η κοινωνία θα δει τον εαυτό της να έχει τη δύναμη να αντιμετωπίσει τον εαυτό της και, περαιτέρω, να εκπληρώσει πράγματι το γιγαντιαίο καθήκον της δημιουργίας μιας κοινωνίας χωρίς κυβέρνηση, χωρίς νόμισμα και χωρίς καμία εξωτερική διαμεσολάβηση στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η κοινωνία, αντιπροσωπεύοντας την εθελοντική συνεργασία για την ολόπλευρη ανάπτυξη της ατομικής θέλησης, δε θα χρειάζεται πια, ευρκισκόμενη σε αυτή τη θέση, "εξωτερικούς διαμεσολαβητές". Από την άλλη, μόνο η ολόπλευρη ανάπτυξη της ατομικότητας έχει τη δύναμη να εγκαθιδρύσει μια τέτοια συνεργασία".

Λίγο παρακάτω, κι ενώ έχει καταπιαστεί με την περίφημη στη δυτική μαρξολογία διάκριση μεταξύ "πρώιμου" και "ώριμου" Μαρξ, σημειώνει: "Είναι επίσης προφανές ότι ο ώριμος Μαρξ, και μετά από αυτόν ο Λένιν, ποτέ, ούτε και σε μια απλή φράση των θεωρητικών του κειμένων, δε θεώρησε την πράξη της μετατροπής της ιδιωτικής-καπιταλιστικής ιδιοκτησίας σε "κρατική" ιδιοκτησία ως τον ανώτατο και τελικό στόχο του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά μόνο σαν το πρώτο, μολονότι απαραίτητο, βήμα στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας κοινωνίας χωρίς κυβέρνηση, χωρίς νόμισμα, χωρίς μορφές επιβολής και νόμους που να ρυθμίζουν τη ζωτική δραστηριότητα του ανθρώπου και χωρίς "αποξενωμένες" μορφές ανθρώπινης συνεργασίας. Είναι ακριβώς αυτές οι μορφές που το κομμουνιστικό κίνημα, επειδή δεν είναι σε θέση να τις ξεπεράσει άμεσα με διατάγματα ή με τη βία, διατηρούνται κατά τη διάρκεια της πρώτης (σοσιαλιστικής) φάσης της ωριμότητάς του. Παρόλα αυτά, διατηρούνται μόνο ως σημάδια της ιστορικής ανωριμότητας του κινήματος [...] Κατανοούμε αυτές τις τάσεις ως μέρος της κληρονομιάς μας που είναι ήδη, αν κι όχι εξ ολοκλήρου, παρελθόν".

Έχοντας λοιπόν αναμετρηθεί με την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, ξετινάζοντάς την και από θεωρητικές θέσεις, καταλήγει θέτοντας τα σημαντικά καθήκοντα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αναδεικνύοντας τον πυρήνα της μαχητικής μαρξιστικής προβληματικής επί του θέματος:

"Επομένως ο βασικός στόχος για την ανάπτυξη μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας συνίσταται στη βαθμιαία και συνεχή μεταβίβαση όλων των λειτουργιών της διεύθυνσης των συλλογικών ζητημάτων από έναν κυβερνητικό μηχανισμό σε εκείνα τα άτομα που συνασπίζονται για την κοινή υπόθεση. Με άλλα λόγια, ο στόχος είναι η μετατροπή της τυπικά συλλογικής ιδιοκτησίας σε αυθεντικά συλλογική ιδιοκτησία. Αυτή η τάση αναμφίβολα θα ανοίξει το δρόμο για περαιτέρω μεγέθυνση της κλίμακας παραγωγής. Αλλά η επίλυση αυτού του ζητήματος απαιτεί ότι κάθε ξεχωριστό άτομο κι όλοι μαζί -και όχι μόνο λίγοι επιλεγμένοι- θα είναι ικανοί πράγματι να συμμετέχουν στην υπόθεση της διεύθυνσης της "συλλογικής ιδιοκτησίας", κατέχοντας την απαραίτητη θεωρητική επάρκεια και ικανότητα και την κατάλληλη κουλτούρα γι' αυτό".

Από αυτήν τη σκοπιά, το ζήτημα της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας ανάγεται στη μετατροπή κάθε ατόμου από μονόπλευρο επαγγελματία -από σκλάβο του συστήματος καταμερισμού εργασίας- σε μια ολόπλευρη προσωπικότητα, σε πραγματικό αφέντη (ιδιοκτήτη) του τελικού και πνευματικού πολιτισμού που δημιούργησε όλη η ανθρωπότητα.

Από το σημείο αυτό εκφράζεται και με τη μαρξική φόρμουλα, σύμφωνα με την οποία η κομμουνιστική κοινωνία διαλύει τον "καταμερισμό εργασίας" και τον αντικαθιστά με μια ορθολογική "κατανομή των ειδών της δραστηριότητας" μεταξύ εξίσου ευρύτατα και πλήρως αναπτυγμένων ατόμων. Αυτοί οι άνθρωποι, μεταξύ άλλων, θα μπορούν να διεξάγουν το διευθυντικό ρόλο στο πλαίσιο της ξεχωριστής συλλογικότητας, στο πλαίσιο της εθνικής οικονομίας και στο πλαίσιο όλης της ανθρώπινης κοινωνίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η κοινωνική ιδιοκτησία, ως σύγχρονος τρόπος παραγωγής, δεν είναι μια ουτοπική προοπτική, αλλά μια πραγματική ανάγκη. Δεν εξαρτάται από τη θέληση ή την επίγνωση των ατόμων, αλλά καθορίζεται από τα συμφέροντα ενός ορθολογικού, λειτουργικού οργανισμού της σύγχρονης βιομηχανικής παραγωγής -την "ουσία της ιδιοκτησίας".

Υπό τις συνθήκες της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, η αντίθετη τάση είναι ισχυρότερη, κατευθύνεται προς μια κυβερνητική, μονοπωλιακή μορφή "κολλεκτιβοποίησης" της ιδιοκτησίας και των καθηκόντων διεύθυνσής της. Οι δυνάμεις των στοιχείων της αγοράς αναπόφευκτα καταδικάζουν την ατομικότητα σε μονόπλευρη επαγγελματική εξειδίκευση, σε επαγγελματικό "κρετινισμό", όπως το έλεγε ο Μαρξ. Επομένως, για να αντεπιδράσει σε αυτήν την τάση, μια μονοπώληση της ηγεσίας των κοινωνικά σημαντικών ζητημάτων δίνεται σε επαγγελματίες. Κάτι τέτοιο, που λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα από τη θέληση και τις επιθυμίες των ατόμων, αντιπροσωπεύει μια τάση προς την "καθολική κυβέρνηση". Επομένως, ο απώτερος στόχος αυτών των δυο κινήσεων για την οργάνωση της κοινωνικής ζωής προκύπτει ότι είναι άμεσα αντιφατικός.

Το σύστημα που βασίζεται στην αρχή της κοινωνικοποιημένης ιδιοκτησίας θα εξελιχθεί αναγκαία προς την κατεύθυνση της δημοκρατικής διεύθυνσης των κοινωνικά σημαντικών ζητημάτων και προς την κατεύθυνση της απονέκρωσης της κυβέρνησης ως μηχανισμού που αντιτίθεται στην πλειοψηφία των ατόμων, καθώς όλοι θα κληθούν να διευθύνουν τα κοινωνικά (συλλογικά) ζητήματα και όλοι θα απαιτηθεί να αναπτύξουν κοινωνική συνείδηση.

Ο κόσμος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας αναπόφευκτα, αναμφίβολα, θα παρασύρει προς τον αντίθετο στόχο. Επομένως, συνοψίζοντας, φαίνεται ότι ο μαρξιστικός κομμουνισμός στον εικοστό αιώνα είναι η μόνη ορθολογική διδασκαλία που είναι αρκετά ισχυρή για να προσφέρει στους ανθρώπους ένα αληθινά γήινο ιδανικό. Δεν υπάρχει ορθολογική διδασκαλία που να αντιτίθεται στον κομμουνισμό, παρά μόνο η απουσία μιας τέτοιας. Επομένως οι νουνεχείς άνθρωποι πρέπει τώρα να διαλέξουν μεταξύ του μαρξισμού, κάποιας μορφής κοινωνικού πεσιμισμού ή τη σωτηρία με τη μορφή κάποιας υπερβατικής θρησκείας. Εγώ, προσωπικά, προτιμώ τον κομμουνισμό, ο οποίος ανοίγει στην ανθρωπότητα ένα πραγματικό, παρότι δύσκολο, δρόμο για το μέλλον εδώ στη Γη".

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Η επικαιρότητα της λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού

Στο σημερινό άρθρο του Μάκη Παπαδόπουλου στον Κυριακάτικο Ρίζο, ουσιαστικά αναπαράγονται κάποια αποσπάσματα από το άρθρο του στο τελευταίο τεύχος της ΚΟΜΕΠ για την επικαιρότητα της λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού. Η κε του μπλοκ αντιγράφει και αναδημοσιεύει σήμερα κάποια αποσπάσματα από αυτό το άρθρο, θεωρώντας πως βάζει συνοπτικά κάποια πολύ ουσιαστικά σημεία για την οικονομική ουσία του ιμπεριαλισμού (την εμφάνιση του μονοπωλίου), τις συγχύσεις γύρω από τη γνωστή φράση της μπροσούρας (περί μιας χούφτας ιμπεριαλιστών) κι άλλα σημαντικά ζητήματα. Καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.

-.-.-

Η θέση για τον ιμπεριαλισμό, ως εποχής του αντιδραστικού πλέον μονοπωλιακού καπιταλισμού, με ενιαία χαρακτηριστικά για όλα τα κράτη που έχουν περάσει στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού και είναι ενταγμένα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, είτε είναι ασθενέστερα είτε ισχυρότερα, είναι βασική στη λενινιστική προσέγγιση.

Πρόκειται για ενιαία γνωρίσματα που αφορούν την κυριαρχία των μονοπωλίων, των ισχυρών μετοχικών εταοριών και την όξυνση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, το σχηματισμό του χρηματιστικού κεφαλαίου, την αύξηση της σημασίας της εξαγωγής κεφαλαίου σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων, την πάλη για το ξαναμοίρασμα των αγορών και των εδαφών μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών όπου εδρεύουν μονοπωλιακοί όμιλοι με μεγάλα μερίδια στην καπιταλιστική αγορά.

Ο Λένιν δίνει έμφαση στην ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού και στις επιπτώσεις της στην όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Η ενίσχυση της τάσης εξαγωγής κεφαλαίου επιταχύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού στις χώρες που κατευθύνεται και με ορισμένες άλλες προϋποθέσεις, που αφορούν κυρίως τις δυνατότητες εσωτερικής συσσώρευσης και τη μεταφορά των τεχνολογικών εξελίξεων, συμβάλλει σε ορισμένη αλλαγή συσχετισμού μεταξύ κρατών στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, ως αποτέλεσμα της ανισόμετρης ανάπτυξης.

Η επίδραση της ανισόμετρης ανάπτυξης

Στο ζήτημα της ανισόμετρης ανάπτυξης, ο Λένιν αντιπαλεύει την οπορτουνιστική θέση του Κάουτσκι πως η ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας διεθνώς οδηγεί στον υπεριμπεριαλισμό, σε μια τόσο μεγάλη αλληλεξάρτηση των συμφερόντων των αστικών τάξεων των διάφορων χωρών, ώστε να αποτελεί μονόδρομο η ειρηνική επίλυση των διαφορών τους, η σύναψη ιμπεριαλιστικών συμφωνιών που οδηγούν στο σχηματισμό μιας ενιαίας, ειρηνικής, οργανωμένης, παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Μια σειρά θεωρητικές και πολιτικές επεξεργασίες στις μέρες μας επαναφέρουν στην ουσία τον πυρήνα της οπορτουνιστικής αντίληψης του Κάουτσκι (πχ παγκοσμιοποίηση, αυτοκρατορία), με την επίκληση ορισμένων υπαρκτών τάσεων.

Ως σύγχρονα χαρακτηριστικά ενός δήθεν νέου ιστορικού σταδίου του καπιταλισμού, σε σχέση με την περίοδο του ιμπεριαλισμού, προβάλλονται η διεύρυνση της ισχύος των εταιριών με πολυεθνική μετοχική σύνθεση, ο μεγαλύτερος ρυθμός ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου, η διεύρυνση των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών.

Στην πραγματικότητα όλα αυτα τα φαινόμενα αντανακλούν τη γενική τάση διεθνοποίησης της παραγωγής, των επενδύσεων, της κίνησης των κεφαλαίων στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς. Όμως αυτή η τάση δεν μπορεί να αναιρέσει την επίδραση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, ούτε μπορεί να ανατρέψει το γεγονός ότι το βασικό μέρος της αναπαραγωγής του κεφαλαίου διενεργείται στο πλαίσιο της εθνοκρατικής συγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Πάνω σε αυτήν την αντιφατική αντικειμενική κίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Οι όροι της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου των μονοπωλιακών ομίλων, των μετοχικών εταιριών, εξακολουθούν στο μεγαλύτερο μέρος τους να διαμορφώνονται στο πλαίσιο των εθνικών κρατών και των εκάστοτε διακρατικών ιμπεριαλιστικών συμμαχιών στις οποίες συμμετέχουν. Αυτό αφορά τους όρους φορολόγησης, δανειοδότησης, διαμόρφωσης των μισθών, δασμολογικής προστασίας, κρατικών επιδοτήσεων εξαγωγών, κρατικών επιχορηγήσεων και ενισχύσεων, τη σύναψη οικονομικών συμφωνιών-συμβάσεων του κάθε αστικού κράτους με άλλα κράτη ή ομάδες κρατών, προς όφελος των μονοπωλίων.

Παράλληλα, κάθε εθνικό αστικό κράτος αξιοποιεί την οικονομική πολιτική και στρατιωτική ισχύ του για τη στήριξη των εγχώριων μονοπωλιακών ομίλων του στο διεθνή ανταγωνισμό. Ανεξάρτητα από την πιθανή πολυεθνική μετοχική του σύνθεση, κάθε μονοπωλιακός όμιλος έχει δεσμούς αναφοράς με συγκεκριμένο αστικό κράτος και σχετικές ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Σε τελευταία ανάλυση, η μετοχική ετααιρία αναπτύσσεται κυρίως στο πλάισιο του εθνοκρατικά συγκροτημένου καπιταλισμού και σε αυτό το αντικειμενικό έδαφος αποκτά τη δυνατότηα εξαγωγής μέρους των κεφαλαίων της. Το εθνικό αστικό κράτος παραμένει λοιπόν το βασικό όργανο διασφάλισης της οικονομικής κυραρχίας των μονοπωλίων, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου σε ανταγωνισμό με αντίστοιχες διαδικασίες στα άλλα κράτη.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, παρά τη γενική ανοδική τάση της διεθνούς παραγωγής, του μέρους του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος που προέρχεται από Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) σε χώρες υποδοχής, καθώς και του διεθνούς εμπορίου, μεγάλο μέρος της αναπαραγωγής του κεφαλαίου κάθε αστικής τάξης διενεργείται στο πλαίσιο της εγχώριας αστικής αγοράς κάθε αστικού κράτους. Η εγχώρια αγορά διατηρεί κυρίαρχο ρόλο για τη συσσώρευση κεφαλαίου ακόμα και στις ΗΠΑ, παρά την αύξηση της σημασίας των θυγατρικών επιχειρήσεων των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων, με έδρα τις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν την πρόβλεψη του Λένιν το 1915, όταν προλογίζοντας το σχεδτικό έργο του Ν. Μπουχάριν σημείωνε: "Δε χωράει αμφιβολία ότι η εξέλιξη γίνεται με κατεύθυνση προς ένα ενιαίο παγκόσμιο τραστ, που καταβροχθίζει όλες χωρίς εξαίρεση τις επιχειρήσεις και όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη. Η εξέλιξη όμως προχωρεί προς αυτήν την κατεύθυνση κάτω από τέτοιες συνθήκες, με τέτοιο ρυθμό, μέσα σε τέτοιες αντιθέσεις, συγκρούσεις και κλονισμούς -που δεν είναι καθόλου μόνο οικονομικοί, αλλά είναι και πολιτικοί, εθνικοί, κτλ, κτλ- έτσι που οπωσδήποτε πριν φτάσουν τα πράγματα σε ένα παγκόσμιο τραστ, πριν την "υπεριμπεριαλιστική" παγκόσμια ένωση των εθνικών χρηματιστικών κεφαλαίων, ο ιμπεριαλισμός θα πρέπει να χρεοκοπήσει αναπόφευκτα, ο καπιταλισμός θα μετατραπεί στο αντίθετό του".

Στις γραμμές του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος παραμένουν σήμερα ισχυρές μια σειρά οπορτουνιστικές θέσεις και επεξεργασίες που στην ουσία αντιλαμβάνονται τον ιμπεριαλισμό κυρίως ως αεξωτερική πολιτική, ως ξένη, εξωτερική εισβολή και επικυριαρχία ενός ισχυρότερου αστικού κράτους απέναντι σε ένα ασθενέστερο. Αυτές οι επεξεργασίες συχνά προβάλλουν τις υπαρκτές ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές επιθέσεις και επεμβάσεις των πιο ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, τη διείσδυση ξένων μονοπωλίων για εκμετάλλευση και έλεγχο της αγοράς μιας χώρας ή μιας ευρύτερης περιοχής, αποσπασμένα από το κοινωνικό-οικονομικό περιεχόμενο του ιμπεριαλισμού, ως τελευταίου, ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού.

Αυτές οι αντιλήψεις περιορίζουν το εργατικό κίνημα σε μια επιφανειακή καταδίκη των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και ταυτόχρονα προβάλλουν λαθεμένα τη δυνατότητα κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με αστικές δυνάμεις, με στόχο το ξεπέρασμα της καθυστέρησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας και την ουσιαστική κατάκτηση της εθνικής της ανεξαρτησίας. Έτσι, ο στόχος της αναβάθμισης της θέσης μιας καπιταλιστικής χώρας μέσα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα προβάλλεται ως "αντιιμπεριαλιστικός", εμφανίζεται ως ριζοσπαστικός στόχος πάλης ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση, ενώ στην πραγματικότητα οδηγεί σην ταξική συνεργασία.

Για αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η προβολή της λενινιστικής θέσης σχετικά με το κοινωνικοοικονομικό περιεχόμενο του ιμπεριαλισμού, ως μονοπωλιακού καπιταλισμού, ως αντιδραστικής εποχής του καπιταλισμού. Γι' αυτό χρειάζεται όχι μόνο συστηματική μελέτη, αλλά και ανάπτυξη της θεωρίας του ιμπεριαλισμού, του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ο προβληματισμός σχετικά με τη "χούφτα" των ηγετικών καπιταλιστικών χωρών

Η προβολή των ενιαίων χαρακτηριστικών που αφορούν όλα τα αστικά κράτη στο σύγχρονο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα παρουσιάζεται σε ορισμένες αναλύσεις σε αντιπαράθεση με τη διατύπωση του Λένιν ότι στον ιμπεριαλισμό μια χούφτα μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις κλέβουν, λεηλατούν τους υπόλοιπους λαούς κι επιβάλλουν ανισότιμες σχέσεις με τις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες.

Η επιμονή στην ανάδειξη της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού, του μονοπωλιακού καπιταλισμού ως αναγκαίας αφετηρίας κάθε σύγχρονης ανάλυσης, εμφανίζεται σε αυτές τις αναλύσεις ως απόκλιση από τη λενινιστική θέση της διαρκούς πάλης για το ξαναμοίρασμα του κόσμου μεταξύ των πιο ισχυρών καπιταλιστικών χωρών, μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών κέντρων.

Θεωρούμε αβάσιμη τη συγκεκριμένη κριτική, σύμφωνα με την οποία ο Λένιν δήθεν ταύτιζε τον ιμπεριαλισμό με μια χούφτα ισχυρών καπιταλιστικών χωρών. Είναι γεγονός ότι ο Λένιν επισήμανε ότι μια μικρή ομάδα χωρών κατείχε ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά, χάρη στα τραστ, στα καρτέλ, και κυρίως στις διακρατικές σχέσεις μεταξύ των κρατών-πιστωτών και κρατών-οφειλετών. Πράγματι, φώτισε την αύξηση της ισχύος που αποκτούν τα συγκεκριμένα κράτη, τα οποία παίζουν το ρόλο του πιστωτή, του τοκογλύφου, του εισοδηματία (Renterstaat) σε σχέση με τα κράτη-οφειλέτες. Εστίασε επίσης στην ομάδα ισχυρών κρατών που κατείχαν αποικίες στην εποχή του.

Όμως όλες αυτές οι επισημάνσεις της λενινιστικής ανάλυσης δεν οδηγούν στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ιμπεριαλιστική πολιτική ασκούν μόνο τα καπιταλιστικά κράτη που βρίσκονται σε κάθε ιστορική στιγμή στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας.

Ο Λένιν φώτισε ήδη στη δική του εποχή την ιμπεριαλιστική πολιτική αστικών κρατών και αστικών τάξεων που δεν ανήκουν στις λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις.

Ανέδειξε το ρόλο της αστικής τάξης του Βελγίου που λήστευε το λαό του Κονγκό και επένδυε 3 δις φράγκα στο εξωτερικό, άσκησε κριτική στους Βέλγους συντρόφους που περιόριζαν την πάλη τους μόνο στην απελευθέρωση της χώρας από τη γερμανική εισβολή και κατοχή χωρίς να θέδτουν θέμα ταξικής απελευέρωσης της εργατικής τάξης.

Ο Λένιν επισημανε επίσης εύστοχα ότι δίπλα στις αποικιακές κινήσεις των μεγάλων δυνάμεων βρίσκονταν αποικίες μικρών κρατών, χάρη στις αντιθέσεις των μεγάλων κρατών για το μοίρασμα της λείας. Η Δανία αποτελούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκεκριμένης περιόδου. Αναφερόμενος στον ιταλικό ιμπεριαλισμό που τον χαρακτήριζε ιμπεριαλισμό των φτωχών, τόνισε ότι κάθε αστική τάξη παλεύει για να πετύχει προνόμια για το εθνικό της κεφάλαιο και την ίδια ώρα ξεγελά το λαό, παρουσιάζοντας την ιμπεριαλιστική πάλη για το δικαίωμα καταλήστευσης άλλων λαών σαν "εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο". Η βάση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και μικρότερων καπιταλιστικών κρατών είναι η ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε αυτά. Η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό επικεντρώνεται στην οικονομική ουσία, την εμφάνιση του μονοπωλίου, μπορεί να ερμηνεύσει τετοια φαινόμενα στη βάση της εξελισσόμενης ανάπτηξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο.

Τα συγκεκριμένα παραδείγματα βοηθούν να κατανοηθεί ολοκληρωμένα η ουσία της θεμελιώδουης λενινιστικής θέσης ότι, λόγω της επίδρασης του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, οι ανισόμετρες σχέσεις αφορούν το σύνολο των καπιταλιστικών κρατών και είναι σύμφυτες με το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Ασφαλώς σε κάθε ιστορική στιγμή θα ξεχωρίζουν κάποια πιο ισχυρά, ηγετικά καπιταλιστικά κράτη. Όμως λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης η μεταβολή του συσχετισμού μεταξύ των κρατών είναι συνεχής.

Σήμερα 100 χώρες υφίστανται ως ξεχωριστές κρατικές ονότητες. Στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα έχει διαμορφωθεί ένα καθεστώς ανισότιμης αλληλεξάρτησης του συνόλου των καπιταλιστικών κρατών. Λόγω της επίδρασης της εξαγωγής κεφαλαίου και της ταχύτητας των τεχνολογικών αλλαγών, ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών μεταβάλλεται. Ισχυρά κράτη-πιστωτές του 20ού αιώνα έχουν μετατραπεί σήμερα σε κράτη-οφειλέτες (πχ το μεγαλύτερο σημερινό κρατικό χρέος των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Ιταλίας), ενώ η Κίνα είναι σήμερα κράτος-πιστωτής. Η μεταβολή της ισχύος της Βρετανίας συγκριτικά με την Ινδία από τον 20ό στον 21ο αιώνα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Αντίστοιχα σήμερα το ζήτημα διαμόρφωσης μιας "εργατικής αριστοκρατίας" δεν περιορίζεται μόνο σε μια χούφτα ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Η επέκταση και το βάθεμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα επιτρέπει την εμφάνιση της "εργατικής αριστοκρατίας" στην πλειοψηφία των καπιταλιστικών κρατών. Έτσι, η διάσπαση της εργατικής ενότητας και η διείσδυση μικροαστικών αντιλήψεων στο εργατικό κίνημα αποκτά γενικό χαρακτήρα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οφείλουν να εξετάσουν οι κομμουνιστές την εξέλιξη των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών, των ανισότιμων διακρατικών σχέσεων των υπαρκτών ιμπεριαλιστικών στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών εξαρτήσεων, καθώς και την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών επεμβάσεων, την επέκταση τοπικών πολέμων, τον κίνδυνο διεύρυνσής τους, καθώς και τον κίνδυνο ενός νέου γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Η σημερινή συνθετότητα της κίνησης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας δεν μπορεί να ερμηνευτεί σωστά και ολοκληρωμένα, αν περιοριστούμε στη δράση των κρατών που βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Εύκολα μπορούμε να επιβεβαιώσουμε αυτή τη θέση αν δούμε τη μείωση του οικονομικού ρόλο των G7 την τελευταία δεκαπενταετία, καθώς και την αλλαγή του συσχετισμού μεταξύ ΗΠΑ-Ευρωζώνης και BRICS.

Αντίστοιχα, σε λαθεμένα συμπεράσματα για τις εξελίξεις στην Ευρασία θα καταλήξει όποιος υποτιμήσει το ρόλο, τα σχέδια και την επιρροή κρατών όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, που δε συμπεριλαμβάνονται στα ηγετικά καπιταλιστικά κράτη την περίοδο που διανύουμε, όμως μετέχουν ενεργά στη διαπάλη για το ξαναμοίρασμα αγορών και εδαφών με οικονομική σημασία στη Μέση Ανατολή.

Η αντίληψη που περιορίζει τον πραγματικό αντίπαλο σε μια χούφτα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη ανοίγει το δρόμο για άμβλυνση της πάλης, ακόμη και για ταξική συνεργασία με τμήματα της εγχώριας αστικής τάξης στις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες. Περιορίζει την πάλη των λαών σε μια επιφανειακή αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική ή με τη Γερμανία στην Ευρώπη, χωρίς ουσιαστικό αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, χωρίς κατεύθυνση ρήξης με την αστική τάξη σε κάθε χώρα.

Η αποσαφήνιση των προαναφερόμενων θεμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία για την επεξεργασία της επανστατικής στρατηγικής σε κάθε χώρα. Οι οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα σήμερα εστιάζονται στην υιοθέτηση ενδιάμεσων σταδίων μεταξύ του καπιταλισμού και σοσιαλισμού, καθώς και με τη μορφή της στήριξης αστικών κυβερνήσεων στο όνομα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της διασφάλισης ισότιμων σχέσεων με άλλα κράτη, της αποκατάστασης της κυριαρχίας της χώρας.

Κριτήρια επαναστατικής στρατηγικής

Ωστόσο το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Αφορά το λαθεμένο προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης με κριτήριο το εκάστοτε διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και με τη μεταβολή της θέσης μιας καπιταλιστικής χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η συγκεκριμένη συσχέτιση αποτελεί το μεθοδολογικό υπόβαθρο για μια σειρά αντιφάσεις και λάθη στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος στον 20ό αιώνα.

Αυτή η λαθεμένη μεθοδολογική προσέγγιση υποτιμά τη δυνατότητα των (ανώριμων) κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής να δώσουν μεγάλη ώθηση, να απελευθερώσουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Για παράδειγμα, η υπαρκτή καθυστέρηση εξηλεκτρισμού της τσαρικής Ρωσίας ξεπεράστηκε γρήγορα μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ο Λένιν, μετά από μια βασανιστική προσπάθεια επεξεργασίας της στρατηγικής των μπολσεβίκων, αρνήθηκε στην πράξη τις θέσεις του Πλεχάνοφ, του Κάουτσκι, του Μαρτόφ, αλλά και στελεχών των μπολσεβίκων, που θεωρούσαν ότι η Ρωσία θα έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά το δρόμο της περιβόητης ωρίμανσης του καπιταλισμού. Και δικαιώθηκε με τα θεαματικά βήματα που έγιναν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τις πρώτες δεκαετίες στην ΕΣΣΔ, που πέτυχε ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός της εργατικής εξουσίας.

Γενικότερα, η αξιολόγηση του επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ανεξάρτητα από τις σχέσεις παραγωγής είναι μια επικίνδυνη αφαίρεση. Οι παραγωγικές δυνάμεις υπάρχουν, λειτουργούν κι αναπτύσσονται μόνο μέσα στη διαλεκτική αλληλεπίδραση με τις σχέσεις παραγωγής, κάθε συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, του καπιταλιστικού ή του κομμουνιστικού. Δεν υπάρχει "ταξικά ουδέτερη" ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό.

Αντίστοιχα, έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοηθεί ότι οι ανισότιμες σχέσεις αστικών κρατών και η ανισόμετερη ανάπτυξη είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα, σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο καπιταλιστικό έδαφος δεν μπορούν να καταργηθούν οι σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης ούτε μέσα, ούτε έξω από τις διάφορες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, για παράδειγμα, αν η καπιταλιστική Ελλάδα βγει εκτός Ευρωζώνης.

Σε τελευταία ανάλυση, ο χαρακτήρας της επανάστασης σε κάθε καπιταλιστική χώρα καθορίζεται από τη βασική αντίθεση που καλείται να επιλύσει, ανεξάρτητα από τη σχετική μεταβολή της θέση της χώρας σε μια ομάδα χωρών στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα ή σε μια συμμαχία, οικονομική ή και στρατιωτικοπολιιτική. Από την όξυνση της βασικής αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και την καπιταλιστική ιδιοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του πλούτου που παράγεται, από την ίδια την ύπαρξη μονοπωλιακού καπιταλισμού στην Ελλάδα ή σε άλλη βαλκανική χώρα, στην Τουρκία, προκύπτει ότι υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Για το συσχετισμό δύναμης στο συνδικαλιστικό κίνημα

Ως συνέχεια μιας προηγούμενης ανάρτησης, για το συσχετισμό δύναμης στα συνδικαλιστικά όργανα, η κε του μπλοκ συνεχίζει σήμερα την αναδημοσίευση από το προηγούμενο τεύχος της ΚΟΜΕΠ (το δεύτερο του 16) και το σχετικό κείμενο του Τμήματος για την Εργατική Συνδικαλιστική Δουλειά της κετουκε. Στο μέρος που αναδημοσιεύεται σήμερα, παρατίθενται μερικά χρήσιμα στοιχεία (τα οποία όμως χρειάζονται διαρκή ανανέωση, καθώς γίνονται νέες αρχαιρεσίες και αλλάζουν τα δεδομένα) για τη δύναμη του ΠΑΜΕ στα Εργατικά Κέντρα της χώρας και τις Ομοσπονδίες. Κι είναι απαραίτητο να τα συνεκτιμούμε, όταν μιλάμε για το τι (περισσότερο) μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει ο ταξικός πόλος στο εργατικό κίνημα.

ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ

Τα Εργατικά Κέντρα στα οποία τα ψηφοδέλτια που στηρίζει το ΠΑΜΕ έχουν απόλυτη πλειοψηφία είναι 13 (ενώ με το ΠΑΜΕ συνεργάζεται και άλλο 1 Εργατικό Κέντρο). Όσον αφορά τις μεταβολές στη δύναμη του ΠΑΜΕ προστέθηκε το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου, ενώ από αυτήν αφαιρέθηκε το Εργατικό Κέντρο Ρόδου.

Τα Εργατικά Κέντρα στα οποία τα ψηφοδέλτια που στηρίζει το ΠΑΜΕ είναι πρώτη δύναμη, χωρίς όμως να έχουν απόλυτη πλειοψηφία είναι 2 (το ένα από τα δύο είναι από το 2013 το Εργατικό Κέντρο Αθήνας).

Τα Εργατικά Κέντρα στα οποία τα ψηφοδέλτια που στηρίζει το ΠΑΜΕ είναι δεύτερη δύναμη είναι 20.

Τα Εργατικά Κέντρα στα ΔΣ των οποίων δεν εκπροσωπείται το ΠΑΜΕ είναι 16.

(Για να αποδοθεί η πραγματική εικόνα της παρέμβασης κι επιρροής του ΠΑΜΕ σε Ομοσπονδίες κι Εργατικά Κέντρα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στις περισσότερες περιπτώσεις όπου δεν εκπροσωπείται το ΠΑΜΕ έχουν μηδενική ή στοιχειώδη συμμετοχή και λειτουργία. Για παράδειγμα, ενώ στον κρατικό τομέα φαίνεται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ότι το ΠΑΜΕ δεν εκπροσωπείται στα ΔΣ των μισών σχεδόν Ομοσπονδιών, στην πραγματικότητα οι Ομοσπονδίες στις οποίες το ΠΑΜΕ παρεμβαίνει κι έχει έδρες στα ΔΣ τους καλύπτουν περίπου το 85% του συνόλου των κρατικών υπαλλήλων. Αυτή η αναντιστοιχία απορρέει από το γεγονός ότι οι 20 από τις 44 Ομοσπονδίες του κρατικού τομέα στις οποίες το ΠΑΜΕ δεν έχει έδρα στα ΔΣ είναι είτε με πολύ λίγα μέλη είτε "σφραγίδες").

Ακολουθεί λίστα με τα ΕΚ τα οποία εντάσσονται στις παραπάνω κατηγορίες (όπου υπάρχει σύγκριση, είναι μεταξύ 2010 και 2014):

ΕΚ στα οποία οι δυνάμεις έχουν απόλυτη πλειοψηφία.

Λάρισας, Αγρινίου, Νάουσας, Λαυρίου, Φωκίδας, Άρτας, Θεσπρωτίας, Λευκάδας, Ζακύνθου, Κεφαλονιάς-Ιθάκης, Κω, Παλλεσβιακό, Σάμου, Αμαλιάδας (συνεργαζόμενο με το ΠΑΜΕ).

(*δική μου συμπληρωματική σημείωση: δεδομένου ότι το άρθρο γράφτηκε προ μερικών μηνών, στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί και το εργατικό κέντρο Ιωαννίνων).

ΕΚ στα οποία οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ είναι πρώτη δύναμη (χωρίς να έχουν απόλυτη πλειοψηφία).

Αθήνας, Πειραιά

ΕΚ στα οποία οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ είναι δεύτερη δύναμη

Ελευσίνας, Θεσσαλονίκης, Καρδίτσας, Ηρακλείου, Ιωαννίνων*, Ναυπάκτου, Πρέβεζας, Μεσολογγίου, Χίου, Έβρου, Θήβας, Πύργου, Χανίων, Πάτρας, Ρόδου, Κέρκυρας, Ελασσόνας, Ρεθύμνου, Κοζάνης, Εύβοιας

ΕΚ στα οποία οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ δεν έχουν έδρες στα ΔΣ

Έδεσσας-Αλμωπίας, Αλεξάνδρειας, ΄Σργους, Βέροιας, Βόρειας Εύβοιας, Διδυμότειχου, Ευρυτανίας, Καλαμπάκας, Κορίνθου, Κρέστενας, Κυκλάδων, Λουτρακίου, Ορεστιάδας, Φαρσάλων, Χαλκιδικής, Κατερίνης.

ΕΚ που δεν εκλέγουν αντιπρόσωπο για τη ΓΣΕΕ (επειδή δεν "πιάνουν" το απαραίτητο μέτρο των ψηφισάντων)

Αλμυρού, Αρκαδίας, Γρεβενών, Θεσπρωτίας (πλειοψηφία ΠΑΜΕ), Κιάτου, Μεσσήνης, Μήλου, Πύργου, Τριφυλλίας, Κεφαλονιάς-Ιθάκης (πλειοψηφία ΠΑΜΕ), Λαυρίου (πλειοψηφία ΠΑΜΕ), Μεγάρων, Φωκίδας (πλειοψηφία ΠΑΜΕ)

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΕΣ

Οι Ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα που τα ψηφοδέλτια που στηρίζει το ΠΑΜΕ έχουν απόλυτη πλειοψηφία είναι 7, ενώ 1 ακόμα Ομοσπονδία είναι συνεργαζόμενη με το ΠΑΜΕ. Από το 2010 έχουν φύγει 2 Ομοσπονδίες από τη δύναμη του ΠΑΜΕ: Η Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας (ΟΣΝΙΕ) και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος Ακροάματος (ΠΟΘΑ).

Οι Ομοσπονδίες που οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ είναι δεύτερη δύναμη είναι 8.
Οι Ομοσπονδίες στα ΔΣ των οποίων εκπροσωπείται το ΠΑΜΕ, χωρίς όμως να είναι πρώτη ή δεύτερη δύναμη είναι 45.
Οι Ομοσπονδίες στα ΔΣ των οποίων δεν εκπροσωπείται το ΠΑΜΕ είναι 22.

Στη συνέχεια ακολουθεί λίστα με τις Ομοσπονδίες τα οποία εντάσσονται στις παραπάνω κατηγορίες (όπου υπάρχει σύγκριση, είναι μεταξύ 2010 και 2014)

Οι Ομοσπονδίες στις οποίες οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ έχουν απόλυτη πλειοψηφία είναι οι εξής:

Οικοδόμοι, Φάρμακο, Λογιστές, ΟΕΚΙΔΕ, Τύπος - Χαρτί, Τρόφιμα-Ποτά, Συνταξιούχοι, Εμφιαλωμένων Ποτών (συνεργαζόμενη).

Οι Ομοσπονδίες στις οποίες το ΠΑΜΕ είναι δεύτερη δύναμη είναι οι εξής:

Επισιτισμός-Τουρισμός, ΠΟΘΑ, Ηλεκτρολόγοι, Μέταλλο, Ιδιωτικοί Υπάλληλοι-Εμποροϋπάλληλοι, ΔΕΥΑ, Χημική Βιομηχανία, ΟΣΕΓΟ

Οι Ομοσπονδίες στα ΔΣ των οποίων δεν εκπροσωπούνται οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ είναι οι εξής:

Ιδιωτικά Καζίνο, Χειριστών Μηχανοδηγών, Ασφαλιστικών Συλλόγων, ΟΒΕΣ, Καπνοεργατοϋπαλλήλων (Κιλκίς), Αεροπορικών Μεταφορών, Τεχνικών Επιχειρήσεων, Μεταλλείων-Λιγνιτωρυχείων-Λατομείων, Οικοδόμων-Ξύλου, Τσιμέντων, ΔΕΗ-ΚΗΕ (διασπαστική), Φορτοεκφορτωτών, Θυρωρών, Προσωπικού Ασφαλείας (ΟΜΥΠΑΕ), Κρέατος, Συμβασιούχων Πυροσβεστών, Εγγείων Βελτιώσεων, Κινηματογράφου-TV (ΠΟΕΚΤ), ΠΟΣΕΜ (Μεταφορές), Μακαροτεχνιτών, Καπνοβιομηχανιών Ελλάδας (ΠΟΚ).

Εκτός από τις αλλαγές που μπορεί να έχουν συντελεστεί στα παραπάνω στοιχεία την τελευταία 2ετία, αξίζει να σημειωθεί ότι το γεγονός της απουσίας των δυνάμεων του ΠΑΜΕ από τις παραπάνω Ομοσπονδίες δε σημαίνει ότι δεν έχουν παρέμβαση σε χώρους εργασίας που εντάσσονται σε αυτές τις Ομοσπονδίες, αλλά ότι οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ έχουν επιλέξει να συμμετέχουν σε άλλες δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Ακολουθεί μια σύντομη απεικόνιση της κατάστασης σε κάποιες βασικές Ομοσπονδίες (όπου υπάρχει σύγκριση, είναι μεταξύ 2010 και 2014):

Επισιτισμός: Στο Μητώο είναι 108 σωματεία. Τα 86 είναι ενεργά, στο ΠΑΜΕ είναι ενταγμένα 33, το 2010 ήταν 26. 61 σωματεία είναι κλαδικά και 26 επιχειρησιακά.

Χημική Βιομηχανία: από τα 21 σωματεία που είναι στο μητρώο, στο ΠΑΜΕ είναι ενταγμένα 5 σωματεία, ενώ το 2010 ήταν 4.

ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ: Από τα 21  σωματεία που ήταν στο μητρώο, στο ΠΑΜΕ είναι ενταγμένα 3, όπως ήταν και το 2010.

Τηλεπικοινωνίες: 7 σωματεία είναι στο μητρώο της Ομοσπονδίας Εργαζομένων ΟΤΕ (ΟΜΕ ΟΤΕ). Στο ΠΑΜΕ είναι 3, ενώ το 2010 ήταν 2, τα οποία δεν είναι μέλη της Ομοσπονδίας.

Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου (ΠΟΕΜ): Στο μητρώο είναι 101 σωματεία, ενώ το 2010 ήταν 97. Ενεργά είναι τα 65 από αυτά. Στο ΠΑΜΕ είναι 18 σωματεία, όπως ήταν και το 2010.

Ιδιωτικοί Υπάλληλοι-Εμποροϋπάλληλοι: στο μητρώο είναι 419 σωματεία, ενεργά είναι τα 227. Στο ΠΑΜΕ είναι 69, ενώ το 2010 ήταν 54.

ΕΛΤΑ: Στο μητρώο είναι 55 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ είναι 1, το οποίο όμως δεν είναι μέλος της Ομοσπονδίας.

Πετρέλαια-Χημική Βιομηχανία: Στο μητρώο είναι 28 σωματεία, στο ΠΑΜΕ είναι 1.

Τρόφιμα -Ποτά: στο μητρώο είναι 40 Σωματεία, το 2010 ήταν 37. Από αυτά, τα 6 είναι αδρανοποιημένα. Στο ΠΑΜΕ είναι 23, ενώ το 2010 ήταν 21.

Πανελλήνια Ομοσπονδία Λογιστών (ΠΟΛ): Στο μητρώο είναι 10 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ είναι 7 σωματεία, όπως και το 2010.

Ηλεκτρολόγοι: Στο μητρώο είναι 29 σωματεία: Στο ΠΑΜΕ είναι 6 σωματεία, όπως και το 2010.

Ομοσπονδία Συνδικάτων Μεταφορών Ελλάδας (ΟΣΜΕ): Στο μητρώο είναι 42 σωματεία, στο ΠΑΜΕ δεν είναι κανένα.

Ιδιωτικοί Εκπαιδευτικοί: στο μητρώο είναι 21 σωματεία, στο ΠΑΜΕ είναι 3 μέλη της Ομοσπονδίας και 4 που δεν είναι μέλη της Ομοσπονδίας.

Ομοσπονδία Μεταλλωρύχων Ελλάδας (ΟΜΕ): Στο μητρώο είναι 14 σωματεία, όπως ήταν και το 2010.

Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία (ΠΝΟ): Στο μητρώο είναι 14 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ είναι 4 που είναι μέλη της Ομοσπονδίας και 1 που δεν είναι μέλος της.

Εμφιαλωμένα: Στο μητρώο είναι 16 σωματεία. Και τα 16 είναι ενταγμένα στο ΠΑΜΕ.

Ομοσπονδία Σωματείων Γεωργικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΣΕΓΟ): Στο μητρώο είναι 96 σωματεία. Αρκετά είναι αδρανοποιημένα. Στο ΠΑΜΕ είναι 3 που δεν είναι μέλη της Ομοσπονδίας.

Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ): Στα μητρώα είναι 43 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ είναι 3 που δεν είναι μέλη της Ομοσπονδίας.

Ιατρικοί Επισκέπτες: Στα μητρώα είναι 15 σωματεία, στο ΠΑΜΕ δεν είναι κανένα.

Ομοσπονδία Υπαλλήλων Λιμανιών Ελλάδας (ΟΜΥΛΕ): Στο μητρώο είναι 10 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ δεν είναι κανένα.

Ομοσπονδία Εργαζομένων ΕΥΔΑΠ (ΟΜΕ-ΕΥΔΑΠ): Στο μητρώο είναι 12 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ δεν είναι κανένα.

Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΠ-ΟΤΑ): Στο μητρώο είναι 24 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ δεν είναι κανένα.

Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών (ΠΟΣ): Στο μητρώο είναι 20 Σωματεία. Στο ΠΑΜΕ δεν είναι κανένα.

Πανελλήνια Ομοσπονδία Εγαζομένων Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΠΟΕ-ΔΕΥΑ): Στο μητρώο είναι 60 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ είναι 2, όπως ήταν και το 2010.

Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Επιχειρήσεων Ραδιοφωνίας-Τηλεόρασης (ΠΟΣΠΕΡΤ): Στο μητρώο είναι 15 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ δεν είναι κανένα.

Φάρμακο: Στο μητρώο είναι 75 σωματεία, τα 33 είναι ενεργά. Στο ΠΑΜΕ είναι 20 σωματεία, ενώ το 2010 ήταν 18.

Συνταξιούχοι: Στο μητρώο είναι 91 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ είναι 74, όπως ήταν και το 2010.

Οικοδόμοι: Στο μητρώο είναι 158 σωματεία, αδρανοποιημένα είναι 56. Στο ΠΑΜΕ είναι 59 σωματεία, ενώ το 2010 ήταν 60.

Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας (ΟΣΝΙΕ): Στο μητρώο ειναι 29 σωματεία. Στο ΠΑΜΕ είναι 6 σωματεία, ενώ το 2010 ήταν 9.

Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος-Ακροάματος (ΠΟΘΑ): Στο μητρώο είναι 20 σωματεία. Από αυτά στο ΠΑΜΕ είναι 4.

Τύπος-Χαρτί: Στο μητρώο είναι 23 (12 επιχειρησιακά και 11 κλαδικά) σωματεία, στο ΠΑΜΕ είναι 17.

Όσον αφορά τις Ομοσπονδίες του κρατικού τομέα, η δύναμη των ψηφοδελτίων που στηρίζει το ΠΑΜΕ έχει ως εξής:

Το ψηφοδέλτιο που στηρίζει το ΠΑΜΕ έχει απόλυτη πλειοψηφία σε 1 Ομοσπονδία του κρατικού τομέα: Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων Ελλάδας (ΟΣΕΑΔΕ).

Οι Ομοσπονδίες στις οποίες τα ψηφοδέλτια που στηρίζει το ΠΑΜΕ είναι δεύτερη δύναμη είναι 3: α) Πανελλήνια Ομοσπονδία Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού ΑΕΙ (ΠΟΕΤΕΠ ΑΕΙ), β) Ομοσπονδία Υπαλλήλων Υπουργείου Ανάπτυξης (πρώην ΥΒΕΤ) και γ) Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων ΟΤΑ (ΠΟΕ_ΟΤΑ).

Οι Ομοσπονδίες στα ΔΣ των οποίων το ΠΑΜΕ εκπροσωπείται, χωρίς όμως να είναι πρώτη ή δεύτερη δύναμη, είναι 20.
Οι Ομοσπονδίες στα ΔΣ ων οποίων δεν εκπροσωπείται το ΠΑΜΕ, είναι 20.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Στοιχεία για το συσχετισμό στο συνδικαλιστικό κίνημα

Η κε του μπλοκ επιλέγει κι αντιγράφει μερικά κομβικά αποσπάσματα από το ομότιτλο άρθρο στο τρέχον τεύχος της ΚΟΜΕΠ. Το σημερινό πρώτο μέρος δίνει μια γενική περιγραφή των δυνάμεων, του ρόλου του και του μεταξύ τους συσχετισμού (που αντιστοιχεί στα αριθμητικά δεδομένα πριν από το πρόσφατο συνέδριο της ΓΣΕΕ), ενώ θα ακολουθήσει ένα δεύτερο μέρος με κάποια συγκεκριμένα και άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, η δημοσίευση αποσκοπεί να παροτρύνει τον αναγνώστη να αγοράσει και να μελετήσει το πολύ ενδιαφέρον τεύχος, που είναι αφιερωμένο σχεδόν στο σύνολό του στο εργατικό κίνημα.

Όσον αφορά την αντιπαράθεση στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος, πρέπει καταρχάς να ξεκαθαριστεί ότι η παρέμβαση των ταξικών δυνάμεων συγκρούεται και αντιμάχεται τόσο τους εργοδότες όσο και το αστικό κράτος, οι οποίοι από κοινού θέλουν την εργατική τάξη ανοργάνωτη ή με "ελεγχόμενη" συμμετοχή κι έχουν ενιαίο μέτωπο ενάντια στο Κόμμα και το ΠΑΜΕ.

Ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός, που τον συναποτελούν οι παρατάξεις της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και του ΜΕΤΑ -παρά τις απώλειες και τη μείωση του κύρους του- παραμένει ισχυρός, ενώ οι οπορτουνιστικές δυνάμεις (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κλπ) διατηρούν τις δυνάμεις τους. Το γεγονός αυτό αποτελεί, μαζί με τη χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα, το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα για το συνδικαλιστικό κίνημα και την ικανότητά του να αμυνθεί και να αντεπιτεθεί απέναντι στους εργοδότες, τις κυβερνήσεις, τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

Παρά την υπαρκτή ιδεολογική διαφοροποίηση των δυνάμεων του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού και το διακριτό προπαγανδιστικό στίγμα της κάθε δύναμης, στην επιχειρηματολογία και τη στάση τους συντείνουν στην αποδοχή τόσο των θεμελιακών στοιχείων της ιδεολογίας και πολιτικής της αστικής τάξης όσο και των κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πχ στάση απέναντι στην καπιταλιστική ιδιοκτησία, στην καπιταλιστική ανάπτυξη, στην κυβερνητική εναλλαγή στο πλαίσιο του συστήματος). Ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός λειτουργεί ως πέμπτη φάλαγγα στις γραμμές της εργατικής τάξης, όχι μόνο γιατί σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί ως προέκταση του εργοδοτικού και κρατικού μηχανισμού, αλλά κυρίως γιατί αναπαράγει και διαδίδει στις γραμμές της εργατικής τάξης όλη την ιδεολογική και πολιτική επιχειρηματολογία, τα διλήμματα και τους εκβιασμούς των μονοπωλίων, του αστικού κράτους και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις.

Από την άλλη, η παρέμβαση των οπορτουνιστικών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα δυσχεραίνει τη συγκέντρωση δυνάμεων απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική, ενώ πολλές φορές αξιοποιείται ως ο πιο κατάλληλος "αγωγός" περάσματος μιας σειράς επιλογών της αστικής τάξης. Χαρακτηριστικός γι' αυτό το τελευταίο είναι ο ρόλος των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα. Συνετέλεσαν στην κυριαρχία στις "πλατείες των αγανακτισμένων" της λογικής "έξω τα κόμματα - έξω τα συνδικάτα", αποτέλεσαν βασικό συνδικαλιστικό στήριγμα της προσπάθειας ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση, ενώ ακόμα και μετά από την επίτευξη αυτής της κυβερνητικής εναλλαγής αποτέλεσαν βασικό συνδικαλιστικό στήριγμα της αστικής διαπραγμάτευσης, ψηφίζοντας σε ΔΣ και ΓΣ ακόμα και τη συμμετοχή στα φιλοκυβερνητικά συλλαλητήρια. Χαρακτηριστικό του ρόλου των οπορτουνιστικών δυνάμεων στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι το γεγονός ότι σε πολλά σωματεία -ιδιαίτερα του κρατικού τομέα- "κατέβαιναν" και "κατεβαίνουν" σε κοινά "πλαίσια" με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η σύμπλευσή τους φτάνει μέχρι το βαθμό να σχηματίζουν κοινά ψηφοδέλτια (με πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα το χώρο των εκπαιδευτικών) και κάνουν προτάσεις για σχηματισμό "αριστερών προεδρείων" μαζί με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. Η σύμπλευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα επεκτείνεται και στην από κοινού εχθρότητά τους απέναντι στο ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ.

Ας δούμε όμως λίγο πιο συγκεκριμένα τους εκλογικούς συσχετισμούς που διαμορφώνονται στο συνδικαλιστικό κίνημα τα τελευταία χρόνια. Τα στοιχεία που ακολουθούν είναι από τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, τα οποία όμως πρέπει να έχουμε υπόψη ότι δεν αποτυπώνουν πιστά τις τάσεις στο επίπεδο των πρωτοβάθμιων σωματείων.

Η ΠΑΣΚΕ παρουσιάζει μεταξύ των δύο τελευταίων συνεδρίων των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ μείωση τόσο στον ιδιωτικό (από 47, 32 σε 33,87%) όσο και -ακόμα περισσότερο- στον κρατικό τομέα (από 44,65 σε 25,14%). Στη μείωση στη ΓΣΕΕ συνετέλεσε και η αποχώρηση ενός τμήματος από την ΠΑΣΚΕ στο 35ο Συνέδριο και η συγκρότηση της παράταξης ΕΜΕΙΣ, η οποία συγκέντρωσε το 7,47% των ψήφων. Ταυτόχρονα, η ΠΑΣΚΕ αποτελεί το βασικό τροφοδότη του ΜΕΤΑ σε στελέχη και ψήφους. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα έχουμε μετατόπιση ολόκληρων συνδυασμών της ΠΑΣΚΕ στο ΜΕΤΑ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον κρατικό τομέα, όπου ένα κομμάτι της στο τελευταίο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ μετατοπίστηκε στο ΜΕΤΑ. Επίσης, σε αρκετούς χώρους αλλάζει ονομασίες και πρόσωπα, κρατώντας βέβαια την ουσία των θέσεών της.

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, είναι ότι, παρά τις απώλειές της, η ΠΑΣΚΕ παραμένει ο βασικός πυλώνας του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, ιδιαίτερα στον κρατικό τομέα και τις πρώην ΔΕΚΟ. Εξακολουθεί να έχει την πλειοψηφία σε μεγάλες Ομοσπονδίες κι Εργατικά Κέντρα, σε ΓΣΕΕ-ΑΣ+ΔΕΔΥ, εκμεταλλευόμενη και τους δεσμούς της με την εργοδοσία, τις διοικήσεις των επιχειρήσεων, τις πρώην ΔΕΚΟ, το κράτος και τα ευρωπαϊκά συνδικάτα.

Η ΔΑΚΕ σημειώνει σταθερότητα στον ιδιωτικό τομέα (από 24,27 σε 24,29%) και μείωση στον κρατικό τομέα (από 28,02 σε 22,10%). Συγκράτησε δυνάμεις αξιοποιώντας τα προηγούμενα χρόνια τη διακυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και τους δεσμούς της με την εργοδοσία. Μαζί με την ΠΑΣΚΕ συγκροτούν το βασικό κορμό του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού. Προβλήματα συνοχής εμφανίζει το τελευταίο διάστημα κυρίως στον κρατικό τομέα, γεγονός στο οποίο συνετέλεσε και η απώλεια της διακυβέρνησης.

Το ΜΕΤΑ, όπως μετονομάστηκαν οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλιστικό κίνημα, σημειώνει αύξηση των δυνάμεών του τόσο στον ιδιωτικό (από 5, 96 σε 10,28%) όσο και στον κρατικό τομέα (από 9,97 σε 16,47%). Επισημαίνουμε επίσης ότι, ακόμα και μετά από την άνοδό της στα συνέδρια του 2013, η συνδικαλιστική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από την πολιτική του επιρροή. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία για τα παραπάνω ποσοστά έχει ότι καταγράφηκαν την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση. Το επόμενο (36ο) συνέδριο των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ θα είναι το πρώτο που θα αποτυπώσει σε κάποιο βαθμό την πραγματική μεταβολή της συνδικαλιστικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ από την κυβερνητική διαχείριση που ασκεί από το Γενάρη του 2015.

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ σε μια σειρά κλάδους εκλέγουν αντιπροσώπους μέσα από ενιαία ψηφοδέλτια με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ και με τη στήριξη της εργοδοσίας (χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα σούπερ μάρκετ και οι ναυτιλιακοί υπάλληλοι). Επίσης, μετά από ένα διάστημα συνύπαρξης ΣΥΡΙΖΑ και ΛΑΕ στο ΜΕΤΑ, δημιουργείται τώρα νέα παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ με την ονομασία ΣΥΜΜΑΧΙΑ.

Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι οποίες αποτελούν και το βασικό κορμό της παρέμβασης του οπορτουνισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα (μαζί με τις δυνάμεις της ΛΑΕ), παρουσιάζουν μικρή αύξηση των δυνάμεών τους στον ιδιωτικό τομέα (κερδίζοντας 2 ψήφους στις εκλογές της ΓΣΕΕ), παραμένοντας ωστόσο με μικρές δυνάμεις. Στο χώρο του κρατικού τομέα, όπου έχουν πιο συγκροτημένη παρουσία, παρουσίασαν μείωση των δυνάμεών τους (από 11,40 σε 9,82%), πιεζόμενοι από την ανοδική τάση της συνδικαλιστικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ με τον οποίο σε μεγάλο βαθμό αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία. Στο χώρο των εκπαιδευτικών του κρατικού τομέα και ιδιαίτερα των δασκάλων, ωστόσο, διατηρούν σημαντική δύναμη και αύξησαν τις δυνάμεις τους, οδηγώντας μάλιστα τον κάδο σε αγώνες που, λόγω του τρόπου οργάνωσης και των αιτημάτων τους, αντί να βοηθήσουν, οδήγησαν στον παραπέρα εκφυλισμό του κινήματος.

Όσον αφορά την εκλογική επιρροή των δυνάμεων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, παρουσίασαν αύξηση τόσο στον ιδιωτικό (από 20,57 σε 21,96%) όσο και στον κρατικό τομέα (από 11,40 σε 13,15%). Σε αντίθεση με τις δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, το ΠΑΜΕ έχει εδραιωθεί στη συνείδηση ευρύτερων εργατικών μαζών ως ο αγωνιστικός πόλος στο συνδικαλιστικό κίνημα, έχει ανεβάσει το κύρος του μέσα στους εργαζόμενους. Επίσης, την ίδια στιγμή που ο εργοδοτικός-κυβερνητικός συνδικαλισμός εκτός από το κύρος του χάνει και τη δυνατότητα κινητοποίησης εργαζομένων που σε κάποιο βαθμό είχε παλιότερα, το ΠΑΜΕ έχει αυξήσει -αν και όχι θεαματικά- τη δυνατότητά του να κινητοποιεί εργαζόμενους σε αγωνιστική γραμμή σύγκρουσης, όπως έδειξαν και οι ανταγωνιστικές πρωτοβουλίες που πήρε.

Ιδιαίτερα στην εξαιρετικά δύσκολη περίοδο της μαζικής εναπόθεσης ελπίδων στο ΣΥΡΙΖΑ για το ξεπέρασμα των συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης, που επέφερε νέα γενική αποδυνάμωση των συνδικάτων στη χώρα μας - με παρόμοιες τάσεις να κυριαρχούν την ίδια περίοδο για άλλους λόγους και στην Ευρώπη- το ΠΑΜΕ συγκράτησε και σε αρκετούς κλάδους ενίσχυσε τις δυνάμεις του. Η μικρή αύξησή του θα ήταν μεγαλύτερη αν η καπιταλιστική κρίση δε συρρίκνωνε απότομα κάποιους κλάδους (με συνέπεια και τη μείωση των ψηφισάντων σε αυτούς) όπου το ΠΑΜΕ είχε σημαντικές δυνάμεις, όπως οι κλάδοι των Οικοδόμων, του Μετάλλου, της Κλωστοϋφαντουργίας, του Καπνού.

Από την άποψη των ποσοστών, τα ψηφοδέλτια που στηρίζονται από το ΠΑΜΕ συσπειρώνουν το 1/3 των συνδικαλισμένων εργαζομένων (για μια σειρά λόγους που έχουν αναφερθεί και θα αναφερθούν και στη συνέχεια τα εκλογικά ποσοστά του ΠΑΜΕ σε Ομοσπονδίες κι Εργατικά Κέντρα δεν αποτυπώνουν το πραγματικό ποσοστό των συνδικαλισμένων εργαζόμενων που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ). Εκτός από το ποσοτικό στοιχείο, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι πρόκειται για το πιο οργανωμένο, μαχητικό, πειθαρχημένο και ταξικά προσανατολισμένο τμήμα της εργατικής τάξης.

Όχι μόνο από τα στοιχεία των συσχετισμών, αλλά και από τους αγώνες (τόσο τους κλαδικούς όσο και τους γενικούς), επιβεβαιώνεται ότι υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι των εργαζόμενων που, ανεξάρτητα από το βαθμό κατανόησης, συμφωνεί σε γενικές γραμμές με τη γραμμή πάλης που εκφράζει το ΠΑΜΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ως ένα βαθμό, αυτοί οι εργαζόμενοι απορρίπτουν το επιχείρημα ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη θα τους ευνοήσει, αρνούνται τους ιμπεριαλιστικούς μονόδρομους, δεν υποτάσσονται στην τρομοκρατία και τις κάθε είδους πιέσεις κι εκβιασμούς, δείχνουν αντοχή.

Το κομμάτι αυτό των εργαζομένων, τόσο συνολικά όσο και σε κάθε κλάδο, αποτελεί την απαραίτητη κρίσιμη μάζα για την αναγκαία κι επείγουσα ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Διπολική διαταραχή

Ξαναδιαβάζοντας τις προάλλες το βιβλίο του Μαΐλη 'από την 4η Αυγούστου ως τις μέρες μας' και τη συλλογή άρθρων που περιλαμβάνει, είχα την ευκαιρία να δω από κάπως διαφορετικό πρίσμα και με τη στερνή γνώση, κάποια αποσπάσματα από το άρθρο για τις βασικές εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα στα χρόνια της μεταπολίτευσης, που μπορείτε να το βρείτε και να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ. Παρακάτω ακολουθούν τα επίμαχα αποσπάσματα. Υπόψη πως το άρθρο είναι γραμμένο το (κοντινό και μακρινό συνάμα) 2008 (ή τέλη του 07'), πριν το ξέσπασμα της κρίσης.


Το δικομματικό σύστημα στην Ελλάδα συνεχίζει να λειτουργεί με αυτοδύναμες κοινοβουλευτικά κυβερνήσεις, που αποκτούν την αυτοδυναμία χάρη στους καλπονοθευτικούς εκλογικούς νόμους που ψηφίζουν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Οι δύο βασικοί πόλοι του δικομματισμού δεν υποχρεώθηκαν μέχρι τώρα να προχωρήσουν σε πολιτικές συμμαχίες για να σχηματίσουν κυβέρνηση, όπως έγινε στη Γερμανία ούτε να ψηφίσουν την απλή αναλογική, που επίσης θεσπίστηκε στο παρελθόν και συνταγματικά σε άλλα κράτη, π.χ. στην Ιταλία, όπου όμως ήταν εξασφαλισμένο ότι η μεγάλη εκλογικά δύναμη του ΙΚΚ δε θα έθετε σε κίνδυνο το αστικό σύστημα, όπως βεβαίωνε ο «ιστορικός συμβιβασμός» του.

Σενάρια διπολισμού απασχολούν σήμερα την αστική τάξη πολύ περισσότερο απ’ ότι στο παρελθόν. Ήδη αστοί πολιτικοί εκφράζουν και δημόσια εκτιμήσεις τους για σχεδιασμούς ντόπιων και ξένων κέντρων να διασπασθούν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Ενόψει πιθανών εξελίξεων αναπροσαρμόζεται και ο εκλογικός νόμος, αφού η ουσία των εκλογικών συστημάτων δε βρίσκεται μόνο στην κομματική επιδίωξη του ισχυρότερου αστικού κόμματος να διατηρείται στην κυβερνητική εξουσία και άρα να προσαρμόζει σε αυτό τον στόχο το εκάστοτε σύστημα διεξαγωγής των εκλογών, αλλά και στην εξυπηρέτηση των γενικότερων ταξικών στόχων.

Παράλληλα, οι τοποθετήσεις για «το τέλος της μεταπολιτευτικής περιόδου» πληθαίνουν, ενώ ο ΣΥΝ υπολογίζει σε πιθανή διάσπαση του ΠΑΣΟΚ για να προκύψουν «θετικές πολιτικές ανακατατάξεις», όπως ισχυρίζεται. Αυτή ήταν και η έννοια της εκτίμησης του ΣΥΝ ότι οι εκλογές (σ.σ.: εννοεί του 07') μπορούν να αποτελέσουν το «κύκνειο άσμα του δικομματισμού». Τις θέσεις του για συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας, αρχικά με τη ΝΔ ή και με το ΠΑΣΟΚ, έχει διατυπώσει πολλές φορές και ο ΛΑ.Ο.Σ.

Το ΚΚΕ έχει προειδοποιήσει πριν από πολλά χρόνια ότι υπάρχουν σενάρια που η άρχουσα τάξη θα υλοποιήσει, για να κάμψει την τάση ριζοσπαστικοποίησης λαϊκών μαζών, για να εδραιώσει ένα πολιτικό σύστημα άλλης μορφής και ίδιου περιεχομένου με το σημερινό.

Το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1996) υπογράμμισε:

«Στους κόλπους των μεγάλων ιδιαίτερα κομμάτων, στο πολιτικό σύστημα κυοφορούνται διεργασίες αναπροσαρμογής στη μορφή του πολιτικού συστήματος, με διάφορα σενάρια κυβερνητικής ή γενικότερης συνεργασίας, αναπαραγωγής του δικομματισμού με το σχήμα των δύο πόλων «κεντροδεξιά» - «κεντροαριστερά».

Οι διεργασίες αντανακλούν τη δυσφορία του ελληνικού λαού για τη σημερινή κρίση και εκφράζουν διαφορετικές αντιλήψεις σε θέματα τακτικής. Αντανακλούν τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, τη διαπάλη μερίδων της άρχουσας τάξης στα πλαίσια του γενικότερου πολυεθνικού ανταγωνισμού. Εκφράζουν προθέσεις και σενάρια παγίδευσης ριζοσπαστικών δυνάμεων, ώστε αυτές να μη δρασκελίσουν το κατώφλι προς το δρόμο του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού αγώνα.

[…] Τα μικρότερα κόμματα διαδραματίζουν το ρόλο της εφεδρείας και του αναχώματος…


(...)

Αναμφισβήτητο είναι το στοιχείο των προσωπικών βλέψεων που πράγματι ώθησε στη δημιουργία τους, αν και αυτό δεν μπορεί να την εξηγήσει ικανοποιητικά από μόνο του. Ίσως πρέπει η γέννηση του κάθε κόμματος να εξεταστεί με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες που την προκάλεσαν. Και πάντως, δίχως να επιχειρείται μια αυστηρή υπαγωγή του καθενός από αυτά στην α΄ ή στη β΄ αιτία ή και σε όλες μαζί, φαίνεται ότι γενικά μπορούμε να προσδιορίσουμε σειρά παραγόντων που επέδρασαν στη δημιουργία τους:

1. Ανακατατάξεις σε τμήματα του κεφαλαίου. Με αυτές σχετίζονται και συμφέροντα για προσαρμογές και εκσυγχρονισμούς στη διοίκηση και σε θεσμούς. Διαπλέκεται επίσης η πίεση να προχωρήσει πιο γρήγορα ο αστικός εκσυγχρονισμός και η φιλοδοξία ηγετικών στελεχών να λειτουργήσουν ως ατμομηχανή των παρατάξεών τους ή να υπερφαλαγγίσουν άλλα ηγετικά στελέχη.

2. Τα «νέα» κόμματα ιδρύθηκαν σε περίοδο απελευθέρωσης των αγορών, εξαγοράς επιχειρήσεων και συγχωνεύσεων, σε περίοδο που εντεινόταν η εξαγωγή κεφαλαίων στα Βαλκάνια και αλλού, ενώ προετοιμαζόταν και η είσοδος της Ελλάδας στο λεγόμενο «σκληρό πυρήνα» της ΕΕ.

3. Το πώς τμήμα των πολιτικών προσλαμβάνει τη λαϊκή αντίδραση στην αντιλαϊκή πολιτική, αλλά και τις αντιφάσεις στην άσκησή της.

4. Η επιδίωξη δημιουργίας αναχωμάτων, με σκοπό να απορροφηθούν μελλοντικοί κραδασμοί από τα αντιλαϊκά μέτρα.

5. Η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και η ανάμιξη επιμέρους αστικών οικονομικών συμφερόντων που επιδίωκαν συγκεκριμένα οφέλη (Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, Ολυμπιακοί Αγώνες κ.ά.).

(...)

Είναι δυνατό, σε μία πορεία, τόσο ο κλασσικός δικομματισμός όσο και ο διπολισμός να οδηγηθούν σε βαθιά κρίση, κάτω από προϋποθέσεις, με πιο βασικές την ανάπτυξη του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος με την προώθηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου πάλης, άρα με το μαζικό απεγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, προς την αποφασιστική ενίσχυση του ΚΚΕ. Η διαπάλη θα είναι σκληρή, για να μην εγκλωβιστούν σε διπολικά σχήματα οι απογοητευμένες, αλλά και με χαμηλό επίπεδο συνείδησης, μάζες.

Άλλου είδους ανακατατάξεις, όπως η συζητούμενη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ και η συμπόρευση ενός από τα δύο τμήματά με το ΣΥΝ, δε θα αποτελούν έκφραση ριζοσπαστικοποίησης των μαζών. Ακόμα και στην περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ διασπαστεί, θα παραμένει ως στόχος ο απεγκλωβισμός των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων.

Η αστάθεια και ο κλονισμός του αστικού πολιτικού συστήματος πρέπει να επιδιώκεται από την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, με προοπτική την εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας, δηλαδή της σοσιαλιστικής. Βασική προϋπόθεση για αυτή την πορεία είναι και η ιδεολογική συντριβή του οπορτουνισμού, η χρεοκοπία της αντίληψης για την «ενότητα της αριστεράς» και γενικά κάθε αντίληψης που έχει περιεχόμενο τη δήθεν δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας φιλολαϊκός καπιταλισμός.

Τα αστικά κόμματα, βεβαίως, όπως και συνολικά η αστική τάξη με τους μηχανισμούς της, θα πάρουν όλα τα μέτρα για να αποτρέψουν αρνητικές γι’ αυτούς εξελίξεις. Ο αγώνας του λαού είναι και θα γίνει πιο δύσκολος γιατί οι ταξικοί αντίπαλοι έχουν και πολλά μέσα, έχουν και τη διεθνή στήριξη των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών (ΕΕ - ΝΑΤΟ - ΔΝΤ κ.ά.). Έχουν και μεγάλη πείρα, τόσο στην ανασυγκρότηση του αστικού πολιτικού συστήματος, όσο και στην αντιμετώπιση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, αν και πρώτη φορά τα τελευταία 40 χρόνια το αστικό πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει τόσες δυσκολίες. Ομως αν και ισχυροί, δεν είναι ανίκητοι.

Οι υπογραμμίσεις στο παραπάνω απόσπασμα είναι δικές μου. Και βασικά το σχόλιο ως προς τις υπογραμμισμένες παραγράφους είναι ένα πρόσφατο διαφημιστικό σλόγκαν: το 'βλεπες, το 'παιξες;

Αντί επιλόγου, ένα μικρότερο απόσπασμα, που αναφέρεται στο θεσμό των δημοψηφισμάτων, σε μια σχετικά ανύποπτη στιγμή για τη χώρα μας.

Η κατ’ επίφαση δημοκρατική συμμετοχή των μαζών επιδιώκουν να εκφράζεται και με την υιοθέτηση δημοψηφισμάτων, όταν είναι δυνατό να χειραγωγηθούν οι μάζες από τα αστικά κόμματα. Σε σειρά κρατών της ΕΕ πραγματοποιήθηκαν δημοψηφίσματα, όπως για το «ευρωσύνταγμα». Αποδείχτηκε ότι κυρίως διενεργούνται στο βαθμό που το αποτέλεσμά τους κρίνεται ότι θα αποβεί θετικό, όπως στην Ιταλία, όπου το 80% όσων ψήφισαν τάχθηκε υπέρ της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης. Αντίθετα, αν ο συσχετισμός τείνει σε αρνητικό αποτέλεσμα, τότε τα δημοψηφίσματα δε γίνονται. Αυτό συνέβη τελευταία και με την «ευρωσυνθήκη».

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η Ρωσία

Η κε του μπλοκ επιστρέφει στο τρέχον τεύχος της Κομεπ για να αντιγράψει αυτή τη φορά σε δύο συνέχειες εκτεταμένα αποσπάσματα από το πολύ αξιόλογο άρθρο και ενδιαφέρον του Ελισαίου Βαγενά για την στρατιωτικο-πολιτική εξίσωση στη Συρία. Τα παρακάτω αποσπάσματα απαντούν σε διάφορες απόψεις, που αφορούν τη δικαιολόγηση του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή το χαρακτήρα και το ρόλο της Ρωσίας. Και ουσιαστικά εντάσσονται και στο πλαίσιο της διαπάλης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και τη σχετική διαφωνία με το ΚΕΚΡ του Τιούλκιν. Από αυτήν την άποψη είναι άκρως επίκαιρο και πολύ εύστοχο, κατά τη γνώμη μου, στις απαντήσεις που δίνει.
Σε κάθε περίπτωση και αυτή η δημοσίευση (όπως και η επόμενη συνέχεια) λειτουργεί κι ως προτροπή στο σφο αναγνώστη για να πάρει και να μελετήσει το τεύχος της Κομεπ.

Παραπλανητικά ιδεολογήματα δικαιολόγησης του ιμπεριαλιστικού πολέμου

Η φανερή ρωσική εμπλοκή στη συριακή κρίση, όπως και η βομβιστική επίθεση στο Παρίσι, έχουν δημιουργήσει μια «ανακύκλωση» ιδεολογικών συγχύσεων, παλιών και νέων, που έχει σημασία να εξετάσουμε. Έτσι πχ ενώ συνήθως δεν αμφισβητείται η ταξική φύση της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας, οι στοχεύσεις του ρωσικού κεφαλαίου και αναγνωρίζεται πως άλλο η σημερινή Ρωσία κι άλλο η Σοβιετική Ένωση, στην πορεία προβάλλονται διάφορα παραπλανητικά ιδεολογήματα. Επιπλέον, επανέρχονται σφοδρότερες αταξικές θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων κι εξελίξεων. Πρόκειται για ζητήματα που αξίζει να απαντηθούν, αφού οδηγούν τους εργαζόμενους να «στοιχηθούν» και να διαλέξουν ιμπεριαλιστική δύναμη, σε έναν πόλεμο που διεξάγεται για ξένα προς αυτούς συμφέροντα και συγκεκριμένα για τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Ο «πολυπολικός κόσμος» σε αντιπαράθεση με την «αυτοκρατορία των ΗΠΑ»

Ορισμένες δυνάμεις, που βλέπουν τον ιμπεριαλισμό μόνο στην «αυτοκρατορία» των ΗΠΑ, χαιρετίζουν την ανάδειξη νέων, ανερχόμενων καπιταλιστικών δυνάμεων στις παγκόσμιες υποθέσεις, όπως και την εμφάνιση νέων διακρατικών ενώσεων (BRICS, Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης, Οργάνωση Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας, ALBA κοκ), που συγκροτούν καπιταλιστικά κράτη, με οικονομικό-πολιτικό και στρατιωτικό περιεχόμενο. Οι εξελίξεις αυτές χαιρετίζονται ως η αρχή της εμφάνισης ενός «πολυπολικού κόσμου», που θα «αναμορφώσει» και θα δώσει «νέα πνοή» στον ΟΗΕ και στους άλλους διεθνείς οργανισμούς, που θα ξεφύγουν από την αμερικανική «ηγεμονία». Αυτές οι υποθέσεις καταλήγουν πως με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί και η ειρήνη. Μέσα από αυτό το πρίσμα, κι ως ένα «βήμα» σε αυτήν την κατεύθυνση, χαιρετίζεται η ρωσική στρατιωτική εμπλοκή στη Συρία.

Υποστηρίζεται πως οι νέες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η διαφαινόμενη ανακατάταξη στο παγκόσμιο σύστημα μπορεί να οδηγήσουν στον «εκδημοκρατισμό» των διεθνών σχέσεων, αφού εμφανίζεται ένας κόσμος με πολλούς «πόλους» με την ενίσχυση της Γερμανίας, Ρωσίας, Κίνας, Βραζιλίας και άλλων κρατών και την ανάλογη υποχώρηση των ΗΠΑ.

Ακούγονται και σχετικές προτάσεις, όπως πχ η διεύρυνση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με άλλες χώρες.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Μπορεί η αύξηση του παγκόσμιου ρόλου της ΕΕ, όπως υποστηρίζει, πχ ο Σύριζα και το λεγόμενο «Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς», ή ακόμη ο αυξημένος ρόλος της Ρωσίας και της Κίνας να βάλουν σε άλλες, σε «φιλειρηνικές ράγες» τις παγκόσμιες εξελίξεις;

Κατά την εκτίμησή μας, σε καμία περίπτωση! Και αυτό γιατί τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν τον προκαλεί ο εκάστοτε συγκεκριμένος συσχετισμός μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, αλλά οι καπιταλιστικές νομοτέλειες: Ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη, ο ανταγωνισμός, η τάση απόκτησης πρόσθετου κέρδους. Σε αυτήν τη βάση παράγονται και αναπαράγονται, τροποποιούνται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, πρώτα απ’ όλα για τις πρώτες ύλες, την ενέργεια και τα δίκτυα μεταφοράς τους, η μάχη για τα μερίδια των αγορών. Ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός είναι αυτός που οδηγεί σε τοπικές ή και γενικευμένες στρατιωτικές επεμβάσεις και πολέμους. Αυτός ο ανταγωνισμός διεξάγεται με όλα τα μέσα που διαθέτουν τα μονοπώλια και τα καπιταλιστικά κράτη που εκφράζουν τα συμφέροντά τους, αποτυπώνεται στις διακρατικές συμφωνίες που συνεχώς αμφισβητούνται λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός, πηγή και πολεμικών επιθέσεων μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας.

Να γιατί τα περί «νέας δημοκρατικής παγκόσμιας διακυβέρνησης», που σπέρνουν οι παλιότερα αστικοποιημένες σοσιαλδημοκρατικές και σύγχρονες οπορτουνιστικές δυνάμεις, έχουν στόχο να εξωραΐσουν ιδεολογικά τους νέους συσχετισμούς στην καπιταλιστική, στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, με σκοπό να παραπλανήσουν τους εργαζόμενους.

Και παλιότερα πόλεμοι, όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εξαπολύθηκαν εν ονόματι της αποκατάστασης άδικων Συμφωνιών ή πρόληψης νέων πολέμων. Είναι επείγουσα ανάγκη οι εργαζόμενοι να χειραφετηθούν από τέτοιες πλάνες, παγίδες περί «εκδημοκρατισμού» του καπιταλισμού και των διεθνών σχέσεων, που τους στοιχίζει πίσω από ξένα συμφέροντα.

Ο «πολυπολικός κόσμος» ως μέσο εξασφάλισης της ειρήνης και των λαϊκών συμφερόντων είναι πλάνη. Επί της ουσίας αυτή η προσέγγιση αντιμετωπίζει ως σύμμαχο τον αντίπαλο, εγκλωβίζει λαϊκές δυνάμεις στην επιλογή ιμπεριαλιστή ή ιμπεριαλιστικής ένωσης, παραλύει το εργατικό κίνημα.

«Η στάση της Ρωσίας, αν και περικλείει κινδύνους γενικότερης ανάφλεξης, διευκολύνει την αντιιμπεριαλιστική πάλη»

Η άποψη αυτή συχνά διασταυρώνεται λαο με την εκτίμηση πως η Ρωσία είναι «αντιιμπεριαλιστική δύναμη». Στη Ρωσία είχε τα τελευταία χρόνια εμφανιστεί κι ένα ολόκληρο πολιτικό «ρεύμα», με την επονομασία «κόκκινοι πουτινιστές», που από τα «αριστερά» παρείχε πολιτική υποστήριξη στο σημερινό Πρόεδρο της χώρας Β. Πούτιν. Πρόκειται για παραλλαγμένη μορφή του ιδεολογήματος περί «πολυπολικού κόσμου». Είναι εξίσου παραπλανητική και παραλυτική για το εργατικό κίνημα, αφού παρακάμπτει τον κοινωνικό-ταξικό χαρακτήρα της σημερινής εξουσίας στη Ρωσία. Ποιος έχει σήμερα στα χέρια του τα μέσα παραγωγής και την εξουσία στη Ρωσία; Η απάντηση –ότι δηλαδή η αστική τάξη είναι η κυρίαρχη τάξη στη Ρωσία, όπου κι εκεί «λύνουν και δένουν» τα μονοπώλια, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία του λαού έρχεται αντιμέτωπη με όλη την γκάμα των οικονομικών και κοινωνικών αδιεξόδων του καπιταλισμού- παρακάμπτεται από τους εκπροσώπους των παραπάνω θέσεων. Η προσοχή των συγκεκριμένων δυνάμεων εστιάζεται βασικά στη διαπάλη της Ρωσίας με τις ΗΠΑ και τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Όμως, αυτή η διαπάλη δε διεξάγεται για τα συμφέροντα του ρωσικού λαού, αλλά για τα συμφέροντα των ρωσικών μονοπωλίων.

Επιπλέον, εδώ έχει σημασία να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει η έννοια «ιμπεριαλισμός». Αν αυτήν την έννοια την καταλαβαίνουμε με τα επιστημονικά κριτήρια που έθεσε ο Λένιν στο έργο του, με βάση τα οποία καταλήγει πως πρόκειται για τον καπιταλισμό στο ανώτατο, το μονοπωλιακό του επίπεδο, τότε γίνεται φανερό πως μια καπιταλιστική δύναμη, όπως είναι η Ρωσία, στην οποία κυριαρχούν τα μονοπώλια, δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται «αντιιμπεριαλιστική δύναμη».

Δυνάμεις, ακόμη και κομμουνιστικές, που παραιτούνται από τη λενινιστική θεώρηση του ιμπεριαλισμού κι αντιμετωπίζουν τον ιμπεριαλισμό ως «επιθετική εξωτερική πολιτικήΑ» ή τον ταυτίζουν με τις ΗΠΑ και την αντίληψη περί «αυτοκρατορίας» των ΗΠΑ, μπορούν να οδηγηθούν σε τεράστια πολιτικά σφάλματα. Είναι χαρακτηριστικό πως τέτοιες δυνάμεις πριν μερικά χρόνια, όταν ο Ερντογάν όξυνε την αντιπαράθεση της Τουρκίας με το Ισραήλ  και λάμβανε θέσεις υπέρ του Ιράν, χαρακτήριζαν την Τουρκία ως «αντιιμπεριαλιστική δύναμη»· ενώ ήταν στην ιμπεριαλιστική στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤΟ, είχε υπό τη στρατιωτική κατοχή της το 40% της Κύπρου και απειλεί την Ελλάδα με Casus belli (αιτία πολέμου), σε περίπτωση που εφαρμόσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας στο Αιγαίο.

Βέβαια, και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος από μόνος του, δεν οδηγεί σε αλλαγή του συσχετισμού προς όφελος των εργατικών, λαϊκών δυνάμεων, όπως δείχνουν και οι σημερινές εξελίξεις στη Συρία, αλλά και στην Ουκρανία και άλλες χώρες. Προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ισχυρών ΚΚ με επεξεργασμένη επαναστατική στρατηγική και ρίζες στο εργατικό, λαϊκό κίνημα, για να κατευθύνουν εξεγερμένες μάζες στο στόχο της ανατροπής της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Αταξικές ερμηνείες για το Διεθνές Δίκαιο

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, μια σειρά δυνάμεις (και κομμουνιστικές) ισχυρίζονται πως η Ρωσία δρα στο «πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου», σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τις άλλες δυνάμεις. Σε αυτή τη βάση δικαιολογούν διαφορετικά τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας, κατόπιν πρόσκλησης από την κυβέρνηση της Συρίας, σε σχέση με τις επεμβάσεις των άλλων καπιταλιστικών κρατών.

Ωστόσο, το σημερινό «Διεθνές Δίκαιο» προβλέπει τρεις περιπτώσεις στρατιωτικών επιχειρήσεων στο έδαφος άλλου κράτους: 1) με απόφαση του ΣΑ του ΟΗΕ, όπως έγινε στην περίπτωση της Λιβύης 2) με πρόσκληση της νόμιμης κυβέρνησης του συγκεκριμένου κράτους, όπως, δηλαδή, στην περίπτωση της Ρωσίας από τη Συρία και 3) για λόγους «αυτοάμυνας».

Τους λόγους «αυτοάμυνας» επικαλούνται από την πρώτη στιγμή οι ΗΠΑ, για τις αεροπορικές επιδρομές στη Συρία. Αλλά και η τουρκική κυβέρνηση, με επιστολή της προς το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Μπαν Γκι Μουν, και το Συμβούλιο Ασφαλείας, επικαλείται ακριβώς το περιβόητο «άρθρο 51» του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Ωστόσο, πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε τα εξής: Το Διεθνές Δίκαιο είναι κι αυτό κομμάτι του αστκού δικαίου. Όσο υπήρχε η ΕΣΣΔ και οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες, αυτό διαμορφωνόταν ως αποτέλεσμα του συσχετισμού ανάμεσα στις δυνάμεις του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού, που ωστόσο εξακολουθούσε να είναι αρνητικός, ενώ και τότε πραγματοποιούνταν ιμπεριαλιστικά εγκλήματα. Μετά από την ανατροπή του σοσιαλισμού, το Διεθνές Δίκαιο καθορίζεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα του συσχετισμού ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη, αντιδραστικοποιείται παραπέρα και χρησιμοποιείται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατά το δοκούν, στο πλαίσιο των ανταγωνισμών τους και σε βάρος των λαών.

(...ακολουθεί ένα κομμάτι που εξηγεί τη μετατροπή της ερμηνείας του άρθρου 51 και της έννοιας της αυτοάμυνας, ώστε να περιλαμβάνει κι άλλες περιπτώσεις πέρα από την εισβολή ξένου στρατού)

Στις 18 Νοέμβρη 2015 και η Ρωσία δήλωσε πως στο εξής θα δρα στη βάση του άρθρου 51, θεωρώντας πως και η ίδια ασκεί τα δικαιώματά της στην "αυτοάμυνα". Η θέση αυτή, από τα πράγματα, έβαλε τέλος στη συζήτηση που διεξαγόταν και στους κόλπους του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, για το "αν θα πρέπει να στηρίξουμε αυτόν που τηρεί το Διεθνές Δίκαιο, έναντι των άλλων που δεν το τηρούν".

Από τη στιγμή που έχει ξεσπάσει η μια ή άλλη ιμπεριαλιστική σύγκρουση, είναι αποπροσανατολιστική η συζήτηση για το ποιος ξεκίνησε πρώτος ή ποιος τηρεί το «Διεθνές Δίκαιο», το οποίο έχει γίνει και πιο αντιδραστικό, αλλά και «λάστιχο», ώστε να το επικαλούνται όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η ουσία, την οποία πρέπει να ξεκαθαρίζουμε εμείς οι κομμουνιστές, είναι το «έδαφος» πάνω στο οποίο διεξάγεται αυτός ο πόλεμος, που δεν είναι άλλο από τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Η ουσία βρίσκεται στο ποιες δυνάμεις συγκρούονται –και αυτές οι δυνάμεις έχουν συγκεκριμένο ταξικό περιεχόμενο.

Ο χαρακτηρισμός των ΗΠΑ ως «φασιστικής» και της Ρωσίας ως «δημοκρατικής» διεθνούς δύναμης

Και αυτό το ιδεολόγημα εδράζεται στην αταξική θεώρηση του Διεθνούς Δικαίου. Βάση του είναι η αντίληψη πως γενικά η αστική της Ρωσίας, προωθώντας τα συμφέροντά της, δρα στη βάση του υφιστάμενου Διεθνούς Δικαίου, ενώ οι ΗΠΑ, προωθώντας τα συμφέροντα τους στηρίζεται πως οι ΗΠΑ μπορεί στο εσωτερικό τους να διατηρούν κάποιες δημοκρατικές νόρμες, αλλά στην εξωτερική πολιτική τους «δρουν φασιστικά» και προκαλούν το λεγόμενο «εξαγώγιμο φασισμό». Από εδώ προκύπτουν και διάφορες εκκλήσεις για νέα «αντιφασιστικά μέτωπα».

Αυτή η εκτίμηση, συνειδητά ή ασυνείδητα, παρακάμπτει τον ενιαίο ταξικό χαρακτήρα της εσωτερικής κι εξωτερικής πολιτικής σε κάθε κράτος, προσανατολίζει το εργατικό κίνημα. Παρακάμπτεται η ταξική φύση του συστήματος ως βασικό κριτήριο. Τα συμφέροντα των μονοπωλίων υπηρετούνται στο εσωτερικό των καπιταλιστικών κρατών με την αντιλαϊκή πολιτική, όπως επίσης τα συμφέροντα των μονοπωλίων υπηρετούνται με τις επεμβάσεις και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους για τον έλεγχο των αγορών. Για το ζήτημα αυτό ο Β. Λένιν υπογράμμιζε: «Δεν υπάρχει πιο λαθεμένη και πιο επιζήμια ιδέα από την απόσπαση της εξωτερικής πολιτικής από την εσωτερική. Και τον καιρό ακριβώς του πολέμου, το τερατώδες λάθος παρόμοιας απόσπασης γίνεται πιο τερατώδες». Ο Λένιν σε πάρα πολλά έργα του υπογράμμιζε πως «η εργατική τάξη, εάν είναι συνειδητή, δεν μπορεί να στηρίξει καμιά ομάδα ιμπεριαλιστικών αρπακτικών».

Ο τραγικά λαθεμένος διαχωρισμός σε «φασιστικά» και «δημοκρατικά» κράτη οδηγεί το κομμουνιστικό, το εργατικό κίνημα στην επιλογή του ιμπεριαλιστή, σε μια περιφερειακή ή γενικευμένη πολεμική σύγκρουση.

Σε ό,τι δε αφορά την επίκληση της Ιστορίας της Αντιφασιστικής Πάλης, πρέπει να θυμίσουμε πως πλέον υπάρχουν ακράδαντες αποδείξεις που μαρτυρούν ότι η μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη της φασιστικής Γερμανίας αποκτήθηκε χάρη και στην άμεση στήριξη που της έδωσαν τα «δημοκρατικά» αστικά κράτη: ΗΠΑ, Γαλλία και Βρετανία και με την ανοχή τους στις πρώτες πολεμικές επιθέσεις της. Ενώ, μετά από το τέλος του πολέμου, Γερμανοί εγκληματίες πολέμου επάνδρωσαν το ΝΑΤΟ και μυστικές υπηρεσίες των «δημοκρατικών» καπιταλιστικών κρατών. Ακόμη δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δε διέπραξαν μόνο οι δυνάμεις των Ναζί και του «Άξονα», αλλά και οι κυβερνήσεις των «δημοκρατικών» καπιταλιστικών κρατών. Μεγάλο, μαζικό και ανατριχιαστικό έγκλημα διέπραξαν οι ΗΠΑ, όταν, δίχως να υπάρχει στρατιωτική ανάγκη, έριξαν τις ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι.