Πιάνουμε το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει χτες, με μια δεύτερη και τελευταία συνέχεια με αποσπάσματα από το άρθρο του Βαγενά στην Κομεπ για τη στρατιωτικο-πολιτική εξίσωση στη Συρία και το κεφάλαιο, που απαντά σε διάφορα ιδεολογήματα για τη δικαιολόγηση του πολέμου. Το άρθρο προφανώς πρέπει να κριθεί συνολικά, αλλά τα αποσπάσματα επιλέχθηκαν κι αντιγράφονται, γιατί αφορούν επίμαχα ζητήματα της διαπάλης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα (και γενικότερα).
Η στάση στήριξης της λιγότερο ισχυρής δύναμης
Ορισμένοι σύντροφοι άλλων ΚΚ εκτιμούν πως η Ρωσία είναι
μεν ένα καπιταλιστικό κράτος, αλλά «περιφερειακή δύναμη» στο διεθνές
ιμπεριαλιστικό σύστημα που, όπως και άλλα κράτη των BRICS (Βραζιλία,
Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), τηρούν τους «κανόνες του Διεθνούς Δικαίου», και
μάλιστα δεν εντάσσονται στον «παγκόσμιο ιμπεριαλισμό», ο οποίος θεωρείται ως «ο
πυρήνας του χρηματιστικού κεφαλαίου».
Κάτι τέτοιο όμως, συνιστά απόσπαση της οικονομίας από την
πολιτική, αφού σήμερα σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες κυριαρχεί το
χρηματιστικό κεφάλαιο που αποτελεί σύμφυση του βιομηχανικού και του τραπεζικού
κεφαλαίου. Τόσο στις πιο «πλούσιες» όσο και στις πιο «φτωχές» καπιταλιστικές
χώρες, κυριαρχούν οι μονοπωλιακοί όμιλοι που συγκεντρώνουν μετοχικές εταιρίες,
βασικό γνώρισμα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δηλαδή του ιμπεριαλισμού.
Η διαίρεση των καπιταλιστικών χωρών σε «μητρόπολη», που
σε μια από τις εκδοχές της περιγράφεται ως «χρυσό δισεκατομμύριο» (σ.σ.: του
παγκόσμιου πληθυσμού) και σε «περιφέρεια» στενεύει την έννοια του
ιμπεριαλισμού, περιορίζοντάς την σε ζητήματα εξάρτησης κι εκμετάλλευσης από τις
καπιταλιστικές «μητροπόλεις». Η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, στη βάση
της ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού την εποχή της διατύπωσής της, έθεσε
σωστά το ζήτημα της ύπαρξης μιας «χούφτας» μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που
εκμεταλλεύονται όλο τον υπόλοιπο πλανήτη. Η σχηματική μεταφορά στο σήμερα μιας
ταυτόσημης διάκρισης των χωρών στην παγκόσμια καπιταλιστική πυραμίδα,
παραγνωρίζοντας τα σημερινά επίπεδα ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε
πολύ περισσότερες χώρες, συνιστά μια καρικατούρα λενινισμού. Οδηγεί τελικά στη
συνεργασία με την αστική τάξη των λιγότερο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών,
ή με ένα τμήμα τους που θεωρείται «πατριωτικό», «μη μονοπωλιακό», «εθνικά
σκεπτόμενο». Πρόκειται, ειδικά όταν μιλάμε για ζητήματα του ιμπεριαλιστικού
πολέμου, για μια καταστροφική για το λαϊκό κίνημα αντίληψη.
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί πως η Ρωσία δεν μπορεί να
χαρακτηριστεί «περιφέρεια», επειδή εξάγει πρώτες ύλες, όπως άλλωστε δεν μπορούν
να χαρακτηριστούν «περιφέρεια» οι ΗΠΑ, κι ας είναι σήμερα η πιο υπερχρεωμένη
χώρα του κόσμου. Επίσης, είναι γνωστό πως ΕΕ και Κίνα παρουσιάζουν σημαντική
ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, η οποία, εκτός των αστείρευτων πρώτων υλών,
έχει πυρηνικό οπλοστάσιο ικανό να απαντήσεις στις ΗΠΑ, έχει τεχνογνωσία, υψηλά
καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, εξάγει κεφάλαια. Από την άποψη αυτή, βρίσκεται
μεταξύ εκείνης της «χούφτας» των κρατών που ξεχωρίζουν στην «ατμομηχανή» για
όλες τις ενώσεις των καπιταλιστικών κρατών στην Ευρασία, όπως και για το ρόλο
που παίζει στις παγκόσμιες εξελίξεις.
Βεβαίως, η οικονομική ισχύς της αστικής τάξης της Ρωσίας
είναι σαφώς μικρότερη από αυτή των ΗΠΑ, αλλά αυτός δεν είναι λόγος επιλογής της
ως συμμάχου του εργατικού κινήματος. Αξίζει να διδαχτούμε από τη μεθοδολογία
του Λένιν, πώς τοποθετούσε το συγκεκριμένο ζήτημα:
«Η πρώτη από τις κυρίαρχες χώρες κατέχει, ας υποθέσουμε,
τα ¾ της Αφρικής, ενώ η δεύτερη το ¼. Το αντικειμενικό περιεχόμενο του πολέμου
τους είναι το ξαναμοίρασμα της Αφρικής. Ποιας πλευράς την επιτυχία πρέπει να
ευχόμαστε; Το πρόβλημα, όπως έμπαινε προηγούμενα, αποτελεί παραλογισμό, γιατί
δεν ισχύουν σήμερα τα παλιά κριτήρια εκτίμησης: Δεν έχουμε ούτε μια πολύχρονη
ανάπτυξη ενός αστικού απελευθερωτικού κινήματος, ούτε το πολύχρονο προτσές της
κατάρρευσης της φεουδαρχίας. Δεν είναι δουλειά της σύγχρονης δημοκρατίας ούτε
να βοηθήσει την πρώτη χώρα να κατοχυρώσει το «δικαίωμά» της στα ¾ της Αφρικής,
ούτε να βοηθήσει τη δεύτερη (έστω κι αν αυτή έχει αναπτυχθεί οικονομικά πιο
γρήγορα από την πρώτη) να αποσπάσει αυτά τα ¾.
Η σύγχρονη δημοκρατία θα παραμείνει πιστή στον εαυτό της
μόνο στην περίπτωση που δε θα προσχωρήσει σε καμία ιμπεριαλιστική αστική τάξη,
στην περίπτωση που θα πει ότι «και οι δυο τους είναι η μία χειρότερη από την
άλλη», στην περίπτωση που σε κάθε χώρα θα εύχεται την αποτυχία της ιμπεριαλιστικής
αστικής τάξης. Κάθε άλλη λύση θα είναι στην πράξη εθνικοφιλελεύθερη και δε θα
έχει τίποτε το κοινό με τον αληθινό διεθνισμό [...] Στην πραγματικότητα, όμως,
σήμερα είναι αναμφισβήτητο ότι η σύγχρονη δημοκρατία δεν μπορεί να σέρνεται
στην ουρά της αντιδραστικής, ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης –αδιάφορο τι «χρώμα»
θα έχει αυτή η αστική τάξη...» (Λένιν, Κάτω από ξένη σημαία, Άπαντα τ. 26, ΣΕ,
σελ 140, 141, 146)
Η στάση της Ρωσίας έχει υστεροβουλία, στόχους εξυπηρέτησης
συμφερόντων των μονοπωλίων, αλλά στηρίζει ένα «πατριωτικό» καθεστώς, που
διεξάγει από μέρους του «δίκαιο πόλεμο», για αυτό είναι θετική και αξιοποιήσιμη
από το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα
Εδώ, συχνά, ως ενισχυτικό στοιχείο, αναφέρονται οι
σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Συρία, παρακάμπτοντας τον ταξικό χαρακτήρα της Συρίας,
το γεγονός ότι τα μέσα παραγωγής είναι στα χέρια της αστικής τάξης. Το καθεστώς
του Μπάαθ, που κυβερνά τη χώρα από το 1963, κυριάρχησε μετά από το Β’ Παγκόσμιο
Πόλεμο, όταν χάρη στην επιρροή της ΕΣΣΔ, στη συνεισφορά της στην Αντιφασιστική
Νίκη, της δημιουργίας σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη, την
κατάρρευση της αποικιοκρατίας, συντελέστηκαν θετικές διεργασίες στον παγκόσμιο
συσχετισμό δυνάμεων. Τότε στη Συρία, αλλά και στη γενική γραμμή του Διεθνούς
Κομμουνιστικού Κινήματος, κυριάρχησε το ζήτημα της κατάκτησης της εθνικής
ανεξαρτησίας ως πρώτης προϋπόθεσης για το ξεπέρασμα της καθυστέρησης που
επικρατούσε σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Η ΕΣΣΔ και τα άλλα
σοσιαλιστικά κράτη διαμόρφωσαν μια πολιτική οικονομική και άλλη συνεργασίας και
στήριξης των νέων καθεστώτων, μεταξύ άλλων και της Συρίας, με στόχο να μην
ενσωματωθούν στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, αλλά
να ενισχυθούν οι δυνάμεις που στο εσωτερικό του κυβερνητικού μετώπου
τοποθετούνταν υπέρ του σοσιαλιστικού προσανατολισμού.
Η προσπάθεια αυτή της Σοβιετικής Ένωσης να αναπτύξει
οικονομικές σχέσεις, ακόμη και συμμαχίες, με κάποια καπιταλιστικά κράτη,
ενάντια σε ισχυρότερες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ήταν θεμιτή, κατανοητή,
αφού στόχευε στην αποδυνάμωση του ενιαίου μετώπου των ισχυρών καπιταλιστικών
κρατών, αποσπούσε από αυτό δυνάμεις, έστω προσωρινά, χρησιμοποιούσε αντιθέσεις
στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτή η συγκυριακή (κρατική)
επιλογή της ΕΣΣΔ, που εκδηλωνόταν σε οικονομικό, διπλωματικό ή άλλο επίπεδο, με
ορισμένες χώρες, αναγόταν σε αρχή, θεωρητικοποιήθηκε και γινόταν λόγος για το
λεγόμενο «μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης» σε αυτές τις χώρες, που συνδεόταν
με την αντίληψη περί «ειρηνικού περάσματος» στο σοσιαλισμό και τελικά οδήγησε
κομμουνιστικές δυνάμεις, και το εργατικό κίνημα, να επιδείξουν ανοχή ή ακόμα
και να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης.
Μάλιστα, μέχρι σήμερα κατανοείται λαθεμένα από
κομμουνιστικές δυνάμεις η λενινιστική θέση ότι «ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός
είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, το
σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας που ανάμεσα σε αυτό και στο
σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια»
(Λένιν, η επερχόμενη καταστροφή και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε, Άπαντα,
τ. 34, ΣΕ, σελ 193). Σε αυτή τη βάση, δηλαδή στο δήθεν στόχο ωρίμανσης των
υλικών προϋποθέσεων, δικαιολογείται η ενεργή στήριξη και συμμετοχή των
κομμουνιστών στην αστική διαχείριση και στη Συρία. Πέρα από το ότι ο
κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός κατανοείται απλώς ως η ύπαρξη ισχυρού κρατικού
τομέα στην οικονομία, και όχι ως ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του
καπιταλισμού, όπως τον περιέγραφε ο Λένιν, πρέπει να υπογραμμίσουμε και κάτι
ακόμη: Ποτέ ο Λένιν δεν κάλεσε τους κομμουνιστές να συμβάλουν από κυβερνητικές
ή άλλες θέσεις στη διεύθυνση κι ενίσχυση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.
Συνεπώς, πρόκειται για λαθεμένη ερμηνεία λενινιστικών θέσεων, για να
δικαιολογηθεί η συμμετοχή κομμουνιστών σε αστικές κυβερνήσεις, «αριστερές», «πατριωτικές»,
κοκ. Λίγο παραπάνω από το συγκεκριμένο σημείο ο Λένιν γράφει πως ο «ιμπεριαλιστικός
πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης», ωστόσο αυτό καθόλου δε
σημαίνει πως οι κομμουνιστές πρέπει να χαιρετίζουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο,
να συμμετέχουμε στο πλευρό της αστικής τάξης της χώρας μας σε αυτόν. Όπως
γνωρίζουμε από τη ζωή, ο Λένιν ήταν αυτός που ύψωσε τη σημαία του προλεταριακού
διεθνισμού ενάντια στη συμμετοχή στον ιμπεριαλιστικό Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο,
σημαία που είχε εγκαταλείψει η Β’ Διεθνής.
Έτσι, και ο λαθεμένος διαχωρισμός της αστικής τάξης σε «πατριωτική»
και σε «ξενόδουλη», η συμμετοχή σε αστικές κυβερνήσεις, μπορεί να οδηγήσει το
ΚΚ και τους εργαζόμενους να παλεύουν κάτω από «ξένη σημαία», κίνδυνο για τον
οποίο προειδοποίησε ο Λένιν. Πολύ περισσότερο, που αποδείχτηκε και στην πράξη
πως «τρίτος δρόμος για το σοσιαλισμό» δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχουν κι
ενδιάμεσες εξουσίες μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, κάτι που φαίνεται και
στην περίπτωση της Συρίας.
Μετά από την αντεπανάσταση και την ανατροπή του
σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση, το συριακό κράτος ευνόησε τη συγκεντροποίηση
του κεφαλαίου, ανέπτυξε παραπέρα τις σχέσεις με μονοπωλιακά συμφέροντα,
εφάρμοσε πολιτική αναδιαρθρώσεων, πήρε αντιλαϊκά μέτρα.
Στόχος της αστικής τάξης κάθε καπιταλιστικού κράτους,
ανάλογα με την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική του δύναμη, είναι η
διεκδίκηση καλύτερης θέσης στον ανταγωνισμό για τον έλεγχο και την εκμετάλλευση
των πλουτοπαραγωγικών πηγών, του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, του νερού, των
ενεργειακών αγωγών και μεταφορικών «αρτηριών», για να αποκτήσουν περισσότερα
κέρδη τα μονοπώλια κακακτώντας
μεγαλύτερα μερίδια στις αγορές, ενισχύοντας την εκμετάλλευση της εργατικής
τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Από το γενικό αυτό «κανόνα» δεν ξέφυγε η
Συρία. Το 2010 είχε αναδείξει τον Ερντογάν και την Τουρκία ως «στρατηγικό
σύμμαχο», ανατρέποντας μεταξύ άλλων, μια στάση «φιλοξενίας» προς το ΡΚΚ και τον
Οτσαλάν. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε από πού ξεκίνησε η «Οδύσσεια» του Οτσαλάν, για
να καταλήξει τελικά αυτός στο νησί-φυλακή του Ιμραλί). Ψήφιζε νόμους, παρά την
αντίδραση των κομμουνιστών, υπέρ της λεγόμενης «απελευθέρωσης της αγοράς», με
σοβαρότατες αρνητικές αλλαγές για τους εργαζόμενους (πχ χειροτέρευση εργασιακών
σχέσεων, μεταξύ άλλων και την απελευθέρωση των απολύσεων, αυξήσεις στις τιμές
προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης, κ.ά) Έτσι, πριν και πολύ περισσότερο στις αρχές
του 2011, εκδηλώθηκαν κινητοποιήσεις που εξέφρασαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια
ενάντια στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της λιτότητας που ακολουθούσε η
κυβέρνηση Άσαντ. Αναπτύχθηκε κίνημα που διεκδικούσε αυξήσεις στους μισθούς,
διεύρυνση δημοκρατικών δικαιωμάτων, μεταρρυθμίσεις στο Σύνταγμα. Στον ένα ή τον
άλλο βαθμό αρκετά αιτήματα ικανοποιήθηκαν, αλλά ήδη ήταν σε εξέλιξη σχέδιο
εξωτερικής επέμβασης, στο πλαίσιο του γενικότερου σχεδίου για τη «Νέα Μέση
Ανατολή». Το σχέδιο αυτό προωθήθηκε για τη δρομολόγση αλλαγών που αποσκοπούν
στην αναχαίτιση και ακύρωση τάσεων που εκδηλώθηκαν σε βάρος των οικονομικών
συμφερόντων των ΗΠΑ και άλλων ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως της
Γαλλίας, αφού κράτη της περιοχής έκαναν άλλες επιλογές, κοιτώντας προς την
πλευρά της Κίνας, της Ρωσίας και της Ινδίας, που βελτίωσαν τη θέση τους στον
ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και απειλούν την αμερικάνικη πρωτοκαθεδρίας στην
ιμπεριαλιστική «πυραμίδα».
Έτσι, συνοπτικά για το ζήτημα αυτό μπορούμε να πούμε πως
ο χαρακτήρας μιας εξουσίας δεν ορίζεται από τα κοσμητικά επίθετα «ξενόδουλη» ή «πατριωτική»
που μπορεί κάποιος ή η ίδια να χρησιμοποιεί, αλλά από το ποια τάξη έχει στα
χέρια της την εξουσία, σε ποιον ανήκουν τα μέσα παραγωγής. Εξαίρεση δεν
αποτελεί ούτε η Συρία, που είναι ένα καπιταλιστικό κράτος όπου η εξουσία
βρίσκεται στα χέρια της αστικής τάξης, η συμπεριφορά της οποίας, ιδιαίτερα μετά
από την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, προετοίμασε εκτός των άλλων και το «έδαφος»
για τις σημερινές εξελίξεις· με την έννοια ότι η Συρία συμμετείχε στο παγκόσμιο
καπιταλιστικό σύστημα, προχώρησε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη
βαθύτερη συγχώνευσή της στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία, χωρίς μάλιστα να
διστάσει να χτυπήσει κατακτήσεις των εργατικών, λαϊκών στρωμάτων, και τέλος
μπλέχτηκε στο κουβάρι των μονοπωλιακών αντιθέσεων για το μοίρασμα των
καπιταλιστικών αγορών.
Βεβαίως αυτή μας η εκτίμηση καθόλου δεν παραγνωρίζει και το
γεγονός πως το συριακό καθεστώς, για τους δικούς του λόγους, αντιτάχτηκε κατά
καιρούς σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην περιοχή,
υποστήριξε το δίκαιο του Παλαιστινιακού λαού, ήρθε σε σύγκρουση με το Ισραήλ,
το οποίο κατέχει ακόμα συριακά εδάφη από τον πόλεμο των 6 ημερών του 1967. Η
ανατροπή του συγκεκριμένου καθεστώτος ή η αναμόρφωσή του μπορεί να διευκολύνει
ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ, όπως μια επίθεση κατά του Ιράν, ή
ακόμη να οδηγήσει σε νέους διαμελισμούς κρατών της περιοχής και σε ντόμινο
αποσταθεροποίησης κι αιματοχυσιών.
Έτσι και δε μας διαφεύγει πως το συριακό καθεστώς,
αναπτύσσοντας τις προηγούμενες δεκαετίες τις οικονομικο-πολιτικές σχέσεις με τη
Σοβιετική Ένωση, χωρίς να αποκόβεται από τη συνεργασία με καπιταλιστικές χώρες,
αντιτάχτηκε κατά καιρούς σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στην περιοχή,
υποστήριξε το δίκιο του Παλαιστινιακού λαού, ήρθε σε σύγκρουση με το Ισταήλ, το
οποίο κατέχει ακόμα συριακά εδάφη από τον πόλεμο των 6 ημερών του 1967.
Κατανοούμε πολύ καλά πως σήμερα η αποδυνάμωση αυτών των πολιτικών δυνάμεων στις
οποίες ηγήθηκε ο Πρόεδρος Άσαντ, ή ακόμη κι η ανατροπή του, μπορεί να οδηγήσει
σε νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους κι επεμβάσεις.
Είμαστε αντίθετοι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, καλούμε σε
οργάνωση της πάλης του λαού ενάντια στην εμπλοκή της χώρας σε αυτόν, ενάντια
στη χρησιμοποίηση των εδαφών, των θαλασσών και του εναέριου χώρου της χώρας ως «ορμητήριου»
για την επίθεση σε ξένα εδάφη, καθώς κι ενάντια στη συμμετοχή ελληνικών ένοπλων
δυνάμεων. Για το λόγο αυτό εναντιωνόμαστε στις επιλογές και στους σχεδιασμούς
της αστικής τάξης της χώρας μας, τους οποίους εξυπηρετεί και η κυβέρνηση
ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που δηλώνει την ετοιμότητά της να σπρώξει την Ελλάδα στον
ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με το πρόσχημα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».
Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στο κομμουνιστικό κίνημα
στη Συρία, που σαφώς και δεν μπορεί να είναι αδιάφορο απέναντι στην ξένη
ιμπεριαλιστική επέμβαση που σημειώνεται τώρα στη χώρα του, και ούτε στα σχέδια
κατοχής και διαμελισμού της. Αναλύοντας την ιστορική εμπειρία του ελληνικού και
Διεθνούς Εργατικού και Κομμουνιστικού Κινήματος, πιστεύουμε επιπλέον πως η πάλη
του κάθε λαού μπορεί να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα στο βαθμό που συνδέεται με
την πάλη για μια πατρίδα απαλλαγμένη από τους κεφαλαιοκράτες, έξω απ’ όλους
τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, μια πατρίδα όπου η εργατική τάξη θα είναι
στην εξουσία, ιδιοκτήτης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και του πλούτου που
παράγει. Μόνο έτσι μπορεί να μπει τέλος σε εκείνες τις κοινωνικο-οικονομικές
και πολιτικές αιτίες που δημιουργούν και τις πιο αποκρουστικές μορφές της
καπιταλιστικής διαχείρισης, όπως είναι ο φασισμός και οι δολοφόνοι του
Ισλαμικού Κράτους.