Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χικμέτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χικμέτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Λόγω της ημέρας

Η χτεσινή μέρα ήταν φορτωμένη με κάποιες μαζεμένες σημαντικές επετείους, που επιβάλλουν κατά τη γνώμη μου, την αναδημοσίευση δυο κειμένων -έστω και με μια μέρα καθυστέρηση.

Μπορείτε επίσης να επισκεφτείτε στους παρακάτω συνδέσμους ένα κείμενο για δύο άλλες δημαντικές επετείους.
Τα γενέθλια του ποιητή Νασίμ Χικμέτ
Και το θάνατο του κομμουνιστή γιατρού Πέτρου Κόκκαλη

Η κόκκινη Ρόζα


Η κόκκινη Ρόζα. Η Ρόζα μας.

Που έπεσε νεκρή μια μέρα σαν και σήμερα από τους τραμπούκους των ξεπουλημένων σοσιαλιστών ηγετών (Έμπερτ, Νόσκε), που τέθηκαν στην υπηρεσία της αντεπανάστασης.
Που έζησε στο κορμί της, μαζί με το σύντροφό της, Καρλ Λίμπκνεχτ, την προδοσία των ρεφορμιστών και πώς αυτή στρώνει το δρόμο στο φασισμό.
Που μπήκε επικεφαλής στο πιο δυνατό, το πιο ωραίο κίνημα της γερμανικής ιστορίας, που δεν ήταν δυστυχώς αρκετά ώριμο, αλλά αν κατάφερνε να νικήσει, θα άλλαζε το ρου της παγκόσμιας ιστορίας.

Που άφησε πίσω της πολύτιμη παρακαταθήκη με το θεωρητικό της έργο, και μια σειρά αξιόλογες και επίκαιρες μπροσούρες, όπως το «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση», σαν πρωθύστερο «κατηγορώ» σε όσους καπηλεύτηκαν το όνομά της, και το έδωσαν σε ένα ίδρυμα του ευρωκομμουνιστικού αναθεωρητισμού.
Που ήταν η πιο φλογερή και συνεπής πολέμιος του σωβινισμού και του μιλιταρισμού. Και διέθετε οξυμένο, κριτικό πνεύμα, ακόμα κι απέναντι στην ίδια την επανάσταση, ακόμα κι όταν λάθευε. Όπως είχε πει για αυτήν ο Λένιν, ήταν ένας από τους αετούς της επανάστασης, ακόμα κι αν πετούσε κάποτε πολύ χαμηλά, εκεί που φτάνουν οι κότες.
Που είχε πλακουτσωτή μύτη και μάλλον καχεκτικό σώμα, αλλά ασκούσε ακαταμάχητη γοητεία στους συντρόφους και τους συνομιλητές της, όχι με την εμφάνιση, αλλά με το επαναστατικό πνεύμα, τις ικανότητες και την αφοσίωσή της στον αγώνα.

Που η ακτινοβολία της φτάνει ως την εποχή μας και τη φωτίζει με το παράδειγμά της.
Που εμπνέει πολλούς γονείς να βαφτίσουν προς τιμήν της τα κορίτσια τους με το όνομά της.
Που την τραγούδησαν ο Μητροπάνος κι η Δημητριάδη. Ενέπνευσε τον Καζαντζάκη, το Μικρούτσικο και τον Αλκαίο με τη Ρόζα του, που τον κοιτούσε μουδιασμένο να βλέπει πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία, αλλά οπισθοχωρεί καμιά φορά, και γίνεται σιωπή…

Η δική μας Ρόζα, η κόκκινη Ρόζα Λούξεμπουργκ –τι σου ‘χω φυλαγμένα…


Ατέχνω(ς) ακόμα μάτια μου, Ατέχνω(ς)




Το Ατέχνως ήρθε στο διαδικτυακό αέρα στις 15 Γενάρη του 2015, συμπτωματικά μόλις δέκα ημέρες πριν τα πολιτικά «εγκαίνια» της πρωτοδεύτερης φοράς Αριστερά, που τρίτωσε τα μνημόνια. Προφανώς αυτό το μεσοδιάστημα δεν ήταν οι δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο, όπως δεν τον συγκλόνισαν ούτε και οι δώδεκα μήνες που ακολούθησαν, είτε στην πραγματική ζωή, είτε στο μικρόκοσμο του διαδικτύου. Θέλουμε να πιστεύουμε όμως πως συγκριτικά με την κυβέρνηση τουλάχιστον, κάτι παραπάνω καταφέραμε να αλλάξουμε ως περιοδικό, φέρνοντας κάτι καινούριο και διαφορετικό.

Το Ατέχνως επιχείρησε να καλύψει ένα κενό στο διαδικτυακό χάρτη, χωρίς να παραβλέπει τα δικά του κενά και τις διάφορες ελλείψεις του, που δεν περιλαμβάνουν πάντως τα ερυθρά αιμοσφαίρια και την πρωτότυπη κριτική ματιά. Και το βλέπουμε έκτοτε να αναπτύσσεται καθημερινά, σαν ένα μικρό μωρό ενός έτους, που ακόμα μπουσουλάει, αλλά έχει κάνει και πολλά ποιοτικά άλματα. Και λέει τις πρώτες του λεξούλες, αλλά επιδιώκει να αρθρώνει έναν ποιοτικό εναλλακτικό λόγο, που είναι κι ο βασικός λόγος της ύπαρξής του.

Δεν είναι ωραίο να περιαυτολογεί κανείς, αλλά αυτή η συστολή υποχωρεί κι αναστέλλεται, όταν πρόκειται για ένα τέτοιο, συλλογικό εγχείρημα, με μια σειρά αξιόλογους γραφιάδες, που έκαναν πράξη τη βασική μας δέσμευση για πρωτότυπη ύλη, με ποικίλη θεματολογία και καθημερινή ροή κειμένων. Με την αφορμή αυτή νιώθουμε την ανάγκη να ευχαριστήσουμε όλους τους συνεργάτες μας που έχουν βάλει το δικό τους λιθαράκι σε αυτή την προσπάθεια του περιοδικού, έστω και αν αυτό ήταν ένα μόνο κείμενο, ακόμα κι αν στο ενδιάμεσο έχουν χωρίσει οι δρόμοι μας.

Κυρίως όμως οφείλουμε μια ειδική αναφορά στο αναγνωστικό κοινό του Ατέχνως, που μας υποδέχτηκε ζεστά από την πρώτη στιγμή και ανανεώνει καθημερινά την εμπιστοσύνη του στο περιοδικό. Συνηθίζουμε να μιλάμε με όρους κινήματος, για βαθιές ρίζες κι ακατάλυτους δεσμούς με τον κόσμο. Για εμάς αυτά δεν ήταν καθόλου αυτονόητα, συνεπώς θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε για την καθημερινή επαφή και την ανάδραση, με τις παρατηρήσεις σας, τις συμβουλές-προτάσεις σας, τα σχόλια, κτλ. Και να σας προτρέψουμε να γίνετε πιο αυστηροί μαζί μας, στις υποδείξεις σας και την κριτική σας, για να συμβάλλετε με κάθε πιθανό τρόπο στη βελτίωση της ύλης του περιοδικού.

Κουβαλάμε την πείρα του πρώτου χρόνου, όλες τις ευχάριστες και τις όποιες αρνητικές στιγμές, και συνεχίζουμε με όρεξη και θέληση να κάνουμε ακόμα περισσότερα, να έχουμε πιο ενεργή παρουσία κι εξωστρεφή δραστηριότητα, με ανοιχτές εκδηλώσεις κι άλλες ιδέες που σκοπεύουμε να εντάξουμε στο σχεδιασμό μας.

Ένα χρόνο μετά, είμαστε όρθιοι πάνω στη σχεδία μας και συνεχίζουμε το ταξίδι μας, μαζί με πολλούς συντρόφους που (σε αντίθεση με αυτούς του ομηρικού Οδυσσέα) αυξάνονται και πληθύνονται. Κι όπως λέει, παραφρασμένος, ο στίχος που επιλέξαμε στον τίτλο.

Ατέχνω(ς) ακόμα μάτια μου, Ατέχνω(ς)

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Στιγμιότυπα

Από την κομματική (και όχι μόνο) ζωή και δράση

Πρώτος σταθμός η προχτεσινή συναυλία προς τιμήν του χικμέτ, που ήταν το ορεκτικό για το διήμερο επιστημονικό συνέδριο, που αρχίζει από αύριο στην έδρα της κε, στον περισσό.

Οι κεραίες της κε του μπλοκ έπιασαν και μεταφέρουν τα εξής:΅
Η επαφή της σκηνής με το κοινό ήταν κάπως δύσκολη, αλλά το συναίσθημα ξεχείλιζε, ακόμα κι από τους μπασίστες (!), κι ας μην τα καταλάβαιναν όλα οι θεατές. Ας όψεται η άτιμη η καθαρεύουσα που καθάρισε στεγνά πολλές λέξεις με τούρκικη ρίζα και βασικά το ιστορικό χνάρι της συμβίωσης των δύο λαών.

Ο άμεσος συνειρμός που προσφέρει μια τούρκικη ορχήστρα που παίζει επαναστατικά τραγούδια είναι με την απλή, αλλά πολύ γλυκιά κι ιδιαίτερη ταινία «η διεθνής», την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όσους τυχόν δεν την έχουν δει.

Το πρόγραμμα του επιστημονικού συνεδρίου για το χικμέτ δεν είναι ίσως τόσο γεμάτο, όσο στα προηγούμενα, αλλά αυτό δε σημαίνει απαραίτητα κάτι για την ποιότητα και το επίπεδό του. Για τους ιστοριοδίφεις, ξεχωρίζει πιθανότατα η αυριανή συνεδρία (μετά από τους χαιρετισμούς και την εναρκτήρια ομιλία της μηλιαρονικολάκη) με τις εισηγήσεις του σκολαρίκου (ο χικμέτ και η εποχή του) και του μαργαρίτη (ο ναζίμ χικμέτ από τον οθωμανικό κόσμο στο σοσιαλισμό).

Το λέιλιμ λέι που τραγουδάει ο λιβανελί είναι αν δεν κάνω λάθος πολεμική ιαχή. Αλλά και το όνομα μιας ταβέρνας πολιτικών προσφύγων στο γκύζη, δίπλα στο πεδίο του άρεως, που τελευταία όμως έχει γίνει κάπως ροζ για τα δικά μας γούστα (και δεν εννοώ τα γαστριμαργικά).

Το κα-πε {κκ (τουρκίας)} που δίνει το «παρών» στις εργασίες του συνεδρίου, διασπάστηκε πέρσι (γι’ αυτό ίσως κι έπεσε λίγο στις εκλογές της περασμένης βδομάδας) και δεσμεύτηκε από κοινού με την άλλη πλευρά του συναινετικού διαζυγίου (χιτεκαπε ή κάτι παρόμοιο) να μην χρησιμοποιήσουν τον ιστορικό τίτλο του (ενιαίου) τεκαπε. Έτσι βέβαια μπορεί να μπλέξει κανείς τα μπούτια του με τα ονόματα (όπως στα καθ’ ημάς με τις οκδε και τα μου-λού), σε ένα μπέρδεμα που χωράνε μέχρι κι οι ισπανοί σκα-πε. Αλλά επειδή οι ισπανοί δεν μπορούν να ξεπεράσουν μια αδυναμία χρόνων και να προφέρουν σωστά μια λέξη που αρχίζει από [σ] και άλλο σύμφωνο, χωρίς να βάλουν μπροστά ένα [ε], (εσπανούλης, εσπίδερμαν, κτλ), τους λένε e-sca-pe, που φτιάχνει κι ένα ωραίο λογοπαίγνιο, παραπέμποντας στην απόδραση.

Το επίπεδο των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων του κόμματος στα πλαίσια του εορτασμού για τον ένα αιώνα ζωής και δράσης του, έχει ανεβάσει πολύ ψηλά τον πήχη. Ιδίως όσοι είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν τη συναυλία με το μικρούτσικο για το χικμέτ, έχουν να το λένε ακόμα και σήμερα. Κι αναρωτιέται κανείς τι άλλο θα δούμε μέχρι τα εκατό.

Αυτό το τελευταίο ερώτημα δεν περιορίζεται μόνο στον καλλιτεχνικό τομέα. Τις προάλλες, στα εγκαίνια της έκθεσης με τα λογότυπα για τα 100 χρόνια κκε, ο γγ προανήγγειλε μεταξύ άλλων πως το προσεχές διάστημα και μέχρι το 2018, θα εκδοθούν ο πρώτος, συμπληρωμένος, «αναθεωρημένος» και ο τρίτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας. Αν μη τι άλλο αποκλείεται να πλήξουμε.
Παρεμπιπτόντως, προσωπικά μου είχε αρέσει περισσότερο (χωρίς να μειώνω προφανώς τις άλλες συμμετοχές) το λογότυπο που είχε βγει δεύτερο, κατά την κρίση της επιτροπής, γιατί μου φάνηκε πιο ιδιαίτερο. Αλλά αυτά είναι τελείως υποκειμενικά.

Κλείνουμε με κάποιες σύντομες σημειώσεις από το χτεσινό συλλαλητήριο του παμε, στο οποίο λόγω ανωτέρας βίας, δεν μπόρεσα να βρεθώ από την αρχή, αλλά μπορώ να βεβαιώσω πως έγινε αισθητό (σα σεισμός) σε όλο το κέντρο κι ακούστηκε σε μεγάλη ακτίνα γύρω από τη σταδίου κι από το σύνταγμα. Ήταν εξάλλου αρκετά μεγάλο σε έκταση, γεμίζοντας με σχετικά καλή πυκνότητα, όλη σχεδόν την πλατεία και τη φιλελλήνων (από την αρχή της μητροπόλεως μέχρι καραγιώργη σερβίας).

Πέραν αυτού, οι κεραίες της κε πρόλαβαν να πιάσουν ένα καινούριο σύνθημα που τελείωνε με «μίσος ταξικό» (!) –αλλά δεν μπόρεσα να το πιάσω ολόκληρο. Και να εντοπίσουν έναν πάγκο με βιβλία από κλασικούς εισοδιστές τροτσκιστές, που είχαν μεταξύ άλλων μια μπροσούρα για την τελευταία μάχη του λένιν –υπονοώντας εναντίον του στάλιν και της γραφειοκρατίας.

Κατά τα άλλα, η συμβολική κατάληψη του υπουργείου οικονομικών έφερε και την αλλαγή του καθορισμένου μέρους της συγκέντρωσης, που έγινε όμως την τελευταία στιγμή, προκαλώντας α) την αμηχανία κάποιων λίγων που κάθονταν στην ομόνοια, ψάχνοντας τους υπόλοιπους και β) τα σπαρταριστά έγκυρα ρεπορτάζ, όπως αυτό του νιούζιτ, που είδε ξήλωμα της εξέδρας του παμε.

Τα μάζεψα τα πράγματα...

ΥΓ: Συριζαίος και λογική http://error.gr/?p=5760

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Η απόλαυση του κειμένου

Σε ένα κείμενο, οι δύο συγγραφείς είναι σαν τους τρεις στο ζευγάρι και τις τριμελείς επιτροπές (με πέντε-έξι άτομα) του βαμβακούλα: ο ένας περισσεύει. Και στην περίπτωση των κομισάριων περισσεύουν περισσότεροι. Κάποιοι βέβαια το βρίσκουν πιο πικάντικο έτσι. Αλλά τις πιο πολλές φορές, φέρνει γκρίνιες και προβλήματα.

Στη συγγραφή ενός κειμένου που εμπλέκεται ένας κομμουνιστής όμως, αποκλείεται να μην εμπλακούνε και μερικοί ακόμα. Και δεν εννοώ παιδικά αρρωστημένες καταστάσεις συντονισμένης, υψηλής κοπτοραπτικής, που τελικά καταλήγει στο περσινό κείμενο. Το οποίο ήταν ίδιο με το προπέρσινο κι αυτό με τη σειρά του ίδιο με το παρα-προπέρσινο. Και συνεχίζει με σεβασμό στην παράδοση και με ρετρό αφιέρωμα, μέχρι να φτάσουμε στη γέννηση του κυττάρου και των πυρήνων εαακ, οβας, κολεκτίβας κι ό,τι άλλο έχει ο καθένας ως δομή.

Εγώ αναφέρομαι στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που βαίνει καταχρηστικά. Είμαστε της άποψης, δε συμφωνούμε με...
Πληθυντικός συντροφικότητας κι αττική σύνταξη απ’ την ανάποδη, σε πρώτο πρόσωπο συλλογικού εγωισμού. Η βαθιά ανάγκη του κομμουνιστή να πιστέψει ότι εκφράζει κάτι ευρύτερο, μια συλλογικότητα. Μια υπόκωφη κραυγή αγωνίας για να ξεφύγει από τη μοναξιά και το περιθώριο. Τα ίδια κίνητρα πάνω-κάτω που τον έκαναν να οργανωθεί και να εκφράζεται συλλογικά.

Που είναι πολύ εύκολο να ξεφύγουν και να αρχίσουν να φλερτάρουν με τα όρια του αυτισμού. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι πολλά αυτιστικά δεν χρησιμοποιούν το πρώτο ενικό για να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Ένα είδος ντροπαλής μετριοφροσύνης που μπορεί να κρύβει πίσω της το ακριβώς αντίθετο. Έναν βοναπάρτη που επεκτείνει αυθαίρετα το εγώ του και πιστεύει ότι εκφράζει τους άλλους. Κι εμείς (που είμαστε οι άλλοι) υπάρχουμε απλώς για να τον επιβεβαιώνουμε και να ενσαρκώνουμε την άποψή του, που είναι κάτι σαν το απόλυτο πνεύμα του χέγκελ.

Γι’ αυτό χρειάζεται φειδώ όταν μιλάμε για τον πολιτικό αυτισμό κάποιου άλλου. Γιατί μπορεί να ανήκουμε στη συνομοταξία του κεφάλα γάιδαρου -που ειρωνεύεται τους πετεινούς- μαζί με τον μπακούνιν και τους οπαδούς του, που έχουν αναγάγει τον αυτισμό και την ιδεολογία του αυτό- σε νόημα της ζωής τους.

Πολλές φορές τα κείμενα των κομμουνιστών είναι γραμμένα σε δεύτερο ενικό πρόσωπο, υπονοώντας κάποιον αναγνώστη που τα διαβάζει και τους δίνει βάση. Του οποίου η ύπαρξη όμως δεν είναι καθόλου αυτονόητη, γι’ αυτό τον προϋποθέτουμε καλού-κακού, για να μη μας κυριεύσει η ματαιότητα και μας ρίξει το ηθικό. Κι έτσι φτάσαμε μάνι-μάνι στα τρία τουλάχιστον άτομα κι είμαστε έτοιμοι να φτιάξουμε μια όβα συγγραφέων.

Το γράψιμο δεν είναι ποτέ μια απλή, ατομική υπόθεση. Κι έτσι δικαιολογείται κι η πρόθεση συν ως συνθετικό στη λέξη συγγράφω, δηλ γράφω μαζί με άλλους. Αλλιώς θα ήμασταν σκέτοι γραφιάδες, σαν μερικούς bloggers. Άλλο αν αυτοί έχουν καμιά φορά μεγαλύτερη απήχηση από εμάς.

Το β’ ενικό πρόσωπο δίνει στο λόγο μας μεγαλύτερη αμεσότητα. Κι έτσι μπορείς να δεις πολλά στελέχη να το χρησιμοποιούν σε αχτίφ κι εκδηλώσεις, κυρίως στο σκέλος των ερωτοαποκρίσεων. Γίνεται πχ μια ερώτηση για την πορεία του κόμματος τα τελευταία είκοσι χρόνια κι αρχίζει ο ομιλητής. Είχες προβλήματα, δυσκολίες, σου έτυχε η διάσπαση. Έκανες έκτακτο συνέδριο, προχώρησες στην ανασυγκρότηση. Κι άλλα τέτοια που θυμίζουν τις αναλύσεις του γεωργίου, όταν μιλάει με τους ακροατές στο τηλέφωνο.

Το θέμα όμως είναι τι επίπεδο έχουμε εμείς οι οπαδοί από τα κάτω κι αν τρώμε κουτόχορτο. Αν μπορούμε να δούμε τα ματς δίπλα-δίπλα, στην ίδια κερκίδα, ή θα έχουμε πάντα μερικούς χούλιγκαν να δίνουν τον τόνο και να πλακώνονται.

Είμαστε απέναντι μόνο για ενενήντα λεπτά μες στο γήπεδο (και το στίβο της ταξικής πάλης), όσο δηλ κρατάνε οι πορείες (στην ευρώπη) και τα μπάχαλα. (Παρένθεση: ΌΧΙ στην UEFA, ρήξη με το Champions League! Συνεχίζουμε).
Μας χωρίζουνε μόνο οι ιδεολογικές και τακτικές μας διαφορές. Αλλά ακολουθούμε πιστά τη συμβουλή του βλαδίμηρου: μαζί να χτυπάμε, χωριστά να βαδίζουμε.

Τι διαφορές είναι αυτές; Κυρίως ιστορικές. Έντεκα δεκαετίες αγώνες και θυσία και όλα τα πουλήσαμε για μία χορηγία στη μπλαουγκράνα φανέλα και τριάντα αργύρια. Έχει κι άλλες προεκτάσεις το πράγμα, αλλά ας τις κρατήσουμε για κάποιο άλλο κείμενο.

Οι πιο πολλοί σύντροφοι νιώθουν την ανάγκη να γράψουν πολλά, επειδή κάπου διάβασαν για την ποσότητα που μετατρέπεται διαλεκτικά σε ποιότητα –αν κι εδώ, υπερισχύει μάλλον η αντίστροφη διαλεκτική. Πολύ λίγοι σφοι όμως έχουν καταλάβει ότι το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν, και δε θεωρώ εαυτόν μέσα σε αυτούς. Καλά, για τους πλην λακεδαιμονίων, ούτε συζήτηση..

Είναι σαν τους συντρόφους, που είναι επίδοξοι ποιητές κι έχουν διαβάσει ρίτσο και μπρεχτ, τους κατέχουν καλά, αλλά δε μπορούν να τους φτάσουν. Από την έννοια της στρατευμένης τέχνης, πετυχαίνουν στην καλύτερη το στρατευμένη, χωρίς να τους προκύπτει η τέχνη. Κι ενίοτε δεν έχουν καν ποιητικό λόγο.

Αυτό ισχύει εν πολλοίς και στην τέχνη της πολιτικής που είναι αυτή με τα πιο υψηλά νοήματα. Στον χώρο μας υπάρχουν πολλοί κριτές –με κριτική ικανότητα- που την κατέχουν, αλλά ελάχιστοι πραγματικοί καλλιτέχνες. Περισσεύουν όμως τα ψώνια –καλή ώρα- που πιστεύουν ότι έχουν καλλιτεχνική φλέβα και σπάνιο ταλέντο, που είναι κρίμα να πάει χαμένο.
Με άλλα λόγια έχουμε έτοιμα όλα τα υλικά για ένα καλό ριάλιτι, με ξύλο, διαγραφές κι αποχωρήσεις, όπου ο τελικός νικητής θα παίρνει το χρίσμα της πρωτοπορίας της τάξης και του αγώνα.

Παραμένουν παράλληλα άλυτα και μια σειρά καίρια γλωσσικά ζητήματα. Όπως για παράδειγμα, η πρόθεση συν, που την προσθέσαμε πριν στο ρήμα γράφω και πολλοί τη θεωρούν πανάκεια, φάρμακο για πάσα νόσο. Βάζεις πχ ένα συν στο λογικό σου εγωισμό και του δίνεις συλ-λογικό άλλοθι. Κολλάς ένα συν μπροστά από το ανήκειν και προκύπτει το συνανήκειν που λύνει φαντασιακά το πρόβλημα της ιδιοκτησίας (του κινήματος, της κολόνας και γενικώς). Αλλά εμείς καήκαμε στον χυλό του ενιαίου συν και τώρα φυσάμε και τα γιαούρτια που ρίχνουν στη βουλή οι τεντιμπόηδες του κινήματος.

Ένα ακόμα ζήτημα για το συγγράφω είναι αυτό της προφοράς. Αν το προφέρεις θυμωμένα, με φθόγγο γκ, όπως στην τσουγκράνα και το ανγκρίζεται (που λένε οι τσίπριοι αδερφοί), σε περνάν για γκροτέσκο, ασιάτη μουστακαλή και θα τρομάξουν. Ενώ αν διώξεις το κ (χωρίς να απολέσεις την κομμουνιστική φυσιογνωμία) το λες απαλά και γάργαρα, σαν ελαφρύ γουργουρητό της κοιλιάς.

Αλλά το βασικό ζήτημα παραμένει αυτό της ελευθερίας που μπορεί να απολαμβάνει ένας στρατευμένος καλλιτέχνης στα πλαίσια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού κι αν αυτά τα δύο νοούνται αντιπαραθετικά. Στην τελευταία κομεπ –πέρα από το κομμάτι για την κίνα που τραβάει τους περισσότερους- υπάρχει ένα κείμενο της μηλιαρονικολάκη και του σκαρπερού για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό (σρ). Στο κεφάλαιο για την κομματικότητα –ως ανώτερη μορφή της λαϊκότητας, που είναι βασικό συστατικό του σρ- βρίσκουμε κάποια αποσπάσματα από το άρθρο του λένιν για την κομματική οργάνωση και κομματική φιλολογία.

Ο λένιν θεωρεί την τέχνη αναπόσπαστο μέρος της κομματικής δουλειάς, αλλά υπογραμμίζει ότι η λογοτεχνική δουλειά λιγότερο από κάθε άλλη αντέχει στη μηχανική ευθυγράμμιση, στην επιπέδωση (προφανώς εννοείται η ισοπέδωση), στην επιβολή της πλειοψηφίας στη μειοψηφία.

Σε αυτή τη δουλειά πρέπει να εξασφαλιστεί μεγάλη ελευθερία στην προσωπική πρωτοβουλία, στις ατομικές τάσεις, ελευθερία στη σκέψη και τη φαντασία, στη μορφή και στο περιεχόμενο (…) Το λογοτεχνικό μέρος της κομματικής δουλειάς του προλεταριάτου δε μπορεί να ταυτιστεί τυποποιημένα με τα άλλα μέρη της κομματικής του δουλειάς.

Οι συγγραφείς του άρθρου –που αν και δύο, συνεργάστηκαν χωρίς πρόβλημα- προσθέτουν ότι για μεγάλους κομμουνιστές καλλιτέχνες όπως ο ελυάρ, ο πικάσο, ο χικμέτ, ο νερούντα, ο ρίτσος, ο έρενμπουργκ και πολλοί άλλοι, η κομματικότητα δεν ήταν υπόθεση μιας τυπικής συμφωνίας με την πολιτική και τη στρατηγική του κκ. Ήταν ελεύθερη –συνειδητή και σκόπιμη- συστράτευση στους σκοπούς του, μέσω της βαθιάς αφομοίωσης της ιδεολογίας του.

Εντελώς υπαινικτικά προσθέτω ότι αντίστοιχοι κανόνες οφείλουν να διέπουν και το κομμάτι της θεωρητικής κομματικής δουλειάς. Όχι στη βάση του αγνωστικισμού, αλλά της μαρξικής μεταφοράς της δαντικής κόλασης στο πεδίο της θεωρίας, όπου πριν μπεις, οφείλεις να αφήσεις στην είσοδο κάθε προκατάληψη.

Τα πιο όμορφα κείμενά μας δεν τα έχουμε γράψει ακόμα, αλλά αυτό εδώ πρέπει σιγά-σιγά να τελειώσει και να αφεθεί στην κρίση της πλειοψηφίας.
Υπέρ; Ένα δικό μου. Κατά, λευκά, άκυρα.. δεν υπάρχουν.
Εγκρίνεται ομόφωνα.