Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεφορμισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεφορμισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Τα ΚΚ, το αστικό κοινοβούλιο κι οι αστικές κυβερνήσεις

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το εισαγωγικό σημείωμα της κομεπ στο αφιέρωμα που έχει τον τίτλο της ανάρτησης και μπορείτε να το βρείτε στο τρέχον τεύχος της κομεπ. Η αντιγραφή και η αναδημοσίευση του αποσπάσματος έχει ως σκοπό να παρακινήσει τον αναγνώστη να αγοράσει και κυρίως να μελετήσει τα κείμενα του αφιερώματος και του τεύχους συνολικά.

Η συγκυρία των τελευταίων χρόνων έφερε στην επιφάνεια την πίεση προς το ΚΚΕ για συμμετοχή ή στήριξη αστικής κυβέρνησης, δηλαδή κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού. Φυσικά παρόμοιες λογικές είχαν επίδραση στον περίγυρο του ΚΚΕ και τα προηγούμενα χρόνια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πίεση για ανοιχτή ή καλυμμένη συμπόρευση με το ΠΑΣΟΚ ή για άμβλυνση της κριτικής απέναντί του «για να μην έρθει η δεξιά (η ΝΔ) στην εξουσία».

Ωστόσο, αυτή η πίεση αυξήθηκε απότομα και εκφράστηκε με πιο καθαρή κι οξυμένη μορφή από τη στιγμή που τέθηκε ζήτημα «αριστερής διακυβέρνησης» του καπιταλισμού, στα πλαίσια της γενικότερης αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού. Σε αυτές τις συνθήκες αναπτύχθηκε η αντίληψη ότι μια ενδεχόμενη κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος του λαού.

Η στήριξη αυτής της λογικής έχει φυσικά πολλές αποχρώσεις. Ξεκινώντας από διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες, διάφορα κόμματα, παράγοντες, μηχανισμοί καταλήγουν –περισσότερο ή λιγότερο καθαρά- να προβάλλουν αυτή την προοπτική ως ελπιδοφόρα για το λαό. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια αλυσίδα ετερόκλητων κρίκων, η οποία αξιοποιείται για την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτή η αλυσίδα ξεκινά από την πιο καθαρή διατύπωση της θέση ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση του καπιταλισμού αν οι κυβερνητικοί και υπουργικοί θώκοι καταληφθούν από «αριστερούς» πολιτικούς, περνάει μέσα από την αξιοποίηση της –διαχρονικής για την αστική δημοκρατία- λογικής του «μικρότερου κακού» και φτάνει μέχρι την επιχειρηματολογία διάφορων οπορτουνιστικών σχημάτων τα οποία φραστικά απορρίπτουν κάθε συμμετοχή ή στήριξη μιας τέτοιας κυβέρνησης, την ίδια στιγμή  που όλη η δραστηριότητα και όλη η επιχειρηματολογία τους υπηρετεί αντικειμενικά ακριβώς αυτή την εξέλιξη (στάση τους στο συνδικαλιστικό κίνημα, στις τοπικές εκλογές, στο περιεχόμενο και την ιεράρχηση των συνθημάτων τους κλπ).

Η δραστηριότητα και επιχειρηματολογία του οπορτουνισμού είναι και η πιο επικίνδυνη για το κίνημα για δύο λόγους: πρώτον, γιατί δρα στο εσωτερικό του και προσπαθεί να το ρυμουλκήσει στα γρανάζια των ενδοαστικών οικονομικών και πολιτικών αντιθέσεων και δεύτερον, γιατί ντύνει τη συμβιβαστική πολιτική με επαναστατική «προβιά», καθιστώντας την πιο δυσδιάκριτη. Τέτοιου είδους «προβιά» αποτελούν τα πολυποίκιλα «μεταβατικά προγράμματα», κοινό στοιχείο των οποίων αποτελεί η ρητή ή άρρητη αποδοχή της θέσης περί αταξικότητας των αστικών θεσμών (κοινοβούλιο, κυβέρνηση κλπ) και κατ’ επέκταση περί της δυνατότητας αξιοποίησης των αστικών θεσμών για τη σύγκρουση με το κεφάλαιο.

Σήμερα το ΚΚΕ δρα σε αυτές τις αντικειμενικά σύνθετες συνθήκες έχοντας σταθερή «πυξίδα», σταθερό προσανατολισμό στην κατεύθυνση διεύρυνσης και πολιτικοποίησης της εργατικής πρωτοπορίας, στην κατεύθυνση συγκέντρωσης δυνάμεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Έχει επίγνωση ότι η πραγμάτωση αυτού του καθήκοντος περνάει μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες των ενδοαστικών αντιθέσεων, ότι προϋποθέτει την πάλη για τη διατήρηση της πολιτικής ανεξαρτησίας του πολιτικού εργατικού κινήματος απ’ όλες τις πλευρές της αστικής πολιτικής.

Το ΚΚΕ είναι σήμερα εξοπλισμένο ιδεολογικά και πολιτικά για να ανταποκριθεί στα σύνθετα καθήκοντα που θέτει η σημερινή πολιτική πάλη. Αυτός ο εξοπλισμός έχει στέρεα θεμέλια αφού, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην επεξεργασία της εμπειρίας του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αντλώντας από αυτή πολύ σημαντικά συμπεράσματα. Την «καρδιά» αυτών των συμπερασμάτων την έχει ενσωματώσει στο Πρόγραμμά του, το οποίο καθοδηγεί την καθημερινή του δράση.

Σημαντικό μέρος της μελέτης της παραπάνω εμπειρίας αποτελεί η παρακολούθηση της συζήτησης που πολλές φορές αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του πολιτικού εργατικού κινήματος γύρω από το ζήτημα της συμμετοχής του σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού. Η συζήτηση αυτή τροφοδοτήθηκε άλλωστε αρκετές φορές στο παρελθόν από τις ίδιες τις εξελίξεις, τέθηκε από την ίδια τη ζωή ως σύνθετο ζήτημα που χρειάζεται θεωρητική επεξεργασία. Η απάντηση που έδωσε το πολιτικό εργατικό κίνημα στην ιστορική του διαδρομή δεν ήταν ενιαία, ούτε σε θεωρητικό ούτε σε πρακτικό επίπεδο.

Φυσικά η ιστορική μελέτη πρέπει να παίρνει πάντα υπόψη της ότι τόσο οι αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες έμπαινε κάθε φορά το συγκεκριμένο ζήτημα, όσο και το κατακτημένο επίπεδο ωρίμανσης του πολιτικού εργατικού κινήματος σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή δημιουργούσαν περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την αποκάλυψη της ουσίας του. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται αφενός στην προσαρμογή των σχετικών τοποθετήσεων κομμάτων αλλά και ηγετικών προσωπικοτήτων του πολιτικού εργατικού κινήματος, αφετέρου στη μεγαλύτερη ή μικρότερη σαφήνεια, τη μεγαλύτερη ή μικρότερη αντιφατικότητα των τοποθετήσεών τους.

Ενδεικτικό είναι και το ενδιαφέρον που έδειξε ο ίδιος ο Λένιν στη μελέτη των ζητημάτων που σχετίζονται με την ταξική ουσία του κράτους και των μηχανισμών του, μελέτη που αναπτυσσόταν παράλληλα με το αντικείμενό της τόσο στην χώρα του, τη Ρωσία, όσο και στη Δυτική Ευρώπη. Φυσικά το πολιτικό εποικοδόμημα της Ρωσίας, απ’ όπου εκκινούσε όλη η ανησυχία του, δεν ήταν αυτό που μπορούσε αντικειμενικά να θέσει το ζήτημα στην πιο καθαρή του μορφή. Η τσαρική εξουσία, τα ανύπαρκτα μέχρι το 1907 και πολύ ανώριμα και ασταθή κοινοβουλευτικά εγχειρήματα της τσαρικής εξουσίας την περίοδο 1907-1917 και γενικότερα η μεγάλη ρευστότητα του πολιτικού εποικοδομήματος στη Ρωσία εκείνη την περίοδο τροφοδοτούσαν απόψεις, προβληματισμούς, σκέψεις σχετικά με τη δυνατότητα του πολιτικού εργατικού κινήματος να αξιοποιήσει αυτή τη ρευστότητα, ακόμα και μέσω της βραχύχρονης στήριξης κυβέρνησης σε συγκεκριμένες συνθήκες προς όφελος της εμβάθυνσης της επαναστατικής διαδικασίας. Στοιχεία αυτού του προβληματισμού περιέχονταν ακόμα και στην παλιά στρατηγική αντίληψη των μπολσεβίκων περί «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» και τη σχετική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κόμματος.

Ωστόσο η ανησυχία του Λένιν για αυτά τα ζητήματα ήταν συνεχής και αναπτυσσόταν παράλληλα με την εξάλειψη ή υποχώρηση κάποιων ιδιαιτεροτήτων του ρωσικού πολιτικού εποικοδομήματος. Αυτή η διαδικασία έφτασε στην ωριμότητά της το διάστημα από τον Απρίλη του 1917 (οπότε και επέστρεψε στη Ρωσία ο Λένιν) μέχρι το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, όπου στις συνθήκες της αστικής Προσωρινής Κυβέρνησης –η οποία είχε πιο καθαρά αστικοδημοκρατικά χαρακτηριστικά- το ζήτημα τέθηκε με πιο καθαρό τρόπο και σε άμεση σύνδεση με τη νέα στρατηγική που χάραξε ο Λένιν τον Απρίλη, σύμφωνα με την οποία ο χαρακτήρας της επανάστασης θα ήταν σοσιαλιστικός, χωρίς καμία ενδιάμεση πολιτική κατάσταση. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την έκδοση του «Κράτος και Επανάσταση» αυτήν ακριβώς την περίοδο, όπου τεκμηριώνονται τα βασικά του συμπεράσματα πάνω στο ζήτημα: ο ταξικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας και των επιμέρους μηχανισμών της, η αδυναμία αξιοποίησής τους για το πέρασμα στην αταξική κοινωνία, η ανάγκη τσακίσματος αυτού του μηχανισμού.

Είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την περίοδο, το καλοκαίρι του 1917, όταν σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Η επανάσταση διδάσκει όλες τις τάξεις με μια ταχύτητα και βάθος που είναι άγνωστες στους συνηθισμένους, ειρηνικούς καιρούς. Οι καπιταλιστές, καλύτερα οργανωμένοι, πιο έμπειροι στο έργο της ταξικής πάλης και της πολιτικής, διδάχτηκαν πιο γρήγορα από τους άλλους. Βλέποντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρατηθεί, κατέφυγαν σε μια μέθοδο, που μετά το 1848 την εφάρμοζαν ολόκληρες δεκαετίες οι καπιταλιστές των άλλων χωρών, για να ξεγελούν, να διαιρούν και να αδυνατίζουν τους εργάτες. Η μέθοδος αυτή είναι η λεγόμενη κυβέρνηση «συνασπισμού» δηλαδή μια κοινή ενωμένη κυβέρνηση, αποτελούμενη από την αστική τάξη και τους λιποτάκτες του σοσιαλισμού [...]

Οι «σοσιαλιστές» ηγέτες, μπαίνοντας στην κυβέρνηση της αστικής τάξης αποδείχνονταν κατά κανόνα ανδρείκελα, μαριονέτες, προκάλυμμα για τους καπιταλιστές, όργανο εξαπάτησης των εργατών...
Οι βλάκες των κομμάτων των εσέρων και των μενσεβίκων πανηγύριζαν, λούζονταν με αυταρέσκεια στην ακτινοβολία της υπουργικής δόξας των αρχηγών τους. Οι καπιταλιστές έτριβαν τα χέρια από ικανοποίηση, εφόσον είχαν αποκτήσει στο πρόσωπο των «αρχηγών των Σοβιέτ» βοηθούς ενάντια στο λαό, εφόσον πήραν την υπόσχεση απ’ αυτούς ότι θα υποστηρίζουν τις «επιθετικές επιχειρήσεις στο μέτωπο», δηλ. την επανάληψη του ιμπεριαλιστικού, ληστρικού πολέμου που είχε σταματήσει. Οι καπιταλιστές ήξεραν ότι οι υποσχέσεις της αστικής τάξης –σχετικά με τον έλεγχο, ακόμα και με την οργάνωση της παραγωγής, σχετικά με την πολιτικής της ειρήνης κτλ–ποτέ δε θα εκπληρωθούν.

Έτσι και έγινε [...] οι καπιταλιστές εξακολουθούσαν να δυναμώνουν. Σε αυτό το διάστημα δεν έγινε στην πραγματικότητα τίποτε, απολύτως τίποτε, για να μπει χαλινάρι στους καπιταλιστές. Οι λιποτάχτες του σοσιαλισμού που έγιναν υπουργοί, αποδείχτηκαν πολυλογάδες, που είχαν αποστολή να περισπούν την προσοχή των καταπιεζόμενων τάξεων, ενώ όλος ο κρατικός διοικητικός μηχανισμός στην πραγματικότητα έμενε στα χέρια της γραφειοκρατίας (της υπαλληλίας) της αστικής τάξης».
(Λένιν, Άπαντα, τ. 34, σελ 62-64)

Την ίδια περίοδο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η αστική τάξη αυτές τις υπουργοποιήσεις: «Την ίδια εποχή και ένας αστικός πολιτικός, ο Πάβελ Μιλιουκόφ, με την πείρα της τάξης του, πολύ εύστοχα διαπίστωνε: «Αυτά τα πρόσωπα μιας και υπουργοποιήθηκαν δεν είναι πια ηγέτες των επαναστατών... Τώρα χρειάζεται να αποκηρύξουν οριστικά –δε λέω την επαναστατική φρασεολογία, ο τρόπος έκφρασης ας μείνει, ό,τι θέλουν- μα την επαναστατική ιδεολογία».

(Συλλογικό: «Οκτώβρης 1917. Η πορεία των μπολσεβίκων προς τη νίκη», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ 103).

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Ο πολιτικός Κουφοντίνας

Σήμερα σκόπευα να γράψω μια τελική εκτίμηση για το πολυσυζητημένο βιβλίο του κουφοντίνα και κλείσω έτσι αυτή την άτυπη τριλογία των σχετικών αναρτήσεων.
Να μιλήσω για την τελική γεύση που αφήνει το βιβλίο, τις αυτοκριτικές προσεγγίσεις του κουφοντίνα στις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της δράσης της οργάνωσης· για τα σημεία που καταφέρνει να σου εμπνεύσει συμπάθεια ή και σεβασμό ακόμα, πχ όταν μιλά για τη ζωή του παράνομου ή ανιχνεύει τα σημάδια της ιστορίας στις γειτονιές της αθήνας και σε όποια άλλη περιοχή βρίσκεται· ή ακόμα, όταν ακούει ριζίτικα τραγούδια στον 902, το τελευταίο βράδυ στο αγκίστρι, πριν παραδοθεί στις αρχές κι όταν απομυθοποιεί την παντοδυναμία των μυστικών υπηρεσιών, των κρατικών μηχανισμών και των επιτελικών τους σχεδίων.

Και στη συνέχεια να γράψω για τα σημεία που (αναγκάζεται και ο ίδιος να αναγνωρίσει και) αναιρούν αυτή την αίσθηση, αποδομώντας βασικούς ισχυρισμούς του κουφοντίνα. Πχ για το εύκολο σπάσιμο, τις απανωτές ομολογίες και τον ατομικό δρόμο υπεράσπισης των συλληφθέντων, που μόνο σε μέλη επαναστατικής οργάνωσης δεν παραπέμπουν. Ή για την ανύπαρκτη σύνδεση της 17ν με το μαζικό κίνημα και τον διακηρυγμένο στόχο της πολύμορφης δράσης και της αφύπνισης-ενεργοποίησης του λαϊκού παράγοντα μέσω των ενεργειών της, που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ στην πράξη.

Δεν μπορούσα ωστόσο να μην αναβάλω αυτό το κείμενο-αποτίμηση, για να σταθώ και να αντιγράψω τις τρεις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, την πολιτική παρακαταθήκη που αφήνει ο κουφοντίνας στον αναγνώστη και τους συνεχιστές του δικού του έργου και της επαναστατικής υπόθεσης όπως αυτός την αντιλαμβάνεται τουλάχιστον. Ας τις διαβάσουμε πρώτα για να τις σχολιάσουμε στη συνέχεια.

-.-.-

Σήμερα και πάλι μαύρα σφιχτοπλεγμένα σύννεφα πλακώνουν την πατρίδα, τη δική μας πατρίδα, την πατρίδα των φτωχών. Η πατρίδα του πλούτου δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Παντοτινοί δωσίλογοι, μαζί με τα φερέφωνά τους από τους μιντιακούς άμβωνες που κηρύσσουν την υποταγή, μαυραγορίτες, ταγματαλήτες, παίρνουν το κομματάκι τους από το λεηλατημένο δημόσιο πλούτο, βουτηγμένοι στην προδοσία, τη βρομιά, την ακολασία. Δεν καταλαβαίνουν τίποτα από την περηφάνια, την αξιοπρέπεια, τις λαϊκές, τις πανανθρώπινες αξίες.

Μια νέα κατοχή, δίχως προσώρας μαύρα άρματα, αλλά με τα σύγχρονα, το ίδιο κατάμαυρα, το ίδιο φονικά, οικονομικά όπλα, σωριάζει σε ερείπια όσα έχτισε ο κόπος, ο ιδρώτας, το αίμα του λαού-εργάτη. Ξεκληρίζουν έναν ολόκληρο λαό, δολοφονούν τα όνειρα της νέας γενιάς. Κάνουν την χώρα οικόπεδο των ισχυρών, εξαθλιώνουν τους εργαζόμενους, τους μετατρέπουν σε στρατιά σκλάβων. Για τους ξένους και ντόπιους δουλοκτήτες, τους νέους αφέντες.

Λέω πως χρειάζεται, τώρα ξανά στη νέα κατοχή, όλοι μας οι καινούργιοι σκλάβοι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από κανέναν σωτήρα, ντόπιο ή ξένο. Το παλιό αίτημα να γίνει επιτέλους ο λαός νοικοκύρης στο σπίτι του μπαίνει πιο ζωτικά, πιο επιτακτικά από ποτέ. Σήμερα που μας μετατρέπουν σε νοικάρη στο ίδιο μας το σπίτι, στην ίδια μας την χώρα. Αυτό το αίτημα μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από ένα ευρύ μέτωπο λαϊκής σωτηρίας, ένα ισχυρό παλλαϊκό μέτωπο, ανεξάρτητα από διαφορές. Τη νέα κατοχή, όπως και την παλιά, μπορεί να την αντιμετωπίσει μόνο ο ενωμένος και οργανωμένος λαός. Οργανωμένος σε ένα μέτωπο πολύμορφης δράσης κοινωνικού, κινηματικού και όχι κομματικού χαρακτήρα για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Που θα συναρθρώνει αρχικά τις επιμέρους αντιστάσεις και τις τοπικές εξεγέρσεις, θα ενοποιεί και θα διευρύνει τους αυτοοργανωμένους χώρους αντίστασης και ανάσας. Θα συγκεντρώνει και θα οργανώνει τη λαϊκή οργή, με ένα συγκροτημένο, πειστικό μεταβατικό πρόγραμμα που θα εμπνέεται από το όραμα μιας κοινωνίας των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών.

Άμεσα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί η απειλή της μαζικής λιμοκτονίας. Στη συνέχεια προέχει η αναδιάρθρωση της πρωτογενούς παραγωγής και συνολικά της παραγωγικής δομής στην κατεύθυνση της οικονομικής αυτοδυναμίας.

Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να μην ξεκινά από τη στάση πληρωμών του «χρέους», μιας και αυτό που προέχει είναι η επιβίωση και η αξιοπρεπής διαβίωση των ανθρώπων. Δεν μπορεί ακόμα να μην περιλαμβάνει δημόσιο έλεγχο των τιμών, της κίνησης κεφαλαίων, τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας.

Αυτός ο έλεγχος πάνω στα μέσα παραγωγής, πάνω στη λήψη των αποφάσεων γύρω από τι, πώς και από ποιον θα παραχθεί το κοινωνικό προϊόν δεν μπορεί παρά να γίνει με ρήξη του υπάρχοντος συστήματος. Δεν μπορεί να γίνει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί να γίνει δίχως ένα είδος εθνικού νομίσματος. Δεν μπορεί να γίνει δίχως ένα ριζικό γεωπολιτικό ανασχεδιασμό. Το ξεπέρασμα της σημερινής βαθιάς κρίσης προϋποθέτει και απαιτεί βαθιές αλλαγές.

Σε αυτό το μέτωπο που θα ζωντανέψει την «πλέρια μνήμη», του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, σ’ αυτό το μέτωπο πολύμορφης δράσης έχουν όλοι θέση. Όλες οι ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας, όλες οι δυνάμεις, από όλες τις παραδόσεις του επαναστατικού κινήματος.

Καθένας με τη δική του ιστορία, την ιδιαίτερη πολιτική του ταυτότητα, στην αναγκαία διαλεκτική σύνθεση. Καθένας που καταλαβαίνει ότι αυτό το  έργο δεν μπορεί να το φέρει σε πέρας μόνος και απομονωμένος.

Σήμερα που απέναντι στην επίθεση του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού η κοινωνία μπορεί να είναι ακόμα μουδιασμένη, αλλά βράζει ολόκληρη. Σιχαίνεται τους κυρίαρχους, και ολοένα μεγαλύτερα κομμάτια της ψάχνουν διεξόδους και απαντήσεις.

Μπορεί αυτές να περνούν μέσα από τη διαφαινόμενη εκλογική νίκη της ρεφορμιστικής Αριστεράς; Της κοινοβουλευτικής Αριστεράς που κάνει σαν να μην καταλαβαίνει ότι η επιλογή της είναι ή να δώσει με το κίνημα τη σύγκρουση ή να εξευτελιστεί σε διαχειριστή της «καμένης γης»;

Για τις δυνάμεις της ανατροπής, η κυβέρνηση αυτής της Αριστεράς πρέπει να αποτελέσει μια ευκαιρία αντεπίθεσης, ενότητας του κινήματος, κοινωνικής αυτοοργάνωσης, λαϊκής αντιεξουσίας.

Τα παραδείγματα αγώνα, η βάση για αυτή την αντεπίθεση, ολοένα και αυξάνονται. Από τον ηρωικό αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής, τα αυτοδιαχειριστικά εγχειρήματα, τις μαχητικές αντιφασιστικές εκδηλώσεις. Τα εκατοντάδες παραδείγματα ανιδιοτελούς συμμετοχής και άμεσης δημοκρατίας: Τα στέκια και οι δομές αλληλεγγύης σε όλη την Ελλάδα, ένας ολόκληρος γαλαξίας κοινωνικής και πολιτιστικής δημιουργίας.

Παράλληλα, έχουμε την παρουσία ενός νέου αντάρτικου, πιο «κοινωνικού» και μητροπολιτικού από το δικό μας, με άλλες ιδεολογικές αναφορές και διαφορετικά χαρακτηριστικά, το οποίο όμως, μαζί με τη διάχυτη αλλά πολύ υλική συγκρουσιακότητα ενός κομματιού της νεολαίας, κραυγάζει ότι τίποτα δεν τελείωσε.

Η ταξική πάλη και ο κοινωνικός ανταγωνισμός δεν σταματούν. Η έκβασή τους, βέβαια, δεν είναι προκαθορισμένη από κάποια νομοτέλεια.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο της επανάστασης και της αταξικής κοινωνίας εξαρτάται από την ελπίδα μιας ζωής που μας αξίζει, από τη συνειδητή οργάνωση και την προετοιμασία για το πέρασμα σε αυτή τη ζωή από σήμερα, από την απελευθερωτική συνάντηση του όπλου της κριτικής με την κριτική των όπλων. Για το Βασίλειο της Ελευθερίας…

-.-.-

Στο απόσπασμα που παρατίθεται, βρίσκουμε ένα εκρηκτικό μίγμα ιδεολογημάτων του σύγχρονου οπορτουνιστικού χυλού περί κατοχής, εθνικού νομίσματος, ελέγχου του τραπεζικού συστήματος, κτλ, που παντρεύονται αρμονικά με αναρχικές αντιλήψεις περί αυτοοργανωμένων χώρων ανάσας –sic-, έλεγχο –κι όχι ιδιοκτησία- των μέσων παραγωγής και λαϊκής αντιεξουσίας. {το ωραίο μάλιστα είναι πως σε κάποιο σημείο ο κουφοντίνας σχολιάζει πόσο έχει δεινοπαθήσει στην χώρα μας ο όρος της λαϊκής εξουσίας, αφήνοντας προφανώς υπονοούμενα για το αντίστοιχο σύνθημα του κόμματος}.

Επίσης, στο  τελικό «μανιφέστο» του κουφοντίνα δεν περιλαμβάνεται καν η διαγραφή του χρέους ως αίτημα και στόχος πάλης και δεν απορρίπτονται κατηγορηματικά οι κυβερνητικές αυταπάτες, καθώς το ενδεχόμενο μιας πιθανής κυβέρνησης της ‘ρεφορμιστικής αριστεράς’, παρουσιάζεται ως «ευκαιρία αντεπίθεσης».

Δεν ξέρω αν με τα παραπάνω δικαιώνεται ο χαρακτηρισμός του «ένοπλου ρεφορμισμού» που είχε αποδώσει σε άλλο ιστορικό πλαίσιο στη 17ν μια εναντίον της κριτική, όπως αναφέρεται στο βιβλίο. Συζητώντας το θέμα με μια σφισσα, μου είπε πως από μια άποψη είναι ανθρώπινο να έχει κι ο ίδιος ο κουφοντίνας κάποιες προσδοκίες από μια τέτοια κυβέρνηση για τη βελτίωση των άσχημων συνθηκών κράτησης του ίδιου και των συντρόφων του –αν και δεν είμαι σίγουρος ότι η «υπεύθυνη, κυβερνητική αριστερά» θα διαχειριστεί διαφορετικά αυτή την καυτή πατάτα.

Η ουσία αυτού του ζητήματος όμως –και του θέματος που εξετάζει το κείμενο σε ένα άλλο επίπεδο- βρίσκεται στον χαρακτηρισμό (ή μη) των μελών της 17ν ως πολιτικών κρατουμένων –δεν ξέρω ποια είναι η σχετική θέση του κόμματος, θυμάμαι ωστόσο να μιλάμε για «πολιτική δίκη» στη συγκεκριμένη περίπτωση, που είχε προφανώς και ποικίλες προεκτάσεις.

Διαβάζοντας πάντως κανείς το παραπάνω απόσπασμα αλλά και πολλά άλλα σημεία του βιβλίου, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί ρητορικά πόσο πολιτικό και τι πολιτικής ποιότητας είναι το στίγμα του «πολιτικού (κρατούμενου) κουφοντίνα». Και συνεπώς κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί, με καθαρά πολιτικούς όρους, πραγματικά επαναστατικό

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Μεταρρύθμιση ή επανάσταση

Ποια είναι η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης κι επανάστασης; Αυτό είναι το ερώτημα που απασχολεί διαχρονικά όσους ομνύουν σε μια σοσιαλιστική προοπτική κι αποτελεί βασικό κριτήριο για το διαχωρισμό των συνεπών επαναστατικών δυνάμεων από τις ρεφορμιστικές.

Μια αρχική απάντηση θα ήταν ότι οι δύο αυτοί όροι έρχονται μεταξύ τους σε μια διαλεκτική, αντιθετική σχέση, με την έννοια ότι αντιτίθενται, χωρίς όμως να αποκλείουν η μία την άλλη. Αυτός ο διαλεκτικός χαρακτήρας προκαλεί ενίοτε τη μετατροπή του ενός πόλου στο αντίθετό του και τη μεταξύ τους ταύτιση.
Κι αυτό μπορεί να έχει διπλή ανάγνωση. Αφενός δηλ μια επιμέρους μεταρρύθμιση στη δοσμένη συγκυρία μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία και να προωθήσει μια σημαντική ρήξη, φέρνοντας προοδευτικά, απ’ την ίδια τη ροή των πραγμάτων κι όχι εγκεφαλικά, την επαναστατική υπόθεση στην ημερήσια διάταξη –όπως πχ η επίλυση του αγροτικού ζητήματος στη ρωσία του 17’ ή –όπως λένε κάποιοι- η διαγραφή του χρέους στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Υπάρχει όμως κι η αντίστροφη ανάγνωση, ότι ακριβώς στη δοσμένη συγκυρία, ακόμα και οι πιο μικρές επιμέρους μεταρρυθμίσεις, δε μπορούν να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια του συστήματος, αλλά είναι δεμένες με το κεντρικό ζήτημα της ανατροπής του και προϋποθέτουν ριζικές αλλαγές σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας –κι όχι απλής διακυβέρνησης.

Πέραν αυτού πάντως, το βασικό σε μια διαλεκτική σχέση δεν είναι ο αντιδιαλεκτικός συμψηφισμός των δύο πόλων, αλλά ο προσδιορισμός του πρωτεύοντος και καθοριστικού στοιχείου. Κι η πρωταρχική σημασία της επανάστασης σημαίνει ότι η έννοια της μεταρρύθμισης δε νοείται ξεχωριστά και αυτόνομα ως εναλλακτική στην επανάσταση, αλλά εντάσσεται σε αυτήν ως οργανικό της κομμάτι και την υπηρετεί.

Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχει κάποια τυπική αντίθεση που να αποκλείει το συνδυασμό των δυο όρων, σε τι ακριβώς έγκειται ο ρεφορμισμός; Μα ακριβώς στην αποκοπή τους και την αυτονόμηση του πρώτου από το δεύτερο. Ρεφορμισμός πχ είναι η τελείως σχηματική αντίληψη του πι-πι, όπως την είχε εκφράσει παλιότερα σε κάποια ομιλία του: αφού δεν τίθεται ως άμεσο ενδεχόμενο η επανάσταση, είναι καιρός για μεταρρύθμιση –να ποιος είναι κατά πι-πι ο ρόλος των επαναστατών σε μη επαναστατικές εποχές.

Είναι η ίδια αντίληψη που σκιαγράφησε πολύ γλαφυρά στην κριτική της απέναντι στο μπερνστάιν η ρόζα λούξεμπουργκ λέγοντας πως η νομοθετική μεταρρύθμιση κι η επανάσταση δεν είναι δυο διαφορετικές μέθοδοι της ιστορικής προόδου που μπορεί να διαλέξει κανείς μες στο μπουφέ της ιστορίας, όπως θα διάλεγε τα κρύα και τα ζεστά λουκάνικα. Προσθέτοντας πως είναι δυο διαφορετικές στιγμές, όχι από την άποψη της χρονικής τους διάρκειας, αλλά από την άποψη του ουσιαστικού τους περιεχομένου. (…) Γι’ αυτό όποιος κηρύσσεται υπέρ της κοινωνικής μεταρρύθμισης σε αντικατάσταση και σε αντίθεση με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής επανάστασης, δεν επιλέγει στην πραγματικότητα έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά ένα διαφορετικό σκοπό.
Ρεφορμισμός δηλ είναι η αντίληψη που διαχωρίζει χρονικά τους δύο όρους, πρώτα μεταρρύθμιση μετά επανάσταση, πρώτα η τακτική μας μετά η στρατηγική μας, ενώνοντάς τους φαντασιακά, σε ένα απώτερο θολό μέλλον, που μοιάζει λιγότερο πιθανό κι από τη δευτέρα παρουσία.

Ο ρεφορμισμός γενικά είναι η αντίληψη ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο με μερικές μικρές αλλαγές, χωρίς ριζικές ανατροπές και δύσκολες συγκρούσεις· η οποία βρίσκει αντικειμενικά πρόσφορο έδαφος σε ανοδικές περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά γίνεται διπλά επιζήμια σε περιόδους κρίσης και καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, με πρώτη και κύρια την τον ίδιο τον άνθρωπο και την εργατική του δύναμη.

Έχουμε συνηθίσει να κάνουμε τον κλασικό διαχωρισμό ρεφορμισμού-επανάστασης, εστιάζοντας στα ειρηνικά, μεταρρυθμιστικά μέσα που προκρίνει ο πρώτος για την επίτευξη του τελικού σκοπού, που θεωρητικά παραμένει κοινός. Στην πραγματικότητα ωστόσο ο σύγχρονος ρεφορμισμός έχει αποβάλει σχεδόν κάθε αναφορά στον τελικό στόχο του σοσιαλισμού. Αυτά δεν πουλάνε πολύ εξάλλου την τελευταία εικοσαετία, μετά τις ανατροπές, και δε μένουν ούτε καν για ιστορικούς λόγους, όπως δείχνει το παράδειγμα του κκγ με τον πολιτικό συμβολισμό της αφαίρεσης του σφυροδρέπανου από το σήμα του.

Το μόνο που έχει κρατήσει λοιπόν ο ρεφορμισμός είναι η διαχειριστική λογική για όλα τα επιμέρους μέτωπα: συνεννόηση και διάλογος αντί για «στείρα, επαναστατική γυμναστική», επαναδιαπραγμάτευση κι υπεύθυνη στάση χωρίς εξαλλοσύνες, ανάπτυξη κι υγιής επιχειρηματικότητα ως προοπτική και γενική πολιτική κατεύθυνση για την έξοδο από την κρίση.

Πώς θα επέλθει όμως η σύνδεση των δύο στιγμών, των μεταρρυθμίσεων με τον τελικό σκοπό; Και πώς θα πετύχουμε αυτή τη σύνδεση, αν απορρίπτουμε ως ρεφορμισμό τα μεταβατικά αιτήματα; Εδώ είναι ο κόμπος του ζητήματος. Ας τα δούμε συνοπτικά και ομαδοποιημένα.

Πρώτη κατηγορία. Δε μπορούμε να παραπέμπουμε τα πάντα στο σοσιαλισμό και να μην παλεύουμε για τα άμεσα.
Έτσι είναι και για αυτό δεν το κάνουμε. Όπως λέγαμε και σε μια σχετικά πρόσφατη ανάρτηση, δεν υπάρχει κανείς χώρος με στοιχειωδώς σοβαρή παρουσία, που να μην καταπιάνεται με την άμεση, καθημερινή πάλη και τις διεκδικήσεις του εργαζόμενου λαού. Κι αυτοί που τις τρέχουν και τις παλεύουν συνολικά με σχετική επάρκεια και συνέπεια είναι ακριβώς οι μαζικές συσπειρώσεις όπου συμμετέχουν και δρουν οι κομμουνιστές, σε πλήρη αντίθεση με τη δράση των εραστών του άμεσου και του εφικτού.

Δεύτερη κατηγορία: δε μπορούμε να μην προβάλλουμε πολιτικά αιτήματα και να μένουμε στις οικονομικές διεκδικήσεις (μισθοί, ασφαλιστικό, φορολογικό, κτλ), γιατί αυτός είναι ένας στείρος οικονομισμός ή τρεϊντγιουνιονισμός όπως τον έλεγαν στην εποχή του λένιν, από τη συντεχνιακή λογική των αγγλικών εργατικών ενώσεων.
Αυτή είναι η κλασική αιχμή που άφηνε ο εξαφανισμένος μετά τις εκλογές καζάκης, ο οποίος προέτασσε την ανάγκη προβολής πολιτικών αιτημάτων. Αλλά ως τέτοια εννοούσε αποκλειστικά και μόνο τα δημοκρατικά, αντι-ιμπεριαλιστικά –γι’ αυτόν εξάλλου ο χαρακτήρας της οκτωβριανής επανάστασης δεν ήταν σοσιαλιστικός, αλλά καθαρά δημοκρατικός. Κι ως κατεξοχήν δημοκρατική πάλη προέβαλε τα γνωστά αιτήματα γύρω από το χρέος, ακολουθώντας μια καθαρά τεχνική οικονομίστικη ανάλυση: να μην πληρώσουμε το χρέος γιατί δεν είναι βιώσιμο, να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες γιατί έτσι κι αλλιώς τις πληρώνουμε, κτλ.

Παρεμφερής ήταν κι η κριτική άλλων δυνάμεων που έλεγαν ότι η πολιτική συνείδηση δε μπορεί να προκύψει στη βάση της συνεχούς και μονότονης επίκλησης της επανάστασης και του σοσιαλισμού, αλλά μέσα από πολιτικά μεταβατικά αιτήματα (γύρω από το χρέος και το νόμισμα) και την ίδια την πείρα των μαζών.

Η πολιτικοποίηση των αγώνων που αναπτύσσονται το τελευταίο διάστημα αποτελεί πράγματι το κατεξοχήν ζητούμενο, κι αυτό αποτελεί κοινή παραδοχή, σε φραστικό τουλάχιστον επίπεδο.
Πρώτη σταθερά είναι ότι η ταξική –καταρχάς- συνειδητοποίηση των εργατών, η συνείδηση της τάξης τους, των ιδιαίτερων συμφερόντων της και κατ’ επέκταση του αγώνα της για την κατάκτηση της εξουσίας, έρχεται στη βάση σκληρών ταξικών αγώνων –που είναι κυρίως οικονομικοί. Κι αυτό δεν αποτελεί καμίας μορφής οικονομισμό, αλλά αδήριτη πραγματικότητα, που κανείς δε μπορεί να την υπερπηδήσει. Σε αυτήν τη συγκυρία εξάλλου δεν έχουμε ένα ισχυρό εργατικό κίνημα που πάσχει από οικονομισμό, αλλά ένα αδύναμο κίνημα, χωρίς σαφή πολιτική στόχευση, που σ’ αυτή τη βάση αναπτύσσει «ασθένειες» όπως τη συντεχνιακή λογική.

Κατά δεύτερον. Αν σημαίνει κάτι το περίφημο απέξω του βλαδίμηρου κι η ύπαρξη οργανωμένης πολιτικής πρωτοπορίας, πέρα από τα συνδικάτα και τις εργατικές ενώσεις, αυτή είναι η σημασία της ιδεολογικής ζύμωσης. Ο ιδεολογικός αγώνας δε συνιστά σε καμία περίπτωση ιδεαλισμό, αλλά απαραίτητο κι αναντικατάστατο όπλο για τους κομμουνιστές. Κι αυτή η ζύμωση γίνεται ακόμα πιο πειστική, όσο δένεται με τις εξελίξεις και την κινούμενη πραγματικότητα.

Κι εδώ είναι όλο το ζουμί. Γιατί είναι ακριβώς η ίδια η αντικειμενική πραγματικότητα και όχι κάποιο εγκεφαλικό σχήμα που αναδεικνύει σήμερα τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και την επικαιρότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής ως εναλλακτική. Είναι η ίδια η εποχή που απαιτεί μια συνολική πειστική αντιπρόταση, κι όχι κάτι αποσπασματικό και μεσοβέζικο.

Και η συνείδηση των μαζών; Δεν πρέπει να πειστούν από την ίδια τους την πείρα για αυτήν την αναγκαιότητα;
Καταρχάς δε νομίζω ότι είναι η πείρα αυτό που λείπει από τον ελληνικό λαό σήμερα, ειδικά σε μια τόσο πυκνή σε γεγονότα κι εναλλαγές περίοδο –ο περίφημος συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος, που ακούμε σε διάφορες αναλύσεις. Αυτό που λείπει είναι το κόκκινο νήμα που διαπερνά όλο αυτό το εμπειρικό υλικό κι οδηγεί στα σωστά συμπεράσματα για τις αιτίες και τις λύσεις των προβλημάτων.

Εάν λοιπόν δε μιλάμε για τον αντικειμενικό παράγοντα –που είναι υπερώριμος, κτλ- αλλά για το τι καταλαβαίνει ο κόσμος κι ως πού μπορεί φτάσει η συνείδησή του, τότε προσωπικά δεν καταλαβαίνω γιατί δεν προτάσσεται τακτικά το φλέγον ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, που αγγίζει πιο άμεσα από κάθε τι την πλειοψηφία του κόσμου. Και σε αυτό το σημείο οφείλουμε να είμαστε πολύ επικριτικοί κι αυτοκριτικοί για την «καμπανιακή» δουλειά που έγινε πχ με τα χαράτσια και δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε όσο έπρεπε για να δώσει ώθηση στις τοπικές κινήσεις στις γειτονιές –λαϊκές επιτροπές, κτλ.

Επιπλέον, μια προσπάθεια πολιτικοποίησης πρέπει να είναι συγκεκριμένη, να παίρνει υπ’ όψιν της το επίπεδο συνειδητοποίησης του κόσμου, όχι για να βρει το άλλοθι των ιδεολογικών της εκπτώσεων, αλλά για να το πάρει και να το ανυψώσει. Πρέπει να δοκιμάζει αιτήματα και τρόπους δράσης, να είναι πραγματικά ευέλικτη κι όχι δογματικά προσκολλημένη πχ σε πέντε σημεία, τα οποία περιφέρονται προς πάσα χρήση σα μεγάλη παρασκευή. Η σύνδεση των όρων που μας απασχολούν εδώ, δεν επιτυγχάνεται φαντασιακά, με τη διαρκή μονότονη επίκληση ενός αφηρημένου μεταβατικού προγράμματος, επειδή έτσι το θέλησαν αυτοί που το κατάρτισαν ή βασικά το υιοθέτησαν αυτούσιο από τους αριστερούς οικονομολόγους με μερικά πασπαλίσματα.
Υπ’ όψιν ότι σε αυτό το σημείο εξετάζω το ζήτημα αφήνοντας σκόπιμα κατά μέρος τον πολιτικό χαρακτήρα του προγράμματος, αν είναι ρεφορμιστικό, επαναστατικό κτλ, (χωρίς να το θεωρώ άσχετο ή δευτερεύον σε σχέση με τα υπόλοιπα) βλέποντας αποκλειστικά αν και κατά πόσο είναι λειτουργικό σε ένα επιμέρους σημείο: τη σύνδεση με το επίπεδο συνείδησης των μαζών.

Πώς μπορεί να επέλθει λοιπόν η περιβόητη σύνδεση; Αυτό είναι το διαχρονικό ζητούμενο που απασχολεί την τέχνη της πολιτικής και κάθε καλλιτεχνική φλέβα.
Χωρίς να προσπαθώ να υπεκφύγω, θέλω να σημειώσω εξ αρχής πως σε αυτά τα ζητήματα δεν χωράνε έτοιμες συνταγές, γιατί κινδυνεύουμε να φάμε τα μούτρα μας. Κι αυτή την έννοια είχε νομίζω το «βλέποντας και κάνοντας» που είχε γράψει κάποτε για τους επαναστάτες ο βλαδίμηρος, ο οποίος λειτουργούσε πάντα με ένα πολιτικό σχέδιο, αλλά ήξερε να το κρίνει διαλεκτικά και να μην κολλά σε παλιές φόρμουλες και συνθήματα.

Η συγκεκριμένη τακτική, τα λεγόμενα αιτήματα κρίκοι, πρέπει να παίρνουν υπ’ όψιν την ανάλυση της κάθε στιγμής, τις απότομες εναλλαγές και καμπές που θα προκύψουν, τις ευμετάβλητες λαϊκές συνειδήσεις και διαθέσεις. Με αυτή την έννοια είναι συνήθως πιο εύκολο να περιγράψει κανείς λεπτομερώς κάποιες γενικές αρχές και κατευθύνσεις για την κοινωνία του μέλλοντος –ακόμα κι αν η πραγματικότητα αποδειχθεί πολύ πιο περίπλοκη κι αντιφατική από τη γενική εικόνα που έχουμε, και εκδικηθεί τα σχέδια επί χάρτου που κάνουμε- παρά το συγκεκριμένο δρόμο που θα ακολουθήσει η εξέλιξη των πραγμάτων για να φτάσουμε σε αυτήν.

Εν πάση περιπτώσει, αν και μου λείπουν πολλά στοιχεία για να κάνω μια ασφαλή κι ολοκληρωμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιόδου που διανύουμε, θα έλεγα ότι αυτό που ανεβάζει στη δεδομένη χρονική στιγμή το επίπεδο της συνείδησης του κόσμου είναι το σπάσιμο της λογικής της ανάθεσης, που έχει γίνει γάγγραινα, η επιλογή να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να μην περιμένει κανένα επίδοξο σωτήρα, ακόμα και κομμουνιστικής προέλευσης.
Κι αυτό ως βασικός κι αναντικατάστατος άξονας, ως βασική σταθερά, μπορεί να δέσει με οποιοδήποτε επιμέρους αίτημα, ανάλογα με τις απρόβλεπτες καμπές και τη μορφή που θα πάρει η όξυνση της κρίσης, των αντιφάσεων του συστήματος, των αντικειμενικών συνθηκών, καθώς και οι διαθέσεις του υποκειμενικού παράγοντα.

Αυτό νομίζω ότι έκαναν άλλωστε κι οι μπολσεβίκοι, δένοντας τη διεκδίκηση για γη, ψωμί κι ειρήνη με το σύνθημα: όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Ή αλλιώς: γη κι ειρήνη με σοβιετική εξουσία.
Αυτό στη σημερινή εποχή θα μπορούσε να είναι η αποδέσμευση από την εε, η διαγραφή του χρέους, η και κάτι πιο ειδικό (ακόμα κι η ακύρωση του μνημονίου), που θα συγκινεί τις μάζες, αλλά θα συνδέεται άρρηκτα με το κεντρικό ζήτημα κάθε επανάστασης: την εξουσία. Κι ό,τι θυσίες είναι να υποστεί μετά ο λαός, να τις κάνει κάτω από τη δική του σημαία και για την υπεράσπιση της δικής τους εξουσίας και υπόθεσης. Όχι κάτω από την κίβδηλη σημαία της σωτηρίας της χώρας και του έθνους των καπιταλιστών.

Με άλλα λόγια κάτι σαν: λαϊκή εργατική εξουσία και ξερό ψωμί. Κι αν δεν υπάρχει αρκετό, θα καλύψουμε τα κενά στον επισιτισμό με παντεσπάνι…

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

Αντιθεσμοί και αλληλεγγύη

Βλέπω ότι έχει επέλθει ένας κορεσμός με τα θεωρητικά. Θα γράψω κάτι ακόμα σχετικό με τη συζήτηση που ακολούθησε στον όμιλο κι από το επόμενο κείμενο αλλάζω τροπάρι.

Όλα ξεκίνησαν απ’ τη ταμπέλα των ζαπατίστας και κατέληξαν στους αντιθεσμούς.
Είναι οι αντιθεσμοί τακτικό μέσο που προωθεί το σκοπό μας; Κι από πότε η αλληλεγγύη είναι έξω από τη λογική της αριστεράς (και βασικά των κομμουνιστών, για να συνεννοούμαστε);

Αντίλογος (όχι της πάτρας):
Από τότε που έγιναν αυτοσκοπός. Κι από πότε η φιλανθρωπία είναι ο κοινωνικός σκοπός, το ιδεώδες των κομμουνιστών; Ήταν κι η μητέρα τερέζα αντιθεσμός; Αυτά μπορεί να τα κάνει κι η εκκλησία κι είναι σε κάθε περίπτωση ενσωματώσιμα.
Μπορεί να τα καπελώσει κι ο βαλέσα ή ο βοϊτίλας που έβαλε το αλάθητό του να συγκρουστεί με τη σοβιετική ορθοδοξία.

Θυμίζει λίγο την κουβέντα για το ρεφορμισμό. Κι εκεί βρίσκεται κι όλη η ουσία. Ο λογικός τους πυρήνας μπορεί να μας κλείσει σε μικρές κοινότητες και νησίδες σοσιαλισμού που αποφεύγουν να συγκρουστούν αποφασιστικά με το καπιταλιστικό αρχιπέλαγος κι επιδίδονται σε έναν πόλεμο χαρακωμάτων τα οποία πέφτουν ένα-ένα στα χέρια μας. Και μια μέρα όλοι οι συνασπισμένοι θα μπουν στο πασόκ και θα ‘μαστε εξουσία σύντροφε κωνσταντόπουλε. (Ακραίος συνειρμός με ένα παλιό σκετσάκι του αμαν για το βούγια).

Σημασία βέβαια έχει ποιος κάνει τι και με τι σκεπτικό. Γιατί φιλανθρωπία κάνει κι η εκκλησία αλλά δεν είναι το ίδιο με τη δική μας αλληλεγγύη. Άλλος σκοπός, άλλη ποιότητα. Κι οι μικρές νίκες στο σήμερα, παρμένες ξεχωριστά είναι σκέτα παυσίπονα και μέτρα ασπιρίνες. Βαλμένες όμως σε ένα συνολικό σχέδιο, μπορούν να ανοίξουν δρόμους και προοπτικές.

Όταν γελάμε με το επιχείρημα για τις επιτροπές αλληλεγγύης του εαμ στην κατοχή περισσότερο γελάμε με αυτούς που το λένε, όταν τους φανταζόμαστε στη θέση του εαμ. Κι όταν ο χολογουέι αναφέρει την ταμπέλα των ζαπατίστας, γελάς είναι η αλήθεια λίγο με το περιεχόμενο, που είναι πιο αστείο αν το μεταφράσεις στα ελληνικά –κακιά κυβέρνηση μείνετε έξω. Πιο πολύ γελάς όμως με τον ίδιο τον χολογουέι που το ανάγει σε πρότυπο. Ειδικά αν τον βλέπεις ζωντανά, να κάνει τα χορευτικά του.

Ποια πρακτική σημασία έχουν όλα αυτά όμως; Πάνω απ' όλα απαντάνε σε μια άμεση ανάγκη. Να ζήσουμε διαφορετικά, να σπάσουμε το μίζερο πλαίσιο που μας εσωκλείει. Να ανακαλύψουμε εκ νέου αξίες σαν τη συντροφικότητα, την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη που χάθηκαν πίσω από τοίχους κι οθόνες. Είναι μια απάντηση στην αλλοτρίωση, μια αντίδραση που μπορεί να γίνει και θετική δράση.
-Μα από μόνο του δεν οδηγεί κάπου. -Σάμπως οδηγούν τα άλλα; Άστο να πάει ρε σύντροφε.

Ζητούμενο είναι να μην τα κάνουμε φαντασιακά ή στο μικρόκοσμό μας. Όχι απλώς να μην πάνε αντιπαραθετικά, αλλά να δέσουν σε μια προοπτική. Να μην κάνουμε πράγματα στο περιθώριο που μας αφήνει το σύστημα, αλλά κάτι που θα μας δείχνει τα όριά του και την ανάγκη να συγκρουστούμε με αυτό.

Το εγχείρημα των ζαπατίστας είναι ρομαντικό και γοητευτικό σαν ουτοπία. Η κοινωνικοποίηση της φτώχειας καταλήγει μακροπρόθεσμα στην αναβίωση όλων των παλιών βρωμιών της ταξικής κοινωνίας. Κι αυτό χωρίς καμιά διάθεση μηδενισμού του σπουδαίου αγώνα που κάνουν.

Ουτοπιστές είναι κι όσοι προσπαθούν μηχανιστικά να μεταφέρουν αυτούσιο το μοντέλο των ζαπατίστας στις δυτικές κοινωνίες. Τα βέλη της κριτικής δεν αφορούν αυτούς που αγωνίζονται θαρραλέα, αλλά αυτούς που πλασάρουν την ουτοπία ως διέξοδο με θεωρητική τεκμηρίωση που θυμίζει ουτοπικό σοσιαλισμό του 19ου αιώνα.

Αν υπάρχει παρόλα αυτά κάτι που ζηλεύουμε σε αυτή την ουτοπία και θέλουμε να μεταφέρουμε στη δική μας πραγματικότητα είναι η αλληλεγγύη και το κοινοτικό κεκτημένο, το οποίο έχει χαθεί στις μέρες μας. Ο αστικός τρόπος ζωής διέλυσε την κοινότητα κι άφησε μια γλυκιά ανάμνηση που μας βαραίνει με την απώλειά της.

Κι αυτό που μοιάζει μαρξιστικά παράδοξο, ή έστω αντιφατικό είναι πως όλες οι παλιές βρωμιές της ταξικής κοινωνίας δεν αναπτύχθηκαν στο έδαφος της φτώχειας που κοινωνικοποιήθηκε. Η αλληλεγγύη έσπασε ακριβώς πάνω στο έδαφος μιας σχετικής ευημερίας κι επάρκειας αγαθών που προώθησε τον αστικό τρόπο ζωής μαζί με την αποξένωση και την εξατομίκευση. Έφερε στο προσκήνιο την εργατική αριστοκρατία και την ενσωμάτωση κι έσπασε κάθε κοινοτικό και συλλογικό δεσμό.

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές και στον χώρο της ελλάδας. Ο έντονα κοινοτικός χαρακτήρας της υπαίθρου όπου αναπτύχθηκε κατά πρώτο λόγο το αντάρτικο. Τα έντονα κοινοτικά κατάλοιπα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, μέχρι να γίνει κυρίαρχο φαινόμενο η αστυφιλία που έκανε τις πόλεις στρατόπεδα αποξένωσης κι αντί για μαζικές συνειδήσεις προωθεί μαζικά την αποχαύνωση και την ιδιώτευση.

Αυτά είναι στοιχεία κι αξίες που καλούμαστε να ξαναβρούμε και να τους ξαναδώσουμε νόημα σε καινούριο έδαφος. Όχι στη βάση της ισοπεδωτικής ισότητας της κοινότητας και της εκ των πραγμάτων αλληλεγγύης των απελπισμένων. Αλλά στη βάση αυτόνομων, δυναμικών προσωπικοτήτων που ξεφεύγουν από το στείρο ατομισμό και παλεύουν να γίνουν κοινωνικές ατομικότητες μέσα σε άλλα πλαίσια, όπου η ανάπτυξη του ενός θα είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του άλλου. Κι ο καθένας μας θα βρίσκει στο σύνολο ένα συμπλήρωμα του εαυτού του κι όχι την κόλαση των άλλων που τον εμποδίζει να αναπτυχθεί ολόπλευρα.

Αυτό μοιάζει εν μέρει αντιφατικό. Ο κομμουνισμός φαίνεται σαν μια ιδέα που καλούμαστε να ασπαστούμε κι όχι αναγκαιότητα που απορρέει από τη φυσική ροή των πραγμάτων. Από την άλλη είναι μια συνειδητή επιλογή, μία δυνατότητα από το φάσμα επιλογών της νομοτέλειας που έχουμε μπροστά μας. Ο άνθρωπος στο στάδιο της ωριμότητάς του καλείται να βαδίσει αυτό το δρόμο συνειδητά και να πάρει την τύχη στα χέρια του. Είναι ελεύθερος να επιλέξει, δηλαδή να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα των καιρών μας για σοσιαλισμό.
Αλλιώς του μένει η εναλλακτική της βαρβαρότητας.