Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Τα χρόνια ανάμεσα

Τα "χρόνια ανάμεσα" είναι η περίοδος του Μεσοπολέμου, ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Και για τα ελληνικά δεδομένα του βιβλίου, το πυκνό και πλούσιο σε εξελίξεις μεσοδιάστημα από τη μικρασιατική καταστροφή ως τη φασιστική κατοχή και το ξερίζωμα της Εβραϊκής κοινότητας από την πόλη, το 1943.


Το ιστορικό μυθιστόρημα του Βασίλη Τσιράκη παρακολουθεί τις ζωές των ηρώων του στην πολυεθνική Θεσσαλονίκη, που χάνει σταδιακά το διαφυλετικό της χρώμα, τη δύσκολη προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα, τις συνθήκες και τα γεγονότα που τους διαμορφώνουν και τις διαφορετικές επιλογές που καθορίζουν το ποιόν και την εξέλιξη του καθενός. Από τις σελίδες του περνάνε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής: η εγκατάσταση των προσφύγων, η ανταλλαγή πληθυσμών, τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα, οι εκλογές, το Κραχ, ο Μάης του 36', η δικτατορία του Μεταξά, ο ισπανικός εμφύλιο, ο πόλεμος, το πογκρόμ κατά των Εβραίων, κτλ.

Και μαζί πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες, κοινωνικές διεργασίες κι οι στερεοτυπικοί χαρακτήρες που τις εκφράζουν, τις ενσαρκώνουν: η παρακμή της μπελ-επόκ, ο απόηχος του εθνικού διχασμού, ο κούφιος πατριωτισμός της Μεγάλης Ιδέας, η ένταξη του προσφυγικού στοιχείου, η γιγάντωση της πόλης, η εμφάνιση νέων, δυναμικών κοινωνικών τάξεων στο προσκήνιο, η ενηλικίωση του εργατικού και κομμουνιστικού κόμματος, ο δωσιλογισμός κι η αντίσταση.

Παρουσιάζοντας τα "χρόνια ανάμεσα", θυμάμαι συνειρμικά την αμηχανία που ένιωσα για ένα άλλο βιβλίο ενός συγγραφέα, που προέρχεται από τον ίδιο πολιτικό χώρο (το ευρύτερο "αριστεροχώρι, αν αυτό έχει καμιά σημασία). Εννοώ το βιβλίο του Αλεξάτου "πλατεία Μπελογιάννη, πρώην Ομονοίας" που κατατάσσεται στο ενδιαφέρον είδος της εναλλακτικής ιστορίας και καταπιάνεται με το ιντριγκαδόρικο ερώτημα: τι θα γινόταν αν ο ΔΣΕ κατάφερνε να αποσπάσει με τον ένοπλο αγώνα του από την αστική κυριαρχία το βόρειο τμήμα της ελληνικής επικράτειας, εγκαθιδρύοντας λαϊκοδημοκρατικό καθεστώς. Ουσιαστικά ανέλυε τις γενικές αρχές αυτής της κοινωνίας του (παρελθοντικού μας) μέλλοντος. Και ναι μεν στερούνταν ιδιαίτερης λογοτεχνικής αξίας (με αφύσικους, ελάχιστα ρεαλιστικούς διαλόγους, σχεδόν επίπεδους χαρακτήρες, κτλ) αλλά κέρδιζε τον υποψιασμένο αναγνώστη με τη μυθιστορηματική ανάπλαση μιας ιδεατής κοινωνίας στα ελληνικά δεδομένα, συνδυάζοντας πλούτο ειδικών γνώσεων και δημιουργική φαντασία.

Στο βιβλίο του Αλεξάτου, η μυθοπλασία αναπληρωνόταν από την επιστροφή στο μέλλον και την περιγραφή της (νέας) ζωής/κοινωνίας που δε ζήσαμε. Το βιβλίο του Τσιράκη αντιθέτως αναφέρεται σε έναν πραγματικό ιστορικό χρόνο, που προσπαθεί συχνά να τον αναπλάσει μέσα από τους τίτλους και το ρεπορτάζ των εφημερίδων, με τη φευγαλέα ματιά ενός αλμανάκ κι όχι με τη διεισδυτική (περι)γραφή ενός λογοτέχνη. Πολλές φορές, τα ιστορικά πρόσωπα, τα γεγονότα ή τα κτίρια (κυρίως αυτά) ξεπηδούν άγαρμπα, παρεμπιπτόντως, ως επιπρόσθετες πληροφορίες ή εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που φορτώνουν το βιβλίο κι όχι οργανικά ενταγμένα στην υπόθεση του βιβλίου, στις ζωές των ηρώων του και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.

Έτσι συναντάμε πχ το Ζαχαριάδη ή τον Τσιτσάνη (και καμιά 15αριά ακόμα ιστορικά πρόσωπα), απλώς για να πούμε πως τους συναντήσαμε και βγάλαμε μαζί τους μια selfie (αυτοφωτογραφία), χωρίς να σκιαγραφήσουμε το πορτρέτο τους. Κάπως σαν τα ιστορικά μυθιστορήματα του Φρέντυ Γερμανού, που είχε όμως τη δημοσιογραφική πρόζα για να ντύσει κατάλληλα κάποιες τραβηγμένες υποθετικές συμπτώσεις (μπορούμε να φανταστούμε τον Ζαχαριάδη δίπλα στον Χικμέτ να...)

Ο Τσιράκης έχει καλές λογοτεχνικές στιγμές, ιδίως συγκριτικά με παλιότερες απόπειρές του, αλλά χάνει πολλές φορές τις ισορροπίες. Πχ στο κεφάλαιο όπου ένας φυλακισμένος επιστρέφει στην πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, και κάνει μια βόλτα στους δρόμους της, που καταλήγει σε μια ξενάγηση σε κτίρια και αξιοθέατα, κι ένα ξέφρενο ζιγκ-ζαγκ, ενδιαφέρον ίσως για όσους ξέρουν την πόλη, αλλά χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε καν από τη μέθη της νοσταλγίας, παρά μόνο από την ανάγκη του συγγραφέα να χωρέσει (και να μας πει) όλα όσα ξέρει κι έχει διαβάσει.

Όσο για την επιλογή του να μη βάζει τελείες, παρά μόνο στο τέλος κάθε παραγράφου, μπορεί να ταιριάζει στον προφορικό λόγο, αλλά δε βοηθάει καθόλου τον αναγνώστη στις μακροσκελείς περιγραφές της πόλης και των περιοχών της. Μοιάζει, κατά τη γνώμη μου, με άτυχο πειραματισμό-αντιγραφή από κάποιο άλλο βιβλίο-συγγραφέα (πχ το Σαραμάγκου ή το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου) και όχι με ώριμη, συνειδητή επιλογή μέσου που εξυπηρετεί κάποιο σκοπό.

Οι παραπάνω εντυπώσεις μου ενισχύθηκαν από μια πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου στο Πόλις, όπου ο Τσιράκης δεν ήθελε αρχικά να μιλήσει, παρομοιάζοντας τις βιβλιοπαρουσιάσεις με βαφτίσια, όπου τα αναλαμβάνει όλα ο νονός κι οι γονείς δεν κάνουν τίποτα. Κι όταν πείστηκε να πει τελικά δυο λόγια, φάνηκε να έχει επίγνωση των αδυναμιών του βιβλίου του -γιατί προφανώς του τις έχουν επισημάνει κι άλλοι, καλύτερα από μένα- χωρίς να μπορεί όμως να απαντήσει πειστικά για αυτές ή για την επιλογή της χρονικής περιόδου που εξετάζει. Κάτι που μας αφήνει ως μοναδική εξήγηση πως είναι απλά η συνέχεια του Σελανίκ, του προηγούμενου βιβλίου του για την (ακόμα πιο) πολυεθνική Θεσσαλονίκη των αρχών του περασμένου αιώνα, όπου πρωταγωνίστρια ήταν η ίδια η πόλη και όχι οι άνθρωποί της. Κι όσο κι αν προσπάθησε να αλλάξει το γενικό μοτίβο σχετικά με αυτό το τελευταίο -γράφοντας το βιβλίο πολύ πιο γρήγορα, γιατί είχε κι ο ίδιος αγωνία να δει πώς θα τελειώσει- έχω τη γνώμη πως δεν τα κατάφερε. Κι η πόλη έμεινε να σημαδεύει -αν όχι να πλακώνει- τους ήρωές της, δίνοντας μια άλλη διάσταση στην επιλογή του μέρους της παρουσίασης (κι ας μη μιλάμε για την ίδια πόλη).

Παρόλα αυτά, η προσπάθεια πρέπει να κριθεί με επιείκεια. Όχι για λόγους αστικής, τυπικής ευγένειας, ή επειδή δε μας ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, ούτε γιατί ο συγγραφέας είναι ενταγμένος στο χώρο του Ναρ, που είναι η αδυναμία του Λαϊκού Στρώματος -άλλο αν κωλύεται για το απόγευμα.
Αλλά επειδή στη στρατευμένη λογοτεχνία υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κενό, που δεν είναι υπόθεση μονάχα ενός να το καλύψει. Και γιατί το βιβλίο αποπνέει μια αγάπη για τη Θεσσαλονίκη -κι ας μην είναι ο τόπος καταγωγής του Τσιράκη με τη χαρακτηριστική προφορά- κι ένα μεράκι για τη μελέτη της ιστορίας της, που έχει αρκετά να δώσει στον αναγνώστη.

Δεν μπορώ προφανώς να αποφασίσω εγώ για σας αν είναι καλή ιδέα (ή όχι) να πάρετε το βιβλίο, όσοι είναι όμως στη ΛΔ του Βορρά, μπορούν να παρακολουθήσουν τη σημερινή εκδήλωση στο Κέντρο Ιστορίας, στην Ιπποδρομίου, με την πολύ ενδιαφέρουσα σύνθεση στο πάνελ των ομιλητών (αν και έχω δει δύο διαφορετικές εκδοχές της, όπου η δεύτερη δεν περιλαμβάνει το Μαργαρίτη).


Κι αν τυχόν πάει κάποιος κι έχει κι ανταπόκριση, τόσο το καλύτερο...

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Το εργατικό κίνημα στη δεκαετία του 1930

Η σημερινή ανάρτηση είναι ένα απόσπασμα από την εισήγηση του Γ. Μαργαρίτη στη διημερίδα της ΚΟ Θεσσαλονίκης (ή μήπως ΚΟ Κ.Μακεδονίας;) του ΚΚΕ, που έγινε τον περασμένο Μάη, για να τιμήσει τα 80χρονα από τον Μάη του 36' και τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης. Η αντιγραφή αυτού του αποσπάσματος έχει διπλή σημασία: αφενός να προβάλλει μια καινούρια κυκλοφορία της Σύγχρονης Εποχής, που συγκέντρωσε τα υλικά της διημερίδας και τα εξέδωσε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα και καλαίσθητη έκδοση. Αφετέρου να αναπαράγει μερικά σημεία από την εισήγηση του Μαργαρίτη, που δίνουν το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, τις δυσκολίες του εργατικού κινήματος διεθνώς, αλλά και μια ζουμερή ερμηνεία για τη στροφή των μπολσεβίκων στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τις μικροαστικές αντιδράσεις (πχ από τον τροτσκισμό) που προκάλεσε αυτή η στρατηγική επιλογή. Η παράθεσή τους μπορεί να δώσει και τροφή για συζήτηση, στη συνέχεια.


Η καπιταλιστική κρίση του 1929 -του 1930 για τον ευρωπαϊκό χώρο- ανέτρεψε την αισιοδοξία και τις βεβαιότητες των ισχυρών καπιταλιστικών κέντρων. Η σοσιαλδημοκρατία κλήθηκε αρχικά να ηγηθεί μιας νέας ταξικής κοινωνικής επίθεσης, που απέβλεπε στη μετακύλιση του κόστους της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Όταν ετούτη η πολιτική έφτασε στα όριά της, όταν ξεπεράστηκε από το βάθος της κρίσης, όταν οι ευρωπαϊκές πόλεις γέμισαν ανέργους και συσσίτια, τότε κλήθηκε ο ναζισμός -ή οι συντηρητικές κυβερνήσεις των έκτακτων μέτρων- για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση: Πρώτος στόχος, πρώτο θύμα ετούτων των αστικών επιλογών, η εργατική τάξη των καπιταλιστικών χωρών, οι εργαζόμενοι και οι αγρότες παραγωγοί, καθώς επίσης και οι υπόδουλοι λαοί των αποικιών, που κλήθηκαν και αυτοί να συμβάλλουν στην αποκατάσταση της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Το εργατικό κίνημα την ίδια εκείνη εποχή βρισκόταν σε μια μεταβατική κατάσταση -αντιφατική ως προς τα χαρακτηριστικά της. Μια δεκαετία σχεδόν είχε κλείσει μετά από τη ρωσική επανάσταση και τις προσδοκίες για άμεση επαναστατική ανατροπή των αντιδραστικών καθεστώτων που ευθύνονταν -πέρα από τα υπόλοιπα- και για το αιματοκύλισμα των λαών στον παγκόσμιο πόλεμο. Η επανάσταση δεν είχε, όμως, γενικευτεί -στα βιομηχανικά ειδικά κράτη- και το καπιταλιστικό σύστημα, αντίθετα, φαινόταν να σταθεροποιείται και να επανέρχεται επιθετικό. Οι εντάσεις και ενίοτε οι εκρήξεις στον ταξικό αγώνα δε συνδυάζονταν, ούτε γενικεύονταν ώστε να καταστούν απειλή. Ο αντικομμουνισμός -η αντεπανάσταση- απλωνόταν και βάθαινε στις αστικές οικονομικές, πολιτικές αλλά και πνευματικές ελίτ.

Το πλέον σταθερό στήριγμα της αντεπανάστασης βρισκόταν μέσα στο ίδιο το εργατικό κίνημα. Το τελευταίο ήταν διασπασμένο και, ως εκ τούτου, αμήχανο ως προς τον τρόπο που θα αντιμετώπιζε τη νέα κατάσταση. Η σοσιαλδημοκρατία, άλλοτε με συντηρητικό και άλλοτε με ριζοσπαστικό πρόσωπο, εξακολουθούσε να κρατά κάτω από την ιδεολογική και την πολιτική επιρροή της μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης της Ευρώπης -ειδικά βιομηχανικούς εργάτες. Σε κράτη με ασθενέστερη βιομηχανική ανάπτυξη, αναρχικά κινήματα κυριαρχούσαν στους ταξικούς αγώνες. Κοινό χαρακτηριστικό και της μεν και των δε, ήταν η εχθρότητα προς τη Σοβιετική Ένωση και τους κομμουνιστές που συντάσσονταν με το δικό της πρότυπο.

Οι κομμουνιστές δε διέθεταν ακόμα τα δοκιμασμένα πολιτικά εργαλεία, τους μηχανισμούς και τα επιτελεία του ταξικού αγώνα, τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Τα τελευταία, προερχόμενα από αποσχίσεις από τη σοσιαλδημοκρατία με βάση τους 21 όρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, βρίσκονταν κοντά της στα λόγια και στις διακηρύξεις περισσότερο παρά στις πράξεις. Στο εσωτερικό τους, πλήθος ετερόκλιτων στοιχείων, με αόριστες ανατρεπτικές διαθέσεις και ακαθόριστα ταξικά πρόσημα -κυρίως μικροαστικού περιεχομένου- οδηγούσαν σε ακατάπαυστους κλυδωνισμούς το κομμουνιστικό κίνημα. Η μπολσεβικοποίηση των Κομμουνιστικών Κομμάτων αποδείχτηκε τιτάνιο έργο και απασχόλησε την Κομμουνιστική Διεθνή σε ολόκληρη την πρώτη δεκαετία της ιστορίας της.

Στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση, ο εσωτερικός αγώνας δεν ήταν λιγότερο δραματικός. Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού ήταν προϋπόθεση επιβίωσης της επανάστασης, οι δρόμοι, όμως, που θα οδηγούσαν σ' αυτήν διέφεραν. Η αοριστία των ενεργών μικροαστικών κινήσεων -συνδεμένη με την υπερεπαναστατικότητα που απορρέει από τα ειδικά ταξικά χαρακτηριστικά αυτής της κοινωνικής ομάδας- προκαλούσε διαρκώς ταλαντεύσεις και κλυδωνισμούς στην πολιτική της ΕΣΣΔ. Μέσα από σκληρούς εσωτερικούς αγώνες ξεκαθάρισε το αυτονόητο: Η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα της Σοβιετικής Ένωσης δε θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την εξουσία τους, παρά μόνο αναπτύσσοντας τα υλικά διαθέσιμα, την υλική βάση πάνω στην οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν και να κάνουν αξιόπιστη την ανατρεπτική τους πολιτική. Το νέο κοινωνικό καθεστώς έπρεπε να αναπτύξει, σε απόλυτη προτεραιότητα, τα μέσα παραγωγής και ειδικά εκείνους τους τομείς που θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής από τις επαναστατικές κοινωνικές δυνάμεις που κατείχαν πλέον την εξουσία: Η βαριά βιομηχανία -επικεντρωμένη στη δυνατότητα ανάπτυξης/παραγωγής εργαλειομηχανών- ήταν το οικονομικό και το πολιτικό κλειδί για την εδραίωση της εργατικής εξουσίας.

Πώς θα μπορούσε η εργατική εξουσία να είναι πραγματική, όταν η όποια πολιτική της απόφαση, ο όποιος σχεδιασμός της θα εξαρτιόταν για την υλοποίησή του στη δυνατότητα εισαγωγής -από τα καπιταλιστικά κράτη- των μέσων της υλοποίησης της τεχνογνωσίας, των μηχανών, των υλικών;

Η οργανωμένη μέσα από τα πεντάχρονα σχέδια εκβιομηχάνιση δεν ήταν απλά προϋπόθεση επιβίωσης, ήταν και η προϋπόθεση για τη δυνατότητα των σοβιετικών λαών να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους, να ορίσουν τις τύχες της χώρας και της τάξης τους, να διασφαλίσουν δηλαδή πραγματική πολιτική εξουσία.

Ετούτη η επιλογή αποτέλεσε και την απαρχή νέων συγκρούσεων -ταξικών στην ουσία τους και στο περιεχόμενό τους- στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος και της σοβιετικής εξουσίας. Ο τροτσκισμός, που είδε στην επιλογή αυτή την απομάκρυνση από την -τόσο αγαπητή στα μικροαστικά στρώματα- μεταφυσική και ουτοπική επίκληση της επανάστασης, αφού έχασε τη μάχη στην ΕΣΣΔ, πρόσθεσε νέες δυνάμεις στην αντισοβιετική και στην αντικομμουνιστική συμμαχία.

(...)

Η εργατική τάξη πολέμησε με κάθε τρόπο όλα όσα τερατώδη γέννησε η καπιταλιστική κρίση. Ματαιοπονούν όσοι προσπαθούν να το κρύψουν. Έδινε μάχες, έδινε θυσίες, έδινε αίμα. Μάθαινε από τους αγώνες της, μάθαινε από τις ήττες της, μάθαινε από τους νεκρούς της. Το Νοέμβρη του 1936 στη Μαδρίτη, το εργατικό κίνημα, με τους κομμουνιστές για πρώτη φορά να είναι σε θέση να διευθύνουν τον αγώνα, σταμάτησε -για τρία χρόνια έστω- την προέλαση του ναζισμού και του φασισμού. Για πρώτη φορά ο ναζισμός "δεν πέρασε". Και έτσι -από την τελευταία αυτή νικηφόρα έκβαση της αναμέτρησης- άνοιξε ο δρόμος για τη συντριβή του ναζισμού στον επερχόμενο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και αυτή την αλήθεια κανείς αστός ιστορικός δε θα καταφέρει ποτέ να σπιλώσει ή να κρύψει.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Αναμνήσεις ενός κουρέα

Οι «αναμνήσεις ενός κουρέα», του ιταλού κομμανιστή Τζιοβάνι Τζερμανέτο, είναι ένα βιβλίο που αναβλύζει λαϊκές μυρωδιές και κυλάει ευχάριστα, όπως οι ιστορίες ενός κουρέα την ώρα που σε έχει στην καρέκλα του και περιποιείται τα μαλλιά –ενίοτε και τα μυαλά σου. Παράλληλα αποτυπώνει τη δυσωδία ενός αστικού κόσμου που παρακμάζει και από την κρεατομηχανή του πολέμου φτάνει στην ανάδειξη του Μουσολίνι και τη σταδιακή επικράτηση του φασισμού.
Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου, που ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στη σοβαρή ανάλυση και την αφήγηση ευτράπελων περιστατικών, πάντα με ρέουσα κι ευχάριστη γραφή.


Για ορεκτικό ένα απόσπασμα που δείχνει τη σύνδεση του Μουσολίνι με τους δεξιούς σοσιαλιστές (αν κι αυτό ίσως ξενίσει όσους βγάζουν ιλαρά με οτιδήποτε θυμίζει το σχήμα του σοσιαλφασισμού).

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η στάση του Μουσολίνι σε αυτήν την περίοδο. Στη διάρκεια των ταραχών στη Γένοβα και των διαμαρτυριών ενάντια στους μαυραγορίτες έγραφε στην εφημερίδα του Πόπολο ντ’ Ιτάλια: «Πρέπει να τουφεκιστούν τα σκυλόψαρα που πλούτισαν!» Στο Νταλμέν οι φασίστες κατέλαβαν τις επιχειρήσεις Γκρεγκορίνι και ο Μουσολίνι καταφέρθηκε και πάλι ενάντια σ’ εκείνους που πλούτισαν στη διάρκεια του πολέμου. «Δημοκρατία, οικονομία! Να το σύνθημά μας! Ζητούμε τη σύγκληση συνταγματικής συνέλευσης και στην ερώτηση μοναρχία ή δημοκρατία απαντάμε: Δημοκρατία!» Ο Μουσολίνι έγραφε: «Το ιταλικό κοινοβούλιο πολύ σπάνια είχε την τύχη να ακούσει ένα τόσο σοβαρό και τόσο καλά συγκροτημένο πρόγραμμα διακυβέρνησης όπως αυτό που παρουσίασε ο Φιλίπο Τουράτι!» Εκείνη την περίοδο προσπαθούσε να ενωθεί με τους «λογικότερους» σοσιαλιστές. Ύστερα από τη διάσπαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Λιβόρνο το 1921, ο Μουσολίνι έγραφε: «Το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα απαλλάχτηκε το 1892, στη Γένοβα, από τους αναρχικούς. Σήμερα απαλλάχτηκε από τους κομμουνιστές!» Ο Μουσολίνι ερωτοτροπούσε και με τους σοσιαλρεφορμιστές.

 Η κατάντια του Τουράτι δε θα σταματούσε σε αυτό.

Πιο φουρκισμένος απ’ όλους ήταν ο διευθυντής της αστυνομίας, που έβλεπε ότι θιγόταν καθημερινά το κύρος του. Είχε αγριέψει για τα καλά, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Κάποτε του παρουσίασαν μια ειδοποίηση για ένα συλλαλητήριο και μια διαδήλωση. Ο διοικητής, ιππότης Ντ’ Αβάντσο, που δε διακρινόταν για την εξυπνάδα του, μου έδωσε ένα έγγραφο και μου είπε:
-Διαβάστε το και κατόπιν υπογράψτε το.
Κάθισα και διάβασα:

«(…) προειδοποιεί τον ως άνω (ακολουθούσε το όνομα και το επώνυμό μου) ότι, εάν κατά τη διάρκεια της διαδηλώσεως και του συλλαλητηρίου οι συμμετέχοντες ψάλωσι τον Ύμνον των εργατών, η επωδός του ως άνω ύμνου θα ψάλλεται ως έχει γραφεί υπό του Φίλιπο Τουράτι, ήτοι:
Είτε με τη δουλειά μας θα ζήσουμε
είτε παλεύοντας θα πεθάνουμε
και ουχί
Εμείς θα ζήσουμε με τη δουλειά μας
δίχως Πάπα, δίχως βασιλιά!

Χαμογέλασα και υπέγραψα. Ο Ντ’ Αβάντσο, που χρησιμοποιούσε πάντα μια περίπλοκη και περισπούδαστη φρασεολογία, μου είπε:
-Τι σημαίνει αυτό το σαρδόνιο γέλιο που προβάλλει μέσα από το δίχτυ των γενιών που περιβάλλουν το πρόσωπό σας; Δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι εγώ εκπροσωπώ το νόμο…
-Δεν πρόκειται γι’ αυτό κύριε διευθυντά. Εγώ δεν ξεχνώ το νόμο. Συλλογιέμαι όμως το φουκαρά τον Τουράτι.
Ζήτησα ένα αντίγραφο. Είχε πολύ γούστο εκείνο το έγγραφο και άξιζε να κρατήσει κανείς ένα αντίγραφο. Ο φουκαράς ο Τουράτι! Σε τι χάλι είχε φτάσει… να του φυλάγει ένας διευθυντής της Ασφάλειας την ακεραιότητα του ύμνου.

Ανακοίνωσα σε όλους του συντρόφους την προειδοποίηση και ο Ντ’ Αβάντσο αναγκάστηκε να ακούει όλη τη μέρα να τραγουδούν αμέτρητες φορές τον Ύμνο… σωστά και διάβασε κατόπιν και το έγγραφό του στον Τύπο μας. 

Ας δούμε όμως λίγα περισσότερο για τον Ντ' Αβάντσο και τη στάση αυτού του τύπου ανθρώπου, εκείνη την εποχή.

Ήταν ο τέλειος τύπος του μπασκίνα. Ανήκε στην κατηγορία εκείνων που είναι έτοιμοι για κάθε βρομιά προκειμένου να πάρουν ένα γαλόνι παραπάνω ή μια εύφημο μνεία. Ακατάδεχτος με τους αδύνατους, γλείφτης προς τους ανωτέρους του. Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο φάνηκε καθαρά πόσο μεγάλη ήταν η δειλία όλων αυτών, μαζί και του αφεντικού τους, του Υπουργού Εσωτερικών. Είδα πολλούς από αυτούς, κατάχλομους, να τρέμουν μπροστά σε μια επιτροπή εργατών.

Κάποτε ο Ντ’ Αβάντσο μου είπε:
-Νομίζω ότι ακόμη και μια σοσιαλιστική κυβέρνηση χρειάζεται αστυνομία. Τι λες;
Ήταν η εποχή των κινημάτων κατά της αύξησης των τιμών. Οι εργάτες άνοιγαν και άδειαζαν τα καταστήματα και ο Ντ’ Αβάντσο είχε αρχίσει να σκέφτεται το… μέλλον.
-Οπωσδήποτε –του απάντησα- θα έχουμε ανάγκη από αστυνομία, αλλά από μια αστυνομία πιο έξυπνη από αυτή του Νίτι (σ.σ.: του πρωθυπουργού).
-Μα νομίζετε ότι δεν υπάρχει ούτε ένα έξυπνος αστυνομικός στην Ιταλία; Νομίζετε πως όλοι είναι αφοσιωμένοι ψυχή και σώματι στον Νίτι και τον Τζιολίτι; Δουλεύουμε μόνο για να τα βγάλουμε πέρα σε αυτήν τη ζωή.

Πόσες φορές δεν άκουσα τέτοια λόγια σε εκείνες τις πλούσιες σε επαναστατικά γεγονότα μέρες! Και πόσοι άνθρωποι δε με χαιρετούσαν τότε! Ο ενωμοτάρχης της χωροφυλακής ήρθε μια μέρα στο μαγαζί και μου είπε:
-Εδώ που τα λέμε, δεν μπορεί να ζούμε συνέχεια έτσι! Από ποιον θα πρέπει να πάρω εγώ διαταγές; Από τη νομαρχία δε μου δίνουν καμιά διαταγή πια. Χαμπάρι δεν έχω τι πρέπει να κάνω. Και πόσες παρανομίες δε γίνονται! Ο καθένας κάνει ό,τι του κατεβαίνει… Άμποτε να γινόταν επιτέλους κι αυτή η επανάσταση… γιατί δεν είναι ζωή αυτή!
Κι έφυγε.

 Το πόσο έξυπνοι ή όχι ήταν οι αστυνομικοί του καθεστώτος, φαίνεται κι από ένα σπαρταριστό περιστατικό που μας μεταφέρει ο Τζερμανέτο.

Ήταν η περίοδος που το Κομμουνιστικό Κόμμα ανέπτυσσε έντονη δράση για την οργάνωση πυρήνων στις επιχειρήσεις. Η αστυνομία κάτι είχε μάθει σχετικά και προσπαθούσε να ανακαλύψει τι γινόταν. Αλλά δεν ήξερε συγκεκριμένα τι ήταν αυτοί οι πυρήνες. Η αστυνομία πήρε τη διαταγή: «Να ανακαλυφθούν οι πυρήνες!» Αλλά τι ήταν αυτοί οι «πυρήνες»; Στην Ιταλία οι χαφιέδες της Ασφάλειας επιστρατεύονταν συνήθως από ανέργους που προέρχονταν από τα πάμφτωχα χωριά του Νότου και οι οποίοι τα έχαναν κυριολεκτικά στο «μακρινό Βορρά». Τι μπορούσαν να ξέρουν αυτοί για τον κομμουνισμό και τους «πυρήνες» του στις μεγάλες πόλεις; Στην αρχή, όταν πρωτοέρχονταν, φυλάγονταν από τα αυτοκίνητα και τους περαστικούς, ύστερα θαμπώνονταν από τις βιτρίνες και θέλανε να δουν τα ντεκολτέ των γυναικών του δρόμου, να μπουν στα καφενεία και στους κινηματογράφους. Τους παράσερνε η δυνατότητα να χαρούν, χωρίς να ξοδέψουν δεκάρα, όλα αυτά τα «επίγεια αγαθά» και να παινευτούν ύστερα στους συγχωριανούς τους όταν θα γυρίζουν στα σπίτια τους.

Ο διοικητής της αστυνομίας του Μιλάνο, παίρνοντας υπόψη το διανοητικό επίπεδο των υφιστάμενών του, τους κάλεσε για να τους δώσει μερικές οδηγίες και να τους κατατοπίσει γύρω από το πρόβλημα των πυρήνων. Αλλά όταν τελείωσε το λόγο του με το συνηθισμένο «Ζήτω ο Ντούτσε!», οι φουκαράδες εκείνοι ήταν ακόμα πιο ζαλισμένοι από πρώτα. Ο διοικητής αναμφίβολα ήταν ένας καλός ρήτορας, το κακό όμως προερχόταν από το γεγονός ότι και ο ίδιος δεν καταλάβαινε και πολύ καλά τι είναι αυτοί οι «πυρήνες».

Εμπνευσμένοι από το λόγο του διοικητή τους, οι αστυνομικοί άρχισαν με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο να ψάχνουν για τους μυστηριώδεις πυρήνες. Και έτσι, χάρη στο ζήλο και στην καθιερωμένη πια συνήθειά τους, όρμησαν μια μέρα στα γραφεία μας.
Εκεί που δουλεύαμε ήσυχοι με τον Τερατσίνι, επέδραμε μια ομάδα αστυνομικών.
-Πάνω τα χέρια!

Σωματική έρευνα και ύστερα έρευνα σε όλα τα γραφεία. Τα έκαναν όλα άνω-κάτω. Για μια στιγμή ένας τους ανακαλύπτει μέσα σε κάποιο ντουλάπι δύο βαλίτσες. Μας ζήτησαν να τις ανοίξουμε. Δεν είχαμε τα κλειδιά, ούτε και ξέραμε τίνος ήταν. Γι’ αυτό αρνηθήκαμε.
-Ακολουθήστε μας! διέταξε ο επικεφαλής τους εμένα και τον Τερατσίνι.
Και κινήσαμε με τις βαλίτσες κυκλωμένοι από τους αστυνομικούς που έλαμπαν από τη χαρά τους. Ο διοικητής γύρισε προς τον Τερατσίνι και του είπε:
-Κύριε δικηγόρε, αυτή τη φορά το χάσατε το παιχνίδι. Τους ανακαλύψαμε…

Ο Τερατσίνι που σκούπιζε ήσυχα τα γυαλιά του ρώτησε:
-Τι ανακαλύψατε;
Ο αστυνομικός έδειξε τις δυο βαλίτσες.
-Ξέρω, ξέρω –είπε ο αστυνομικός, τώρα κάνεις την πάπια… -αλλά θα δούμε στο Σαν Φεντέλε…
-Είμαι κι εγώ περίεργος να δω τι έχουν μέσα αυτές οι βαλίτσες, είπε ο Τερατσίνι, γυρίζοντας προς εμένα.
-Μπορώ να σας το πω εγώ, κύριε δικηγόρε- φώναξε ο αστυνομικός με τόνο ενός ανθρώπου που δεν ξεγελιέται εύκολα- στις βαλίτσες αυτές βρίσκονται οι πυρήνες!
Και ύστερα σώπασε θριαμβευτής!

Θυμάμαι ακόμα το βλέμμα του Τερατσίνι και τα μούτρα του διοικητή της Ασφάλειας όταν άνοιξαν οι βαλίτσες.
Ύστερα από λίγες ώρες γυρίσαμε στη Σύνταξη. Δυο σύντροφοι γύρευαν τις βαλίτσες τους, που τις χρησιμοποιούσαν σα ντουλάπες για να αφήνουν τα παπούτσια, τα ρούχα, τα μαντήλια και τα πουκάμισά τους όταν έφευγαν στα συχνά ταξίδια τους για προπαγανδιστική δουλειά.

 Για επιδόρπιο ένα ακόμα ευτράπελο περιστατικό από μια προεκλογική καμπάνια και την περιοδεία του Τζερμανέτο σε κάποια ορεινά χωριά.

Μόλις φτάσαμε στο χωριό, μας προϋπάντησαν όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ντυμένοι στα γιορτινά και με τις σημαίες μπροστά. Ζητωκραυγές, χειροκροτήματα, καπέλα στον αέρα. Κοίταξα τις σημαίες. Άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο, πάντως όλες κόκκινες. Διάβασα την επιγραφή της πρώτης σημαίας «Ενορία Αγίας Άννης». Στη δεύτερη σημαία έγραφε «Πρώτον βραβείο δρόμου. Δεύτερον βραβείο χιονοδρομίων». Έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Πού στην ευχή βρισκόμουν;

-Α μην κοιτάς τι γράφουν οι σημαίες! μου είπε ένας αγρότης. Εσύ δες το χρώμα! Μαζέψαμε κι εμείς όσες κόκκινες βρήκαμε. Μια τόσο μεγάλη γιορτή χωρίς κόκκινες σημαίες δε θα ήταν γιορτή της προκοπής.


Η ορχήστρα με τη χορωδία άρχισε έναν Ύμνο των Εργατών, που μήτε ο ίδιος ο Τουράτι, μήτε ο διοικητής της ασφάλειας της πόλης μου δε θα τον αναγνώριζαν.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε και μια πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου από το Ατέχνως.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

H παρέμβαση του ΚΚΕ στον αθλητισμό την περίοδο του Μεσοπολέμου (1927-1935.)

Σήμερα η κε του μπλοκ έχει την χαρά να αναδημοσιεύει από το 17ο τεύχος του περιοδικού HUMBA (που διατηρεί πάντα μια ευρύτερη κινηματική σκοπιά στα αθλητικά δρώμενα εντός κι εκτός συνόρων) με το πολύ ενδιαφέρον θέμα που βλέπετε στον τίτλο της ανάρτησης. Στην ουσία πρόκειται για την ομώνυμη εργασία του Κωνσταντίνου Λαμπράκη στο σεμινάριο του Πάντειου με θέμα την "Ιστορία της συγκρότησης των ποδοσφαιρικών συλλόγων στην Ελλάδα", που δίνει σε κάθε περίπτωση πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία.

Το εξώφυλλο του τεύχους
Μπορείτε συμπληρωματικά (και το βάζω εδώ, για να μην χαθεί στο τέλος) να ακούσετε τη σχετική εκπομπή, που έκαναν τα παιδιά του HUMBA τον περασμένο μήνα:
Πότε έρχεται το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα; Ποιοι είναι οι σύλλογοι που πρωταγωνιστούν τα πρώτα χρόνια, αλλά και στο Μεσοπόλεμο; Πότε ιδρύεται η ΕΠΟ; Τι ρόλο έχει το ΠΟΚ; Ποια η στάση της Πολιτείας και των δημοσιογράφων στο νέο αθλητικό φαινόμενο που συναρπάζει τη νεολαία; Πότε ιδρύονται τα εργατικά σωματεία και ποια η συμβολή του ΚΚΕ σε ένα διαφορετικό αθλητισμό; Τι έγραφε ο Τύπος της εποχής για τα ποδοσφαιρικά ματς; Πώς διοικούνταν τότε οι σύλλογοι, εργατικοί και μη; Υπήρχαν οι αντιθέσεις "Αθήνα - Βοράς", "λαϊκή ομάδα-ομάδα των αστών"; Αυτά και άλλα πολλά σε ένα άκρως διαφωτιστικό δίωρο με καλεσμένο τον Γιώργο Γάσια, που έχει μελετήσει διεξοδικά το συγκεκριμένο θέμα.


Με την ευκαιρία να ευχαριστήσω και δημοσίως τους συντελεστές του περιοδικού για την άδεια της αναδημοσίευσης.
Καλή ανάγνωση/ακρόαση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση, ευπρόσδεκτη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Η παρούσα εργασία μελετά την παρέμβαση του ΚΚΕ στον Αθλητισμό την περίοδο του Μεσοπολέμου. Επιχειρεί να φωτίσει πλευρές αυτής της παρέμβασης, σε σχέση με τους δεσμούς του Κόμματος με την Κομμουνιστική Διεθνή (Κ.Δ.) και τους ιδιαίτερους όρους συγκρότησης και δράσης του ΚΚΕ, στην περίοδο του μεσοπολέμου. Για τον σκοπό αυτό επέλεξα να μελετήσω ποια ήταν η τοποθέτηση της Κ.Δ. έναντι του αθλητικού φαινομένου και πως επιχείρησε να παρέμβει το ΚΚΕ και η νεολαία του, η Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), σ’αυτό. Επίσης, συνέλεξα στοιχεία που αφορούν την «γεωγραφία» του «κόκκινου» αθλητισμού στην Ελλάδα, βοηθητικά στο να κατανοήσουμε καλύτερα την παρέμβαση τούτη.  
Συνεπώς, η εργασία διαρθρώνεται σε δύο μέρη. Πρώτο μέρος, παρουσίαση της μεσοπολεμικής περιόδου πάνω σε τρεις άξονες που ορίζονται ως εξής:
Οι μετασχηματισμοί της Ελληνικής κοινωνίας που συμβάλλουν στην μαζικοποίηση του αθλητικού φαινομένου. Η εμφάνιση και οι πολιτικές αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Ο Διεθνής εργατικός αθλητισμός και η Κόκκινη Αθλητική Διεθνής.
Ενώ το δεύτερο μέρος πραγματεύεται το ζήτημα: KKE και Αθλητισμός στο μεσοπόλεμο, μέσα από τις αποφάσεις των συνεδρίων και των συνδιασκέψεων για την Οργάνωση ΕργατοΑγροτικού Αθλητισμού (Ο.Ε.Α.), την σχέση μεταξύ Ο.Ε.Α. και Κόκκινης Αθλητικής Διεθνής και την γεωγραφία των εργατικών αθλητικών σωματείων.
Το πρώτο μέρος στηρίζεται ,κατά κύριο λόγο, στην βιβλιογραφία και την αρθογραφία που αφορά την περίοδο, ενώ το δεύτερο μέρος βασίζεται στην σύνθεση των στοιχείων που έχουμε είδη για την Ο.Ε.Α., μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται  από το βιβλίο του Χρήστου Τζιντζιλώνη «ΟΚΝΕ 1922-1943, Λενινιστικό μαχητικό σχολείο των νέων.» Συνδυάζονται με τις αναφορές για τα κόκκινα σπορ και τα εργατικά αθλητικά σωματεία από τον τύπο της εποχής, ειδικά τον προσκείμενο στις οργανώσεις του ΚΚΕ. Επίσης, ένα μικρό κομμάτι της εργασίας είναι αφιερωμένο στις αντιδράσεις του Κράτους. Παρατίθενται  στοιχεία, είτε από τον αστικό τύπο, είτε από τα ρεπορτάζ της εφημερίδας «ο Ριζοσπάστης», επίσημο όργανο του ΚΚΕ, σχετικά με συλλήψεις στελεχών και αθλητών της Ο.Ε.Α., προβλήματα στην διακίνηση του περιοδικού της Ο.Ε.Α. «Εργατοαγροτικό Σπορ», προβλήματα στην επίσημη αναγνώριση των αθλητικών σωματείων, κ.α.
Κλείνοντας να σημειώσω πως όπου αναφέρω αθλητικά εργατικά σωματεία εννοώ (και) για ποδοσφαιρικά τμήματα. Κατά κανόνα, ένα εργατικό αθλητικό σωματείο μπορεί να διέθετε και μη ποδοσφαιρικά τμήματα, αλλά δεν μπορούσε να μην διαθέτει ποδοσφαιρικό τμήμα.(βλέπε σχετικά : Ριζοσπάστης 1928-1935, αναφορές για τη δραστηριότητα των Εργατικών Αθλητικών Σωματείων.)


Πολιτικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί μετασχηματισμοί, που ευνόησαν στην μαζικοποίηση του ποδοσφαιρικού θεάματος:
Αν και το ποδόσφαιρο είναι αρκετά δημοφιλές σε αστικά στρώματα της ελληνικής νεολαίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ως ημερομηνία ορόσημο για την μαζική του ανάπτυξη θεωρείται το 1922[1], έτος καταρρεύσεως του μικρασιατικού μετώπου και της μαζικής έλευσης των προσφύγων, στον Ελλαδικό κορμό. Η συμβολή του προσφυγικού στοιχείου στην παλλαϊκή διάδοση του ποδοσφαιρικού θεάματος είναι πολύπλευρη και -κατά κάποιο τρόπο- ασύμμετρη.
Οι αναγκαίοι μετασχηματισμοί που επιβάλλονται στην ελληνική κοινωνία, κάτω από την πίεση των ενάμιση εκατομμυρίων προσφύγων συμβάλλουν, πολλοί από αυτούς με «ακούσιο» τρόπο, στο να δημιουργηθούν οι υλικοί όροι, πάνω στους οποίους θα στηριχθεί η καθολική  συμμετοχή του ελληνικού πληθυσμού στο ποδοσφαιρικό θέαμα.
Καταρχήν, μεγάλο μέρος των προσφύγων είχε επαφές με νεωτερικές μορφές της αστικής κουλτούρας, μορφές στις οποίες εντάσσεται και το αθλητικό/ποδοσφαιρικό[2] θέαμα, στα πλαίσια των ευρωπαϊκών εμπορικών κοινοτήτων, στις παράκτιες πόλεις της Μικράς Ασίας[3]. Παρά τον ξεριζωμό, μεταφέρουν και αναπαράγουν, στα πλαίσια του δυνατού, στον Ελλαδικό χώρο τα ήθη, τις συνήθειες και τα στοιχεία του πολιτισμού τους.
Εξίσου σημαντική συμβολή του προσφυγικού στοιχείου, όσο αφορά το ποδοσφαιρικό θέαμα, είναι ο καθοριστικός τους ρόλος στην αναμόρφωση των Ελληνικών πόλεων. Η επέκταση των πόλεων, μέσω της πληθυσμιακής τους αύξησης, η συγκρότηση γειτονιών αμιγώς προσφυγικών και η αντιπαράθεση γηγενών - «ξένων», ενίσχυσε το αίσθημα του «ανήκειν» και του «εμείς». Εξέλιξη, το δίχως άλλο, πολύ σπουδαία ώστε η ποδοσφαιρική αναμέτρηση να συνδεθεί με συνολικότερες πλευρές (ενδεχομένως και παθογένειες.) της κοινωνικής ζωής.
Τέλος σε ένα πιο αφηρημένο, από την προβληματική μας, πλαίσιο θα σημειώναμε την τόνωση και ανάπτυξη της βιομηχανικής δραστηριότητας και της μισθωτής εργασίας έναντι άλλων, πιο παραδοσιακών μορφών απασχόλησης. Πράγματι, η ενσωμάτωση όχι μόνο προσφύγων αλλά και επιστρατευμένων φαντάρων, έχει ως αποτέλεσμα και την τόνωση της εγχώριας ζήτησης και την προσφορά άφθονων φθηνών εργατικών χεριών. Παράλληλα η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία, με την παράλληλη υποτίμηση της δραχμής, έχει ως αποτέλεσμα η εγχώρια βιομηχανία να αποκτήσει άλλα δύο πλεονεκτήματα στην προσπάθειά της να αναπτυχθεί[4]. Ισχυρή είναι επίσης η μικρο-εμπορευματική δραστηριότητα, ταυτόχρονα, αυξάνεται και ο υπαλληλικός πληθυσμός που σχετίζεται, είτε με το δημόσιο, είτε με ιδιωτικούς οργανισμούς. Την ίδια περίοδο το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα εμφανίζεται πιο οργανωμένο και συγκροτημένο με αιτήματα που σε πολλές περιπτώσεις είχαν ως αιχμή τους το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου (8ώρο, Κυριακάτικη αργία). Έχουμε, δηλαδή, δυναμική επέκταση της αστικής κοινωνικής οργάνωσης έναντι άλλων πιο παραδοσιακών μορφών. Εξελίξεις που, ακόμα και αν δεν συνεισέφεραν, δεν αποθάρρυναν την ανάδυση νεωτερικών συνηθειών στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, με την εμφάνιση νέων κοινωνικών φαινόμενων και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Δραστηριότητες στις οποίες εντάσσεται και η μαζική ενασχόληση με τα του ποδοσφαιρικού θεάματος.


ΚΚΕ: Κόμμα Νέου Τύπου.
Την ίδια περίοδο, έχουμε σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, την εμφάνιση ενός πολιτικού κόμματος, αναμφισβήτητα νεωτερικού για τα δεδομένα του Ελληνικής πολιτείας. Το κόμμα τούτο, είναι το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος, που γρήγορα συνδέεται με την 3η Διεθνή και μετονομάζεται σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Το ΚΚΕ κομίζει νέα δεδομένα στην πολιτική ζωή της χώρας: Έχει πολιτικό πρόγραμμα, επιδιώκει να οργανώσει μέλη με δικαιώματα και καθήκοντα, ενώ ο πολιτικός του λόγος αναφέρεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και τα συμφέροντα τους[5]. Στοιχεία πρωτοφανέρωτα σε Ελληνικό πολιτικό κόμμα.