Όταν
άνοιξε το κουτί της πανδώρας, ως πύλη του κακού, κράτησε μέσα του, φυλακισμένη
στον πάτο, την ελπίδα και κάποιες νότες να τη συνθέσουν. Κι οι άνθρωποι, που
σκορπίζουν τις δικές τους ελπίδες στους πέντε ανέμους, εναποθέτουν αυτή που
τους απέμεινε στο πεντάγραμμο, για να την εκφράσουν, ενώ τα συναισθήματά τους
είναι κατ’ εικόνα κι ομοίωση των τραγουδιών που φτιάχνουν –ή μάλλον το
αντίστροφο.
Ζαχαρωμένα
σοκολατόπαιδα, άγριοι κι ανήσυχοι στίχοι που ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το
στιλ τους, κλασικά απολιθώματα που αντιστέκονται στη φθορά του χρόνου, νευρικά
και θορυβώδη μπιτάκια, που δεν μπορούν να μείνουν στον εαυτό τους και πρέπει να
τα υποστούν οι πάντες γύρω τους στη διαπασών, ανάκατες, μπερδεμένες μελωδίες,
εναλλακτικές ή μεταμοντέρνες, έντεχνες ευαισθησίες ή μίζερες κλάψες, κοκ.
Κάποιοι
μένουν κολλημένοι χρόνια στις ίδιες κασέτες κι ακούγονται σαν αυτές,
αναμασώντας χρόνια τώρα τα ίδια τσιτάτα μαζί με την ταινία. Άλλοι έρχονται με
γυαλιστερό περιτύλιγμα, πολυτελή κασετίνα, κρυστάλλινη ποιότητα ήχου, αλλά
κενοί χωρίς περιεχόμενο. Οι απλές μελωδίες και οι απλοί άνθρωποι μπορεί να
κρύβουν μια ιδιοφυή σύλληψη, ενώ τα επιτηδευμένα και περίτεχνα άσματα να
κρύβουν απλώς μια τρύπα στο νερό. Άλλα τραγούδια σε ξεσηκώνουν και σε κάνουν να
ξεχυθείς στο δρόμο ή στην αγκαλιά κάποιου, κι άλλα σε οδηγούν σε βουβά
εσωτερικά ξεσπάσματα και γίνονται στήριγμα, ο καλύτερος φίλος σου στις δύσκολες
στιγμές.
Πολλές
φορές κολλάμε με ανθρώπους και τραγούδια που δε μας αρέσουν κατά βάθος ή τουλάχιστον
δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, στον εαυτό μας πρωτίστως. Αλλά σύντομα ξεχωρίζει
το πρόσκαιρο κόλλημα κι οι στάσεις της μιας βραδιάς (πχ στα μπουζούκια) από τον
πραγματικό έρωτα με τους δίσκους που ακούς ξανά και ξανά κι ανακαλύπτεις
συνεχώς καινούρια επίπεδα ανάγνωσης-ακοής, που δεν τα είχες προσέξει αρχικά.
Ποτέ
δε θα ξαναβρείς βέβαια τη μαγεία της πρώτης φοράς, το χάσιμο και την απογείωση,
είτε μείνεις σκόπιμα μακριά τους λίγο καιρό, για να τα ξεχάσεις και να τα
πεθυμήσεις, να τα αναζητήσεις, είτε ακολουθήσεις την αντίστροφη τακτική και τις
φάσεις του εξαρτημένου χρήστη, που αναζητά συνεχώς μεγαλύτερη δόση για διαρκώς
μικρότερη απόλαυση, που χάνεται σταδιακά σαν το φεγγάρι, για να φτάσει στην
ολική έκλειψη και να μείνει μόνο η ψεύτικη ανάγκη της εξάρτησης. Το συναίσθημα
όμως δεν χάνεται, απλά εξελίσσεται και γίνεται κομμάτι του εαυτού μας, της
προσωπικότητάς μας, πυξίδα που χωρίς αυτήν πελαγώνουμε και μένουμε λειψοί και
μετέωροι.
Με
τον καιρό ξεχωρίζουν και τα πρώιμα ακούσματα, οι πρώτες και παντοτινές αγάπες
που μας άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους, από αυτά που αφήνουμε πίσω μας, γιατί
εξελισσόμαστε και ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας, που τα άκουγε και του αρέσανε
κάποτε. Ήταν κι αυτά όμως (μουσικά) κομμάτια της προσωπικής μας διαδρομής,
μικρά ζιγκ-ζαγκ και ξεστρατίσματα από την ανοδική εξελικτική γραμμή, που μας
έφερε εδώ που είμαστε σήμερα. Άλλο αν κάποιοι συνεχίζουν να εξελίσσονται, σαν
τα progressive
κομμάτια κι άλλοι μένουν με
τη βελόνα κολλημένη στα ίδια ρεφρέν.
Πώς
είναι ο καρβέλας, λέει κάπου στους απαράδεκτους ο σπύρος, που βάζει εκατό φορές
την ίδια λέξη: «φωτιά-φωτιά» και στο τέλος πλακώνει η πυροσβεστική; Άσε που η μελωδία
είναι κλεμμένη από τους ramones.
Somebody put something in my dream, όπως το παράκουγε λέει στα νιάτα του
στην πρώτη ο ελευθεράτος, που του άρεσε πολύ έτσι ο στίχος και άργησε αρκετά να
καταλάβει το λάθος του.
Η
μουσική υπάρχει –ή γίνεται αισθητή δια της απουσίας της- στο λόγο μας, τις
κινήσεις μας, στον αθλητισμό, στον τρόπο που λειτουργούμε γενικότερα. Κάθε
άνθρωπος έχει το δικό του ρυθμό, τα (μουσικά) κλειδιά του, τα δικά του κρουστά
στο στήθος του (εσωτερικά κι εξωτερικά), θέλει το χρόνο, τις παύσεις του, την
κατάλληλη εισαγωγή και τις γέφυρες με άλλα ρεφρέν-άτομα. Τις στιγμές που
σολάρει κάτω από τον προβολέα ή μένει δεύτερη φωνή στο βάθος, που βγάζει τις
πιο δύσκολες συγχορδίες ή μοιάζει με ξεκούρδιστη κιθάρα. Μπορεί να κουμπώσει σε
μια παρέα και να γίνει το πρώτο βιολί της ορχήστρας ή να μοιάζει παραφωνία
σκέτη σε ένα περιβάλλον που δεν του ταιριάζει.
Η
μουσική εξημερώνει τα ήθη, τα ανθρώπινα πάθη και τα ζώα ενίοτε. Και αντιστρόφως
μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να τραγουδούν σα σκυλιά και τα κανονικά σκυλιά
(τα εκτός πίστας) να αλυχτούν με φάλτσο παράπονο από τη φασαρία. Γιατί η
ελευθερία είναι συνήθως άγρια και η εξημέρωση έρχεται και ως μια μορφή
σκλαβιάς, αν το δεις από τη σκοπιά του ζώου και της αρκούδας που χορεύει στο
ρυθμό που της κρατάει το ντέφι του αφεντικού της.
Η
μουσική, όπως ακριβώς ο άνθρωπος, είναι ένα γαϊτανάκι φυλών και διαφορετικών σχολών
χωρίς σύνορα, όπου δεν έχει θέση ο ρατσισμός απέναντι σε κανένα είδος της και
συνήθως οι πιο ωραίες συνθέσεις είναι οι «μιγάδικες» που παντρεύουν πολλά
στοιχεία, αρκεί να μην περάσεις τα λεπτή, διαχωριστική γραμμή με το
μεταμοντέρνο χυλό, που θέλει να τα έχει καλά με όλους και να παίρνει λίγο απ’
όλα, για να καταλήξει πολύ από τίποτα, ένα (πολύ) τίποτα που γεμίζει με το κενό
του τα αυτιά και τα κακοποιεί.
Κι
επειδή στο τέλος της ιστορίας, ο κακοφωνίξ είναι πάντα δεμένος και φιμωμένος
(άρα ακίνδυνος) στο δέντρο, και δε νομίζω πως έχω κάποιο καλό ριφάκι ή ένα
κύκνειο άσμα για εντυπωσιακό φινάλε και έξοδο, θα το κάνω απότομα, χωρίς
επίσημες νότες και διαβουλεύσεις.
Finitο la
musica.