Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν

Μισεύεις και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα

Αυτό το τραγούδι παίζει κάπου στην εμβληματική ταινία "μάθε παιδί μου γράμματα", που είναι γυρισμένη στα πρόθυρα της Αλλαγής. Κι αν είναι κάτι που μπορεί να σου φέρει δάκρυα στα μάτια δεν είναι οι αναμνήσεις κι η συγκίνηση για αυτούς που φεύγουν, ούτε η απελπισία για αυτούς που μένουν, κι ας είναι η μοίρα τους σακατεμένη, κι ό,τι αγαπάνε, ξενιτεύεται. (Που καμιά φορά μοιάζει χειρότερο κι από το συνήθη θάνατο, γιατί αυτός είναι αργός, καθημερινός, αλλά όχι αναπόφευκτος. Θεωρητικά εσύ το "επέλεξες" κι υποχρεώνεσαι να το κάνεις με τη θέλησή σου). Δεν είναι φιλιά και δακρυγόνα, στο τέλος του χειμώνα, τα μάτια σου θα καίνε, από χαρά θα κλαίνε. Και πού την είδες δηλ τη χαρά; Εδώ κανείς δε χαίρεται (κανείς δεν τραγουδά), χαμένε, α χαμένε -που λέει κι ο Τραμπάκουλας. Είναι βασικά ότι δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα (άντε το πολύ το δέρμα των καιρών) από όσα περιέγραφε η ταινία.

Εντάξει, τώρα γίνεστε εμπαθείς, άκου δεν άλλαξε τίποτα, σε λίγο θα μας πείτε ότι δεν πέτυχε τίποτα κι η Αλλαγή.
Καταρχάς, μισή Αλλαγή μετά, ο Τσάκωνας το είχε γυρίσει και γύριζε το "μάθε παιδί μου μπάσκετ" (γιατί τα γράμματα πού να φτουρήσουν) και μετά την "κλασική περίπτωση βλάβης", που την προέβαλε -λέει- κάποτε μια αναρχική ομάδα, για να ακολουθήσει συζήτηση πάνω στο βρώμικο ρόλο και την καταπίεση των μικρών αφεντικών. (Αελ, τρακτέρ και) love is in the air, όπως και το πολιτικό μήνυμα, αν θες να το βρεις με το ζόρι. Και βόηθα παναγιά, τώρα με τον Άγγελο στον πάγκο.

Ενώ ο Καλογερόπουλος γύριζε το "όνειρο αριστερής νύχτας", που το γιούχαρε το κοινό στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και η μόνη αξιόλογη σκηνή είναι ίσως αυτή με τον κόκορα και τη μαοϊκή συναγωνίστρια, που ήταν υπέρ της ένοπλης επανάστασης, αλλά δεν άντεχε να αντικρίσει στο χωριό τον αποκεφαλισμό του.
Gallo rojo es valiente, pero el negro es traicionero

Κι επίσης, δε βελτιώθηκε ραγδαία η παιδεία τώρα που κόβουν τις ώρες των αρχαίων από το πρωτότυπο και των θρησκευτικών -άλλο που η εκκλησία εξακολουθεί να είναι παντού, σαν τους παπάδες στην έκθεση του Σωκράτη;
Δεν αποκαταστάθηκε η ιστορική αλήθεια (την αλήθεια ρε...) με την αναγνώριση της αντίστασης; Αλλά ξέρεις, έκανε κι αυτή κάτι ακρότητες κι ανάγκασε κάτι αγνά, αθώα παλικάρια να καταταγούν στα Τάγματα Ασφαλείας για να γλιτώσουν από τον κομμουνισμό. Άλλο αν έπεσε λήθη (το αντίθετο της αλήθειας) σε όλα αυτά, που βολεύει για να λέει ο καθένας ότι θέλει και να πιστεύει πχ ότι παλεύει και σήμερα, για να γλιτώσει από τους κομμουνιστές της ΔΦΑ και τον Κατρούγκαλο, που συν τοις άλλοις, είναι κι αποστάτης της τάξης του. (Αυτοί είναι οι χειρότεροι, ξέρεις, σκυλιά λυσσασμένα. Λένιν, Μαρξ, Ένγκελς... και τώρα ο Κατρούγκαλος!)

Ναι αλλά μήπως έτσι, με τη φυγή, γίνεσαι κι εσύ αποστάτης της τάξης σου που δραπετεύει από τα προβλήματα και την ταξική πάλη στη χώρα σου; (Καλά, με αυτήν την έννοια κι ο Αργεντίνος Τσε δεν ήταν παρά ένας "αποστάτης"...) Μήπως βοηθάς τη ΔΦΑ να τους διώξει όλους και να μείνουμε μόνοι μας σαν το ανέκδοτο με το Λεωνίδα*;

(*Έχει βάλει ο Μπρέζνιεφ που λες στο μάτι μιας μικρούλα, της υπόσχεται πως θα της κάνει όποια χάρη θελήσει κι αυτή του ζητάει να ανοίξει για μια μέρα τα σύνορα.
-Πονηρούλα, θες να μείνουμε μόνοι μας... της απαντά αυτός.
Και τώρα που αυτά γίνονται στον υπαρκτό καπιταλισμό κι όχι στα αντισοβιετικά ανέκδοτα; Τώρα τι έχουμε να πούμε;
Α ξέχασα, αφού στην κυβέρνηση είναι οι κομμουνιστές κι η χώρα μας είναι η τελευταία σοβιετική της Ευρώπης...)

Και τι θα γίνει όταν τελειώσουμε τον πλανήτη και δεν υπάρχουν πια άλλα καταφύγια να αποδράσουμε; Γιατί το κεφάλαιο έχει τελειώσει τον πλανήτη από την ανάποδη κι αφού δεν έχει πια άλλους "παραδείσους" να βρει, θα κάνει κόλαση την ενδοχώρα, για να συνεχίσει απρόσκοπτα να κερδοσκοπεί.

Μήπως θα χρειαζόταν ένα τείχος του Βερολίνου, για να σταματήσει την αφαίμαξη του επιστημονικού δυναμικού; Μήπως τίθεται νέο εθνικό ζήτημα, όπως λένε κάποιες αναλύσεις που επαναθεμελιώνουν το μαρξισμό και καταλήγουν να τον ξεριζώνουν από τα θεμέλια;

Όχι σφε, ταξικό είναι το ζήτημα. Κι όχι, δεν είσαι αποστάτης της τάξης σου. Κι η δική σου ψυχή, συνείδηση, ή όπως το ορίζουμε τέλος πάντων, το ξέρει πόσο (δε) θα σου λείψει το αριστεροχώρι (με την καλή έννοια εδώ), το κίνημα κι η ελληνική ιδιαιτερότητα. Το ζήτημα είναι ότι... πατρίς-οικογένεια... και η θρησκεία μένει ως παυσίπονο στην κοιλάδα των ατέλειωτων δακρύων που λέμε ζωή -με τη συμβατική έννοια του όρου.

Αλλά γιατί η αγάπη για τους δικούς μας να μπαίνει τροχοπέδη στον αγώνα και τις θυσίες που απαιτεί αντί να μας δίνει ένα επιπλέον κίνητρο; Γιατί το δέσιμο με αυτόν τον τόπο, τις ρεματιές και τα πεζούλια του, τις παραλίες και τα καταγώγια του, μας δένει τα χέρια στην πράξη; Γιατί να μην είναι αρκετό να μας κρατήσει εδώ και να το παλέψουμε ως το τέλος; Κι από την άλλη, πού διαφέρουμε όσοι μένουμε πίσω και βολευόμαστε με λιγότερο ουρανό και τη μίζερη ανασφάλειά μας για το άγνωστο;

-Δε φεύγω ρε, να εδώ μέχρι τη γωνία θα πάω και θα ξανάρθω.
Λέει στον μπράβο του ένα από τα θύματα της Άμυνας Ζώνης, σε μια από τις αγαπημένες σειρές κι ατάκες του Φιλολαϊκού. Και δε γυρνάει ποτέ πίσω γιατί πάει να συναντήσει στη γωνία το δολοφόνο του.
Σε εσένα το λέω, φίλε ξενιτεμένη, που βαυκαλίζεσαι πως όλα είναι προσωρινά κι ότι σε λίγο καιρό, στην πρώτη ευκαιρία δηλ, θα γυρίσεις πίσω.
Μα αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: να μην την εξευτελίζεις. Και να μη γίνεις ποτέ σαν τους ελληνοαμερικάνους, που δουλεύει ο Μακ Πάπας, και ψηφίζουν Τραμπ.

Ρούχα-τσεκ. Βαλίτσες-τσεκ. Η χούφτα με το χώμα το ελληνικό, σαν αυτή που κρατούσε ο Ζαχαριάδης-τσεκ. Οι δίσκοι του Καζαντζίδη-τσεκ.
Όχι, δεν είναι αναχρονιστικό να ακούς Καζαντζίδη κι ας φωνάζει σα λαβωμένο λιοντάρι σε κάποια σημεία. Αναχρονισμός είναι που αναγκάζεσαι να φύγεις γκασταρμπάιτερ ή γκαστβίσενσαφτλερ ξέρω γω κι αυτό το σύστημα που μας γυρίζει ολοταχώς στον εργασιακό μεσαίωνα. Αν φύγεις, ο χρόνος δε θα γυρίσει πίσω και πιθανότατα ούτε εσύ, αλλά συνέχισε τουλάχιστον να παλεύεις, για να σταματήσουν να γυρίζουν προς τα πίσω τα ρολόγια κι ο χρόνος της ιστορίας.


Ε ναι Πουλόπουλος. Όχι γιατί παίρνουμε (πουλο)πουλο, ένας-ένας από δω. Αλλά έτσι, επειδή κολλάει...

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Κάτω από ξένη σημαία

Δυο στιγμιότυπα από την επικαιρότητα της τελευταίας εβδομάδας πιστοποίησαν με τον πιο εμφατικό τρόπο τις υποδείξεις των κλασικών του μαρξισμού για τη σημασία της ταξικής συνειδητοποίησης των προλετάριων όλου του κόσμου, της αυτοτέλειας της πάλης τους και των συμφερόντων τους, και για την αναγκαία προϋπόθεση να σταματήσουν να αγωνίζονται κάτω από ξένες σημαίες.

Οι Σύριοι πρόσφυγες στην Κεντρική Ευρώπη, ξεκίνησαν πεζοί μια μεγαλη πορεία από τη Βουδαπέστη στη Βιέννη, στην οποία κάποιοι εξ αυτών φαίνονταν να κρατάνε ένα λάβαρο της ΕΕ. Τη σημαία μια Ένωσης δηλαδή που, στην καλύτερη περίπτωση, νίπτει τας χείρας της σαν Πόντιος Πιλάτος για την ιμπεριαλιστική επέμβαση και το ματοκύλισμα στη χώρα τους, βλέποντας τους πρόσφυγες σαν «βόμβα» που δεν πρέπει να σκάσει στα χέρια της και προτιμά να απασφαλιστεί μεσοπέλαγα, για να καταλήξει αθόρυβα στο βυθό της θάλασσας –αρκεί να μην ξεβράζεται κάποιο ενοχλητικό πτώμα, για να χαλάει τη βιτρίνα και να θυμίζει την τραγωδία των 20 χιλιάδων ψυχών, που δεν κατάφεραν ποτέ να διασχίσουν τη Μεσόγειο.

Αυτοί που μπόρεσαν να διασωθούν και να περάσουν στην άλλη όχθη, από το θάνατο στη ζωή, ή μάλλον από ένα βίαιο, ακαριαίο τέλος σε έναν αργό, καθημερινό θάνατο, που μοιάζει με το μαρτύριο της σταγόνας, μας εκλιπαρούν για στήριξη και βοήθεια. Προσέρχονται με σύμβολα και σημαίες που μπορεί να κατευνάσουν και να εξευμενίσουν τους κυβερνώντες των χωρών, που τους «φιλοξενούν» -γιατί μόνο σε εισαγωγικά μπορεί να μπει η φιλοξενία, σε αυτή την περίπτωση. Κι είναι κάπως σαν τους αιχμάλωτους –γιατί μόνο η αιχμαλωσία περιγράφει πιστά αυτό που βιώνουν- που σηκώνουν λευκή σημαία, για να παραδοθούν, ζητώντας από τον κατακτητή να τους χαρίσει τουλάχιστον τη ζωή, τους ελάχιστους όρους για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, ακόμα και αν είναι σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ας μην ξεχνάμε εξάλλου πως η πρώτη σύλληψη κι εφαρμογή της μεγάλης ευρωπαϊκής ιδέας, με μεσαιωνικούς όρους υποδούλωσης των λαών και των εργαζόμενων, έλαβε χώρα κάτω από την μπότα του χιτλερικού ναζισμού –όπως σημειώνει ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης. Και το πιο εκπληκτικό (πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο) σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι η σύμπτωση της γερμανικής παρουσίας στο επίκεντρο του εγχειρήματος –για όσους ψοφάνε για ρηχά, θολά, αντιμνημονιακά μέτωπα- αλλά ότι κανείς σχεδόν (πλην Λακεδαιμονίων και των αδελφών κομμάτων) δε μιλά ενάντια στη μεγάλη ιδέα αυτού του εγχειρήματος και τους συγκεκριμένους όρους του, θεωρώντας το από ευλογία και μονόδρομο, μέχρι αντικειμενική πραγματικότητα που δεν μπορεί να αλλάξει κι είναι προτιμότερο να την αποδεχτούμε.

Στην ταξική πάλη όμως δεν υπάρχει καμία ταξική ανακωχή. Η λευκή σημαία (πόσο μάλλον η γαλάζια με τα αστεράκια της ΕΕ) σημαίνει άνευ όρων παράδοση κι υποταγή στο σφαγείο των λαών, ντόπιων και προσφύγων (και όσο περισσότερο στρέφονται οι μεν εναντίον των δε, τόσο το καλύτερο για τους σφαγείς).

Την ίδια στιγμή στην Ελλάδα, οι εργάτες του χρυσωρυχείου στις Σκουριές διαδήλωναν ουσιαστικά για τα συμφέροντα της εταιρίας τους, που τα συνέδεσαν με το δικό τους. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο «χρυσωρυχείο» για τους καπιταλιστές από αυτήν την εθελοδουλία κάποιων εργατών, από την αδυναμία τους να ξεχωρίσουν ποιον έχουν απέναντί τους και για ποιο σκοπό πρέπει να παλέψουν.
Γι’ αυτό οι εργάτες της Ελντοράδο στοχοποίησαν την (ένα-δύο-τρία, γ...ται η) Ετ-3, χωρίς να καταλαβαίνουν πως η σημερινή της μορφή και τα χαρακτηριστικά που της έδωσε η «πρώτη φορά Αριστερά», δεν έχουν άμεση σχέση με την «αυτοδιαχειριζόμενη Ετ3», που κι αυτή δικό της μαγαζί ήταν (ή Syriza friendly τουλάχιστον), αλλά είχε κι ένα κινηματικό άλλοθι και κάλυπτε διαφορετικά το θέμα των Σκουριών.
Γι’ αυτό στοχοποιούν και το κίνημα κατοίκων και αλληλέγγυων που αντιτίθεται στην εξόρυξη, ενώ κάποιες μαρτυρίες (που πέρασαν όμως σε δεύτερο πλάνο) λένε πως στο περιθώριο της κινητοποίησης στη Δεθ, επιτέθηκαν και χτύπησαν με τραμπούκικο τρόπο στέλεχος του Ναρ, που τον ξεχώρισαν προφανώς ως πιο αναγνωρίσιμο.

Την άλλη βδομάδα παρεμπιπτόντως έχουμε τις κάλπες των εθνικών εκλογών, όπου τα πέντε μνημονιακά κόμματα (παλιά και νέα, γιατί υπάρχει κι αυτή η «διαφοροποίηση», που επιχειρείται να αναχθεί σε κυρίαρχη αντίθεση της πολιτικής σκηνής και να παρουσιαστεί ως το διακύβευμα των εκλογών) αναμένεται να συγκεντρώσουν το 70% του εκλογικού σώματος, αντιστρέφοντας πλήρως τους συσχετισμούς του 62% του Όχι στο δημοψήφισμα, με το όποιο, αντιφατικό, ταξικό του μήνυμα. Περίπου επτά στους δέκα δηλ, θα εμπιστευτούν πιθανότατα κόμματα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προωθούν την πιο βάρβαρη, αντιλαϊκή πολιτική, και τη βαφτίζουν «μονόδρομο χωρίς εναλλακτική», όπως έκαναν και τόσα χρόνια με τον... ευρωμουνόδρομο, όπως τον λέει κι ο Μπούτας.

Η εργατική τάξη λοιπόν πρέπει να σταματήσει να μπαίνει κάτω από ξένες σημαίες, εθνικά νομίσματα, αταξικά σχήματα, να γίνει τάξη δια εαυτήν, τάξη για τον εαυτό της και τα δικά της συμφέροντα. Και για αυτό δε φτάνει να μην εγκλωβιστεί στις κάλπες, δε φτάνει να κατεβάσει απλώς την οργή της στους δρόμους, αλλά να ξέρει τι θα την κάνει και πώς θα τη μετατρέψει σε υλική δύναμη, που θα αλλάξει τον κόσμο.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Δυο μέτρα και σταθμά

Αναδημοσίευση από Ατέχνως



-Δεν είναι κατάσταση αυτή ρε φίλε, έχει παραγίνει το κακό.
Έχουμε γεμίσει ξένους λαθρομετανάστες. Τι πάει να πει έχουνε πόλεμο; Γιατί δεν κάθονται να υπερασπιστούν την πατρίδα τους κι έρχονται όλοι εδώ σε εμάς; Γιατί φεύγουν στην πρώτη δυσκολία; Και να σου πω και κάτι; Τι πρόσφυγες μου λες; Επιλογή τους είναι να φύγουν. Δεν τους βλέπεις που έρχονται με κάτι κινητάρες, νέα μοντέλα κι ιστορίες; Άσε τώρα. Και να μη σ’ αφήνουν να απολαύσεις και τις διακοπές σου. Καταστρέφουν τον τουρισμό μας, τη βαριά βιομηχανία της χώρας…

-Α πήγατε διακοπές;

-Όχι ρε, πού να πάμε, τρελός είσαι; Μαζεύουμε κάτι λεφτά για έξω, γιατί δε βγαίνει άκρη εδώ, έτσι που κατάντησαν την Ελλαδίτσα μας, να μας παίρνουν κι οι ξένοι τις δουλειές. Λέμε να δοκιμάσουμε στο εξωτερικό, να ψάξουμε εκεί καμιά δουλειά και να ‘χουμε κάτι στην άκρη για τους πρώτους μήνες που θα ‘ναι δύσκολοι…

-…

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Της γης οι κολασμένοι

Οι εικόνες που έρχονται από την Κω, το Πεδίο του Άρεως κι άλλες γωνιές της ελληνικής επικράτειας, που εξελίσσονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών, προκαλούν φρίκη. Ακόμα πιο φρικτή όμως είναι η αναλγησία της πολιτείας κι η υποκρισία των αρχών, που δεν έχουν ως βασική τους μέριμνα να χτυπήσουν τη ρίζα του προβλήματος, αλλά να το κρύψουν κάτω από το χαλάκι ή από έναν καταυλισμό, για να μη φαίνεται. Αλλά η λογική της στρουθοκαμήλου, όπως και η διαχείριση της μιζέριας στα όρια του συστήματος, έχει κοντά ποδάρια.


Τι είναι αυτό προκαλεί την έξαρση του φαινομένου και τη λεγόμενη «μεταναστευτική κρίση»; Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Συρία, που κάνει το βίο αβίωτο για το λαό της, ανθρώπους κάθε ηλικίας, τον άμαχο πληθυσμό. Τι κάνει γι’ αυτό η διεθνής κοινότητα; Απολύτως τίποτα για να σταματήσει και πάρα πολλά για να υποδαυλίσει τη φλόγα του πολέμου, θέτοντας πχ στον «άξονα του κακού» τη Συρία (και μπορεί να ακολουθήσει και το Ιράν). Εξάλλου δεν υπάρχει καμία «κοινότητα» παρά μόνο συμφέροντα που συγκρούονται και συντηρούν τις πολεμικές εστίες.
Τι κάνει η ελληνική κυβέρνηση ενάντια στον πόλεμο και την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Συρία; Πολύ καλά ευχαριστώ.
Τι θα μπορούσε να συμβάλει, έστω με αυτά τα δεδομένα, στην ελάχιστη ανακούφιση των μεταναστών και των χωρών υποδοχής τους; Να τους δοθούν ταξιδιωτικά έγγραφα, για να μπορέσουν να κατευθυνθούν σε άλλες χώρες, που δεν αντιμετωπίζουν τόσο οξύ πρόβλημα. Κάτι που θα σήμαινε σύγκρουση με το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο της Ε.Ε. και αλλαγή-κατάργηση της συνθήκης «Δουβλίνο 2».

Σε κάθε περίπτωση, όπως λέει κι ένα φιλικό ιστολόγιο, δεν έχουμε μεταναστευτική κρίση, έχουμε ιμπεριαλισμό. Κι ακόμα και για την απλή διαχείριση του ζητήματος (πόσο μάλλον για την οριστική του επίλυση και την αντιμετώπιση των αιτιών του), προβάλλει ως αναγκαίος όρος η ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και τους διεθνείς οργανισμούς του. Κάτι που σίγουρα δε συμπεριλαμβάνεται στους πολιτικούς στόχους της κυβέρνησης, όπως εύγλωττα δείχνουν κι οι μνημονιακές συμφωνίες που υπογράφει.

Ναι, αλλά ας θυμηθούμε πως η προηγούμενη κυβέρνηση ήταν χειρότερη, γιατί έχτισε το απάνθρωπο τείχος του Έβρου και θεωρούσε τους μετανάστες λαθραίους.
Κι αυτό είναι το πολυφορεμένο πολιτικό σωσίβιο, στο οποίο καταφεύγει η πρώτη φορά αριστερά, για να επιπλέει. Μόνο που τα γεγονότα είναι πεισματάρικα, όπως έλεγε ο Λένιν, που τον επικαλέστηκε κι ο πρωθυπουργός σε μια πρόσφατη, ραδιοφωνική του συνέντευξη. Περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, σαν αυτό που κατέγραψε ο τηλεοπτικός φακός στην Κω, και πόσα άλλα που συμβαίνουν πίσω από τις κάμερες, αποδεικνύουν ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα ουσιαστικό στον κρατικό μηχανισμό και τους (καθαρά ταξικούς) σκοπούς που υπηρετεί. Κι είναι αυτή η γενική κατεύθυνση, που καθορίζει πάντα το μερικό (κι όχι αντίστροφα): τις αστείες δικαιολογίες που θυμίζουν εποχές ζαρντινιέρας, τα αποτελέσματα της ΕΔΕ που έχει γίνει κάτι σαν τρόπος αρχειοθέτησης τέτοιων υποθέσεων, και την οργανική σύνδεση αστυνομικών αρχών με κυκλώματα διακίνησης ουσιών, που θερίζουν μετανάστες και τους εξαθλιώνουν ακόμα περισσότερο.

Και κάτι ακόμα. Αν οι μετανάστες είναι αδέρφια μας, αυτό δε μας καθιστά κάποιο είδος πλούσιου συγγενή, που τους δίνει συμβολική βοήθεια αφ’ υψηλού, εν είδει φιλανθρωπίας. Οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα, αλλά έχουν προβλήματα που είναι και γίνονται δικά μας, κάθε μέρα και πιο πολύ. Το μεταναστευτικό είναι δική μας υπόθεση, εικόνα από το παρόν μας και το μέλλον μας. Αν υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα στη γλώσσα και την κουλτούρα, ή η αίσθηση της προσωρινότητας, που βαραίνει ακόμα και στη δουλειά με τους… ιθαγενείς (πχ σε χώρους εργασίας με συμβασιούχους), δεν μπορεί να είναι άλλοθι για την απραξία μας, αλλά λόγος για να ενταθούν στο έπακρο οι προσπάθειες.
Κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών για όσα γίνονται. Κι αν αδιαφορήσουμε για τους μετανάστες, εάν κρύψουμε το πρόβλημα κάτω απ’ το χαλάκι της συνείδησής μας, ας είμαστε έτοιμοι να μοιραστούμε τη δική τους μοίρα, κι όλοι μαζί την ήττα μας, την ήττα της τάξης μας.

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Η διαδρομή

Αφήνοντας πίσω τα παλαιοπωλεία στο θησείο και τους καταχωνιασμένους θησαυρούς τους, τους κράχτες στου ψυρρή (δουλειά κι αυτή όμως) και την παραδοσιακή αυλή της «Αυλής», βγαλμένη από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, μπορείς να βγεις στην αρχή της σωκράτους και την μπόχα από τα παρασκήνια της βαρβάκειου, που δε φεύγει ούτε καν τις κυριακές, αλλά είναι λιγότερο επώδυνη από την ανθρώπινη βόχα (όπως την αναφέρει ο βάρναλης στα ενθυμήματά του από τον άι-στράτη) που ενδέχεται να βρεις στη συνέχεια.

Το πρώτο στενό στα αριστερά, πριν το υπόγειο μαγειρείο, όπου περιμένεις να βρεις το ζήκο και τους συμπρωταγωνιστές του, είναι η οδός θεάτρου, που βγάζει στη μενάνδρου, γιατί του ψυρρή είναι γεμάτο αρχαίους ποιητές. Κι εκεί μπορείς να δεις μια παλιά, ηρωική πινακίδα από τα γραφεία της τοπικής κοβ, που μοιάζουν εγκατελειμμένα, όπως και η γύρω περιοχή εξάλλου. Στα επόμενα μέτρα της σωκράτους στήνεται ένα πανηγύρι φυλών και πολιτισμών, και βασικά μαγαζιών, γιατί έτσι μετράει τον πολιτισμό ο σύγχρονος αστικός κόσμος, με το εμπόριο, θεωρώντας συνήθως πιο πολιτισμένους και φιλήσυχους τους μετανάστες μαγαζάτορες –με εξαίρεση τους ντόπιους φασίστες βάρβαρους, που δε συνηθίζουν να κάνουν διακρίσεις στο ρατσισμό τους, εκτός και αν συμμαχούν με τους μετανάστες δεύτερης γενιάς ενάντια στις καινούριες φουρνιές των κολασμένων της γης.

Στην επόμενη γωνιά, πρέπει να υπάρχει ένα στούντιο ηχογράφησης. Κι αν είσαι τυχερός, μπορείς να πετύχεις ένα ροκάκι ή κάποιο φανκ κομμάτι να ντύνει μουσικά την κίνηση του δρόμου, σα βιντεοκλίπ που παρωδεί τη μελωδία της ευτυχίας: always look on the bright side of death, όπως έλεγαν κι οι μόντι πάιθονς, που μπορεί να τους ερωτευτείς ή να τους μισήσεις κεραυνοβόλα, αλλά δύσκολα θα σε αφήσουν απλώς αδιάφορο.

Κι ύστερα φτάνεις στη διασταύρωση με πειραιώς και την πολυκλινική, που πέρασε από σαράντα κύματα, για να επαναλειτουργήσει κουτσουρεμένη, και έτυχε (;) να την κλείσει ο άδωνις, τότε ακριβώς που πήραν οι δικοί μας για πρώτη (κι ιστορική) φορά την πλειοψηφία στο σωματείο, κρίνοντας προφανώς πως το καθημερινό πανδαιμόνιο στον (επίσης κόκκινο) ευαγγελισμό δεν είναι αρκετό και χρειάζεται ενισχύσεις.

Δεξιά σου έχεις την ομόνοια και τους πάγκους με τις εφημερίδες, που έχουν τις κυριακάτικες από το απόγευμα του σαββάτου. Και είναι αγαπημένη συνήθεια να στήνεσαι για να δεις τα πρωτοσέλιδα ή στα κλεφτά κάτι από τις μέσα σελίδες, αρκεί να μη θυμηθείς τον (όχι και πάρα πολύ) μακρινό καιρό που τις αγόραζες με το κιλό –κι ας μην τις διάβαζες όλες- και μελαγχολήσεις.

Ευθεία στη σωκράτους βλέπεις ένα μαγαζί οπτικών με τιμές τΣΟΚου, σε ένα από τα πιο τσοκαριστικά λογοπαίγνια όλων των εποχών –που πρέπει να είσαι τσόκος αναγραμματισμένος, για να μην το πιάσεις.
Περνάς κάποιες στοές με ενδιαφέροντες μεζέδες και πελατεία, όπου βρίσκει καταφύγιο ο 20ός αιώνας κι η παράδοσή του. Κλίνεις ευλαβικά το γόνυ προς τα γραφεία της δημαρ στο βάθος και την κουλτούρα να φύγουμε. Και μπαίνεις στο σκληροπυρηνικό κομμάτι της σωκράτους, πριν και μετά τη διασταύρωση με την οδό ξούθου, που σου κάνει για όνομα κάποιας άγριας φυλής.

Ένα κομμάτι που το δέρνουν οι αντιθέσεις και την πιο χτυπητή εξ αυτών τη συναντάς στη βερανζέρου. Από τη μία τρία κόκκινα γράμματα και το καινούριο δέντρο, που φύτρωσε και ρίζωσε στην αθήνα μες στο κέντρο (κι αν δεν έχεις διαβάσει νίκο μπίστη να φτύνει χολή στο βιβλίο του για τη μετριότητα αυτού του τραγουδιού, δεν έχεις δει τίποτα σε αυτή τη ζωή). Και από την άλλη το άλφα ταυ (που δεν είναι τα αρχικά αστικής τάξης, αλλά την εκπροσωπούν κατά μία έννοια, ως οργανικό κομμάτι του κράτους της) ομονοίας και το χαφιεδότσουρμο, που στήνει μπλόκα και σπάει πλάκα με όσους μετανάστες δεν έχουν χαρτιά και με το φόβο μες στα μάτια τους. Αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις κυρίες που φοράνε μίνι στο πεζοδρόμιο και τα πλεούμενα βαποράκια που είναι καμιά δεκαριά χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα. Ίσα-ίσα που οργανώνει τις δουλειές τους, για να είναι πιο αποτελεσματικές, και τους έχει στο διπλανό τετράγωνο –ούτε καν δυο δρόμους πιο εκεί, για ξεκάρφωμα- για να τους επιτηρεί καλύτερα. Το πραγματικό πρόβλημα όμως, όπως ξέρεις, είναι ότι οι γειτονιές μας μένουν αφρούρητες, χωρίς άλφα ταυ (που δεν είναι η αστική τάξη, αλλά είναι κιόλας κατά μία έννοια) και τον μπάτσο της γειτονιάς. Κι ότι δεν προχωράμε στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Και βρες μου εσύ, σφε αναγνώστη, μία αστική κυβέρνηση, της αριστεράς ή ό,τι άλλο, που να είναι σε θέση να προχωρήσει μία αστικοδημοκρατική μεταρρύθμιση: να τα βάλει πχ με τη μαφία και το αστυνομικό παρακράτος. Κι αν τη βρεις, ξανασυζητάμε σε νέα βάση.

Περνάς το παλιό εφετείο, όπου είχαν κάνει μία από τις πρώτες τους εμφανίσεις τα χρυσαυγίτικα τάγματα εφόδου –όλως τυχαίως δίπλα από το άλφα ταυ και αυτοί- ενάντια στους στοιβαγμένους φτωχοδιαβόλους μετανάστες. Έξω οι ξένοι, τους ακούς να λένε και γυρνάς το βλέμμα στους οδοδείκτες: βερανζέρου, σατωβριάνδου, παραδίπλα γλάδστωνος, κι άλλα τέτοια που κάνου το λαϊκό στρώμα να ξεκαρδίζεται από τον πολύ αρχοντοχωριατισμό.

Περνάς αμίλητος, χωρίς να μπορείς να αντιδράσεις, δίπλα από τις επιχειρήσεις-σκούπα και σκέφτεσαι πότε θα πάρουμε εμείς τη σκούπα, σαν το βλαδίμηρο, για να καθαρίσουμε τον αστικό σταύλο του αυγεία με το χαφιεδότσουρμο και όλα τα παλιοπράγματα που συνοδεύουν τις ταξικές κοινωνίες από τη στιγμή που συγκροτήθηκαν.


Πιο κάτω αρχίζουν τα φαλάφελ της λιοσίου και της αχαρνών, με τους πιο «πολιτισμένους, φιλήσυχους» μετανάστες, που οι «πιο» πολιτισμένοι, φιλήσυχοι λευκοί αποφεύγουν καχύποπτα, γιατί τους φαίνονται πολύ βρώμικα ή πολύ πικάντικα για τα γούστα τους. Και η σωκράτους γίνεται αριστοτέλους. Γιατί αυτή η περιοχή είναι γεμάτη φιλοσόφους κι ας μην το δείχνει με πολλούς τρόπους. Αλλά δε βαριέσαι, ούτε κι η χώρα το δείχνει, γιατί να γίνει εδώ η διαφορά;


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Γράμμα σε μια συντρόφισσα


Αγαπημένη μου σφισσα,

εδώ όλα (μας) βαίνουν (το ‘β’ με «μπ») λίαν καλώς, το αυτό επιθυμώ και δια εσέ.
Το «καλά» δηλ είναι σχετικό, αναλόγως με τι συγκρίνεις. Με τα χειρότερα που έρχονται και δεν τα έχουμε ζήσει ακόμα ή με τις ακόμα καλύτερες μέρες της αλλαγής, που τις περιμένει να έρθουν ο λαός, σα μαρμαρωμένος βασιλιάς, χωρίς να κουνάει το δαχτυλάκι του, παρά μόνο για να αλλάξει κανάλι και να κάνει αριστερό κλικ στο ποντίκι; Αλλά δε θα βγει ο αλέξης να τα αλλάξει (και αυτός) όλα; Εγώ περιμένω μεγάλες ανατροπές, να μη μείνει τίποτα ίδιο, ακόμα και στα λάιφ-στάιλ έντυπα, που λέει ο λόγος. Ο σφος κωστόπουλος πχ θα αναβαπτιστεί στον αντιμνημονιακό χυλό (ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος πασόκος θα είναι) και θα βγάλει περιοδικό, το «αριστερό κλικ». Αριστερό ποντίκι έχουμε ήδη, αυτό του δελατόλλα. Μην το πάρεις όμως, μόνο τα σκίτσα και τα φωτομοντάζ του ζάχαρη αξίζουν. Συνεπώς ας τα λέμε καλά κι ας περιμένουμε (ας τις λέμε) ακόμα καλύτερες μέρες. Κι αν είναι να ‘ρθουν, θε να ρθουν.

Τις προάλλες συάντησα αυτό το σύντροφο από την καστοριά και όπως χωρίζαμε μου λέει: ραντεβού στα γουναράδικα, λες και ήμουν, ξέρω γω, ο τζαβέλλας, αλλά αυτός κυριολεκτούσε. Θα ψάξει να βρει καμιά δουλειά εκεί, γιατί αν περιμένει από το αντικείμενό του να βγάλει κάτι, πρόκοψε. Κι άντε το πτυχίο να το κάνει μασούρι και να το βάλει εκεί που ξέρουμε. Πρέπει να βρει χώρο και για άλλα δύο μασουράκια, τα μεταπτυχιακά του. Κι αν δεις, λέει, τα ψηφοδέλτιά μας σε αυτές τις περιοχές της δυτικής μακεδονίας, οι μισοί σχεδόν είναι σφοι γουνεργάτες· κι οι άλλοι μισοί στην κίνα βρίσκονται ή μάλλον ζουν κι αμείβονται με μισθούς κίνας, κάτω από τα όρια της φτώχιας. Και λέγαμε για πλάκα με το σφο, για το χονγκ-κονγκ, αν είναι μια «λαϊκή εξέγερση» με αντιλαϊκό πρόσημο, όπου η (αστική) βάση επιζητάει και το αντίστοιχο εποικοδόμημα, δηλ ένα αστικό κοινοβούλιο.

Μου έλεγε λοιπόν ιστορίες για άλλους συντρόφους, γνωστούς μας, που παλεύουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά δεν την παλεύουν γενικώς σε όλα τα άλλα επίπεδα. Κι αν βγαίναμε ποτέ στο βουνό, θα ‘χαμε μάχη, ποιος θα κατοχύρωνε ως ψευδώνυμο το καπετάν μιζέριας. Και δε μου μιλούσε για τίποτα περιφερειακούς κι αμύητους, αλλά για συντρόφους μας, στενές επιρροές ή μέλη. Ο ένας έχει κλειστό το τηλέφωνο, για να μην τον βρούνε οι τράπεζες για το δάνειο, αλλά έτσι δεν τον βρίσκει και κανείς άλλος. Ο άλλος δεν έχει όρεξη να σηκωθεί και να το σηκώσει, επειδή είναι όλη μέρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι και καρφώνει με το βλέμμα το ταβάνι, για να δει το.. λευκό πάνω στο λευκό. Του τρίτου δεν του σηκώνεται και το έχει ρίξει στο φαΐ, γιατί είναι και αυτή μια κάποια ευχαρίστηση ή και επένδυση για την κρίση, αν το καλοσκεφτείς. Του παράλλου του σηκώνεται, αλλά δεν έχει πού να πάει με τη δικιά του και του πέφτει, όταν ακούει τη μάνα του ή την πεθερά του να τους φωνάζει από το δίπλα δωμάτιο. Και εντάξει, έχουν πέσει αισθητά τα νοίκια αλλά και πάλι, ποιος μπορεί να το σηκώσει ως πάγιο έξοδο; Αφού ένας σφος με τη δικιά του έχουν ξεμείνει φέτος από δουλειά και σκέφτονται μεταξύ σοβαρού και αστείου να πάνε να μείνουν στην αδερφή του, που δεν έχει κανένα και δε γνωρίζει και πολλούς δηλ, αφότου τέλειωσε τη σχολή –πού να τους βρει;- και να ενώσουν την ανεργία τους με τη μοναξιά της, για να τα βγάλουν πέρα. Κι έχει η μία τα υπαρξιακά των πρώτων –άντα, «εγώ πότε θα γίνω μάνα;» κι οι άλλοι έχουν τα δικά τους, «πότε θα γίνουν οικονομικά ανεξάρτητοι». Φαντάσου δηλ να είχαν και κάνα κουτσούβελο, που θέλει ένα μισθό μόνο του για μαμ και κακά, και ένα επιπλέον δωμάτιο για νάνι. Παλιά δηλ που δεν είχαν πάμπερς και κούτες με πεντοχίλιαρα της κρήτης, τι έκαναν;

Αλλά η κατάθλιψη δεν είναι προνόμιο των ανέργων. Μπορείς να δεις εργαζόμενους σφους που πήζουν και σαπίζουν, ενώ τους καταπίνει σιγά-σιγά η ρουτίνα και μια δουλειά αδιάφορη, σαν την ζωή μας, που τους τρώει λίγο-λίγο τα ψυχικά αποθέματα και τους αφήνει στεγνούς και ανόρεχτους για οτιδήποτε. Οι πιο μεγάλοι έχουν μάθει αλλιώς και φοβούνται να βγουν στη σύνταξη, γιατί θα διαλυθούν ψυχοσωματικά, αν δεν έχουν κάτι να (απ)ασχολούνται, ενώ οι νέοτεροι δε φοβούνται και δεν ελπίζουν τίποτα (είναι μισθωτοί σκλάβοι), γιατί πιθανότατα δε θα υπάρχει καμία σύνταξη μέχρι να φτάσουν στα εβδομήντα.
Βγαίνεις λοιπόν με σφους εργαζόμενους, σε συγκεκριμένες μέρες κι ωράρια, να μοιραστεί με κάποιον τις έγνοιες σου για να ξεσκάσεις, αλλά σε προλαβαίνουν αυτοί με τις δικές τους και φεύγεις στο τέλος πιο βαρύς, κουβαλώντας επιπλέον ψυχικό φορτίο. Μετράνε και συγκρίνουν ποιος δουλεύει στο χειρότερο κάτεργο, ποιος έχει τον πιο μαλάκα αφεντικό, κάνουν άμιλλα ποιος έχει χαμηλότερο καθαρό μισθό ή σε ποιον χρωστάνε περισσότερα μηνιάτικα.
-Εμένα δέκα! –Εμένα είκοσι!
-Έχω είκοσι. Ακούω άλλη προσφορά; 20 μία, είκοσι δύο...

Αλλά δεν πειράζει. Θα πάρουμε ένα φτωχικό διώροφο στην πλάκα (ή την άνω πόλη σε εμάς), όπως στην ταινία του παπακαλιάτη. Κι ένα σκύλο που θα τρώει όσο εγώ κι εσύ μαζί και θα το βγάλουμε κατάθλιψη ή ανεργία, αντί για μοναξιά. Θα περπατάμε περισσότερο, θα πηγαίνουμε σε πάρκα και πλατείες με τα ταξικά μας αδέρφια από το εξωτερικό, θα μαγειρεύουμε μέσα, θα το ρίξουμε στα παζλ και τα επιτραπέζια και θα καλούμε φίλους, θα κουβεντιάζουμε πιο πολύ να μην αποξενωνόμαστε, το χειμώνα θα σκεπαζόμαστε καλά και θα τη βγάζουμε αγκαλιά στο κρεβάτι, θα έχουμε χρόνο να διαβάζουμε και να γράφουμε, για να μάθουμε μια ξένη γλώσσα άνευ διδασκάλου (όχι επαγγελματία τουλάχιστον), θα πάρουμε σβάρνα όλες τις πολιτικές εκδηλώσεις και τις δωρεάν καλλιτεχνικές δραστηριότητες, και θα κατεβάζουμε να βλέπουμε παλιές και νέες σειρές/ταινίες, αν και μου φαίνεται καμιά φορά σαν ητοοπαθή παραδοχή πως δεν έχουμε τι να πούμε ή κάτι καλύτερο να κάνουμε, όπως όταν αρχίζουν σε μια παρέα να λεν ανέκδοτα, βρίσκοντας καταφύγιο σε έτοιμα, σαχλά αστεία. Εδώ έχουμε καταντήσει εμείς οι ίδιοι ανέκδοτα, ιστορικά αισόδοξοι μες στην απαισιοδοξία μας, σε πρωτότυπες και ιστορικά ανέκδοτες συγκυρίες, που οφείλουμε να βρούμε τρόπο να τις αντιμετωπίσουμε.

Λες πως δε σε καλύπτουν όλα αυτά, ότι είναι πολύ μίζερα, ότι θες να ζήσεις σαν άνθρωπος, να μπορείς να κάνεις ένα ταξίδι, να ανοίξεις δικό σου σπίτι. Σου λέω κι εγώ πως δε μας καλύπτει ο καπιταλισμός, γενικά σα σύστημα, αλλά τι να γίνει.. Κι όχι δε ζητάς κάτι παράλογο, αλλά πώς να το βρεις, κι εσύ και όλοι μας, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, αν δεν τα αλλάξουμε;

Μόνο μη μου λες για ξενιτειά, γιατί το εξωτερικό δεν είναι λύση αλλά κατάρα που σε καταπίνει για πάντα κι όχι προσωρινά, μέχρι να στρώσουν τα πράγματα. Και μου ‘ρχεται συνειρμικά η αρχή απ’ το μάθε παιδί μου γράμματα, που τραγουδάν οι μαθητές: μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα.. Και τι να εξηγήσεις μετά σε ξένους ανθρώπους; Ότι σου λείπει το κίνημα κι οι σύντροφοι, που είναι όλοι στο κατώφλι και την αυλόπορτα της κατάληψης, πολύ μετά τα πρόθυρα, αλλά μπροστά στους άλλους είναι σα φεστιβάλ χαράς και βοηθούν εσένα τουλάχιστον να μη βουλιάξεις στη μαυρίλα;

Και φαντάσου δηλ, αν οι δικοί μας είναι στα πρόθυρα (που είπαμε, ποια πρόθυρα, που κολυμπάμε εντός) της κατάθλιψης, τι συμβαίνει με τους άλλους που δεν έχουν ένα πολιτικό αποκούμπι να πιαστούν και γυρεύουν διέξοδο σε φτηνά κι αλλοπρόσαλλα υποκατάστατα; Ή μήπως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο..; Με τους δικούς μας που έχουν μια ευαισθησία παραπάνω για όσα συμβαίνουν και δε δέχονται να βρουν καταφύγιο στην απάθεια και την χαζοχαρά;
Δεν ξέρω, θα το συζητήσουμε το βράδυ, μετά την ελληνοφρένεια..

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Περιπλανήσεις στην Μπογκοτά

Και γιατί δηλ να την πούμε μπογκοτά; Λόγω χρώματος κι εγκληματικότητας; Δεν είναι λίγο ρατσιστικό αυτό; Και γιατί να μην την πούμε καράκας;

Μα δεν έχω ιδέα πώς είναι η μπογκοτά και το καράκας, συμβατικά τη λέμε έτσι. Και πιο πολύ αναφέρομαι στην πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ένας ανυποψίαστος που έρχεται, ας πούμε από την επαρχία. Μια σφισσα πχ με είχε πάρει τηλέφωνο και μου ‘χε πει αυθόρμητα, έλα είμαι κοντά στα λημέρια σου, στην μπογκοτά· κι έτσι καθιερώθηκε. Κι ένας άλλος φίλος ερχόταν με το κτελ και συνεννοηθήκαμε να πάω να τον πάρω από εκεί που θα τον αφήσει το λεωφορείο, στάση ομόνοια, πριν φτάσει στο πεδίο του άρεως. Και τον βρίσκω σε μια γωνιά· απέναντι κάτι αφρικανούλες που έκαναν πεζοδρόμιο, λίγο πιο πάνω τα άδεια βλέμματα που συγκεντρώνει ο οκανα, κι αυτός στη μέση, κολλημένος σε έναν τοίχο, να μην κάνει ούτε βήμα, ώσπου να πάω να τον πιάσω από το χεράκι και να φύγουμε. Δε σου λέω πως ήταν τα τρία χειρότερα λεπτά της ζωής του. Ήταν όμως οι πρώτες εντυπώσεις από την πόλη και θα του μείνουν αξέχαστες.

Πρέπει να ζήσεις λίγο καιρό στην όμορφη μπογκοτά, όχι για να συνηθίσεις στην εικόνα και να αναισθητοποιηθείς –γιατί συμβαίνει κι αυτό- αλλά για να καταλάβεις πως δεν υπάρχουν πολλά πράγματα να φοβηθείς στην πραγματικότητα, όσο κι αν η ανάγκη σπρώχνει καμιά φορά τους φτωχοδιαβόλους σε πράξεις απελπισίας και παίρνουν κι εσένα τα σκάγια. Προσωπικά έχω αγριευτεί πολύ περισσότερο με το χαφιεδότσουρμο που κάθε 17 νοέμβρη πολιορκεί το πολυτεχνείο και τους γύρω δρόμους και δε σε αφήνει να το πλησιάσεις εύκολα. Κι έτσι σε βάζουν στο κλίμα, όχι μόνο της επετείου, αλλά κι εκείνων των ημερών του 73’. Θέλω να πω δηλ πως συνήθως οι περιοχές που αστυνομοκρατούνται είναι αυτές που έχουν ούτως ή άλλως πολύ χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας, κλοπών, διαρρήξεων, κτλ. Κι η παρουσία της αστυνομίας εκεί δεν έχει το νόημα να νιώσεις ασφαλής να κυκλοφορείς, αλλά να τρομοκρατήσουν τον κόσμο και να τον κλείσουν στα σπίτια του. Αυτό το λέω για όσους συνδέουν την ασφάλεια με τον μπάτσο της γειτονιάς, λες και μπορεί ποτέ να νιώσει πραγματικά ασφαλής ένας ανασφάλιστος ή όσοι ζουν καθημερινά με τις ανασφάλειες που προκαλεί η ανεργία, ο βασικός μισθός των πεντακοσίων ευρώ, κτλ.

Αυτό που φοβούνται οι περισσότεροι είναι μάλλον η φτώχια, η εξαθλίωση κι οι βρώμικες τρώγλες ως εικόνα από τα προσεχώς, από το δικό τους μέλλον, και προσπαθούν να την απωθήσουν, λες και μεταδίδεται δια της επαφής, σαν κολλητική ασθένεια. Μαζί με το φόβο όμως φωλιάζει μέσα τους ως συμπλήρωμα κι η αδιαφορία, πιο πολύ σαν άμυνα του οργανισμού για να αντέξει όσα βλέπει γύρω του, τις εκρηκτικές αντιθέσεις και την ακραία δυστυχία, περίπου όπως συνηθίζει και τις φρικτές εικόνες στα δελτία ειδήσεων, παύοντας να αντιδρά στο επαναλαμβανόμενο ερέθισμα, οπότε του μένει κουσούρι η απάθεια για τους γύρω του και γενικώς.

Η κρίση επέτεινε κάποιες ήδη υπαρκτές κι αντικειμενικές τάσεις και διεργασίες, προλεταριοποίησης και ραγδαίας φτωχοποίησης για τους ξεπεσμένους μικροαστούς της περιοχής (όσοι είχαν περισσότερα λεφτά την κοπάνησαν εγκαίρως μακριά από το κέντρο), ταχείας λουμπενοποίησης για της αττικής γης τους κολασμένους, που συγκεντρώνονται γύρω από την ομόνοια και στοιβάζονται κατά δεκάδες σε υπόγεια και σκοτεινά δωμάτια. Αλλά ο μέσος μικροαστός αρνείται να αντικρίσει κατάματα την πραγματικότητα και βρίσκει βολικό άλλοθι κι εξιλαστήριο θύμα στους μετανάστες και το παραεμπόριο για την κατάντια του κι όχι στα μεγάλα μονοπώλια και τους αντικειμενικούς νόμους κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας, που επιταχύνει τη συγκέντρωση κεφαλαίου σε λίγα χέρια. Τα καταστήματα στο κέντρο της αθήνας δεν κλείνουν από τους πλανόδιους μικροπωλητές, ούτε από τις διαδηλώσεις και τις πορείες. Και προφανώς δεν πρόκειται να παραμείνουν ανοιχτά, αν καταργηθεί η κυριακάτικη αργία και βγει ο κόσμος να κοιτάει βιτρίνες, σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα.

Κι οι μετανάστες που αποτελούν τα νέα τμήματα της εργατικής τάξης; Αυτοί είναι μια παράξενη λιγάκι ιστορία. Ένα μικρό κομμάτι τους μπορεί να οργανώνεται στα σωματεία ή να μας έχει μάθει από τις εξορμήσεις και να αναφωνούσε παλιά χαρούμενο «μαουρίκος, μαουρίκος» (που έχει μεγάλη αναγνωρισιμότητα στις τάξεις τους), όταν έβλεπε το σήμα του παμε. Αλλά αυτοί είναι μειοψηφία, κι η επαφή με το σύνολό τους καθίσταται πολύ δύσκολη υπόθεση, είτε λόγω κουλτούρας και γλώσσας, που δυσκολεύει αντικειμενικά την επικοινωνία, είτε και λόγω νοοτροπίας, γιατί κάποιοι πχ θεωρούν τους εαυτούς τους «προνομιούχους», εφόσον εργάζονται, σε σχέση και με τις συνθήκες που είχαν στην χώρα τους ή γιατί αντιμετωπίζουν την παραμονή τους εδώ σα μεταβατική κατάσταση και συγκεντρώνουν χρήματα για να φύγουν από την ελλάδα, οπότε δεν ενδιαφέρονται να αναπτύξουν πιο μόνιμους δεσμούς με τους δικούς μας.

Η τραγική ειρωνεία με αυτή την περιοχή του κέντρου είναι πως ένας παλιός προπολεμικός σχεδιασμός έφτιαξε όμορφη την αχαρνών, με δέντρα, πάρκα και φαρδιά πεζοδρόμια, για να μείνουν κατά μήκος της τα ευκατάστατα μεσοαστικά στρώματα, και άφησε στη μορία της τη λιοσίων, που είναι πιο κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό και προοριζόταν για τις φτωχές λαϊκές οικογένειες. Αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια και στην πορεία του χρόνου έφερε τα πράγματα τελείως διαφορετικά, ομογενοποιώντας βίαια τον πληθυσμό, το βιοτικό του επίπεδο και κάποιες ταξικές διαφοροποιήσεις. Σήμερα ο σχεδιασμός που φαίνεται να υπάρχει είναι η συνειδητή υποβάθμιση κάποιων περιοχών-φιλέτων του κέντρου, για να περιέλθουν συγκεκριμένοι χώροι, με φτηνό σχετικά αντίτιμο, στο υποπολλαπλάσιο της αξίας τους, στα χέρια αετονύχηδων και μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων, ό,τι περίπου γίνεται δηλ με παιδεία, υγεία και το αλάνθαστο σύστημα: υποβάθμιση-ιδιωτικοποίηση.

Επί δημαρχίας τρίτση (χρατς-χρουτς) υπήρχε ένα σχέδιο πεζοδρόμησης κάποιων κάθετων σε κεντρικές οδικές αρτηρίες, αλλά έμεινε μισό κι ανέσωτο, γιατί σκόνταφτε στο ζήτημα του παρκαρίσματος και των περιορισμένων θέσεων για τους κατοίκους. Σήμερα έχει ανοίξει η συζήτηση για την πεζοδρόμηση της πανεπιστημίου, που δεν αφορά στενά το δήμο. Αλλά το (σχηματικό) δίλημμα «οικολογία ή αυτοκίνητο» είναι αρκετά φτωχό για να χωρέσει όλες τις παραμέτρους του, εφόσον δεν υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο και μελέτη για υπόγειους, δωρεάν χώρους στάθμευσης, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, κτλ.

Μιλήσαμε και παραπάνω για τις κοινωνικές αντιθέσεις που συσσωρεύονται και σιγοβράζουν. Και μπορεί να μη φτάνουν τις εικόνες του ρίο πχ με τις φαβέλες δίπλα στους πρόποδες ενός ουρανοξύστη, αλλά είναι εμφανείς και διαρκώς οξυνόμενες, με τους άστεγους να βρίσκουν καταφύγιο δίπλα σε κυριλέ, πρωτοκλασάτα στέκια και την εξαθλίωση να συνυπάρχει (ειρηνικά προς το παρόν, αλλά όχι για πολύ ακόμα) με την πιο προκλητική χλιδή, στο κολωνάκι και τα πέριξ της πάλαι ποτέ σκωμπίας.

Μιας και το αναφέραμε, η αντίθεση (ή μήπως ψευτοδίλημμα) εξαρχείων-κολωνακίου, αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο που απαιτεί ειδική εξέταση των δύο πλατειών, οι οποίες δεν απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από ένα τέταρτο περπάτημα, πρακτικά στο ύψος από την αρχή ως το τέλος της σόλωνος, που ‘ναι γεμάτη βιβλιοπωλεία. Σε κανένα από αυτά όμως δε θα βρεις τις θρυλικές εκδόσεις «οπορτούνα», που συναντήσαμε με μια παρέα σε ένα ουζερί-κολεκτίβα κάπου κοντά στο κλειστό του σπόρτινγκ. Κι αυτή είναι μια καινούρια μόδα που έχει κατακλύσει το κέντρο και τις γύρω συνοικίες με διάφορα καφενεία-κολεκτίβες κι εναλλακτικά στέκια, φτιαγμένα από κόσμο που βρίσκει κάποια «πολιτική» κι οικονομική διέξοδο από τις δυσκολίες της κρίσης. Κι είναι από τα λίγα ωραία πράγματα που ξεφυτρώνουν αυτό τον καιρό στην πόλη, μαζί με κάποια πολλά ωραία φαγάδικα μεταναστών (τούρκικα, βουλγάρικα, αφρικανικά) που δίνουν στην πόλη ένα πολυεθνικό χρώμα. Και δεν ξέρω εάν θες να προσθέσεις στα παραπάνω ότι μπορείς να κουρευτείς φτηνά ό,τι ώρα θελήσεις και να βρεις ανοιχτό κουρείο κάθε στιγμή της μέρας. Ούτε η νέα υόρκη τέτοια μεγαλεία..




Τα εξάρχεια βέβαια παραμένουν ένα διαρκές φεστιβάλ πολιτικής αφίσας (κυρίως των αναρχικών και δευτερευόντως όλων των άλλων) και καλλιτεχνικών γεγονότων-δραστηριοτήτων, αλλά έχουν χάσει μάλλον την παλιά τους αίγλη. Η εμβληματική τους πλατεία περιστοιχίζεται από αρκετά ακριβά και τρέντι μαγαζιά –πλην του ιστορικού φλοράλ και μερικών ακόμα- ενώ κουμάντο φαίνεται να κάνουν η πρέζα (που τώρα πάντως έχει πάει παρακάτω) κι άνθρωποι της νύχτας, που πουλάνε.. «κινηματική προστασία».

Απέναντι σε αυτό έχει ξεκινήσει με υγιή αντανακλαστικά μια πρωτοβουλία αντίδρασης, που θέλει να κρατήσει την πλατεία καθαρή από πρέζα κι εμπόρους ναρκωτικών. Η οριοθέτηση μιας καθαρής ζώνης ωστόσο καθορίζει και τα πολιτικά όρια της κίνησης, που δεν αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα, αλλά προσπαθεί κατά μία έννοια να το κρατήσει μακριά της. Και από αυτή την άποψη, στο δικό μου μυαλό τουλάχιστον, το σκεπτικό της προσεγγίζει ίσως, σε κάποιο επίπεδο αφαίρεσης, μερικές άλλες πρωτοβουλίες κατοίκων, σε κάποιες άλλες πλατείες, που θέλουν να τις κρατήσουν καθαρές από ό,τι θεωρούν αυτές πως μολύνει την ελληνική τους ψυχή και τα ιδανικά της καθαρής, λευκής φυλής. Δεν τους ταυτίζω προφανώς, γιατί πολλές φορές παρεξηγούνται και τα αυτονόητα, επισημαίνω ωστόσο τον παραλληλισμό και τις αναλογίες σε τελική ανάλυση.

Κι εφόσον πιάσαμε τις πλατείες που ορίζουν το κέντρο της αθήνας, ας σημειωθεί παρενθετικά το ζήτημα της ανάπλασής τους, που έχει καταντήσει ανέκδοτο, καθώς πολλές φορές καταλήγει να επιδεινώνει αντί να βελτιώνει την όψη και τη λειτουργικότητά τους. Το πλέον χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα είναι η ομόνοια. Ενώ στη βικτώρια (πλατεία κυριακού) έχουν καταστρέψει την παιδική χαρά (σπουδαία παιδική ανάμνηση όσων είναι στη δική μου γενιά, κάπου κοντά στα τριάντα), για να μην πηγαίνουν τα μικρά μεταναστόπουλα με τους γονείς τους και το μόνο που έχει μείνει όρθιο είναι κάποιο άγαλμα που με είδε από το πουλιοπουλικό άσμα και το στίχο του λευτέρη παπαδόπουλου, που έμενε στην περιοχή.




Στις δημοτικές εκλογές τώρα (σε ένα δήμο που πρακτικά ταυτίζεται με την α’ αθήνας) το σκηνικό είναι αρκετά ρευστό, αν κι οι κατευθυνόμενες δημοσκοπήσεις δίνουν σαφές αβάντζο στον καμίνη κι αφήνουν ανοιχτό ποιος θα είναι ο αντίπαλός του στο δεύτερο γύρο –κάποιες εξ αυτών μάλιστα φαίνεται να σπρώχνουν τον κασιδιάρη, ίσως γιατί τον θεωρούν ευκολότερο αντίπαλο για τον καμίνη, στα πλαίσια του δημοκρατικού τόξου.

Αν εξαιρέσεις πάντως το σοφιανό, που χτες έκανε έναν άκρως «αυτοδιοικητικό» λόγο, με πολλές αναφορές στα «τοπικά» ζητήματα (άντε και τον κωνσταντίνου) από τους υπόλοιπους συνδυασμούς την πιο.. σκληρή αντιπολίτευση στη δημοτική αρχή την κάνει το παναθηναϊκό κίνημα. Το οποίο είναι αυτό ακριβώς που λέει το όνομά του, τόσο καλτ όσο φαίνεται, έχει ως βασικό ζήτημα που το απασχολεί το γήπεδο της λεωφόρου (αν και λέει πως έχει και συνολικές προτάσεις για το δήμο) και βασικό εκλογικό του κέντρο το οινομαγειρείο απέναντι απ’ τη θύρα 13, που έχει πολύ ωραίο κρασί και κεφτεδάκια –αν έχεις λίγη υπομονή, γιατί οι βιαστικοί σερβίρονται αύριο. Κι ο ιδιοκτήτης του είναι υποψήφιος του συνδυασμού μαζί με γνωστούς παναθηναϊκούς, όπως ο διονυσίου κι η παλιά αθλήτρια ρούξι ντουμιτρέσκου. Τους διέφυγε όμως ο προδότης κριστόφ βαζέχα (που δεν τον λέμε βαρτζίχα, όπως είναι το κανονικό, για να κάνει παρήχηση με το ‘βαζέλα), που πήρε μεταγραφή στον άρη και κατεβαίνει υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με το σπηλιωτόπουλο.

Αυτή είναι όμως απλά η γραφική και σχετικά ακίνδυνη πλευρά των εκλογών. Καμία σχέση δηλ με το ψηφοδέλτιο του μώραλη και του μαρινάκη στον πειραιά που πλασάρεται ως πολυσυλλεκτικό, όχι από πολιτική άποψη, αλλά γιατί έχει στις γραμμές του –εκτός από ολυμπιακούς- μερικούς βάζελους, έναν αεκτζή και κάποιους οπαδούς του εθνικού.

Αλλά αυτό θα ήταν το θέμα μιας διαφορετικής ανάρτησης.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Η αστική πχιότητα

Δεν είμαστε εμείς ρατσιστές, οι μετανάστες είναι κακής ποιότητας

Είναι γνωστό τοις πάσι πως οι μετανάστες μας παίρνουνε τις δουλειές. Αυτός είναι ο βασικός λόγος άλλωστε που εγώ κι εκατοντάδες άλλοι απόφοιτοι δημοσιογραφίας βρίσκονται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ανεργίας κι ευελφάλειας, ημιαπασχόλησης, πλήρους απασχόλησης χωρίς αμοιβή ή με μπλοκάκι –που είναι πρακτικά το ίδιο- κι ένα σωρό άλλους συνδυασμούς εκμετάλλευσης, που υπερβαίνουν την καθημερινή ρουτίνα της μόνιμης και σταθερής δουλειάς, που σε σκοτώνει μέρα με τη μέρα. Αυτή είναι η μαγεία της ελεύθερης αγοράς, μακριά από ταμπού και προκαταλήψεις, όπου ο εργοδότης σου μπορεί να σε πάρει (στη δούλεψή του) με διάφορους τρόπους, στάσεις κι εργασιακά καθεστώτα, όπως και για όσο θέλει, είτε δέκα και δώδεκα μέρες την ημέρα (χωρίς υπερωρία, γιατί το σεξ είναι ευχαρίστηση) είτε για δυο-τρεις ώρες τη βδομάδα, ίσα-ίσα δηλ να μην καταγράφεσαι στα μητρώα του οαεδ και πιάνεις τζάμπα χώρο, μόνο και μόνο για να συκοφαντείς ως ενοχλητικό στατιστικό στοιχείο το ελληνικό success story. Εκτός κι αν θες να δουλέψεις μαύρα, οπότε αλλάζει το πράγμα. Και ποιος άλλος φταίει άραγε για τη μαύρη εργασία, αν όχι οι μελαμψοί που έχουνε κατακλύσει την χώρα; Έχουν γίνει μάστιγα αυτοί οι αφγανοί και πακιστανοί δημοσιογράφοι. Και να ‘ταν μόνο αυτοί. Τα ίδια και χειρότερα βιώνουν εξαιτίας τους οι γιατροί, οι μηχανικοί, οι δικηγόροι, οι εκπαιδευτικοί, οι ερευνητές. Όλοι κάνουν μασούρι τα πτυχιόχαρτά τους (έτσι, για να παραπέμπει σε κηδειόχαρτα) επειδή έρχονται αλλοδαποί και μας παίρνουν τις δουλειές. Και σα να μην έφταναν όλα τα άλλα, δεν είναι και καλής ποιότητας.

Φαντάσου βέβαια τι θα ακούγαμε και πόσο πιο πειστικό θα ήταν αυτό το παραμύθι για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, που ‘ναι και τώρα πρόθυμο (με προδιάθεση και βάλε) να το χάψει και να το ρουφήξει, όπως το χώμα το νερό, αν είχαμε και στην ελλάδα αλλοδαπούς φοιτητές και επιστήμονες, όπως πχ στη βρετανία με την πολυάριθμη ινδική κοινότητα. Και σε τι επίπεδα θα είχε φτάσει τότε το ρατσιστικό παραλήρημα.

Η βασική ανάγκη ενός ρατσιστή είναι να βρει ένα εύκολο θύμα για αποδιοπομπαίο τράγο, κάποιον να του φταίει για να ξεσπάσει πάνω του. Χρειάζεται μια στοιχειώδης νοημοσύνη (και θα ζητούσαμε πολλά μάλλον) να προβληματιστεί και να καταλάβει τι σημαίνει ανταγωνιστικότητα και ποιος είναι στο τιμόνι του οδοστρωτήρα που μας εξισώνει όλους στο υπόγειο –αλλά το δικό μας πρόβλημα δεν είναι αυτό, είναι που δεν γκρεμίσανε τα μισθολογικά ρετιρέ. Αφού λοιπόν είναι κακής ποιότητας οι μετανάστες που έρχονται στην ελλάδα, γιατί «μας παίρνουν τις δουλειές» κι είναι πιο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας; Και τι μας ζητάνε στην πραγματικότητα οι κυβερνήσεις, όταν λένε ότι πρέπει να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί –ως μονάδες και ως οικονομία συνολικά; Εννοούν μήπως πως πρέπει να βελτιώσουμε την ποιότητά μας και να αυξήσουμε τις απαιτήσεις μας, ή το ακριβώς αντίθετο;

Και τι σημαίνει ποιότητα; Ας μιλήσουμε λοιπόν για την ποιότητα του σημερινού αστικού κόσμου, που ζέχνει και σαπίζει, καθώς αποσυντίθεται και πετάει τις βρωμιές του κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, για να μη φαίνονται. Να μιλήσουμε για την ποιότητα των αξιών και των ιδανικών του, που συμβαδίζουν διαλεκτικά με την ποσότητα του χρήματος του καθενός και τα κέρδη που αποφέρει μια ενέργεια. Για τη σπάνια πάστα των πολιτικών στελεχών και δημοσιολόγων του –καλή ώρα ο δένδιας και ο πορτοσάλτε-, για την τιμιότητα και την ηθική τους (ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό, όπως έχει πει ένα δικό τους γαλάζιο παιδί), για το εξαιρετικό τους ποιόν και την πχιότητα, όπως την έλεγε μια χρυσή μετριότητα του πρόσφατου παρελθόντος, που έφτασε να γίνει και πρωθυπουργός.

Να πούμε για την ποιότητα της καθημερινής μας ζωής, από τη μόρφωση που λαμβάνουμε και τις τρώγλες που βαφτίζουμε σπίτια, μέχρι τα προγράμματα της τηλεόρασης και τις διάφορες μορφές ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Κι από τα «αγνά, ποιοτικά υλικά» της καθημερινής διατροφής μας, μέχρι τις «αγνές ανθρώπινες σχέσεις» που διαμεσολαβούνται από το ατομικό συμφέρον κι οδηγούν στις πιο εγωιστικές συμπεριφορές. Για έναν κόσμο που αναζητά την χαμένη ποιότητα σε αγαθά και εμπορεύματα (και αυτό για μια μικρή μειοψηφία) αλλά αποτυγχάνει να την περάσει στον άνθρωπο, όσο κι αν τον αντιμετωπίζει κι αυτόν σαν εμπόρευμα, ένα απλό μέσο για τη διευρυμένη, κερδοφόρο αναπαραγωγή του κεφαλαίου, ως αυτοσκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής.

Μπορούμε να συζητήσουμε και για τις διάφορες ποιότητες των ανθρώπων, που τους κατατάσσουν σε διαφορετικές κατηγορίες κοινωνικής στάθμης. Τι ποιότητας θεωρούνται άραγε οι σεισμόπληκτοι της κεφαλλονιάς, που αντιμετωπίζονται σαν πολίτες β κατηγορίας κι αφήνονται στο έλεος του εγκέλαδου; Τι ποιότητας είναι αυτό το κράτος, αν όχι ταξικό και βάρβαρο (κι όχι ανύπαρκτο, όπως λεν κάποιοι); Εκτός και αν κάποιος πιστεύει πως οι ποιοτικές διαβαθμίσεις σταματάν στο χρώμα του δέρματος και δεν έχουνε ταξικό περιεχόμενο. Τι άλλο σημαίνει όμως (αν όχι διάκριση με καθαρά ταξικά κριτήρια) αυτός ο φοβερός διαχωρισμός σε μετανάστες καλής και κακής ποιότητας;

Τι είχαν άραγε κατά νου οι ιθύνοντες; Τον αμερικάνικο στόλο και τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα, που αφήνουν συνάλλαγμα; Πόσο καλής ποιότητας ήταν για τους γερμανούς, τις ηπα και άλλες χώρες οι έλληνες γκασταρμπάιτερ, που έφευγαν γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα; Και πόσο καλύτερα είχε υποδεχτεί η «ισχυρή πχιοτική ελλάδα» της δεκαετίας του 90’ τους μετανάστες καλής ποιότητας από την ανατολική ευρώπη; Πόσοι πτυχιούχοι μετανάστες από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες βρήκανε δουλειά στο αντικείμενό τους και πόσοι έπιασαν χειρωνακτικές δουλειές του ποδαριού, για να βγάλουν τα προς το ζην; Πόσες ρωσίδες του πόντου έχουν πτυχία, μόρφωση και καλλιέργεια, που φυσικά δεν τους χρησίμευσαν πουθενά στην ελλάδα; Και σε τι διαφέρει η σημερινή στρατιά άνεργων πτυχιούχων από τη σημερινή κατάσταση; Ίσως μόνο στο ότι σήμερα ούτε καν φτηνές χειρωνακτικές δουλειές δεν μπορεί να βρει κανείς εύκολα.

Η ποιότητα της μεταχείρισης των μεταναστών είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του αστικού κόσμου και της εξουσίας του. Εικόνα από το μέλλον μας και από το μίζερο παρόν των ανέργων που σπεύδει θεωρητικά το κράτος να τους βοηθήσει με προγράμματα και στην πράξη τους αφήνει να πνιγούν στα χρέη και τη φτώχια.

Αν για την αφρόκρεμα αυτού του κόσμου είναι θέμα αισθητικής η φτώχια και η κακή ποιότητα των μεταναστών, για εμάς είναι ζήτημα επιβίωσης να τους ξεφορτωθούμε μια ώρα αρχύτερα και ταξικό μας καθήκον να συμπαρασταθούμε στους μετανάστες. Που αν ήταν στην τελική κακής ποιότητας, δε θα είχαν βουλιάξει στον πάτο της θάλασσας στο φαρμακονήσι. Θα είχαν επιπλεύσει σα φελλοί, όπως το κάνουν με θαυμαστή επιτυχία ο δένδιας, ο πορτοσάλτε και το σινάφι τους που ξεχειλίζει από τόση ποιότητα.


Παρακαλώ σας κύματα, στον πάτο να τους πάτε…

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Το χώμα βάφτηκε κόκκινο

Μάτια μου η ελλάδα, την πάει τη μανωλάδα…
…και προσπαθεί να της μοιάσει. Να γίνει ολόκληρη μια εκφασισμένη οικονομική ζώνη, με ειδικό καθεστώς για τους μισθωτούς σκλάβους που πρέπει να είναι κι ευχαριστημένοι αν βρουν μια θέση στο παζάρι να πωληθούν. Μια εικόνα από τα προσεχώς και το φαρ ουέστ του μέλλοντός μας, με πινακίδες-επιγραφές στις εισόδους των πόλεων, σαν κι αυτές που βλέπουμε στα τεύχη του λούκι λουκ: ξένε είσαι ευπρόσδεκτος για σκλάβος, αλλά αν ήρθες να διεκδικήσεις τα δεδουλευμένα σου, σε περιμένει καυτό μολύβι, κανάγια.



Με αμερόληπτα μέσα ενημέρωσης να παρουσιάζουν περίπου σαν καιρικό φαινόμενο, τις σφαίρες που… έπεσαν, γενικά κι αόριστα, σα μάννα εξ ουρανού –κι ενίοτε εξοστρακίζονται. Και θύματα τους πυροβολημένους τηλεθεατές που παρακολουθούν με απάθεια πυροβολημένους μετανάστες και περιμένουν στωικά τη σειρά τους, με θρησκευτική ευλάβεια. Σώσον Κύριε τον περιούσιο λαό σου με τις περιουσίες του και ευλόγησον την ιδιοκτησία του –και τις δολοφονίες που κάνει για να προστατέψει τα ιερά και όσια της αστικής κοινωνίας: τα κέρδη του.


Κοκκίνισε-κοκκίνισε-ε ολόκληρη η ελλάδα

Θα γίνει ένα κάτεργο, όπως η μανωλάδα…
Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη. Ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από φράουλες και θάνατο και το αίμα των εργατών γης. Σα να λέμε κόκκινη από σοσιαλισμό ή βαρβαρότητα. Και για να μην το καταλάβει ο κόσμος και πάει με τους κόκκινους, του λένε «πας μη έλλην βάρβαρος» και πως αυτή είναι η βαρβαρότητα που τον απειλεί. Κι αυτός υποδέχεται με το όπλο στο χέρι τους «βάρβαρους» από τα βάθη της ασίας, που ήρθαν να ζητήσουν «ψωμί κι ύδωρ», όχι σαν πέρσες κατακτητές, αλλά κυριολεκτικά ένα πιάτο φαΐ, για να μπορέσουν να ζήσουν στην χώρα του ξένιου δία και να πάρουν τα δεδουλευμένα τους. Διέπραξαν όμως την ύβρη να τα βάλουν με τους τσιφλικάδες επενδυτές που ευεργετούν τον τόπο με ανάπτυξη και θέσεις εργασίας για εξελιγμένα μοντέλα εργαζόμενων που δεν χρειάζεται να πληρώνονται κιόλας. Μετά την ύβρη λοιπόν ακολουθεί η κάθαρση και έτσι ψηφίζουμε χρυσή αυγή, για να καθαρίσει (ξεβρομίσει) ο τόπος.

Η μανω(ελ)λάδα ανήκει στους έλληνες. 
Και στο φασισμό του μανωλιού, που έβαλε τα ρούχα του αλλιώς μετά το 74΄και ντύθηκε δημοκρατικός πολίτης.
Οι βάρβαροι όμως είναι εντός των τειχών, από τη δική μας πλευρά. Είναι τα ελληνικά αφεντικά και το πολιτικό σύστημα που τους στηρίζει αλλά καμώνεται πως δεν είχε ενημέρωση και έπεσε από τα σύννεφα. «Ώστε υπάρχει δηλ ανασφάλιστη εργασία στις καλλιέργειες φράουλας;»
-Χέζουν οι αρκούδες στο δάσος; όπως αναρωτιόταν κι ο μοντεχρήστος στον ισοβίτη του αρκά.

Ο πραγματικός ρατσισμός δεν είναι φυλετικός, αλλά ταξικός. Ενάντια στους προλετάριους που δεν έχουν πατρίδα και στον ήλιο μοίρα και το κεφάλαιο τους θεωρεί αναλώσιμους. «Την εργατική τάξη πυροβολούν» όπως γράφει σήμερα και ο λεκάτης στο ριζοσπάστη. Και γενικώς όποιον τολμήσει να σηκώσει το κεφάλι και να διεκδικήσει τα αυτονόητα που δικαιούται.


Ήρθε όμως ο καιρός να μπει ένα τέλος στο φαύλο κύκλο. Κι αντί να ψάχνουμε τις λέξεις να εκφράσουμε την οργή μας κάθε φορά μετά από τέτοια περιστατικά, να την κάνουμε δύναμη και να οργανώσουμε τον αγώνα μας να αλλάξουμε τον κόσμο, γιατί το χρειάζεται, όπως γράφει κι ο μπρεχτ.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Η φάρμα των ζώων

Ο σαββόπουλος είχε προτείνει να μεταφέρουμε τους μετανάστες στα ξερονήσια του αιγαίου, αλλά είναι γνωστός και δηλωμένος καραγκιόζης –κείνο που τον τρώει, κείνο που τον σώζει... Σε τι διαφέρει επί της ουσίας όμως το σύνθημα: έξω η πρέζα από την πλατεία; Πόσο διαφορετική είναι μια λογική που διώχνει τα συμπτώματα από τον χώρο της ή τη γειτονιά της και μεταθέτει απλώς την «αρρώστια» παραδίπλα, είτε πρόκειται για ναρκωτικά, είτε για τους μετανάστες; (Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι χρήστες μετανάστες είναι. Κάτι πρέπει να βρουν κι αυτοί για παρηγοριά απ’ το μαρτύριο που ζούνε. Κι αφού δεν τη βρίσκουν στον πραγματικό κόσμο, την ψάχνουν σε παυσίπονα και φευγάτα υποκατάστατα). Ο λογικός πυρήνας δεν αλλάζει. Μακριά από τον κώλο μας κι όπου θέλει ας είναι. Κι αυτή είναι σε μικρογραφία η αντίληψη του δυτικού κόσμου απέναντι στη φτώχια και τα προβλήματα του τρίτου κόσμου.

Ο κόσμος φοβάται τους μετανάστες γιατί βλέπει σε αυτούς την εξαθλίωση ως εικόνα από το μέλλον του. Κι επειδή η εξαθλίωση δεν είναι μονοσήμαντη, ο φόβος αυτός και τα προληπτικά μέτρα που συνεπάγεται μπορεί να επεκταθεί και στους ανέργους, που θα αντιμετωπίζονται σα να έχουν μεταδοτική αρρώστια και θα γκετοποιούνται για να μην χαλάνε την ψυχολογία μας. Μπορούν επίσης εναλλακτικά να κλείνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως οι μετανάστες, ή ακόμα καλύτερα σε στρατόπεδα εργασίας, για να μην μένουν με σταυρωμένα τα χέρια και ζημιώνουν την οικονομία.

Αυτό που φοβόμαστε στην πραγματικότητα, είναι η φτώχια, οι άγριες συνθήκες που εξαγριώνουν τους ανθρώπους, κάνοντας το κοινωνικό κράτος πρόνοιας να φαίνεται ως έννοια μια ιστορία για αγρίους. Σε μια κοινωνία που ενσωματώνει πρόθυμα τους φιλήσυχους αλλοδαπούς μαγαζάτορες, που εξημερώθηκαν από τα καπιταλιστικά ήθη κι εκμεταλλεύονται τους ομοεθνείς τους. Έμαθαν πού να κάνουν τα κακά τους, πώς να τα κρύβουν κάτω από την άμμο και πού πρέπει να δείξουν το καλό τους πρόσωπο. Οι υπόλοιποι είναι απλώς ανεπίδεκτοι, για τους οποίους ισχύει η λαική θυμοσοφία ότι ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα.

Επιλέγουμε για τον εαυτό μας το ρόλο του ήμερου, αλλά έτσι κατατασσόμαστε αυτομάτως στην κατηγορία του ζώου. Αυτό δηλαδή που πρωτίστως απεχθανόμαστε, κλείνουμε τα μάτια και δε θέλουμε να το παραδεχτούμε. Η επιβεβαίωση της ανθρώπινης ουσίας μας έρχεται δια του ετεροπροσδιορισμού. Εμείς δεν είμαστε σαν αυτούς (σσ τους μετανάστες) που ζούνε σε στάβλους κι είναι υγιειονομική βόμβα για τα σπίτια και για τις πόλεις μας.

Κι ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν ένα σωρό στοιχεία που επιβεβαιώνουν την άρνηση αυτής ακριβώς της ουσίας. Επιβεβαιώνουν τον υποβιβασμό του ανθρώπου στην κατάσταση του ομιλούντος εργαλείου, του πράγματος που γίνεται εμπόρευμα, του φιλοθεάμονα σκουπιδοφάγου που καταναλώνει ό,τι του πετάξουν, του πειθήνιου κατοικίδιου που βολεύεται με τα ψίχουλα που του πετάνε από το τραπέζι.

Μπορεί να έχει θλιμμένα μάτια, αν το επιθυμεί, αρκεί να είναι πάντα υπάκουο(ς) στους κυρίους του. Να γαβγίζει, αλλά να μη δαγκώνει, και να κουνά χαρούμενα την ουρά του όταν χρειάζεται. Να γλείφει τα αφεντικά του και τα κοκαλάκια που του αφήνουν. Να μην κατεβαίνει στους δρόμους με ταραχοποιούς κοπρίτες που θα τους μαζέψει ο μπόγιας, αλλά να περιμένει τη σειρά του για να βγει με το λουράκι –ελεγχόμενη- βόλτα, με προκαθορισμένα όρια. Ζωή και κότα! του λένε. Κάποια κουτορνίθια το πιστεύουν και πορεύονται με την πίστη τους –και μη ερεύνα. Οι περισσότεροι δεν το χάφτουν, αλλά φοβούνται να αντιδράσουν και περιμένουν έναν ηγέτη κόκορα, για να στοιχηθούν πίσω του.

Κλειδί για όλα αυτά είναι το διαίρει και βασίλευε, που διαιωνίζει τις διακρίσεις και την πολυδιάσπαση. Η ψυχολογία του μικρού αφεντικού, του «ανώτερου» που ξεσπάει στους υφιστάμενούς του, βρίσκει ευκαιρία να εκτονωθεί, να τους φωνάξει, να νιώσει ένα είδος αυτοεπιβεβαίωσης. Κι αυτή η λογική περνά δυστυχώς ανάμεσα και στους ίδιους τους μετανάστες.

Όποιος έχει γατάκια πχ ξέρει από πρώτο χέρι πώς κάνουν το ένα απέναντι στο άλλο για να διασφαλίσουν την τροφή τους και πόσο υποτακτικά γίνονται σε αυτόν που τους την δίνει. Χωρίς μνησικακία που τους χτύπησε πριν από λίγα λεπτά, χωρίς αξιοπρέπεια –που την άφησαν στην είσοδο τους στην χώρα μαζί με τα άλλα προσωπικά τους αντικείμενα, γεμάτα φόβο για την επιβίωσή τους, που εξαρτάται από άλλους. Γίνονται μικρά γούνινα μπαλάκια, στριμωγμένα στη γωνία, που τρέμουν από ένστικτο το νερό, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι ο βρεγμένος δε φοβάται τη βροχή, γιατί δεν έχει τίποτα να χάσει.

Ο άνθρωπος παύει να είναι κοινωνικό ζωάκι και μαθαίνει να αναπτύσσει επιθετικά αντανακλαστικά προς τον πλησίον του. Ιδιωτικοί υπάλληλοι vs δημόσιο, ρωσοπόντιοι εναντίον μελαμψών, σαν τη γάτα με τον σκύλο, για να μην χτιστεί ποτέ η φάρμα των ζώων και να γίνουμε πειθήνιο κοπάδι που τρώει τις σάρκες του για να ζήσει, αλλά κατά βάθος μισεί τα τσομπανόσκυλα που τον φυλάνε. Ο βαθύτερος σκοπός είναι να υποβιβαστούμε στο επίπεδο του ζώου, χωρίς συνείδηση, που στην καλύτερη μπορεί να συγκροτήσει έναν όχλο, χωρίς στόχευση. Να φτάσουμε να έχουμε λιγότερη ταξική συνείδηση κι από τον λουκάνικο, που δεν είναι καν άνθρωπος για να έχει συνείδηση, έχει όμως ένστικτο, ταξικό κι αλάνθαστο. Να γίνουμε εξημερωμένα κατοικίδια που ζητάνε από το μπόγια να πιάσει τα αδέσποτα και να τα κλείσει σε κλουβιά με τροφή και νερό, γιατί χέζουν στα πάρκα και μολύνουν τον χώρο μας, τα παιδιά μας, τις ψευδαισθήσεις μας. Και να απορούμε εκ του ασφαλούς κι εκ του μακρόθεν, με ειλικρινή αφέλεια, αν χέζουν οι αρκούδες στο δάσος. Ντάξει μωρέ, στα πάρκα μόνο να μην το κάνουν, έχουμε και μια βιτρίνα να φυλάξουμε.

Γιατί γίνεται όμως τόσος ντόρος αυτό το χρονικό διάστημα; Η σύνδεση με το θέμα γίνεται προεκλογικά, ίσως γιατί η προηγούμενη εκλογική διαδικασία είχε γίνει 4 οκτώβρη ανήμερα της παγκόσμιας μέρας των ζώων. Τέτοιους που βγάζουμε, για ζώα μας περνάνε. Είναι πολύ βολικό άλλωστε να αλλάξει το θέμα της προεκλογικής συζήτησης και να βρεθεί ένας ένοχος για την κρίση και την ανεργία –αφού ως γνωστόν οι πτυχιούχοι κι οι επιστήμονες, δε μπορούν να βρουν δουλειά, γιατί τις έχουν πάρει όλες οι μετανάστες.

Έστω κι έτσι πάντως αναδεικνύεται η σοφή προειδοποίηση του τζακ λόντον στη σιδερένια φτέρνα για το λούμπεν προλεταριάτο, που αν δεν ενσωματωθεί στις γραμμές του εργατικού κινήματος, μπορεί να γίνει εύφλεκτο υλικό που θα πυροδοτήσει την χειρότερη αντεπανάσταση του μέλλοντος. Οι συμβατικές λύσεις δεν αρκούν πλέον. Χρειάζεται δουλειά μέσα στους μετανάστες, έμπρακτη στήριξη –που θα φέρει μαζική υποστήριξη- οργάνωση των πιο μαζικών στοιχείων, κοινωνικούς δεσμούς και κώδικες επικοινωνίας που πρέπει να εφευρεθούν περίπου από το μηδέν. Και μια έμπρακτη αυτοκριτική για την χαμένη ευκαιρία της δεκαετίας του 90’, που μας βρήκε αποδιοργανωμένους κι αδύναμους, μολονότι υπήρχε κοινή βάση, κουλτούρας και συνεννόησης με τους μετανάστες από τα βαλκάνια, και το πλεονέκτημα των θετικών τους εμπειριών από το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε –με όλες τις στρεβλώσεις και τις αντιφάσεις του.

Εν κατακλείδι. Αν οι μετανάστες ζούνε σαν ζώα, αυτό χαρακτηρίζει πρωτίστως εμάς τους ιθαγενείς –αναλόγως πώς το αντιμετωπίζουμε. Κάποιοι μένουν σε μια αφ’ υψηλού «φιλοζωική» στάση, που μοιάζει με τη φιλανθρωπία των καπιταλιστών, που είναι οι κατεξοχήν εχθροί της ανθρωπότητας, κι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της υποκρισίας της.

Αλλά το θέμα δεν προσφέρεται για αφ’ υψηλού θεώρηση. Είμαστε όλοι μετανάστες κι αποξενωμένοι. Για αλλού ξεκινήσαμε κι αλλού αναγκαστήκαμε να πάμε, χωρίς να είναι ακριβώς επιλογή μας, σε αυτόν τον «ελεύθερο κόσμο». Για την ακρίβεια, είμαστε όλοι ζώα, μακριά από κάθε ανθρώπινη ουσία, σα μουλάρια που τα ζεύουν με το άροτρο και τους δίνουν λίγη ζαχαρίτσα, μαζί με σανό και μπόλικο κουτόχορτο, που το καταπίνουμε αμάσητο. Και τώρα κόβουν και τις συντάξεις από τα άλογα που γερνάνε και τα αφήνουν να πεθάνουν μόνα τους, σαν το σκυλί στο αμπέλι.

Οπότε είναι απλά τα πράγματα. Ή το συνειδητοποιούμε και ξεσηκωνόμαστε, να φέρουμε ανάποδα τον ντουνιά, ή μένουμε θύμα και ψώνιο, για το υπόλοιπο της ζωής μας.
Ή με τον μπόγια, ή με τον μπογιό...