Πριν από δέκα ημέρες ήταν η επέτειος της αντιφασιστικής
νίκης των λαών, η οποία είχε ιδιαίτερη σημασία λόγω και της πρόσφατης εκλογικής
ανόδου των νεοφασιστών της χρυσής αυγής αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε να πιάσουμε
το νήμα από αλλού.
Ο προ διετίας ξαφνικός θάνατος του νίκου αντωνάκου που
είχε το δικό του τρόπο να μιλά για κινηματογράφο, «σταλινικά και τσεκουράτα»
άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό, που έγινε ιδιαίτερα αισθητό στη στήλη κριτικής
κινηματογράφου του ριζοσπάστη. Η τζία γιοβάννη που τον αντικατέστησε δεν έδωσε
ιδιαίτερα ενθαρρυντικά πρώτα δείγματα γραφής, κάτι που τόνιζε ακόμα πιο έντονα
το κενό που άφησε ο αντωνάκος –σε μια σύγκριση ωστόσο που θα ήταν έτσι κι
αλλιώς άνιση για οποιονδήποτε διάδοχό του. (Αν και ο ρίζος μεταπολιτευτικά είχε
παραδοσιακά πολύ καλούς κριτικούς, από το ραφαηλίδη μέχρι το δανίκα, που μπορεί
να έχει γίνει ένα από τα γκεσέμια του δολ, αλλά ώρες ώρες τον ξαναπιάνουν τα κομμουνιστικά του). Μέχρι που...
Η γιοβάννη έγινε ευρύτερα γνωστή με αρνητικό τρόπο, αλλά
αυτή ήταν κι η καλύτερη της στιγμή, που την καταξίωσε στις συνειδήσεις μας.
Το ευρύ κουλτουριάρικο κοινό , λοιπόν, που διαβάζει από
σπανίως ως ποτέ ριζοσπάστη, έμαθε τη τζία γιοβάννη μέσω διαδικτύου (αλυσιδωτών
μηνυμάτων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης) χάρη στη «φρίκη και τον αποτροπιασμό»
που προκάλεσε ένα κείμενο της για τον κυνόδοντα. Έφριτταν, χλεύαζαν,
καταδίκαζαν, εξοργίζονταν, γελούσαν κλαίγοντας κι ανατρίχιαζαν με όσα
κατάπτυστα και παλαιοκομμουνιστικά έγραψε με ζντανοφικό ζήλο η τζία για την
ταινία.
Μα τι έγραψε τέλος πάντων αυτή η κοπέλα και προκάλεσε
τέτοια κατακραυγή; Αυτό πρέπει να το χωρίσουμε και να το δούμε σε δύο επίπεδα.
Αφενός τον τρόπο γραφής και αφετέρου το περιεχόμενο.
Ως προς το πρώτο, οι αμύητοι στην κομμουνιστική αργκό
έχουν ένα δίκιο να σοκάρονται. Κάποια σημεία του κειμένου θυμίζουν ανακοίνωση
της κετουκε από το ρ/σ ελεύθερη ελλάδα, με εκφώνηση στον τόνο του μεγάφωνου από
το άσπρο φορτηγάκι της κοα, που καταγγέλει τη διεθνή καπιταλιστική μεθοδολογία
που σαμποτάρει την κολχόζνικη ιδιοκτησία κλπ.
Ως προς το περιεχόμενο όμως, να αγιάσει το στόμα της και
το πληκτρολόγιο της – και δεν εννοώ αυτό που εννοούσαν στην οικογένεια του
κυνόδοντα με τη λέξη πληκτρολόγιο.
Αναφορές που παραπέμπουν στον φασισμό είναι:
τα «άρια» χαρακτηριστικά των τεσσάρων μελών της οικογένειας (η μητέρα και τα
τρία παιδιά)... το παιδί της οικογένειας που δήθεν το 'σκασε και δήθεν βρήκε
τραγικό θάνατο εκεί έξω και τέλος ... τα φρύδια που πρέπει να βαφούν καφέ κι
όχι μπλε «γιατί δεν υπάρχουν μπλε φρύδια», δηκτική ειρωνεία για τον
σοσιαλιστικό ρεαλισμό ... Οταν
έρχεται η ώρα της κάθαρσης, ακόμη κι αυτή η εξέγερση είναι κομμένη και ραμμένη
στις μυθολογίες της υποταγής. Η κόρη σπάζει πρώτα τον κυνόδοντά της (!) και
μόνο τότε, το σκάει, μπαίνοντας στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου με προορισμό
τον έξω κόσμο ...
Η αοριστία στον χωρόχρονο, το έξω και πέρα από συγκεκριμένη ιστορικοκοινωνική προσέγγιση, αναδεικνύει το στοιχείο της διαχρονικότητας, της διάστασης που πηγάζει από το παρελθόν και εκτείνεται στομέλλον... κάποιος που προέρχεται από το εκπαιδευτικόσύστημα της αγοράς και της ακριβοπληρωμένης αμάθειας δεν είναι σε θέση ναεντάξει στη σωστή τους θέση, γιατί δεν διδάχθηκε να τις καταχωρεί έτσι ώστε να μπορεί να συνθέτει μια ακέραιη εικόναμε ένα πλήρες νόημα.
Η αοριστία στον χωρόχρονο, το έξω και πέρα από συγκεκριμένη ιστορικοκοινωνική προσέγγιση, αναδεικνύει το στοιχείο της διαχρονικότητας, της διάστασης που πηγάζει από το παρελθόν και εκτείνεται στομέλλον... κάποιος που προέρχεται από το εκπαιδευτικόσύστημα της αγοράς και της ακριβοπληρωμένης αμάθειας δεν είναι σε θέση ναεντάξει στη σωστή τους θέση, γιατί δεν διδάχθηκε να τις καταχωρεί έτσι ώστε να μπορεί να συνθέτει μια ακέραιη εικόναμε ένα πλήρες νόημα.
Λοιπόν μπορεί σε κάποιους όλα αυτά να φαίνονται ιστορίες
για αγρίους, αλλά όποιος (ξανα)δεί την ταινία υπό αυτό το πρίσμα, θα καταλάβει
πολλά σημεία που πριν δεν τα είχε προσέξει και δεν εντάσσονταν σε κάποιο λογικό
πλαίσιο. Σταχυολογούμε ενδεικτικά και προσθέτουμε σε όσα επισημαίνει η τζία.
Ο φράχτης συμβολίζει το τείχος του βερολίνου πίσω από το
οποίο βρίσκεται ο χαμένος αδερφός των παιδιών (η δυτική γερμανία). Ο ένας γιος
μαθαίνει να συγκρίνεται μαζί του για να φανεί ανώτερος επιτιμώντας τον για τα
λάθη του, αλλά η μία αδερφή εξακολουθεί κατά βάθος να τον αγαπά και (του) πετά
κρυφά τρόφιμα πάνω από το φράχτη. Η ισχυρή μορφή του πατέρα, που φέρνει κάπως
στον μπρέζνιεφ, παραπέμπει κυρίως στον πατερούλη στάλιν, την άνωθεν
καλλιεργούμενη προσωπολατρεία και τον πατριαρχικό σοσιαλισμό του στρατώνα.
Ενώ ο κυνόδοντας συμβολίζει τις συνθήκες που δεν έχουν
ωριμάσει ακόμα για τη χειραφέτηση των παιδιών – και ούτε πρόκειται- και τις
οποίες επικαλείται ο πατερούλης για να δικαιολογήσει τα έκτακτα μέτρα και να
διαιωνίσει την κυριαρχία του.
Οι γονείς συμβολίζουν τη γραφειοκρατία, που κρατά για τον
εαυτό της κάποια προνόμια, που απαγορεύονται αυστηρά στα παιδιά (κινητό και
σταθερό τηλέφωνο, εξοδο από το σπιτί με λιμουζίνα, βιντεοκασέτες πορνό).
Εφευρίσκει φανταστικούς εχθρούς του λαού (γάτες) και επινοεί στημένες επιθέσεις
(προβοκάτσιες) για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του εχθρού και να απαιτήσει
αυξημένη επαγρύπνηση. Εκπαιδέυει με φανατισμό το λαό που αναπτύσσει
αντανακλαστικά σα σκυλάκι του παβλώφ (βλ. σκηνή που γαβγίζουν οικογενειακώς
σκυμμένοι στα τέσσερα). Ο σκύλος εξάλλου είναι το πρότυπο της γραφειοκρατίας
γιατί όπως λέει μία άτακα είναι εύπλαστος σαν τον πηλό και συμπεριφέρεται όπως
τον διαμορφώνουμε.
Η γραφειοκρατία ορίζει νόρμες και μοιράζει αυτοκόλλητα
(παράσημα) στους καλούς σταχανοβίτες που πιάνουν το στόχο (η σειρά με τα
αυτοκόλλητα στο κρεβάτι του γιου θυμίζει τα παράσημα στο κοστούμι του
μπρέζνιεφ). Αποκρύπτει συστηματικά την αλήθεια από τα παιδιά και χρησιμοποιεί
μια διπλή γλώσσα- σκέψη, κατά τα οργουελικά πρότυπα του 1984 και τη διπλή,
υποκριτική ηθική της. Διαστρέφει από τις πρώτες κιόλας σκηνές έννοιες όπως η
εκδρομή, η θάλασσα και το αυτοκίνητο και γενικώς οτιδήποτε θα μπορούσε να
δημιουργήσει στα παιδιά την ανάγκη να (ξε)φύγουν.
Όταν αποτυγχάνουν όλες οι άλλες μέθοδες δε διστάζει να
χρησιμοποιήσει ωμή καταστολή ή χοντρά ψέματα (βλ. γέννηση άλλου παιδιού) , ενώ
σκέφτεται να αγοράσει έναν εκπαιδευμένο σκύλο για να τελειοποιήσει την
προστασία της εξουσίας της.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο λαός (τα παιδιά) ασφυκτιά και
συμπεριφέρεται αλλόκοτα. Διοχετεύει σε αθλοπαιδιές και ριψοκίνδυνα παιχνίδια τη
συσσωρευμένη του ενέργεια και έχει καταπιεσμένη σεξουαλικότητα που ψάχνει
διέξοδο με κάθε τρόπο – ακόμα και σε διαστροφές. Είναι εύπιστος και
πειθαρχημένος αλλά κατά βάθος τρέφει εχθρικά αισθήματα προς τη γραφειοκρατία
και ονειρεύεται να της κόψει τα πόδια (μαζί με τα νύχια) όπως κάνει η μία κόρη
στην κούκλα της, μιμούμενη σαδιστικά τις φωνές του πόνου της.
Έχει εξασφαλισμένο ένα σχετικά καλό βιοτικό επίπεδο, αλλά
ελκύεται από διάφορα φανταχτερά αντικείμενα που του λείπουν (πχ στέκα που
φωσφορίζει στο σκοτάδι). Τα παιδιά έρχονται σε διάφορες δοσοληψίες μεταξύ τους
για να αποκτήσουν αυτό που δεν έχουν ( ένα είδος παραοικονομίας) ενώ συχνά
αναπτύσσουν ανταγωνιστικές σχέσεις και απειλούν να «καρφώσουν» ο ένας τον άλλον
στη γονεϊκή εξουσία. Παράλληλα έρχονται «λαθραία» σε επαφή με το δυτικό κόσμο
και επιδίδονται σε έναν άκρατο μιμητισμό, όπως η κοπέλα που μιμείται σκηνές και
επαναλαμβάνει ατάκες από το ρόκι, τα σαγόνια του καρχαρία και το φλάσντανς.
Η ρετρό αισθητική (τέλη 70 αρχές 80) δεν είναι τυχαία,
ούτε οφείλεται σε κάποια αισθητική εμμονή του σκηνοθέτη. Αντιθέτως, μπαίνει
ακριβώς για να ενισχύσει την «υποψία» του θεατή για τους συνειρμούς που κάνει
και το χωροχρονικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται.
Το τέλος της ταινίας περικλείει αντίστοιχο συμβολισμό.
Στην καλύτερη περίπτωση αυτό που μας λέει είναι ότι η κόρη στην προσπάθεια της
να ξεφύγει από το τείχος, μένει εγκλωβισμένη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου,
δέσμια μιας διαφορετικής υποδούλωσης, άλλου τύπου. Το πιθανότερο όμως είναι ότι
το τελευταίο πλάνο μας αφήνει επίτηδες με αναπάντητα ερωτήματα. Το μέλλον των
λαών είναι άδηλο, αλλά οι τύχες τους είναι πλέον στα χέρια τους. Το σημαντικό
είναι ότι κατάφεραν να απελευθερωθούν από την καταπίεση του τείχους.
Κι εδώ ακριβώς φαίνεται η ταξική σκοπιά που επιλέγει η
ταινία. Αν είκοσι χρόνια πριν μπορούσαν ίσως να σταθούν τέτοιες απόψεις, σήμερα
δεν υπάρχει πλέον το άλλοθι της άγνοιας για την πραγματική ουσία της
παλινόρθωσης. Οι καπιταλιστές κατασπάραξαν τους λαούς και κάθε άλλο παρά άκακα
γατάκια αποδείχθηκαν.
Θα πει κανείς ότι μπορούμε να δούμε το έργο ανεξάρτητα
από αυτή την ανάγνωση και να βρούμε μηνύματα εναντίον του ολοκληρωτισμού.
Εξάλλου αν δεν το επεσήμαινε η τζία ελάχιστοι θα είχαν κάνει τη σύνδεση. Είναι
κι αυτή μία άποψη. Αλλά είναι λάθος. Κι από τη φάρμα των ζώων πχ μπορεί να βγει
ωραίο επιμύθιο, αλλά αν αγνοήσουμε το ιστορικό πλαίσιο χάνεται η μαγεία της
αλληγορίας και το πραγματικό νόημα του βιβλίου.
Κι όμως η τζία είχε δίκιο. Το πολιτικό επιμύθιο του
κυνόδοντα είναι η εξίσωση του κομμουνισμού με το φασισμό-ολοκληρωτισμό. Κι αυτό
είναι το βασικό δόγμα της νέας τάξης πραγμάτων που διακήρυξε το τέλος της
ιστορίας πριν εικοσιπέντε χρόνια, κηρύσσοντας έτσι την αιώνια κυριαρχία της.
Και πριμοδοτεί εμμέσως με αυτόν τον τρόπο το φασισμό (γιατί δεν μπορεί να το
κάνει ευθέως). Αλλά όταν τον δει μπροστά της να θεριεύει καμώνεται την έκπληκτη
και την ανήξερη, με περισσή υποκρισία. Ακριβώς όπως οι γονείς της ταινίας.