Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυνόδοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυνόδοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Κυνόδοντας

Πριν από δέκα ημέρες ήταν η επέτειος της αντιφασιστικής νίκης των λαών, η οποία είχε ιδιαίτερη σημασία λόγω και της πρόσφατης εκλογικής ανόδου των νεοφασιστών της χρυσής αυγής αλλά εμείς θα επιχειρήσουμε να πιάσουμε το νήμα από αλλού.

Ο προ διετίας ξαφνικός θάνατος του νίκου αντωνάκου που είχε το δικό του τρόπο να μιλά για κινηματογράφο, «σταλινικά και τσεκουράτα» άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό, που έγινε ιδιαίτερα αισθητό στη στήλη κριτικής κινηματογράφου του ριζοσπάστη. Η τζία γιοβάννη που τον αντικατέστησε δεν έδωσε ιδιαίτερα ενθαρρυντικά πρώτα δείγματα γραφής, κάτι που τόνιζε ακόμα πιο έντονα το κενό που άφησε ο αντωνάκος –σε μια σύγκριση ωστόσο που θα ήταν έτσι κι αλλιώς άνιση για οποιονδήποτε διάδοχό του. (Αν και ο ρίζος μεταπολιτευτικά είχε παραδοσιακά πολύ καλούς κριτικούς, από το ραφαηλίδη μέχρι το δανίκα, που μπορεί να έχει γίνει ένα από τα γκεσέμια του δολ, αλλά ώρες ώρες τον ξαναπιάνουν τα κομμουνιστικά του). Μέχρι που...

Η γιοβάννη έγινε ευρύτερα γνωστή με αρνητικό τρόπο, αλλά αυτή ήταν κι η καλύτερη της στιγμή, που την καταξίωσε στις συνειδήσεις μας.
Το ευρύ κουλτουριάρικο κοινό , λοιπόν, που διαβάζει από σπανίως ως ποτέ ριζοσπάστη, έμαθε τη τζία γιοβάννη μέσω διαδικτύου (αλυσιδωτών μηνυμάτων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης) χάρη στη «φρίκη και τον αποτροπιασμό» που προκάλεσε ένα κείμενο της για τον κυνόδοντα. Έφριτταν, χλεύαζαν, καταδίκαζαν, εξοργίζονταν, γελούσαν κλαίγοντας κι ανατρίχιαζαν με όσα κατάπτυστα και παλαιοκομμουνιστικά έγραψε με ζντανοφικό ζήλο η τζία για την ταινία.

Μα τι έγραψε τέλος πάντων αυτή η κοπέλα και προκάλεσε τέτοια κατακραυγή; Αυτό πρέπει να το χωρίσουμε και να το δούμε σε δύο επίπεδα. Αφενός τον τρόπο γραφής και αφετέρου το περιεχόμενο.
Ως προς το πρώτο, οι αμύητοι στην κομμουνιστική αργκό έχουν ένα δίκιο να σοκάρονται. Κάποια σημεία του κειμένου θυμίζουν ανακοίνωση της κετουκε από το ρ/σ ελεύθερη ελλάδα, με εκφώνηση στον τόνο του μεγάφωνου από το άσπρο φορτηγάκι της κοα, που καταγγέλει τη διεθνή καπιταλιστική μεθοδολογία που σαμποτάρει την κολχόζνικη ιδιοκτησία κλπ.
Ως προς το περιεχόμενο όμως, να αγιάσει το στόμα της και το πληκτρολόγιο της – και δεν εννοώ αυτό που εννοούσαν στην οικογένεια του κυνόδοντα με τη λέξη πληκτρολόγιο.

Αναφορές που παραπέμπουν στον φασισμό είναι: τα «άρια» χαρακτηριστικά των τεσσάρων μελών της οικογένειας (η μητέρα και τα τρία παιδιά)... το παιδί της οικογένειας που δήθεν το 'σκασε και δήθεν βρήκε τραγικό θάνατο εκεί έξω και τέλος ... τα φρύδια που πρέπει να βαφούν καφέ κι όχι μπλε «γιατί δεν υπάρχουν μπλε φρύδια», δηκτική ειρωνεία για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό ... Οταν έρχεται η ώρα της κάθαρσης, ακόμη κι αυτή η εξέγερση είναι κομμένη και ραμμένη στις μυθολογίες της υποταγής. Η κόρη σπάζει πρώτα τον κυνόδοντά της (!) και μόνο τότε, το σκάει, μπαίνοντας στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου με προορισμό τον έξω κόσμο ... 
Η αοριστία στον χωρόχρονο, το έξω και πέρα από συγκεκριμένη ιστορικοκοινωνική προσέγγιση, αναδεικνύει το στοιχείο της διαχρονικότητας, της διάστασης που πηγάζει από το παρελθόν και εκτείνεται στομέλλον... κάποιος που προέρχεται από το εκπαιδευτικόσύστημα της αγοράς και της ακριβοπληρωμένης αμάθειας δεν είναι σε θέση ναεντάξει στη σωστή τους θέση, γιατί δεν διδάχθηκε να τις καταχωρεί έτσι ώστε να μπορεί να συνθέτει μια ακέραιη εικόναμε ένα πλήρες νόημα. 

Λοιπόν μπορεί σε κάποιους όλα αυτά να φαίνονται ιστορίες για αγρίους, αλλά όποιος (ξανα)δεί την ταινία υπό αυτό το πρίσμα, θα καταλάβει πολλά σημεία που πριν δεν τα είχε προσέξει και δεν εντάσσονταν σε κάποιο λογικό πλαίσιο. Σταχυολογούμε ενδεικτικά και προσθέτουμε σε όσα επισημαίνει η τζία.

Ο φράχτης συμβολίζει το τείχος του βερολίνου πίσω από το οποίο βρίσκεται ο χαμένος αδερφός των παιδιών (η δυτική γερμανία). Ο ένας γιος μαθαίνει να συγκρίνεται μαζί του για να φανεί ανώτερος επιτιμώντας τον για τα λάθη του, αλλά η μία αδερφή εξακολουθεί κατά βάθος να τον αγαπά και (του) πετά κρυφά τρόφιμα πάνω από το φράχτη. Η ισχυρή μορφή του πατέρα, που φέρνει κάπως στον μπρέζνιεφ, παραπέμπει κυρίως στον πατερούλη στάλιν, την άνωθεν καλλιεργούμενη προσωπολατρεία και τον πατριαρχικό σοσιαλισμό του στρατώνα.
Ενώ ο κυνόδοντας συμβολίζει τις συνθήκες που δεν έχουν ωριμάσει ακόμα για τη χειραφέτηση των παιδιών – και ούτε πρόκειται- και τις οποίες επικαλείται ο πατερούλης για να δικαιολογήσει τα έκτακτα μέτρα και να διαιωνίσει την κυριαρχία του.

Οι γονείς συμβολίζουν τη γραφειοκρατία, που κρατά για τον εαυτό της κάποια προνόμια, που απαγορεύονται αυστηρά στα παιδιά (κινητό και σταθερό τηλέφωνο, εξοδο από το σπιτί με λιμουζίνα, βιντεοκασέτες πορνό). Εφευρίσκει φανταστικούς εχθρούς του λαού (γάτες) και επινοεί στημένες επιθέσεις (προβοκάτσιες) για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη του εχθρού και να απαιτήσει αυξημένη επαγρύπνηση. Εκπαιδέυει με φανατισμό το λαό που αναπτύσσει αντανακλαστικά σα σκυλάκι του παβλώφ (βλ. σκηνή που γαβγίζουν οικογενειακώς σκυμμένοι στα τέσσερα). Ο σκύλος εξάλλου είναι το πρότυπο της γραφειοκρατίας γιατί όπως λέει μία άτακα είναι εύπλαστος σαν τον πηλό και συμπεριφέρεται όπως τον διαμορφώνουμε.
Η γραφειοκρατία ορίζει νόρμες και μοιράζει αυτοκόλλητα (παράσημα) στους καλούς σταχανοβίτες που πιάνουν το στόχο (η σειρά με τα αυτοκόλλητα στο κρεβάτι του γιου θυμίζει τα παράσημα στο κοστούμι του μπρέζνιεφ). Αποκρύπτει συστηματικά την αλήθεια από τα παιδιά και χρησιμοποιεί μια διπλή γλώσσα- σκέψη, κατά τα οργουελικά πρότυπα του 1984 και τη διπλή, υποκριτική ηθική της. Διαστρέφει από τις πρώτες κιόλας σκηνές έννοιες όπως η εκδρομή, η θάλασσα και το αυτοκίνητο και γενικώς οτιδήποτε θα μπορούσε να δημιουργήσει στα παιδιά την ανάγκη να (ξε)φύγουν.
Όταν αποτυγχάνουν όλες οι άλλες μέθοδες δε διστάζει να χρησιμοποιήσει ωμή καταστολή ή χοντρά ψέματα (βλ. γέννηση άλλου παιδιού) , ενώ σκέφτεται να αγοράσει έναν εκπαιδευμένο σκύλο για να τελειοποιήσει την προστασία της εξουσίας της.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο λαός (τα παιδιά) ασφυκτιά και συμπεριφέρεται αλλόκοτα. Διοχετεύει σε αθλοπαιδιές και ριψοκίνδυνα παιχνίδια τη συσσωρευμένη του ενέργεια και έχει καταπιεσμένη σεξουαλικότητα που ψάχνει διέξοδο με κάθε τρόπο – ακόμα και σε διαστροφές. Είναι εύπιστος και πειθαρχημένος αλλά κατά βάθος τρέφει εχθρικά αισθήματα προς τη γραφειοκρατία και ονειρεύεται να της κόψει τα πόδια (μαζί με τα νύχια) όπως κάνει η μία κόρη στην κούκλα της, μιμούμενη σαδιστικά τις φωνές του πόνου της.
Έχει εξασφαλισμένο ένα σχετικά καλό βιοτικό επίπεδο, αλλά ελκύεται από διάφορα φανταχτερά αντικείμενα που του λείπουν (πχ στέκα που φωσφορίζει στο σκοτάδι). Τα παιδιά έρχονται σε διάφορες δοσοληψίες μεταξύ τους για να αποκτήσουν αυτό που δεν έχουν ( ένα είδος παραοικονομίας) ενώ συχνά αναπτύσσουν ανταγωνιστικές σχέσεις και απειλούν να «καρφώσουν» ο ένας τον άλλον στη γονεϊκή εξουσία. Παράλληλα έρχονται «λαθραία» σε επαφή με το δυτικό κόσμο και επιδίδονται σε έναν άκρατο μιμητισμό, όπως η κοπέλα που μιμείται σκηνές και επαναλαμβάνει ατάκες από το ρόκι, τα σαγόνια του καρχαρία και το φλάσντανς.

Η ρετρό αισθητική (τέλη 70 αρχές 80) δεν είναι τυχαία, ούτε οφείλεται σε κάποια αισθητική εμμονή του σκηνοθέτη. Αντιθέτως, μπαίνει ακριβώς για να ενισχύσει την «υποψία» του θεατή για τους συνειρμούς που κάνει και το χωροχρονικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται.

Το τέλος της ταινίας περικλείει αντίστοιχο συμβολισμό. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό που μας λέει είναι ότι η κόρη στην προσπάθεια της να ξεφύγει από το τείχος, μένει εγκλωβισμένη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, δέσμια μιας διαφορετικής υποδούλωσης, άλλου τύπου. Το πιθανότερο όμως είναι ότι το τελευταίο πλάνο μας αφήνει επίτηδες με αναπάντητα ερωτήματα. Το μέλλον των λαών είναι άδηλο, αλλά οι τύχες τους είναι πλέον στα χέρια τους. Το σημαντικό είναι ότι κατάφεραν να απελευθερωθούν από την καταπίεση του τείχους.
Κι εδώ ακριβώς φαίνεται η ταξική σκοπιά που επιλέγει η ταινία. Αν είκοσι χρόνια πριν μπορούσαν ίσως να σταθούν τέτοιες απόψεις, σήμερα δεν υπάρχει πλέον το άλλοθι της άγνοιας για την πραγματική ουσία της παλινόρθωσης. Οι καπιταλιστές κατασπάραξαν τους λαούς και κάθε άλλο παρά άκακα γατάκια αποδείχθηκαν.

Θα πει κανείς ότι μπορούμε να δούμε το έργο ανεξάρτητα από αυτή την ανάγνωση και να βρούμε μηνύματα εναντίον του ολοκληρωτισμού. Εξάλλου αν δεν το επεσήμαινε η τζία ελάχιστοι θα είχαν κάνει τη σύνδεση. Είναι κι αυτή μία άποψη. Αλλά είναι λάθος. Κι από τη φάρμα των ζώων πχ μπορεί να βγει ωραίο επιμύθιο, αλλά αν αγνοήσουμε το ιστορικό πλαίσιο χάνεται η μαγεία της αλληγορίας και το πραγματικό νόημα του βιβλίου.

Κι όμως η τζία είχε δίκιο. Το πολιτικό επιμύθιο του κυνόδοντα είναι η εξίσωση του κομμουνισμού με το φασισμό-ολοκληρωτισμό. Κι αυτό είναι το βασικό δόγμα της νέας τάξης πραγμάτων που διακήρυξε το τέλος της ιστορίας πριν εικοσιπέντε χρόνια, κηρύσσοντας έτσι την αιώνια κυριαρχία της. Και πριμοδοτεί εμμέσως με αυτόν τον τρόπο το φασισμό (γιατί δεν μπορεί να το κάνει ευθέως). Αλλά όταν τον δει μπροστά της να θεριεύει καμώνεται την έκπληκτη και την ανήξερη, με περισσή υποκρισία. Ακριβώς όπως οι γονείς της ταινίας.

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Aufhebung

Εγώ πάντως όταν σκέφτομαι διαφορικές εξισώσεις μου πέφτει.
Εγώ μου πέφτει... τσ, τσ… κλασικό λάθος πολυτεχνίτη θετικής κατεύθυνσης.
Εντάξει ρε συ, μην ξεψειρίζεις, το σημαντικό είναι να συνεννοούμαστε.
Ο(υγ)κ
.

Εσένα σου πέφτει, αλλά αν ερχόσουν να ακούσεις για μαρξισμό και βαζιούλιν, θα σου ανέβαζε τη φιλοσοφική λίμπιντο. Το (κάτι σαν) σύνθημα ήταν γραμμένο σε έναν τοίχο του πολυτεχνείου όπου κατέφυγε ο όμιλος για την εκδήλωσή του. Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, γιατί στον πύργο του παιδαγωγικού έγιναν κάτι κλοπές και βανδαλισμοί κι η έδρα μας τιμωρήθηκε.

Μαζευτήκαμε λοιπόν συγγενείς και φίλοι σε μια αίθουσα του πολυτεχνείου να ακούσουμε την εισήγηση του συντρόφου, που είχε ως βάση μια εργασία του για το μεταπτυχιακό του στον χέγκελ και την κοινωνική φιλοσοφία εν γένει.

Κυριακή απομεσήμερο, η άνοιξη να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και τα σωθικά και να ευφραίνει με τις μυρωδιές της καρδιές και ρουθούνια. Πρώτη μέρα θερινής ώρας, που κατά το σύντροφο σιάντο είναι αστική συνήθεια, αλλά «μικραίνει» τη νύχτα και το σκοτάδι μέσα μας. Και τα σπουργίτια, αλήτες των ουρανών, να εισβάλλουν με αναίδεια από τα παράθυρα και να ρωτάνε επίμονα:
-Τσιρ! Τι κάνετε εδώ; Τσιρ! Γιατί δε βγαίνετε έξω;
Σώπα σύντροφε! Σώπα να ακούσουμε το πουλί!


Κι ο σύντροφος να κελαηδάει μιάμιση ώρα σερί, να μας τα λέει ελαφρολαϊκά κι εκλαϊκευμένα, σα μελωδία στα αυτιά, για να μας τα χωρέσει. Αλλά αυτά τα θέματα έχουνε προαπαιτούμενα. Τριβή με το αντικείμενο και τις έννοιες, προϋπηρεσία, υψηλό επίπεδο πρόσληψης και άριστη διανοητική κατάσταση για γρήγορες αναβάσεις από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο κι αντίστροφα. Μέχρι κι άριστη γνώση γερμανικής απαιτούν. Ντας ιστ γκενούχ λίμπλιχε φγιτζ!

Τα γερμανικά είναι η γλώσσα της φιλοσοφίας. Κι όταν εντρυφήσεις σε αυτήν είναι σχεδόν υποχρεωτικό να έχεις φρικτά παράπονα από τις κακές μεταφράσεις του αναγνωστίδη κι άλλων παλιών εκδόσεων. Που είναι όντως άθλιες. Αλλά αν είσαι αρχάριος δεν το καταλαβαίνεις και δεν πειράζει τόσο, ενώ όταν είσαι σε πιο υψηλό επίπεδο, είσαι σε θέση να το αντιληφθείς, οπότε δεν υπάρχει τόσο μεγάλο πρόβλημα.

Εξάλλου αυτές οι μεταφράσεις έχουν και μια καλτ απόχρωση, που είναι αναντικατάστατη. Προτσέσα, ματεριαλισμός, χρήσιμη αξία και τα ρέστα. Ή όπως έλεγε και σε ένα παλιό εξώφυλλο: ιμπεριαλισμός, ο τελευταίος σταθμός του καπιταλισμού. Το τρένο φεύγει στις οκτώ... αλλά είχε ανταπόκριση στο σταθμό της ετε κι εμείς μείναμε στάσιμοι και το χάσαμε.

Παρόλα αυτά στους κύκλους των διανοούμενων θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ να αναφέρεσαι στις διάφορες έννοιες, έχοντας σε παρένθεση και τη γερμανική λέξη από το πρωτότυπο. Πχ vernuft και verstand, που είναι για το λόγο και τη διάνοια. Ή να μιλάς για τον κρατικό μηχανισμό που πρέπει να τον zebrechen (τσακίσουμε) και για τις εκλογές όπου ο λαός επιλέγει κάθε τρία ή έξι χρόνια ποιος θα τον zetreten (τσαλαπατάει).

Ο δικός μας σύντροφος –για τον οποίο δεν έχω βρει κάποιο παρατσούκλι και θα τον αναφέρω ως μικρό φιλόσοφο- δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία, αλλά το θέμα του ήταν η aufhebung του καντ από τον χέγκελ. Έννοια που μπορεί να αποδοθεί ως διαλεκτική άρση, αλλά δεν είναι εύκολο να μεταφραστεί με ακρίβεια στα ελληνικά, γιατί σημαίνει τρία διαφορετικά πράγματα: διατήρηση, άρνηση και υπέρβαση.

Αν προσπαθούσα να αναπαραγάγω την εισήγησή του θα τη φτώχαινα και θα την αδικούσα (μπορείτε όμως να τη διαβάσετε ολόκληρη σε αυτή τη διεύθυνση: http://www.scribd.com/doc/50566602/Η-Aufhebung-του-Καντ-από-τον-Χέγκελ-Πολιτικό-Καφενείο). Για αυτό περιορίζομαι στην καταγραφή κάποιων σημειώσεων που κράτησα από την παρέμβαση του σοβιετικού κυριούλη, ειδομένη μέσα από τους δικούς μου παραμορφωτικούς φακούς πρόσληψης, και διαμεσολαβημένη από τη λήθη και το χρονικό διάστημα που πέρασε από εκείνη τη μέρα.

Τις παραθέτω σε μορφή ξεχωριστών σημείων:
-Ξεκινήσαμε από τη σχέση του είναι με το μηδέν και το ερώτημα αν το είναι αποτελεί παράσταση ή έννοια. Η παράσταση αφορά το αισθητηριακά συγκεκριμένο, αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, ενώ η έννοια γενικεύει και βασίζεται στην αφαίρεση. Το αφηρημένο είναι, το είναι γενικώς, είναι μηδέν. Αν όμως ξεκινάει από το μηδέν, δηλ από κάτι αφηρημένο, πώς προκύπτει η κίνηση, η εξέλιξη;

Στη Λογική του ο χέγκελ ξεκινά από την αφαίρεση –το απόλυτο πνεύμα- έξω από κάτι προσδιορισμένο. Ο προσδιορισμός παραπέμπει σε κάτι ορισμένο που έχει αρχή και τέλος δηλαδή στο αισθητηριακά συγκεκριμένο. Ο χέγκελ κάνει μια φιλοσοφική προβολή του θεού –που είναι το απόλυτο πνεύμα- και μια θεολογίζουσα προβολή του πολιτισμού, της κοινωνίας –που εξελίσσεται σε ανώτερες μορφές, για να ενσαρκώσει τέλεια το απόλυτο πνεύμα.

Η ένσταση του μικρού φιλόσοφου είναι ότι δε μπορούμε να δούμε τη Λογική του χέγκελ ξεκομμένη από τη φαινομενολογία του πνεύματος. Η φαινομενολογία είναι στην ουσία το πρώτο μέρος της Λογικής κι εκεί ο χέγκελ πηγαίνει από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, για να συνεχίσει μετά στη Λογική, από το πνεύμα.

Αυτό το πνεύμα όμως, λέει ο περικλής είναι το καθαρό επίστασθαι, η απόλυτη γνώση, που πετάει από κορυφή σε κορυφή κι από επιτυχία σε επιτυχία, χωρίς τη διαλεκτική γνώσης και πλάνης. Είναι μια γνώση που δεν προκύπτει συγκεκριμένα αλλά αυτοαποκαλύπτεται, δηλαδή ο εξ αποκαλύψεως θεός.

Το γίγνεσθαι όμως είναι πάντα συγκεκριμένο. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο μαρξ λέει στην πρώτη ακριβώς φράση του κεφαλαίου ότι ο πλούτος της κοινωνίας στον καπιταλισμό εμφανίζεται ως ένα σύνολο (σωρός) από εμπορεύματα και κάθε χωριστό εμπόρευμα ως συστατική μορφή αυτού του πλούτου.*

Αυτό το τελευταίο αναδεικνύει μια βασική διαφορά του μαρξ από τον χέγκελ. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να εστιάσουμε μονομερώς στην τομή και τις μεταξύ τους διαφορές, γι’ αυτό ο περικλής μας ανέφερε ένα κείμενό του στα αγγλικά, όπου αναδεικνύονται τα κοινά σημεία της σκέψης τους. Αν ενδιαφέρει κάποιον, η κε του μπλοκ μπορεί να το ψάξει και να βάλει μια παραπομπή στα σχόλια ή ως υστερόγραφο.

-Δεύτερο σημείο. Ο χιουμ λέει ότι ανάμεσα στα διάφορα φαινόμενα υπάρχει χρονική ακολουθία, όχι όμως κι αιτιότητα. Μπορεί να βλέπω σύννεφα να μαζεύονται στον ουρανό και μετά να βρέχει πχ, αλλά ποιος μου λέει ότι αυτό θα γίνεται κάθε φορά;

Το πρόβλημα του καντ είναι να μπορέσει να διαπιστώσει την αιτιότητα πέρα από τον εμπειρισμό του χιουμ. Γι’ αυτό εισάγει την έννοια του a priori που υπερβαίνει την εμπειρία και το άτομο. Αλλά το καθολικό στον καντ προκύπτει δια της επαγωγής, από επιμέρους περιπτώσεις. Έτσι ο καντ δεν υπερβαίνει τον εμπειρισμό, αλλά τον αμφισβητεί κι αυτή είναι η μεγάλη του συμβολή.

Ο καντ καταλαβαίνει ότι υπάρχει κάτι υπερατομικό, αλλά δε γνωρίζει την προέλευσή του. Όταν βλέπουμε τον ήλιο δε λέμε ότι είναι μια κίτρινη μπάλα που φωτίζει και θερμαίνει, αλλά ότι είναι ουράνιο σώμα. Αυτό είναι μόνο επαγωγικό, δηλ εμπειρικό; Όχι.
Σε ποιο άλλο επίπεδο πρέπει να το δούμε; Στο ιστορικό. Το επίπεδο του πολιτισμού και της κεκτημένης γνώσης της ανθρωπότητας, η οποία γενικεύει την εμπειρία σε γνώση, κάνει το a posteriori της ανθρώπινης εμπειρίας, a priori γνώση για τις επόμενες γενιές.

Και τα ζώα έχουν παραστάσεις και μνήμη, αλλά δεν έχουν έννοιες. Η ανθρώπινη γλώσσα δομείται από έννοιες, οι οποίες είναι το θησαυροφυλάκιο της ανθρώπινης γνώσης (όλης της ανθρωπότητας, όχι του ανθρώπου ατομικά). Κάθε γλώσσα μπορεί να μεταφραστεί σε οποιαδήποτε άλλη, ακριβώς γιατί οι λέξεις αντιστοιχούν σε έννοιες και μπορούν να αντιστοιχηθούν και μεταξύ τους. Διαφορετικά ο μύθος της βαβέλ θα ήταν κάτι παραπάνω από μια αλληγορία κι ίσως μας απασχολούσε ακόμη, στην πραγματική ζωή.

Στο τέλος είπαμε και μια φράση του χέγκελ, για το ενικό εγώ, το εδώ και τώρα, που περιλαμβάνει όλους τους εαυτούς, όλα τα εδώ κι όλα τα τώρα. Ακόμα και στις πιο απλές φράσεις ο άνθρωπος μιλάει με έννοιες, δηλ γενικά.

Αυτά εν ολίγοις.
Σε όλα τα παραπάνω οι λεκτικές και θεωρητικές ακροβασίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα. Το αυτό ισχύει και για τους συνειρμούς παρακάτω.

Ο μπρέζνιεφ ήταν ο «ήλιος του σοσιαλισμού που μας φώτιζε», μέχρι που έδυσε κι αυτοί που πριν τον παίνευαν, αφόριζαν την περίοδο της στασιμότητας σαν να ήταν ο σκοταδιστικός μεσαίωνας. Αλλά ο λεωνίδας ήταν σαν το φιλότιμο που χάθηκε. Δεν υπάρχει στις γλώσσες των άλλων λαών ή στη ζωή τους σαν έννοια κι έτσι μένει αμετάφραστος...

Δεύτερος συνειρμός με τον πολυδιαφημισμένο κυνόδοντα, τα ζόμπι, τα πληκτρολόγια, τις έννοιες και τη μεταμοντέρνα κατασκευή της γλώσσας. Παρεμπιπτόντως ο ρίζος είχε πρόσφατα μα κριτική της τζίας γιοβάννη, γραμμένη σε άπταιστη ξύλινη γλώσσα και στο δίκτυο έγινε ένας μικρός χαμός –αντιστρόφως ανάλογος με τον πραγματικό αριθμό των αναγνωστών της εφημερίδας.

Η πλάκα είναι ότι πέρα από τη φόρμα του κειμένου στο περιεχόμενο η τζία είχε δίκιο. Ο φράχτης, ο προστατευτικός πατερούλης και μια σειρά άλλα στοιχεία δε στρέφονται γενικά κι αόριστα ενάντια στον ολοκληρωτισμό απ’ όπου κι αν προέρχεται, αλλά παραπέμπουν στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Και δεν ξέρω καμία άλλη κριτική που να αναδεικνύει αυτή την πτυχή.

Το θέμα είναι ότι αν δεν το ‘γραφε η τζία ελάχιστοι θα το πρόσεχαν κι οι περισσότεροι θα έμεναν στο πρώτο επίπεδο ανάγνωσης που δε θα ενοχλούσε κανένα. Εν πάση περιπτώσει..

Η επόμενη συνάντηση του ομίλου θα γίνει κατά πάσα πιθανότητα την παρασκευή με θέμα το τι να κάνουμε του λένιν. Οπότε θα πιάσει και ζητήματα οργανωτικής φύσης από ένα θεωρητικό πρίσμα. Θα υπάρξει ενημέρωση για ακριβή μέρα κι ώρα.

Υποσημείωση

*Παράλληλα όμως το εμπόρευμα είναι η απλούστερη αφαίρεση στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Κι η βασική –κατά βαζιούλιν- μεθοδολογική συνεισφορά του μαρξ στο κεφάλαιο είναι ότι (δεν έμεινε στο επίπεδο της αφαίρεσης, αλλά) πραγματοποίησε την (αντίστροφη) ανάβαση από το αφηρημένο (εμπόρευμα) στο συγκεκριμένο.