Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλασικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κλασικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Οι σχέσεις μας με τα πράγματα

-Τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά, ξέρεις...
-Τα πράγματα, ξέρεις, δεν πάνε από μόνα τους. Εμείς τα κινούμε προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Κι είναι χρόνια τώρα, που τα πράγματα (πάει να πει οι αντικειμενικές συνθήκες) περιμένουν εμάς να ωριμάσουμε (κι όχι αντίστροφα), να πάψουμε να ελπίζουμε σε μεταφυσικές λύσεις έξω από τον πραγματικό κόσμο και να κάνουμε κάτι, για να αλλάξουμε τη ροή των πραγμάτων και να φτάσουμε στην αταξική κοινωνία του μέλλοντος, τον κομμουνισμό. Που για εμάς (δηλ για τους κλασικούς, συνεπώς και για εμάς) δεν είναι παρά η πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων κι όχι ένα ιδεώδες στο οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα.

Οι σχέσεις μας με τα πράγματα είναι ιδιαίτερες, γιατί συχνά αντικαθιστούν τους ανθρώπους και μας τους θυμίζουν, αποκτούν συναισθηματική αξία, όπως τα στέκια της αγαπημένης μας πόλης, που είναι μάρτυρες των ωραίων μας στιγμών, με τους δικούς μας ανθρώπους, αλλά χωρίς αυτούς δε θα ήταν παρά μια σειρά μπάζα, παγερά κι αδιάφορα, σαν τσιμέντο.

Κάτι αντίστοιχο από την ανάποδη γίνεται και στο φετιχισμό του εμπορεύματος, όπου ο έμπορος βλέπει τον πελάτη σαν χρήμα, και τη σύνδεσή του με την αγορά (δηλ με τους άλλους παραγωγούς) δια των εμπορευμάτων του, που πρέπει να πουληθούν πάση θυσία -κι αυτή είναι μία από τις βασικές μορφές αλλοτρίωσης.

Όταν όμως οι κλασικοί λένε πως στην κοινωνία του μέλλοντος θα περάσουμε από τη διαχείριση ανθρώπων στη διαχείριση πραγμάτων εννοούν μεταξύ άλλων πως ο εργάτης θα πάψει να είναι και αυτός αντικείμενο, εξάρτημα της (παραγωγικής) μηχανής και γρανάζι χωρίς βούληση, που σωρεύει ζωντανή εργασία για να ταΐσει το βρικόλακα της νεκρής (κεφάλαιο) και να το γιγαντώσει. Και πως η διεύθυνση της παραγωγής θα απλοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, που δε θα υπάρχουν έμψυχα εκτελεστικά όργανα κι ο καθένας θα αφιερώνει το χρόνο του στους δικούς του δημιουργικούς σκοπούς και όχι σε κάτι που του είναι ξένο κι αδιάφορο.

Η σχέση μας με τα πράγματα είναι στον πυρήνα της συνείδησης που διαμορφώνουμε. Όχι μόνο ως προς την αισιόδοξη ή απαισιόδοξη στάση για το αν μπορούμε να τα γνωρίσουμε και συνεπώς να τα αλλάξουμε. Αλλά με την έννοια πως το είναι καθορίζει τη συνείδηση. Αλλά αυτό δε γίνεται μηχανικά και μονοσήμαντα.

Ο πλούτος εκμαυλίζει συνειδήσεις αλλά η αφαίρεσή του δεν τις ριζοσπαστικοποιεί αυτομάτως. όπως δείχνει η πείρα της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Το χρήμα δε μένει στάσιμο μέσα σε σεντούκια, αλά κινείται και ζητάει να γίνει κεφάλαιο, όπως δείχνει κι η πείρα των σοσιαλιστικών χωρών, την ίδια περίπου περίοδο.

Η προοπτική της κοινωνίας του μέλλοντος δε θα κριθεί από τη σχέση μας με τα πράγματα κι από το αν ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου χάσει την περιουσία του και δεν έχει να χάσει παρά μονάχα τις αλυσίδες του, γιατί οι αλυσίδες αυτές αφορούν κυρίως το μυαλό. Κι ένας πνευματικά υπόδουλος λαός θα παζαρεύει απλώς πόσα θα χάσει κάθε φορά, ενώ ο συνειδητοποιημένος, αγωνιζόμενος λαός μετράει τη δύναμή το στην πάλη του και την αλληλεγγύη και όχι με το χρήμα και την κοινωνική του θέση.

Η σοσιαλιστική προοπτική θα κριθεί από έλλογα κι έμψυχα (επαναστατικά) υποκείμενα, με συνείδηση και αξιοπρέπεια -που είναι η βασική προϋπόθεση για τον αγώνα και δεν (εξ)αγοράζεται με όλα τα αγαθά του κόσμου. Από ένα λαό που δε θα τρέμει το φυλλοκάρδι του μη τυχόν χάσει τη θεσούλα του και τη μίζερη ζαχαρένια του και που θα μετράει πάνω από όλα τη σχέση του με τους ανθρώπους και όχι με τα πράγματα. Που θα υπάρχουν απλώς για να τα χειριζόμαστε και όχι για να γεμίζουν (υποκαθιστούν) τα κενά που μας αφήνουν οι άνθρωποι, σαν ένα είδος φετιχισμού της ανθρωπότητας ως σύνολο.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Ο αγαπημένος μου κλασικός

Όσα ακολουθούν έχουν μια κάποια δόση αντιδιαλεκτικής αφαίρεσης, που λαμβάνει ως δεδομένη μια κάποια διαλεκτικοϋλιστική βάση των σφων αναγνωστών, για να μην παρεξηγηθεί σε κάποια σημεία της.

Ο Μαρξ είχε αφιερώσει, αν θυμάμαι καλά, την πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου στην εργατική τάξη και το σκοπό της απελευθέρωσής της, ως βασικό θεωρητικό εργαλείο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να την πετύχει. Κάτι που μοιάζει σχεδόν με τραγική ειρωνεία, αν σκεφτούμε πόσο μειοψηφικό είναι το κομμάτι των εργατών που έχουν πιάσει να διαβάσουν να μελετήσουν και να φτάσουν ως το τέλος αυτό το έργο του Μαρξ, την πληρέστερη και ανυπέρβλητη κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Και το οποίο μου θυμίζει συνειρμικά μια ιστορία από ένα βιβλίο του Μίσσιου, όπου σε μια φυλακή, στην πτέρυγα των πολιτικών κρατούμενων, είχε χαθεί ένα εγχειρίδιο (νομίζω πολιτικής οικονομίας) για τα αυτοσχέδια μαθήματα που διοργάνωναν οι ίδιοι οι φυλακισμένοι για την επιμόρφωσή τους, και πήγε να δημιουργηθεί ζήτημα: ποιος το έχασε και πού πήγε. Μέχρι που ένας σφος εξομολογήθηκε κρυφά στο Μίσσιο πως το είχε πάρει αυτός, γιατί έπασχε από αϋπνίες και το εγχειρίδιο τον βοηθούσε πολύ, καθώς κάθε φορά που προσπαθούσε να το διαβάσει, τον έπαιρνε στην πρώτη σελίδα ο ύπνος.

Πού να (συμπερι)λάβουμε υπόψη και την υπόδειξη του Βλαδίμηρου, που έλεγε πως κανείς δεν έχει καταλάβει πραγματικά το Κεφάλαιο του Μαρξ, αν δε μελετήσει πρώτα τη Λογική του Χέγκελ, υπονοώντας τη διαλεκτική μέθοδο και τις αντίστοιχες κατηγορίες (ουσία, βασική αφαίρεση, κτλ), που χρησιμοποίησε ο Κάρολος (ξεκινώντας από το εμπόρευμα, κτλ). Πόσοι εργάτες έχουν καταφέρει δηλαδή να εντρυφήσουν στη μέθοδο και το στρυφνό φιλοσοφικό λόγο του Χέγκελ; Ο οποίος δικαιολογείται απ' την ανάγκη άρθρωσης ενός αυστηρού και συγκροτημένου επιστημονικού λόγου, αλλά είναι απαράδεκτος από τη σκοπιά της εκλαΐκευσης και της ανάγκης κατάκτησης της επαναστατικής θεωρίας από ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Έτσι δικαιολογείται λοιπόν όχι μόνο η χαλαρή σχέση της κλασικής εργατικής τάξης με τους κλασικούς (από μακριά κι αγαπημένοι) αλλά κι η επαφή που κρατούν οργανωμένα μέλη και πιο καταρτισμένοι σύντροφοι.
Οι περισσότεροι έχουν διαβάσει πιθανότατα το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, τη 18η Μπρυμαίρ (εδώ την έχει διαβάσει η Μάρα Ζαχαρέα) και τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία, για την Παρισινή Κομμούνα, κάποια μικρότερα κλασικά κείμενα, όπως την Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα και το Μισθός, Τιμή και Κέρδος, ενδεχομένως τη Γερμανική Ιδεολογία και κάποια "πρώιμα" έργα του, πριν σκοντάψουν πάνω στα Φιλοσοφικά Χειρόγραφα και τη (νεο)χεγκελιανή τους πρόζα. Κι από Ένγκελς την "Καταγωγή της Οικογένειας", που ξανάρθε πρόσφατα στην επικαιρότητα με το ΣΣ.

Ενώ από Λένιν, όρεξη να 'χεις να σημειώνεις. Κράτος και Επανάσταση (ΚκΕ), τον Ιμπεριαλισμό, δίκαιους και άδικους πολέμους, εθνικό ζήτημα, η χρεοκοπία της Β' Διεθνούς, η ΔτΠ και ο αποστάτης Κάουτσκι, το Τι να Κάνουμε, τις Δύο Τακτικές, τη συλλογή κειμένων για το κράτος, για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και μια σειρά άλλες μικρές μπροσούρες, που μεταπολιτευτικά κυκλοφορούσαν από τις σοβιετικές εκδόσεις Προγκρές, με τα χαρακτηριστικά χρώματα (άσπρο, πορτοκαλί, μαύρο) στο εξώφυλλο.

Πάντα θα θυμάμαι βέβαια το sniper να λέει πως όταν θέλει να αποφύγει μια ερώτηση ή κάποιον ενοχλητικό συνομιλητή σπίτι του, κρατάει το Υλισμός κι Εμπειριοκριτικισμός, παριστάνοντας πως το διαβάζει και μάλιστα πως το καταλαβαίνει.
Αλλά κι έναν Ναρ(αν)ίτη (κοινώς δεξιό ναρίτη) που του 'χε φανεί πολύ ενδιαφέρον ένα έργο του Πουλαντζά, αν δεν απατώμαι, αλλά είχε βελάξει από το ζόρι μέχρι να βγάλει το "ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω" του Λένιν, για το οποίο είχε ακούσει πως είναι πολύ σημαντικό σχετικά με το οργανωτικό ζήτημα, αλλά δε βρήκε τις σύχρονες απαντήσεις που αναζητούσε (ή που θα του άρεσαν) και χάθηκε στα πολλά και ανιαρά ίσως συμφραζόμενα εκείνης της συγκυρίας.

Προσωπικά πάντως μου φαίνεται περίεργο να διαβάζει κάποιος ευχάριστα το λεγόμενο δυτικό μαρξισμό και όχι τα έργα του Λένιν. Κι αυτό για δύο βασικούς λόγους.
Καταρχάς γιατί τα έργα του Βλαδίμηρου δίνουν πολύ εύστοχες, καίριες απαντήσεις για κάθε ζήτημα με το οποίο καταπιάνονται, με συγκεκριμένη χρηστική αξία (αλλά όχι για εργαλειακή χρήση). Διαβάζεις πχ στο Κράτος κι Επανάσταση τον ορισμό και την προσέγγιση της ταξικής φύσης του κράτους κι αυτομάτως ξεσκεπάζονται όλα τα διαχρονικά αστικά ιδεολογήματα για την "ανυπαρξία κράτους" που ωστόσο είναι "σπάταλο και ανίκανο, αναποτελεσματικό", αλλά θα συμφιλιώσει όλες τις κοινωνικές τάξεις κάτω από το "κοινό, εθνικό συμφέρον" (φαντάσου και να υπήρχε δηλαδή).
Με δυο λόγια μας δίνει μια βάση, για να ερμηνεύσουμε σωστά την πραγματικότητα, κι αυτό το κριτήριο της επαλήθευσης είναι το πιο σημαντικό για την αξία ενός θεωρητικού σχήματος. Αντιθέτως το σχήμα του Πουλαντζά για το κράτος-σχέση πχ μάλλον σύγχυση κι αυταπάτες για το ρόλο του κράτους σπέρνει, παρά βοηθάει στην κατανόηση κάποιου σύνθετου φαινομένου.

Κατά δεύτερον, ο Βλαδίμηρος δεν έγραφε για να γίνει αρεστός στους κύκλους της μικροαστικής διανόησης, αλλά καταληπτός από το προλεταριάτο της εποχής του, και από τον τελευταίο ρώσο εργάτη. Είχε την ικανότητα να εξηγεί απλά τα πιο σύνθετα ζητήματα, χωρίς να κάνει την παραμικρή έκπτωση στο περιεχόμενο. Ομολογώ πως όταν επιχειρώ να διαβάσω κάποιο φιλοσοφικό κείμενο, βάζω πάντα το ερώτημα -και αναλογίζομαι την εκάστοτε απάντηση: γιατί γράφεις και σε ποιον απευθύνεσαι; Και με πιάνει αλλεργία απέναντι σε όσους μυστικοποιούν το λόγο και τις ιδέες τους, για να φανούν περισπούδαστοι, με τη λογική πως όσο λιγότεροι σε καταλαβαίνουν, τόσο πιο σημαντικό γίνεται αυτό που λες ή γράφεις.
Κι αν δεν κάνω λάθος, ο Λένιν ήταν που έλεγε πως αν δεν μπορείς να εξηγήσεις με απλά λόγια στον κόσμο κάτι, αυτό σημαίνει πιθανότατα πως δεν το κατέχεις ή δεν το έχεις κατανοήσει πλήρως.

Ο Λένιν, εν κατακλείδι, ενσάρκωνε τον πιο θαυμαστό και παραδειγματικό τρόπο να συνδυάζει κανείς επαναστατική θεωρία και δράση. Η πράξη κι η συσσωρευμένη πείρα είναι το σχολείο του επαναστάτη για να ελέγξει τη θεωρία του και να βγάλει πολύτιμα συμπεράσματα. Ενώ οι θεωρητικές αναζητήσεις του είναι πάντα προσανατολισμένες σε πρακτικά ζητήματα, ανατροφοδοτούν και κατευθύνουν τη δράση.
Κι αυτό είναι που στα δικά μου μάτια τουλάχιστον τον καθιστά τη μεγαλύτερη επαναστατική μορφή που έχει αναδείξει η ιστορία. Μέχρι την επόμενη...