Ο κομάντο στο εαρ (που πλησιάζει στο θέρος) ξαναχτυπά.
Σήμερα το δεύτερο και τελευταίο μέρος για την ποίηση.
Τα δεκατρία χρόνια από το 1936 εως το 1949 ήταν ίσως η σημαντικότερη περίοδος για την ελληνική κοινωνία τον αιώνα που πέρασε. Μεταξική δικτατορία, ελληνο-ιταλικός πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, Ήττα της Αριστεράς και μετεμφυλιακή εφιαλτική πραγματικότητα συνθέτουν το πλαίσιο, μέσα απ' το οποίο αλλάζει άρδην η ποιητική πραγματικότητα. Η μεταπολεμική ποιητική γενιά σημαδεύτηκε κυριολεκτικά από τα γεγονότα.
Η περίοδος της Αντίστασης έφερε μια προτόγνωρη λαϊκή ανάταση. Ο μεγάλος Άγγελος Σικελιανός (της γενιάς του Βάρναλη) κατεβαίνει από το σκαλί του ποιητή-μύστη και εναρμονίζεται πλήρως με την εποχή και το λαό του. Την ώρα που άλλοι μικρότεροί του ηλικιακά ποιητές το σκάνε στο Κάιρο, αυτός μένει στα χώματα που τόσο αγάπησε και δείχνει το δρόμο..
Δεν είναι τούτο πάλεμα σε μαρμαρένια αλώνια,
εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος.
Εδώ σηκώνεται όλ' η γη με τους αποθαμένους,
και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.
Κι απάνω απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους
φωτάει μεμιάς Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος.
Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες,
– -χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια -,
κ' είν' οι νεκροί, στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!
(Α. Σικελιανός, Η Αντίσταση)
Την άνοιξη του 1944 όλα δείχνουν πως η απελευθέρωση είναι κοντά. Μια απελευθέρωση που έγινε -να τα λέμε αυτά- χωρίς τη βοήθεια των συμμάχων. Μόνο ο ελληνικός και ο γιουγκοσλαβικός λαός μπορούν να περηφανεύονται γι' αυτό το κατόρθωμα ανάμεσα σ' όλους τους ευρωπαίους. Εκείνη την άνοιξη, ο Βασίλης Ρώτας (κι αυτός της γενιάς του Σικελιανού και του Βάρναλη) έγραφε..
Αδέρφια τούτ' την άνοιξη πουλιά δεν κελαϊδούνε
μον' κελαϊδούνε τ' άρματα, λαλούνε τα ντουφέκια.
Το λεν οι συναγωνιστές ψηλά στα κορφοβούνια.
Δεν είν' οι σαραντάπηχοι, του μύθου οι αντρειωμένοι
που λάμπανε απ' τα χρυσά και τα πολλά τσαπράζια,
μον' είν' οι φτωχογέννητοι κι οι φτωχοαναθρεμμένοι
εργάτες και γραμματικοί, βοσκοί και ζευγολάτες..
Αυτά την άνοιξη. Το Φθινόπωρο ήταν η μεγάλη ευκαιρία (α ρε Μακρίδη γίγαντα, α ρε καημένε Άρη!). Το χειμώνα η πρώτη μεγάλη ήττα. Στις δεκαετίες που ακολουθούν το φάντασμα της ήττας τους κυνηγάει όλους. Ο Ρίτσος, από την εξορία ήδη, θέτει το πλαίσιο:
Ακόμα δε μιλήσαμε.
Δεν είπαμε το δικό μας τραγούδι.
Έμεινε πίσω απ' τη φωνή μας η βουή μιας παρέλασης,
στριμωγμένη ανάμεσα σε χιλιάδες πόρτες,
όταν ο λαός προχωρούσε τινάζοντας τις τραγιάσκες του στον
αέρα,
όταν οι μπουρζουάδες τρέμαν πίσω απ' τα τζάμια των πολυ-
κατοικιών,
τότες που η καρδιά μας ζυγιάζονταν ανάμεσα σε χιλιάδες καρ-
διές,
σαν ένα ζήτω ανάμεσα σε χιλιάδες κόκκινες σημαίες.
Και ο Κλείτος Κύρου (ποιητής της Α' Μεταπολεμικής Γενιάς), αργότερα, υπενθυμίζει το μέγεθος της καταστροφής..
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα...
(Κλ. Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη, 1960)
Το μεταπολεμικό κοινωνικό περιβάλλον βαραίνει άσχημα τη γενιά που μεγάλωσε με τα απελευθερωτικά οράματα..
τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκκα-
λιά μας
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
τα παράθυρα είναι τυφλά
Οι τράπεζες ξαπλωμένες στα φαρδειά πεζοδρόμια
σαν προϊστορικά ζώα που χωνεύουν τη λεία τους
τα σταυροδρόμια σαν μεγάλοι σταυροί ακουμπισμένοι στο
χώμα
(Τ. Λειβαδίτης, Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου -απόσπασμα-,1953)
Ο Νίκος Καρούζος, ένας απ' τους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές, προσθέτει..
Φτώχεια φωτιά φαρμάκι ο τόπος.
Κι αυτό το παλικάρι απ' τη θάλασσα
έτσι που σπάζει το φως στα μαλλιά του
χρωματιστές αχτίδες αποθεώνουν
το άνθος του κορμιού του.
Κι αυτό το παλικάρι
με τον ιδρώτα του καλοκαιριού στη βλάστησή του.
Δρόμοι με τον καημό
Σταδίου αγαπημένη -
λείπουμε
όλα φράζονται
και συ πώς στέρεψες καρδιά μου...
Τώρα γυρίζει ο καιρός
φέρνει τη χλόη
και της γαλήνης τα νερά.
Μπορώ
γυρίζω τον καιρό
βγαίνω απ' τις φλόγες...
Παιδιά γυναίκες άντρες στην οδό
υπηρέτριες με τις δικές τους ώρες
στα στήθη προσμονή
ο Βαγγέλης
κ' οι ένοχοι που τρέχουν
με ταχύτητα
πλέον των εκατό χιλιομέτρων
για να μη βλέπουμε
τα πρόσωπά τους.
(Αισθάνομαι τη νύχτα, 1961)
Ένας νεότερος (ποιητής της Β' Μεταπολεμικής Γενιάς – αν και οι κατηγοριοποιήσεις είναι αρκετά συμβατικές), ο Θωμάς Γκόρπας, αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο το κλίμα της πρωτεύουσας τη δεκαετία του '50:
Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου.
Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.
Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε
το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ' άλογο.
Απ' το στόμα του πετάχτηκαν αφροί
κι έπαιξαν στα μάτια σας
απ' το στόμα κι απ' τη μύτη τίναξε το αίμα του
που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.
– - Από πείνα. Είπατε.
Τα πόδια σας πώς είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;
- Από πείνα. Είπατε.
Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;
- Από πείνα. Είπατε.
Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα;
- Από πείνα. Είπατε.
Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος...
(Περιστατικό στην οδό Σταδίου, 1957)
Ο Πρόδρομος Μάρκογλου (Β' Μεταπολεμική γενιά) συνεχίζει το χορό. Βλέπουμε όμως σιγά-σιγά την αρχή μιας νέας ελπίδας..
Μας τσάκισαν τα κόκκαλα.
Μέσα στους φριχτούς πόνους,
στους ακρωτηριασμούς,
πέφτει το πέπλο κι ο κόσμος
βουλιάζει
στο ύστατο σημείο,
όλοι περιμένουν να παραδώσουμε την ψυχή μας,
το καρφί τρυπάει το κόκκαλο
αναδύεται η γνώση,
γυαλιστερό μαχαίρι,
ανέρχεται καθώς βεγγαλικό,
μας ξαναστήνει στα πόδια,
η υπέρτατη και τρομερή γνώση,
μέσα και πέρα από κάθε απώλεια,
έτοιμοι να χάσουμε,
να κερδίσουμε
πάλι και πάλι
τον κόσμο.
(Έσχατη υπόσχεση, Οκτώβρης 1965)
Αυτός που ξεχωρίζει από το όλο κλίμα και επιμένει σε υψηλούς τόνους πως υπάρχουνε προυποθέσεις για μια καινούργια/ άνοιξη, είναι βέβαια ο Μιχάλης Κατσαρός. Ο 'έλληνας Μαγιακόφσκι' αντικρούει οποιονδήποτε πρόσκαιρο συμβιβασμό, κατακρίνει τις παλλινωδίες της ηγεσίας, μένει όρθιος και διεκδικεί το όραμα..
(...)Για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία.
ένας σκοτεινός συνωμότης
(Δωριείς, 1953)
Και..
(...)Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.
(Κατά Σαδδουκαίων, 1953)
Παράλληλα, είναι η εποχή που αρχίζει απ' τους ποιητές η σκληρή κριτική στο Κόμμα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μια κριτική που θα πάρει πολλές και διάφορες μορφές, αισθητικές και θεματικές. Να σημειωθεί ότι οι φορείς αυτής της κριτικής είναι οι ποιητές της Α' Μεταπολεμικής Γενιάς, αυτοί δηλαδή που έζησαν ως εικοσάρηδες την εποποιία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ανδρώθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες. Ο Άρης Αλεξάνδρου, απ' τους μεγαλύτερους ποιητές της γενιάς του, είναι ο πιο κατηγορηματικός (γι' αυτό και λοιδορείται ακόμα και σήμερα από ημιμαθή και ανιστόρητα μέλη του κσ...) :
Σύντροφε, κοιμάσαι;
Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;
(Ανεπίδοτα γράμματα, 13, 1952)
Επίσης, το ελαφρώς εμπαθές αλλά στενόχωρα αληθινό..
(...)Είναι κι άλλοι πούχουν στοκ
μαύρες ταινίες δάφνινα στεφάνια
και με πρώτη ευκαιρία
μπαίνουν στο κόπο να τυπώσουν τα χρυσωμένα γράμματα:
“ Εις μνήμην των ηρώων που πέσαν πολεμώντας τον προδότη
Τίτο ”.
“ Ενθάδε κείνται όσοι πέσαν χτυπημένοι
απ' τις συκοφαντίες του Ζαχαριάδη ”.
Μετά την ολομέλεια
σκοντάφτω συνεχώς σε πεσμένες μαριονέττες.
Σπάσανε βλέπεις οι κλωστές που κρατούσε κείνος ο “φαντάρος
της ελευθερίας”.
Φυσικά ξανασηκώθηκαν αμέσως.
Ευτυχώς, όλο και κάποιος βρίσκεται να ξέρει από κόμπους.
Με τη νέα ταχτική
μια και τους είπανε πως πρέπει να βάζουνε σε σκέψη το μυαλό
τους
(μισή ωρίτσα πριν και κάνα δεκάλεπτο μετά το φαγητό)
καταβάλουν όπως είδα φιλοτίμους προσπαθείας.
Σαν να φοβάμαι μόνο πως όλο το ημίωρο το ξοδεύουνε στη
σκέψη πως αργεί
η νέα διαταγή που θα ορίζει
τί συγκεκριμμένα θα πρέπει να σκεφτούν.
(Συνομιλώ άρα υπάρχω, 1959)
Και το τελειωτικό..
Μια μέρα τούτο το βιβλίο
θα βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου
δίπλα σε σκουριασμένους σιδεροσωλήνες οδηγούς ρητορικής σε
χάρτες επιτελικούς κομμάτια ασβέστη από σπασμένα α-
γάλματα.
Θα βρίσκεται κι αυτό κιτρινισμένο δίπλα στα τεκμήρια
σαν νεκροκεφαλή
της δεκαετίας μου
που σεις δολοφονήσατε
εσείς
πολεμοκάπηλοι
εσείς
ψευτοκομμουνιστές.
(Τεκμήριο, 1959)
Ο έταιρος μείζονας της γενιάς, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, συνεχίζει στο ίδιο μήκος κύματος, σε διαφορετική συχνότητα..
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημέ-
νων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας
φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους δια-
βάτες
Για τα προάυλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων (...)
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά
Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν
έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλή-
θους.
(Μιλώ..., 1956)
Κάπου εδώ, έρχεται σαν οδοστρωτήρας ο 'σκοτεινός συνωμότης', για να τα τινάξει όλα στον αέρα – έτσι ώστε να ξαναβρεί το νόημα..
Ώ Ρόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές.
Ώ Τέλμαν Τάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυθικά πρόσωπα
ελάτε.
Οι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
Οι πρόεδροι ανταλλάσουν επισκέψεις
Οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
Κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας
μας περιπαίζουν.
Εγώ έχω μέσα στη θυμησή μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
'' Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ ''
Έχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Μαγιακόφσκι που πυροβολούσε
τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.
Πώς βγήκανε πάλι απ' αυτή τη φωτιά
ο Κος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Κος πρέσβης;
Και τώρα τί πρέπει να γίνει
σ' αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ' αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
Πώς θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
''ελευθερία'', ''ισότητα'', ''Σοβιέτ'', ''εξουσία'';
(Μ. Κατσαρός, Στο νεκρό δάσος,1953)
'Ετσι είχαν τα πράγματα αγαπητοί αναγνώστες. Έτσι ακριβώς, όπως τα διαβάζετε. Το '68 δεν έπεσε από τον ουρανό..
Οι δεκαετίες που ακολουθούν σημαδεύονται απ' τη διπλή περιπέτεια της Δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, που οδηγεί φυσικά στα ήρεμα(;) νερά του 'σοσιαλισμού' του γιού του γέρου της Αγγλοκρατίας.
Και σ' αυτή τη περίοδο, οι μνήμες της Κατοχής και τις Αντίστασης παραμένουν επίμονα παρούσες. Και ως τέτοιες, ορίζουν διαλεκτικά και το ίδιο το παρόν -όπως βλέπουμε στο πολύ ωραίο ποιήμα του θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου:
Όλοι σωπαίνουν γύρω μου, λοξοκοιτάζουν .
Και το γκαρσόνι μου μιλάει στον πληθυντικό,
με τις καλύτερες ελληνικούρες του ρεπερτορίου του.
Κι όμως εδώ, σ' αυτό το μαγαζί,
μια νύχτα του σαραντατέσσερα, χορεύανε.
Λαχτάριζε το σώμα τους, γραφότανε .
Τα ρούχα τα τριμμένα είχαν ομορφήνει.
Τότε, πηδώντας ένα-ένα τα σκαλιά,
σβούριξε μέσα στο χορό κείνη η ειροβομβίδα.
(Σ' αυτό το μαγαζί, 1973)
Δέκα χρόνια μετά, ο υπερρεαλιστής της Α' Μεταπολεμικής γενιάς, Έκτωρ Κακναβάτος (ίσως ο τελευταίος επιζών της γενιάς του, αειθαλέστατος μέχρι και σήμερα – υπέγραψε μάλιστα το κείμενο του Μπιτσάκη για την υπόθεση Άγρα...) θα επιμένει να υπενθυμίζει:
(…)Ύστερις σηκωτόν τονε πήρανε οι τέσσερις.
δεν είχαν μάτια
ούτε αυτιά
ούτε χέρια
ούτε γλώσσα
ούτε στόμα
μόνο κατηφοριά ίσια μέσα τους
που λίγο λίγο τους κατάπιε.
Να θυμάσαι, που μόνο το κεφάλι του,
σαν άστρο μες στο σύννεφο,
μόνο το κεφάλι του κρεμάσανε
στα Τρίκαλα...
αδύνατο λοιπό να τ' αρνηθείς:
ίσαμε δω ο κλήρος μας
αίμα του Οφιούχου.
(Υπόμνημα για το αίμα του Οφιούχου, 1983)
Η μεταπολίτευση είναι δύσκολη περίοδος, αντιφατική. Οι ποιητές, σύμφωνα με τον σ. Σαμπετάι, την αντιμετωπίζουν 'ως χάος'. Ο βολιώτης ποιητής Μανώλης Μπαλλής προσπαθεί να κολυμπήσει στα θολά νερά:
Απόδοση βαθμοί μηδέν λόγω όμως ιδιοκτησίας της μπάλλας 1.
Δίνομαι ξοδεύομαι σπαταλιέμαι κανένα τηλέφωνο δεν απαντά αν
δεν αναφέρεις όνομα και επίθετο γιατί οι ξένοι κι όχι οι Εαμογενείς.
Το ξύσιμο, το γνέψιμο, το βήξιμο το ανακάθισμα τα βλέμματα, παρέες, επαφές διπρόσωπο. Πότε επιτέλους θα ρεύσουμε πριν μας
γνέψουν λαχειοπώλες, περιπτεριούχοι, ταξιτζήδες, γκαρσόνια, τοστατζήδες, χαρτοκλέφτες, προαγωγοί, μπαρόβιες και μοναχικοί
ψυχολόγοι.
Ψόμα δώμα
και το κόμμα έχει χρώμα
Απεργία με μανία
μα στα βόρεια κάνει κρύα.
Ώρες που πλέκουν
σπαθιά που κλαδεύουν
πριόνια που κόβουν νύχια
Δεν νίπτω τα χέρια μου
προτιμώ να πλυθώ ολόκληρος
(Οι πλάτανοι, εμείς και...εφεδρίες, 1982)
Ο επίσης βολιώτης Θανάσης Κωσταβάρας (15 χρονών έφεδρος ΕΛΑΣίτης στα βουνά του Πηλίου) καταθέτει τη δική του εκδοχή για το κοινωνικό προτσές. Ό,τι πρέπει, κατά τη γνώμη μου, για τη συγκυρία στην οποία γράφει..
Όμως δεν είναι τούτος ο χειμώνας, χρόνια τώρα που κρατάει
δεν είναι τούτος ο κακός χειμώνας πέρασμα.
Να ΄ρθεί ξανά μια άνοιξη, νά 'ρθει ένα καλοκαίρι.
Να σμίξει ασκέρι στα βουνά.
Χλωμά τσογλάνια έχουν πιάσει τα στενά.
Πιάσαν τα πόστα, πιάσαν τα περάσματα.
Δε μένει άλλος δρόμος.
Με τα κοντά μαχαίρια τώρα. Στα τυφλά.
Με τα κοντά μαχαίρια να ριχτούμε, να τελειώνουμε.
(Θ. Κωσταβάρας, Εννιά μικρά κομμάτια για τσαμπουνά, 1982)
Το 1986 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το αποποιήθηκε.
Απ' την άλλη, ο Λευτέρης Πούλιος, κύριος εκπρόσωπος της νέας γενιάς της Αμφισβήτησης (Γενιά του '70), περιπλανώμενος στο κέντρο της πρωτεύουσας..
Δρόμοι πλάι σε στραφτερές βιτρίνες, πλάι
σ' αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
εργοστάσια. Δρόμε έξω απ' το πανεπιστήμιο.
Έξω απ' το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
και χαλίκια. Κάτω απ' το βάρος
οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.
Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι γιορτής.
Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες.
Ποιά κατάρα πάνω σας έχει πέσει; (1975)
Με Πέτρουλα – Λαμπράκη (και Τάσο Τούση) -που φωνάζουν και οι χαβαλέδες του ΕΜΠ..
Τέλος, ο Καρούζος βάζει τα πράματα στη θέση τους:
Κείθε
δώθε
πιο κείθε
/ τότε πιο δώθε/
κάθεσαι καλά ή μήπως
μετεωρίζεσαι;
Στην επανάσταση
γρήγορα!
(Ζάπυρος,1981)
Λίγο ακόμα όμως και θα καταχραστούμε τη φιλοξενεία της Κ.Ε..
Είναι σίγουρο ότι η παραπάνω 'ανθολογία' είναι -κάτι παραπάνω από- ελλιπής.
Αυτό όμως που ήθελε να δείξει, είναι το τεράστιο χρυσοφόρο πολιτισμικό υπέδαφος πάνω στο οποίο κατακάθεται σήμερα ένα παχύ στρώμα μεταμοντέρνας ΜΜΕ λουμπεναρίας πολύ κακής ποιότητας. Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε ακριβώς 'τί παίζει' σήμερα, πρέπει να έχουμε καλή γνώση του τί συνέβαινε στο παρελθόν(στο συγκεκριμμένο τομέα). Μέσα από τη σύγκριση, η διαφορά αποδεικνύεται χαώδης και σου χαρίζει ένα δυνατό πολιτισμικό σοκ, παρέα με μια γεύση μελαγχολίας. Είναι ακριβώς ό,τι πρέπει για μια ρωμαλέα καινούργια αρχή. Οπότε, οι παροικούντες το Πέτρογκραντ -ή τη Βαρκελώνη- θα πρέπει να μετασχηματίσουν την ρητορική ερώτηση του τίτλου σε προτρεπτική κατάφαση.
Σε όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα -ως την ίδρυση της ιδιωτικής τηλεόρασης, με πολιτική ευθύνη των συνασπισμένων- ήταν η Αριστερά που κυρίαρχα συνδέθηκε με οτιδήποτε ποιοτικό στον τομέα της πολιτιστικής παραγωγής.
Πρέπει αυτή η ηγεμονία να ξανακερδηθεί.
Αντί επιλόγου, θα ήθελα να παίξω και 'γω για λίγο το ρόλο του προφήτη ( α λα Ελύτη στο Άξιον Εστί ). Βαθιά ανάσα και πάμε λοιπόν:
-Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, έπειτα από δύο χρόνια ανέχειας με χορηγούς ΔΝΤ και εγχώρια ολιγαρχία, λέγε, τί βλέπεις;
-Βλέπω κάτι που έρχεται απ' το παρελθόν,
αλλά είναι γραφτό του να επιστρέψει στο μέλλον, στο δικό μας μέλλον.
-Βλέπω..
τις σκαλωσιές, το σίδερο, τον ασβέστη, το μπετόν,
χτίζοντας τ' όνειρό μας δίπλα στα σπουργίτια,
τα ειρηνικά αερόπλανα σκίζοντας το γαλάζιο,
για το ταξίδι τους στις άλλες
συντροφικές μας πολιτείες
ρίχνοντας τ' αερόπλανα χίλιες χιλιάδες χαρωπά χαρτιά
για τη μεθαυριανή πρωτομαγιά -φτεροκοπώντας τα χαρτιά
πάνω από τα κεφάλια των χτιστάδων-
η άμιλλα της ανοικοδόμησης,
οι τόρνοι,
τα τρακτέρ,
τα σφυριά,
οι καμινάδες,
οι σημαιούλες στα καινούργια γιαπιά,
το κοκκόρι της θεια-Καλής στην καινούργια μάντρα,
σύντροφε κοκκοράκι μην ξελαρυγγιάζεσαι άδικα,
ξυπνήσαμε, ξυπνήσαμε, δουλεύουμε .
και μια κοπέλα δεκαοχτάχρονη, κοκκινομάγουλη, δίχως γυαλιά
μια νέα κομμουνίστρια δροσερή και σοβαρή
με μια καρώ ποδιά γαλάζια και κόκκινη
επιβλέποντας την άμιλλα των κοριτσιών στα υφαντουργεία
μια δυνατή, μια γελαστή, κοκκινομάγουλη κοπέλα :
η Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας.
(Γ. Ρίτσος,Οι Γειτονιές του Κόσμου, 1949-1951)
[ υγ1: Το κείμενο αφιερώνεται στον σ. Σαμπετάι, στον οποίο οφείλει την έμπνευσή του καθώς και μεγάλο μέρος του προλόγου.
υγ2: Συγκλονιστικό bonus track, αποκλειστικά για τους αναγνώστες του Σφυροδρέπανο... http://www.youtube.com/watch?v=MOGZ011MsDM&feature=related ]