Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομάντο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομάντο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Νοσταλγός της κομσομόλ

Μετά τα μπουζούκια, ο κομάντο χρειαζόταν ένα άλλοθι, μια ταχεία επάνοδο κι ένα μεταβατικό πρόγραμμα εκπολιτιστικής επανάστασης με συναυλίες. Σαν αυτή του γιοκαρίνη και του λάκη με τα ψηλά ρεβέρ. Οι έξοδοι βέβαια έχουν έξοδα κι εμείς ως εξοδούχοι παθαίνουμε εμπλοκή και μας πάει αίμα. Αλλά η τιμή ήταν φιλολαϊκή, δέκα ευρώ είσοδο με ποτό, χωρίς έκπτωση όμως για αυτούς που δεν πίνουν, καλή ώρα.

Το κέντρο που πήγαμε ήταν κάπου στη δυτική είσοδο της πόλης, κοντά στο Μύλο της μεταμοντέρνας εποχής που όλα τα αλέθει, όλα τα μαχαιρώνει και βάζει μυαλά στο μίξερ. Μια περιοχή γεμάτη ελληνάδικα, κωλάδικα, κι άλλα –άδικα, όπου πηγαίνει ο κόσμος για να ξεχάσει την αδικία που τον πνίγει κάθε μέρα.

Μου ‘πανε μη μπλέξεις τα σκυλιά με τους ροκάδες
Μα έτσι και δε δούλευα, θα τρώγαμε παπάδες



Κι έτσι βγήκε [ο γιοκαρίνης] στην εκπομπή της γερμανού, που ‘χε αφιέρωμα στη δεκαετία με τις βάτες, να πει την ευλαμπία. Κι αν κάποιοι βρίσκουν τη δεκαετία αυτή κιτς, εγώ τη λέω καλτ και θεωρώ κιτς την μεταμοντέρνα ενσωμάτωσή της στο σήμερα, ένα κομμάτι κρέας και νοσταλγία, στοιβαγμένο πλάι σε άλλα εμπορεύματα. Καθένας με τα κακογούστα του.

Θα μου πεις όμως κι εγώ που έχω κόλλημα με το ρετρό, αν ζούσα τότε θα μου έβγαινε το αντιδραστικό και πολλά απ’ αυτά που μου αρέσουν τώρα θα τα απέρριπτα. Αυτό ήταν το ωραίο όμως. Ότι τότε είχε πολλά, ωραία πράγματα και σε έπαιρνε να έχεις αυστηρό κριτήριο και μερικά να τα απορρίπτεις.

Έξω απ’ το μαγαζί παρκαρισμένα αμάξια, ένα σωρό ακριβές μάρκες που δεν ξεχώριζα. Μόνο τα λάντα μπορώ να ξεχωρίσω. Που μιλάνε στην τσέπη, το ταξικό σου κριτήριο, σε όλες σου τις αισθήσεις γενικώς. Ακόμη κι εξ ακοής τα καταλαβαίνεις, όταν μουγκρίζουν γλυκά στην ανηφόρα. Ντε, βρε.
Εμπρός λοιπόν, καλό μου λάντα!

Μπορώ επίσης να ξεχωρίζω τα χρώματα και στα όρια του αυτισμού να απομνημονεύω αριθμούς πινακίδων κυκλοφορίας. Το παλιό μας λάντα το πήραμε το 89’ κι η πινακίδα του ξεκινούσε από ΝΑΥ. Κι αν το είχαμε πάρει λίγους μήνες νωρίτερα θα είχαμε πινακίδα ΝΑΡ και θα ήταν ο απόλυτος σημειολογικός σουρεαλισμός. Ενώ αν ήμασταν στην κατερίνη θα είχαμε πετύχει το ΚΝΕ. Τρία γράμματα μόνο φωτίζουν..

Τώρα το λάντα μας σαπίζει σα σοβιετία στο χρονοντούλαπο της πυλωτής μας, μαζί με κάτι παλιές εφημερίδες. Κι ο άβερελ πήρε ένα όπελ (μετράει τα) άστρα, με πινακίδα που αρχίζει από ΝΕΚ και κάνει τους συνειρμούς αναπόφευκτους σαν το θάνατο.

Μόνο στο στρατό, όπου είναι τώρα ο κάσπερ, χρειάζεται να ξέρεις τι αμάξι περνάει κάθε φορά. Είτε για να παίζεις με τα όρια του αυτισμού και να μετράς τα όπελ άστρα μέχρι να περάσει η ώρα να τελειώσει η σκοπιά. Είτε για να δεις μην τυχόν περνάει ο ταξίαρχος και δεν χαιρετήσεις την εξουσία. Χαιρετίσματα λοιπόν..

Σκληρός χειμώνας, το στρατόπεδο κοινό,
ώρες ολόκληρες κλεισμένος στο κενό
στις αγγαρείες, στις σκοπιές, στα σούρτα-φέρτα,
όμως εκείνος ονειρεύονταν κονσέρτα


Ο κομάντο, που ήρθε με την καλή του, ξυρίστηκε, κουρεύτηκε, έβαλε και κάτι πουλόβερ.
Πώς περάσαν τα χρόνια, τι είναι αυτά που φορώ..
Κι η γυναίκα του καίσαρα που δεν αρκεί να είναι, αλλά να φαίνεται κι ατημέλητη, ήρθε με σπορ ντύσιμο και σταράκια που τα πατούσε ο κομάντο, για να μοιάζουν πιο βρώμικα.
Αυτός ανέβαινε ασθμαίνοντας απ’ τις σκάλες κι αυτή κατέβαινε με το ασανσέρ. Αλλά ευτυχώς συναντήθηκαν κάπου στη μέση.

-Κοίτα στο μπαρ, μου λέει ο κομάντο. Ο γιοκαρίνης! Κι εγώ άκουσα ένας ναρίτης κι έψαχνα να βρω ποιον μου έδειχνε.
Οι αντιθέσεις τραβούσαν σα μαγνήτης το μεταλλικό μου βλέμμα. Στεκόμουνα ακίνητος σαν ατσάλινο τείχος, σοβιετικός γίγαντας με πήλινα πόδια, βιδωμένα στο πάτωμα. Κι η καλή του κομάντο με τραβούσε απ’ το χέρι να χορέψω μαζί τους.

Μα γιατί δε μ’ αφήνεις ήσυχο στη μπρεζνιεφική μου στασιμότητα; Νιώσε τον ίλιγγο της ακινησίας να χτυπά στα μηνίγγια σου κι έλα να συνυπάρξουμε ειρηνικά χωρίς να ενοχλούμε ο ένας τον άλλον.

Ο κόσμος του μαγαζιού μυστήριος. Γκαρσόνια δαπιτόφατσες, ένα ζευγάρι που έσκασε είκοσι ευρώ, έκατσε ένα λεπτό κι έφυγε –τόσο τους πήρε για να νιώσουν παράταιροι. Εξάλλου, λεφτά υπάρχουν (για ξόδεμα). Και μια σκυλομούρα που σου ανέτρεπε όλες τις θεωρίες για το επίκτητο και σε έκανε να αναρωτιέσαι: σκυλάς γεννιέσαι ή γίνεσαι; Ποια είναι η απάντηση;
Γαβ-γαβ, που θα ‘λεγε κι ο ιντεφίξ. Πανέξυπνο σκυλάκι.

Το μαγαζί αυτό πάντως είχε χτιστεί για κλαμπ, (σχεδόν) γεννήθηκε τέτοιο. Πώς να αλλάξει χαρακτήρα τώρα στα γεράματα; Να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι και να αρχίσει να φιλοξενεί συναυλίες; Κι ο λάκης που τα παίρνει στο κρανίο με τα φωτορυθμικά, από τον καιρό της ντίσκο ακόμα, είχε ξενερώσει άγρια και τους πήρε ψιλό γαζί.

Βάλε μου λίγο πράσινο, να μοιάζω ζηλιάρης.
Τώρα λίγο κίτρινο να μοιάζω αρρωστιάρης.
(Ή σκέτο άρης, είπα μέσα μου).
Βάλε μου και λίγο κόκκινο, να μοιάζω καβλιάρης. (Τρία κάπα κι ένα ε, είπα μέσα μου). Και μετά μας ρωτούσε αν είναι και του είπαμε πως ναι και ότι το σωστό είναι γκαβλιάρης, με γάμα στην αρχή για να βγάζει συναίσθημα.

Και στον αέρα πάνω ντίσκο μουσική
Σταλμένη πάντα απ’ την αμερική.


Μετά όμως έμαθε ότι το μαγαζί είναι καινούριο κι ότι τους έκαναν ποδαρικό κι είπε δυο καλά λόγια γι’ αυτούς και να ξανάρθουμε (ναι, πως..). Και μετά τα πήρε με έναν που βιντεοσκοπούσε τη συναυλία και ο κομάντο ενθουσιάστηκε: άμα δεν είναι στο ίντερνετ δεν υπάρχει. Κι ο άλλος απάντησε ότι δε θα το δείξει πουθενά, απλώς την γράφει για τον εαυτό του, ενώ ο κομάντο φώναζε, ούτε για τον εαυτό του το κάνει.
Τελικά αποδείχτηκε ότι τον λάκη τον έκοφτε για τα δικαιώματα και τότε φώναξα μέσα μου: όχι, μην το κάνεις, καταστρέφεις τις αυταπάτες του κομάντο.

Ο οποίος ξετρελάθηκε και με τον γιόκα γιατί έπαιξε σιδηρόπουλο, αν ήσουν φίλος. Κι άρχισε να μου λέει για τον πρίγκηπα της ροκ, ενώ εγώ του έλεγα για το βασίλειο της ελευθερίας που δε θα χωράει κανείς βασιλιάς και πρίγκηπας. Μικρός θεούλης ο γιοκαρίνης, αλλά όπως είπε κι ο λάκης: τι να κάνουμε; Γεννήθηκε με μαλλάκια. Κανείς δεν είναι τέλειος.

Τέλειωσε η συναυλία και βγήκαμε έξω για καθαρό αέρα. Εγώ ποδαράτα, τη μεγάλη πορεία προς ανατολάς κι ο κομάντο με την καλή του για ταξί (ο πατσάς ήταν εκτός ημερήσιας διάταξης).

Στο άγνωστο ο κουρσάρος
Με καράβι την ελπίδα
Παντιέρα, ρόσα τριομφερά.


Αλλά η ζωή μας μένει άχαρη, τσίχλα δίχως ζάχαρη.
Κι άντε να βρεις σημεία επαφής με όλο αυτόν τον κόσμο και να τους κάνεις συντρόφους σου. Που όταν τους βλέπεις, μαζεύεσαι με περιφρόνηση και απλώς ζεις ανάμεσά τους.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Η μελωδία της παρακμής

(ή αλλιώς, Mια βραδιά στον Καρρά)

Σάββατο απόβραδο (και ασετυλίνη). Οι μάζες ετοιμάζονται για τη νυχτερινή τους έξοδο και νιώθουν τον πυρετό του σαββατόβραδου να τυλίγει γλυκά τα μηλίγγια τους.
Η κε του μπλοκ αποτίνει το δικό της φόρο τιμής στον μολώχ της νύχτας με μία μελέτη του κμε (κομάντο μπουζουκόβιας εντροπίας), που ανήκει σε εκείνη την κατηγορία κειμένων που μπαίνουν στον ρίζο με τεράστια γράμματα ως ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΜΑΣ. Όπερ σημαίνει ότι απηχεί αποκλειστικά απόψεις και πρακτικές του συγγραφέα του.
Καλή ανάγνωση.

.

Με τα λόγια να κρύψεις τις πράξεις γιατί προσπαθείς;

Για να διασωθεί το -όποιο- κύρος του γράφοντος θα πρέπει να τονίσουμε πως η συγκεκριμμένη έξοδος στη βαθιά νύχτα της συμπρωτεύουσας δεν αποτελεί συνήθειά του, αφού: 1) δεν μπορεί να υποστηρίξει οικονομικά τέτοιες συνήθειες 2) γνωρίζει πολύ καλά πως η χρυσή εποχή των σκοτεινών σκυλάδικων τελείωσε λίγο πριν τη γέννηση του 3) ο ελιτίστικος διανοουμενισμός του (εμφανής στη συνήθειά του να αναφέρεται στον εαυτό του σε γ' πρόσωπο σαν τον Ιούλιο Καίσαρα) δεν επιτρέπει εύκολα τη συμμετοχή του σε τέτοιες διασκεδάσεις.
Παρ' όλα αυτά, λόγω της μεγάλης αγάπης του για το λαϊκό/ρεμπέτικο τραγούδι, πάντα συμπαθούσε τους σκυλάδες. Θρυλικά ονόματα, όπως αυτά του Χριστοδουλόπουλου, του Τερλέγκα, του Βασιλάκη έμοιαζαν σαν φωτεινοί φάροι, ριζικά αλλοτριωμένοι, αλλά έχοντες ακόμα τη δυνατότητα να θυμίζουν στους ευδαίμονες μικροαστούς ιμπρεσσιονιστικά τοπία απ' το κοινοτικό παρελθόν.
Η έξοδος λοιπόν -που θα περιγραφεί παρακάτω, ακολουθώντας την ποιητική του Απολιθώματος- έγινε για λόγους 'επιτόπιας έρευνας', που λένε και στην κοινωνική ανθρωπολογία. Για να δούμε τι έχει να μας πει ο Βασιλάκης εν έτει 2010. Υπάρχει βέβαια κι ένας άλλος λόγος, αλλά αυτός είναι αυστηρά προσωπικός και δεν βγαίνει στη δημοσιότητα.

-Παρασκευή βράδυ, δύο μέρες μετά την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ώρα δώδεκα και μισή.

Μπαίνοντας στο πάρκινγκ του FIX, καταλαβαίνω αμέσως πως είμαι ο πιο λέτσος που θα περάσει το κατώφλι του τεμένους. Κυριλέ σακάκια, σκαρπίνια, γραβάτες, -ρούχα σινιέ – σχέσεις σικέ. Μπεμβεδικά και καγιέν παντού -και ας μη μιλήσουμε για τις γυναίκες.. Δε μασάμε, είμαστε οι πιο λαϊκοί απ' όλους. Στη ρεσεψιόν, ο με ξυρισμένο κεφάλι πορτιέρης μας κοιτάει περίεργα. Η μουσική στα τέρματα, θέαμα στον κύβο με βίντεο γουόλ στους τοίχους από την πίστα που είναι μέσα. Ο σύντροφος (φέρελπις νέος μουσικός της κλασσικής, μεγαλωμένος με κκε εσ., Στραβίνσκυ και Λιλιπούπολη) που μιλάει μαζί του δε μπορεί να συνεννοηθεί -παρ' όλο που έχουμε κλείσει τραπέζι. Το ακροδεξιό μαφιόζικο στοιχείο μας αντιμετωπίζει καχύποπτα. Παρεμβαίνει δυναμικά μία όμορφη Ικαριώτισσα και τελικά μπαίνουμε μέσα.

λόγια στον αέρα λόγια, σαν ακούρδιστα ρολόγια

Το θέαμα είναι εντυπωσιακό. Στο βάθος η πίστα, αρκετά μεγάλη, αλλά άδεια ακόμα -είναι νωρίς. Και από κει και πέρα το χάος. Μια λαοθάλασσα καθισμένων σαλονικιών με ουΐσκια και λουλούδια.
Μαζική διασκέδαση. Καθόμαστε και περιμένουμε να τελειώσουν οι διάφορες χορεύτριες που το παίζουν τραγουδίστριες για να βγει ο Βασιλάκης. Πίνουμε -δεύτερος γύρος μετά το pre-game στο σπίτι- τα ουΐσκια μας και εντυπωσιασμένος από τη μαζικότητα σκέφτομαι: πρέπει η Αριστερά να ενσωματώσει και να απαντήσει σ' αυτήν την ανάγκη για ξεσάλωμα! Οι χαλαρωμένοι απ' τις ουσίες συνειρμοί με πάνε στη σύνθεση του διονυσιακού (που κυριαρχεί εδώ μέσα, και μάλιστα εν μέσω κρίσης) με το απολλώνιο στοιχείο (αριστερά, αλληλεγγύη, ήθος): Μαζικά λαϊκά γλέντια! Στην ύπαιθρο ή στις πόλεις, οργανωμένα από τις λαϊκές επιτροπές, με μόνο σκοπό τη γνωριμία όλων με όλους! Εκθέτω τη βαρυσήμαντη για το παρόν και το μέλλον του λαϊκού κινήματος σκέψη μου στο σύντροφο. Απαντάει ψύχραιμα: “Δεν γίνεται”. Καταλαβαίνω αμέσως πως έχει δίκιο και συνεχίζω να πίνω.

μ' αρέσει νά 'μαι θύμα σου, νά 'μαι φυλακισμένος

Η γνωριμία όλων με όλους γίνεται στις τουαλέτες. Τεράστιες, υπερκυριλέ, με καθρέφτες παντού. Ο τεράστιος τοίχος που χωρίζει το τμήμα των νιπτήρων ανάμεσα στις αντρικές και τις γυναικείες δεν είναι τοίχος. Είναι καθρέφτης!! Πλένεις τα χέρια σου και βλέπεις απέναντι τις κοπέλες να “φρεσκάρονται” -για άλλη μια φορά η τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων υπηρετεί την αλλοτρίωση...

τα καινούργια σας τα στέκια...

Μέσα στο FIX μπορείς να βρεις τα πάντα. Εκτός από μετανάστες, αριστερούς κι αναρχικούς. Εντυπωσιακή είναι η παρουσία της νεολαίας, πέραν των φοιτητών. Μιλάμε για παιδιά κάτω των είκοσι. Δεκαοχτάρηδες στα κυριλέ έκαναν πως διασκεδάζουν, αλλά το έμπειρο μάτι του κομάντο διέκρινε μια -ελπιδοφόρα- σκιά μελαγχολίας στα μάτια τους. Ειδικά στους αρσενικούς ήταν κάτι παραπάνω από σκιά και κάτι παραπάνω από εμφανής.
Αυτοί που ξεχωρίζουν είναι οι (πρώην) λαϊκές πασοκόφατσες γύρω στα πενήντα, με κοιλιές και ασχημοποιημένα πρόσωπα από το ξεκοκάλισμα των κονδυλίων για τα δημόσια έργα. Ύφος λούμπεν, στάση σώματος μαφιόζου, κομπολόι διακοσίων ευρώ, ρολόι ανάλογο -η προσωποποίηση της παρακμής της ελληνικής αστικής δημοκρατίας.
Αριστερά από το τραπέζι μας είναι μια παρέα σπουδαστών του Κ.Ω.Θ. Τους αναγνώρισε ο σύντροφος, καλά παιδιά, στην ίδια φάση με μας, ανίχνευαν τις δυνατότητες συγκίνησης πέραν του Μπάχ. Στα δεξιά, μια παρέα κλασσικών σαλονικιών δεξιών. Χοντροί, χρυσές αλυσίδες και τα τοιαύτα.
Ένας είχε wallpaper φωτό στο υψηλής τεχνολογίας κινητό του ένα κοριτσάκι με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την ελληνική σημαία, ενθύμιο μάλλον της εθνικής ανάτασης του 2004. Το χε βάλει μέσα σ' ένα ποτήρι όρθιο να φαίνεται.. Τον κοίταξα και ‘γω άγρια δυο τρεις φορές αλλά τίποτα.
Το μαγαζί είναι class-war-free. Εθνική ενότητα, με εγγυητή το Βασίλη και τη δανεική ευημερία -της οποίας οι μέρες είναι μετρημένες.

μη μου ζητάς να φύγω, μες στα μεσάνυχτα, θα πάρω πάλι σβάρνα τα ξενυχτάδικα

Κατά τις τρεις βγαίνει ο Βασιλάκης σκοτώνοντας την Πριγκηπέσα. Ακολουθούν μεγάλα κομμάτια: Άλλοθι, Άσ' τη να λέει, Δεν πάω πουθενά. Φωνητικά είναι αξιοπρεπέστατος (φήμες λένε πως έκοψε το πολύ αλκοόλ) αν και τρώει -κλασσικά..- πολλούς στίχους. Από πίσω του, μια μεγάλη οθόνη παίζει ό,τι νά' ναι βίντεο. Για μια στιγμή νομίζω πως βλέπω φλεγόμενους κάδους α λα στουρνάρη, ματ και καγκελάκι στο εμπ, αλλά μάλλον φταίει το αλκοόλ.
Το πρόγραμμα έχει απ' όλα. Και Πουλόπουλο έχει, και Ζαμπέτα-φίνος φιλμ έχει, και παλιά τσιφτετέλια έχει, και Τσιτσάνη έχει (μπαχτσέ τσιφλίκι).
Μόνο Καζαντζίδη δεν έχει. Τυχαίο; Σε καμία περίπτωση. Στα καινούργια μεταμοντέρνα κέντρα χωράνε πολλοί, όχι όμως και κείνος που τους χαιρέτισε τον πλάτανο απ' το '65.

μια μολυβιά που σβήνει, και δεν αφήνει, ούτε ένα ίχνος..

Άπειροι τύποι και τύπισσες από τη λαοθάλασσα των ζωντανών-νεκρών φωτογραφίζουν και βιντεοσκοπούν συνεχώς. Άμεση αυτοανάλωση της στιγμής στο σημείο μηδέν της εμπειρίας. Άμα δεν είναι στο facebook δεν υπάρχει. Φωτογραφίζουν για να ξεχάσουν κι όχι για να θυμούνται. Άλλωστε μια πραγματικότητα πλημμυρισμένη από ποτάμια παραμύθας και αλλοτρίωσης γιατί να τη θυμάσαι; Θέλω να φωνάξω: ΜΗΝ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙΣ – ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙΣ. Αλλά μετά συνειδητοποιώ πως του αξίζει του συγκεκριμένου θεάματος η καταστροφή, όπως και της κοινωνίας που το δημιουργεί, οπότε καλά κάνουν τα παιδιά.

Γενικά, αν εξαιρέσεις κάποια νησιώτικα που παίχτηκαν στο τσακίρ κέφι, η επιτόπια έρευνα δεν βρήκε αυτό που έψαχνε με το φακό. Τα ιμπρεσσιονιστικά τοπία του κοινοτικού παρελθόντος, που αχνοφαίνονταν τη δεκαετία του '80 και του '90 παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Χλωμά τσογλάνια, πλούσιοι από τη φούσκα του χρηματιστηρίου, επιχειρηματίες και υπόκοσμος έχουν πιάσει τα περάσματα. Και το μόνο που αχνοφαίνεται, μετά από πολύ αλκοόλ, είναι δεκεμβριανές συγκρούσεις σε βίντεο γουόλ, πίσω από έναν πάντα γλυκό Βασιλάκη που θέλει να το παίζει ακόμα λαϊκός. Ακόμα και τεράστιοι ύμνοι, όπως το Φωτιά στα Σαββατόβραδα, ακούγονταν παράταιροι σε ένα σκηνικό γενικευμένης παρακμής μιας διασκέδασης που κάποτε, που ήταν λαϊκή, άνοιγε περάσματα στον ουρανό της ψυχικής συν-κοινωνίας.

Το σύστημα καταρρέει -Άσ' το να πέσει! που λέει και η Α.Κ.



δες τι απέμεινε, στάχτη κι αγάπη ένα έγινε

.

Ποιοι είναι οι προσωπικοί λόγοι του νεαρού κομάντο; Συνοψίζονται στον τίτλο ενός αστερίξ, τεύχος νο 15: οι δάφνες του καίσαρα. Ως εκεί μπορώ να πω.
Όσο για το άλλοθι (δεν έχεις άλλοθι) της επιτόπιας έρευνας και της κοινωνικής κριτικής, η κε του μπλοκ υπενθυμίζει στον κομάντο τους στίχους του ποιητή: στους μπουρζουάδες κριτική να κάνουμε, αυτό δε φτάνει.

Σωποδήποτε! Ο αποτέτοιος έχει δίκιο…

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Είναι κάτι αναπτήρες

Ξεκινάμε με γκολ από τα αποδυτήρια. Φωτό από το φεστιβάλ της αθήνας στο περίπτερο του κκρο στη διεθνούπολη, που μας έστειλε φίλη αναγνώστρια. Θρίαμβος του σοσιαλιστικού σουρεαλισμού.

Το δικό μας φεστιβάλ στη λδ του βορρά δεν είχε τρότσκι, ούτε διεθνούπολη. Τι είχε;
Πολύ εργατόκοσμο και λαϊκές φάτσες, σκαμμένες απ’ το μόχθο, χωρίς τη δροσιά της φοιτητικής ανεμελιάς. Οικογένειες με παιδιά που είχαν να ξυπνήσουν νωρίς για δουλειά το πρωί και δεν είναι για ξενύχτια, δακρυγόνα στις πορείες και καγκελάκι.

Του οποίου τη σημασία μέχρι πρόσφατα αγνοούσα κερδίζοντας έτσι την χλεύη του κομάντο και μιας συναδέλφου του. Άρχισα όμως να διαβάζω τσίρκα κι ίσως ξανανέβω στην εκτίμησή τους.
Κι ήξερα για την αντιλαϊκή αύξηση τιμών στα φάρμακα που ακρίβυνε το μαλόξ 12,5%. Γι’ αυτό κι εμείς τώρα προτιμάμε λέει ένα άλλο, αλλά δε θυμάμαι πώς μου το είπαν.

Την πρώτη μέρα αυτοί είχαν συντονιστικό εαακ με χαριτωμένες προτάσεις του στιλ, πάμε καμάρα χωρίς να το πούμε συγκέντρωση ή προσυγκέντρωση κι ο καθένας το βαφτίζει μετά όπως θέλει.
Μα αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται γιατρέ εδώ πέρα, η άλλη μισή στο φεστ αμεσοδημοκρατίας της ακ βρίσκεται. Που γινόταν στα γρασίδια πιο δίπλα.
Οι πιο πολλοί φυλλορρόησαν κι οι εναπομείναντες αποφάσισαν κατά τις τρεις να το λήξουν χωρίς να καταλήξουν πριν καταλήξουν από φυσικά αίτια. Αυτό συνέφερε τη σοβαρή συνιστώσα που δεν είχε τους συσχετισμούς στο θέμα της έκθεσης. Θα το βρει μπροστά της όμως σε κάνα μήνα που θα έχουν για θέμα την εφεε.

Στο φεστιβάλ της ακ έπαιζαν εντός έδρας. Γρασίδια, κακό χορτάρι, μαυρίλα με παρδαλό σύριζα, τα παιδιά για ύπνο κι οι εργαζόμενοι με ποσόστωση. Δε θέλουμε εργάτες στη γιορτή μας.

Καταλαβαίνω γιατί μπορεί να φρικάρουν στο δικό μας. Βλέπουν φαμίλιες με παιδιά –στη γλώσσα τους τους λεν νοικοκυραίους- και ξενερώνουν. Ή μπορεί απλώς να βλέπουνε εικόνες από το μέλλον τους και τις απωθούν έντρομοι.
Γιατί η καλή νοικοκυρά είναι δούλα. Ή όπως λέει ένα σύνθημα στην τούμπα, έξω οι οικογένειες απ’ τα γήπεδα. Ζήτημα χρόνου να βρουν ένα αντίστοιχο και για τις πορείες.

Στα μάτια τους πρέπει να συγκροτούμε το αντεπαναστατικό υποκείμενο της εποχής. Μαζί με τους παππούδες απολιθώματα που δε μπορούν να τρέξουν κι υποχρεώνουν όλη την πορεία να πάει στο ρυθμό τους. Κι όμως αυτοί είναι οι πιο ηρωικοί απ’ όλους.

Τέλος συναυλίας. Φωνή απ’ τα μεγάφωνα.
Εδώ τελειώνει το 36ο φεστιβάλ κνε-οδηγητή. Ραντεβού… στιγμιαία παύση.
Ραντεβού στα οδοφράγματα, σπεύδει να πει ο κομάντο.
Εντάξει. Πήγαινε ξεκίνα το στήσιμο. Και μετά βάλε εσύ μια φωνή κι αν δεν είμαι εκεί, χάρη να μη με λένε. Που δε με λένε δηλ. Κι αν δε με βρεις, ραντεβού στο δρόμο του αγώνα. Και μετά στα γουναράδικα.

Πιο πριν, ομιλία πγ, από τον υποψήφιο αντιπεριφερειάρχη. Ο κομάντο τον έκοψε για μερακλή κι έφαγε σκάλωμα με την κοιλιά του. Στο καπάκι γενίκευση και πολιτικό συμπέρασμα.
-Ξέρεις ποιοι μας χωρίζουν; Αυτοί με τις μεγάλες κοιλιές. Κι απ’ τις δυο πλευρές.
-Μα κι εγώ μεγάλη κοιλιά έχω.
-Όχι ρε, η δική σου είναι νεανική και σφριγηλή.
-Ααα…


Το απόγευμα στην πορεία με βρήκε μια φωνή από τη μπελ επόκ που ήμασταν (συμ)φοιτητές και μου ψιθύριζε αναμνήσεις απ’ το καταφύγιο του παρελθόντος. Ήρθε ως το λευκό πύργο και μας άφησε να συνεχίσουμε τη βόλτα μας παραλιακά. Κι όταν έστριψε στη γωνία οι Ψίθυροι έσβησαν και το καταφύγιο χάθηκε, οριστικά και τελεσίδικα.

Στο τέλος της διαδρομής μας περίμεναν 27άρια λεωφορεία που μας πήγαν κατευθείαν στον χώρο του φεστιβάλ. Επιβάτης στην υστερία αυτού του τόπου.
Επόμενη στάση, νεξτ στοπ, φεστιβάλ κνε-οδηγητή. Παρακαλούμε για μετεπιβίβαση χρησιμοποιείστε τα εισιτήρια της οργάνωσης.

Από καλλιτέχνες είδαμε το λάκη παπαδόπουλο να κάνει τα γνωστά του με το κοινό, να λέει δικό σας και να θυμώνει τάχα που δεν τον αφήνουν να πει αυτός το τέλος.
Ρε αφού σας λέω έχω συνεννοηθεί με την αλέκα να κάνω εγώ το κλείσιμο. Αφήστε τον άνθρωπο να κάνει τη δουλειά του.
Και στο τέλος: καλή επιτυχία στην κνε στις εκλογές. Το σκέφτεται λίγο, δεν του κολλάει και προσθέτει απνευστί: και στους αγώνες της.

Οι χειμερινοί κολυμβητές μας είπαν για τις ανθρώπινες μυρωδιές που έχουν χαθεί γιατί κάνουμε μπάνιο κάθε μέρα, ενώ μόνο οι σκουπιδιάρηδες και κάτι χειρώνακτες δικαιολογούνται να κάνουν τόσο συχνά. Ο μπακιρτζής κι άλλος ένας της μπάντας κάνουν λέει μόνο τα σάββατα. Αλλά δε μας είπε αν είχαν ήδη κάνει ή το είχαν αφήσει για μετά τη συναυλία.

Το κοινό από κάτω γελούσε συμφωνώντας. Στη θεωρία. Γιατί στην πράξη είναι με τον ζαχαριάδη. Αγαπά το πολύ νερό και μισεί τους άπλυτους –στο λέω κι εγώ που το ‘χω δοκιμάσει. Και νοσταλγεί την εποχή που κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα -για να μη μας πιάσουν οι φασίστες στον ύπνο.

Σουρεάλ καταστάσεις με τους σιρίαλ και ντεζαβού με τα δεκαπεντάχρονα που τους ακούν και την κατασκήνωση του εμεπ. Αλλά εκεί ο διεθνισμός φούσκωνε τα στήθη και σκέπαζε τη σκέψη κι όλα τα άλλα.
Ο κομάντο μου ανέλυσε τη διαφορά του λαϊκού τραγουδιού που βγαίνει από τα σπλάχνα του λαού και του νέου κύματος που είναι έντεχνο και μελωδικό, αλλά χωρίς λαϊκές ρίζες. Κι αφού ένιωσα τύψεις που συντάσσομαι αισθητικά με το δεύτερο, μου λέει, πάμε να ακούσουμε μπλε, που του αρέσουν.
Κι ύστερα μας πείραξαν το έντεχνο κι οι σιρίαλ. Πίτσες μπλε.

Έλειπαν όμως οι μπαλκάν καμπαρέ γιατί λέει τους βάλαμε βέτο να μην παίξουν στο φεστιβάλ της ακ κι αυτοί αρνήθηκαν. Σε αυτούς δεν έπαιξαν οι μπλουζγουάιρ κι ο πουλικάκος που κατάπιε τη μασέλα του –ή κάτι τέτοιο. Αλλά η δική μας απουσία ήταν πολιτική και συζητήθηκε περισσότερο.

Κι από συναισθήματα; Όλο το τριήμερο είχα την αίσθηση ότι με ξεβράζει το κίνημα. Οι γνωστοί λιγόστεψαν, οι παλιοί έφυγαν, άλλαξαν πόλη, οργάνωση, έκαναν παιδιά. Λιγότερες από ποτέ κι οι πεθαμένες καλησπέρες μ’ αυτούς που ποτέ δε χαιρετούσα κι όσους εσχάτως αποφεύγω. Θυμάμαι την χρονιά της ρήξης που την είχα βγάλει στην κρυψώνα του σινεμά όπου είχα εποπτεία. Φέτος όμως που είχε και καλή εισήγηση από ένα σκηνοθέτη για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό δεν πρόλαβα να πάω.

.

Στην χαμένη άνοιξη ο τσίρκας μιλάει για το διαχωρισμό μεταξύ χαρακτήρα και προσωπικότητας. Ο πρώτος χτίζεται στο καμίνι της βιοπάλης και της καθημερινότητας. Πολλές φορές εις βάρος της ανάπτυξης της δεύτερης. Που χωρίς το πρώτο μένει δώρο της φύσης άδωρο.

Η διαφορά τους είναι αυτή μεταξύ ενός χειρώνακτα με ένα διανοούμενο. Αυτό ακούγεται ίσως ζντανοφικό, αλλά εξαρτάται από τη διατύπωση. Μπορεί να θεωρείς τους διανοούμενους ύποπτα και χαλασμένα στοιχεία, μικροαστικά κι ασταθή. Και πάνω απ’ όλα στοιχεία, όχι ανθρώπους.

Μπορείς όμως να το πεις και σαν το λένιν για το κόμμα νέου τύπου, την πειθαρχία στο εργοστάσιο και τον χαρακτήρα που φτιάχνει. Και για τους διανοούμενους που πηγαίνουν ένα βήμα μπρος με το μυαλό τους κι άλλα δυο πίσω λόγω έλλειψης χαρακτήρα.

Τα εξηγεί ο ρούσης στο βιβλίο του για τη διανόηση. Και το εντυπωσιακό είναι ότι ο ίδιος αποτελεί ζωντανή απόδειξη για την αστάθεια που καταλογίζει στους διανοούμενους ο λένιν.
Στη διαμάχη του με το κόμμα έχει δίκιο κι άδικο μαζί. Χάνει το πρώτο με τα τρία σίγμα και τον τρόπο που αντέδρασε. Αλλά όπως λέει το ένα έβδομο, στις σχέσεις του κόμματος με τέτοια άτομα η κατάληξη αυτή είναι σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Κι όχι με δική τους ευθύνη.

Υπόδειγμα χαρακτήρα ήταν οι παλιοί κομμουνιστές σαν τον αλύγιστο του κοτζιά. Το ωραίο είναι πως ο ήρωάς του είναι ο πλουμπίδης που ήταν όντως αλύγιστος παρά το άσθμα του και την πίκρα του και πέθανε φωνάζοντας ζήτω το κουκουέ. Αλλά ήταν συνάμα και διανοούμενος δασκαλάκος σε μια θαυμαστή διαλεκτική ενότητα όπου τα σπουδαία άτομα θυσιάζονταν για το σύνολο.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο ο χαρακτήρας είναι η διαφορά του μέσου αριστεριστή από τον κομμουνιστή σύντροφο. Είναι πάντα προβληματικό να κάνεις μία αφαίρεση γιατί δεν χωράει όλα τα φαινόμενα της πραγματικότητας. Κι είναι πολύ δύσκολο να κατατάξεις τους δήθεν που το παίζουν ιστορία και προσωπικότητες του κινήματος, για να καλύψουν το τεράστιο κενό τους –ως χαρακτήρες κι ως προσωπικότητες.
Το πρώτο θα φανεί στο στρατό ή το αργότερο μετά στη βιοπάλη. Και το άλλο θα φανεί σε οποιονδήποτε στοιχειωδώς έμπειρο με νοοτροπία που στέκει ένα σκαλί πάνω από τον ενθουσιασμό του πρωτοετή. Το θέμα είναι πόσοι καταφέρνουν να ξεφύγουν τελικά από αυτό το επίπεδο. Ο παιδισμός και η ανωριμότητα είναι μαζικά παράγωγα του σημερινού τρόπου ζωής. Μάστιγα της κοινωνίας και της αριστεράς ειδικότερα.

Οι αριστεριστές μπορεί να είναι το καλύτερα παιδιά και να μην τους βαριέσαι ποτέ. Παραμένουν όμως αναξιόπιστοι κι ανυπόληπτοι χωρίς χαρακτήρα για μια σειρά πράγματα.
Από το θα ξυπνήσω να είμαι εκεί από νωρίς και το θα είμαι στην ώρα μου για το ραντεβού. Μέχρι τη σχέση με μόνιμα και σταθερά χαρακτηριστικά.
Πάντα με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Τώρα που λέμε για προσωπικότητες και περσόνες. Μετά το φεστιβάλ πήγα σε μια ναρίτικη σύναξη στο ταξίδι, στο κέντρο (της γης). Ήρθαν δύο δικές τους και με ρώτησαν αν είμαι αυτός. Ως κε του μπλοκ διέψευσα τα πάντα. Κι ύστερα μεταξύ σοβαρού κι αστείου –θέλω να πιστεύω το δεύτερο- μου ζήτησαν αυτόγραφο.
Ο χριστός κι η παναγία!
Είπαμε ρε συ. Σταλινικός κι οπαδός της προσωπολατρίας, αλλά όχι κι έτσι.

Έχω αρχίσει να πουλάω μούρη και να το παίζω προσωπικότητα; Μα τόσο παλιοχαρακτήρας έχω γίνει; Πρέπει να αρχίσω να κάνω άλλες παρέες, πχ με τους φίλους του τζιοβάννη που νιώθουν ότι γράφω μαλακίες για πάρτη του και με βρίζουν. Ή με αυτούς που αναρωτιούνται γιατί δεν πιάνω δουλειά και μένω ανεπρόκοπος, χαραμοφάης να ασχολούμαι με μπλόγκινγκ κι εξυπναδούλες.

Στην οργάνωση πάντοτε είχαμε ισχυρούς χαρακτήρες με φιλότιμο. Από έλλειψη προσωπικότητας πάσχαμε. Και βασικά από άτομα που να τα συνδυάζουν και τα δύο διαλεκτικά. Μπορεί όλοι μας να κολυμπάμε στις αντιφάσεις που είναι η πεμπτουσία της, αλλά από διαλεκτική δε σκαμπάζουμε και πολλά.
Κι ο γράφων πρώτος και καλύτερος. Το πολύ να καταλάβει τις αντιφάσεις και τα αίτια, αλλά ελάχιστα κάνει για να τις αντιμετωπίσει. Ειδικά τις δικές του.

Η πραγματική αγάπη είναι να αγαπάς τον άλλον με τις αντιφάσεις του. Το θέμα είναι να καταλάβουμε τον άλλο. Αλλά το μαρξιστικό είναι να τον αλλάξουμε. Κι ο δικός μας τρόπος είναι το δεύτερο χωρίς το πρώτο. Για αυτό και χωρίς πολλές πιθανότητες επιτυχίας.
Πώς θα αλλάξεις κάτι που δεν γνωρίζεις και δεν αγαπάς;

Για μένα ήταν αποκάλυψη να βλέπω προσωπικότητες σαν τον τρόμπα, τον -κατά κομάντο ευαγγέλιο- μεγαλύτερο συνδικαλιστή που έχει περάσει από το απθ, να αναγνωρίζει ότι παλιότερα ήταν σνομπ με τους πρωτοετείς και παλιοχαρακτήρας. Κι είναι εξίσου αποκαλυπτικό ότι τώρα που δηλώνει ξεκρέμαστος κουκουές και μπορεί να συνδυάσει αρμονικά τα καλύτερα στοιχεία κι από τους δυο χώρους, τα πράγματα του υπαγορεύουν την ιδιώτευση σε ρόλο λεμονόκουπας.

Και να ήσουν στυμμένη πάει κι έρχεται. Άμα έχεις ακόμα πράγματα να δώσεις τι γίνεται; Κρατάς το ζουμί μέσα σου, υποφέρεις σα γελάδα που δεν την αρμέγουν, τραβάς τα βυζιά σου να κατεβάσουν γάλα και σε πνίγει η ξινίλα από το ζουμί που έχεις μέσα σου και τις κακίες σου που οι άλλοι τις περνάνε για κριτική. Μπορεί κι αντίστροφα.

Κι έτσι στόχος γίνεται μια τίμια ιδιώτευση, αντάξια του τίμιου οπορτουνισμού σου. Κρατάς μικρές αντιστάσεις, τελευταίες ζώνης άμυνας, σε αντιπαράθεση πχ με τον άλλο που βρήκε ένα ζουζουλίνι και πήγε να κλειστεί στα προάστια. Και να φανταστείς αυτός μπορεί να είναι ακόμα οργανωμένος. Η ιδιώτευση μες σε οργάνωση είναι η πιο δύσκολη να εντοπιστεί και μία από τις πλέον δύσκολα αντιμετωπίσιμες.

Και τι να κάνεις στην τελική; Να πας στον άλλο να του πεις, ζουλήξτε με γιατί είμαι χαριτωμένος κι έχω πολλά να δώσω;
-Α, πάγαινε από δω ρε λεμονόκουπα, θα σου πει.
Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία που λέγαμε...

Πεταμένα λεφτά.

Κυριακή 23 Μαΐου 2010

Το δεύτερο μέρος για την ποίηση

Ο κομάντο στο εαρ (που πλησιάζει στο θέρος) ξαναχτυπά.
Σήμερα το δεύτερο και τελευταίο μέρος για την ποίηση.

Τα δεκατρία χρόνια από το 1936 εως το 1949 ήταν ίσως η σημαντικότερη περίοδος για την ελληνική κοινωνία τον αιώνα που πέρασε. Μεταξική δικτατορία, ελληνο-ιταλικός πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος, Ήττα της Αριστεράς και μετεμφυλιακή εφιαλτική πραγματικότητα συνθέτουν το πλαίσιο, μέσα απ' το οποίο αλλάζει άρδην η ποιητική πραγματικότητα. Η μεταπολεμική ποιητική γενιά σημαδεύτηκε κυριολεκτικά από τα γεγονότα.

Η περίοδος της Αντίστασης έφερε μια προτόγνωρη λαϊκή ανάταση. Ο μεγάλος Άγγελος Σικελιανός (της γενιάς του Βάρναλη) κατεβαίνει από το σκαλί του ποιητή-μύστη και εναρμονίζεται πλήρως με την εποχή και το λαό του. Την ώρα που άλλοι μικρότεροί του ηλικιακά ποιητές το σκάνε στο Κάιρο, αυτός μένει στα χώματα που τόσο αγάπησε και δείχνει το δρόμο..

Δεν είναι τούτο πάλεμα σε μαρμαρένια αλώνια,

εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος.

Εδώ σηκώνεται όλ' η γη με τους αποθαμένους,

και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.



Κι απάνω απάνω στα βουνά, κι απάνω στις κορφές τους

φωτάει μεμιάς Ανάσταση, ξεσπάει αχός μεγάλος.



Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες,

– -χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια -,

κ' είν' οι νεκροί, στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!

(Α. Σικελιανός, Η Αντίσταση)

Την άνοιξη του 1944 όλα δείχνουν πως η απελευθέρωση είναι κοντά. Μια απελευθέρωση που έγινε -να τα λέμε αυτά- χωρίς τη βοήθεια των συμμάχων. Μόνο ο ελληνικός και ο γιουγκοσλαβικός λαός μπορούν να περηφανεύονται γι' αυτό το κατόρθωμα ανάμεσα σ' όλους τους ευρωπαίους. Εκείνη την άνοιξη, ο Βασίλης Ρώτας (κι αυτός της γενιάς του Σικελιανού και του Βάρναλη) έγραφε..

Αδέρφια τούτ' την άνοιξη πουλιά δεν κελαϊδούνε

μον' κελαϊδούνε τ' άρματα, λαλούνε τα ντουφέκια.

Το λεν οι συναγωνιστές ψηλά στα κορφοβούνια.

Δεν είν' οι σαραντάπηχοι, του μύθου οι αντρειωμένοι

που λάμπανε απ' τα χρυσά και τα πολλά τσαπράζια,

μον' είν' οι φτωχογέννητοι κι οι φτωχοαναθρεμμένοι

εργάτες και γραμματικοί, βοσκοί και ζευγολάτες..

Αυτά την άνοιξη. Το Φθινόπωρο ήταν η μεγάλη ευκαιρία (α ρε Μακρίδη γίγαντα, α ρε καημένε Άρη!). Το χειμώνα η πρώτη μεγάλη ήττα. Στις δεκαετίες που ακολουθούν το φάντασμα της ήττας τους κυνηγάει όλους. Ο Ρίτσος, από την εξορία ήδη, θέτει το πλαίσιο:

Ακόμα δε μιλήσαμε.

Δεν είπαμε το δικό μας τραγούδι.



Έμεινε πίσω απ' τη φωνή μας η βουή μιας παρέλασης,

στριμωγμένη ανάμεσα σε χιλιάδες πόρτες,

όταν ο λαός προχωρούσε τινάζοντας τις τραγιάσκες του στον

αέρα,

όταν οι μπουρζουάδες τρέμαν πίσω απ' τα τζάμια των πολυ-

κατοικιών,

τότες που η καρδιά μας ζυγιάζονταν ανάμεσα σε χιλιάδες καρ-

διές,

σαν ένα ζήτω ανάμεσα σε χιλιάδες κόκκινες σημαίες.

Και ο Κλείτος Κύρου (ποιητής της Α' Μεταπολεμικής Γενιάς), αργότερα, υπενθυμίζει το μέγεθος της καταστροφής..

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε

Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε

Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα

Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο

Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν

Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά

Αποσπάσματα...

(Κλ. Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη, 1960)

Το μεταπολεμικό κοινωνικό περιβάλλον βαραίνει άσχημα τη γενιά που μεγάλωσε με τα απελευθερωτικά οράματα..

τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκκα-

λιά μας

τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι

τα παράθυρα είναι τυφλά



Οι τράπεζες ξαπλωμένες στα φαρδειά πεζοδρόμια

σαν προϊστορικά ζώα που χωνεύουν τη λεία τους



τα σταυροδρόμια σαν μεγάλοι σταυροί ακουμπισμένοι στο

χώμα

(Τ. Λειβαδίτης, Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου -απόσπασμα-,1953)

Ο Νίκος Καρούζος, ένας απ' τους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές, προσθέτει..

Φτώχεια φωτιά φαρμάκι ο τόπος.

Κι αυτό το παλικάρι απ' τη θάλασσα

έτσι που σπάζει το φως στα μαλλιά του

χρωματιστές αχτίδες αποθεώνουν

το άνθος του κορμιού του.

Κι αυτό το παλικάρι

με τον ιδρώτα του καλοκαιριού στη βλάστησή του.

Δρόμοι με τον καημό

Σταδίου αγαπημένη -

λείπουμε

όλα φράζονται

και συ πώς στέρεψες καρδιά μου...

Τώρα γυρίζει ο καιρός

φέρνει τη χλόη

και της γαλήνης τα νερά.

Μπορώ

γυρίζω τον καιρό

βγαίνω απ' τις φλόγες...

Παιδιά γυναίκες άντρες στην οδό

υπηρέτριες με τις δικές τους ώρες

στα στήθη προσμονή

ο Βαγγέλης

κ' οι ένοχοι που τρέχουν

με ταχύτητα

πλέον των εκατό χιλιομέτρων

για να μη βλέπουμε

τα πρόσωπά τους.

(Αισθάνομαι τη νύχτα, 1961)

Ένας νεότερος (ποιητής της Β' Μεταπολεμικής Γενιάς – αν και οι κατηγοριοποιήσεις είναι αρκετά συμβατικές), ο Θωμάς Γκόρπας, αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο το κλίμα της πρωτεύουσας τη δεκαετία του '50:

Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου.

Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.

Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε

το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ' άλογο.

Απ' το στόμα του πετάχτηκαν αφροί

κι έπαιξαν στα μάτια σας

απ' το στόμα κι απ' τη μύτη τίναξε το αίμα του

που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.

– - Από πείνα. Είπατε.

Τα πόδια σας πώς είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;

- Από πείνα. Είπατε.

Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;

- Από πείνα. Είπατε.

Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα;

- Από πείνα. Είπατε.

Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος...

(Περιστατικό στην οδό Σταδίου, 1957)

Ο Πρόδρομος Μάρκογλου (Β' Μεταπολεμική γενιά) συνεχίζει το χορό. Βλέπουμε όμως σιγά-σιγά την αρχή μιας νέας ελπίδας..

Μας τσάκισαν τα κόκκαλα.



Μέσα στους φριχτούς πόνους,

στους ακρωτηριασμούς,

πέφτει το πέπλο κι ο κόσμος

βουλιάζει

στο ύστατο σημείο,

όλοι περιμένουν να παραδώσουμε την ψυχή μας,

το καρφί τρυπάει το κόκκαλο

αναδύεται η γνώση,

γυαλιστερό μαχαίρι,

ανέρχεται καθώς βεγγαλικό,

μας ξαναστήνει στα πόδια,

η υπέρτατη και τρομερή γνώση,

μέσα και πέρα από κάθε απώλεια,

έτοιμοι να χάσουμε,

να κερδίσουμε

πάλι και πάλι

τον κόσμο.

(Έσχατη υπόσχεση, Οκτώβρης 1965)

Αυτός που ξεχωρίζει από το όλο κλίμα και επιμένει σε υψηλούς τόνους πως υπάρχουνε προυποθέσεις για μια καινούργια/ άνοιξη, είναι βέβαια ο Μιχάλης Κατσαρός. Ο 'έλληνας Μαγιακόφσκι' αντικρούει οποιονδήποτε πρόσκαιρο συμβιβασμό, κατακρίνει τις παλλινωδίες της ηγεσίας, μένει όρθιος και διεκδικεί το όραμα..

(...)Για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου

όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση

όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων

όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία.

ένας σκοτεινός συνωμότης

(Δωριείς, 1953)

Και..

(...)Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι

η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος

μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου

για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση

μαζεύω.

(Κατά Σαδδουκαίων, 1953)

Παράλληλα, είναι η εποχή που αρχίζει απ' τους ποιητές η σκληρή κριτική στο Κόμμα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μια κριτική που θα πάρει πολλές και διάφορες μορφές, αισθητικές και θεματικές. Να σημειωθεί ότι οι φορείς αυτής της κριτικής είναι οι ποιητές της Α' Μεταπολεμικής Γενιάς, αυτοί δηλαδή που έζησαν ως εικοσάρηδες την εποποιία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ανδρώθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες. Ο Άρης Αλεξάνδρου, απ' τους μεγαλύτερους ποιητές της γενιάς του, είναι ο πιο κατηγορηματικός (γι' αυτό και λοιδορείται ακόμα και σήμερα από ημιμαθή και ανιστόρητα μέλη του κσ...) :

Σύντροφε, κοιμάσαι;

Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμμιά σελίδα μαρξισμού

που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί

σαν τη σιωπή μου

στις κόρες των ματιών της;

(Ανεπίδοτα γράμματα, 13, 1952)

Επίσης, το ελαφρώς εμπαθές αλλά στενόχωρα αληθινό..

(...)Είναι κι άλλοι πούχουν στοκ

μαύρες ταινίες δάφνινα στεφάνια

και με πρώτη ευκαιρία

μπαίνουν στο κόπο να τυπώσουν τα χρυσωμένα γράμματα:

“ Εις μνήμην των ηρώων που πέσαν πολεμώντας τον προδότη

Τίτο ”.

“ Ενθάδε κείνται όσοι πέσαν χτυπημένοι

απ' τις συκοφαντίες του Ζαχαριάδη ”.

Μετά την ολομέλεια

σκοντάφτω συνεχώς σε πεσμένες μαριονέττες.

Σπάσανε βλέπεις οι κλωστές που κρατούσε κείνος ο “φαντάρος

της ελευθερίας”.

Φυσικά ξανασηκώθηκαν αμέσως.

Ευτυχώς, όλο και κάποιος βρίσκεται να ξέρει από κόμπους.

Με τη νέα ταχτική

μια και τους είπανε πως πρέπει να βάζουνε σε σκέψη το μυαλό

τους

(μισή ωρίτσα πριν και κάνα δεκάλεπτο μετά το φαγητό)

καταβάλουν όπως είδα φιλοτίμους προσπαθείας.

Σαν να φοβάμαι μόνο πως όλο το ημίωρο το ξοδεύουνε στη

σκέψη πως αργεί

η νέα διαταγή που θα ορίζει

τί συγκεκριμμένα θα πρέπει να σκεφτούν.

(Συνομιλώ άρα υπάρχω, 1959)

Και το τελειωτικό..

Μια μέρα τούτο το βιβλίο

θα βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου

δίπλα σε σκουριασμένους σιδεροσωλήνες οδηγούς ρητορικής σε

χάρτες επιτελικούς κομμάτια ασβέστη από σπασμένα α-

γάλματα.

Θα βρίσκεται κι αυτό κιτρινισμένο δίπλα στα τεκμήρια

σαν νεκροκεφαλή

της δεκαετίας μου

που σεις δολοφονήσατε

εσείς

πολεμοκάπηλοι

εσείς

ψευτοκομμουνιστές.

(Τεκμήριο, 1959)

Ο έταιρος μείζονας της γενιάς, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, συνεχίζει στο ίδιο μήκος κύματος, σε διαφορετική συχνότητα..

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημέ-

νων στρατιωτών

Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας

φορέματα

Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους δια-

βάτες

Για τα προάυλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων (...)



Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες

Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά

Του

Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν

Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν

Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια

Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν

Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν

έχει

Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει



Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλή-

θους.

(Μιλώ..., 1956)

Κάπου εδώ, έρχεται σαν οδοστρωτήρας ο 'σκοτεινός συνωμότης', για να τα τινάξει όλα στον αέρα – έτσι ώστε να ξαναβρεί το νόημα..

Ώ Ρόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές.

Ώ Τέλμαν Τάνεφ

παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες

δαφνοστεφείς ήρωες

μυθικά πρόσωπα

ελάτε.



Οι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν

ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας

Οι πρόεδροι ανταλλάσουν επισκέψεις

Οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται

Κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας

μας περιπαίζουν.

Εγώ έχω μέσα στη θυμησή μου

την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες

με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα

'' Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ ''

Έχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε

τη νύχτα τον Λένιν

τον έξαλλο Μαγιακόφσκι που πυροβολούσε

τους υπουργούς

τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.



Πώς βγήκανε πάλι απ' αυτή τη φωτιά

ο Κος Διευθυντής

ο διπλωματικός ακόλουθος

ο Κος πρέσβης;

Και τώρα τί πρέπει να γίνει

σ' αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων

σ' αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;



Πώς θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές

''ελευθερία'', ''ισότητα'', ''Σοβιέτ'', ''εξουσία'';

(Μ. Κατσαρός, Στο νεκρό δάσος,1953)

'Ετσι είχαν τα πράγματα αγαπητοί αναγνώστες. Έτσι ακριβώς, όπως τα διαβάζετε. Το '68 δεν έπεσε από τον ουρανό..

Οι δεκαετίες που ακολουθούν σημαδεύονται απ' τη διπλή περιπέτεια της Δικτατορίας και της μεταπολίτευσης, που οδηγεί φυσικά στα ήρεμα(;) νερά του 'σοσιαλισμού' του γιού του γέρου της Αγγλοκρατίας.

Και σ' αυτή τη περίοδο, οι μνήμες της Κατοχής και τις Αντίστασης παραμένουν επίμονα παρούσες. Και ως τέτοιες, ορίζουν διαλεκτικά και το ίδιο το παρόν -όπως βλέπουμε στο πολύ ωραίο ποιήμα του θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου:

Όλοι σωπαίνουν γύρω μου, λοξοκοιτάζουν .

Και το γκαρσόνι μου μιλάει στον πληθυντικό,

με τις καλύτερες ελληνικούρες του ρεπερτορίου του.



Κι όμως εδώ, σ' αυτό το μαγαζί,

μια νύχτα του σαραντατέσσερα, χορεύανε.

Λαχτάριζε το σώμα τους, γραφότανε .

Τα ρούχα τα τριμμένα είχαν ομορφήνει.



Τότε, πηδώντας ένα-ένα τα σκαλιά,

σβούριξε μέσα στο χορό κείνη η ειροβομβίδα.

(Σ' αυτό το μαγαζί, 1973)

Δέκα χρόνια μετά, ο υπερρεαλιστής της Α' Μεταπολεμικής γενιάς, Έκτωρ Κακναβάτος (ίσως ο τελευταίος επιζών της γενιάς του, αειθαλέστατος μέχρι και σήμερα – υπέγραψε μάλιστα το κείμενο του Μπιτσάκη για την υπόθεση Άγρα...) θα επιμένει να υπενθυμίζει:

(…)Ύστερις σηκωτόν τονε πήρανε οι τέσσερις.

δεν είχαν μάτια

ούτε αυτιά

ούτε χέρια

ούτε γλώσσα

ούτε στόμα

μόνο κατηφοριά ίσια μέσα τους

που λίγο λίγο τους κατάπιε.

Να θυμάσαι, που μόνο το κεφάλι του,

σαν άστρο μες στο σύννεφο,

μόνο το κεφάλι του κρεμάσανε

στα Τρίκαλα...



αδύνατο λοιπό να τ' αρνηθείς:

ίσαμε δω ο κλήρος μας

αίμα του Οφιούχου.

(Υπόμνημα για το αίμα του Οφιούχου, 1983)

Η μεταπολίτευση είναι δύσκολη περίοδος, αντιφατική. Οι ποιητές, σύμφωνα με τον σ. Σαμπετάι, την αντιμετωπίζουν 'ως χάος'. Ο βολιώτης ποιητής Μανώλης Μπαλλής προσπαθεί να κολυμπήσει στα θολά νερά:

Απόδοση βαθμοί μηδέν λόγω όμως ιδιοκτησίας της μπάλλας 1.

Δίνομαι ξοδεύομαι σπαταλιέμαι κανένα τηλέφωνο δεν απαντά αν

δεν αναφέρεις όνομα και επίθετο γιατί οι ξένοι κι όχι οι Εαμογενείς.

Το ξύσιμο, το γνέψιμο, το βήξιμο το ανακάθισμα τα βλέμματα, παρέες, επαφές διπρόσωπο. Πότε επιτέλους θα ρεύσουμε πριν μας

γνέψουν λαχειοπώλες, περιπτεριούχοι, ταξιτζήδες, γκαρσόνια, τοστατζήδες, χαρτοκλέφτες, προαγωγοί, μπαρόβιες και μοναχικοί

ψυχολόγοι.

Ψόμα δώμα

και το κόμμα έχει χρώμα



Απεργία με μανία

μα στα βόρεια κάνει κρύα.



Ώρες που πλέκουν

σπαθιά που κλαδεύουν

πριόνια που κόβουν νύχια



Δεν νίπτω τα χέρια μου

προτιμώ να πλυθώ ολόκληρος

(Οι πλάτανοι, εμείς και...εφεδρίες, 1982)

Ο επίσης βολιώτης Θανάσης Κωσταβάρας (15 χρονών έφεδρος ΕΛΑΣίτης στα βουνά του Πηλίου) καταθέτει τη δική του εκδοχή για το κοινωνικό προτσές. Ό,τι πρέπει, κατά τη γνώμη μου, για τη συγκυρία στην οποία γράφει..

Όμως δεν είναι τούτος ο χειμώνας, χρόνια τώρα που κρατάει

δεν είναι τούτος ο κακός χειμώνας πέρασμα.

Να ΄ρθεί ξανά μια άνοιξη, νά 'ρθει ένα καλοκαίρι.

Να σμίξει ασκέρι στα βουνά.



Χλωμά τσογλάνια έχουν πιάσει τα στενά.

Πιάσαν τα πόστα, πιάσαν τα περάσματα.



Δε μένει άλλος δρόμος.

Με τα κοντά μαχαίρια τώρα. Στα τυφλά.

Με τα κοντά μαχαίρια να ριχτούμε, να τελειώνουμε.

(Θ. Κωσταβάρας, Εννιά μικρά κομμάτια για τσαμπουνά, 1982)

Το 1986 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το αποποιήθηκε.

Απ' την άλλη, ο Λευτέρης Πούλιος, κύριος εκπρόσωπος της νέας γενιάς της Αμφισβήτησης (Γενιά του '70), περιπλανώμενος στο κέντρο της πρωτεύουσας..

Δρόμοι πλάι σε στραφτερές βιτρίνες, πλάι

σ' αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι

εργοστάσια. Δρόμε έξω απ' το πανεπιστήμιο.

Έξω απ' το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.

Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι

από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές

και χαλίκια. Κάτω απ' το βάρος

οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.

Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.

Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι γιορτής.

Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες.

Ποιά κατάρα πάνω σας έχει πέσει; (1975)

Με Πέτρουλα – Λαμπράκη (και Τάσο Τούση) -που φωνάζουν και οι χαβαλέδες του ΕΜΠ..

Τέλος, ο Καρούζος βάζει τα πράματα στη θέση τους:

Κείθε

δώθε

πιο κείθε

/ τότε πιο δώθε/

κάθεσαι καλά ή μήπως

μετεωρίζεσαι;

Στην επανάσταση

γρήγορα!

(Ζάπυρος,1981)

Λίγο ακόμα όμως και θα καταχραστούμε τη φιλοξενεία της Κ.Ε..

Είναι σίγουρο ότι η παραπάνω 'ανθολογία' είναι -κάτι παραπάνω από- ελλιπής.

Αυτό όμως που ήθελε να δείξει, είναι το τεράστιο χρυσοφόρο πολιτισμικό υπέδαφος πάνω στο οποίο κατακάθεται σήμερα ένα παχύ στρώμα μεταμοντέρνας ΜΜΕ λουμπεναρίας πολύ κακής ποιότητας. Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε ακριβώς 'τί παίζει' σήμερα, πρέπει να έχουμε καλή γνώση του τί συνέβαινε στο παρελθόν(στο συγκεκριμμένο τομέα). Μέσα από τη σύγκριση, η διαφορά αποδεικνύεται χαώδης και σου χαρίζει ένα δυνατό πολιτισμικό σοκ, παρέα με μια γεύση μελαγχολίας. Είναι ακριβώς ό,τι πρέπει για μια ρωμαλέα καινούργια αρχή. Οπότε, οι παροικούντες το Πέτρογκραντ -ή τη Βαρκελώνη- θα πρέπει να μετασχηματίσουν την ρητορική ερώτηση του τίτλου σε προτρεπτική κατάφαση.

Σε όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα -ως την ίδρυση της ιδιωτικής τηλεόρασης, με πολιτική ευθύνη των συνασπισμένων- ήταν η Αριστερά που κυρίαρχα συνδέθηκε με οτιδήποτε ποιοτικό στον τομέα της πολιτιστικής παραγωγής.

Πρέπει αυτή η ηγεμονία να ξανακερδηθεί.


Αντί επιλόγου, θα ήθελα να παίξω και 'γω για λίγο το ρόλο του προφήτη ( α λα Ελύτη στο Άξιον Εστί ). Βαθιά ανάσα και πάμε λοιπόν:


-Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, έπειτα από δύο χρόνια ανέχειας με χορηγούς ΔΝΤ και εγχώρια ολιγαρχία, λέγε, τί βλέπεις;


-Βλέπω κάτι που έρχεται απ' το παρελθόν,

αλλά είναι γραφτό του να επιστρέψει στο μέλλον, στο δικό μας μέλλον.


-Βλέπω..

τις σκαλωσιές, το σίδερο, τον ασβέστη, το μπετόν,

χτίζοντας τ' όνειρό μας δίπλα στα σπουργίτια,

τα ειρηνικά αερόπλανα σκίζοντας το γαλάζιο,

για το ταξίδι τους στις άλλες

συντροφικές μας πολιτείες

ρίχνοντας τ' αερόπλανα χίλιες χιλιάδες χαρωπά χαρτιά

για τη μεθαυριανή πρωτομαγιά -φτεροκοπώντας τα χαρτιά

πάνω από τα κεφάλια των χτιστάδων-

η άμιλλα της ανοικοδόμησης,

οι τόρνοι,

τα τρακτέρ,

τα σφυριά,

οι καμινάδες,

οι σημαιούλες στα καινούργια γιαπιά,

το κοκκόρι της θεια-Καλής στην καινούργια μάντρα,

σύντροφε κοκκοράκι μην ξελαρυγγιάζεσαι άδικα,

ξυπνήσαμε, ξυπνήσαμε, δουλεύουμε .

και μια κοπέλα δεκαοχτάχρονη, κοκκινομάγουλη, δίχως γυαλιά

μια νέα κομμουνίστρια δροσερή και σοβαρή

με μια καρώ ποδιά γαλάζια και κόκκινη

επιβλέποντας την άμιλλα των κοριτσιών στα υφαντουργεία

μια δυνατή, μια γελαστή, κοκκινομάγουλη κοπέλα :

η Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας.


(Γ. Ρίτσος,Οι Γειτονιές του Κόσμου, 1949-1951)




[ υγ1: Το κείμενο αφιερώνεται στον σ. Σαμπετάι, στον οποίο οφείλει την έμπνευσή του καθώς και μεγάλο μέρος του προλόγου.

υγ2: Συγκλονιστικό bonus track, αποκλειστικά για τους αναγνώστες του Σφυροδρέπανο... http://www.youtube.com/watch?v=MOGZ011MsDM&feature=related ]

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Γιατί να διαβάζουμε τη νεοελληνική ποίηση

Μπορεί να θυμίζει λίγο την προτροπή του αλτουσέρ για το κεφάλαιο, αλλά αυτό δε σημαίνει κάτι για το συγγραφέα του. Συγκρουσιακός σίγουρα, αλτουσεριανός μάλλον όχι. Ο κομάντο δεν χωράει σε καλούπια. Μονάχα σε εντροπίες.
Η οποία λίγο πριν το θέρος μετασχηματίζεται σε πατριωτική και μας κατάθέτει την ψυχή του σε συσκευασία κειμένου για τη μεγάλη του αγάπη: την ποίηση. Η κε του μπλοκ θα το δημοσιεύσει σε δύο συνέχειες, σαν κυριακάτικο ένθετο για τον πολιτισμό. Δεν ξέρω αν και πόσο ενδιαφέρει τους αναγνώστες, αλλά εδω θα φανεί τι ψάρια πιάνουμε.

Σχολιασμός κι ενστάσεις ευπρόσδεκτες. Η κε του μπλοκ διατηρεί τις δικές της (αν ήταν στο ρίζο θα έλεγε: άρθρο συνεργάτη μας (απηχεί τις προσωπικές του απόψεις). Αλλά δεν επεμβαίνει λογοκριτικά. Κρατάει το λόγο και την κριτική της κι επιφυλάσσεται για παρέμβαση στην εξέλιξη της συζήτησης. Και ζητάει συγνώμη από τον κομάντο που δε μπόρεσε να πείσει το ιστολόγιο να συνεργαστεί στις εσοχές και τις μορφοποιήσεις, με αποτέλεσμα να χάνει αρκετά το κείμενο κι η ροή του στο μάτι και στο μυαλό.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Το ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. Ο
αγέρας είναι αψύς κει πάνου.

(Γ. Ρίτσος, Ρωμιοσύνη)



Ο σ. Σαμπετάι υποστηρίζει πως το σπέρμα της ποίησης ενυπάρχει στην Ιστορία της Φύσης και του ανθρώπου ως ουτοπική λειτουργία και ορίζοντας. Όπως και σε πολλά άλλα, έχει δίκιο. Η ποίηση βγαίνει από την ίδια την εργασιακή διαδικασία. Στις απαρχές της κοσμοϊστορίας υπάρχει η 'χειρονομία' ως χειρωνακτική πράξη παραγωγικής εργασίας και ταυτόχρονα ως πρωταρχική έκφραση του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος καθορίζεται από τους σκοπούς που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του -πράγμα που αποτελεί την αυτονομία του και τον ξεχωρίζει από τα ζώα. Αυτός ο αυτοκαθορισμός του ανθρώπου είναι, σύμφωνα με τον Μάρξ, η 'πρώτη ιστορική πράξη': η δημιουργία μιας νέας ανάγκης μέσα από την ικανοποίηση μιας προηγούμενης ανάγκης με την εργασία, τον κοινωνικό μεταβολισμό του ανθρώπου και της Φύσης. Σ' αυτήν την διαρκώς ανανεούμενη δυνατότητα διερεύνησης των νέων αναγκών, τη διερεύνηση του αδύνατου ως μη-ακόμα εφικτού, στην ουτοπική λειτουργία της ίδιας της εργασίας βρίσκεται η ρίζα της ποίησης.

Εδώ βέβαια κάπου χαλάει το πράγμα. Ο τετραπέρατος homo sapiens sapiens, κάποια στιγμή, μαζί με την ουτοπική λειτουργία της εργασίας ανακαλύπτει και την γεωργία, τον καταμερισμό της εργασίας, την απόσπαση του πλεονάσματος, την ατομική ιδιοκτησία. Η ουτοπική-ποιητική λειτουργία που ήταν σύμφυτη με την εργασιακή διαδικασία αυτονομείται, μετατοπίζεται στο εποικοδόμημα, γίνεται 'κουλτούρα' και, ως αυτόνομη πλέον, εξυπηρετεί τους κυρίαρχους. Ο διαχωρισμός πνευματικής/χειρωνακτικής εργασίας, το χάσμα ανάμεσα στην Εργασία και την Κουλτούρα διευρύνεται και τυραννάει την Προϊστορία μέχρι και σήμερα.
Από την άλλη όμως, η αόρατη αλλά άρρηκτη υλική-ιστορική τους ενότητα υπάρχει ακόμα. Είναι αυτή ακριβώς η κεντρική αντίφαση που κάνει την ποίηση επαναστατική από τη φύση της. Ή καλύτερα: κάθε αληθινό ποιήμα είναι επαναστατική πράξη. Γιατί δεν μπορεί παρά να υπενθυμίζει τις πρωταρχικές του ρίζες – την ανθρωπολογική μνήμη της χειραφετημένης εργασίας, της εργασίας ως αυτοσκοπού. Και μέσα απ'αυτήν την μνήμη να “αντανακλά τις μυστικές φωνές και τα οράματα του μέλλοντος”.
Ή όπως θά 'λεγε κι ο Ελύτης μέσα απ'τη φωνή της Μαρίας Νεφέλης: περπατώ μές στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά/ σ' αυτά πού' ναι να γίνουν καί στ' αλλοτινά (Μαρία Νεφέλη, 1978)

Αυτή η επικίνδυνη ενατένιση του Αδύνατου, η φυσική προσήλωση στον ου-τόπο, ο Ελύτης πάλι που υπενθυμίζει πως μυριάδες δυνατότητες φρικιούν/ γύρω μας κι ούτε που καθόλου εγγίζουμε/ οι ηλίθιοι (Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, 1982), είναι που χαλάνε τη μεταμοντέρνα πολιτισμική σούπα της ελληνικής αστικής δημοκρατίας. Αυτής που όλο στριφογυρνάει ατάκτως απο δώ κι από κεί, κι όλο και παραμένει ουσιαστικά στάσιμη. Γι' αυτό, είτε εξαφανίζουν την ποίηση από τα διάφορα μμε, είτε τη χαντακώνουν σε ειδικά περιοδικά και συνέδρια για τους 'μυημένους'. Τη φοβούνται – και καλά κάνουν.

Σ' αυτόν τον τόπο όμως, από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το Δεκέμβρη του 2008, η συνάντηση με το Αδύνατο ήταν πάντα στην ημερήσια διάταξη. Γι' αυτό και η παρουσία της ποίησης ήταν πάντα πολύ έντονη. Δυστυχώς για κάποιους, η ταξική μνήμη έχει πολλά ποδάρια και γι' αυτό θα δοκιμάσουμε να την αναπλάσουμε, έτσι ώστε να μας προσφέρει τις πολύτιμες αποσκευές της συντροφιά για το μακρύ δρόμο στο παρόν του -ελληνικού- κοινωνικού πολέμου.

Στους έξοχους δεκαπεντασύλλαβους του πρώτου αληθινού ποιητή που γέννησε αυτή η χώρα αποτυπώνεται για πρώτη φορά η συνείδηση του αγώνα:
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ'ετράβουνεν ο πόνος
Κι' έβλεπα τ' άστρο τ' ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά τα πέλαγα κι οι κάμποι.
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
Κι εφώναζα: ώ θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα!
(Δ.Σολωμός, Ο Κρητικός)

Μια συνείδηση που ζήταγε πολύ περισσότερα απ' το να διώξει τον Τούρκο και που αποτυπώθηκε στις πρώτες εθνοσυνελεύσεις, πριν πάρουν κεφάλι οι κοτζαμπάσηδες και οι αγγλογάλλοι..

οι ήρωες ειν' ενωμένοι και, μέσα τους λόγια λένε
Για την αιωνιότητα που μόλις τα χωράει.
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους.
(Δ.Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)

Ο 'εθνικός ποιητής' αυτής της χώρας είναι ένας ποιητής που υμνεί την επαναστατημένη συνείδηση, που (έχοντας διαβάσει Χέγκελ) συλλαμβάνει το Αρνητικό ως ποιοτικό με όλες τις συνέπειες που μπορεί νά' χει αυτό... Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα,/ Και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα.

Ο 'εθνικός ποιητής' αυτής της χώρας μάς έδωσε το 1849 -ένα χρόνο μετά το ευρωπαϊκό επαναστατικό κύμα του 1848..- ένα τετράστιχο που εκφράζει και καθοδηγεί κάθε επαναστατημένο σε κάθε τόπο, στους καιρούς που περάσανε και σ' αυτούς που θά' ρθουν:
H Κόλαση πάντ' άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου.
Αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακριά και πέρα
Μακριά 'πό την Παράδεισο και σύ σ' εσέ 'χεις μέρος.
Μέσα στα στήθια σου τ' ακούς, Καλέ, να λαχταρίζει ;

(Δ.Σολωμός, Ο Πόρφυρας)
Άντε μετά να μη γίνεις πατριώτης...

Το 1879, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφει τον Φωτεινό. Είναι η ιστορία ενός γέροντα που, μετά από ένα επεισόδιο με τον Φράγκο άρχοντα της Λευκάδας, βγαίνει στο βουνό και προκαλεί εξέγερση των χωρικών. Στην αρχή του ποιήματος ο γέρος μαλώνει το γιό του που φοβάται να διώξει τα κυνηγόσκυλα του γιού του αφέντη που χαλάνε τα σπαρτά τους..

Τί ρήγας, τί ρηγόπουλα! Είν' ο καινούργιος κύρης,
που πλάκωσε με ξένο βιό να γίνει νοικοκύρης.
Παλιόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια
εκείνοι πάντα κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια.
Κι εσύ τους τρέμεις βούβαλε! Παιδί μες στη φωτιά σου,
που τρίβεις στουρναρόπετρα μ' αυτά τα δάχτυλά σου,
πόχεις τετράδιπλα νεφρά και ριζιμιό τα στήθια,
τους βλέπεις και σε σκιάζουνε! Ο δούλος, είν' αλήθεια,
λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχή κι αίμα δεν έχει.


Αργότερα, το γέροντα τον συλλαμβάνουν και τον χτυπούν οι Φράγκοι, κι όμως σηκώνει ανάστημα και βγάζει λόγο μπροστά στον άρχοντα -για τον Λαό..
Αν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή είν' η ρίζα
και μένει πάντα ζωντανό ή ρόδι φάγ' ή βρίζα
αυτό το βόιδι το μανό, π' όσο βαθιά ρουχνίζει
τόσο εύκολα μυγιάζεται κι ανεμοστροβιλίζει,
και που το κράζουνε Λαό. Θα σπάσει το καρίκι
και θα προβάλλει με φτερά μια μέρα το σκουλήκι.
Τότε, πουλί το σερπετό, ποιός ξέρει που θα φτάσει!...

Κανείς δε ξέρει πού θα φτάσει, αλλά πρέπει σιγά-σιγά ν' αρχίσει να μυγιάζεται για να ανεμοστροβιλίσει ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΕΕ στον αγύριστο.

Με την είσοδο του νέου αιώνα η ελληνική ποίηση αναπτύσσεται παραπέρα. Τις πρώτες δεκαετίες κυριαρχεί ο Κωστής Παλαμάς , έτερος υποψήφιος για το χρίσμα του 'εθνικού ποιητή' - μια λόξα που κυριάρχησε για πολύ καιρό στα γράμματα του τόπου με αρκετούς κατά καιρούς επιλαχόντες.
Στα μέσα της δεκαετίας του '30, ο σ. Ζαχαριάδης γράφει μέσα από τις φυλακές της Κέρκυρας τη μελέτη “Ο αληθινός Παλαμάς” και μ' αυτόν τον τρόπο υφαρπάζει τον ποιητή από τον βενιζελισμό και την 'Μεγάλη Ιδέα' και τον συνδέει με το εργατικό κίνημα.

Ο Παλαμάς έγινε ο αγαπημένος των εξόριστων και των φυλακισμένων. Η γενιά της Αντίστασης διαπαιδαγωγήθηκε με τον Δωδεκάλογο του Γύφτου, παλαμικοί στίχοι απαγγέλονταν σε γιορτές και επετείους και γίνονταν συνθήματα. Δεν πρέπει λοιπόν να μας εκπλήσσει που ο σ. Κουφοντίνας, καμμιά εξηνταριά χρόνια μετά, διάλεξε να τελειώσει την απολογία του με το παρακάτω ποιήμα, απο τη συλλογή του Παλαμά Βωμοί (1915):
Παιδί το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε 'το πιο στέρεα(...)
Κι αν είναι
κ' έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα κι όσα δέντρα
για τίποτ' άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ' το,
και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα
π' όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νά 'ρθει
κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.


Στο παλαμικό ποιητικό κλίμα εντάσσεται και η πρώτη εμφάνιση της 'στρατευμένης ποίησης' στη χώρα: o Κώστας Βάρναλης. Ο δραστήριος δάσκαλος έγραψε ποίηση λαϊκή, προσανατολισμένη σχεδόν πάντα στην αφύπνιση του Λαού. Γι' αυτό και η παράδοση και ο σολωμικός απόηχος βρίσκονται παντού..
παλουκωμένα ως σας γρικώ,
προεστών κεφάλια και Τουρκώ,
κάνω τη φτερούγα πήχη
κάνω σπιθαμή το νύχι
. (Η σκιά ενός Κλέφτη από τα περασμένα, 1927) ή εκείνο το σημείο απ' τη Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου που δεν μελοποιήθηκε..
Αν το δίκιο θές, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Όπου ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.


Παρά τη λαϊκότητα και την προπαγανδιστική διάθεση (που πολλές φορές αποβαίνουν εις βάρος της καλλιτεχνικής αξίας), ο Βάρναλης μας έδωσε και μικρά διαμαντάκια -ένα από αυτά κοσμεί τη πρώτη σελίδα του Οδηγητή- που έχουνε σήμερα να πούνε πολλά για την τακτική και στρατηγική εν όψει μεσαίωνα και ΔΝΤ..
Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε,
ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε,
στις νέες ανάγκες σου
-κόπος βαρύς!-
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρείς.
(Σκλάβοι Πολιορκημένοι, 1927)

Για το δεύτερο στυλοβάτη της στρατευμένης ποίησης και έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές που έβγαλε ποτέ αυτή η μικρή χώρα δε θα πω τίποτα (αυτός χρειάζεται ολόκληρο κείμενο δικό του). Παραθέτω όμως, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν, για τους σοβιετόφιλους αναγνώστες του μπλόγκ (της Κ.Ε. του μπλοκ συμπεριλαμβανομένης) το παρακάτω ποιήμα του με τίτλο Η Χαμένη Υπερβόρειος που -άν και ενδεδυμένο με εκείνη τη γνώριμη, εξαίσια υπερευαισθησία αυτού του τεράστιου καλλιτέχνη- λέει και σημαίνει πολλά..:

Το μάθαμε καλά πως Υπερβόρειος διόλου δεν υπάρχει
πέρα από τις Ριπαίες οροσειρές, όσο κι αν τα γλαυκά όριά της,
ανάλογα με τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις των γεωγράφων,
μετακινούνταν όλο πιο μακριά.
Σήμερα βεβαιώθηκε:
μια σκέτη φαντασία η χώρα απ' όπου μας ερχόντανε
οι κύκνοι και τα ορτύκια, όπου οι σεμνόπρεπες κόρες
Λαοδίκη και Υπερόχη ετοίμαζαν για τους θεούς
τα πρώτα φρούτα της σοδειάς, προσεχτικά τυλίγοντάς τα
σ' άχυρο σίτου και λεπτό χαρτί.
Και τώρα αναρωτιόμαστε
πού τάχατε ν' αποδημεί ο Απόλλωνας κάθε χειμώνα
με τ' άρμα του που τό 'σερναν λάμποντες κύκνοι και γρύπες,
κρούοντας τη χρυσή του λύρα, όταν εμείς μήνες και μήνες
μάταια κατά το Μάρτη καρτερούσαμε το γυρισμό του
συντάσσοντας μέσα στο κρύο τους γιορτινούς του παιάνες;
Ή μήπως πια ούτε Απόλλωνας ούτε λύρα υπάρχει;

Ωστόσο ακόμη συνεχίζουμε τον μισοτελειωμένο παιάνα
αφήνοντας ένα κενό στου ονόματος το μέρος, μήπως
βρεθεί κανένα νέο και το προσθέσουμε την ύστατη ώρα,
πάντοτε με το φόβο μήπως ο αριθμός των συλλαβών του,
μικρότερος ή μεγαλύτερος, μας χαλάσει το μέτρο.

(Γ. Ρίτσος, Καρλόβασι Σάμου, 7/6/1969)

Με την λεγόμενη “Γενιά του '30”, η ελληνική ποίηση αφομοιώνει δημιουργικά τα διδάγματα του μοντερνισμού και προχωρά προς μεγάλες εμπνεύσεις και πραγματοποιήσεις. Ο κύριος εκπρόσωπος εδώ είναι ο σοβαρός και μειλίχιος πρεσβευτής, κύριος Γιώργος Σεφέρης. Η φωτισμένη δεξιά του τόπου συναντά τον μοντερνισμό του Έλιοτ. Μεταπολεμικό αποτέλεσμα: το πρώτο ελληνικό Νόμπελ (1963).

Πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε στον κύριο πρεσβευτή -εκτός απ'την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική ποιότητα- πολιτική ειλικρίνεια και πνευματικό ήθος. Σ' ένα απόσπασμα από το ποιήμα του Τελευταίος Σταθμός έγραφε:
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαι-
στίνη τη Συρία
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής πού 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις θάλασσες
του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί
του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ' αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμα ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

(Γ. Σεφέρης, Cava dei Tirreni, 5/10/1944)
Cava dei Tirreni ονομάζεται ένα χωριό στη νότια Ιταλία. Εκεί κατέφυγε, από το Κάιρο, το Σεπτέμβρη του '44 ολόκληρη η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση υπό τον γέρο της Αγγλοκρατίας. Το χωριό βρίσκεται πολύ κοντά στην Καζέρτα, όπου λίγο αργότερα ο σ. Σαράφης αναγκάστηκε να υπογράψει το 'Λίβανο των Στρατιωτικών'...

Η πραγματική όμως πρωτοπορία της γενιάς του '30 ακούει στο όνομα Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο πρώτος έλληνας υπερρεαλιστής και ταυτόχρονα ένας απ' τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο. Ζωντανό -για πάντα- παράδειγμα για το πού μπορεί να φτάσει αυτή η απίστευτη γλώσσα. Επαναστάτης και ερωτικός μέχρι το τέλος, ήταν ένα μέγεθος που -φυσικά και- δεν χωρούσε στα όρια της ελληνικής αριστεράς, παρ' όλο που στα νιάτα του (όταν σιγά-σιγά ξέφευγε απ'την παλαμική επίδραση και ανακάλυπτε τον υπερρεαλισμό) έγραφε το -'μυθικό' για την κριτική- ποιήμα που ανακαλύφθηκε πρόσφατα:

Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
Ύλη και πνεύμα της αμαράντου νίκης του προλεταριάτου
Ζωή μας, χτυποκάρδι μας
Εγγυήτρια της αγαθής εκβάσεως της πάλης των απανταχού
της γης
Κομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων
Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ
Σήμερα το 1/6 της γης και αύριο και τα έξη
Σήμερα ΕΣΣΔ και αύριο ΠΕΣΣΔ με το Π = Παγκόσμιος
Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
Δέξου τους στίχους μου αυτούς που σου προσφέρω με την ίδια
ευλάβεια που ακουμπάμε τα λουλούδια μας στον τάφο του
πατέρα μας Λένιν.
Αγαπημένη μας μητέρα ΕΣΣΔ,
Δέξου την σύψυχή μου ανάταση μεσ΄απ' τα βάθη
της σημερινής μας δυστυχίας και τα πλοκάμια
της κεφαλαιοκρατίας
Προς την αιώνια δόξα σου
Και κάμε
Μητέρα μας αγαπημένη ΕΣΣΔ,
Κάμε να έρθει γρήγορα και το δικό μας μέγα βράδυ που θάναι
και δικό σου
Και ρύσαι ημάς από τους πονηρούς αστούς
Αμήν

(Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου -απόσπασμα-, 1933)

Με τον υπερρεαλισμό όμως βρίσκει τον πραγματικό του εαυτό και μας χαρίζει αληθινή ποίηση – άξια για 15 Νόμπελ..
Επάνω από την δοσοληψία των μιασματικών υδάτων μιας νό-
σου που κατεδικάσθη οριστικώς
Η άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
Η πίστις της περιπετείας δεν χαλαρώθηκε
Τα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μες στα νερά
της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και την φιλεί
Από τα χείλη τους αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λειβάδι
Επαύλεις εδώ κι εκεί κοσμούν την πρασιά του
Νεότης νεότης τί ωραία που είναι τα μαλλιά σου!
Τα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί σε
χώρα πεδινή
Οι θρίαμβοι των Καισάρων περνούν καμμιά φορά απ' αυτή τη
χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Οι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους και τους
παρακαλούν
Μια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Κάθε μαργαριτάρι είναι μία σταγών και κάθε σταγών είναι
ένας δράκος
Το κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παιδάκια μες
στους ίσκιους
Τα θρύψαλλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι κι αυτά
πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλληκάρια.

(Α. Εμπειρίκος, Καρπός ελαίου, 1945)

Τέταρτος -μαζί με το σ. Ρίτσο- στη χορεία των 'μείζονων' της γενιάς του '30, ο Οδυσσέας Ελύτης. Κι αυτός αστικής καταγωγής, κι αυτός υπερρεαλιστής (με τον τρόπο του). Αυτοεξόριστος στο Παρίσι, λόγω μετεμφυλιακού καθεστώτος, γράφει το ποίημα που αργότερα μελοποίησε ο Μίκη(ς) Μάους και αποτέλεσε μια ιστορική στιγμή στον νεοελληνικό πολιτισμό, αφού για πρώτη φορά συνέδεσε τις υψηλής ποιότητας πραγματοποιήσεις της έντεχνης παράδοσης με τον λαϊκό πολιτισμό. Αυτό -ό,τι κι αν έχει κάνει έπειτα ο Μίκη(ς) Μάους- του το χρωστάμε. Το ποιήμα είναι επικό, προσκολλημένο στο ελληνικό περιβάλλον, μα πάντα με αγωνιστική διάθεση – κάτι που το διατηρεί επίκαιρο..

ΗΡΘΑΝ
ντυμένοι “φίλοι”
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
το Σοφό, τον Οικιστή και το Γεωμέτρη,
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα Υποταγή και Δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φώς δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινίσει παιχνίδι .
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.

(Ο. Ελύτης, “Το Άξιον Εστί” -ΤΑ ΠΑΘΗ Ζ',1959)

Στο ίδιο έργο, στο ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ, ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ, ο ποιητής επιστρέφει στο μέλλον -που θα 'λεγε κι ο Πέτρος..

εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τί βλέπεις;

- Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων
και Στρατηγών.
- Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των
δικών τους πτωμάτων.


- Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλή-
ρωση των Ζευγαριών.


- Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι
της Αναστάσεως.
- Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία
στην καθαρότητα των ουρανών.
- Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
- Βλέπω τις κανονιοφόρους του έρωτα.

(Ο. Ελύτης,“Το Άξιον Εστί” -ΤΑ ΠΑΘΗ, Ανάγνωσμα Έκτο,1959)
Κεντρικός σχεδιασμός στην οικονομία ή ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών; Ψευδοδίλλημα. Πρώτα το ένα, ύστερα το άλλο. Αρκεί στο ενδιάμεσο να μη μας μπαστακωθούν οι κρατικοί λειτουργοί του κόμματος..

Τα παραπάνω παραδείγματα είναι μόνο μια σταγόνα στον ωκεανό της ελληνικής ποιητικής παραγωγής. Έχουμε να κάνουμε με “ένα λαό γεμάτο από μικρούς ως μέγιστους ποιητές”, πού 'λεγε κι ο Μίσσιος. Ένα λαό που με πληθυσμό το πολύ 7 εκατομμύρια, έβγαλε δύο βραβεία Λένιν (Βάρναλης, Ρίτσος) και δύο Νόμπελ (Σεφέρης, Ελύτης).
Είναι σαφές πως κάτι ιδιαίτερο πρέπει να συμβαίνει για να υπάρξει μια τέτοια ζηλευτή επίδοση. Δύο πράγματα είναι τα αίτια, κατά τη γνώμη μου. Πρώτον, η έκρυθμη κοινωνική ιστορία του τόπου. Και δεύτερον, η γλώσσα και το ανεπανάληπτο φυσικό περιβάλλον του τόπου.
Αυτή η χιλιοτραγουδισμένη για τρεις χιλιάδες χρόνια γλώσσα ήταν επόμενο να κουβαλάει μαζί της συσσωρευμένη 'ποιητική πείρα', η οποία πρόσφερε στον εκάστοτε προικισμένο τα φόντα για την αληθινή δημιουργία. Ίσως να ήτανε αυτή η γλώσσα που μας έσωσε, σχεδόν εξ ολοκλήρου, από τον 'σοσιαλιστικό ρεαλισμό'. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, δεν μπορούσε παρά να φαντάζει αστείο η υποταγή μιας τέτοιας γλωσσικής ποιότητας στις εγκεφαλικές εμμονές του Ζντάνοφ, και ευτυχώς οι αριστεροί ποιητές μας το κατάλαβαν νωρίς.

(το δεύτερο μέρος την επόμενη κυριακή)