Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Μετά τη Βάρκιζα

Το "Μετά τη Βάρκιζα" είναι ο τίτλος ενός ενδιαφέροντος βιβλίου του Σαράφη, του επικεφαλής του ΕΛΑΣ. Αλλά και ο τίτλος μιας παράστασης, που ανεβαίνει φέτος στο θέατρο Αλκμήνη (πατήστε το σύνδεσμο για λεπτομέρειες), όπου νιώθεις σαν τον Οβελίξ ενώ προσπαθεί να χωρέσει στο μεσαίο μέγεθος στολής, στο Αστερίξ Λεγεωνάριος, και στο τέλος θες να σηκωθείς και να χειροκροτήσεις όρθιος τους συντελεστές, όχι μόνο από ενθουσιασμό, αλλά για να ξεπιαστείς κάπως και να αρχίσει ξανά να κυκλοφορεί το αίμα.

(Ακολουθεί η λεγόμενη σποϊλεριά, που προδίδει το τέλος, πχ "ο μπάτλερ το έκανε". Συνεπώς, αν δεν έχετε δει την παράσταση, αλλά σκοπεύετε να το κάνετε τις επόμενες ημέρες, καλύτερα να αποφύγετε τις επόμενες παραγράφους).



Αυτό που με εμπόδισε να το κάνω, ήταν το απογοητευτικό -κατά τη γνώμη μου βέβαια- τέλος, όπου η μάνα, τραγική φιγούρα και βασική ηρωίδα, προδίδει τον αντάρτη γιο της, γιατί τον αγαπά τόσο που προτιμά να τον βλέπει φυλακισμένο αλλά ζωντανό, παρά στο βουνό, όπου κινδυνεύει κάθε στιγμή η ζωή του. Και πώς ξέρει ότι δε θα τον σκοτώσουν οι δεσμοφύλακές του; Γιατί της υποσχέθηκαν...

Νομίζω πως ο συγγραφέας πέφτει στην παγίδα της σεναριακής ανατροπής και το χάνει εντελώς. Δεν είναι μόνο το φινάλε που μοιάζει ελάχιστα ρεαλιστικό (καμία μάνα δε θα πρόδιδε το παιδί της, για να το... σώσει, όσο κι αν της περνούσε κάτι τέτοιο από το μυαλό), αλλά και η πολιτική του σημειολογία, που φαίνεται να ακυρώνει τον τίτλο του έργου και τα διδάγματα της Βάρκιζας, από την περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας, που ακολούθησε την υπογραφή της Συμφωνίας.

Το ΕΑΜ υπέγραψε τον αφοπλισμό και την καταδίκη του, πιστεύοντας τους αντιπάλους του που (του) υποσχέθηκαν ειρήνευση, ομαλότητα και δημοκρατικές διαδικασίες, για να καταπατήσουν από την επόμενη κιόλας ημέρα τα συμφωνηθέντα. Κανείς αντάρτης, συγγενής αντάρτη ή απλός λαϊκός άνθρωπος δε θα μπορούσε να πατήσει την ίδια μπανανόφλουδα δυο φορές, δε θα μπορούσε να δώσει πίστη στα λόγια των δήμιών του, και να τους παραδοθεί αμαχητί, με τον εμφύλιο σε πλήρη εξέλιξη. Κανείς δε θα μπορούσε -όσο απελπισμένος κι αν ήταν- να υπολογίζει στο λόγο τους, την ειλικρίνεια και την επιείκειά τους.

Το δεύτερο αρνητικό στοιχείο είναι το παλαντζάρισμα ανάμεσα στη διδαχή και το προσωπικό δράμα, που δεν καταφέρνει -κατά την υποκειμενική μου κρίση πάντα- να βρει και να κρατήσει ισορροπίες, ρέποντας πότε προς τον έντονο συναισθηματισμό, που εκμαιεύει τα συμπεράσματα (αλλά σίγουρα αγγίζει πολλούς θεατές), και πότε σε διαλόγους με ανάγνωση αποσπασμάτων από εφημερίδες, που παραπέμπουν μάλλον σε φοιτητικές συνελεύσεις, παρά σε καθημερινές συζητήσεις.

Αυτά σε συνδυασμό με κάποιες ιστορικές ανακρίβειες -γιατί να κάνει δήλωση κάποιος που είναι στο βουνό;- κι αντιφάσεις που μπορεί να διέκριναν πάντως και το ίδιο το κίνημα τότε (επίκληση της ενότητας ενάντια στο διαίρει και βασίλευε των ιμπεριαλιστών, τη στιγμή που ο ένοπλος αγώνας ήταν εκ των πραγμάτων μια κορύφωση της ταξικής διαίρεσης και της όξυνσης της βασικής αντίθεσης), με κάνουν να μη συγκαταλέγω την παράσταση ανάμεσα στις καλύτερες που έχω παρακολουθήσει.

Αυτό δε σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν τη συνιστώ ή ότι θα απέτρεπα κάποιον από το να πάει να τη δει -εκτός κι αν είναι δύο μέτρα ύψος ή πάνω από εκατό κιλά, οπότε θα δεινοπαθήσει στα καθίσματα της αίθουσας. Αλίμονο, δε μας περισσεύουν τέτοια έργα, για να είμαστε ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι.

Το "μετά τη Βάρκιζα" είναι μια γροθιά στο στομάχι του ανυποψίαστου θεατή κι ενδείκνυται ειδικά για τους αμύητους που δε θα αποκομίσουν "ωμό συναίσθημα" αλλά χρήσιμο υλικό και πληροφορίες που πιθανότατα αγνοούν -πχ ότι ο Παπανδρέου χαρακτήρισε θείο δώρο τα Δεκεμβριανά. Ένα έργο που αποφεύγει -αν και όχι πάντα με επιτυχία- τις απλουστεύσεις και τα στερεότυπα, αλλά βασικά δεν αποφεύγει να πάρει θέση. Κι αυτό είναι το βασικό του πλεονέκτημα που συνοδεύει μια σειρά άλλες αρετές: τις καλές ερμηνείες, τη σκηνοθεσία, και πολλές εύστοχες σεναριακές αναφορές (όπως τον "αναχρονισμό" με τη διάκριση αριστερού-κομμουνιστή, ή το διαχρονικό ρόλο και τις αντιδράσεις που προκαλούν ο Ριζοσπάστης κι η Καθημερινή).

Και προπαντός, η ανάδειξη της αλήθειας πως οι αντάρτες δε βγήκαν για δεύτερη φορά στο βουνό, στον εμφύλιο, αυθόρμητα, αλλά επειδή υποχρεώθηκαν, προκειμένου να γλιτώσουν την αξιοπρέπειά τους και τη σωματική τους ακεραιότητα, την ίδια τη ζωή τους από την κόλαση και τα αντίποινα του ταξικού εχθρού. Μακάρι να 'χαν βγει στο βουνό μαζικά και βάσει σχεδίου -όπως μας 'καταλογίζει' η αστική ιστοριογραφία- γιατί τότε θα είχαν ρεαλιστικές -ή τέλος πάντων πολύ περισσότερες- πιθανότητες να νικήσουν.
Κι ίσως, αν τα καθίσματα της αίθουσας ήταν λιγότερο άβολα, να εκτιμούσα(με) κάποια πράγματα καλύτερα. Από την άλλη όμως βοηθάνε πολύ το θεατή να ταυτιστεί με τη δύσκολη και στριμωγμένη κατάσταση που βίωναν τότε οι αγωνιστές.

Ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα που μένει για το σήμερα;
Η Βάρκιζα ήταν αφοπλισμός, αλλά αυτό δεν έφτανε στον εχθρό, που επιδίωκε να μας διαλύσει. Η αντίσταση ήταν μονόδρομος για τους αντάρτες, αλλά μόνο για όσους ήθελαν να διαφυλάξουν την αξιοπρέπειά τους και το δικαίωμα να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη, χωρίς να ντρέπονται, χωρίς να σκύβουν το κεφάλι για να μην αντικρίσουν κατάματα την πραγματικότητα.

Πόσο πιο δύσκολη συγκριτικά μπορεί να είναι η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα και λυγίζει πολλούς που πέφτουν αμαχητί; Πόσοι από εμάς συνεχίζουν να παλεύουν κι έχουν το ίδιο δικαίωμα -να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη- σήμερα; Και πόσοι διαλέγουν την άβολη θέση του θεατή και στριμώχνονται ολοένα και περισσότερο στη γωνιά τους, χωρίς να υψώσουν ποτέ το ανάστημά τους; Πόσοι λουφάζουν στο περιθώριο, εσωτερικεύοντας την κυρίαρχη προπαγάνδα και τα 'αφοπλιστικά' της επιχειρήματα ή υπογράφοντας μια μικρή αλλά επώδυνη συνθηκολόγηση σε καθημερινή βάση;

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Ζαχαριάδης από την άλλη μεριά

Τις προάλλες, η κε του μπλοκ είχε γράψει πως η παράσταση του Κοτανίδη για τις τελευταίες ώρες του Ζαχαριάδη μπορεί να είναι τίμια κι ενδιαφέρουσα. Οφείλει συνεπώς να διορθώσει το λάθος της, για να μην παρασύρει κάποιον αναγνώστη -και το φέρει βαρέως- και για να αποτρέψει όσους τυχόν το σκέφτονται και βρίσκουν δελεαστική την υπόθεση του έργου.

Η καλή μέρα (βραδιά) φάνηκε εξ αρχής. Περιμένοντας στην ουρά για τα εισιτήρια, ακούμε δίπλα μας μια υπεύθυνο να τηλεφωνεί:
-Σύντροφε πώς σε προσφωνούμε; Δημοσιογράφο και ιστορικό;
Σκέφτηκα πως η πιο αντιπροσωπευτική προσφώνηση που τον χαρακτηρίζει θα ήταν το "εγώ". Αλλά δε μίλησα, δεν ήμουν Πετρόπουλος. Θα τον ακούγαμε όμως στη συζήτηση που θ' ακολουθούσε μετά την παράσταση. "Μαζί" με εμας και ο Σήφης, ο μικρός γιος του Ζαχαριάδη, με τον Αλέξη Πάρνη και μια παρέα που μιλούσε άπταιστα τα ρώσικα. Για δες μέρα που σημαδέψαμε!

Προφανώς όμως υπήρχαν αρκετοί αριστεροχωριανοί α. του εξωκοινοβουλίου που σημάδεψαν όντως αυτήν ακριβώς τη μέρα, εξαιτίας της συζήτησης που ακολούθησε και β. της "προόδου", που είχαν δει το τελευταίο διάστημα πολλές συνεντεύξεις του Κοτανίδη και αναφορές στην παράσταση, στα ΜΜΕ του χώρου τους (ΕφΣυν, Αυγή, Tvxs, Κόκκινο). Κι έτσι είπαμε δυο λόγια, με την πρώτη κατηγορία, στη διάλεκτό τους.

-Γεια σας. Πιστεύετε πως ο Ζαχαριάδης ήταν όντως εθνικός κομμουνιστής;
-Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά αντλεί από τις καλύτερες παραδόσεις του Νίκου Ζαχαριάδη; Ή μήπως έχει κληρονομήσει τις χειρότερες;
Κι η απάντηση.
-Έχω κι εγώ ερώτηση. Το Ατέχνως γιατί διασπάστηκε;
Πληρωμένη ερώτηση...

Το πρόβλημα ξεκινούσε ήδη από τον τίτλο του έργου, και δεν εννοώ την πιθανότατα λανθασμένη -από τα λίγα ρώσικα που ξέρω- προφορά του Ομπίντα, που σημαίνει πικρία-κακοκάρδισμα. Αλλά το βασικό άξονα του κειμένου (και του τίτλου) του Κοτανίδη, που προσπαθώντας να μην κακοκαρδίσει κανέναν και να κρατήσει πολιτικές ισορροπίες -ή μάλλον ίσες αποστάσεις- με τον κάθε "πικραμένο" (πολιτικά μιλώντας), παρουσίασε έναν πολύ φτωχό κι αδύναμο χαρακτήρα, καρικατούρα του "αληθινού Ζαχαριάδη" (που έγραψε στη φυλακή τον "αληθινό Παλαμά"): αμετανόητου, αλλά με ανθρώπινες αμφιβολίες, λίγο πριν το τέλος, και λαθολογία εν είδει μετάνοιας. Αγριεμένου από τα χρόνια της εξορίας και πικραμένου από το κόμμα του (με το οποίο δεν είχε να χωρίσει τίποτα όμως). Που συνομιλεί με τα φαντάσματα του παρελθόντος που τον κατατρύχουν και δρα προφανώς (για το συγγραφέα) υπό συναισθηματική φόρτιση (πικρία, κακοκάρδισμα) κι όχι ως συνειδητός επαναστάτης που σκέφτεται κι ενεργεί πολιτικά ως το τέλος.

Στα παραπάνω μειονεκτήματα, έρχεται να προστεθεί η πολύ μέτρια ερμηνεία του ενός "κομπάρσου"-συμπρωταγωνιστή, που ερμηνεύει τους συμπληρωματικούς ρόλους, η εμφάνισης μιας καρικατούρας του Λουλέ, που (στην τελευταία του επίσκεψη στο Ζαχαριάδη) προσπαθεί να τον "δωροδοκήσει" και να τον δελεάσει με αξιώματα, εκ μέρους της νέας ηγεσίας, η αναφορά μόνο στο πρώτο γράμμα του 40' -χωρίς καμία νύξη για το δεύτερο και το τρίτο- κ.ά.

Για να είμαι δίκαιος, δεν αμφισβητώ την τιμιότητα, τις πιθανές καλές προθέσεις και την προσπάθεια του Κοτανίδη, που μελέτησε το "Αντικείμενό" του, συζήτησε με πολλούς και ταξίδεψε στο Σοργκούτ μαζί με την Αλέκα και το Σήφη Ζαχαριάδη, πριν από μερικά χρόνια. Η τιμιότητα αυτή έχει όμως ένα ταβάνι και συγκεκριμένους πολιτικούς περιορισμούς, για ένα άτομο που ξεκίνησε πολιτικά από το ΕΚΚΕ (αλλά δεν υπήρξε -λέει- ποτέ σταλινικός), κινούνταν πέριξ του εσ., έβαλε στο κείμενο -και τη συζήτηση που ακολούθησε- κάποιες αναφορές στην οδό Κροπότκιν (και τον αναρχικό πρίγκιπα) και τη διαρκή επανάσταση του Τρότσκι, αλλά τάχθηκε με τους φιλελέδες και την πλευρά του "ΝΑΙ" στο πρόσφατο δημοψήφισμα. Ένας "μπουλκουμέ" καλλιτέχνης της εποχής του.

Από όλα τα παραπάνω, διατηρεί βασικά την αναθεωρητική ιστορική σκοπιά. Κι όσο κι αν περιβάλλει με σεβασμό το Ζαχαριάδη -εξοργίζοντας παράλληλα και το συνασπισμένο κοινό του- τον ευνουχίζει ως πολιτική προσωπικότητα, βλέποντάς τον ως δραματική μορφή, "θύτη και θύμα" του συστήματος (όπως έγραφε ο Ανταίος, το 91') που παλεύει με τις αντιφάσεις του. Έναν "εθνικό κομμουνιστή", με τάσεις ανεξαρτητοποίησης από το Στάλιν και το σοβιετικό κέντρο (θεωρία των δύο πόλων). Σε αυτό πατάει άλλωστε ο Συριζαίος γιος του Φοίβου Τσέκερη, για να παρουσιάσει το Ζαχαριάδη σαν... τον πρώτο ευρωκομμουνιστή, σε ένα πρόσφατο βιβλίο του.
Αλήθεια, αυτό είναι που έμεινε στον Κοτανίδη από όσα διάβασε και μελέτησε για το Ζαχαριάδη, από τα συγκλονιστικά, τελευταία γραπτά του και το μήνυμα από την άλλη μεριά; Και δεν εννοώ μόνο από πολιτική σκοπιά, αλλά και γενικότερα, από το ύφος, το ήθος και το υψηλό φρόνημα του Ζαχαριάδη.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο Ζαχαριάδης δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως συνειδητός επαναστάτης, ηγέτης με περήφανη στάση, πολιτική ακτινοβολία και θαυμαστή αναλυτική ικανότητα-κριτήριο, παρά μόνο ως καρικατούρα του εαυτού του. Είναι μια ρηχή σκιαγράφησή του από σχεδόν αστική σκοπιά, ένας Ζαχαριάδης (ιδωμένος) από την άλλη μεριά, όχι της ζωής, αλλά της ταξικής πάλης. Κι έτσι δυστυχώς ο Κοτανίδης, παρά τις καλές του προθέσεις -και την ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία για συζήτηση, μετά την παράσταση- εμφανίζεται, άθελά του, στον πιο κωμικό ρόλο της καριέρας του -από τους οποίους καθιερώθηκε εξάλλου στο ευρύ κοινό.
Μόνο που το πιο κωμικό μέρος, δεν το είχαμε δει ακόμα.

Θα ήμουν άδικος αν έλεγα πως στη συζήτηση δεν υπήρχαν ενδιαφέροντα σημεία, πχ το ζήτημα γιατί ο Ζαχαριάδης υποψιαζόταν βάσιμα τον Πλουμπίδη και πίστευε ως το τέλος, πως ήταν χαφιές (ποιες μαρτυρίες και ποια στοιχεία συνηγορούσαν σε αυτό το συμπέρασμα και πώς θόλωνε η ασφάλεια τα νερά, διασπείροντας την καχυποψία μεταξύ των παράνομων στελεχών) κι η περίπτωση Καραγιώργη (που κατηγορήθηκε βασικά από τους Ρουμάνους και όχι από το Ζαχαριάδη ως κατάσκοπος). Αλλού ήταν όμως το πρόβλημα και κάποια κωμικά (μεταξύ γραφικού και χυδαίου) χαρακτηριστικά.
Αναφέρω ενδεικτικά παραδείγματα:

-Πριν και πάνω απ' όλα, το συνασπισμένο, αντιζαχαριαδικό-αντισταλινικό κοινό και το πολιτικό του επίπεδο. Δε χρειάζονται περσότερα.

-Η παρέμβαση ενός κάπως ηλικιωμένου θεατή (πιθανότατα από την Ανασύνταξη 1918-1955), που ήταν φανερό από την πρώτη στιγμή πως υποστήριζε την εκδοχή της δολοφονίας του Ζαχαριάδη από τους σοβιετικούς και της πλαστογράφησης των γραπτών του από την KGB. Κι ενώ πλάτειαζε για τη "συνεργασία του Μητσοτάκη με τα δύο σοσιαλδημοκρατικά ΚΚ", για να πιάσει το ευρύ ναρίτικο κοινό, αγανάκτησε το υπόλοιπο κοινό και αναγκάστηκε να τον κόψει ο Κοτανίδης, που συντόνιζε την κουβέντα. Οπότε κι αυτός κατήγγειλε -όπως ήταν προβλέψιμο- την προσπάθεια φίμωσής του.

-Η ακόρεστη διάθεση αυτοπροβολής του Πετρόπουλου, που αναφέρθηκε ταπεινά στον εαυτό του, σε διάφορα σημεία, κυρίως με αφορμή κάποιους παλιούς αγωνιστές-κομμουνιστές που κατέφευγαν όλοι σε αυτόν, είτε για να του εξομολογηθούν κάτι, είτε για να του εμπιστευτούν τα γραπτά τους. (Το ίδιο έκανε και ο Κασιμάτης, που είχε γράψει το βιβλίο "οι παράνομοι" για τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ, κι ήθελε -λέει- να διορθώσει την κριτική του στο Ζαχαριάδη, όταν έμαθε πως οι σοβιετικοί τον υποψιάζονταν ως πράκτορα. Δεν πρόλαβε όμως να εκδώσει κάτι πριν πεθάνει, και μετά δεν υπήρχε η συναίνεση της χήρας του Κασιμάτη, για κάτι τέτοιο).

Το καλύτερο όμως ήταν όταν μετέφερε μια γνώμη του Χαρίλαου για το Ζαχαριάδη ("αντιφατική προσωπικότητα"), για να σημειώσει σωστά πως αντιφατική ήταν η πραγματικότητα που καλούνταν να διαχειριστεί και να κάνει εντυπωσιακή έξοδο ως εξής: "το συζητήσαμε με το Χαρίλαο και τελικά συμφωνήσαμε".
Για όποιον δυσκολεύεται να διαβάσει πίσω από τη σεμνή διατύπωση, ο Πετρόπουλος δεν ήταν απλός συνεργάτης-συνομιλητής του Φλωράκη, αλλά τον μετέπεισε και τον έφερε τελικά στα λόγια του.

-Η αβανταδόρικη ερώτηση από το κοινό (πιο αυθόρμητη δε γίνεται) για το τι κόμμα παρέλαβε ο ΝΖ και σε ποια κατάσταση, και πώς το παρέδωσε -που θυμίζει λίγο το καφενειακό ερώτημα "τι ΠΑΟΚ παρέλαβε ο Αναστασιάδης", κτλ. Και το δεύτερο σκέλος του, αν το σημερινό ΚΚΕ τιμάει αυτήν την παράδοση ή αν...
Εκεί το έκοψε ο Κοτανίδης, που δεν ήθελε να επιτρέψει να πάει η συζήτηση στη σημερινή, πολιτική κατάσταση και έτσι χάσαμε τη συνέχεια. Αλλά ο Πετρόπουλος (που του πήραν την μπουκιά από το στόμα) πρόλαβε να πει  πως έχει άποψη για το σήμερα (αλίμονο) και να προσθέσει το εξής, που έχει προφανώς διπλή ανάγνωση: Όταν το σημερινό ΚΚΕ περάσει στην ιστορία, μπορούμε να μιλήσουμε για αυτό.
Το πιάσατε το νόημα, έτσι; Πσσσς, μεγάλε...

-Σημειώνω επίσης μια αποστροφή του Κοτανίδη για το Στάλιν και τα λάθη του, όπως πχ τη δίκη των στρατηγών το 38' (που βασικά έγινε το 37', κρίμα που δεν το διόρθωσε ο ιστορικός επιμελητής της παράστασης). Και μια φράση, στο καπάκι, του ΓΠ, που -εάν δεν παρακούσαμε 3-4 άτομα στην ίδια σειρά- είπε κάτι σαν: "κι εγώ διαφωνώ".
Αλήθεια τώρα;

Εν κατακλείδι, χωρίς το κωμικό δεύτερο μέρος, μπορεί να μέναμε με μια δυσάρεστη γεύση (ομπίντα) από την παράσταση. Αλλά άξιζε τελικά μέχρι τέλους. Αυτό που δεν ξέρω είναι αν αξίζει να την δει κανείς, χωρίς αυτό. Εκτός κι αν θέλει να αποτίσει φόρο τιμής στο Ζαχαριάδη ή να επιβραβεύσει άτυπα τον Κοτανίδη, αν όχι για την προσπάθεια, πάντως για το πολύ ενδιαφέρον θέμα που διάλεξε.

Κλείνω σημειώνοντας πως κατά τη γνώμη μου (που μπορεί να είναι εντελώς εσφαλμένη), υπάρχει ένα βιβλιογραφικό κενό που πρέπει να καλυφθεί ως προς τη βιογραφία του Νίκου Ζαχαριάδη. Κι έχει μεγάλη σημασία πώς και με ποιον τρόπο θα το κάνει, συνεπώς δεν πρέπει να μένουν σε εκκρεμότητα τέτοια κενά, όχι γιατί η φύση τα απεχθάνεται, αλλά γιατί ποιος ξέρει ποιος (και με τι) θα τα γεμίσει...

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Αυγά μαύρα

Πρόκειται για μία συγκινητική ιστορία που ανασύρει μνήμες από τα γεγονότα του εμφυλίου.
Δύο αδέλφια, παιδιά ενός αντάρτη της Ρούμελης. Χωρίστηκαν στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου – ο αδερφός έμεινε με τους παππούδες τους, η αδερφή βρέθηκε σε παιδούπολη.

Σήμερα συναντιούνται προσπαθώντας να κλείσουν τα κενά που δημιουργήθηκαν, ψάχνοντας να βρουν τις μνήμες και τα συναισθήματα τους που χάθηκαν για πάντα.
Μια σπουδαία παράσταση, με έντονο δραματικό ύφος και επίκαιρα μηνύματα
.

(από το δελτίο τύπου του Δήμου Χαϊδαρίου)


Αυγά μαύρα
Η παράσταση που σκηνοθετεί ο Αντώνης Αντωνίου και πρωταγωνιστεί μαζί με τη Νατάσα Ασίκη (που υποθέτω πως δεν έχει κάποια άμεση σχέση με τη συνεπώνυμή της Βίνα).
Ο τίτλος αναφέρεται στα πένθιμα πασχαλινά αυγά που κρατούσε ως κοριτσάκι η ηρωίδα του έργου για τους γονείς της που χάθηκαν στο δεύτερο αντάρτικο. Και τα οποία τρόμαζαν τον περίγυρο της γειτονιάς, προκαλώντας την κοινωνική απομόνωση και ενοχές στην ψυχή του μικρού κοριτσιού για την ίδια της την ύπαρξη και τον πατέρα της, που...
-Ήταν σπουδαίος άνθρωπος
-Ναι αλλά δεν ήτανε πατέρας.
Και...
-Πάλεψε για όλο τον κόσμο
-Εκτός από τα παιδιά του.

Τα πρόσωπα: τα δυο αδέλφια, ο Σπύρος και η Μαρία, που μένουν ορφανά από μικρή ηλικία, χωρίζονται για κάποια χρόνια, όταν η μικρή κλείνεται σε μία από τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης κι αυτή η τραυματική παιδική ηλικία τους αφήνει τα σημάδια της για το υπόλοιπο της ζωής τους. Αποκτούν ψυχολογικά, κλείνονται στον εαυτό τους, γιατί κανείς άλλος δε θα μπορούσε να καταλάβει αυτό που πέρασαν, ψάχνουν συμβατικές λύσεις-συντρόφους, για να αποκτήσουν μια "κανονική ζωή". Η Μαρία ειδικά αναπτύσσει ένα φοβικό σύνδρομο εγκατάλειψης και της λείπουν οι βασικές πληροφορίες για τα χρόνια που ήταν μωρό και κρύβονταν σε μια σπηλιά, τα πρώτα της βιώματα, τα παιχνίδια της, τα βήματά της, γιατί αυτοί που τα έζησαν -εκτός από τον αδερφό της- δε βρίσκονται πια στη ζωή.

Το κείμενο-ο συγγραφέας: οι περισσότεροι μπορεί να τον γνωρίζουν από το (συναρπαστικά βαρετό κατά τη γνώμη μου) βιβλίο του για το Βελουχιώτη (Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων), ή από το γάμο του με τη Μαλβίνα, ή από μια σχετικά πρόσφατη παρουσία του στη ραδιοφωνική Ελληνοφρένεια, και να αγνοούν έτσι το συγγραφικό του ταλέντο. Πρόκειται για το Διονύση Χαριτόπουλο, που έχει γράψει ένα πολύ καλό, ισορροπημένο κείμενο, που καθηλώνει το κοινό. Ο Χαριτόπουλος κατάφερε να υποτάξει τις (δικές του πιθανότατα) όποιες ενστάσεις σε μια στρατευμένη οπτική γωνία, που δεν έρχεται όμως έτοιμη, μασημένη στο πιάτο του θεατή και σέβεται τα βιώματα της αντίπερα όχθης, με τα οποία συνδιαλέγεται. Καταφέρνει δηλ να πάρει θέση, που δεν είναι αβασάνιστη ούτε αγνοεί τους λόγους και τα επιχειρήματα του αντιπάλου.

Ενώ παράλληλα θίγει σε δεύτερο πλάνο μια σειρά παράπλευρα ζητήματα, όπως τον προβληματισμό αν ο αγωνιστής που αφοσιώνεται στην επανάσταση δικαιούται να φτιάξει οικογένεια ή οφείλει να αποφύγει τον επιμερισμό της ευθύνης, των θυσιών και των στερήσεων της δικής του στάσης, στους δικούς του, τα αγαπημένα του πρόσωπα.

Ο διοργανωτής: ήταν ο δήμος Χαϊδαρίου, που φιλοξένησε την παράσταση στην αίθουσα εκδηλώσεων του δημαρχείου και θα συνεχίσει με αντίστοιχες πολιτιστικές πρωτοβουλίες και το επόμενο διάστημα. Σε δυο βδομάδες, θα ανέβει στον ίδιο χώρο η παράσταση "πού είναι η μάνα σου μωρή", με τη διασκευή της Σοφίας Αδαμίδου στο βιωματικό βιβλίο της Δήμητρας Πέτρουλα. Ενώ ο Αντωνίου δεσμεύτηκε να ανεβάσει το έργο και το καλοκαίρι, στο δημοτικό ανοιχτό θέατρο, για τον (πάρα πολύ) κόσμο που έμεινε απέξω και δεν μπόρεσε να το παρακολουθήσει).

Είναι ενδεικτικό ότι ο Σελέκος απορροφήθηκε τόσο πολύ από το έργο, που αφαιρέθηκε και συνέχισε προς στιγμήν να αποκαλεί Σπύρο τον Αντώνη Αντωνίου μετά την παράσταση. Κι αφού ευχαρίστησε από καρδιάς τους ηθοποιούς για την κατάθεση ψυχής που έκαναν επί σκηνής και το μοναδικό ρεπό τους που θυσίασαν για να έρθουν στο Χαϊδάρι, ξεχώρισε ένα σημείο του έργου, που έλεγε πως δεν πρέπει να κρίνουμε κάποιον από τη σημερινή εικόνα του και αυτά που φαίνονται προς τα έξω, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε την προσωπική ιστορία που κουβαλά -ούτε προφανώς τις δυνάμεις και τις δυνατότητες που κρύβει μέσα του, προσθέτω εγώ.

Η προσέλευση
Με μία λέξη: κοσμοσυρροή. Πρέπει να χώρεσαν καμιά 300αριά θεατές σε μια αίθουσα συνολικής χωρητικότητας 200 ατόμων, και να έμειναν άλλοι τόσοι απέξω (που πείστηκαν με δυσκολία να μη θορυβούν στο αίθριο, όταν ξεκίνησε η παράσταση, και να... διαλυθούν ησύχως). Κάτι που δείχνει τη δίψα του κόσμου για καλό, ποιοτικό θέατρο, που συνήθως κοστίζει πολύ για τη μέση, λαϊκή τσέπη. Αλλά να έρθετε παιδιά και την Πέμπτη, στην αντιπολεμική παράσταση διαμαρτυρίας στο υπουργείο Άμυνας, όπου καλεί ο δήμος, κι εκεί δωρεάν είναι.

Κι όσο φυσιολογικό είναι να υπάρξει ένας μικρός χαμός από το συνωστισμό, που δε βοηθά πάντα τους ηθοποιούς, η χημεία που ανέπτυξαν με το κοινό, η συναισθηματική φόρτιση και η ενέργεια που συσσωρεύτηκε ήταν τέτοια, που ξέσπασαν στο τέλος σε μια θύελλα χειροκροτημάτων και μια άκρως συγκινητική αποθέωση. Μια συγκίνηση που ήταν φανερή και στον ίδιο τον Αντωνίου, καθώς ένας από τους λόγους που ήθελε να ανεβάσει εκεί αυτήν την παράσταση (όπως εξομολογήθηκε στο κοινό) ήταν πως ο πατέρας του επί κατοχής ήταν έγκλειστος στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Ενώ λίγο μετά γονάτισε, σχεδόν ευλαβικά, για να ακούσει τι του έλεγε από κάτω μια γιαγιά-βετεράνος, που έζησε πιθανότατα από πρώτο χέρι την εποχή και τα γεγονότα στα οποία αναφερόταν το έργο.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Πόσο κοστίζει το σίδερο

Αφήνοντας την πρωτεύουσα σε καίριο χρονικό σημείο, η κε του μπλοκ έχασε κάποια ενδιαφέροντα ραντεβού και εκδηλώσεις. Όπως αυτή στην έδρα της κετουκε προς τιμήν του μάνου κατράκη, στα τριάντα χρόνια από το θάνατό του· την παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του φαρσακίδη, λίγους σταθμούς πιο πάνω, στη νέα ιωνία, όπου μίλησε μεταξύ άλλων κι ο σιώρας, ως θεράπων ιατρός του. Ενώ διαπίστωσα πως από το πέραμα δεν έχει (εύκολο) πέρασμα, αν δεν έχεις δικό σου μεταφορικό μέσο και έτσι έχασα το σ/κ με τις κολλητές εμφανίσεις του (ιστορικού) μαργαρίτη και του (αοιδού) μαργαρίτη (κάτι σαν εκείνο τον τελικό του ουέφα μεταξύ της ατλέτικο και της αθλέτικ, που ήταν ευκαιρία για το ευρύ κοινό να μάθει να τις ξεχωρίζει, αλλά φευ) στην έκθεση «άνθρωποι και σίδερο». Που, αν σκεφτείς την ταξική πάστα και τις αντοχές των διοργανωτών, θα μπορούσα κάλλιστα να λέγεται «άνθρωποι από σίδερο» ή αλλιώς «πώς δενότανε το σίδερο», σαν το γνωστό μυθιστόρημα του οστρόφσκι για το ατσάλι της ρωσίας και τους ατσάλινους («στάλιν» στα ρώσικα) υπερασπιστές της σοβιετικής εξουσίας.

Για να καλύψει εν μέρει λοιπόν το κενό, η κε του μπλοκ πήγε σε ό,τι κοντινότερο υπήρχε: την παράσταση «πόσο κοστίζει το σίδερο» από τη θεατρική ομάδα «τρίτο κουδούνι» -για να παραπέμπει ίσως συνειρμικά στον τρίτο γύρο- στο κτίριο του παμμικρασιατικού συλλόγου, στα προσφυγικά της πάτρας. Το έργο είναι μια σύντομη μπρεχτική αλληγορία για τα γεγονότα και την εξάπλωση της ναζιστικής γερμανίας πριν το β’ παγκόσμιο πόλεμο. Το μόνο μειονέκτημα κατά τη γνώμη μου –που δεν είχε να κάνει με την απόδοση των ερασιτεχνών ηθοποιών αλλά μάλλον με την πλοκή του έργου- είναι πως αν γνώριζες τα βασικά ιστορικά γεγονότα (πχ το ανσλους της γερμανίας στην αυστρία, τη συμφωνία του μονάχου που όρισε την τύχη της τσεχοσλοβακίας και την –ευνοϊκά διακείμενη προς τους ναζί- ουδετερότητα της σουηδίας) δε θα δυσκολευόσουν ιδιαίτερα να πιάσεις το (εντελώς προφανές) υπονοούμενο της αλληγορίας. Εφόσον όμως δε γνώριζες αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας (αν και ο θίασος απευθύνεται κατά βάση σε σχετικά υποψιασμένο κοινό), πιθανότατα θα έμενες με την απορία για το νόημα του έργου –που είχε ωστόσο μια σχετική αυτοτέλεια ως υπόθεση.

Πέρα από το θεατρικό –και τις τρεις δωρεάν παραστάσεις (με προαιρετική ενίσχυση) που δόθηκαν- ο παμμικρασιατικός σύλλογος έχει αναπτύξει αξιόλογη δραστηριότητα με πλούσιο πρόγραμμα, που περιλαμβάνει από λαϊκά φροντιστήρια μέχρι ομάδες δωρεάν εκμάθησης μουσικών οργάνων και αποτελεί πρότυπο για τη δουλειά αντίστοιχων συλλόγων και λαϊκών επιτροπών στις γειτονιές. Γράφοντας αυτές τις γραμμές, σκέφτομαι ήδη τις δικαιολογημένες ενστάσεις κάποιων συντρόφων που έχουν δει από πρώτο χέρι αντίστοιχες πρωτοβουλίες να έχουν φτωχά αποτελέσματα ή να πέφτουν σε τοίχο. Η λαϊκή επιτροπή παρεμβαίνει πχ για να επανασυνδεθεί το ρεύμα σε μια φτωχή οικογένεια, να σβήσει ένα πρόστιμο, να δώσει κάποια βοήθεια, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η επαφή σταματά εκεί, χωρίς να έχει πολιτική συνέχεια. Ο κόσμος έχει μάθει να περιμένει κάποιο διαμεσολαβητή, μια άνωθεν σωτήρια λύση, χωρίς να θεωρεί απαραίτητη τη δική του συμμετοχή.

Είναι απαραίτητο όμως να πιάσουμε το επίπεδο συνείδησης του κόσμου, όχι για να πέσουμε και να μείνουμε σε αυτό, αλλά να μπορέσουμε να το ανεβάσουμε, να τον πάρουμε σιγά-σιγά με το μέρος μας, ξεκινώντας από τα καθημερινά του προβλήματα, από αυτό που καταλαβαίνει. Δε μιλάμε για κάποια «κοινή δράση πάνω στο πρόβλημα» (σήμερα το ζητούμενο δεν είναι γενικά κι αφηρημένα η κοινή δράση, αλλά αυτή καθαυτή η δράση, που είναι κάτω από τον πήχη των περιστάσεων, και το κοινό που καλείται να δράσει και να πάψει να μένει στο περιθώριο). Ούτε για κάποια θολή μετωπική ενότητα (που στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε ενότητα, ούτε –πολύ περισσότερο- κάποιο μέτωπο). Αλλά για δουλειά μες στις μάζες, με εργάτες και λαϊκούς ανθρώπους που μπορεί να έχουν κολλήματα, ακόμα και να σκέφτονται αντιδραστικά. Το πρόβλημα δεν έγκειται σε αυτές καθαυτές τις δράσεις, αλλά στην εμβάθυνση στη ρίζα του προβλήματος, τη σύνδεση με το γενικό πλαίσιο και το πώς θα οδηγήσουν σε αυτά τα ζητούμενα.

Από την άλλη το σύνθημα που πετύχαμε σε ένα πανό (ή μήπως πλακάτ;) του παμμικρασιατικού που έλεγε: όχι στην εξουσία των μονοπωλίων. Η δουλειά στο μαζικό κίνημα δε σημαίνει να ρίχνεις νερό στο κρασί σου, να κρύβεις το στρατηγικό σου στόχο, να μην κάνεις ζύμωση και πολιτική δουλειά. Τον κόσμο δεν τον κερδίζουμε βάζοντας κουτσουρεμένα συνθήματα και μικρούς ‘εφικτούς’ στόχους που δεν τον τρομάζουν, αλλά όταν μας βλέπει δίπλα του στον αγώνα για κάθε μικρό ή μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει, όταν χτίζουμε σχέσεις εμπιστοσύνης και τον πείθουμε να συμπορευτεί μαζί μας και να βαδίσει ως το τέλος του δρόμου.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει από την πείρα του παμμικρασιατικού και την πόλη της πάτρας συνολικά. Που στο άκουσμά της και μόνο, οι σφοι νιώθουν μια ευαίσθητη χορδή τους να πάλλεται και σε ρωτάν να τους μεταφέρεις κλίμα κι εικόνα από το κόκκινο γαλατικό χωριό: όλοι κυκλοφορούν χαμογελαστοί, σε χαιρετάνε με υψωμένες γροθιές, σφιχτές και ροζιασμένες, ο ουρανός είναι πιο γαλανός, αλλά το βάθος του πάντα κόκκινο, κτλ. Ε προφανώς δεν είναι έτσι. Η κατάσταση και τα αποτελέσματα είναι αρκετά πιο αντιφατικά από μια τόσο ειδυλλιακή εικόνα.
Καταρχάς το κριτήριο της ψήφου (σε τοπική διοίκηση κι ευρωεκλογές) δεν ήταν ενιαίο και συνεπές για την πλειοψηφία των πατρινών ψηφοφόρων, ενώ παλιότερα είχαν στηθεί σε κάποιες γειτονιές και συσσίτια από τους φασίστες της χρυσής αυγής. Στον αντίποδα, η εκλογική επιρροή του κόμματος παρουσιάζει ανοδικές τάσεις στην πάτρα (σε αντίθεση με άλλα μεγάλα αστικά κέντρα) ενώ η δουλειά στα σωματεία και τη σπουδάζουσα νεολαία καταγράφει συγκριτικά πολύ καλούς δείκτες.

Από την άλλη έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς προβάλλουν μεγάλες πατρινές ιστοσελίδες κάποια γεγονότα(;). Δείτε πχ αυτό το σχόλιο για την.. άρνηση του πελετίδη να δώσει λεφτά στο παμε για τη μετάβασή του στην αθήνα, στο συλλαλητήριο της 1ης νοέμβρη. Από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις..
Ποια είναι η ειδική γραμμή; Ότι ο πελετίδης κρατά αποστάσεις από τους δικούς του, κουκουέδες και παμίτες. Ποια είναι η γενική γραμμή; Κάθε τι καλό, το χρεώνεται προσωπικά ο πελετίδης, ως άτομο ξεκομμένο από την πολιτική του ιδιότητα. Οτιδήποτε αρνητικό εννοείται πως το χρεώνεται συνολικά και το κόμμα του πελετίδη, το κκε.
Η τυφλή κι ανεξάρτητη δικαιοσύνη πάντως δεν καταλαβαίνει τέτοιους λεπτούς διαχωρισμούς και καλεί την πέμπτη τον πελετίδη να δώσει εξηγήσεις στον εισαγγελέα για τη γνωστή υπόθεση με την αξιολόγηση και τα στοιχεία των εργαζομένων.

Το παραπάνω παράδειγμα υπογραμμίζει την ανάγκη να προβάλλουμε με κάθε δυνατό τρόπο από τα δικά μας μέσα αντίστοιχες τις πρωτοβουλίες και τις κινήσεις των κόκκινων διοικήσεων των δήμων –πχ τις λαϊκές συνελεύσεις στο χαϊδάρι για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, για να μη μείνουμε μόνο στην περίπτωση της πάτρας. Αν δεν το κάνουμε εμείς, δεν μπορούμε να περιμένουμε πως θα το κάνει κάποιος άλλος για εμάς.

Ένα δεύτερο ζήτημα είναι πως αυτές οι κινήσεις πρέπει να αποκτήσουν σταθερό και μαζικό χαρακτήρα, να γίνουν υπόθεση του λαού και όχι μόνο πρωτοβουλίες από τα πάνω. Αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης ανάρτησης.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Κανένα βιβλίο δεν είναι ντροπή

Υπάρχει μια κατηγορία βιβλίων, περιοδικών, άρθρων, γραπτών κειμένων γενικότερα, που ανήκουν αναμφίβολα στην κατηγορία των ελαφριών αναγνωσμάτων. Και αυτό δεν το λέω ως μομφή, γιατί έχουν μια συγκεκριμένη αξία χρήσης, που καλύπτει μια βασική ανάγκη: να σου κρατήσουν συντροφιά, για να περάσει η ώρα στην παραλία, σε κάποιο ταξίδι (τρένο ή πλοίο κατά προτίμηση), στην τουαλέτα, ακόμα και στη σκοπιά (αν έχεις αυτή τη δυνατότητα κι έχεις εξαντλήσει τα θέματα συζήτησης με το συφάνταρο), ή σε κάποια ουρά, για τον οαεδ πχ, όπου αρχικά νομίζεις πως θα γίνει ηλεκτρονικά η ανανέωση της κάρτας, βρίσκεις στο διαδίκτυο ένα σωρό πανηγυρικά άρθρα που (προ)αναγγέλλουν την χαρμόσυνη είδηση, κι αφού χαρείς κι εσύ με την χαρά τους, καταλαβαίνεις πως πρέπει τελικά να περάσεις αυτοπροσώπως από κάποιο υποκατάστημα του οργανισμού για την ανανέωση, για μια αποχαιρετιστήρια (;) ίσως φορά, και να περιμένεις παραπάνω απ’ ό,τι συνήθως, γιατί χρειάζεται να γίνει μια επιπλέον διαδικασία με τα εκκαθαριστικά σημειώματα της τελευταίας διετίας. Άνεργος είσαι, χρόνο έχεις λογικά, γιατί να γκρινιάζεις λοιπόν;

Ίσως βέβαια τα δικά μας ελαφρά αναγνώσματα να διαφέρουν κάπως από τα συνηθισμένα (άρλεκιν, μπεστ σέλερ, λένα μαντά, κτλ). Ας δούμε λοιπόν ένα μικρό δείγμα, για να γίνει καλύτερα αντιληπτό.

Ξεκίνημα από το τελευταίο (πριν τη θερινή ραστώνη και τη διακοπή του αυγούστου) φύλλο του πριν, της εφημερίδας της ανεξάρτητης της αριστεράς, κι ένα κείμενο του δ. γρηγορόπουλου για «μια νέα κομμουνιστική κίνηση», του εργατικού αγώνα, που «είναι καλοδεχούμενη στη ριζοσπαστική αριστερά» και «μπορεί να συμβάλει στο εγχείρημα της νέας κομμουνιστικής αριστεράς» (πολλές αριστερές ρε παιδί μου) αν υπερβεί το «σεχταριστικό, γραφειοκρατικό μοντέλο», που «εκπροσωπεί το κκε» και το οποίο «δεν είναι συνέχεια αλλά εκφυλισμός του λενινιστικού κκ. Η όποια διαφωνία όμως δε γονιμοποιείται θετικά όταν: 1. δεν εκφράζεται ανοιχτά λόγω κομματικού πατριωτισμού 2. οι διαφωνούντες φεύγουν από το κόμμα, αλλά ιδιωτεύουν και πάνε σπίτι τους 3. παρασύρονται από τις ρεφορμιστικές σειρήνες 4. παραμένουν στο κκε περιμένοντας να αλλάξει (το κκε δεν αλλάζει, άλλαξε εσύ) 5. επιδιώκουν την αποκατάσταση της φυσιογνωμίας του κκε, που αλλοιώθηκε θεωρητικά από την ηγεσία του, ενώ το κόμμα έχει διαβρωθεί συνολικά ως όλο από το σεχταρισμό και το γραφειοκρατισμό· με δυο λόγια, αν δεν κόψουν κάθε γέφυρα με το κομματικό παρελθόν τους και δε φτιάξουν μαζί με το ναρ το νέο-νέο αριστερό ρεύμα λενινιστικού τύπου, με στόχο τον αντικαπιταλισμό-αντιιμπεριαλισμό τον αντισεχταρισμό και αντιγραφειοκρατισμό –σε έπιασα! Ξέχασες να πεις αντιδογματισμό.

Κι εδώ αρχίζεις να αναρωτιέσαι διάφορα: αν αυτός ο αντισεχταριστής κύριος είναι στο ίδιο ρεύμα με τον άλλο συναγωνιστή, που γράφει για τη μόδα του αντισεχταρισμού–αλλά αυτά είναι ηλεκτρονικά αναγνώσματα και δε θα ασχοληθούμε αναλυτικά, αν και έχουν το δικό τους ενδιαφέρον*. Αν έχει πιο πολλή πλάκα η κριτική στο κκε για σεχταρισμό από μια ομάδα μερικών δεκάδων ή από ένα ρεύμα μερικών εκατοντάδων, που έχουν τουλάχιστον αυτογνωσία και καταλαβαίνουν πως δεν τους βγαίνουν τα κουκιά, για να γίνουν-ονομαστούν κόμμα. Αν είναι πιο τίμιο να απαξιώνεις μηδενιστικά το κόμμα, όπως ο γρηγορόπουλος, ή να συνεχίζεις αυτό τον ανιαρό διαχωρισμό της κακής ηγεσίας από την παραπλανημένη βάση –όπως κάνει η κίνηση ικεα: ιστοσελίδα κομμουνιστών εργατικού αγώνα. Και σε συνέχεια του προηγούμενου, αν είναι πιο τίμιο να έχεις βρεθεί εκτός κόμματος και να μην τρέφεις καμία ελπίδα για την εξέλιξή του, γιατί είναι χαμένη υπόθεση, κτλ, ή να το «υποστηρίζεις κριτικά», αλλά να παλεύεις ενάντια στην ηγεσία του και τη γραμμή του.

(*η αριστερά θέλει να συμβάλει σε κάτι τέτοιο –ιδεολογική ηγεμονία και κυβέρνηση- ή θέλει να πάει μόνο για την «ανόθευτη» επανάσταση αλά 1917; Πόσο πιο καθαρά να το πει κι αυτός πια..)

Δεύτερη στάση, το τεύχος ιουλίου του εναλλακτικού (ο θεός να το κάνει) unfollow, όπου ο άρης χατζηστεφάνου υπογράφει ένα αρκετά καλό κείμενο για την περίπτωση του μετανάστη μαμαντού μπα από τη γουινέα (που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ελλάδα για να πάρει πολιτικό άσυλο στο βέλγιο), με κάποιες ενδιαφέρουσες κι ιντριγκαδόρικες συγκρίσεις της δημοκρατικής κι ανεπτυγμένης ελλάδας, που ανήκει στην ευρώπη και το δυτικό κόσμο, με την τριτοκοσμική κι υπανάπτυκτη γουινέα της αφρικής, ως προς τα δικαιώματα, την ελευθερία που απολαμβάνουν οι δημοσιογράφοι, κτλ. Και ως εκεί δηλ καλά τα λέει (αλλά δε γίνονται), για να φτάσουμε στην τρομερή διατύπωση: «αλλά και πάλι να ζητάς άσυλο; Άσυλο ζητάνε αυτοί που ζούνε σε δικτατορίες. Μπορεί φυσικά να μην κινδυνεύεις από το κράτος, αλλά από το παρακράτος κι από τα τάγματα εφόδου της ελληνικής αστικής (ο θεός να την κάνει) τάξης. Να έρχονται οπαδοί του Μελισσανίδη και να σε σπάνε στο ξύλο…»
Μία από αυτές τις στιγμές που, όπως περιέγραφε σε μια παλιά του ανάρτηση ο σφος φάντασμα- κατεβάζεις στωικά μια γουλιά κακάο (για τους αθηναίους μίλκο) με κίνδυνο να στραβοκαταπιείς και σκέφτεσαι πως αν αυτή είναι η φωνή της αριστερής (ο θεός να την κάνει) συνείδησης-αντιπολίτευσης στο σύριζα, δεν υπάρχει καμία σωτηρία..

Αλλάζουμε κατηγορία και περνάμε στην αστυνομική λογοτεχνία και το τελευταίο μυθιστόρημα του πέτρου μάρκαρη, από τη γνωστή κίνηση των 58 με τη σώτη και τα άλλα παιδιά, που κλείνει την τριλογία του για την κρίση. Πριν συνεχίσετε να διαβάζετε το κείμενο, αν τυχόν είστε αναγνώστης των περιπετειών του αστυνόμου χαρίτου (κανένα βιβλίο δεν είναι ντροπή, ιδίως αν πρόκειται για βιβλίο τρένου, σκοπιάς, τουαλέτας –για κάθε πιθανή χρήση- κτλ) και δε θέλετε να σας μαρτυρήσουν την πλοκή και να σας χαλάσουν το τέλος, καλύτερα να παρακάμψετε την επόμενη παράγραφο.

Μετά το υποθετικό σενάριο της εξόδου της χώρας από το ευρώ στο προηγούμενο μυθιστόρημα («ψωμί-παιδεία-ελευθερία»), ο μάρκαρης παρουσιάζει μια σειρά φόνων με δράστες μια συνειδητή ομάδα εργαζόμενων, που αναλαμβάνουν την ευθύνη υπογράφοντας ως «έλληνες του 50’» και εκδικούνται διάφορα λαμόγια μικρομεσαίου μάλλον βεληνεκούς, για τα γραφειοκρατικά εμπόδια και την αποτυχία μιας επένδυσης φωτοβολταϊκών του ελληνογερμανού εργοδότη τους, που οδηγήθηκε έτσι στην αυτοκτονία. Το ωραίο της υπόθεσης είναι η αλβανική εθνικότητα των δραστών, που μόνο λούμπεν δεν είναι, καθώς ξέρουν και δέχονται αγόγγυστα να κάνουν κάθε πιθανή δουλειά, όπως ακριβώς οι έλληνες του 50’ –και σε αντίθεση προφανώς με τους σύγχρονους νεοέλληνες. Όλα σχεδόν τα αστικά ιδεολογήματα για τις αιτίες της κρίσης σε συσκευασία ενός βιβλίου.
Αλλά η τούρτα δεν έχει μόνο ένα κερασάκι. Ο μάρκαρης είναι αριστερός (από τους «καλούς», γιατί από τους άλλους έχει βρωμίσει ο τόπος…) και μας δείχνει μια χρυσαυγίτικη επίθεση στην κόρη του αστυνόμου (που ήταν συνήγορος μεταναστών από την αφρική), τους φασιστικούς θύλακες μες στην ελας, και έναν παλαίμαχο κομμουνιστή σε ρόλο-καρικατούρα, που συμφωνεί κι επαυξάνει με τον τρόπο του στα κλισέ αποφθέγματα των υπολοίπων –και βασικά του μάρκαρη.

Προσπερνάμε ένα άρθρο του δελαστίκ για το 89’ στα επίκαιρα –που πάλιωσε αρκετά και δεν είναι επίκαιρο πλέον- για να περάσουμε φευγαλέα από το τελευταίο τεύχος της μαρξιστικής σκέψης (με εμφανείς συριζαϊκές και τροτσκιστικές αναφορές) που συνεχίζει το αφιέρωμά της στην ιστορία του κκε, από την ίδρυσή του ως την 7η ολομέλεια του 57’, που διέγραψε το ζαχαριάδη.

Στο κείμενο του διευθυντή σύνταξης του περιοδικού (στελέχους του σύριζα και σφόδρα αντισταλινικού), χ. κεφαλή, που παρουσιάζει συνοπτικά τα ιστορικά ντοκουμέντα του δεύτερου μέρους του αφιερώματος, συναντάμε και την εξής εκπληκτική εκτίμηση: «οι γραφειοκρατικές πρακτικές (θυσία της επανάστασης στο εξωτερικό, χειραγωγητική-βολονταριστική παραμόρφωση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ) καθορίζουν μακροχρόνια την αποτυχία του πρώτου σοσιαλιστικού πειράματος. Αν και η πορεία δεν είναι ευθύγραμμη, παρουσιάζοντας σημαντικές θετικές στιγμές όπως η αντιφασιστική νίκη, το 20ό Συνέδριο και η Περεστρόικα, οι καταστροφές που επιφέρει ο σταλινισμός, σε συνδυασμό με την οικονομική υπεροχή του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού καπιταλισμού, δίνουν τη νίκη στην αντίδραση. Το 1991 η ΕΣΣΔ και το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» καταρρέουν και διαλύονται».
Ποιος δίνει άλλοθι πολυφωνίας στο τεύχος (που φιλοξενεί κι ένα άρθρο του γνωστού και μη εξαιρετέου αγτζίδη); Μα φυσικά ο πετρόπουλος της γνωστής ιστοσελίδας (ικεα) και ο καλτσώνης του συλλόγου ‘κορδάτος’. Σε επόμενη ανάρτηση θα δούμε πιο αναλυτικά κάποια πράγματα για την περίπτωση κεφαλή, για να γίνουν καλύτερα αντιληπτά το είδος και ο προκλητικός χαρακτήρας αυτής της παράξενης συνεργασίας.

Κλείνουμε την περιπλάνησή μας με δυο προτάσεις που ξεφεύγουν από την κατηγορία του αναγνώσματος, αλλά αξίζουν την προσοχή μας. Το πρώτο είναι ένα ολιγόλεπτο αλλά μεστό βιντεάκι του γκάρντιαν και του (τζινγκλ) χολογουέι για το σπάσιμο των καπιταλιστικών δομών και το νόημα του κομμουνισμού ως πρακτική στο σήμερα, στο πάρκο της ναυαρίνου, στο κέντρο της αθήνας και στην ακτιβιστική ομάδα εύρεσης ενός σκύλου που είχε χαθεί, κάπου στην αργεντινή! Το πραγματικά εντυπωσιακό στην όλη ιστορία είναι η θερμή υποδοχή κι αντιμετώπιση του χολογουέι –στην αγγλία αλλά και στην χώρα μας ως ένα βαθμό- και της ιδέας του κομμουνισμού σε ένα (μόνο) πάρκο, από φορείς κι άτομα που βγάζουν σπυριά με το στάλιν και τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μία χώρα.


Η δεύτερη περίπτωση είναι το θεατρικό έργο «θεσμοφοριάζουσες» του αριστοφάνη, διασκευασμένο από τον πιτσιρίκο και σε σκηνοθεσία του γ. κιμούλη. Το νέο πασόκ είναι εδώ ενωμένο δυνατό, μαζί με τον πιατά από το παλιό πασόκ (που τον ήθελε κι ο τραμπάκουλας στο αλαλούμ να μιλήσουν μετά για την οργάνωση στο λέτσοβο). Η εκτίμηση για το χιούμορ του πιτσιρίκου και τα απαραίτητα δυστυχώς τηλεοπτικά αστειάκια είναι κάτι υποκειμενικό. Αυτό που είναι αντικειμενικό είναι η καλτ μεταφορά ενός «πρώιμα φεμινιστικού» έργου στις σημερινές συνθήκες: με τη σφισσα ραχήλα –sic- να ανεβαίνει στα κάγκελα και τη ζωή να εξηγεί σχολαστικά τι προβλέπει ο κάθε κανονισμός, το σκύθη φύλακα να μετατρέπεται σε χρυσαυγίτη μπάτσο-εγέρθουτου, και πάμπολλες (όχι ιδιαίτερα) έμμεσες αναφορές στην κυβέρνηση και το σαμαροβενιζελισμό. Τα οποία επιβεβαιώνουν πως η απόσταση μεταξύ της στρατευμένης τέχνης και της γκροτέσκας καρικατούρας της είναι μια λεπτή γραμμή, που εύκολα υπερβαίνει κανείς –παρά τις καλές, πιθανόν, προθέσεις του. Και ότι ο αντιμνημονιακός λόγος του σύριζα είναι η πιο απολιτίκ μορφή πολιτικοποίησης, που μόνο σε κωμωδίες μπορεί να σταθεί με κάποιες αξιώσεις. Ο σύριζα είναι το πολιτικό απολιτίκ της εποχής μας.


Σε κάθε περίπτωση, η παράσταση μπορεί να βγάλει γέλιο –δεν είναι απαραίτητο να γελάμε όλοι για τους ίδιους λόγους. Αλλά την ευθύνη για να τη δείτε την αναλαμβάνετε ακέραια εσείς προσωπικά. Η κε του μπλοκ θα πρότεινε εναλλακτικά τους βατράχους, που ανεβαίνουν επίσης αυτό το διάστημα και περιοδεύουν στην επαρχία. Κι αν μιλάμε για αστυνομική λογοτεχνία, τα μυθιστορήματα του σικελιανού καμιλιέρι (με τις περιπέτειες του αστυνόμου μονταλμπάνο), που κι αυτός σύριζα θα ήταν πιθανότατα με ελληνικά κριτήρια, αλλά είναι πολύ πιο αξιόλογη περίπτωση από την αβάσταχτη ελαφρότητα του μάρκαρη..

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Η ανάκριση

Κάλλιο αργά παρά ποτέ λέει ο θυμόσοφος λαός. Όταν λοιπόν είδαμε πως ο θίασος του καζάκου έρχεται στα χανιά για να ανεβάσει την ανάκριση του πίτερ βάις, δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα για την απόφαση. Στην πορεία μάλιστα νικήθηκαν κι οι όποιοι ενδοιασμοί περί πιθανής… «απεργοσπασίας» (λευκής από την πλευρά μας ως θεατές κι από τη δική τους ως ηθοποιοί), καθώς η παράσταση έδενε άριστα με το απεργιακό κλίμα της χτεσινής ημέρας κι αναδείκνυε μια σημαντική διάσταση για το εργατικό κίνημα και την πάλη του ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο.


Η ανάκριση είναι στην ουσία μια ντοκιμαντερίστικη αφήγηση των «ανδραγαθημάτων» των ναζί στο κολαστήριο του άουσβιτς. Και για εμάς τους αμύητους αποτελεί μια καλή εισαγωγή στην κατανόηση της έννοιας της μπρεχτικής αποστασιοποίησης –που με έχει μπερδέψει περισσότερο και από τη διαλεκτική.
Ο βάις καταγγέλλει τη ναζιστική φρίκη και βάζει το θεατή σε μια σκληρή ψυχική δοκιμασία. Δε στοχεύει όμως στο συναίσθημά του, παρά τα πολύ έντονα συναισθήματα που προκαλεί στο κοινό κατά τη διάρκεια του έργου, αλλά στην ενεργοποίηση της συνείδησης και του προβληματισμού του. Δε στοχεύει στα κλαμένα πρόσωπα –και είναι αρκετοί αυτοί που δακρύζουν στην παράσταση- ή στο σφίξιμο της καρδιάς, αλλά στις σφιγμένες γροθιές, που παλεύουν και διεκδικούν. Δεν ενδιαφέρεται για τις καλλιτεχνικές φόρμες, αλλά για την ανάλυση του θέματός του. Δε στέκεται στο προσωπικό δράμα των θυμάτων, αλλά το χρησιμοποιεί ως όχημα για να αναδείξει την ουσία του φασισμού, τα αίτια που τον γεννάνε.

Η ανάκριση δεν αποσκοπεί σε μια προσωρινή ταύτιση του θεατή με τους ήρωες του έργου, που σχεδόν δεν αναφέρονται ονομαστικά. Αλλά στο ταρακούνημά του, δίνοντάς του υλικό να σκεφτεί μετά το τέλος της παράστασης. Με αυτή την έννοια, ο ιστορικός-δημοσιογραφικός (επι)λογος του μπογιόπουλου στο κλείσιμο της παράστασης, δεν έρχεται ως κάτι παράταιρο, αλλά ως επιστέγασμα όσων έχουμε παρακολουθήσει πριν κι επιπλέον τροφή για σκέψη κι επεξεργασία. Το έργο δε θέλει να υποδείξει κάποιο έτοιμο συμπέρασμα στο θεατή, ούτε καταλήγει σε εύκολο από σκηνής διδακτισμό. Αντιθέτως, αποφεύγει το σύνηθες αίσιο τέλος και την πολυπόθητη κάθαρση για το κοινό. Ο θεατής καλείται να αναζητήσει τη λύτρωση έξω από την αίθουσα και το «μύθο», στην πραγματική ζωή με τις πράξεις του και τον αγώνα του.

Ίσως λοιπόν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεχνικής αυτής, ακόμα και αν δεν αποδιδόταν στο υψηλότερο επίπεδο ή δεν απευθυνόταν σε κοινό με θεατρική παιδεία και καλλιέργεια, να ήταν σε κάποια θέατρα της σοβιετικής επαρχίας, όπου όσοι ενσάρκωναν το ρόλο πχ του καπιταλιστή ή του κουλάκου, μόλις και μετά βίας γλίτωναν τις επιθέσεις και το λιντσάρισμα από τους εξαγριωμένους θεατές, που έπαιρναν πολύ στα σοβαρά αυτό που έβλεπαν και σχεδόν κυριολεκτικά τη φράση «πάρε την υπόθεση (του έργου) στα χέρια σου».

Οι μόνοι που αναφέρονται ονομαστικά στο έργο είναι οι βασανιστές κι εκτελεστές του στρατοπέδου. Στις οθόνες της σκηνής εμφανίζεται μάλιστα μια φωτογραφία τους με τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου τους και τις ποινές που τους επιβλήθηκαν. Και εκεί διαπιστώνεις δύο πράγματα: αφενός πως πολλά καθάρματα έζησαν αρκετά για να προλάβουν την πτώση του τείχους και την «ενοποίηση» της γερμανίας, για να νιώσουν «ιστορικά δικαιωμένοι» -αν και είχαν ήδη «δικαιωθεί» κι «αποκατασταθεί» από τις αρχές της δυτικής γερμανίας, στελεχώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον κρατικό της μηχανισμό*. Κι αφετέρου πως τελικά τους επιβλήθηκαν αστείες ποινές κάθειρξης, ενώ οι πραγματικοί ένοχοι (τα γερμανικά –κι όχι μόνο- μονοπώλια της κρουπ, της μπάγερ, κτλ) απουσίαζαν από το εδώλιο.

(*κι εκεί αναπόφευκτα κάνεις ορισμένες συγκρίσεις με… την πάλη των τάξεων που έμεινε ιστορικά αδικαίωτη και τους δικούς μας ήρωες. Πχ το μολότοφ που έφυγε πλήρης ημερών το 86’ και σχετικά μακάριος, πριν από την τελική εκδήλωση της αντεπανάστασης. Ή τη θρυλική πασιονάρια που έφυγε επίσης πλήρης ημερών, τρεις μέρες μετά την πτώση του τείχους. Και δε γίνεται να μην αναλογιστείς την τρομερή σημειολογία και την επίδραση της είδησης στον οργανισμό της –και βασικά στα ψυχικά της αποθέματα. Και προπαντός τους βετεράνους του κόκκινου στρατού, οι οποίοι έχουν μπει στο στόχαστρο των ναζί και των επίσημων αρχών, που παίρνουν εκδίκηση αντιστρέφοντας τους ρόλους της Ανάκρισης).

Οι βασανιστές του στρατοπέδου είναι εκ των τελευταίων τροχών της αμάξης, εκτελεστικά όργανα μιας μηχανής, που σκοτώνει όχι μόνο από μίσος ή ιδεολογία αλλά κυρίως γιατί απέτυχε να πείσει τον κόσμο ότι έχει κάποιο όραμα. Αμετανόητοι ιδεολόγοι χωρίς όμως ιδιαίτερη ιδεολογική κατάρτιση, καθώς δέχονταν διαταγές, υπακούοντας απλώς το νόμο –και δεν είναι δικό τους λάθος που ο νόμος άλλαξε. Με καρικατουρίστικα στοιχεία και κουσούρια που θυμίζουν σε πολλά σημεία τις σύγχρονες φιγούρες του αντικομμουνιστικού εσμού, οι οποίες πάσχουν από επιλεκτική αμνησία, διαπνέονται από θρασύδειλο κυνισμό και τσαμπουκαλεύονται εκ του ασφαλούς και με άνωθεν προστασία.

Η ανάκριση έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό που ξεκινά ήδη από το σχολείο και τη μισή ιστορία που μαθαίνουμε. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τις φρικιαστικές λεπτομέρειες για τους θαλάμους αερίων και τις απεγνωσμένες κραυγές των θυμάτων που συνεχίζονταν κάποιες φορές για αρκετά λεπτά; Ή για τη στενή διασύνδεση του άουσβιτς με τις βιομηχανίες της περιοχής; Για την αδρή χρηματοδότηση των ναζί από τα μεγαλύτερα γερμανικά –και όχι μόνο- μονοπώλια, που επένδυσαν πολιτικά στην επικράτηση του φασισμού; Για τη μεταχείριση των εβραίων και των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου; Για τα γενετικά πειράματα στις γυναίκες κρατούμενες του στρατοπέδου; Ή κι ευρύτερα για τα ολοκαυτώματα δεκάδων χωριών στη σοβιετική επικράτεια από τους ναζί (βασικό θέμα της ταινίας του κλίμοφ «έλα να δεις»); Και για την πολλαπλάσια ένταση και κλίμακα των πολεμικών επιχειρήσεων στο ανατολικό μέτωπο του β’ παγκόσμιου, με τους σοβιετικούς να σηκώνουν σχεδόν μόνοι τους από τις συμμαχικές δυνάμεις το βάρος της απόκρουσης του ναζισμού;

Αξίζει να συγκρίνουμε αυτό το κενό με τις «γνώσεις» μας, τον καταιγισμό πληροφοριών και έγκυρων ρεπορτάζ για τη σοβιετική ένωση: τα γκουλάγκ, την εξίσωση με το φασισμό, το διαδεδομένο μύθο για τις σφαίρες που περίμεναν όσους πολεμιστές υποχωρούσαν ή επέστρεφαν από την αιχμαλωσία. Και γενικώς με την αστική ευαισθησία για τα «εκατομμύρια θύματα του σταλινισμού» και του «κόκκινου ολοκληρωτισμού», τον χυδαίο συμψηφισμό και τη ντροπαλή αποσιώπηση των ναζιστικών εγκλημάτων.

Ίσως στο μέσο θεατή φανεί το έργο πολύ.. στρατευμένο, γραμμένο από κομμουνιστές για κομμουνιστές. Ο συγγραφέας του ήταν μαθητής του μπρεχτ, οι πρωταγωνιστές-κρατούμενοι του στρατοπέδου μέλη του κκ γερμανίας, ο φασισμός καταγγέλλεται ως η πιο επιθετική κι απροκάλυπτη εκδοχή του καπιταλισμού. Κομμουνιστές είναι εξάλλου κι οι περισσότεροι θεατές κάθε παράστασης, αλλά κι αρκετοί από τους συντελεστές της: ο καζάκος, ο μπογιόπουλος, ο ορκόπουλος ως γιατρός σε προηγούμενες παραστάσεις –που είναι και στο ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος που ανακοινώθηκε σήμερα. Ίσως πάλι ένας κόσμος να ψάχνει στις εξόδους του κάτι ανάλαφρο και διασκεδαστικό, ως καταφύγιο από τα προβλήματά του και να αποφεύγει ένα έργο που θεωρεί ότι θα τον ψυχοπλακώσει.

Στην πραγματική ζωή όμως δεν υπάρχουν τέτοιες νησίδες και καταφύγια. Και η φασιστική απειλή ξαναθεριεύει όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια. Εφόσον λοιπόν αναγνωρίζουμε την αξία και την επικαιρότητα του έργου, ας αναλογιστούμε τα εξής: ποιος άλλος –αν όχι ο θίασος του κομμουνιστή καζάκου- θα ανέβαζε στις μέρες μας ένα τέτοιο δύσκολο και «αντιεμπορικό» έργο; Ποιος άλλος –αν όχι οι φίλοι του κόμματος- θα γέμιζε τις θεατρικές αίθουσες, με ομαδικά εισιτήρια για συντρόφους και ραντεβού που θυμίζουν προσυγκεντρώσεις; Ποιος άλλος –αν όχι οι κομμουνιστές- θα έδινε μια τέτοια διαλεκτική κι αμφίδρομη σχέση μεταξύ της τέχνης για το λαό και του λαού που στηρίζει από το υστέρημά του αυτούς τους καλλιτέχνες;

Και σε τελική ανάλυση, τι θα ήταν το αντιφασιστικό κίνημα σήμερα, χωρίς τους κομμουνιστές και τη δράση τους, καρφί στο μάτι των αφεντικών και των σκυλιών που τα φυλάνε;

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ο καραγκιόζης και το πλεόνασμα

Αυτές τις ημέρες παρακολουθούμε ένα ακόμα κοινοβουλευτικό θέατρο σκιών, που θα μπορούσε να έχει τον τίτλο της ανάρτησης: «ο καραγκιόζης και το πλεόνασμα». Θα το φάμε, θα το πιούμε, θα το μοιραστούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε. Και οι χατζηαβάτηδες της κυβέρνησης με το λογιστικό πλεόνασμα και την οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, πλειοδότησαν σε δουλικότητα στην τάξη που υπηρετούν και τις πολυχρονεμένες πολυεθνικές –που έβαλαν μεταξύ άλλων στο μάτι την υγεία και τα πολυιατρεία του εοπυυ- και υπερψήφισαν το πολυνομοσχέδιο. Αβάντι μαέστρο!

Είδαμε μια παράσταση με τη συνήθη πλοκή και δράση: τεταμένο κλίμα, νταηλίκι, βαριές κι ασήκωτες κουβέντες, που γράφουν καλά στην κάμερα, ατάκες από φώσκολο και διαλιανίδη –που ζουν μες στις καρδιές μας: αυτό το «πουστόγερος» προς τον κακλαμάνη πχ είναι απευθείας βγαλμένο από τη δεκαετία με τις βάτες, με τον μπένι καμικάζι και άγριο νιάτο να έχει καταπιεί το γαρδέλη και να θυμίζει την κλασική σκηνή από τα τσακάλια: με θυμάσαι ρε πούστη;

Και με το σενάριο να διαρρέει και να φτάνει στα χέρια του καμμένου, που βρήκε σε φωτοτυπίες της βουλής σημειωμένες τις ατάκες του αδώνιδος.

Γίναμε στο ίδιο έργο θεατές, που είχε ωστόσο πρωτότυπα ευρήματα κι ευφάνταστη υπόθεση: με την κυβέρνηση να ορίζει με διατάγματα και με εντολή σαμαρά τη διάρκεια του φρέσκου γάλακτος και με την αξιωματική αντιπολίτευση να προσπαθεί να ρίξει την κυβέρνηση με προτάσεις μομφής ενάντια σε οτιδήποτε μπορεί να μεμφθεί, ως γενική πρόβα για την πολιτική καταγγελία του μνημονίου. Κι αυτό θεωρείται νίκη της δημοκρατίας και του συντάγματος, σε αντίθεση με την καταπάτηση του κανονισμού της βουλής.
Είναι δίδαγμα όμως για όλους αυτούς, που λένε συχνά ότι χρειαζόμαστε μόνο ένα νόμο, που θα εξασφάλιζε την τήρηση των νόμων –που κι αυτό δηλ λάθος είναι, αλλά τέλος πάντων. Όταν εμείς λέμε «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», δεν εννοούμε στενά την εργατική νομοθεσία και τα μέτρα που θα ψηφιστούν, αλλά κυρίως τον εργάτη που θα επιβάλλει το δίκιο του με τη δύναμη και την εξουσία του. Όχι με λόγια, με έργα, το άδικο πολέμα, όπως έγραφε κι ο ποιητής.

Αν το φρέσκο γάλα μπορούσε να ρίξει την κυβέρνηση, θα ήταν παράνομο και θα το έκαναν μακράς διάρκειας –σαν τη νομιμότητα που ζητούσε για το κόμμα μια μειοψηφική ομάδα στα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυσή του. Αλλά η κυβέρνηση αυτή είναι υψηλής παστερίωσης με εισαγόμενα στηρίγματα, αποτελούμενη από πολιτικά παχύδερμα, που δεν ιδρώνει εύκολα το αυτί τους. Άλλο αν εμείς οι αναίσθητοι γελάμε και δεν καταλαβαίνουμε πόση ευαισθησία χρειάζεται για να ψηφίσει κανείς αυτά τα μέτρα και να σηκώσει το βάρος της κρίσης, όπως οι βουλευτές του πασόκ –γιατί αυτοί πρωτίστως το σηκώνουν κι όχι ο άνεργος, ο μισθοσυντήρητος κι ο χαμηλοσυνταξιούχος.

Αυτό λέμε και στις ανακοινώσεις τους βενιζέλος και παπανδρέου, που έκαναν έναν άτυπο διαγωνισμό πολιτικής ευαισθησίας. Κάτι που πρέπει να τους έμεινε κατάλοιπο από τη μεταξύ τους διαμάχη στις εσωκομματικές εκλογές του πασοκ, για την ανάδειξη προέδρου, όπου το μέγκα μας είχε γανιάσει και τα γκάλοπ της ανατροπής ρωτούσαν τον κόσμο: 'ποιος από τους δύο θεωρείτε πως είναι ο πιο… ευαίσθητος;' κι άλλα τέτοια παρόμοια, εξόχως σοβαρά και πολιτικά.

Θαυμάσαμε λοιπόν και πρωταγωνιστές, βγαλμένους από τα ντοκιμαντέρ-αγιογραφίες του θεοδωράκη –και οσονούπω και με τον ίδιο το σταύρο- που μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα ταλαντούχοι, αλλά προσφέρουν στιγμές γέλιου στον πικραμένο λαό. Όπως ο αλέξης που έγινε κινηματικός και οδήγησε το κοινοβουλευτικό του ασκέρι στη λαοθάλασσα των συριζαίων έξω (και κάποιους διακοσμητικούς από το εξωκοινοβούλιο που καπελώθηκαν) αλλά δεν μπορούσε ούτε καν τη γροθιά του να κουνήσει πειστικά στο ρυθμό των συνθημάτων. {Και όταν λέμε λαοθάλασσα, όλα σχετικά είναι, έτσι; Θυμάμαι σε μια ιστορία του γκοσινί με την τάξη του μικρού νικόλα, που θα έπαιζε ένα θεατρικό και μοίρασαν τους ρόλους, αλλά είχαν πρόβλημα με την χορωδία, γιατί ο εύσωμος αλσέστ ήθελε να κάνει μόνος του το πλήθος}.

Ή σαν τον άλλο κινηματικό, το γιωργάκη, που μια φορά ήταν να κάνει κι αυτός μια... ηρωική πράξη, αλλά τα μπέρδεψε, γιατί δεν είχε μάθει καλά το σενάριο: "όχι στο δύο –για τις τράπεζες- ναι στο τρία –μα δεν υπάρχει τρία κύριε πρόεδρε". Και μετά απάντησε αντιγράφοντας κατ’ ουσίαν την επιστολή του μπένι, προσθέτοντας μόνο το «πράγματι» για να μην κάνει πάλι κάποιο λάθος και γελοιοποιηθεί. Και δεν ψήφισε λέει το άρθρο, γιατί δεν του το επέτρεπε η θέση του, ως πρόεδρος της σοσιαλιστικής διεθνούς. Και γέλασαν και τα τσιμέντα.

Και πιο δίπλα ο ψαριανός, που μόνο στο μεθυσμένο μυαλό του πανούτσου παραμένει αριστερός και επαναστάτης, αλλά παλιότερα έπαιζε στο ραδιόφωνο τον ύμνο της διεθνούς –όχι της σοσιαλιστικής- και το παντιέρα ρόσα και πήγαινε σε τηλεοπτικά πάνελ με κόκκινα λάβαρα, αλλά τώρα που η δημαρ είναι στο ενάμισι με δύο παρά, ανησυχεί πως δε θα μπορεί να πέρδεται πια στης βουλής τα έδρανα και λοξοκοιτάζει προς την ελιά και την κυβέρνηση.

Κι ίσως η καλύτερη λύση θα ήταν μια ανταλλαγή ψαριανού-παπανδρέου μεταξύ δημαρ και ελιάς, κατά τα ποδοσφαιρικά πρότυπα, για να μη διαταραχτούν οι πολιτικές ισορροπίες του τόπου. Αλλά όπως λέει κι ο μώμος, φαντάζεσαι τον ψαριανό με κολλητή στολή ποδηλάτη και το γαπ dj να παίζει ζαμπέτα στο νέο κόσμο;

Ληγμένα γάλατα, ληγμένα χημικά στους διαδηλωτές, κυβερνήσεις με ημερομηνία λήξης, «φρέσκα» πολιτικά προϊόντα με κατεψυγμένο λόγο για ληγμένα μυαλά. Ψάχνεις να βρεις μια αρχή κι ένα τέλος σε όλα αυτά και καταλαβαίνεις πως πρέπει να τους τελειώνουμε πριν μας τελειώσουν –και δεν εννοώ προφανώς εκείνο το συλλαβιστό «τε-λειώ-σα-τε» του δεινού ρήτορα και δημεγέρτη τσίπρα. Γιατί η άρχουσα τάξη διακατέχεται από μια επίμονη 'τελειομανία' με τις λαϊκές κατακτήσεις και την εργατική τάξη που βλέπει τις δικές της αντοχές να τελειώνουν και δίνει τον τελευταίο χορό του ζαλόγγου. Ενώ η κυβέρνηση εξαγγέλλει το τέλος του μνημονίου και την αρχή της ανάπτυξης, μαζί με το τέλος της ιστορίας και των διαδηλώσεων, που απαγορεύτηκαν, με εντολή σαμαρά.

Αλλά κάθε τέλος μνημονίου είναι και μια καινούρια αρχή. Κι αυτό το ξέρει από πρώτο χέρι ο λαός – σίσσυφος με τις θυσίες χωρίς τέλος και αντίκρισμα. Κι αν θέλει να βάλει μια τελεία σε αυτό πρέπει να οργανώσει τον αγώνα του μαζί με ένα δυνατό κόμμα για να μη μείνουν οι αντιδράσεις μας χωρίς πολιτικό στίγμα και σημεία στίξης, αλλά με το στίγμα της πρώτης γενιάς που έζησε χειρότερα από την προηγούμενη και θα παραδώσει έναν ακόμα χειρότερο κόσμο στις επόμενες. Πρέπει να μπει ένα τέλος στα ψέματα και τις αυταπάτες -μέρα που 'ναι-, να έχει αρχή και τέλος ο αγώνας μας, όπου η αρχή αναφέρεται στο στρατηγικό στόχο της εξουσίας και το τέλος στο σκοπό για έναν κόσμο χωρίς φτώχια, κοινωνική αδικία κι εκμετάλλευση.

Ψάχνεις να βρεις και κάτι καινούριο να σχολιάσεις, σε μορφή χρονογραφήματος, αλλά τι ανατροπή να συμβεί σε μια θεατρική παράσταση που ανεβαίνει χρόνια τώρα, χωρίς ιδιαίτερες παραλλαγές, σαν τη μέρα της μαρμότας. Απαγόρευση διαδηλώσεων, όπως στην επταετία, πρωτογενές πλεόνασμα για πρώτη φορά από το εθνοσωτήριο 43’, γενόσημα πολιτικά μορφώματα με τα ίδια χαρακτηριστικά, γιατί τα πρωτότυπα φθάρηκαν πολιτικά, αλλά είχαν εγγύηση και στα αλλάζει η αντιπροσωπεία: έναν τζήμερο γιατί δεν πέρασε η μπογιά της δράσης και της ντόρας, ένα ποτάμι στη θέση της φούσκας των οικολόγων και τη δημαρ και το όλον πασόκ που είναι σαν εκείνο το μακάβριο ανέκδοτο με τη μικρή αννούλα (από την προεκλογική του ανδρέα) που μετά την έκρηξη (κρίση) πήγε παντού, σε όλα τα αστικά κόμματα και δανείζει στελέχη και το πολιτικό του dna σε άλλα βιώσιμα –σαν το χρέος- σχήματα.

Και ο μαρινάκης, που προαλείφεται για νέος μπερλουσκόνι –εκεί δηλ που απέτυχε ο βγενόπουλος- και έχει συγκριτικά με τον καβαλιέρε πιο πολλά πρωταθλήματα και πολύ περισσότερα κιλά, αλλά σαφώς λιγότερα τσάμπιονς λιγκ, ροζ σκάνδαλα και βασικά, κανάλια –προς το παρόν τουλάχιστον.

Η ώρα μπορεί να άλλαξε, τα χρόνια να περνάνε, αλλά το σκηνικό παραμένει καταθλιπτικά ίδιο. Και αντί να εξεγείρεται με αυτό ο λαός, νευριάζει με τους κριτικούς της παράστασης που επισημαίνουν τα κακώς κείμενα και «λένε τα ίδια και τα ίδια, κολλημένοι στον 19ο αιώνα». Ενώ αν είχες μια ασυνέπεια ρε παιδί μου κι άλλαζες συνεχώς θέσεις, σαν πολιτικό εκκρεμές, λέγοντας πχ ότι δε θα στηρίξεις ένα νομοσχέδιο, για να το ψηφίσεις κανονικά κι αδιαμαρτύρητα στη συνέχεια, θα είχε τουλάχιστον λίγο σασπένς το όλο θέμα.

ένεκα της ημέρας

Υγ: καλή δύναμη σήμερα στους συντρόφους που θα βρεθούν στο δρόμο για να σπάσουν την απαγόρευση των διαδηλώσεων και τις κόκκινες ζώνες. Λίγη προσοχή μόνο στις κόκκινες γραμμές, που έχει χαράξει με ζέση ο κουβέλης. Τόσο κόπο έκανε ο άνθρωπος, μην πάει έτσι τζάμπα.

Υγ2: η κε του μπλοκ επαναφέρει δοκιμαστικά στα δεξιά του μπλοκ το θεσμό της ψηφοφορίας, όπου μπορείτε να απαντήσετε κι εσείς στο ερώτημα «ποιον θεωρείτε μεγάλη μορφή –του κινήματος κι όχι μόνο;»

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Στο ίδιο έργο θεατές

Το βασικό σλόγκαν του κόμματος σε αυτές τις εκλογές λέει: πρωταγωνιστής ο λαός. Στη συνέντευξη της αλέκας που εγκαινίασε την καινούρια προεκλογική καμπάνια, μία δημοσιογράφος τη ρώτησε: και πώς θα γίνει πρωταγωνιστής ο λαός;
-Μα πάντα είναι, της απάντησε η γγ, ακόμα κι όταν ψηφίζει αυτούς που βγαίνουν. Ο λαός πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις ακόμα κι όταν λάμπει δια της –εκκωφαντικής- απουσίας του από το προσκήνιο.

Το θέμα είναι και σε τι έργο θα παίξει, συνέχισε η αλέκα. Κι εκεί μπαίνει η διαμεσολάβηση του κόμματος, η ανάγκη του σεναρίου κι ενός σκηνοθέτη. Που πρέπει να είναι δύναμη ευφυής και πρωτοπόρα. Όχι με την καλλιτεχνική, αβανγκαρντίστικη έννοια, που σνομπάρει τον όχλο, αλλά μέσα στις μάζες, το σφυγμό τους και τον αγώνα τους, να τις καθοδηγεί πνευματικά και να ανυψώνει το επίπεδο της συνείδησής τους.

Λοιπόν η χειραφέτηση των μαζών θα είναι δικό τους έργο και κανενός άλλου, όπως έλεγε και ο κάρολος. Καμία πρωτοπορία δε μπορεί να το ανεβάσει, χωρίς το λαό πρωταγωνιστή, παρά μόνο ως παρωδία. Το έργο αυτό όμως χρειάζεται έναν δημιουργό. Που δε θα το πλάσει μεταφυσικά, σαν πηλό με τη ζωοφόρο ανάσα του, αλλά θα παρέμβει συνειδητά στη ζωντανή ροή των πραγμάτων, για να τα φέρει εκεί που θέλει.

Ένα σκηνοθέτη καλλιεργημένο, με ποιότητα που θα τον ξεχωρίζει από τους άλλους. Πρώτος στον αγώνα και τις θυσίες, χωρίς να τον καταπίνει όμως η ρουτίνα κι ο πρακτικισμός. Ικανός να πετυχαίνει μπρεχτική αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα, για να κάνει αφαιρέσεις και να βγάζει σωστά συμπεράσματα.

Μεταδοτικός, για να μπορεί να εκλαϊκεύει τα βαθυστόχαστα νοήματα, χωρίς να κάνει εκπτώσεις από το περιεχόμενο. Να αντιλαμβάνεται την πολιτική σαν τέχνη ζύμωσης και διαπαιδαγώγησης, για να παίρνει τα καλύτερα στοιχεία από κάθε ηθοποιό. Να είναι και ο ίδιος δημιουργικός, πρωτότυπος, με φαντασία, πετυχαίνοντας μέσα του την άρση του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας.
Ένας καλλιτέχνης με πειθαρχία και ωράρια χειρώνακτα κι αποτελεσματικότητα σταχανοβίτη. Γιατί όταν χαίρεσαι αυτό που κάνεις, πείθεις τον κόσμο γύρω σου κι έχεις πάντα καλύτερα αποτελέσματα.

Να μην είναι φτηνός ατακαδόρος, για να κάνει εντύπωση, αλλά άνθρωπος με βάθος και καλλιέργεια, για να χωρέσει μέσα του τη δουλειά του σκηνοθέτη και τις απαιτήσεις κάθε ρόλου. Να μην ξεγελάει το κοινό με εφέ, θεατρινισμούς και πυροτεχνήματα, αλλά να του πει την αλήθεια από ταξική σκοπιά. Όπως κάνει δηλ ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός.

Η πρωτοπορία δεν έχει έτοιμες συνταγές από την κουζίνα του μέλλοντος για να υπαγορεύσει στις μάζες το ρόλο τους. Το ζητούμενο είναι ο λαός να γράψει το δικό του σενάριο, να (αυτο)σχεδιάσει το δικό του σχέδιο και να προχωρήσει βάση σχεδίου, παίρνοντας τις τύχες στα χέρια του. Χωρίς όμως καρικατούρες αυτενέργειας, με προκαθορισμένα τηλεοπτικά όρια και δρώμενα εκτόνωσης, όπως το ανεκδιήγητο «κάψε το σενάριο» ή το σόου «κάψε το κοινοβούλιο» στις πλατείες. Μακριά από το κλασικό στερεότυπο των νερόβραστων ρομαντικών κομεντί, όπου ο προλετάριος αγαπάει το κεφάλαιο κι η εργοδοσία τους υπαλλήλους της. Μακριά από τα διάφορα γλυκερά «happy end» και το τέλος της ιστορίας, όπου χάνουν πάντα οι κομμουνιστές. Και έζησαν οι αστοί καλά κι εμείς χειρότερα.

Ο λαός δεν είναι ατάλαντος, ούτε όμως έτοιμος, φτιαγμένος πρωταγωνιστής, όπως του λένε οι διάφοροι δημαγωγοί, μέχρι να πάρουν την ψήφο του και να τον παρατήσουν σα στυμμένη λεμονόκουπα, να βλέπει τους «πρωταγωνιστές» του θεοδωράκη από την κλειδαρότρυπα και να τους θαυμάζει, ανάμικτα με ζήλεια για τη δική του στασιμότητα στον «χυλό του μέσου όρου». Ενώ το ζήτημα δεν είναι η ατομική διάκριση, αλλά η ισχύς εν τη ενώσει, για να πρωταγωνιστήσει συλλογικά στις εξελίξεις, όπως τις καθορίζει η ταξική πάλη.

Ο λαός πρέπει πρώτα και κύρια να γίνει αγωνιστής, να πάψει να αναθέτει τη σωτηρία του στους άλλους. Να βγει στο προσκήνιο και να ακυρώσει τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που τον καθιστούν κομπάρσο. Να μάθει από υποκριτική για να μην πέφτει πλέον θύμα των υποκριτών, που άλλοτε του έταζαν λαγούς με πετραχήλια και τώρα τον παγιδεύουν με εκβιασμούς και ψευτοδιλήμματα. Να ξεκινήσει από μικρούς και καθημερινούς ρόλους για να φτάσει να γίνει πρωταγωνιστής και να διεκδικήσει το όσκαρ. Ευχαριστώ τους γονείς μου, το βλαδίμηρο, το κόμμα που παλεύει για το ζην και το ευ ζην. Ευχαριστώ το μαρξισμό που με έχει κάνει αριστερό, όπως έλεγε ένα παλιό εαακίτικο σύνθημα. Ενώ σήμερα κάποιοι εξ αυτών το σκέφτονται να το ρίξουν υπέρ της αριστερής κυβέρνησης.

Να μη δεχτεί να κοιμηθεί με τον παραγωγό για ένα μικρό ρολάκι στο δημόσιο. Ούτε να τον απασχολούν τα σκηνικά, γιατί δε θα είναι πάντα στο δικό μας χέρι να τα διαλέξουμε. Να ψηθεί πρώτα σε μικρούς ρόλους, που θα τον ετοιμάζουν σταδιακά για τη μεγάλη σκηνή, που θα είναι μιας λήψης, κι αυτό σημαίνει ότι θα έχει αναπόφευκτα ατέλειες και λάθη. Η ανατροπή αυτή δε θα είναι ένα μονόπρακτο, μια κι έξω, με μαγικό ραβδάκι. Ούτε όμως ένα έργο με άπειρες πράξεις και σκηνές, που θα αντιστοιχούν σε ενδιάμεσα στάδια, παραπέμποντας τον τελικό στόχο σε κάποιο επέκεινα.

Η αυλαία δεν έχει πέσει οριστικά για τους κομμουνιστές. Η ιστορία μας χρωστάει ένα ανκόρ. Κι ο λαός από κάτω φωνάζει: κι άλλο, κι άλλο! Αλλά πρέπει να γίνει ο ίδιος πρωταγωνιστής, για να μην ξαναείμαστε στο ίδιο έργο θεατές. Σώπα, όπου να ‘ναι..
Μα νάτος έρχεται και ξεπροβάλλει, σαν ποδοβολητό σελήνης..


                                                   δείτε στο 19.20 περίπου 

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Σχολείο του λαού

Η θεατρικότητα του βαρναλικού έργου και ο άτταλος ο γ’

(Η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει ένα κείμενο της αριστούλας ελληνούδη από το αφιέρωμα του ριζοσπάστη του 84' στα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή).

Ο βάρναλης δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι ήταν και θεατρικός δημιουργός. Όλο κι όλο ένα θεατρικό έργο έγραψε. Τον άτταλο τον γ’. Κι όμως δεν είναι μόνο για τον άτταλο γ’ που τον ζήλεψαν πολλοί θεατρικοί συγγραφείς. Γιατί ο βαρναλικός λόγος σχεδόν στο σύνολό του έχει μια άφταστη θεατρικότητα. Και με αυτή την έννοια επιχειρείται η αναφορά μας στον «θεατρικό» βάρναλη.

Στη δεκαετία του 1910 ο βάρναλης, αρχίζει να μεταφράζει τους αρχαίους τραγικούς, ευριπίδη και σοφοκλή. Κατοπινά καταπιάνεται με τον αριστροφάνη. Κι είναι για τον βάρναλη ο αριστοφάνης ακονιστήρι του δικού του σατιρικού πλούτου και γλέντι με τα όλα τους. Λεύτερο κι οργιαστικό. Βακχικός χορός του αστραφτερού πνεύματός του.

Αυτή είναι η πρώτη δημιουργική σχέση του βάρναλη με το θέατρο. Το μέγιστο θέατρο. Κι οι αρχαίοι δάσκαλοί του ακριβοί στη μαστοριά του λόγου και στο κατάματο αντίκρισμα της αλήθειας. Χωρίς τη βαθιά επιρροή των αρχαίων, ίσως δε θα υπήρχε ο χορός των ωκεανίδων και των σεραφείμ στο φως που καίει και την αληθινή απολογία του σωκράτη.

Το πόσο θαυμάσιο θεατρικό κείμενο αποδείχτηκε η αληθινή απολογία του σωκράτη θα ήταν περιττό να αναλυθεί. Μάρτυρας η επιτυχία που είχε όταν το παρουσίασε η λαϊκή σκηνή του θεάτρου τέχνης πριν λίγα χρόνια (σσ: υπενθυμίζω ότι το κείμενο γράφτηκε στα 1984) με σωκράτη τον γιώργο λαζάνη.

Η αληθινή απολογία του σωκράτη είναι μεγάλος πειρασμός για τον σκηνοθέτη. Και περισσότερο για τον ερμηνευτή που θα θελήσει να δώσει σάρκα κι οστά στο βαρναλικό σωκράτη, που από την καβαλίνα του δρόμου μπορεί να υψωθεί στην κορυφή της διπλανής ροδακινιάς.

Αδελφοποιός ο σωκράτης με τον πλάστη του, γιατί, όπως έλεγε ο παλαμάς για τον βάρναλη, δεν τον ταράζουν τα ακάθαρτα του δρόμου, γιατί λυτρώνεται στην κορυφή της ροδακινιάς. Αλλά κακοσυνηθισμένος, καθώς είναι, από την κορυφή ξαναγυρίζει στη λάσπη. Και με αυτά που σκέφτεται και λέει, δυο κλίκες ζεσταίνει, εκείνους που θέλουν να τον αφορίσουν κι εκείνους που θάθελαν να τον φιλήσουν.
Εκείνος που θέλει να τον φιλήσει βέβαια είναι ο λαός. Γιατί γι’ αυτόν ξαναγυρίζει στη λάσπη, για να τον βγάλει από αυτή.

Ο παλαμάς παινεύοντας την αληθινή απολογία –από το μη θεατρικό κι όμως εκπληκτικά θεατρικό έργο- παρατηρούσε ότι στο βάρναλη η αρχαιογνωσία μαζί με την κοροϊδία, χορεύουν καρσιλαμά. Εννοούσε βέβαια ότι ο βάρναλης ήξερε και την ιστορία, αλλά και την τέχνη να αντλεί από τη ζωντάνια της, τη γνώση για το σήμερα.

Ο βάρναλης γράφει στα αισθητικά του: η ποσότητα δεν είναι ποτές η αιτία ή μία από τις αιτίες της ομορφιάς. Η φράση του αυτή δίνει το μέτρο για να κριθεί κι ο ίδιος σα θεατρικός δημιουργός. Ο άτταλος έχει τόση θεατρική αξία που μπορεί να αντιπαρατεθεί σε πολλά θεατρικά έργα.

Αλλά κι ο άτταλος να μην ήταν θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά για τα θεατρικά στοιχεία που υπάρχουν στο ποιητικό και πεζογραφικό έργο του βάρναλη.
Το φως που καίει και οι σκλάβοι πολιορκημένοι ακόμη και στη μορφή είναι θεατρόμορφα. Έχουν εξελισσόμενο μύθο, διαλογικά μέρη και θεατρικού χαρακτήρα παρενθετικές σημειώσεις για τον χώρο, τον χρόνο, τις καταστάσεις και τα συναισθήματα των προσώπων. Στο φως που καίει (το πρώτο θεατρικό του ανέβασμα με επαγγελματίες καλλιτέχνες έγινε για τα 60χρονα του κκε, στο σπόρτιγκ) τα πρόσωπα είναι ο προμηθέας, ο μώμος, ο ιησούς, η μάνα γης, η αριστέα, η μαϊμού, ο άρχοντας, ο οδηγητής κ.ά. Δεν πρόκειται βέβαια για ανθρώπινους χαρακτήρες, αλλά εξανθρωπισμένα σύμβολα εννοιών κι ιδεών.

Στο φως που καίει μεταξύ πρώτου και τρίτου μέρους –σα να λέμε ανάμεσα πρώτης και τρίτης πράξης- μεσολαβεί το δεύτερο μέρος, που ο βάρναλης το ονομάζει ιντερμέδιο. Στο ιντερμέδιο –όπως και στα ιντερμέδια που μας παράδωσε η ιταλική θεατρική αναγέννηση και το κρητικό θέατρο- ο μύθος και τα πρόσωπα μοιάζουν (δεν είναι) ασύνδετα με το κυρίως έργο. Ο χορός των ωκεανίδων, ο χορός των σεραφείμ, η μάνα του χριστού, η μαγδαληνή, η μάνα γης καθώς ζωντανεύουν από το βαρναλικό ποιητικό πνεύμα, πλησιάζουν το λυρισμό και την τραγικότητα των αρχαίων.

Ο θρήνος της μάνας γης (της μάνας του προμηθέα) ηχεί σαν της εκάβης για τα θυσιασμένα παιδιά της: σε κοιτάζω και κλαίω δίχως μάτια! Χωρίς/ ακοή, σου αγροικούνε τους βόηγγους τα σπλάχνα μου./ Σ’ αγκαλιάζω σφιχτά δίχως χέρια! Χωρίς/ γλώσσα, χίλιες φορές, σε φωνάζω γλυκονόμα!
Κι η μάνα του χριστού βογγά: Αχ! Γιατί να σταθείς να σε πιάσουν!/ σα ρωτήσανε: Ποιος ο χριστός;/ τι πες: να ‘μαι!

Στους σκλάβους πολιορκημένους συναντάμε τα ίδια θεατρόμορφα γνωρίσματα. Διαλογικά μέρη, έμμετρα και πεζά. Σκηνικές υποδείξεις. Πρόσωπα που παίρνουν μέρος στο ποιητικό δράμα: ο ιησούς, η ψυχή, το κορμί, ο άνομος, ο κ»καλός» λαός, ο πόλεμος, ο τρελός κ.ά.

Ο βάρναλης και στα μεγάλα θεατρόμορφα ποιήματά του και στα μικρά που συχνά διαρθρώνονται σε διαλογικά μέρη, όχι μόνο εξανθρωπίζει τα πρόσωπα-σύμβολα. Αλλά και τα ψυχογραφεί με ρεαλιστική, λεπτομερή, μερικές φορές, ακρίβεια. Είτε με αυτοεξομολογήσεις τους, είτε με αποκαλύψεις των άλλων, όπως συνήθως ψυχογραφούνται οι ήρωες των θεατρικών έργων. Τα πρόσωπά του, με τις γήινες και οικείες διαστάσεις τους αποκαλύπτουν με διαύγεια τι εκπροσωπούν και τι μηνύουν.

Η θεατρικότητα του βαρναλικού έργου προκύπτει κι από τις μεγάλες και μικρές συγκρούσεις στους μύθους τους. Μύθοι που κινούνται βέβαια στο πεδίο των ιδεών κι όχι στο πεδίο της νατουραλιστικής καθημερινότητας. Μήπως στο πεδίο των ιδεών δεν είναι που κινούνται τα μεγάλα έργα του παγκόσμιου θεάτρου;

Η θεατρικότητα της γλώσσας

Η γλώσσα του βάρναλη και στα ποιητικά και στα πεζά του, είναι ο κύριος φορέας της μοναδικής παραστατικότητας της θεατρικότητας σε επέκταση στο έργο του. Διαβάζοντας ή ακούγοντάς την, πλήθος εικόνες, χαρακτήρες, γεγονότα, συναισθήματα ζωντανεύουν. Γλώσσα απλή, χωρίς να επαίρεται για τον πλούτο της. Πυκνή, υπονοηματική. Με θεατρικό νεύρο, τσουχτερό, σατιρικό χιούμορ, οξύ, κριτικό πνεύμα.

Γλώσσα που δεν αξιώθηκαν να έχουν ανάλογή τους πολλά έργα που διεκδικούν τον τίτλο του θεατρικού. Γλώσσα που δίνει σάρκα κι οστά στις ιδέες, σα νά 'ναι πλάσματα μιας σκηνής θεάτρου. Ενός θεάτρου της γνώσης και της αφύπνισης. Γλώσσα ελεύθερη από τυφλές στιχουργικές τυποποιήσεις. Αμόλυντη στην ωμότητά της. Λυρική χωρίς φιοριτούρες. Γλεντοκόπα, χορευταρού στης «αλήθειας το ρυθμό», το μόνο ρυθμό που χόρευε ο βάρναλης.
Αλήθεια και ρυθμός. Ιδού τα δύο κυρίαρχα συστατικά και της θεατρικής τέχνης.

Το «ωραίο» που έλεγε ο βάρναλης είναι η πετυχημένη έκφραση της ζωντανής ουσία του έργου τέχνης, με ζωντανά μέσα και ουσίες. Οι ουσίες είναι το περιεχόμενο κι ο σκοπός. Τα μέσα είναι η τεχνική. Κι όλα αυτά που δημιουργεί η ζωντανή ζωή που προχωρεί ασταμάτητα.
Αυτή τη ζωντανή ζωή υπηρετούσε κι αυτή έδινε με τα έργα του. Η τέχνη του ήθελε να ευχαριστεί. Να διδάσκει. Να γίνεται κίνητρο επαναστατικής πράξης για την αρετή και την προκοπή του τόπου μας.

Εξαίσιο δημιούργημα

Ο άτταλος γ’ είναι εξαίσιο θεατρικό δημιούργημα του εύθυμου πνεύματός του. Δημιούργημα που αγνοήθηκε μέχρι σήμερα από το επίσημο κρατικό κι ελεύθερο θέατρο. Πράγμα που δεν παίρνει συγχώρεση. Κι έπρεπε να βρεθούν το 1976, οι φοιτητές του πανεπιστημίου αθήνας για να το ανεβάσουν στην ίριδα, χωρίς υλική κι ηθική βοήθεια από την πολιτεία.

Πέντε χρόνια αργότερα το κρατικό θέατρο του τραυματισμένου κυπριακού λαού, ο ΘΟΚ, έδωσε ένα ακόμη ράπισμα στο ελληνικό θέατρο με την παράσταση του άτταλου στο λυκαβηττό. Και μόλις πέρσι ένα δημοτικό θέατρο –της καλαμάτας- εξαιτίας και πάλι του κύπριου σκηνοθέτη που το ανέβασε στην κύπρο, το παρουσίασε για μια μόνο βραδιά (!) στο λυκαβηττό.

Οι ατταλίδες

Ας σταθούμε όμως στον άτταλο γ’. Στην ουσία του και στα μέσα του, όπως θα ‘λεγε κι ο βάρναλης. Ο βάρναλης ξαναδουλεύει το 1968 την πρώτη μορφή του έργου (γραμμένη το 1950 –προϊόν σα να λέμε των εμφυλιοπολεμικών χρόνων). Το 1968 είναι άλλη μια εύγλωττη χρονολογία. Τη σκυτάλη του σκοταδισμού την πήραν νέοι ξεπουλημένοι εθνοσωτήρες. Το 1972 εκδίδεται ο άτταλος γ’ και η φασιστική χούντα τον αποσύρει από την κυκλοφορία. Η ελλάδα είχε και πάλι παραδοθεί στους αμερικανόπνευστους άτταλους δ’.

Μια αναγωγή του σύγχρονου ιστορικού χρόνου, του τόπου και των ονομάτων των κατεχόντων και κατεχομένων στο παρελθόν, είχε κάνει ο βάρναλης. Η αλληγορία του ήταν φανερή. Η σάτιρά του για τους σύγχρονους εθνοπροδότες είναι αδυσώπητη. Οι ήρωες του έργου σύμβολα των κάθε λογής σύγχρονων εθνοσωτήρων που τους γελοιοποιεί με την καυστική του γλώσσα. Με τα αποστασιοποιητικού χαρακτήρα (μπρεχτική επίδραση0 εμβόλιμα τραγούδια ανάμεσα στις εικόνες του έργου. Ο βάρναλης μέσα από το ιστορικό πρόσωπο του άτταλου γ’ μιλούσε για το παρόν του ελλαδικού χώρου. Οι ατταλίδες δυναστεία της περγάμου κατάγονταν από την ηπειρωτική ελλάδα. Η πέργαμος αφού γνώρισε μεγάλη ακμή περιέπεσε στη συνέχεια σε ξένους δυνάστες. Ρωμαίους, οθωμανούς, φράγκους, τούρκους κι ιταλούς οι οποίοι την προστατεύουν μέχρι σήμερα.

Ο άτταλος γ’ ανίκανος μα την κυβερνήσει, την παρέδωσε με διαθήκη του στους ρωμαίους το 133 πΧ. Του ήταν πιο βολικό του ανθρώπου να την ξεπουλήσει παρά να την υπερασπίσει από το ρωμαϊκό ιμπερλιασμό. Νέος σωτήρας της περγάμου χρήστηκε ο ρωμαίος ύπατος μάρκος περπέρνας, ο ασιατικός. Για να μην προκαλεί το λαϊκό αίσθημα η ξενική του προέλευση και για να διαιωνιστεί η καταδυνάστευση του λαού, επονομάστηκε άτταλος δ’.

Με την πέργαμο, τον άτταλο γ’ και τον άτταλο δ’, ο βάρναλης αποκρυπτογράφησε τη μακραίωνη εξάρτηση του τόπου μας, κατήγγειλε τον ιμπεριαλισμό, την «ιδεολογία» και τους φορείς που τον απαρτίζουν. Εξευτέλισε τα σκιάχτρα και τους μύθους που διαιωνίζουν την αντιλαϊκή εξουσία και κρατούν ναρκωμένο το λαό. Το λαό που μόνο αυτός πρέπει και μπορεί, αρκεί να ξυπνήσει, αν γίνει αφέντης του τόπου του.

Ο άτταλος του βάρναλη είναι η προσωποποίηση της διεφθαρμένης, ανερμάτιστης αντιλαϊκής εξουσίας, της εθνικής υποτέλειας. Την εξουσία που υπηρετούν σα σερπετά κι άνθρωποι της τέχνης, της επιστήμης, της διανόησης. Η εκκλησία και οι κρατικοί μηχανισμοί καταπίεσης του λαού.

Ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου είναι κι ένας τρελο-φιλόσοφος (πρόσωπο που εκφράζει το βάρναλη). Τούτος ο τρελός, σαν τους τρελούς τους σαίξπηρ, ξεστομίζει τις πιο επικίνδυνες αλήθειες κι ας ξέρει ότι βάζει το κεφάλι του στην κόψη του σπαθιού. Ο βάρναλης δεν έχει αυταπάτες... Ο φιλόσοφος δεν είναι αυτός που θα κάνει την επανάσταση. Ξέρει όμως ποιος πρέπει να την κάνει. Ποιος θα έχει κέρδος από αυτή. Η επανάσταση είναι έργο του λαού και για το λαό.

Στον πρόλογο του έργου αυτοί που εκπροσωπούν το σκλάβο λαό (ο γραμματιζούμενος, ο φοβιτσιάρης, ο χωρατατζής) με το τραγούδι τους αναρωτιούνται: Ποιος θα μας σώσει; Ανατολή για Δύση;/ Ποιος έλληνας ή βάρβαρος θεός;/ Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει/ για πίσου θα γυρίζει ο παλαιός;

Στο φινάλε του έργου, αφού ο νέος δυνάστης παίρνει την εξουσία, ακούγεται και πάλι το παραπάνω τραγούδι των σκλάβων. Ο τρελο-φιλόσοφος το ακούει κι ύστερα το παραλλάσσει: δε θα μας σώσει ανατολή για δύση/ μηδ’ έλληνες ή βάρβαροι θεοί./ Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει/ άμα ξυπνήσουν κάποτε οι λαοί.

Το μήνυμα και του θεατρικού έργου του βάρναλη δε ζητά ανάλυση για να δικαιωθεί. Ζητά την πράξη που θα επιβάλει της αλήθειας το ρυθμό.