Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομιντέρν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κομιντέρν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

(Πολ)ποτ πουρί

Ήξερες εσύ σφε αναγνώστη ότι ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν κομμουνιστής; Α, το ήξερες. Πάλι καλά, γιατί αν περίμενες να το μάθεις από την πρωθυπουργική ομιλία χτες στην Αμαλιάδα, ακόμα θα περίμενες τη Δευτέρα Παρουσία -που δεν είναι ο σοσιαλισμός, αλλά να περιμένεις να δεις πασόκο με τσίπα. Ο (δεν έχει τσίπα) Τσίπρας ευχαρίστησε στην ομιλία του ακόμα και την εκκλησία (έχει πάρει το κολάι και την αναφέρει παντού) για τη συμβολή της στη δημιουργία του μουσείου, και γενικώς τους πάντες πλην Λακεδαιμονίων, δηλ το κόμμα του Μπελογιάννη.

Μήπως ήξερες όμως σύντροφε ότι ο Μπελογιάννης αγωνίστηκε και θυσιάστηκε για τη δημοκρατική ομαλότητα; Ε πώς, αφού το είπε ο Τσίπρας.
Σιγά μη θυσιάστηκε και για την ανάπτυξη, σε ακούω να λες Γιάννη Α-γιάννη. Κι εγώ που νόμιζα πως τον εκτέλεσαν ακριβώς για να στεριώσουν τη δική τους, αστική δημοκρατική ομαλότητα, που έπρεπε να ισοπεδώσει κάθε αντίσταση κι όποιο κεφάλι δεν ήταν σκυμμένο και προεξείχε... Μόνο έτσι, μόνο με τσακισμένο το λαό και τους αγώνες του, μπορούσαν να στήσουν στις πλάτες του το οικονομικό, αναπτυξιακό τους θαύμα, μεταπολεμικά...

Πολύ καλή ήταν η πρωθύστερη απάντηση για τους ριψάσπιδες του κομμουνιστικού κινήματος που πλασάρουν το συμβιβασμό ως επανάσταση. Αλλά ακόμα κι ο -απών χτες- υιός Μπελογιάννης, που έχει πει σε μια πρόσφατη συνέντευξή του πως θα ψήφιζε με βαριά καρδιά του Σύριζα για να μη βγει ο Μητσοτάκης, είχε μια "καλή κουβέντα" για την κυβέρνηση στο χαιρετισμό που έστειλε να διαβαστεί: ευτυχώς που δε ζει ο πατέρας μου σήμερα να δει την υποδούλωση...

Εν τω μεταξύ το ΑΒ ανάφερε , χτες τον Μπελογιάννη ως "πρώην στέλεχος του ΚΚΕ"... Λες και είχε διαγραφεί ποτέ από το κόμμα. Αλλά εντάξει, αφού νυν δεν είναι, πώς να το πουν; Με την ίδια λογική βέβαια κι ο Λένιν είναι πρώην στέλεχος των μπολσεβίκων -κι ας μην υπάρχει σήμερα ΚΚΣΕ*

Μαζί με το παραπάνω, μπορούμε να προσθέσουμε στο πάνθεο με τις μουσμουλιές και τα/τους εξής:
-Τους φιλελέ μοναρχοφασίστες που απορούσαν γιατί πρέπει να τιμάει η ελληνική βουλή κάποιον που έχει καταδικαστεί ως κατάσκοπος της πατρίδας του (αυτοί τουλάχιστον είναι ειλικρινείς και ας μην έχουν την κριτική ικανότητα να ξεχωρίσουν τους κομμουνιστές -πχ τον Μπελογιάννη- από ένα Συριζαίο, σαν τον Τσίπρα.

-τους ριψάσπιδες που συμπληρώνουν ιδανικά την παραπάνω κατηγορία και τιμούν ως ήρωα τον Μπελογιάννη, για να θάψουν το κόμμα του. Κακή ώρα όπως ο Δ. Φύσσας (καμία πολιτική σχέση με τον Παύλο) που έχει γράψει μεταξύ άλλων το χυδαία αντικομμουνιστικό μυθιστόρημα "Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος". Και τον Τάκη Λαζαρίδη, που τον επικαλείται στην κατακλείδα του ο Φύσσας, και μπορεί να μας απασχολήσει σε προσεχή ανάρτηση. 

-το είδος των απολίτικων (;) που δεν μπορούν να βλέπουν κόμματα να μαλώνουν για την πολιτική κληρονομιά που άφησε ως παρακαταθήκη ο Μπελογιάννης και για το ποιος έχει δικαίωμα -και ποιος όχι- να τον τιμά.

-τη δημοσιογράφο της ΕΤ-3 που είχε καλεσμένο τον Γκικόπουλο (τον ερασιτέχνη που υποδύθηκε το ρόλο του Μπελογιάννη στην ταινία του Τζίμα "ο άνθρωπος με το γαρίφαλο"), τον ρώτησε ρητορικά πού θα βρισκόταν πολιτικά ο Μπελογιάννης σήμερα, αν ζούσε, και έφριξε όταν ο Γκικόπουλος της απάντησε πολύ φυσιολογικά "στο ΚΚΕ", γιατί δε θα μπορούσε να τον φανταστεί κάπου αλλού εκτός από το κόμμα με το οποίο συνδέθηκε.

-τους αριστεροχωριάτες στα social media που κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια και κριτικάρουν το ΚΚΕ που βρέθηκε στην ίδια εκδήλωση μαζί με τον Τσίπρα, που ήθελε να αντλήσει πολιτική υπεραξία και να πουλήσει λεζάντα. Και να στο λέει αυτό -ότι του κάνεις αβάντα δηλ- ποιος; Οι ΛΑΕτζήδες...

Που είχαν όμως κι άλλη μεγάλη στιγμή. Δεν εννοώ την κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν με αφορμή την επίσκεψη Τσίπρα στα εγκαίνια του μουσείου, μαζί με Ανταρσυα και ΕΕΚ (!;). Αλλά ένα κομμάτι της Ίσκρα για τη συνάντηση του Πούτιν με τη Λεπέν, που θρηνούσε για το λάθος του Ρώσου ηγέτη...

Κι ύστερα κάποιοι (που φλερτάρουν συστηματικά με το Λαφαζάνη) θεωρούν άδικη την κριτική του ΚΚΕ στον ευρωσκεπτικισμό της ΛαΕ, ότι επιλέγει συμμαχία με συγκεκριμένο ιμπεριαλιστή, κοκ. Το τσουβάλιασμα με τους ακροδεξιούς όμως μόνοι τους το επιλέγουν, δεν το κάνει κάποιος άλλος.

Μπορείτε επίσης να δείτε την αναφορά στο σημερινό πρωτοσέλιδο των Νέων (κάτω δεξιά) και ένα θέμα του News247 για τα μαθήματα ιστορίας του Κουτσούμπα στον Τσίπρα.

* * *

Καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία για το 20ό Συνέδριο (και τη μυστική έκθεση που θα μοιράσει την τελευταία μέρα στους συνέδρους ο ΓΓ -που να μου το θυμηθείς, θα το χρησιμοποιήσουν πολλοί ως πρωταπριλιάτικο αστείο), τα δεκάδες χαιρετιστήρια μηνύματα που φτάνουν από κομμουνιστικά κι εργατικά κόμματα όλου του κόσμου είναι μια ευκαιρία να φρεσκάρει ή να εμπλουτίσει κανείς τις γνώσεις του για την κατάσταση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, και παράλληλα να του γεννηθούν νέες απορίες.

Μπορεί να δει πχ ΚΚ από εξωτικά μέρη όπως τη Σουαζιλάνδη! Ή από πολιτικά (μιλώντας) εξωτικά μέρη, όπως το Πουέρτο Ρίκο και το Λουξεμβούργο που κανονικά θα είχε λιγότερες πιθανότητες και από το Λέτσοβο να έχει κομμουνιστές και μάλιστα κόμμα ολόκληρο κι όχι μια οργάνωση βάσης.

Μπορεί να δει ονόματα που θα του τραβήξουν την προσοχή, όπως το ΚΚ Μακεδονίας, και το ΚΚΣΕ* που ζει και βασιλεύει σα μεγαλέξανδρος και έχει μάλιστα και τμήμα του στη Λευκορωσία! Ή όπως η 5η συνάντηση ΚΚ της Κ. Αμερικής και του Παναμά, που όμως δεν περιλαμβάνει το Κόμμα Λαϊκής Πρωτοπορίας της Κόστα Ρίκα, με το πρωτότυπο σήμα-έμβλημα.


Τα εξίσου αξιοπερίεργα σήματα του ΚΚ Βοημίας-Μοραβίας (με το κερασάκι) και του ΚΚ Σλοβακίας όπου πιθανότατα έχουν απαγορευτεί τα κομμουνιστικά σύμβολα και επιστρατεύουν τη φαντασία, για να ξεπεράσουν το σκόπελο.


Τον ήλιο (που δεν ανατέλλει ούτε πρασινίζει) στο σήμα του Σουδανικού ΚΚ και του Ρουμάνικου Σοσιαλιστικού Κόμματος, που δεν πρέπει να συγχέεται με το Ρουμανικό ΚΚ - ΧΧΙ αιώνα, που δεν έχει εντάξει απλά τον εικοστό πρώτο αιώνα στο όνομά του, αλλά το έχει βάλει με λατινικούς χαρακτήρες. Και δεν πρέπει να συγχέεται με τη σειρά του με το κόμμα των κοινοτήτων της Ρουμανίας.
Περιττό να πω ότι η ίδια απορία υπάρχει και σε μια σειρά άλλες χώρες, όπως στις ΗΠΑ, όπου το ΚΚ είναι -κάτι σαν- συνιστώσα των Δημοκρατικών, και οι κομμουνιστές είναι αμελητέα δύναμη, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να είναι χωριστά στο Κόμμα Κομμουνιστών ΗΠΑ (που προβάλλει σταθερά τη γραμμή τι Τραμπ, τι Κλίντον, όλοι οι σκύλοι μια γενιά) και το δίκτυο κομμουνιστικών οργανώσεων των ΗΠΑ.

Μπορεί επίσης να μη βγάλει νόημα από την αραβική γραφή στα σήματα κομμάτων όπως το Αιγυπτιακό ΚΚ, κυριλλική γραφή -μαζί με το χάρτη της χώρας- στο Σοσιαλιστικό Κίνημα Καζαχστάν, κοκ. Αλλά το πιο ουσιαστικό είναι να διαβάσει προσεκτικά τα χαιρετιστήρια μηνύματα όλων των κομμάτων, για να διακρίνει πίσω από τις γραμμές την πολιτική τους γραμμή.

Πχ όπως στο ΚΚ Κούβας, που υπόσχεται πως η επανάσταση θα νικήσει ενάντια σε οποιαδήποτε αντιξοότητα και εκστρατεία, και το Πορτογαλικό ΚΚ, που προβάλλει ένα αντι-ιμπεριαλιστικό σκεπτικό για να αιτιολογήσει τη στάση του και τη στήριξη μιας κυβέρνησης μειοψηφίας -όπως τη χαρακτηρίζει- του αντίστοιχου, πορτογαλικού ΠαΣοΚ, και όχι μιας κυβέρνησης συνεργασίας, όπου συμμετέχουν οι κομμουνιστές, ή μιας "αριστερής κυβέρνησης", όπως παρουσιάζεται από κάποιους.

Αλλά περισσότερα για αυτά, εν καιρώ...

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Για τη διάλυση της Κομιντέρν

Η κριτική εξέταση της πείρας του κομμουνιστικού κινήματος μας επιτρέπει να εστιάσουμε σε κάποιες πτυχές και να βγάλουμε συμπεράσματα –όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό το τελευταίο- από ορισμένες λανθασμένες επιλογές. Κριτική εξέταση βέβαια δε σημαίνει λαθολογία και γενικά αξιώματα με καθολική ισχύ, έξω από τον ιστορικό χρόνο, αλλά να σκύψουμε ουσιαστικά πάνω από αυτές τις επιλογές, να καταλάβουμε τις συνθήκες που τις υπαγόρευσαν και τις ερμηνεύουν –χωρίς να τις δικαιολογούν- και τις εναλλακτικές που υπήρχαν.

Μία χαρακτηριστική περίπτωση είναι η ομόφωνη απόφαση για την αυτοδιάλυση της κομιντέρν κι η προχτεσινή επέτειος, που δίνει την αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση. Η κομιντέρν φυτοζωούσε αρκετά χρόνια πριν ληφθεί η συγκεκριμένη απόφαση, κάτι που καθιστούσε ούτως ή άλλως προβληματική τη λειτουργία της. Είναι ενδεικτικό πως τα τελευταία 15 χρόνια της ύπαρξής της, είχε γίνει μόλις ένα συνέδριο, το 35’ (το έβδομο και τελευταίο, με την επεξεργασία για τα λαϊκά μέτωπα) –χωρίς αυτό να σημαίνει πως η διάλυση ήταν αναπόφευκτη εξέλιξη. Κάθε οργανωτική δυσλειτουργία όμως κρύβει σχεδόν πάντα μια βαθύτερη πολιτική ρίζα.

Αν δούμε το βαθύτερο νόημα αυτής της κίνησης στη δοσμένη ιστορική συγκυρία, μπορούμε να υποθέσουμε πως ήταν μια ένδειξη «καλής θέλησης» των σοβιετικών προς τους συμμάχους τους, για να τους πείσουν να ανοίξουν το πολυπόθητο δεύτερο μέτωπο στη δύση, που θα ανακούφιζε σημαντικά τον κόκκινο στρατό, αλλά τελικά δεν άνοιξε παρά μόλις ένα χρόνο –και κάτι- αργότερα, με την απόβαση στη νορμανδία, το καλοκαίρι του 44’, όταν ήδη είχε γείρει αποφασιστική η πλάστιγγα της μάχης.
Στο βαθμό που ισχύει αυτή η υπόθεση, πρόκειται για ένα σοβαρό λάθος, που υπέταξε και θυσίασε ένα μέσο στρατηγικής σημασίας σε έναν επιμέρους σκοπό. Κι αυτό έχει να κάνει μεταξύ άλλων με την πολιτική ρίζα, που σημειώσαμε παραπάνω και την αδυναμία να αξιοποιηθεί ο κρίκος του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κι η επαναστατική κατάσταση σε κάποιες χώρες για να συνδεθεί με το στρατηγικό στόχο της εξουσίας.

Το σκεπτικό της επίσημης απόφασης του 43’ αναφέρει ως παράγοντα την ωρίμανση των εθνικών τμημάτων της διεθνούς, που καθιστούσε περιττή τη συνέχιση της ύπαρξής της και προβληματική τη δράση ενός ενιαίου διεθνούς κέντρου. Η αιτίαση αυτή διαψεύστηκε εκ των πραγμάτων, πχ στην περίπτωση της ελλάδας και της ελλιπούς στρατηγικής ωριμότητας του κκε, που όσο διορατικά είχε συλλάβει τα καθήκοντα που απέρρεαν από τη συγκυρία της κατοχής, άλλο τόσο απέτυχε να εντοπίσει έγκαιρα την ουσία των εξελίξεων στο μεταπολεμικό τοπίο και να προετοιμαστεί κατάλληλα για να τις αντιμετωπίσει.
Αυτό αποτυπώνει εν μέρει αδυναμίες και προβλήματα στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αλλά κυρίως την αντίληψη και την ικανότητα της τότε ηγετικής ομάδας του κκε –παίρνοντας πάντα υπόψη τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες καλούνταν να δράσει και τον απαραίτητο συγκεντρωτισμό, εν μέσω πολέμου, στη λήψη αποφάσεων. Με άλλα λόγια, η ορθή αντίληψη του πραγματικού συσχετισμού δύναμης κι η κατάκτηση της εξουσίας δε συνδέονται άμεσα με τη σωστή ή λανθασμένη εκτίμηση για το χαρακτήρα αυτής της εξουσίας (δικτατορία του προλεταριάτου ή λαϊκή δημοκρατία) και της επικείμενης επανάστασης.

Το κομμουνιστικό κίνημα φυσικά δεν απεμπόλησε το διεθνιστικό του χαρακτήρα και συνέχισε να έχει διάφορες μορφές συνεργασίας κι ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των κκ –όπως τη βραχύβια κομινφορμ και τις διάφορες διεθνείς συναντήσεις. Ενώ η σοβιετική ένωση παρέμεινε πάντα σημείο αναφοράς και άτυπο διεθνές καθοδηγητικό κέντρο για την πλειοψηφία των κκ. Αλλά το κενό της κδ και του ρόλου της, ως ενιαίου πολιτικού φορέα με εθνικά τμήματα, δεν αναπληρώθηκε ποτέ

Η επικράτηση της αντεπανάστασης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και παγκοσμίως, ανέδειξε ακόμα πιο εμφατικά αυτό το κενό και τις συνέπειές του. Η βαθύτερη συνεργασία των κκ κι η ανάδειξη ενός ενιαίου διεθνούς κέντρου, μιας νέας διεθνούς δηλ, φαντάζει ως αναγκαίος όρος για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος και την προώθηση των θέσεών του. Μόνο που το ζητούμενο καταλήγει με έναν αντιφατικό τρόπο να γίνεται προαπαιτούμενο. Η συγκρότηση της κομιντέρν πχ έγινε μόνο μετά την οκτωβριανή επανάσταση και βασίστηκε στη δύναμη του ελκτικού της παραδείγματος, μολονότι το ρεύμα των μπολσεβίκων και των συμμάχων τους ήταν διακριτό ήδη από την προπολεμική περίοδο.

Το κουκουέ φαντάζει (και είναι) πρωτοπόρο συγκριτικά με άλλες χώρες και κόμματα της ευρώπης, αλλά απέχει προφανώς πάρα πολύ από το να καλύψει το κενό του κκσε και να μπει στα παπούτσια των μπολσεβίκων (όπως θα λέγαμε με αθλητικούς όρους). Και το χειρότερο ίσως είναι πως δε διαθέτει καν πια τις οικονομικές δυνατότητες του πρόσφατου παρελθόντος, για να φιλοξενεί πχ διεθνείς συναντήσεις-συνέδρια και πολυάριθμες-πολυμελείς αποστολές από το εξωτερικό.
Παρόλα αυτά όμως, έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια, από την ίδρυση του tkp στην τουρκία, ως τις κοινές πρωτοβουλίες εργατικών-κομμουνιστικών κομμάτων, τις κοινές ανακοινώσεις-επεξεργασίες, την έκδοση της διεθνούς κομεπ, κτλ.

Υπάρχουν ακόμα πολλά να γίνουν σε αυτή την κατεύθυνση. Αλλά το βασικό είναι πως τα πρώτα δειλά βήματα είναι απαλλαγμένα από παθογένειες του παρελθόντος, πχ την υποτίμηση της ανοιχτής, συντροφικής σε άλλα κόμματα (βλέπε σχετική αρθρογραφία στο ρίζο για τα κόμματα σε ηπα και ισπανία). Κι αυτός ο κανόνας δεν πρέπει να διέπει μόνο τις σχέσεις μεταξύ κομμάτων, στα πλαίσια της ανταλλαγής απόψεων ή και της διαπάλης στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και τις σχέσεις μεταξύ των σφων και τη στάση του καθενός σε ατομικό επίπεδο (αποφεύγοντας έναν κακώς εννοούμενο πατριωτισμό –ή διεθνισμό- που συμφωνεί άκριτα με όλα και σκεπάζει τις διαφωνίες κάτω από το χαλί).


Σε κάθε περίπτωση, όσο κι αν διατηρεί την ισχύ της η εκτίμηση πως η καλύτερη διεθνιστική προσφορά ενός κόμματος είναι η προώθηση της επαναστατικής υπόθεσης στη δική του χώρα, άλλο τόσο αναγκαία είναι η συγκρότηση ενός ισχυρού, διεθνούς κομμουνιστικού πόλου και πρέπει να ανέβουν και οι απαιτήσεις από τη δουλειά μας σε αυτό το κομμάτι.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Περί κυβερνητισμού

Στο τρέχον προεκλογικό τεύχος της κομεπ, δημοσιεύεται ένα άρθρο του χρήστου μπαλωμένου για τον κυβερνητισμό των ομάδων του «εργατικού αγώνα» και της «νέας σποράς». Περιέχει όμως μερικές καίριες επισημάνσεις με γενικότερη αξία σχετικά με το ζήτημα της κυβέρνησης ως κρίκου που θα ανοίξει κάποια ρήγματα και το δρόμο για συνολικούς, ριζοσπαστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η κε του μπλοκ επιλέγει και αντιγράφει μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα απ’ το άρθρο, με την προτροπή να πάρετε και να μελετήσετε την κομεπ.

Η ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΠΟΡΑ

Ας περάσουμε όμως στον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα της διεκδίκησης της διακυβέρνησης σε άρθρα των δύο ιστοσελίδων. Γράφει ο «ΕΑ»: «Στις σημερινές ελληνικές συνθήκες, η διεκδίκηση της ανάδειξης μίας εργατικής κυβέρνησης, κατά την ανάλυση της ΚΔ σημαίνει την επιδίωξη συγκρότησης ενός μετώπου και μίας κυβέρνησης των αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων».

Η «ΝΣ» θέτει με τη σειρά της ως εξής το ζήτημα:
«Το γεγονός αυτό στέρησε από το Κόμμα, με ευθύνη της ηγεσίας του τη δυνατότητα να καταθέσει μια πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και την χρεοκοπία [...] μία πρόταση που θα έβαζε στους εργαζόμενους και γενικότερα τον ελληνικό λαό ώριμους στόχους προς επίλυση, που θα αντιστοιχούσαν στην πολιτική και ταξική συνείδηση των λαϊκών μαζών, που θα τη βάθυνε ακόμα περισσότερο, που θα ανήγαγε το Κόμμα σε εθνικό εκφραστή γενικά του ελληνικού λαού και που την ίδια στιγμή θα είχε στόχο την αλλαγή των τάξεων στην εξουσία και τη δημιουργία κυβέρνησης του ΑΑΔΜ».

Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου άρθρου δεν μπορούν να σχολιαστούν ούτε οι διατυπώσεις περί μετατροπής του ΚΚΕ «σε εθνικό εκφραστή γενικά του ελληνικού λαού», ούτε ο ανιστόρητος παραλληλισμός των στρατηγικών επεξεργασιών και επαναστατικών πειραματισμών της ΚΔ στις συνθήκες του 1922 με τη διεκδίκηση κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού στις σημερινές συνθήκες (σ.σ.: Πέρα από τους ανιστόρητους οπορτουνιστικούς παραλληλισμούς, το ΚΚΕ μελετά την ιστορία εξέλιξης της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, τις συνθήκες στις οποίες διατυπώθηκε η μία ή η άλλη επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας της ΚΔ για τις εργατικές κυβερνήσεις κατά την περίοδο 1921-22).

Οι παραπάνω διατυπώσεις –παρά τις επιμέρους διαφορές τους στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια- συναντώνται στο θεμελιώδες ζήτημα της διεκδίκησης της κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού. Είτε αυτή χαρακτηρίζεται ως «κυβέρνηση των ανιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων» είτε ως «κυβέρνηση του ΑΑΔΜ», πρόκειται για μια διακυβέρνηση η οποία δε λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Πώς συνδυάζεται όμως η παραπάνω διεκδίκηση με την επίκληση και από τις δύο ομάδες του σοσιαλισμού ως «στρατηγικού στόχου» τους; Όσον αφορά τον «ΕΑ», η απάντηση στο ερώτημα αυτό απορρέει αβίαστα αν δούμε πώς προσεγγίζει το ζήτημα της σοσιαλιστικής επανάστασης: «Σε γενικές γραμμές με βάση τους κλασικούς και κυρίως την ιστορική πείρα του Κομμουνιστικού κι επαναστατικού κινήματος, η επανάσταση είναι δυνατόν σε πολύ γενικές γραμμές να ακολουθήσει δύο δρόμους: Α. έναν άμεσα επαναστατικό, ο οποίος προϋποθέτει επαναστατική κατάσταση, σύγκρουση των επαναστατικών δυνάμεων με την εξουσία του κεφαλαίου, ανατροπή του καπιταλισμού και εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας. [...] Β. Μία πιο μακρόχρονη σχετικά διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει διάφορα μεταβατικά στάδια και φάσεις, ώσπου να διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση και η οριστική σύγκρουση των δύο στρατοπέδων, αυτού της εργατικής τάξης και από την άλλη της αστικής, να δώσει την τελική λύση στο θέμα της εξουσίας».

Είναι φανερό ότι η διακυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού ανήκει στο «δεύτερο δρόμο». Με λίγα λόγια, η διακυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού ανήκει στα «μεταβατικά στάδια», στα οποία δεν έχει λυθεί ακόμα το ζήτημα της εξουσίας. Έτσι, αυτή η «κυβέρνηση των αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων» θα κατακτηθεί σε συνθήκες στις οποίες όχι μόνο παραμένει ως κυρίαρχη η αστική τάξη, αλλά ούτε καν έχει κλονιστεί αυτή η κυριαρχία της, δεδομένου ότι αυτός ο «δεύτερος δρόμος» αναφέρεται σε μη επαναστατική περίοδο. Όπως ξεκαθαρίζει ο «ΕΑ»:

«Μια τέτοια κυβέρνηση θα είναι αποτέλεσμα του αγώνα των εργαζομένων και θα στηρίζεται σε αυτόν, σε συνθήκες που δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα επαναστατική κατάσταση».

Πώς θα συμβάλει όμως η κατάκτηση μιας τέτοιας κυβέρνησης στην «προσέγγιση της επανάστασης»; Αυτό φαίνεται από τα καθήκοντα που αποδίδει ο «ΕΑ» σε αυτήν: «Η κυβέρνηση αυτή πρέπει αποφασιστικά να στηρίξει την ανάπτυξη του αγωνιζόμενου εργατικού κινήματος και του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου, παίρνοντας μέτρα που φέρνουν σε δύσκολη θέση την αστική τάξη και βελτιώνουν τη ζωή των εργαζομένων, προωθούν τον έλεγχο των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, στην ουσία οξύνει την αντιπαράθεση με την αστική τάξη, διαμορφώνοντας τις προϋποθέσεις της τελικής ρήξης και της νίκης της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Η κυβέρνηση αυτή στις σημερινές συνθήκες μπορεί να γίνει παράγοντας που θα συμβάλει ουσιαστικά στην προσέγγιση της επανάστασης».

Όσον αφορά τώρα τη «ΝΣ», η αντίληψή της για τη σχέση μεταξύ κατάληψης της κυβέρνησης και της επανάστασης είναι λίγο διαφορετική. Η «ΝΣ» ταυτίζει την επαναστατική αλλαγή και την αλλαγή τάξης στην εξουσία με την κατάκτηση της κυβέρνησης από το ΑΑΔΜ. Αυτή η... επαναστατική αλλαγή όμως και η αλλαγή τάξης στην εξουσία δε σημαίνει τη δικτατορία του προλεταριάτου: «Επαναστατική αλλαγή πρέπει να θεωρείται, πριν απ’ όλα, η εκδίωξη της αστικής τάξης από την εξουσία και η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Το εάν η πάλη του επαναστατικού κινήματος θα οδηγήσει στον άμεσο σοσιαλισμό είτε θα ανοίξει το δρόμο αποφασιστικά για το σοσιαλισμό, θα εξαρτηθεί από τους συγκεκριμένους συσχετισμούς δυνάμεων, που επικρατούν στη δοσμένη περίοδο και τις συγκεκριμένες κοινωνικές συμμαχίες της εργατικής τάξης [...] κάθε προλεταριακή επανάσταση (με τους αντίστοιχους συμμάχους της) δεν οδηγεί στον άμεσο σοσιαλισμό».

Ενώ όσον αφορά τον χαρακτήρα της κυβέρνησης του ΑΑΔΜ, σημειώνει: «Το ΑΑΔΜ από την άποψη του χαρακτήρα κράτους θα οικοδομήσει ένα άλλο κράτος. Ένα επαναστατικό κράτος που, όπως έχουμε αναφέρει πολλές φορές από τα άρθρα μας στη «Νέα Σπορά», δε θα είναι ένα αστικό κράτος, αλλά δε θα είναι και η δικτατορία του προλεταριάτου. Θα είναι ένα κράτος, το οποίο θα αντιστοιχεί –προσαρμοσμένη στις σημερινές συνθήκες- στη λενινιστική θέση για τη «δημοκρατική δικτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς», ένα κράτος «τύπου Κομμούνας».

Η «ΝΣ» θεωρεί λοιπόν ότι μπορεί να υπάρξει «επαναστατική αλλαγή» χωρίς ταυτόχρονα να έχουμε αυτό που χαρακτηρίζει ως «άμεσο σοσιαλισμό», χωρίς δηλαδή κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής στην οικονομία και οικοδόμηση των νέων θεσμών του εργατικού κράτους στο εποικοδόμημα. Ρητά σημειώνει ότι η «επαναστατική αλλαγή» δε συνεπάγεται τη δικτατορία του προλεταριάτου. Η αστική τάξη έχει εκδιωχθεί, η «εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της» έχουν καταλάβει την εξουσία, αλλά παρόλα αυτά ο χαρακτήρας του κράτους δεν είναι αυτός της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Για να αιτιολογήσει αυτούς τους θεωρητικούς και λεκτικούς ακροβατισμούς, η «ΝΣ» προχωρά σε δύο λαθροχειρίες: η πρώτη λαθροχειρία έγκειται στην επίκληση της στρατηγικής επεξεργασίας της «επαναστατική δικατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» στην οποία είχε προχωρήσει ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι το 1905, σε συνθήκες που δεν είχε διαμορφωθεί το αστικό κράτος και υπήρχε ακόμα τσαρική εξουσία. Παρά το γεγονός ότι ο Λένιν άλλαξε αυτή τη στρατηγική επεξεργασία μετά από την επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 και τη συγκρότηση του αστικού κράτους θεωρώντας την ξεπερασμένη, η «ΝΣ» τη θεωρεί ακόμα ισχύουσα –έναν αιώνα μετά- σε συνθήκες συγκροτημένου εδώ και πολλές δεκαετίες αστικού κράτους.

Η δεύτερη λαθροχειρία έχει να κάνει με το «κράτος τύπου Κομμούνας». Ο Λένιν χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να περιγράψει ακριβώς τα νέα χαρακτηριστικά που φέρνει μαζί της η οικοδόμηση του εργατικού κράτους σε αντιδιαστολή με το αστικό. Τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει τη δικτατορία του προλεταριάτου και όχι σε αντιπαράθεση με αυτήν. Οι «μεταβατικές» στιγμές του ιστορικού χρόνου που πιθανώς προκύψουν κατά το πέρασμα στο σοσιαλισμό και οι αντίστοιχοι ελιγμοί σε συγκεκριμένες συνθήκες δεν πρέπει να συγχέονται με τον χαρακτήρα της εξουσίας, ο οποίος δεν μπορεί παρά να είναι είτε δικτατορία της αστικής τάξης, είτε δικτατορία του προλεταριάτου. Με αυτές τις δύο λαθροχειρίες η «ΝΣ» προσπαθεί να εισάγει μια ενδιάμεση μορφή εξουσίας ανάμεσα στην αστική και την εργατική.

Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, και τα δύο παραπάνω «σχήματα» αποδέχονται, πρώτον, ότι μπορούν να αναδειχθούν μέσω των αστικών θεσμών πολιτικές δυνάμεις που έχουν στόχο την ανατροπή του καπιταλισμόυ και, δεύτερον, ότι η κατάκτηση της αστικής κυβέρνησης από αυτές τις δυνάμεις μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της επανάστασης..

Πριν μελετήσουμε κατά πόσο ισχύουν αυτές οι αποδοχές, πρέπει να ξεκαθαριστεί ένα σημαντικό σημείο: Οι συγκεκριμένες ομάδες, παρουσιάζουν τους εαυτούς τους, ως υπερασπιστές του Προγράμματος του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Στο ζήτημα της κυβέρνησης επικαλούνται μάλιστα, για να στηρίξουν τις επεξεργασίες τους, μια φράση του Προγράμματος αυτού, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που η ταξική πάλη ανέβαινε σε πρωτοφανέρωτα επίπεδα και τα αστικά κόμματα αποδυναμώνονταν, θα εμφανιζόταν η πιθανότητα σχηματισμού μέσω εκλογών, κυβέρνησης με τμήματα των αντιμονοπωλιακών, αντιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ας δούμε όμως πώς απαντά στην παραπάνω λαθροχειρία, η Εισήγηση του 19ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, που αναφέρεται στη συγκεκριμένη φράση: «Πολύ καθαρά γινόταν λόγος όχι για επιδίωξη του ΚΚΕ και πολιτικό στόχο, αλλά για ενδεχόμενο να αποκρυσταλλωθεί με αυτόν τον τρόπο η απότομη αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, για μια στιγμή, που μάλιστα υπογραμμιζόταν ότι αυτή δεν θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ, είτε θα ξέσπαγε ανοιχτά επαναστατική κατάσταση είτε θα γινόταν πισωγύρισμα [...] γινόταν λόγος για κυβέρνηση αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων και όχι για κυβέρνηση του ΑΑΔΜ, δεν αναφερόταν η συμμετοχή του ΚΚΕ, ούτε η δέσμευση του ΚΚΕ, απέναντί της. Η μελέτη της σοσιαλιστικής επανάστασης του 20ου αιώνα, η ωρίμανση του κόμματος, το 18ο Συνέδριο ανέδειξε την ανάγκη να αποσαφηνιστεί προγραμματικά η θέση του ΚΚΕ, στο ζήτημα των συμμαχιών, η σχέση του Κόμματος με τη Λαϊκή Συμμαχία, η στάση του Κόμματος σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού, η εξέλιξη της συμμαχίας σε επαναστατική κατάσταση [...] η φράση του 15ου Συνεδρίου, που δεν είχε καμία σχέση με κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, βόλεψε εκείνους που στηρίζουν πρόταση κυβέρνησης διαχείρισης, αφού βεβαίως διέστρεψαν το περιεχόμενό της. Η προβολή ως στόχου, μιας κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού, έρχεται σε αντίθεση, αποπροσανατολίζει από το κύριο ζήτημα, που είναι η καλλιέργεια της αντίληψης, σε ευρύτερες εργατικές λαϊκές μάζες, ότι χρειάζεται όχι εναλλαγή διακυβέρνησης στο έδαφος της αστικής εξουσίας, αλλά η αλλαγή τάξης στην εξουσία. Άλλωστε αυτό επιδίωξε να λύσει και η προβολή του συνθήματος της Λαϊκής Εξουσίας από το 16ο Συνέδριο».


-Στην αυριανή ανάρτηση θα αντιγραφεί και θα αναδημοσιευτεί το υποκεφάλαιο για τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες των δύο οπορτουνιστικών ομάδων.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

H παρέμβαση του ΚΚΕ στον αθλητισμό την περίοδο του Μεσοπολέμου (1927-1935.)

Σήμερα η κε του μπλοκ έχει την χαρά να αναδημοσιεύει από το 17ο τεύχος του περιοδικού HUMBA (που διατηρεί πάντα μια ευρύτερη κινηματική σκοπιά στα αθλητικά δρώμενα εντός κι εκτός συνόρων) με το πολύ ενδιαφέρον θέμα που βλέπετε στον τίτλο της ανάρτησης. Στην ουσία πρόκειται για την ομώνυμη εργασία του Κωνσταντίνου Λαμπράκη στο σεμινάριο του Πάντειου με θέμα την "Ιστορία της συγκρότησης των ποδοσφαιρικών συλλόγων στην Ελλάδα", που δίνει σε κάθε περίπτωση πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία.

Το εξώφυλλο του τεύχους
Μπορείτε συμπληρωματικά (και το βάζω εδώ, για να μην χαθεί στο τέλος) να ακούσετε τη σχετική εκπομπή, που έκαναν τα παιδιά του HUMBA τον περασμένο μήνα:
Πότε έρχεται το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα; Ποιοι είναι οι σύλλογοι που πρωταγωνιστούν τα πρώτα χρόνια, αλλά και στο Μεσοπόλεμο; Πότε ιδρύεται η ΕΠΟ; Τι ρόλο έχει το ΠΟΚ; Ποια η στάση της Πολιτείας και των δημοσιογράφων στο νέο αθλητικό φαινόμενο που συναρπάζει τη νεολαία; Πότε ιδρύονται τα εργατικά σωματεία και ποια η συμβολή του ΚΚΕ σε ένα διαφορετικό αθλητισμό; Τι έγραφε ο Τύπος της εποχής για τα ποδοσφαιρικά ματς; Πώς διοικούνταν τότε οι σύλλογοι, εργατικοί και μη; Υπήρχαν οι αντιθέσεις "Αθήνα - Βοράς", "λαϊκή ομάδα-ομάδα των αστών"; Αυτά και άλλα πολλά σε ένα άκρως διαφωτιστικό δίωρο με καλεσμένο τον Γιώργο Γάσια, που έχει μελετήσει διεξοδικά το συγκεκριμένο θέμα.


Με την ευκαιρία να ευχαριστήσω και δημοσίως τους συντελεστές του περιοδικού για την άδεια της αναδημοσίευσης.
Καλή ανάγνωση/ακρόαση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση, ευπρόσδεκτη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Η παρούσα εργασία μελετά την παρέμβαση του ΚΚΕ στον Αθλητισμό την περίοδο του Μεσοπολέμου. Επιχειρεί να φωτίσει πλευρές αυτής της παρέμβασης, σε σχέση με τους δεσμούς του Κόμματος με την Κομμουνιστική Διεθνή (Κ.Δ.) και τους ιδιαίτερους όρους συγκρότησης και δράσης του ΚΚΕ, στην περίοδο του μεσοπολέμου. Για τον σκοπό αυτό επέλεξα να μελετήσω ποια ήταν η τοποθέτηση της Κ.Δ. έναντι του αθλητικού φαινομένου και πως επιχείρησε να παρέμβει το ΚΚΕ και η νεολαία του, η Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), σ’αυτό. Επίσης, συνέλεξα στοιχεία που αφορούν την «γεωγραφία» του «κόκκινου» αθλητισμού στην Ελλάδα, βοηθητικά στο να κατανοήσουμε καλύτερα την παρέμβαση τούτη.  
Συνεπώς, η εργασία διαρθρώνεται σε δύο μέρη. Πρώτο μέρος, παρουσίαση της μεσοπολεμικής περιόδου πάνω σε τρεις άξονες που ορίζονται ως εξής:
Οι μετασχηματισμοί της Ελληνικής κοινωνίας που συμβάλλουν στην μαζικοποίηση του αθλητικού φαινομένου. Η εμφάνιση και οι πολιτικές αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Ο Διεθνής εργατικός αθλητισμός και η Κόκκινη Αθλητική Διεθνής.
Ενώ το δεύτερο μέρος πραγματεύεται το ζήτημα: KKE και Αθλητισμός στο μεσοπόλεμο, μέσα από τις αποφάσεις των συνεδρίων και των συνδιασκέψεων για την Οργάνωση ΕργατοΑγροτικού Αθλητισμού (Ο.Ε.Α.), την σχέση μεταξύ Ο.Ε.Α. και Κόκκινης Αθλητικής Διεθνής και την γεωγραφία των εργατικών αθλητικών σωματείων.
Το πρώτο μέρος στηρίζεται ,κατά κύριο λόγο, στην βιβλιογραφία και την αρθογραφία που αφορά την περίοδο, ενώ το δεύτερο μέρος βασίζεται στην σύνθεση των στοιχείων που έχουμε είδη για την Ο.Ε.Α., μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται  από το βιβλίο του Χρήστου Τζιντζιλώνη «ΟΚΝΕ 1922-1943, Λενινιστικό μαχητικό σχολείο των νέων.» Συνδυάζονται με τις αναφορές για τα κόκκινα σπορ και τα εργατικά αθλητικά σωματεία από τον τύπο της εποχής, ειδικά τον προσκείμενο στις οργανώσεις του ΚΚΕ. Επίσης, ένα μικρό κομμάτι της εργασίας είναι αφιερωμένο στις αντιδράσεις του Κράτους. Παρατίθενται  στοιχεία, είτε από τον αστικό τύπο, είτε από τα ρεπορτάζ της εφημερίδας «ο Ριζοσπάστης», επίσημο όργανο του ΚΚΕ, σχετικά με συλλήψεις στελεχών και αθλητών της Ο.Ε.Α., προβλήματα στην διακίνηση του περιοδικού της Ο.Ε.Α. «Εργατοαγροτικό Σπορ», προβλήματα στην επίσημη αναγνώριση των αθλητικών σωματείων, κ.α.
Κλείνοντας να σημειώσω πως όπου αναφέρω αθλητικά εργατικά σωματεία εννοώ (και) για ποδοσφαιρικά τμήματα. Κατά κανόνα, ένα εργατικό αθλητικό σωματείο μπορεί να διέθετε και μη ποδοσφαιρικά τμήματα, αλλά δεν μπορούσε να μην διαθέτει ποδοσφαιρικό τμήμα.(βλέπε σχετικά : Ριζοσπάστης 1928-1935, αναφορές για τη δραστηριότητα των Εργατικών Αθλητικών Σωματείων.)


Πολιτικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί μετασχηματισμοί, που ευνόησαν στην μαζικοποίηση του ποδοσφαιρικού θεάματος:
Αν και το ποδόσφαιρο είναι αρκετά δημοφιλές σε αστικά στρώματα της ελληνικής νεολαίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ως ημερομηνία ορόσημο για την μαζική του ανάπτυξη θεωρείται το 1922[1], έτος καταρρεύσεως του μικρασιατικού μετώπου και της μαζικής έλευσης των προσφύγων, στον Ελλαδικό κορμό. Η συμβολή του προσφυγικού στοιχείου στην παλλαϊκή διάδοση του ποδοσφαιρικού θεάματος είναι πολύπλευρη και -κατά κάποιο τρόπο- ασύμμετρη.
Οι αναγκαίοι μετασχηματισμοί που επιβάλλονται στην ελληνική κοινωνία, κάτω από την πίεση των ενάμιση εκατομμυρίων προσφύγων συμβάλλουν, πολλοί από αυτούς με «ακούσιο» τρόπο, στο να δημιουργηθούν οι υλικοί όροι, πάνω στους οποίους θα στηριχθεί η καθολική  συμμετοχή του ελληνικού πληθυσμού στο ποδοσφαιρικό θέαμα.
Καταρχήν, μεγάλο μέρος των προσφύγων είχε επαφές με νεωτερικές μορφές της αστικής κουλτούρας, μορφές στις οποίες εντάσσεται και το αθλητικό/ποδοσφαιρικό[2] θέαμα, στα πλαίσια των ευρωπαϊκών εμπορικών κοινοτήτων, στις παράκτιες πόλεις της Μικράς Ασίας[3]. Παρά τον ξεριζωμό, μεταφέρουν και αναπαράγουν, στα πλαίσια του δυνατού, στον Ελλαδικό χώρο τα ήθη, τις συνήθειες και τα στοιχεία του πολιτισμού τους.
Εξίσου σημαντική συμβολή του προσφυγικού στοιχείου, όσο αφορά το ποδοσφαιρικό θέαμα, είναι ο καθοριστικός τους ρόλος στην αναμόρφωση των Ελληνικών πόλεων. Η επέκταση των πόλεων, μέσω της πληθυσμιακής τους αύξησης, η συγκρότηση γειτονιών αμιγώς προσφυγικών και η αντιπαράθεση γηγενών - «ξένων», ενίσχυσε το αίσθημα του «ανήκειν» και του «εμείς». Εξέλιξη, το δίχως άλλο, πολύ σπουδαία ώστε η ποδοσφαιρική αναμέτρηση να συνδεθεί με συνολικότερες πλευρές (ενδεχομένως και παθογένειες.) της κοινωνικής ζωής.
Τέλος σε ένα πιο αφηρημένο, από την προβληματική μας, πλαίσιο θα σημειώναμε την τόνωση και ανάπτυξη της βιομηχανικής δραστηριότητας και της μισθωτής εργασίας έναντι άλλων, πιο παραδοσιακών μορφών απασχόλησης. Πράγματι, η ενσωμάτωση όχι μόνο προσφύγων αλλά και επιστρατευμένων φαντάρων, έχει ως αποτέλεσμα και την τόνωση της εγχώριας ζήτησης και την προσφορά άφθονων φθηνών εργατικών χεριών. Παράλληλα η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία, με την παράλληλη υποτίμηση της δραχμής, έχει ως αποτέλεσμα η εγχώρια βιομηχανία να αποκτήσει άλλα δύο πλεονεκτήματα στην προσπάθειά της να αναπτυχθεί[4]. Ισχυρή είναι επίσης η μικρο-εμπορευματική δραστηριότητα, ταυτόχρονα, αυξάνεται και ο υπαλληλικός πληθυσμός που σχετίζεται, είτε με το δημόσιο, είτε με ιδιωτικούς οργανισμούς. Την ίδια περίοδο το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα εμφανίζεται πιο οργανωμένο και συγκροτημένο με αιτήματα που σε πολλές περιπτώσεις είχαν ως αιχμή τους το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου (8ώρο, Κυριακάτικη αργία). Έχουμε, δηλαδή, δυναμική επέκταση της αστικής κοινωνικής οργάνωσης έναντι άλλων πιο παραδοσιακών μορφών. Εξελίξεις που, ακόμα και αν δεν συνεισέφεραν, δεν αποθάρρυναν την ανάδυση νεωτερικών συνηθειών στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, με την εμφάνιση νέων κοινωνικών φαινόμενων και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Δραστηριότητες στις οποίες εντάσσεται και η μαζική ενασχόληση με τα του ποδοσφαιρικού θεάματος.


ΚΚΕ: Κόμμα Νέου Τύπου.
Την ίδια περίοδο, έχουμε σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, την εμφάνιση ενός πολιτικού κόμματος, αναμφισβήτητα νεωτερικού για τα δεδομένα του Ελληνικής πολιτείας. Το κόμμα τούτο, είναι το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος, που γρήγορα συνδέεται με την 3η Διεθνή και μετονομάζεται σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Το ΚΚΕ κομίζει νέα δεδομένα στην πολιτική ζωή της χώρας: Έχει πολιτικό πρόγραμμα, επιδιώκει να οργανώσει μέλη με δικαιώματα και καθήκοντα, ενώ ο πολιτικός του λόγος αναφέρεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και τα συμφέροντα τους[5]. Στοιχεία πρωτοφανέρωτα σε Ελληνικό πολιτικό κόμμα.




Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Τέσσερα βιβλία και μία συζήτηση

Έχοντας δει τα νέα της αριστερής πτέρυγας της ανταρσυα (ναρ), σήμερα θα περάσουμε στο άλλο τμήμα της,  την όσμωσή του με τη ρίζα (τουλάχιστον) του σύριζα και την προοπτική της αριστερής κυβέρνησης. Ο τίτλος της ανάρτησης θυμίζει ταινία, ενδεχομένως και σίριαλ του παπακαλιάτη (αν και όλοι αρνούνται το ρόλο του σεχταριστή αυνάνα): τέσσερα βιβλία, τέσσερις ομιλητές, το 4ο συνέδριο της κομιντέρν και το τεσσάρι της τροτσκιστικής διεθνούς. Αναφέρεται όμως σε μια εκδήλωση του περασμένου μήνα, που διοργάνωσαν: το εκδοτικό της αραν (εκτός γραμμής), το r project της δεα κι ο σύλλογος κορδάτος (διάσπαση του ικεα, με λιόση, καλτσώνη, κτλ). Για την οποία πιθανότατα θα υπήρχε πιο αναλυτικό ρεπορτάζ στο μπλοκ, αν η κε δεν είχε φροντίσει να χάσει τις σημειώσεις που κράτησε κατά τη διάρκειά της. Συνεπώς θα περιοριστώ στην επισήμανση και το σχολιασμό κάποιων βασικών σημείων που μου εντυπώθηκαν –καθώς έχουν περάσει κι αρκετές μέρες έκτοτε.


 Οι ομιλητές κατά σειρά ήταν: ο λιόσης από τον κορδάτο και ο μπελαντής από το κεντρικό όργανο του σύριζα (συγγραφείς δύο εκ των τεσσάρων βιβλίων). Και ακολούθως ο νταβανέλος της δεα και ο πι σωτήρης της αραν. Με άλλα λόγια: δυο αλτουσεριανοί, που δεν ανήκουν όμως στον ίδιο πολιτικό χώρο. Ένας τροτσκιστής, που είναι όμως στον ίδιο πολιτικό χώρο (σύριζα) με τον ένα αλτουσεριανό. Κι ένας.. εγώ θα τον έλεγα μάλλον μπρεζνιεφικό, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, που θα τον έλεγαν μάλλον σταλινικό, που μοιάζει να είναι πιο κοντά στο «δεξιό, ενωτικό» κομμάτι της ανταρσύα, που πρεσβεύει ο έτερος αλτουσεριανός.

Μπορεί βέβαια αυτές οι κατηγοριοποιήσεις με τα κουτάκια να είναι κάπως αντιδιαλεκτικές. Όμως έχουν αφενός πλάκα κι αφετέρου ως πηγή έμπνευσης το παράρτημα του βιβλίου του λιόση για την κομιντέρν και τα μέτωπα, με τις ηγετικές της προσωπικότητες και πινακάκια, που κωδικοποιούν τις θέσεις τους για διάφορα ζητήματα (κάτι σαν ενωτικομετωπόμετρο δηλ, όπως θα το ονόμαζε και το λαϊκό στρώμα, όταν ακόμα έγραφε κείμενα και δεν κορόιδευε την κοινωνία όλη). Παρεμπιπτόντως, με βάση την αξιολόγηση του συγγραφέα, ούτε ο στάλιν δε βγαίνει μονοσήμαντα «καλός κι ενωτικός», ούτε ο τρότσκι τόσο «κακός και αντιδιαλεκτικός», όσο θα περίμενε κανείς από έναν κατήγορο της.. τρισκατάρατης «τροτσκιστικής στροφής» του κκε (το γιατί θα φανεί κατά τη γνώμη μου παρακάτω).

Και οι τέσσερις ομιλητές είναι για παράδειγμα υπέρ μιας κυβέρνησης (είτε την πούμε εργατική, είτε της αριστεράς, κυβέρνηση ααδμ, κτλ) στο έδαφος του καπιταλισμού, που θα προκαλεί ρήγματα και θα ανοίγει θεωρητικά άλλους δρόμους, κτλ. Παράλληλα έχουν διαφορετικές ιστορικές αναφορές και αντικρουόμενες θεωρητικές αντιλήψεις για την τακτική των λαϊκών μετώπων στο μεσοπόλεμο. Αλλά παρεμφερή θέση, από την άλλη, για τα μέτωπα και την κοινή δράση στο σήμερα (στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος, κτλ), που αμβλύνει τις όποιες διαφωνίες και τις περιορίζει σε ιστορικό-ιδεολογικό επίπεδο. Αν περίμενε λοιπόν κανείς κάποια σκληρή αντιπαράθεση, πάνω στο θέμα των βιβλίων και με αφορμή τη συζήτηση, μεταξύ του τροτσκιστή και του ‘σταλινικού’, θα απογοητεύτηκε. Η μόνη κάπως αιχμηρή στιγμή ήταν η αναφορά του λιόση στην τροτσκιστική θέση (δε γνωρίζω αν υπάρχει κι εδώ κάποιος διαχωρισμός μεταξύ όσων είπε ο τρότσκι κι οι επίγονοί του, δηλ τροτσκική και τροτσκιστική θέση, κατά το δίπολο «μαρξική-μαρξιστική») για ανοιχτά σύνορα στους μετανάστες. Αλλά κι αυτό ξεπεράστηκε χωρίς πολλά-πολλά, τουλάχιστον επί σκηνής.

Από τις εισηγητικές ομιλίες ξεχώρισα τα εξής.
Ο λιόσης ανέπτυξε το σταθερό πολιτικό μοτίβο των δεκατοπεμπτιστών, κι αναφερόμενος στο κόμμα είπε ότι φάνηκε μεν να κάνει μια μικρή στροφή στη σεχταριστική τακτική του με το συλλαλητήριο της 1ης νοέμβρη, αλλά αυτή ήταν πρόσκαιρη και υποκριτική. Ο μπελαντής του σύριζα αναγνώρισε ανοιχτά τη δεξιά στροφή που πραγματοποιεί ο σύριζα την τελευταία διετία (μετά τις εκλογές του 12’ χοντρικά), αλλά την απέδωσε στη γενική κινηματική καθίζηση της κοινωνίας. Αντί δηλ να εξετάσεις τις ευθύνες του σύριζα (που εκτίναξε τα εκλογικά του ποσοστά) για αυτή την υποχώρηση, αντέστρεψε το λογικό σχήμα μαζί με την πραγματικότητα κι εμφάνισε το αίτιο (ή τέλος πάντων ένα βασικό παράγοντα) ως συνέπεια κι αποτέλεσμα του φαινομένου.

Ο νταβανέλος ανέπτυξε ουσιαστικά τα σημεία που βάζει και στην εισαγωγή της έκδοσης του ρεντ μαρκς (θα αναφερθούμε παρακάτω), επιμένοντας πως το μέτωπο δε νοείται ως συμμαχία μεταξύ μας, αλλά με κάποιον πέρα από εμάς –επιχειρώντας ουσιαστικά να δικαιολογήσει την πολιτική επιλογή της δεα και τη συμμετοχή της στο σύριζα. Ομολογώ πάντως πως κάπου χάνω το λογικό πολιτικό ειρμό μεταξύ της απόρριψης των λαϊκών μετώπων ως τακτικής συμμαχίας με τη σοσιαλδημοκρατία και με αστικές δυνάμεις, και της τωρινής συμμαχίας με το σύριζα. Εκτός και αν ο σύριζα θεωρείται γενικά εργατικό κόμμα –κι όχι αστική δύναμη. Και ποιος είναι τότε η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία;

Ο πι σωτήρης τέλος ανέπτυξε ένα μέρος της προβληματικής του μπαλιμπάρ σε έξι κείμενά του που περιέχει η έκδοση του «εκτός γραμμής» για την έννοια του «βραχυκυκλώματος» μεταξύ πολιτικής κι οικονομίας. Ενδεχομένως να αδικώ κατάφορα το βιβλίο και την ουσία του, αλλά προσωπικά έχω βαρεθεί εκείνο το είδος των γάλλων μαρξιστών, που μελετούν κάποια φαινόμενα, για να τους δώσουν μια νέα, ιδιαίτερη ονομασία, που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους στοχαστές. Είναι αυτό που ο τάδε ονομάζει «συμβάν», «βραχυκύκλωμα», «ιδεολογικούς μηχανισμούς», ακούμε πολύ συχνά, χωρίς κερδίζουμε πολύ (και όχι πολλά, δεν είμαστε κύπριοι) περισσότερα, πέρα από την χαρά μας για τα βαφτίσια και το όνομα.

Κοινή συνισταμένη πάντως των τριών (τουλάχιστον) τελευταίων εισηγητών μου φάνηκε πως ήταν μια λογική που παρουσιάζει το σύριζα ως ανοιχτό στοίχημα κι ένα φάσμα δυνατοτήτων, που πρέπει να παλέψουμε, για να το καθορίσουμε με ευνοϊκό για εμάς τρόπο. Λες και ο σύριζα είναι γενικά και αφηρημένα πεδίο ταξικής πάλης –και όχι κόμμα που παίρνει θέση σε αυτήν, από τη μια ή από την άλλη πλευρά ή και με ένα πόδι σε κάθε βάρκα. Περίπου όπως παρουσίαζε δηλ επί πολλά χρόνια ο ευρωκομμουνισμός την εοκ και τη μετεξέλιξη της εε. Να παλέψουμε δηλ εμείς, για να αποδειχτεί φιλολαϊκός ο σύριζα, αλλιώς η ευθύνη θα βαραίνει εμάς!


Κλείνοντας την ανάρτηση, αξίζει να σταθούμε στα βιβλία που έδωσαν την αφορμή για τη συζήτηση και ειδικότερα το βιβλίο του τζον ρίντελ για το ενιαίο μέτωπο, τη συζήτηση και τις θέσεις του 4ου συνεδρίου της κομμουνιστικής διεθνούς, που ρίχνει φως σε πτυχές της ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης στα πλαίσια της κομιντέρν –υπ’ όψιν πως η ελληνική έκδοση είναι κατ’ ουσίαν ένα μικρό απόσπασμα από την αντίστοιχη δουλειά του συγγραφέα στα αγγλικά, που εκτείνεται σε χιλιάδες σελίδες. Με αυτή την έννοια, και παρά την όποια πολιτική ερμηνεία μπορεί να δίνει στην εισαγωγή του ο –τροτσκιστικών αναφορών- συγγραφέας, το υλικό του βιβλίου βοηθάει τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα την ουσία, το διακύβευμα και το σύνθετο χαρακτήρα της διαπάλης αυτής. Και βασικά να μείνει μακριά από τις εύκολες κι απλοϊκές απαντήσεις, όσων επιλέγουν από τον μπουφέ της ιστορίας και της ιδεολογίας εκείνες μόνο τις θέσεις που είναι βολικές για το αρχικό συμπέρασμά τους: μέτωπα καλά, σοσιαλφασισμός κακός, ενιαίο καλό, λαϊκό κακό, δύο πόδια κακά, τέσσερα καλό, κοκ.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Σημειώσεις για την Κομιντέρν



Διαβάζοντας κάποια κείμενα και βιβλία για την ιστορική διαδρομή της κομιντέρν, η κε του μπλοκ κωδικοποίησε μερικές σχετικές σκόρπιες σκέψεις στα παρακάτω σημεία:

Όσοι χλευάζουν σήμερα το κκε, γιατί τα έσπασε τάχα με τους πιο ισχυρούς συμμάχους του (κκ πορτογαλίας, κκ βοημίας-μοραβίας, κτλ) που λοξοκοιτάζουν προς το κεα και ξέμεινε με κάτι περιθωριακές γκρούπες που συγκροτούν τη διεθνή πρωτοβουλία του, φαντάζομαι πως εκατό χρόνια πριν θα είχαν ξεκαρδιστεί με τις πολιτικές επιλογές των μπολσεβίκων και τη μαζικότητα των κομμάτων που ίδρυσαν τελικά το 19’ την τρίτη κομμουνιστική διεθνή. Το.. αδιάψευστο κριτήριο της πλειοψηφίας (που ήταν σχεδόν πάντα με τους απανταχού μενσεβίκους κι ας δηλώνει το ακριβώς αντίθετο το όνομά τους) και της μαζικότητας, θα τους οδηγούσε εκ του ασφαλούς στους κόλπους της δεύτερης χρεοκοπημένης διεθνούς και της λεγόμενης 2½, που γρήγορα συγχωνεύτηκε με τη δεύτερη, ή (πράγμα που είναι βασικά το ίδιο) στην αγκαλιά της αστικής τάξης και των κοινοβουλευτικών της πλειοψηφιών.

Μήπως αυτό σημαίνει σφοι πως μεγαλοπιανόμαστε και μας θεωρούμε εφάμιλλους των μπολσεβίκων; Όχι σφοι, δε σημαινει κάτι τέτοιο. Αλά οι αφ’ υψηλού είρωνες έιναι σίγουρα εφάμιλλοι των πολιτικών τους προγόνων, των σοσιαλιμπεριαλιστών και των καουτσκιστών της κίτρινης διεθνούς. Και καμιά φορά πίσω κι από αυτούς ακόμα, δεδομένης της προχωρημένης σήψης, ενός αιώνα σχεδόν, του συγκεκριμένου πολιτικού ρεύματος, που ρεφόρμισε και κακοφόρμισε.

Τα συνέδρια της κομιντέρν είχαν διάρκεια που ξεπερνούσε κάποιες φορές τον ένα μήνα, καταμερισμό εισηγητών ανά θεματικές, πολυάριθμες αποφάσεις κι επεξεργασίες, συζήτηση εφ’ όλης της ύλης σε κάθε θέμα ξεχωριστά, αντί για συνολικές δεκάλεπτες τοποθετήσεις και το πρώτο διάστημα διεξάγονταν σε σταθερή ετήσια βάση. Αν όλα τα παραπάνω βάζουν τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη για τη σημερινή εποχή, μήπως παρόλα αυτά πρέπει να προβληματιστούμε ποια στοιχεία θα μπορούσαμε να δανειστούμε και να ενσωματώσουμε στις σύγχρονες εσωοργανωτικές διαδικασίες και τις διεθνείς συναντήσεις αδελφών κομμάτων;

Τι σημαίνει άραγε, ρωτάει κάποιος, το πρώτο συνθετικό (σοσιαλ), στη λέξη ‘σοσιαλφασίστας’; Ξέρω ‘γω; Υποθέτω ό,τι σημαίνει και στον όρο «σοσιαλιμπεριαλιστής» ή «σοσιαλσωβινιστής» που χρησιμοποίησε κι ο λένιν στην εποχή του. Άλλο στα λόγια και το όνομα κι άλλο στην χάρη και τα έργα. Επίσης, εφόσον καταλαβαίνω καλά την ουσία των επικρίσεων για αυτή την περίοδο, το «έγκλημα» του σοσιαλφασισμού δεν είναι πως δεν περιέγραφε εύστοχα το κοινωνικό προτσές και τις τάσεις εξέλιξής του (καπιταλιστική κρίση, ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας, τα καθήκοντα που έμπαιναν στα κκ) αλλά ότι ήταν ακατάλληλο από προπαγανδιστική άποψη για πολιτικές, μετωπικές συνεργασίες. Καλά τα λέει δηλ, αλλά να τα πει πιο στρογγυλεμένα, για να μην απομακρύνει το μέτωπο με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας.

Ας δούμε ένα τυπικό παράδειγμα εξέλιξης και διαμόρφωσης θεωρητικών εκτιμήσεων για την πορεία της κομιντέρν, που χαρακτηρίζει συνολικά από μερικά άτομα μέχρι συγκεκριμένες συλλογικότητες. Παίρνουμε επιλεκτικά εκείνες τις στιγμές, αποφάσεις, επεξεργασίες με τις οποίες συμφωνούμε στο σήμερα, διαχρονικά από θέση αρχής κι όχι στο δοσμένο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και τις θεωρούμε υπόδειγμα σωστής λενινιστικής τακτικής-στρατηγικής. Αποδίδουμε τις υπόλοιπες, που δε μας βρίσκουν σύμφωνους, στην (όντως υπαρκτή) εσωτερική διαπάλη στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος. Αν οι διαφωνίες μας επεκτείνονται σε ευρύτερες χρονικές περιόδους ή αφορούν θεμελιακά ζητήματα, επαυξάνουμε τις αναφορές σε απλές παλινωδίες κι αντιφάσεις, εκτιμώντας πως σημειώνεται οπορτουνιστική στροφή. Επειδή μια τέτοια εκτίμηση στο ιδεολογικό επίπεδο, κινδυνεύει να κατηγορηθεί για ιδεαλισμό, εφόσον δε συνδέει την κίνηση των ιδεών με τα κοινωνικά αίτια που την καθορίζουν, προσδίδουμε ταξικό χαρακτήρα σε κάθε λανθασμένη (για εμάς) προσέγγιση, θεωρώντας την μικροαστική παρέκκλιση, απαράδεκτο συμβιβασμό με την αστική τάξη, κτλ. Παράλληλα έχουμε ένα άχαστο δίπολο κατηγοριών (ταξικός αναγωγισμός και ιδεαλιστική κριτική) για να εντάξουμε και να απορρίψουμε όλες τις άλλες προσεγγίσεις που δε συμφωνούν με τη δική μας διαλεκτική θέση.

Το ωραίο είναι πως τα παραπάνω λάθη βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα και παραμέτρους, κακέκτυπα σωστών μεθοδολογιών και επεξεργασιών του παρελθόντος. Κι αν τα περιγράφω λιγάκι απλοϊκά και χοντροκομμένα, δεν το κάνω μόνο χάριν υπερβολής, για να γίνουν πιο σαφή, αλλά γιατί ακολουθούν τον απλοϊκό και χοντροκομμένο χαρακτήρα των αντιλήψεων που επιχειρούν να περιγράψουν.

Ας δούμε κι ένα δεύτερο παράδειγμα, με ισχυρές επιρροές από τον όργουελ και τη λεπτή ειρωνεία στο 1984 για τον πόλεμο με την ανατολασία, που ήταν μέχρι πρότινος σύμμαχός μας, αλλά καλούμαστε να το ξεχάσουμε και να πιστέψουμε ότι ανέκαθεν πολεμούσαμε μαζί της, καθ’ ότι πατροπαράδοτος εχθρός μας, θυσιάζοντας την ιστορική γνώση στις ανάγκες της συγκυρίας. Ο όργουελ βέβαια, ως πράκτορας των βρετανικών υπηρεσιών πιθανότατα, στρέφεται στην ουσία με χυδαίο τρόπο κατά των σοβιετικών ελιγμών που προσπαθούσαν να σπάσουν τη διεθνή απομόνωση της εσσδ και να αποτρέψουν το πολεμικό χτύπημα εναντίον της. Χτύπησε φλέβα όμως ως προς μια παγιωμένη, ως ένα βαθμό, νοοτροπία και ασθένεια μιας μερίδας του κομμουνιστογενούς κινήματος, που σκέφτεται με γενικές αλήθειες από θέση αρχής κι αδυνατεί να τις δει στο φως των συγκεκριμένων συνθηκών στη δοσμένη συγκυρία.

Κρατάμε το συγγραφέα, αλλάζουμε όμως βιβλίο και κατηγορία, περνώντας στη φάρμα των ζώων, όπου επικρατούσε ο γενικός κανόνας: τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια κακό. Με τη μόνη εξαίρεση της κότας, φανερός συμβολισμός των αγροτών, μικροπαραγωγών, που ναι μεν έχουν μικρά κεφάλαια-μέσα παραγωγής στην κατοχή τους, αλλά αποτελούν φυσικό σύμμαχο των τετράποδων της εργατικής τάξης.

Πολλές αντιλήψεις ωστόσο δε φτάνουν καν στο επίπεδο της αλληγορίας (με την εξαίρεση) ή στην καλύτερη περίπτωση την αντιγράφουν: Μέτωπο (λαϊκό ή ενιαίο δεν έχει τόση σημασία) καλό, δύο πόδια κακό. Ναι αλλά σήμερα δεν υπάρχει σοβιετική ένωση-εξουσία κι η ανάγκη να την υπερσπιστούμε πάση θυσία, ούτε κάποιο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με πολυάριθμη, οργανωμένη εργατική βάση (τονίζω το ‘οργανωμένη’ για να καταδείξω πως δεν αναφέρομαι σε ψηφοφόρους, αλλά σε οργανωμένες μάζες στα σωματεία και στους χώρους δουλειάς) για να καθορίσουμε αντίστοιχα την τακτική μας. Κι ο άνθρωπος έκανε πολλά χρόνια να σταθεί όρθιος στα δυο του πόδια και να περπατήσει, για να τον πισωγυρίσουμε τώρα σε τόσο απλοϊκές οργουελικές σκέψεις, παύλα-τελεία.

Το περίφημο σημείο του λένιν από τον αριστερισμό σχετικά με την αναγκαιότητα των συμβιβασμών αναφέρεται στους επιβάτες ενός αυτοκινήτου, αν δε με απατά η μνήμη μου, που βρισκόμενοι υπό την απειλή όπλου, καλούνται να συμβιβαστούν για να γλιτώσουν τη ζωή τους και θα ήταν ανόητο να μην το κάνουν. Έχω την αίσθηση πως με το συγκεκριμένο παράδειγμα ο βλαδίμηρος δε μιλάει γενικά για τακτικούς συμβιβασμούς και συνεργασίες με αστικά κόμματα, αλλά για τις αξίες των συμβιβασμών στις περιπτώσεις που οι κομμουνιστές βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο και θεωρείται αναγκαία –και όχι προδοτική- μια τακτική αναδίπλωση. Καλή ώρα όπως με τη συνθήκη του μπρεστ-λιτόφσκ, όπου ο λένιν είχε μειοψηφήσει αρχικά και τελικά οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να υπογράψουν τη συμφωνία με ακόμα πιο επώδυνους όρους.

Αναμφίβολα, στο έργο του λένιν θα βρει κανείς αναφορές στην ανάγκη τακτικών ελιγμών και πρόσκαιρων συνεργασιών για την αξιοποίηση και του παραμικρού ρήγματος στο αρραγές αστικό μπλοκ. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν κατά τη γνώμη μου, όσοι επικαλούνται τα παραπάνω, είναι πως η τακτική ευελιξία δε σημαίνει ντε και καλά συνεργασία και πολιτικό μέτωπο με κάποιο άλλο κόμμα. Σημαίνει πρωτίστως εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης και κάθε συγκεκριμένης κίνησης, δοκιμή διαφόρων μορφών, μέσων και συνθημάτων, μοναχική πορεία πολλές φορές (όπως μας επιβεβαιώνει η ιστορική πείρα των μπολσεβίκων), μαζί να χτυπάμε χωριστά να βαδίζουμε κι άλλα τέτοια λενινιστικά, που κάποιοι θεωρούν βολικό να τα ξεχνάνε. Για να το θέσω διαφορετικά, το επίμονο κυνήγι φαντασμάτων κι η αναζήτηση με το στανιό ενός έντιμου, συνεπούς τμήματος της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, ούτε καν ως πρόσκαιρου συμμάχου αλλά ως μετωπικού (ή δυνάμει κυβερνητικού) εταίρου, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τακτική ευελιξία του λένιν και των συντρόφων του.

Ένα τελευταίο σημείο. Ο φασισμός είναι διαφορετική στιγμή από την αστική δημοκρατία στο συνεχές της αστικής εξουσίας, με την ίδια έννοια πχ που η κεϊνσιανή διαχείριση δεν ταυτίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της από το νεοφιλελευθερισμό. Ο λένιν μας υπενθυμίζει εξάλλου πως «οι μορφές των αστικών κρατών είναι εξαιρετικά ποικίλες, η ουσία τους όμως είναι μία: όλα αυτά τα κράτη, είτε έτσι είτε αλλιώς, μα σε τελευταία ανάλυση υποχρεωτικά, είναι δικτατορία της αστικής τάξης».

Από αυτή τη ‘διαφορά’ συνεπώς, που συν τοις άλλοις καθίσταται δυσδιάκριτη σε αρκετούς τομείς, δεν προκύπτει η ανάγκη υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας γενικά ενάντια στο φασισμό, όπως δε συνάγεται ως καθήκον μας η υπεράσπιση του κεϊνσιανισμού γενικά απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο διαχείρισης πχ. Αυτό που προβάλλει ως αναγκαιότητα για το κομμουνιστικό κόμμα και την εργατική τάξη είναι η υπεράσπιση με κάθε τρόπο των δημοκρατικών ελευθεριών-δικαιωμάτων και των εργατικών κατακτήσεων, δεμένη με το στρατηγικό στόχο. Δεν προκύπτει από πουθενά όμως ότι μπορούμε να προσβλέπουμε σε κάτι θετικό για την επιτυχία αυτής της πάλης από τη σοσιαλδημοκρατία και τις διάφορες εκδοχές της.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Για την Ταξική Πάλη στις Λαϊκές Δημοκρατίες

Στο σημερινό κυριακάτικο ιστορικό ένθετο, η κε του μπλοκ φιλοξενεί μία ακόμα σημαντική δουλειά του άναυδου με την παρουσίαση και μετάφραση ενός ενδιαφέροντος άρθρου για την πορεία της οικοδόμησης και τη δουλειά των κομμουνιστών στις λαϊκές δημοκρατίες -θέμα που επανήρθε στο προσκήνιο με διάφορους τρόπους το τελευταίο διάστημα. Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρέμβαση στα σχόλια ευπρόσδεκτη.

Για την Ταξική Πάλη στις Λαϊκές Δημοκρατίες.
Από τον Άναυδο – Μάιος 2014

1. Εισαγωγικά
Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε το 1953 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Γραφείου Πληροφοριών των Κομμουνιστικών Κόμματων (Cominform) For a Lasting Peace, for a People’s Democracy! τεύχος No. 6 (222), 6 Φεβρουαρίου 1953.

Ο λόγος για τη μετάφραση αυτή το γεγονός ότι πρόσφατα τόσο η ΚΟΕ η μαοϊκή συνιστώσα του Συριζα όσο και οι δοκησίσοφοι του ΕΑ χρησιμοποίησαν το ιστορικό παράδειγμα της Τσεχοσλοβακίας στην προσπάθεια τους να αποδείξουν  ότι υπάρχει κοινοβουλευτικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό.

Οι μεν μαοϊκοί είναι πιο ειλικρινείς όταν γράφουν σε έναν από τα  μπλογκ τους:
(….) Συχνά ακούμε πολλούς αριστερούς και επαναστάτες να λένε “όλα ή τίποτα”, “μόνο με τη σοσιαλιστική επανάσταση θα λυθούν όλα”. Αγνοούν έτσι όλες τις εφεδρείες που διαθέτει, για συγκεκριμένο, φυσικά, διάστημα, η εργατική τάξη και οι εργαζόμενοι, προκειμένου να πετύχουν πολύ σημαντικά πλήγματα εναντίον της μεγαλοαστικής και κομπραδόρικης τάξης και του ιμπεριαλισμού, και καπιταλισμού, στρατηγικά. Αδιαφορούν λοιπόν για τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την κήρυξη μιας εθνικής και δημοκρατικής επανάστασης που, αν και “στέκεται στο έδαφος της αστικής διαχείρισης”, όπως λένε διάφοροι που λένε “μόνο με το σοσιαλισμό θα λυθούν όλα” (προσοχή: όχι “με τη σοσιαλιστική επανάσταση”), αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να εξαπολυθεί η σοσιαλιστική επανάσταση. Στην πράξη, επομένως, όσοι λένε “μόνο με τη σοσιαλιστική επανάσταση (ή με το σοσιαλισμό) θα λυθούν όλα”, δεν εργάζονται (αφού δεν εργάζονται για να συγκεντρώσουν τις βασικές προϋποθέσεις) για κανενός είδους επανάσταση.(…)

Οι δε σύγχρονοι αποστάτες γράφουν πιο συνεσταλμένα στο διαβόητο μπλογκ τους ότι:
(…) Εργατοαγροτικές κυβερνήσεις που προέκυψαν εκλογικά σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας ήταν ουσιαστικά (ή κατά προσέγγιση), η κυβέρνηση του Λαϊκού μετώπου στην Ισπανία το 1936, η κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών-κομμουνιστών στην Τσεχοσλοβακία που προέκυψε από τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές στη χώρα αυτή, η κυβέρνηση Αλλιέντε στη Χιλή, οι κυβερνήσεις Τσάβες στη Βενεζουέλα. (…)
(…) Το 1946 στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση και τις Εθνικές Επιτροπές το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας έλαβε το 40% των ψήφων. Οι εκλογές αυτές αποτέλεσαν το εφαλτήριο για το βάθεμα των μεταρρυθμίσεων σε προοδευτική κατεύθυνση, ενώ συγχρόνως οι αστικές δυνάμεις αντιτάχθηκαν στο νέο πακέτο κυβερνητικών μέτρων (…)

Και οι δύο όψιμοι οπαδοί του Καούτσκι διαστρεβλώνουν κατάφορα την ιστορική πραγματικότητα ξεχνώντας βολικά ότι στην Τσεχοσλοβακία η παρουσία του Κόκκινου Στρατού είχε εξουδετερώσει τις κατασταλτικές δυνατότητες του αστικού κράτους και εμπόδισε τους εκμεταλλευτές να έρθουν ξανά στην εξουσία είτε πάνω στις ντόπιες είτε πάνω στις ξένες λόγχες.   Επιπρόσθετα η οικονομική βοήθεια της ΕΣΣΔ ακύρωσε στην πράξη κάθε προσπάθεια οικονομικού εκβιασμού από την αστική τάξη.

Ο συγγραφέας του άρθρου Αλεξέι Τσεπίσκα γεννήθηκε το 1910 και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Σε ηλικία 19 χρονών έγινε μέλος του ΚΚΤσ.  Σπούδασε νομικά και ασχολήθηκε με την δικηγορία. Το 1942 συνελήφθη από την Γκεστάπο και φυλακίστηκε στα στρατόπεδα του Άουσβιτς και του Μπούχενβαλντ μέχρι το τέλος του πολέμου. Το 1947 έγινε υπουργός Εσωτερικού Εμπορίου ενώ το 1948 υπουργός Δικαιοσύνης. Από το 1950 ως το 1956 ήταν υπουργός Άμυνας. Ήταν επικεφαλής της επιτροπής θρησκευτικών υποθέσεων και ο αγώνας του για τον περιορισμό της δύναμης του καθολικού κλήρου  Ως το 1956 ήταν μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΤσ. Με την άνοδο των αναθεωρητών στην εξουσία απομακρύνθηκε από τη θέση του υπουργού ενώ το 1963 διαγράφτηκε από το ΚΚΤσ. σαν ένας από τους υπεύθυνους των ‘ακροτήτων’ της περιόδου 1948-1953. Πέθανε το 1990 παραμένοντας πιστός στο κομμουνιστικό ιδεώδες.


2. Για την Ταξική Πάλη στις Λαϊκές δημοκρατίες
Αλεξέι Τσεπίσκα Μέλος του Προεδρείου της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ευρώπης λαμβάνει χώρα σε συνθήκες όξυνσης της ταξικής πάλης. Ο Λένιν και ο Στάλιν μας διδάσκουν ότι η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό δεν μπορεί να προχωρήσει  ειρηνικά χωρίς τη σκληρή ταξική πάλη, μας διδάσκουν ότι η επίτευξη του Σοσιαλισμού γίνεται μόνο με την ταξική πάλη.  Πίσω στο 1919 ο Λένιν αναπτύσσοντας τη θεωρία για τη δικτατορία του προλεταριάτου σημείωνε ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η συνέχιση της ταξικής πάλης του προλεταριάτου με νέες μορφές.

Η ιστορική νίκη του Σοβιετικού Στρατού πάνω στον φασισμό του Χίτλερ ήταν  αποφασιστική προϋπόθεση για τη δημιουργία των χωρών της λαϊκής δημοκρατίας. Η αδερφική βοήθεια που προσέφερε η κραταιά Σοβιετική Ένωση έσωσε αυτές τις χώρες από τον εμφύλιο πόλεμο και από τη φρίκη της εξωτερικής επέμβασης. Ωστόσο η συνέχιση της ταξικής πάλης με νέες μορφές σε συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου όπως υπέδειξε ο Β.Ι. Λένιν είναι χαρακτηριστικό για όλες τις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας. Η αντίσταση των εκμεταλλευτών παίρνει διαφορετικές μορφές και εκδηλώνεται στην πολιτική και οικονομική ζωή, και στην ιδεολογική σφαίρα.

Κατάρρευση των αντεπαναστατικών σχεδίων της παγκόσμια αντίδρασης

Έπειτα από την απελευθέρωση των χωρών της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης από τον ηρωικό Σοβιετικό Στρατό οι εκμεταλλεύτριες τάξεις βασιζόμενες στα πολιτικά τους κόμματα προσπάθησαν να αποτρέψουν την δημιουργία του νέου σοσιαλιστικού συστήματος στις χώρες αυτές. Υπολόγισαν στο να διαταράξουν τις δημοκρατικές αλλαγές και να διατηρήσουν τον καπιταλισμό με τη βοήθεια αυτών των κομμάτων. Οι εκπρόσωποι των αστικών κομμάτων  επιζητούσαν  δημαγωγικούς λόγους στο κοινοβούλιο να σπείρουν τη δυσπιστία στη δύναμη της εργατικής τάξης, δυσπιστία στα Κομμουνιστικά Κόμματα και τη Σοβιετικής Ένωσης. Η αστική τάξη επικεντρώθηκε στα μη-κομμουνιστικά κόμματα, στα τσιράκια του καπιταλισμού και του φασισμού, στους προδότες του λαού τους οποίους έσωσε από δίκαιη τιμωρία, και στους αντιδραστικούς κληρικούς. Για να οργανώσει  την  αντίσταση στο νέο σύστημα, η αστική τάξη σε όλες τις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας στηρίχθηκε στη δεξιά πτέρυγα των Σοσιαλδημοκρατών, τους; δοκιμασμένους υπηρέτες οι του καπιταλισμού και προδότες των συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Δεν υπάρχει ούτε μια λαϊκή δημοκρατία στην οποία η εγκληματική δραστηριότητα των αστικών πολιτικών κομμάτων δεν διεξάγεται κάτω από την ηγεσία των επιτιθέμενων ιμπεριαλιστών, των διπλωματικών τους οργάνων και των εκπροσώπων τους. Ήταν μόνο η παρουσία των σοβιετικών στρατευμάτων που στην αρχική  φάση εμπόδισε την αστική τάξη στις Λαϊκές Δημοκρατίες να εξαπολύσει έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο με τη βοήθεια της ξένης ένοπλης επέμβασης, από την προσπάθεια για την αποκατάσταση της καπιταλιστικής κυριαρχίας με τη βία, ενάντια στη θέληση και τα συμφέροντα του λαού.



Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Η τρίτη περίοδος

Τι εστί σοσιαλφασισμός; Είναι η κωδικοποίηση της πολιτικής γραμμής που χάραξε η κομιντέρν κατά τη λεγόμενη τρίτη περίοδο. Η πρώτη περίοδος ήταν τα χρόνια του μεγάλου επαναστατικού κύματος που ακολούθησε την οκτωβριανή, χοντρικά μέχρι το 23’, αλλά επικράτησε μόνο στη ρωσία και η δεύτερη μια περίοδος σχετικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού που τερματίζεται οριστικά με το κραχ του 29’ και την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση. Η κομιντέρν προβλέπει σωστά αυτή την εξέλιξη, βάζει το σύνθημα «τάξη εναντίον τάξης» και της επαναστατικής διεξόδου από την κρίση και εκτιμά πως οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας αποτελούν βασικό στήριγμα του φασισμού και τον κύριο εχθρό μες στο εργατικό κίνημα. Μετά από την επικράτηση του ναζισμού στη γερμανία και την άνοδό του σε μια σειρά χώρες, η κομιντέρν αλλάζει σταδιακά ρότα κι επεξεργάζεται την τακτική των λαϊκών μετώπων με γνώμονα την απόκρουση του φασισμού και την υπεράσπιση της εσσδ –μπορείτε να θυμηθείτε εδώ μια πρώτη κριτική αποτίμηση των ΛΜ από τον αναστάση γκίκα στην κομεπ, που εστιάζει κυρίως στη στάση των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας.

Η ιστορία ως επιστήμη επιχειρεί καταρχάς να ερμηνεύσει τις πράξεις και τα γεγονότα της περιόδου που εξετάζει· όχι να τις δικαιολογήσει εκ των υστέρων εν είδει απολογητικής ή α τις καταδικάσει με εύκολους αφορισμούς και στείρα πολεμική. Αυτό είναι το μεθοδολογικό κλειδί για μια συγκριτική ανάλυση και μια σφαιρική αποτίμηση των τακτικών επιλογών και επεξεργασιών της κομιντέρν, που δε μπαίνουν αντιπαραθετικά η μία προς την άλλη, αλλά ως ενιαίο σύνολο σε μια συνεχή πορεία δοκιμών κι αναζητήσεων. Μια ανάλυση που (οφείλει να) υπερασπίζεται κριτικά την ιστορική διαδρομή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο σύνολό της, τις νίκες και τα λάθη του ως (διαλεκτικές) στιγμές του ταξιδιού του. Και (οφείλει να) κρίνει κάθε στάση ή σύνθημα στην εποχή του, με ιστορικά κριτήρια, μακριά από τις συμπληγάδες μιας (δι)αχρονικής λαθολογίας, που στρέφει πάντα στο παρόν τα βέλη της σκοπιμότητάς της και μιας μηχανικής μεταφορά-αντιγραφής στο σήμερα λύσεων του παρελθόντος, έξω από το δοσμένο ιστορικό πλαίσιο που τις υπαγόρευσε.

Αυτή η συνέχεια του κομμουνιστικού κινήματος μες στα αλλεπάλληλα ζιγκ-ζαγκ της ιστορίας και τη φαινομενική ασυνέχεια των επιλογών του, βρίσκεται πχ στην ιστορική έκτη ολομέλεια του 34’, που θεωρείται κομβικό ορόσημο για την εγκατάλειψη της λογικής του σοσιαλφασισμού και τη στροφή του κόμματος προς την τακτική της αντιφασιστικής ενότητας. Η ιστορική σημασία εκείνης της ολομέλειας έγκειται ωστόσο στην εκτίμησή της για τον χαρακτήρα της επανάστασης στην ελλάδα (αστικοδημοκρατική με τάσεις γρήγορης μετεξέλιξης σε σοσιαλιστική) που στηρίζεται στις βασικές κατευθύνσεις που έδωσε το έκτο συνέδριο της κομιντέρν για τους τρεις τύπους χωρών, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξής τους, και τα διαφορετικά επαναστατικά καθήκοντα που προκύπτουν για κάθε τύπο. Το συνέδριο αυτό όμως έγινε το 28’, εγκαινιάζοντας κατά κάποιο τρόπο την πολιτική γραμμή της τρίτης περιόδου και την τακτική του σοσιαλφασισμού.

Στον αντίποδα αυτής της συνέχειας βρίσκουμε τη λαθολογία και τον αντικομμουνισμό, που φαίνεται πολλές φορές να έχει τσακωθεί με την κοινή λογική και την ιστορική πραγματικότητα. Όσοι κατηγορούν πχ το σύγχρονο κκε για σεχταρισμό και τροτσκιστική (επι)στροφή στη λογική του σοσιαλφασισμού φαίνεται να ξεχνούν πως ακριβώς στην τρίτη περίοδο δίνεται το κύριο χτύπημα ενάντια στην τροτσκιστική αντιπολίτευση, ενώ ευθυγραμμίζονται με τις εξελίξεις στη σοβιετία κι όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά τμήματα της κομιντέρν με αντίστοιχες εκκαθαρίσεις στις τάξεις τους.

Ας δούμε συγκεκριμένα κάποια ουσιαστικά σημεία. Η συγκρότηση της ενωτικής γσεε θεωρείται πχ τεκμήριο για το σεχταρισμό του κκε και τη λογική των κόκκινων συνδικάτων, ενάντια στη νουθεσία του λένιν για δουλειά μες στο μαζικό κίνημα, ακόμα και στα πιο αντιδραστικά συνδικάτα. Η πολεμική αυτή επεκτείνεται συχνά και στη σημερινή εποχή, για να συμπεριλάβει και τη δράση του παμε –όπως σημειώσαμε προηγουμένως, οι σκοπιμότητες της λαθολογίας στρέφονται πάντα στο παρόν.

Η κριτική αυτή έχει προφανώς βολικά επιλεκτική μνήμη, ξεχνώντας πως η δημιουργία της ενωτικής γσεε επιβλήθηκε ως αναγκαστική επιλογή από τις πολυάριθμες περιπτώσεις αυθαίρετων αντικαταστατικών αποκλεισμών από το συνέδριο της γσεε ταξικών σωματείων, ομοσπονδιών και των αντιπροσώπων τους, προκειμένου να ελέγξει ο κυβερνητικός συνδικαλισμός τους συσχετισμούς. Από σχετικές μελέτες για την εποχή εκείνη μαθαίνουμε εξάλλου πως η διοίκηση της γσεε απέκλειε μεταξύ άλλων βιομηχανικές ενώσεις και ομοσπονδίες που έγραφαν στα μητρώα τους εργαζόμενες γυναίκες και παιδιά (!) –θυμίζοντας έντονα τη σημερινή τακτική της συνδικαλιστικής ηγεσίας που αρνείται να αναγνωρίσει τους αντιπροσώπους των σωματείων που εγγράφουν ως ισότιμα μέλη συμβασιούχους μαζί με τους μόνιμους εργαζόμενους.

Δεύτερο ζήτημα, η στάση της σοσιαλδημοκρατίας (που, παρά τις επιμέρους κινήσεις της σκελδ, του πασαλίδη ή και του παπαναστασίου, παραμένει σχετικά περιθωριακή και αδιαμόρφωτη στην ελλάδα μέχρι την εμφάνιση του πασοκ) και πιο ειδικά του βενιζελικού κόμματος των φιλελευθέρων. Το κόμμα αυτό ψήφισε κι επέβαλε το ιδιώνυμο κατά των κομμουνιστών, υποκίνησε τα στρατιωτικά κινήματα – πραξικοπήματα του 33’ και του 35’ που έστρωσαν το δρόμο στη μοναρχική παλινόρθωση, αθέτησε την υπογραφή της στο σύμφωνο σοφούλη-σκλάβαινα, συμβάλλοντας ενεργά στην άνοδο του μεταξά και την επιβολή της τετάρτης αυγούστου.

Σε μια συζήτηση που είχε ανοίξει σχετικά πρόσφατα στο μπλοκ, είχε τεθεί ο προβληματισμός τι θα γινόταν αν είχε εφαρμοστεί τελικά το σύμφωνο συνεργασίας του παλλαϊκού μετώπου με τους φιλελεύθερους κι αν θα μπορούσε να αποφευχθεί έτσι η μεταξική δικτατορία. Κατά τη γνώμη μου το λάθος βρίσκεται στην ίδια την υπόθεση και τις αυταπάτες σχετικά με τις επιδιώξεις του αστικού κόσμου, που στήριξε σύσσωμος, χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις την επιλογή μεταξά. Η σοσιαλδημοκρατία δε θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό σύμμαχο στην αντιφασιστική πάλη, γιατί δεν επεδίωξε ποτέ να σταματήσει πραγματικά το φασισμό –απεναντίας έβαλε πλάτη για την επικράτησή του.

Τα λαϊκά μέτωπα ήταν ένας απαραίτητος ελιγμός που επιβλήθηκε πρωτίστως από την ύπαρξη και την ανάγκη υπεράσπισης της σοβιετικής ένωσης και προσέγγισης στην αντιφασιστική πάλη της μαζικής εργατικής βάσης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων –υπ’ όψιν πως κανείς από τους δύο αυτούς όρους δεν ισχύει στις σημερινές συνθήκες. Είναι ζήτημα προς ειδική διερεύνηση τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της τακτικής (κυρίως σε γαλλία κι ισπανία, όπου σχηματίστηκαν κυβερνήσεις του λαϊκού μετώπου), η μαγιά που άφησε για τα αντιστασιακά κινήματα και την αντιφασιστική πάλη κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και οι αντιφάσεις στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος από την απολυτοποίηση ή τη λανθασμένη εφαρμογή της εν λόγω τακτικής. Εξάλλου και η αντιφασιστική συμμαχία των σοβιετικών με τις ηπα και τη βρετανία δεν ήταν παρά ένα ιδιότυπο λαϊκό μέτωπο σε παγκόσμια κλίμακα.

Το θέμα είναι πώς μελετάμε την ιστορική πείρα και σε τι συμπεράσματα καταλήγουμε. Τι διδάγματα αντλούμε από τις αιματηρές θυσίες και τους είκοσι εκατομμύρια νεκρούς που πρόσφερε η σοβιετική πλευρά συγκριτικά με τις πολύ μικρότερης κλίμακας απώλειες των δυτικών συμμάχων, που άνοιξαν το περιβόητο δεύτερο μέτωπο μόλις στα μέσα του 44’, όταν και είχε γείρει οριστικά η πλάστιγγα του πολέμου; Τι μας δείχνει η άνοδος του χίτλερ στην εξουσία, η πολιτική του κατευνασμού και η ραγδαία ενίσχυση της ναζιστικής γερμανίας; Τι συμπεράσματα βγάζουμε από τους όρους άνδρωσης και γιγάντωσης του εαμικού κινήματος μες στο λαό, από τους παράγοντες που το κράτησαν πίσω ή ακόμα και από την πασοκική λαίλαπα που καπηλεύτηκε την ιστορία του;

Ποιος σήκωσε το κύριο βάρος της αντιφασιστικής πάλης –αν όχι οι κομμουνιστές; Και πού βρίσκεται το κλειδί για την ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα; Στη συμμαχία με την εκάστοτε σοσιαλδημοκρατία –που συν τοις άλλοις σήμερα έχει χρεοκοπήσει ιστορικά και φυτοζωεί σε διεθνή κλίμακα- και σε έναν πιθανό (;) τακτικό ελιγμό με προσωρινό χαρακτήρα; Ή στην επίμονη και ακατάπαυστη δουλειά με τις μάζες για την αποφασιστική ενίσχυση του λαϊκού-εργατικού κινήματος; Ποιος είναι σήμερα ο βασικός εχθρός μες στο κίνημα αν όχι ο ορφανός κυβερνητικός συνδικαλισμός, που φλερτάρει πολιτικά με τη νέας κοπής σοσιαλδημοκρατία και οι ρεφορμιστικές αυταπάτες για κυβερνητικές λύσεις από τα πάνω που σπέρνει ο ποικιλώνυμος οπορτουνισμός, διαιωνίζοντας το απόστημα της ανάθεσης;

Εν κατακλείδι και περιληπτικά, χωρίς να εξαντλούμε προφανώς το θέμα- η λογική του σοσιαλφασισμού, παρά τις όποιες επιμέρους αντιφάσεις κι αδυναμίες, απάντησε βασικά σωστά στο κύριο ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει: ποιος είναι δηλ ο ρόλος κι ο χαρακτήρας των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και ποια η στάση των κομμουνιστών απέναντί τους. Αυτό είναι και το κύριο συμπέρασμα που καλούμαστε να κρατήσουμε για τη σημερινή συγκυρία κι αλίμονο σε όποιον λαό ή πολιτικό χώρο το υποτιμήσει. Γιατί όποιος αγνοεί τα διδάγματα της ιστορίας, είναι καταδικασμένος να πάθει ξανά τα ίδια, να βιώσει οδυνηρά τη διάψευση της αυταπάτης του για εύκολες λύσεις από τα πάνω, να μοιραστεί την ήττα μας και την επάνοδο του φασισμού.


Μένω σε αυτά προς το παρόν, για να περάσει η σκυτάλη στη βάση του μπλοκ, και κρατάω κάβα για τη συζήτηση κάποια σημεία και προβληματισμούς που δεν χώρεσαν εισηγητικά.