Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οβελίξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οβελίξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Η σούπα με τα μανιτάρια

Ο Τσερνισέφσκι το έθεσε, ο Βλαδίμηρος το απάντησε οργανωτικά στον καιρό του κι αυτό επανέρχεται αμείλικτο σε κρίσιμες καμπές: (και τώρα) τι να κάνουμε;

Τη σούπα με τα μανιτάρια, θα έλεγε ο σφος με τα μενίρ (Οβελίξ), παρά τις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις που ζητούσαν να τα σοτάρουμε, να τα κάνουμε ομελέτα και να τα κρατικοποιήσουμε. Αλλά πώς μπορείς να φτιάξεις ομελέτα αν δεν σπάσεις αυγά, ενάντια στο κράτος; Είναι τρελοί αυτοί οι δεξιοί αριστεριστές...


Ποταμός συνειρμών, αγριοκούλουμα -δε θέλω τα ψάρια τους, Αστερίξ-, χαρταετός, ο Κολιτσιδάκης στον ΟΦΗ, Όμιλος, σοβιετικός κυριούλης, η μπάλα στην κερκίδα, τα παιδιά η μόνη σου ελπίδα, ο σφος με το μουστάκι (χωρίς μενίρ), εκατομμύρια στον στίβο να παίζουν και 22 να βλέπουν σαν ασφαλίτες.

Με ποιο δικαίωμα λέτε τους προβοκάτορες ασφαλίτες; ρωτάνε στα ΜΚΔ για τους καπουτσίνους χούλιγκαν. Οκ, να τους λέμε τότε παρακρατικούς; -Μα δεν τους οργανώνει το κράτος. -Αλλά...; -Οι πρόεδροι των ΠΑΕ. Εφοπλιστές, λαθρέμποροι, μαφιόζοι και λοιπές ευγενείς τάξεις. -Σωστά, έχει τεράστια διαφορά...
Να παραφράσουμε και εκείνο το ρατσιστικό ανέκδοτο με την πόντια Εταίρα.
Γιατί αυτοκτόνησε ο τελευταίος Πόντιος προβοκάτορας; Έμαθε ότι οι άλλοι πληρώνονταν (από το κράτος).

Μα γιατί αναλώνεστε στην προβοκατορολογία; Κατά πρώτον, δεν το κάνουμε. Κατά δεύτερον, είδαμε ένα (παρα)κρατικό σχέδιο διάλυσης της μεγαλύτερης διαδήλωσης στα χρονικά της μεταπολίτευσης. Κι αν κάποιοι συμμετείχαν σε αυτό ως χρήσιμοι ηλίθιοι-συνεργοί ή ως εκτελεστικός βραχίονας, μικρή σημασία έχει -για όσους δεν έχουν ξεχάσει βασικές έννοιες, όπως παρακράτος και τι εστί αντικειμενική προβοκάτσια.

Είναι σαν τη άμιλλα Βέλγων και Γαλατών στο Αστερίξ, που πλακώνουν στις μπούφλες Ρωμαίους, για να αποδείξουν ποιος είναι πιο γενναίος, αλλά χρειάζονται μάρτυρες για τον Καίσαρα, οπότε πιάνουν από το αυτί κάποιον σακατεμένο λεγεωνάριο και του συστήνονται αναδρομικά.
-Εμείς είμαστε Βέλγοι. -Χαίρω πολύ...
Και στο επόμενο καρέ-λεγεώνα.
-Εμείς είμαστε Γαλάτες. -Γοητευμένος...

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα, όταν ξοδεύεις χρόνο και ενέργεια για να υπερασπιστείς το δικαίωμα του κάφρου στην εκτόνωση, δηλαδή τον «κινηματικό» αυνανισμό -τη μαλακία για να μην πολυλογούμε-, είναι ότι δε σου μένει φαιά ουσία να σκεφτείς πώς θα τους σταματήσεις ή τι είναι, τι θέλει και γιατί χρειάζεται η περιφρούρηση.

Η κυβέρνηση βλέπει, σαν τον Μάντη (Αστερίξ νο 8, το ξέρουν όλοι με αυτό), τα μελλούμενα στα εντόσθια: μακάρι να υπάρξουν βίντεο... θα γίνουν μεγάλα επεισόδια την Παρασκευή. Επειδή όμως εμείς δεν έχουμε τη μαγική γυάλα των δολοφόνων, η επόμενη μέρα μας βρίσκει αντιμέτωπους με το ερώτημα: και τώρα τι (να) κάνουμε;
-
Τη σούπα με τα μανιτάρια...

Αλλά δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές για μανιταρόσουπες και την κουζίνα του μέλλοντος, οπότε χρειάζεται δημιουργική φαντασία και ευέλικτος αυτοσχεδιασμός, με βάση τα υλικά της συγκεκριμένης κατάστασης.
Ακολουθούν μερικές πρόχειρες σημειώσεις, εν είδει απάντησης-εισαγωγής.

Κάποιοι ζουν ακόμα στον απόηχο της Παρασκευής -και φυσιολογικά- αλλά δε γίνεται να τρεφόμαστε με αναμνήσεις. Άλλους τους πιάνει μεθεόρτια μελαγχολία χωρίς κίνημα, νιώθουν ένα είδος επιλόχειας κατάθλιψης -και ας είμαστε ακόμα στα κοιλοπονήματα κάτι νέου που είναι σε εμβρυακή κατάσταση και πασχίζει να γεννηθεί, χωρίς τερατογένεση, στην εποχή των τεράτων.

Εντάξει, δύσκολα θα δούμε ξανά τέτοιο πλήθος, τόσο πάθος, τόσο ευνοϊκές διαθέσεις -ακόμα και από μερίδες της εργοδοσίας και των ΜΜΕ, για τους δικούς τους λόγους. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα υπάρξει συνέχεια. Τον ίδιο ακριβώς προβληματισμό μπορεί να είχαμε μετά την 26η Γενάρη ή μετά τις απεργίες της άνοιξης του ’23. Και τώρα τι;
Η συνέχεια δεν ήταν ευθύγραμμη, αλλά η δυναμική ήταν τέτοια που δίνει καρπούς μέχρι σήμερα. Κι αυτή η σπορά είναι το παν. Πόσους βρήκαμε πριν, πόσους θα βρούμε μετά (και στην απεργία, αλλά άντε να βρεθείς με τόσο κόσμο), τι δεσμούς χτίζουμε. Αφορμές να θρέψουν την οργή πάντα υπάρχουν, το βασικό είναι να της δώσουμε τρόπο.

Ρουφηξιά καφέ, βαριά τζούρα τσιγάρο, μεγάλη ανάσα, νταλγκάς, βαρυσήμαντο διάγγελμα στον διαδικτυακό καφενέ.
-Δεν υπάρχει αντιπολίτευση. Στρίψιμο μουστάκας. Άκου που σου λέω -επιχείρημα υπερατού, δε χάνει ποτέ.
Βλέμμα στο κενό, ο μπαρουτοκαπνισμένος Μήτσος παίρνει τη σκυτάλη, βροντοχτυπά τα ζάρια, τα πούλια, κόβει την τράπουλα και ράβει με το πληκτρολόγιο.
-Δεν υπάρχει Αριστερά. Πού είναι μωρέ; Τι κάνουν τόσο καιρό; Ο κόσμος βράζει και περιμένει...

Πολύ καλή ερώτηση, κ. μπαρουτοκαπνισμένε, ευχαριστώ που μου την κάνατε.
Αν μιλάμε για το ΚΚΕ, σημειώνουμε πρόχειρα τα εξής. Έχει καταθέσει δικό του πόρισμα με απόδοση συγκεκριμένων ευθυνών σε πολιτικά πρόσωπα. Έχει κάνει πρόταση να αλλάξει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών. Και έχει βάλει το ζήτημα να αλλάξει ο τρόπος ανάδειξης των δικαστών, που διορίζονται από την κυβέρνηση. Με δυο λόγια, έχει βάλει συγκεκριμένα όσα ζητάν οι συγγενείς των θυμάτων για να μην υπάρξει συγκάλυψη του εγκλήματος.

Σε συνδικαλιστικό επίπεδο, οι δυνάμεις του έτρεξαν τον απεργιακό σχεδιασμό, πίεσαν τη ΓΣΕΕ να συρθεί πίσω από την απόφαση για την απεργία -που θα γινόταν είτε με είτε χωρίς τη σφραγίδα της-, οργάνωσαν την επιτυχία του αγώνα, εξορμούν μαζικά στους χώρους δουλειάς και έχουν βάλει νέες κινητοποιήσεις, αρχής γενομένης από αύριο.

Αρκούν όλα αυτά; Ποτέ δεν είναι αρκετά. Τι άλλο μπορεί να γίνει; Καλή ερώτηση, που δεν απαντιέται εύκολα -και σίγουρα όχι με ύφος παντογνώστη ή κουνώντας το δάχτυλο σε όσους τρέχουν πρωί-βράδυ. Μπορεί όμως να χρειάζεται κάτι πέρα απ’ τα καθιερωμένα -μαζί και συμπληρωματικά προς αυτά-, μια σειρά κινήσεων και πρωτοβουλιών σε διάφορα επίπεδα. Δεν έχω τίποτα συγκεκριμένο κατά νου, ίσως είναι ώρα όμως για νέες ιδέες -ακόμα και αν φαίνεται να μην έχουν τίποτα να προσφέρουν.

Ίσως πρέπει πχ να ανοίξει, τώρα αλλά και με ορίζοντα προοπτικής, πιο δυναμικά ένα μέτωπο ενάντια στην κρατική καταστολή. Τον αυταρχισμό, τις τρομοκρατικές προσαγωγές-συλλήψεις (όποιον και αν αφορούν, δικούς μας ή από άλλους χώρους), τον ρόλο των ΜΑΤ, τα χημικά, τη δολοφονική χρήση τους σε μια κατάμεστη πλατεία με άμαχο πληθυσμό. 

Μπορεί να διακινηθεί-αξιοποιηθεί ευρύτερα και ο οδηγός του Τμήματος Δικαιοσύνης και Λαϊκών Ελευθεριών για διαδηλωτές, νομικούς και μετανάστες -για τα δικαιώματά μας απέναντι στις αρχές και τα όργανα καταστολής. Αν και θυμάμαι ένα παλιό σχόλιο του Σχιζοφρενή Οικοδόμου με το Καδρόνι στο μπλοκ, που διηγούνταν μια σχετική εμπειρία. Είχε κάθε δικαίωμα να αρνηθεί να τον ψάξουν και αυτοί το «δικαίωμα» να τον πάνε εκδικητικά στο τμήμα για... «εξακρίβωση στοιχείων». Στο τέλος προφανώς τον άφησαν και προσφέρθηκαν να τον πάνε σπίτι -γιατί καμιά φορά το περιπολικό είναι και ταξί. Αλλά το θέμα είναι πόσοι έχουν χρόνο και όρεξη να μπουν σε αυτή διαδικασία.

Μήπως πρέπει- μπορεί να γίνει καλύτερη παρέμβαση στον Σύλλογο των συγγενών των θυμάτων; Ενδεχομένως, αλλά καλύτερα όχι, για μια σειρά λόγους. Στην τελική, δε γίνεται να έχουμε (και) άλλες απαιτήσεις από αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν κάνει ήδη πολλά, παρά τα τσακισμένα όνειρα και το ψυχικό φορτίο που κουβαλάν. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση τους, μπορεί να είχε βουλιάξει στην απόγνωση ή να είχε κλονιστεί από την κρατική αναλγησία και τη χυδαία προσωπική στοχοποίηση. Ο σύλλογος δεν πρόκειται να καλύψει τυχόν δικές μας αδυναμίες, ούτε έχει ρόλο κάποιας οργανωμένης πρωτοπορίας -παρά τα υπονοούμενα κάποιων δημοσιολόγων, που φωτογραφίζουν την Καρυστιανού ως δυνητική επικεφαλής ενός πολιτικού μετώπου με αντικυβερνητικό χαρακτήρα...

Μήπως χρειάζεται (ακόμα) πιο δυναμική κοινοβουλευτική παρουσία, αυτές τις μέρες; Ίσως. Υπάρχει όμως η μπανανόφλουδα του σόου και των επικοινωνιακών τρικ του αντιπάλου, και απέναντί τους είναι μάλλον πιο χρήσιμο να αποφεύγεις τα πυροτεχνήματα, αναδεικνύοντας την πολιτική ουσία.

Αυτή η εβδομάδα μπορεί να είναι πυκνή σε εξελίξεις -συζήτηση στη Βουλή, πρόταση μομφής κτλ- και να δώσει ειδήσεις. Αλίμονο όμως σε όποιον ξεχνά πως αυτές τις πυροδοτεί το κίνημα και ο δρόμος, όχι σαν καταλύτης αλλά ως γενεσιουργός αιτία. Εκτός κι αν κάποιος πιστεύει σοβαρά ότι οι σπασμωδικές αντιδράσεις του Μητσοτάκη (αναρτήσεις, κλείσιμο ΟΣΕ κτλ) είναι καρπός του φόβου του για την πρόταση μομφής του Ανδρουλάκη και όχι για την οργή εκατοντάδων χιλιάδων διαδηλωτών.

Γηράσκουμε αεί διδασκόμενοι και περιμένοντας τις συνθήκες να ωριμάσουν. Βασικά καλούμαστε να μάθουμε μια σειρά πράγματα -μαζί με τους «μαθητές» μας στο μεγάλο σχολείο του κινήματος, που τους λείπει η πείρα αλλά όχι το κριτήριο.
Καλούμαστε να μάθουμε στην πράξη πώς περνάμε στην επόμενη πίστα, πώς βρίσκουμε κρίκους να ανεβάσουν το επίπεδο της συνείδησης, πώς να κερδίζουμε καλύτερες θέσεις σε επιμέρους μάχες -και ας μην είμαστε ακόμα έτοιμοι να κερδίσουμε τον πόλεμο.

Να μην περιμένουμε από τα πάνω, τις εξελίξεις στο κεντρικό επίπεδο, να αλλάξουν το κλίμα. Να μην αφήνουμε τις πρωτοβουλίες από κάτω σκόρπιες και ασύνδετες, χωρίς κεντρική πολιτική έκφραση. Αν δεν είχε βγει η απεργία στις 28 Φλεβάρη, αν δεν είχε πολιτικό περιεχόμενο, θα ήταν απλώς ένα μαζικό μνημόσυνο -το μεγαλύτερο της ιστορίας, αλλά δε θα μπορούσε να γράψει ιστορία.

Η αγωνία για την επόμενη πίστα -την ποσότητα που ζητά να γίνει (ποιότητα)-, δεν είναι μικροαστική ανυπομονησία. Υπάρχει, ξέρεις σφε αναγνώστη, και η εργατική, λαϊκή ανυπομονησία για το επόμενο βήμα, για κάτι τελείως διαφορετικό. Δεν είναι καταναλωτισμός μεγάλων, ιστορικών στιγμών, ούτε περιμένει τις εκπτώσεις να ξεσαλώσει. Ίσα-ίσα έχει βαρεθεί τις εκπτώσεις στα όνειρά του, να ζει σε μια απέραντη κοιλάδα δακρύων και εγκλημάτων. Και ζητά κάτι παραπάνω, μια συνολική πολιτική πρόταση που να δικαιώσει τους πόθους και τις ανάγκες του.

Μπορεί ο κρίκος αυτός να είναι η πτώση της κυβέρνησης; Ίσως, αλλά πρέπει να πεις τι θα έρθει στη θέση της. Μπορεί να είναι ο στόχος για δημόσιες και ασφαλείς συγκοινωνίες; Ναι, αλλά πρέπει να αναλύσεις πώς θα τις διασφαλίσεις -με ποιο κράτος και σε ποιο σύστημα. Έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα που σκοτώνει για το κέρδος, που δε μας αφήνει οξυγόνο, που μας πνίγει με τα αδιέξοδά του. Και αν δε μιλήσουμε σήμερα για την ανάγκη να χτίσουμε έναν άλλο κόσμο, πότε θα βρούμε αφορμή και θάρρος να το κάνουμε; (Αλλά ίσως χρειαστεί να επανέλθουμε στο ζήτημα).

Για τον σοσιαλισμό αγωνιζόμαστε όλοι, άλλωστε. Κι όπως θα έλεγε ο σφος με τα μενίρ, μοιράζοντας μπούφλες και περιμένοντας τις σχετικές οδηγίες: Αστερίξ, να μου πεις μετά τι ακριβώς κάνουμε. Μου αρέσει να ξέρω γιατί παλεύουμε...


Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Αστερίξ και Κλεοπάτρα

Μια μύτη μπορεί να είναι γαμψή και καραγκούνικη. Ή λεπτή και κομψή, σαν γαλλική. Ή γαλατική, σαν ένα μεγάλο ντολμέν. Ή σαν του Ιντεφίξ (που αποκτά μυστηριωδώς όνομα, κάπου στο μέσο της περιπέτειας, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις), να βρίσκει διΕΕξοδο από το εσωτερικό μιας πυραμίδας. Ή σκαμμένη, σαν της Σφίγγας, που παύει να είναι αίνιγμα, μετά απ' την επιστημονική εξήγηση που μας δίνει ο Γκοσινί για την πτώση της (ανέβηκε πάνω της ο Οβελίξ, για να δει τη θέα). Ή αρχαιοελληνική με αυστηρή γραμμή και σκυθρωπό προφίλ. Ή τριχωτή -"τρίχες στη μύτη", όπως λέει και ένας άλλος Αιγύπτιος, σε μία από τις επόμενες περιπέτειες. ΄Η απλώς πολύ νόστιμη, σαν αυτή της Κλεοπάτρας, για την οποία προφανώς αστειεύεται ο Γκοσινί. Κι οι ιστορικές πηγές την αναφέρουν ως γαμψή και μεγάλη (καραγκούνικη, σα να λέμε) ρίχνοντας νερό στο μύθο (;) της ελληνικής της καταγωγής (της μύτης και της ιδιοκτήτριάς της, γενικώς).


Η συγκεκριμένη περιπέτεια εστιάζει ουσιαστικά στο ζήτημα της υποτέλειας και της εξάρτησης. Ήδη από την πρώτη σελίδα, ο Καίσαρας λέει στη βασίλισσά του πως ο λαός της έχει παρακμάσει και το μόνο που του αξίζει είναι να ζει εξαρτημένος από τη Ρώμη, τη μεγάλη δύναμη της εποχής. Ενώ προς το τέλος μια ατάκα του Αστερίξ για τη διώρυγα του Σουέζ και τη γαλλική, τεχνική βοήθεια, δίνει το στίγμα της νεο-αποικιοκρατίας. Αν και ο νασερισμός ήταν κατά μία έννοια η "περήφανη, ανεξάρτητη φάση" της αιγυπτιακής αστικής τάξης, που έπαιξε έξυπνα το φιλοσοβιετικό χαρτί. Η γαλατική τριάδα θα μπορούσε να συμβολίζει αυτήν ακριβώς τη (βασικά αφιλοκερδή) βοήθεια με τους απεσταλμένους σοβιετικούς τεχνικούς, που έφυγαν χωρίς να βάλουν χέρι στο χρυσάφι της Κλεοπάτρας και χωρίς να αλλάξουν κάτι ουσιαστικά στη σχέση της χώρας της με το imperium του Ιούλιου Καίσαρα.

Όλα αυτά θυμίζουν αρκετά τη δική μας περίπτωση, της... Ψωροκώσταινας (ου μην και Ψαροκωστούλας, όπως την έλεγαν τον καιρό της ανασυγκρότησης οι αφοί Σοφιανοί -καμία άμεση σχέση με το Νίκο), που κράτησε τον τόπο και το όνομα, χωρίς τη χάρη του ένδοξου παρελθόντος, με το λαμπρό (σαν το φάρο -ή μάλλον τη βιβλιοθήκη- της Αλεξάνδρειας) πολιτισμό και την κραυγαλέα αναντιστοιχία με το παρόν. Όπου θα χωρούσαν μερικοί ακόμα συνειρμοί με το όνομα του καραβιού των Αιγύπτιων ("γατοπνίχτης") και το "νέο Παρθενώνα" που χτίσαμε στη Μακρόνησο (αντί για ένα νέο παλάτι, όπως στην περιπέτεια). Αλλά ας μη βαρύνουμε απότομα το κλίμα.

Η υποτέλεια αυτή έχει εντυπωθεί στην εγγενή στάση και συμπεριφορά των Αιγυπτίων, που θεωρούν ντροπή να μη φαγωθούν από τους ιερούς κροκόδειλους της Κλεοπάτρας ή να μην έχουν καλή γεύση, που θ' αφήσει ικανοποιημένα τα ζωντανά. Κι επιδρά ως νοοτροπία και στις εργασιακές σχέσεις, όπου ναι μεν δεν υπάρχουν σκλάβοι στο εργοτάξιο, αλλά οι βουρδουλιές πέφτουν εθελοντικά, με κυκλική εναλλαγή των εργαζόμενων στο μαστίγωμα, για να έχουνε κίνητρο! Και αυτός μάλιστα θεωρείται το καλό αφεντικό της υπόθεσης (κάτι σαν το Σκλαβενίτη, τηρουμένων των αναλογιών) που δε ξεθεώνει τους εργάτες του στη δουλειά.

Όταν τελικά αυτοί οι τελευταίοι πείθονται να προχωρήσουν σε μια μορφή απεργιακής κινητοποίησης (αποχή) , αυτό γίνεται γιατί τους βάζει λόγια ο Πυραμιδονίς, ο ανταγωνιστής του φίλου των Γαλατών (Νουμερομπίς). Πάνω-κάτω ό,τι λένε δηλ διάφορα παπαγαλάκια για διάφορες απεργίες στον καιρό μας. Αν τολμήσουν πχ να κινητοποιηθούν οι εργάτες στο Μετρό της Θεσσαλονίκης, θα βγει "τυχαία" μια φήμη πως τους υποκινεί πχ ο Μπόμπολας, που εποφθαλμιά το έργο και τον ανταγωνιστή του. Το ίδιο που είπαν και για την απόφαση του ΚΑΣ (συμβούλιο αρχαιολόγων) για τα ευρήματα της Μέσης οδού, στη συμβολή της Βενιζέλου με την Εγνατία.

Στην ιστορία παρακολουθούμε ένα καυστικό σχόλιο για το (αντίστοιχο) θαύμα της αντιπαροχής και της ραγδαίας ανοικοδόμησης με τα κτίρια-ανθρωποπαγίδες που καταρρέουν με ένα φτάρνισμα -πόσο μάλλον με ένα σεισμό, αλά ιταλικά. Καθώς και για το λαμογιάρικο χαρακτήρα της αστικής τάξης που έχει τους εσωτερικούς της (ενδοαστικούς) ανταγωνισμούς με θεμιτά κι αθέμιτα μέσα (πχ η "πουτίγκα δηλητήριο", που εμφανίζεται στην εκπληκτική μεταφορά της περιπέτειας στη μεγάλη οθόνη, με την ακόμα πιο εκπληκτική μεταγλώττιση), προτού τα βρουν τελικά και σχηματίσουν τραστ (ο Φίσερ κι ο Κραφτ), για να φτιάχνουν μυτερές πυραμίδες, αμφίβολης στατικότητας.



Οι οποίες πυραμίδες βρίσκονται διάχυτες σε όλη την ιστορία, ως μια διαρκής υπόμνηση ότι η οπτική του Γκοσινί δεν εξαντλείται στις εξαρτησιακές θεωρίες του Σαμίρ Αμίν, αλλά προβληματίζεται πάνω στο σχήμα της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και των ανισότιμων σχέσεων αλληλεξάρτησης. Οι οποίες αποτυπώνονται ανάγλυφα στη μοιρασιά της δηλητηριώδους τούρτας-πουτίγκας, σε τρία κομμάτια, από τον Οβελίξ. Που προφανώς και κρατάει για τον εαυτό του τη μερίδα του λέοντος (όχι όμως της Κλεοπάτρας, με τη γλυκιά φωνή, καθώς αυτός μένει νηστικός, μαζί με τους κροκόδειλους) αλλά δεν παύει να είναι μοιρασιά στα τρία, με οικειοθελή συμμετοχή των υπόλοιπων στη λεία.

Προσπερνώντας τέλος την υποτελή στάση του Κακοφωνίξ (που δεν τολμά καν να διαμαρτυρηθεί πως του πατάνε το πόδι, γιατί νομίζουν πως θέλει να τραγουδήσει και τρώει ξύλο) και τον τακτικό ελιγμό της ρωμαϊκής λεγεώνας, που αναπτύσσεται και συμπτύσσεται με μοναδική χάρη, δίνοντας ένα πολύ καλό παράδειγμα για το τι σημαίνει η "αναιμική ανάπτυξη" που ευαγγελίζονται τα αστικά επιτελεία, αξίζει να σταθούμε στο εξής.

Τις αλλεπάλληλες αιγυπτιακές μεταμφιέσεις του Οβελίξ, προκειμένου να ξεγελάσει τον Πανοραμίξ και να πιει μαγικό ζωμό (τελικά τα καταφέρνει από σπόντα, σε άλλο σημείο), που θυμίζουν πολύ τις αντίστοιχες μεταμορφώσεις του πολιτικού υπαλληλικού προσωπικό της αστικής τάξης και τις λογής-λογής παραλλαγές με τις οποίες εμφανίζεται.

Στην ιστορία βέβαια, ο Πανοραμίξ λέει ένα αταλάντευτο δημοψηφισματικό ΟΧΙ στον Οβελίξ, που απορεί πώς καταφέρνει και τον αναγνωρίζει, εφόσον είναι τόσο καλά μεταμφιεσμένος.
Στην πραγματική ζωή, η σχέση αυτή αντιστρέφεται κι είναι να απορεί κανείς πώς διάολο την πατάει κάθε φορά ο κυρίαρχος λαός και δεν καταλαβαίνει πως τον κοροϊδεύουν κατάμουτρα.

Έτσι καταλήγει κάθε φορά στο ίδιο σημείο, σαν τους Γαλάτες που κάνουν κύκλους στην πυραμίδα και δεν μπορούν να βρουν τη διέξοδο. Κι όχι, δεν υπάρχει εύκολη διέξοδος, μαγικός ζωμός ή κάποιο μεταβατικό κόλπο, για να κόψουμε δρόμο, κι ας έχει γίνει έμμονη ιδέα (idea fija, από όπου βγαίνει και το όνομα του Ιντεφίξ) σε κάποιους. Ούτε φυσικά μας περιμένει ένας σωρός μεγάλα κόκαλα στο τέλος, όπως υπόσχονται διάφοροι δημαγωγοί λαοπλάνοι.
Με άλλα λόγια, η διέξοδος από την ιμπεριαλιστική πυραμίδα ή θα είναι επαναστατική ή δε θα υπάρξει.

Υστερόγραφο
Η κε του μπλοκ θα διαβάσει με ευχαρίστηση σχόλια και συνειρμούς των σφων αναγνωστών πάνω στο θέμα του κειμένου, (εφόσον υπάρχουν).
Αρκεί αυτά να είναι όντως σχετικά με την ανάρτηση και να μην έχουν γλωσσολογικές προεκτάσεις, που κάνουν το μέσο αναγνώστη να νιώθει πιο κουρασμένος και από το Μαζεστίξ στο πάτωμα, όταν χάνει την ισορροπία του και την υπομονή του με τους βαστάζους του (οι οποίοι για κάποιο λόγο δεν έχουν ποτέ δικαίωμα στην κούραση).

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Ο τσελεμεντές του κομμουνιστή

Το ωραίο με το Βλαδίμηρο (ένας είναι ο Βλαδίμηρος και δεν εννοώ προφανώς τον Πούτιν) είναι πως σε 50τόσους τόμους άπαντα και 30 χρόνια πυκνών ιστορικών γεγονότων, στα οποία αναφέρεται, μπορεί κανείς να βρει τα πάντα και τα αντίθετά τους, τις πιο διαφορετικές συγκυρίες, τακτικές επιλογές (που τις υπαγορεύουν οι συγκυρίες), αναλύσεις, για να διαλέξει αυτή που του ταιριάζει, από τον μπουφέ της ιστορίας, όπως έγραφε η Ρόζα (μία είναι η Ρόζα και δεν εννοώ τη συνιστώσα του Σύριζα) σε κάποια αντίστοιχη περίπτωση -αν δεν κάνω λάθος για το δίπολο "μεταρρύθμιση ή επανάσταση".

Έτσι λοιπόν, μπορεί κανείς να αμπελοφιλοσοφεί με τις ώρες, τις μέρες και τους μήνες, γιατί "δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα, χωρίς επαναστατική θεωρία" ή να μην ανοίξει ποτέ του βιβλίο, μια θεωρητική επεξεργασία ή ένα πρόγραμμα κόμματος, γιατί ένα πραγματικό βήμα για το κίνημα είναι δέκα φορές πιο σημαντικό κι ουσιαστικό από κάθε κείμενο, πρόγραμμα, απόφαση, κτλ (δεν το μεταφέρω αυτολεξεί, αλλά στο γενικό του νόημα). Κι εξάλλου ο Λένιν είχε γράψει κάπου πως είναι προτιμότερο να ξεκινήσεις το επαναστατικό άλμα και να πορευτείς βλέποντας και κάνοντας, παρά να καταδικαστείς στην αιώνια ακινησία.

Κι έτσι φτάνουμε στο βασικό θέμα του σημερινού σημειώματος: τους προβληματισμούς πάνω στο ζήτημα της μετάβασης και τις πιο αντιφατικές σχετικές απόψεις, που μπορούν να συμπυκνωθούν στο εξής δίπολο.

ΠΟΛΟΣ Α'

Χρειάζεται ένας συγκεκριμένος οδικός χάρτης της μετάβασης (συνήθως λέγεται μεταβατικό πρόγραμμα) και μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση που να πείθει, να κερδίζει τον κόσμο και είτε να θέτει συγκεκριμένους στόχους, που θα τον πάνε ακόμα πιο μακριά από την ίδια τη δυναμική τους (παίζοντας ταυτόχρονα με την άγνοια κινδύνου του κόσμου) είτε να του εξηγούν αναλυτικά τις δυσκολίες κι αυτούς τους κινδύνους, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους θα αντιμετωπιστούν. Διαφορετικά, δεν υπάρχει περίπτωση να μας πάρει κανείς στα σοβαρά, όσο μιλάμε αφηρημένα.

Συνήθως βέβαια, το πρόβλημα με αυτούς τους χάρτες είναι πως αποτελούν σχέδια επί χάρτου, σε συνθήκες εργαστηρίου, που φτιάχνουν μια ευθεία γραμμή (σαν το παιδικό παιχνίδι με τις αριθμημένες κουκκίδες), χωρίς να παίρνουν υπόψη τους τα διαλεκτικά άλματα της επανάστασης και τα ζιγκ-ζαγκ, δηλ τις αντιφάσεις, της πραγματικής ζωής. Κι όσο περισσότερες λεπτομέρειες έχουν, τόσο λιγότερο πειστικά γίνονται, φανερώνοντας τις εγγενείς αδυναμίες τους. Όσο πιο αναλυτικά κι επεξηγηματικά είναι, τόσο μπλέκουν σε αξεδιάλυτες αντιφάσεις, σε έναν γόρδιο δεσμό, που επιχειρούν να τον λύσουν με συμβατικά μέσα, αντί να τον κόψουν δυναμικά, με ένα σπαθί.

ΠΟΛΟΣ Β'

Δεν έχει νόημα να δίνουμε έτοιμες συνταγές για την κοινωνία του μέλλοντος, λεπτομερή σχέδια πέρα από τις γενικές αρχές - νομοτέλειες και αναλυτικές, σχολαστικές περιγραφές για το πώς θα φτάσουμε εκεί. Η επανάσταση και οι διακυμάνσεις της είναι εξαιρετικά πρωτότυπες καταστάσεις για να τις κλείσουμε σε έτοιμα σχήματα κι ένα προκατασκευασμένο καλούπι.

Αυτό είναι σωστό, αλλά μας λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Γιατί η μετάβαση -ακριβώς επειδή είναι πρωτότυπη- δεν μπορεί να είναι αφηρημένη. Χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης και -κοντά στα άλλα- μιας σειράς άλλων θεμάτων για τα πρώτα άμεσα καθήκοντα της επανάστασης, από την αμυντική της ικανότητα ενάντια σε μια (πιθανή αλλά σχεδόν βέβαιη) ιμπεριαλιστική επέμβαση, μέχρι διάφορα εξειδικευμένα ζητήματα της παραγωγής. Κι αν αυτό σήμερα μοιάζει πολύ μακρινό, είναι ωστόσο βέβαιο πως όσο ισχυροποιείται το κίνημα, τόσο πιο άμεσα θα τις χρειάζεται και τόσο πιο ικανό θα είναι, για να κάνει τέτοιες επεξεργασίες με αξιώσεις.

Στο πρόγραμμα του ΚΚΕ υπάρχει μια αρκετά αναλυτική περιγραφή της σοσιαλιστικής κοινωνίας, του πολιτικού της συστήματος, της παραγωγικής της δομής, των γενικών της νομοτελειών. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μια επαναστατική εξουσία θα μπορέσει να πετύχει μονομιάς όσα περιγράφει το πρόγραμμα, καθώς αυτό θα καθοριστεί από διάφορους αστάθμητους παράγοντες (πχ ιμπεριαλιστική περικύκλωση, δυσμενείς διεθνείς συσχετισμοί). Κι από την άλλη, αν καταφέρει να εδραιωθεί και να φτάσει σε αυτό το σημείο, θα προχωρήσει λίγο-πολύ σύντομα και στις επόμενες φάσεις, καθώς ο σοσιαλισμός είναι μια μεταβατική κοινωνία κι όχι κάτι δοσμένο ή τελειωμένο.
Έχει όμως μια αξία η επεξεργασία αυτή, γιατί δείχνει την κατεύθυνση, ένα όραμα, γιατί αξίζει να οργανωθεί και να παλέψει κανείς.

Από την άλλη, παραμένει ανοιχτό (και μόνο στην πράξη μπορεί να λυθεί) το ζήτημα "πώς θα φτάσουμε εκεί", όχι ως προς το δρόμο που θα επιλέξουμε (αν θα είναι δηλαδή κοινοβουλευτικός, "ειρηνικός" ή επαναστατικός), αλλά για όσα μπορεί να προκύψουν στη διαδρομή, τα ρήγματα που θα την επισπεύσουν, κτλ (χωρίς να υπάρχει όμως καμία αυταπάτη ότι μπορεί να κόψει κανείς δρόμο για να γλιτώσει την ανηφόρα). Και για αυτό μπορεί να υπάρχει μια γενική ιδέα (όπως πχ η σύνδεση της επαναστατικής κατάστασης με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο) ή διάφορες ιδέες, αλλά σίγουρα όχι καμία έτοιμη συνταγή από τον τσελεμεντέ του κομμουνιστή, που παραδίδεται από γγ σε γγ (κι ο τωρινός γγ είναι σίγουρα καλοφαγάς) ή από δρουίδη σε δρυίδη (όποιο από τα δύο και αν είναι τελικά το σωστό -το δεύτερο μάλλον). Οπότε η συζήτηση για τα μανιτάρια παραμένει ανοιχτή στο γαλατικό χωριό:
-Να τα κάνουμε σούπα! -Όχι, να τα σοτάρουμε...

Αν τώρα κάποιοι τα βλέπουν όλα αυτά βυζαντινολογίες για το φύλο του αγγέλου και συνταγές από αρχάριους σεφ, που θέλουν να γίνουν μάστερ(σεφ) -αφέντες στη θέση των τωρινών και να πάρουν την εξουσία, είναι δικαίωμά τους. Το πιο πιθανό είναι πως η δικτατορία του προλεταριάτου πέφτει πολύ βαριά στα δικά τους ευαίσθητα στομάχια, που είναι συνηθισμένα στις αστικές γκουρμεδιές και το παντεσπάνι.

Όσο για τους υπόλοιπους, που δεν ανήκουν στην ίδια συνομοταξία αλλά επηρεάζονται από τέτοιες απόψεις, το χειρότερο είναι όταν καταφέρνουν να σου προσάπτουν και τα δύο μαζί ταυτόχρονα: ότι δηλ δεν έχεις μια επεξεργασμένη κι ολοκληρωμένη πρόταση εξουσίας, για να πειστεί ο κόσμος (που κατά βάθος καταλαβαίνει πολύ καλά, αλλά ψάχνει να κόψει δρόμο στην ανηφόρα) και από την άλλη πως έχεις έτοιμες συνταγές για την κουζίνα/κοινωνία του μέλλοντος (που εδώ παραδόξως τις θεωρεί παλιές, κι όχι αγνές και παραδοσιακές).

Ε, ας αποφασίσουν λοιπόν, για να ξέρουμε κι εμείς τι πρέπει να κάνουμε.
Τη σούπα με μανιτάρια... (που θα 'λεγε κι ο σύντροφος Οβελίξ)

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Να μην ξεχάσω

Το σημερινό κείμενο αναδεικνύει μερικές ψηφίδες της επικαιρότητας, από αυτές που επισημαίνουν συνήθως τα σχόλια του 4.14, για να μη σκεπαστούν από τη συνεχή ροή των εξελίξεων.

Εκλογές ΣΕΗ: μετά από μια μικρή, ποταμίσια, απολιτίκ παρένθεση…
(Όπα, στάσου. Δεν είναι λίγο αντιφατικό να λες και τα δύο;
Και ναι και όχι. Γιατί τελικά καταλήγουν να ταυτίζονται, για να ισχυριστούν ψευδώς κάτι που δεν είναι: απολίτικοι και ακομμάτιστοι, εφόσον εκφράζουν πολιτικά την πιο μαύρη, αχαλίνωτη αντίδραση. Συνεχίζουμε).

Μετά από μια σύντομη, ποταμίσια, απολίτικη παρένθεση, το σωματείο των ηθοποιών απέκτησε ξανά κόκκινη, ταξική διοίκηση. Κι αν δεν είχαμε διαφορετική λογική, πολιτικό πολιτισμό, ηθοποιός σημαίνει φως και τα σχετικά, θα το ρίχναμε στην καζούρα και στα λογοπαίγνια, η ΔΕΗ σας άλλαξε τα φώτα, κτλ. Γιατί με αθλητικούς όρους ήταν κάτι σαν νίκη άνευ αγώνα, με τον αντίπαλο να μένει εκτός για να απαξιώσει τη διαδικασία και να βλέπει το σχέδιό του να αποτυγχάνει. Με πολιτικούς όρους όμως η νίκη για εμάς απέχει πολύ από μια εκλογική επικράτηση, αν υπολογίσεις το γενικό συσχετισμό και τα μεγάλα προβλήματα του κλάδου.

Σε κάθε περίπτωση η ΔΕΗ, που παρέμενε σταθερά πρώτη δύναμη όλα αυτά τα χρόνια, αλλά είχε χάσει την αυτοδυναμία, κέρδισε 12 από τις 17 έδρες του προεδρείου. Μία έδρα βγάζει –για πρώτη φορά νομίζω- η παράταξη της Ανταρσυα, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις πήγαν στην παράταξη των Συριζαίων που δεν ακολούθησαν τη γραμμή της αποχής. Οι Συριζαίοι εξωτερικού κι οι ενωμένοι σελέμπριτιζ απείχαν (σύμφωνα με τον απερχόμενο πρόεδρο) «ως μια ύστατη διαμαρτυρία για τη διαλυτική τακτική της ΔΕΗ, που εμπόδιζε κάθε διαδικασία του σωματείου, οδηγώντας τα μέλη του στην απογοήτευση», κτλ. Γιατί ως γνωστόν, όταν έχεις την πλειοψηφία στο προεδρείο, λυμένα χέρια, αλλά δεν βγάζεις ούτε μία συνέλευση, έτσι για το θεαθήναι, κατά βάθος φταίνε πάντα οι κουκουέδες. Που στην πραγματικότητα σημαίνει πως όλο αυτό το διάστημα ήταν ανύπαρκτοι και ήξεραν, χωρίς εκλογικές αυταπάτες, πως δε θα έβρισκαν ούτε την ψήφο τους. Για αυτό άλλωστε, το ρεπορτάζ του Λεφτ και της Αυγής βλέπει ως νικητή των εκλογών την αποχή…

Παρά τη μειωμένη συμμετοχή πάντως, το σχέδιο απαξίωσης δεν πέτυχε. Και τα δύσκολα για τους ηθοποιούς είναι μπροστά τους. Η κυριότερη ομοιότητα με το παρελθόν είναι τα ζητήματα αιχμής (ανεργία, συλλογικές συμβάσεις, μαύρη εργασία). Η βασική διαφορά όμως είναι η ζωντανή λειτουργία ενός σωματείου, που δεν είχε συλλογικές διαδικασίες την τελευταία διετία, κι η αγωνιστική κατεύθυνση που θα πάρουν οι πρωτοβουλίες του.

Συνέδριο ΝΔ
Την ίδια ώρα που ο Άδωνης καλούσε με περισσή μετριοφροσύνη τους νεολαίους να τον έχουν ως παράδειγμα αυτοδημιούργητου προς μίμηση, η πολιτική αντιπαράθεση ήταν στα καλύτερά της. Το είχε πει και ο Αλέξης στη βουλή άλλωστε, μετά από την ανάδειξη του Μητσοτάκη. Η αντιπαράθεση γίνεται καθαρά πολιτική, με βάση τις προγραμματικές τους διαφορές.
Η βασική αντίθεση λοιπόν, δεν είναι μνημόνιο-αντιμνημόνιο, ούτε ποιος θα εφαρμόσει καλύτερα τη μνημονιακή συμφωνία, ούτε καν ποιος έφερε το πιο ήπιο μνημόνιο κι έφερε βαζελίνη, για να αμβλύνει τις συνέπειες. Το βασικό, όπως είπε ο Μητσοτάκης στο λόγο του, είναι ποιος έχει καλύτερη εικόνα (image) και ποιος κάνει γκελ στο γυναικείο κοινό. Εκεί είναι που πρέπει να χτυπήσουν το συμπαθή Αλέξη. Η εκδίκηση της πολιτικής…

Ο αποστάτης Κατρούγκαλος
Ως τίτλος παραπέμπει ίσως στον αποστάτη Κάουτσι, που το στόλιζε κι ο Βλαδίμηρος με διάφορους πολιτικούς χαρακτηρισμούς. Κι η αλήθεια είναι πως από τότε είχε μάλλον να εμφανιστεί ένας τόσο θρασύς σοσιαλδημοκράτης να προσφέρει ανερυθρίαστα τις καλές υπηρεσίες του στο κεφάλαιο, και την ίδια στιγμή να αυτοπροσιδορίζεται ως σύντροφος, κομμουνιστής, επαναστάτης. Ο Κατρούγκαλος μάλιστα το πήγε ένα βήμα παραπέρα κι έτσι εκτός από κομμουνιστής, δήλωσε κι αποστάτης της τάξης του. Δηλαδή κάτι σαν τον Ένγκελς, που είχε το εργοστάσιο του πατέρα του και ενίσχυε οικονομικά τον Μαρξ, όσο αυτός συνέγραφε το Κεφάλαιο. Υπό αυτό το πρίσμα, το νομοσχέδιο Κατρούγκαλου και η αντιασφαλιστική ανατροπή που ετοιμάζει, αποκτά νέα διάσταση και εξυψώνεται δίπλα στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το Αντιντίρινγκ κι άλλα μεγάλα κλασικά έργα. Πρέπει να ξαναδιαβάσουμε όμως την καταγωγή της οπορτουνιστικής γλίτσας, για να δούμε πού χάθηκε η τσίπα της ΔΦΑ και των αριστερών υπουργών της.

Σαρκοφαγία –ανοιχτό κάλεσμα
‘Η αλλιώς κρεατοφαγία άθεων. Σε προσωπικό επίπεδο, η κε του μπλοκ αυτά τα έχει λυμένα. Πιο μικρός, που ήμουνα λίγο πιο φανατικός, θα σου έλεγα μάλιστα ότι μεγάλες βδομάδες υπάρχουν μόνο σε μικρά μυαλά. Σήμερα θα το απέφευγα (αυτή τη διατύπωση τουλάχιστον), αλλά πρακτικά το σπίτι έχει γαλουχηθεί με κατοχικό σύνδρομο και με τις περιπέτειες του Αστερίξ, οπότε δεν μπορεί να λείπει το κρέας από το τραπέζι.

Η δημόσια εκδήλωση πάλι είναι κάτι διαφορετικό. Όχι πως πρέπει να ντραπείς για αυτό που κάνεις ως μειοψηφία (που ειδικά για τη σαρκοφαγία δεν είναι τόσο μικρή, ίσως ούτε καν μειοψηφία), αλλά το ζήτημα είναι να μην κάνεις κάτι επιδεικτικά, προκαλώντας τον άλλο και τις πεποιθήσεις του. Άλλο ζήτημα να ικανοποιήσεις μια υπαρκτή, πραγματική ανάγκη (επειδή πχ δε βρίσκεις γυράδικο ανοιχτό γιορτάρες μέρες, που ‘ναι όντως σοβαρό θέμα) κι άλλο να κάνεις κάτι για την καφρίλα του πράγματος και για να απολαύσεις τον αποτροπιασμό και την κατακραυγή στο βλέμμα του πιστού.

Δεν είναι λίγο υποκριτικό όμως να κρίνεις τα χρηστά ήθη με όρους πλειοψηφίας; Μήπως δηλ να προσέχουμε και κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού πχ, για να μην προκαλέσουμε τους Μουσουλμάνους, τρώγοντας σε μια ταβέρνα κατά τη διάρκεια της μέρας; Και γιατί να κάνουμε ειδική εξαίρεση για το ορθόδοξο δόγμα και τα δικά του λατρευτικά ήθη και έθιμα;


Κάπως έτσι μπορεί να το σκέφτηκαν και στην Ξάνθη, που έχει πολλούς μουσουλμάνους, κι όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες της κε του μπλοκ, ο Μέτκος που θα φιλοξενήσει το τσιμπούσι είναι μεσήλικας Πομάκος, κοντά στο πίσω μ-λ, και λογικά θα μαζέψει όλες τις φυλές του εξωκοινοβουλίου με αυτό το κάλεσμα (που δεν είναι δα και πολύ μαζικές).

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Εκεί που έχω ταξιδέψει εγώ

Καλώς εχόντων των πραγμάτων... έλεγε κάπου το χτεσινό κείμενο.

Η κε του μπλοκ είναι σε εκείνη την ευχάριστη θέση που βρίσκεται κανείς όταν έχει σκεφτεί να βασίσει μια ανάρτηση σε φωτογραφικό υλικό, αλλά καταλαβαίνει πως τελικά δεν μπορεί να το αξιοποιήσει. Και το τρενάκι (φωτισμένο και αχνό στον αέρα) της ΕΤΕ που χάσαμε, απομακρύνεται στο βάθος, σφυρίζοντας χαρούμενα: του-του...

Τέλος πάντων, ουδείς αναντικατάστατος, ακόμα και οι εικόνες, που ισοδυναμούν με χίλιες λέξεις. Αλλά εγώ θα προσπαθήσω να τις αποδώσω με λιγότερες, σε ένα κείμενο που συγκεντρώνει διάφορα μικρά ευτράπελα στιγμιότυπα από την τελική ευθεία της μαραθώνιας πορείας κατά της ανεργίας.

Ο καιρός ήταν αυτό που αθλητικοί εκφωνητές συνηθίζουν να περιγράφουν ως "ιδανικές συνθήκες για ποδόσφαιρο". Λιακάδα, μετά από μια σύντομη νυχτερινή βροχούλα για να είναι βρεγμένο το χορτάρι και να κυλάει η μπάλα, με αραιή συννεφιά και λίγο αεράκι, για να μην τσουρουφλίζει ο ήλιος. Αλλά με την οσμή του αντηλιακού στον αέρα, να φέρνει το καλοκαίρι μες στην αντιλαϊκή βαρυχειμωνιά. Οι πεζοπόροι βρήκαν κάθε δυνατή προστασία για το κεφάλι τους (από τον ήλιο και για να μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας, καθώς εφοδεύουμε), από έναν παππού με ένα αυτοσχέδιο δίκοχο του ΔΣΕ μέχρι μια άλλη αυτοσχέδια κατασκευή, καπελάκι-καναπές, με το κατάλληλο σύνθημα από κάτω: 

Σηκωθείτε ρε!

Που θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του σημερινού σημειώματος και γενικά η φράση της εποχής μας και το βασικό της ζητούμενο.

Κι έτσι όλα κύλησαν ομαλά, όπως στην επιστροφή των Αστερίξ και Οβελίξ στη βάση τους, μετά από μια περιπέτεια. Ω μα φυσικά υπήρξαν και κάποια μικρά επεισόδια που έβαλαν το αλατοπίπερο στο ταξίδι μας. Κάτι απρόσεκτα αγριογούρουνα, κάτι άτυχοι λεγεωνάριοι, κάτι μυστήριοι με ελληνικές σημαίες που πήγαν να μπουν στην πορεία, (μπορεί να τους μπέρδεψε η σημαία του δήμου Πατρέων, μπλε με χρυσαφί κύκλο, που από μακριά φέρνει λίγο σε αυτήν της ΕΕ), κάτι Μετατζήδες που είδαν κάμερες και έτρεξαν να ποζάρουν, αλλά τους απωθήσαμε ευγενικά (Αστερίξ, να τους δείξω και εγώ πόσο ευγενικός είμαι;). Αλλά γενικά τίποτα αξιοσημείωτο που να επισκίασε το ανέφελο ταξίδι των πεζοπόρων. Ρουτίνας πράγματα.

Στο Χαϊδάρι υπήρχε και γαλατικό τσιμπούσι, χωρίς αγριογούρουνα, γιατί απέμεναν ακόμα αρκετά χιλιόμετρα. Κι αν κάποιοι είχαν κουραστεί και γκρίνιαξαν λίγο σαν τους Ρωμαίους λεγεωνάριους (οργανωθείτε, μας έλεγαν. Θα γνωρίσετε την ομορφιά του αγώνα, μας έλεγαν), πήραν μια τζούρα μαγικό ζωμό από τους συντρόφους (εκτός από τον Πελετίδη, που είχε πέσει μες στη χύτρα, όταν ήταν μικρός) και συνέχισαν αγόγγυστα. Αλλά τη μυστική συνταγή και τα ακριβή συστατικά του δεν τα γνωρίζει κανείς και μεταφέρεται από ΓΓ σε ΓΓ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι χρειάζεται ένα καλό δρεπάνι για να κόβεις γκυ, και ένα σφυρί για να σφυρηλατήσουμε τη λαϊκή συμμαχία.
Δεν το ήξερα πως μπορεί κανείς να κουραστεί (όπως θα έλεγε κι ο ακούραστος σύντροφος Οβελίξ).

Ίσως φαίνεται κάπως οξύμωρο να μιλάει κανείς για ρουτίνας πράγματα, αλλά έχει μια δόση αλήθειας για τους κομμουνιστές, που έχουν βρεθεί στα πιο απίθανα μέρη κι έχουν περπατήσει κάθε γωνιά της Ελλάδας, ακολουθώντας πότε το κόμμα, πότε τα διήμερα της οργάνωσης κι άλλους φορείς του μαζικού κινήματος. Εκεί που έχω ταξιδέψει εγώ... όπως λέει και ένα γηπεδικό σύνθημα (δεν έχετε βρεθεί ποτέ ρεφόρμες, στο πιο τρελό σας όνειρο).

Την επόμενη φορά, πχ για τη γενική 48ωρη απεργία, μπορούμε να προγραμματίσουμε προσυγκεντρώσεις με μαραθώνιες πορείες από κάθε πόλη, για πανελλαδικό μάζεμα στην Αθήνα. Για να δούμε, Θεσσαλονίκη-Αθήνα: πρώτη στάση στην Αλεξάνδρεια, δεύτερη μέρα στην Κατερίνη, μετά Λιτόχωρο, για να γιορτάσουμε τα 70 χρόνια από το δεύτερο αντάρτικο...
Ωραίο βγαίνει, να το δοκιμάσουμε.

Είδηση λοιπόν δεν είναι ένας κομμουνιστής να κάνει 200 τόσα χιλιόμετρα, αλλά οτιδήποτε άλλο. Με κορυφαία κάλυψη από το αντικειμενικό δελτίο του Μέγκα (να ζήσουμε να το θυμόμαστε), που ίσως μπορείτε να το δείτε σε αυτό το σύνδεσμο στο 28ο λεπτό του δελτίου (αν κι εμένα δε μου εμφανίζεται πια). Αναγγέλλει ένα θέμα με ανέργους που είχαν το θάρρος να μιλήσουν στην κάμερα και πιστεύεις αρχικά πως πρόκειται για άσχετο κόσμο, αλλά καταλαβαίνεις από τα πλάνα πως τελικά ήταν άνεργοι που συμμετείχαν στην πορεία. Μόνο που αυτό το καταλαβαίνουμε εγώ κι εσύ, σφε αναγνώστη, κι οι πιο μυημένοι. Η αμύητη πλειοψηφία μένει στο σκοτάδι, γιατί το ρεπορτάζ δε λέει σε κανένα σημείο πού ακριβώς τους πέτυχε αυτούς τους άνεργους να τους πάρει συνέντευξη, τι είναι αυτός ο κόσμος στο φόντο, η μουσική, τα μεγάφωνα, ο χαμός από τη διαδήλωση. Ποιοι είναι άραγε όλοι αυτοί; Ποια πορεία; Ποια Άμστελ; Δε θα πούμε τίποτα, γιατί έτσι μας αρέσει. Ενημέρωση...

Εμείς βέβαια μπορεί να μην είχαμε τη Στικούδη (ποια μωρέ; αυτή που είχε ο σύντροφος dj;) είχαμε όμως άλλης τάξης (εργατικής) και ποιότητας διαδηλωτές. Τη Γερασιμίδου που χόρεψε ποντιακά στο Χαϊδάρι, την Τιτίκα Σαριγκούλη που μας πέτυχε στο Μεταξουργείο και.. χαμογελούσε σύγκορμη από ικανοποίηση βλέποντας την πορεία να περνάει μπροστά της και τον κόσμο να σταματάει λίγο να τη χαιρετήσει και να φωτογραφιστεί μαζί της. Και στο Σύνταγμα ήταν ο ένας και μοναδικός (αν και δεν είναι καν ο πιο γνωστός Σπύρος Παπαδόπουλος που υπάρχει) Τραγουδόσαυρος, που παρεμπιπτόντως (τώρα που ξανάγινε μόδα) έχει κάνει την πιο πετυχημένη διασκευή του "ποια θυσία" (έχει κάνει για σένα ποτέ η εξουσία) της Άντζελας.

Κι αφού το ρίξαμε στα καλλιτεχνικά και τους σελέμπριτιζ, να διηγηθώ κι έναν τραβηγμένο συνειρμό με το τραγούδι των Κολεκτίβα: ο δρόμος που τραβάω δεν έχει τελειωμό. Που το ακούγαμε σε όλη τη διαδρομή και όταν εμφανίστηκε το συγκρότημα στο Σύνταγμα να τραγουδήσει το ίδιο (πάλι;) νόμιζα ότι θα έχουν την τύχη που είχαν οι Village People σε ένα επεισόδιο με τους Μπάντηδες (Παντρεμένοι με παιδιά), όπου ο κόσμος είχε βαρεθεί να ακούει το YMCA και τους κυνηγούσε να τους λιντσάρει.

Υπήρχαν κι άλλα μικρά, όπως τις στιχομυθίες των σφων με τους επιβάτες στη γραμμή για Χαϊδάρι, το πανό των πέντε (;) όλων κι όλων ανθρώπων της Αδεδυ, που καλωσόριζαν -sic- τους πεζοπόρους, τη μεγάλη τροτσκιστική συνάντηση των σπαρτακιστών εισοδιστών που πουλάν τις προκηρύξεις τους με το γραφικό Ποσαδιστή, που πανηγυρίζει την τελευταία 10ετία (από το 09' που τον πετυχαίνω) για το 60% που παίρνει η Αριστερά στις εκλογές. Και φυσικά το φωτογραφικό υλικό που αποδεικνύει τι φωτογένεια έχει το ταξικό κίνημα και πόσο ωραίες εικόνες μπορεί να προσφέρει όταν γεμίζει τους δρόμους.
Ίσως κάποια άλλη φορά.

Αντί επιλόγου λοιπόν, μπορείτε να δείτε αυτό το σύνδεσμο (που μου έστειλε ένας σφος αναγνώστης) για την προϊστορία αυτής της πρωτοβουλίας και την αντίστοιχη κίνηση που είχε κάνει το ΚΚΗΒ με μαραθώνιες πορείες κατά της ανεργίας.
Κι ο δρόμος που τραβάμε  δεν έχει τελειωμό...

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι

Το κακό ξεκινάει από τους κοιλαράδες λεγεωνάριους της κακιάς ώρας (σαν τον εκατόνταρχο γιοματάριους, στην ασπίδα της αρβέρνης) που συναντάς έξω από το κολοσσαίο. Και δεν χρειάζεσαι μαγικό ζωμό για να τους φέρεις βόλτα, παρά μόνο μία μονέδα για να ποζάρεις δίπλα τους, αγναντεύοντας στο βάθος την χαμένη αίγλη του ρωμαϊκού στρατού και του κόσμου που υπεράσπιζε. Και ενώ για κάθε παρηκμασμένη ρώμη, ο εχθρός αννίβας και η καταστροφή που την απειλεί (ή η κρίση που την έχει ήδη βρει) έχει συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο, η κυρίαρχη (via di) προπαγάνδα στοχοποιεί με χυδαία ιδεολογήματα το παμε, που κλείνει τα λιμάνια και τις πορείες που μαραζώνουν το εμπορικό κέντρο, οπότε καλείσαι να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας, μετανάστης εξ αφρικής, που πέρασε τις άλπεις ή τη μεσόγειο με βάρκα την ελπίδα, που ήρθε, νίκησε και γενικώς veni, vidi, vici.


Carthago delenda est, όπως θα έλεγε ο κάτωνας, αλλά και οι συγκινητικές αγορεύσεις των συνηγόρων στην περιπέτεια με τις δάφνες του καίσαρα, με αποστομωτικά επιχειρήματα. Εκεί που ο γκοσινί εξηγεί με θαυμαστό τρόπο, βάσει του διαλεκτικού υλισμού, τα πραγματικά κοινωνικά αίτια της ρωμαϊκής παρακμής, όταν οι ρωμαίοι βρήκαν το αντίδοτο στην κραιπάλη και τις παρενέργειες της καθημερινής μέθης: μια κότα αμάδητη, σαπούνι μασσαλίας, μαρμελάδα, πιπέρι, αλάτι, αμελέτητα σύκα, μέλι, σαλάμι, ρόδι, αυγά και πιπεριές. Το μαϊντανό τον κρατάμε για τον μπατεσκύλιους και το στεφάνι που θα αντικαταστήσει το δάφνινο του καίσαρα. Κι αν χρειαστεί, θα παλέψουμε για τη σκλαβιά μας.

Το κακό συνεχίζεται με τις λατινικές επιγραφές, που συναντάς σε κάθε εκκλησία και σου δίνουν την αφορμή να διαπιστώσεις πως τα λιγοστά λατινικά που θυμάσαι είναι μάλλον από τις περιπέτειες του αστερίξ (εγώ τώρα όμως veni, vidi… και τέλος πάντων θα δούμε γιατί δε vici τους γαλάτες, αλλά όπως συνηθίζω να λέω alea jacta est και βρούτε, πρόσεχε επιτέλους, θα σκοτώσεις κανέναν στο τέλος με αυτό το μαχαίρι που παίζεις) παρά απ’ το σχολικό εγχειρίδιο στο αντίστοιχο μάθημα -που σε αντίθεση με το αστερίξ, δεν του ‘κανα αρκετές επαναλήψεις, για να μου μείνουν πολλά πράγματα.

Εν τω μεταξύ σε κάθε εκκλησία και αξιοθέατο, θα βρεις στρατιές μεταναστούληδων με ράβδους-σελφιστήρια (θα δούμε σε άλλη ενότητα τι ακριβώς είναι), που με τις πρώτες ψιχάλες προσαρμόζονται άμεσα στις καταναλωτικές ανάγκες και τα αντικαθιστούν με ομπρέλες για τη βροχή. Οπότε αναρωτιέσαι αν όλα αυτά έχουν καμία σχέση με όσα έχεις ακούσει για την τεχνολογική πρόοδο και το μοντέλο παραγγελίας-παράδοσης just in time. Περίπου όπως σε εκείνη τη βιομηχανία ελαστικών του κνόδαλους στην ασπίδα της αρβέρνης και το προηγμένο σύστημα ενδοεπικοινωνίας με τους πυγμαίους σκλάβους που έτρεχαν να μεταφέρουν το εκάστοτε μήνυμα, αλλά έδιναν εύκολο στόχο στον οβελίξ κι όποιον άλλο ήθελε να κόψει την επαφή ανάμεσα στα διάφορα κέντρα της παραγωγής –αν και σήμερα θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να το κάνει.


Αλλά το κακό ολοκληρώνεται, μόνο όταν έρχεσαι σε επαφή με τις καθημερινές διατροφικές συνήθειες των ιταλών, που έχουν τα ζυμαρικά κυρίως ως ορεκτικά, πρώτο πιάτο δηλ, όπου διαμορφώνουν αντίστοιχα την ποσότητα της μερίδας –όχι πάντα όμως και την τιμή της- ενώ η συνηθισμένη πίτσα τους θυμίζει τσιγαρόχαρτο κι αναγκάζεσαι να τη διπλώσεις για να μοιάζει λίγο με αυτό που καταλαβαίνουμε εμείς ως λεπτή ζύμη –για κανονική δεν το συζητάς καν. Οπότε το μέγεθος είναι κάπως σχετικό, όπως στο αστερίξ λεγεωνάριος, όπου παίρνουν οι νεοσύλλεκτοι τη στολή τους και ο οβελίξ ζητάει μεσαίο μέγεθος και παλεύει να χωρέσει το χαμηλό του στήθος στο θώρακα, που φεύγει σφεντόνα και βρίσκει έναν εκατόνταρχο που ξεσπάει σε κλάματα (έλα, έλα τώρα, θα την ξαναδείς την αγαπημένη σου). Δεν ήταν παρά ένα μικρό κολοσσαιάκι, όπως θα έλεγε κι ο σφος οβελίξ.
Κι όταν καταλαβαίνεις ότι δε βάζουν παντού και πάντα σάλτσα ντομάτας για να μην ανακατευτούν, λέει, τα υλικά και αλλοιωθεί η γεύση, θες να επισκεφτείς λίγο το σεφ, όπως ο αστερίξ λεγεωνάριος μαζί με τον οβελίξ και να του εξηγήσεις την άποψή σου πάνω στο ζήτημα (και παστούλες; θα θέλατε και παστούλες;). Και πως αν δε μένεις ικανοποιημένος απ’ αυτό που ετοιμάζει στο εξής, θα τον επισκέπτεσαι συχνότερα. Αλλά επειδή δε λειτουργεί έτσι το πράγμα, βλέπεις τις μερίδες τους και νιώθεις να φτάνεις στα όριά σου, σαν τους ασθενείς των λουτροπόλεων, που ακολουθούν ειδικό πρόγραμμα, για να αδυνατίσουν: αστερίξ, δε θέλω τη ρόγα του σταφυλιού τους, δεν μπορώ άλλο αστερίξ!

Οπότε πας με τη σύντροφό σου και παραγγέλνεις δυο αγριογούρουνα.
-Και για μένα δυο αγριογούρουνα, την ακούς να λέει, για να χορτάσει ο πεινασμένος μας λαός. Υποσιτίζονται τα παιδιά μας. Κι αυτή είναι η βασική εξήγηση για το πώς παραμένει σχετικά αδύνατος ένας λαός που τρέφεται βασικά με πίτσα και μακαρόνια, σαν ένα κράμα μικελάντζελο (όχι του ζωγράφου, της χελώνας) και καμπαμαρού (δηλ εσύ γνώριζες πως κάποιοι τον λένε καπαμαρού, με πι σκέτο;).
Κι είναι τέτοια η ποικιλία γεύσεων που έχουν σε πίτσα και μακαρονάδα –προσοχή μόνο στο τρίπα, που είναι ο πατσάς και δε θα βρεις κάποιον να στο εξηγήσει εγκαίρως, αν δεν το καταλάβεις μόνος σου) που δεν τους ενδιαφέρει και τόσο να έχουν ποικιλία από άλλα εδέσματα, πλην αυτών. Φεύγοντας από τη ρώμη το καλύτερο φαγητό που ‘χεις δοκιμάσει είναι πίτσα με μακαρόνια, ενώ το χειρότερο μακαρόνια με πίτσα, έτσι για την αλλαγή. Prima volta sinistra. Αλλά αν δεν πας στη φαγουπολαϊκή δημοκρατία του βορρά, για να φας αυθεντικό ιταλικό φαγητό, πχ στην πλατεία ναυαρίνου, σε λογικές τιμές, δεν έχεις ζήσει τίποτα από ιταλία.

Ο χρυσός κανόνας στον οποίο σε οδηγεί η ίδια η ζωή με το πέρασμα κάποιων ημερών είναι πως όσο περισσότερο απομακρύνεσαι από το κέντρο, όπου σε λίγο θα μας ταΐζουν τις ίδιες μας τις σάρκες αλεσμένες (σε μυλόπετρες συστήματος) και θα ξεσπάσει κάποιο σκάνδαλο τρελών τουριστών, τόσο αυξάνεις τις πιθανότητές σου να βρεις φτηνότερα και καλύτερα πιάτα, πχ όπως σε ένα νεπαλέζικο (κατμαντού) στη βιτόριο εμμανουέλε –που είναι κάτι μεταξύ ινδικού και κινέζικου, σαν την αμφισβητούμενη ζώνη με τα οροπέδια- που σπάει λίγο την πρωτοτυπία του ιταλικού μενού. Όλο πίτσα-πίτσα τη βαρέθηκα…
Και όταν δεις και τις τιμές, θες να πεις στο μετανάστη σεφ, "έλα στην αγκαλιά μου!", όπως ο μαζεστίξ στον ελαφρώς μεθυσμένο συνοδό του οβελίξ, μετά από κάποια επίσκεψή τους στον ξιπασμένο πρωτευουσιάνο ομοιοπαθίξ, τον αντιπαθητικό αδερφό της μιμίνας. Και αποφασίζεις να ξανάρθεις, ΣΩΠΟΔΗΠΟΤΕ, γιατί η μισή απόλαυση είναι βασικά στην παραγγελία, μέχρι να βγάλεις συνεννόηση σε μια διεθνή εσπεράντο γλώσσα με στοιχεία αγγλικής, ιταλικής και παντομίμας, περίπου όπως στο οβελίξ και σία: εγώ πληρώσει, εσύ φέρεις μαντζάρε.

Το βασικό συμπέρασμα, όπως θα έλεγε κι ο σφος οβελίξ είναι πως «είναι τρελοί αυτοί οι ρωμαίοι». Αλλά αυτό είναι υποκειμενικό και πρέπει να το δεις από τη δική τους σκοπιά, που μπορεί να καταλήγει στο ακλόνητο συμπέρασμα ότι «είναι τρελοί αυτοί οι έλληνες». Γιατί κάθονται με τις ώρες στον καφέ, αντί να πιουν ένα στα όρθια και δεν εννοούν να καταλάβουν το ευγενικό υπονοούμενο του σερβιτόρου, όταν μαζεύει τα άδεια φλιτζάνια, για να σηκωθούν να φύγουν. Και στην πατρίδα τους δεν έχουν σε κάθε γωνία μνημεία, αλλά ένα καφέ ή ένα φαγάδικο ή ταχυφαγείο ή μπαράκι ή ένα φούρνο ή ένα προποτζίδικο, σε βαθμό που να απορείς πώς διάολο κρατιούνται όλα αυτά και δεν κλείνουν να ανοίξει τίποτα άλλο πιο χρήσιμο.

Οπότε πώς να μην ονομάσουν μακεδονική τη ρώσικη σαλάτα,  ως σήμα κατατεθέν της ανακατωσούρας (τα εξηγεί σε ένα βιβλίο του κι ο ραφαηλίδης). Εκτός κι αν δημιουργείται έτσι εθνικό ζήτημα γιατί τι ακριβώς εννοούν δηλ με τον όρο μακεδονία χωρίς τη σύνθετη ονομασία; Εξάλλου τα αστικά μμε μας εγκαλούν γιατί καλούμε μαζί με άλλα αδελφά κκ στις διεθνείς συσκέψεις μας και το κκ μακεδονίας. Ναι αλλά αυτό δε λέει κάτι, και εμείς ρωμιοί σου λέει είμαστε, αλλά δεν έχουμε κάποιου είδους αλυτρωτισμό για τη ρώμη και το μεγαλείο της ή για τα ζωτικά «μας» συμφέροντα και την ελληνόφωνη μειονότητα της κατω ιταλίας. Κι ας υπάρχει στη ρώμη η οδός magna grecia, της μεγάλης ελλάδος, που κολλάει γάντι στην περίσταση.


Και όπως λέει εξάλλου ο αστερίξ στους ολυμπιακούς αγώνες, λίγο πριν έρθει η γαλατική αποστολή στην ελλάδα: όμως μα τον τουτάτι, είμαστε ρωμαίοι.

Μα είναι τρελοί αυτοί οι ρωμαίοι…

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

Habemus ΠτΔ

Τον κούλογλου ασφαλώς τον γνωρίζετε. Θα προτιμούσατε ίσως να μην... αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Κι οι περισσότεροι μάλλον θα τον πρωτακούσατε (εκτός δηλ κι αν τον παρακολουθείτε φανατικά από τα χρόνια που έγραφε τον τρίτο δρόμο του πασοκ) με τα περιβόητα ντοκιμαντέρ για την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, όπου μίλησε –πλην λακεδαιμονίων- μέχρι κι ο γιος του χρουτσόφ, να μας πει τη βαρύνουσα άποψή του για το θέμα. Αυτό το σπουδαίο υλικό λοιπόν το συγκέντρωσε και το κατέγραψε ο στέλιος σε αυτή την έκδοση, που την προλόγισε ο ίδιος με ένα κείμενο που ξεκινούησε και τελείωνε με το ακατάληπτο μουγκρητό του κομμουνιστή πατέρα του, όταν του ζητήθηκε μια δήλωση μετανοίας-αποκήρυξης των ιδανικών του στο δικαστήριο. Κι αν ο πατέρας του είχε, λέει, τη στερνή γνώση του γιου του για την κατάληξη του υπαρκτού, και τον ρωτούσαν αν άξιζαν τελικά τον κόπο οι στερήσεις κι οι θυσίες, θα απαντούσε μάλλον κάτι αντίστοιχο, εξίσου σαφές και καταφατικό με εκείνο το μουρμουρητό ενώπιον του δικαστηρίου.

Βφκστφτ, που θα ‘λεγε κι ο οβελίξ μπροστά στη φράμπαλα. Ή μάλλον... «προ’πς παλοπ’ς», όπως θα πρόσθετε περήφανα ο παναγιώτης λαφαζάνης στη βουλή, με το κεφάλι ψηλά, όπως έλεγε και το χτεσινό πρωτοσέλιδο της αυγής για το ημίσκληρο τυράκι της σκληρής διαπραγμάτευσης.

Το 86’ βέβαια, που μόλις ξεκινούσε τη συγγραφική-πασοκική του καριέρα ο στέλιος –που σήμερα είναι ευρωβουλευτής του σύριζα με ποταμίσια ψυχή- ο τόπος είχε κεντρώο πρόεδρο-βυζαντινό αυτοκράτορα: ο σχολαστικισμός του σαρτζετάκη, τα παπατζιλίκια του ανδρέα, τα χρωματιστά ψηφοδέλτια, τα αντίποινα του καλπογιάννη, τα αντιδεξιά σύνδρομα, οι δικές μας αυταπάτες, το θυμικό του κυρίαρχου λαού, που έπρεπε να διεγερθεί για να καλυφθεί η ουσία... α, ωραία πράγματα, αυτές ήταν εποχές!

Ενώ τώρα ο αλέξης δεν κάνει ούτε καν αυτά τα δευτερεύοντα για τις εντυπώσεις. Πολλοστή απόδειξη του πόσο πίσω είναι από το πασόκ του 81’ –και του 85’ δηλ, αν όχι και από τις πιο πρόσφατες εκδοχές του. Γενικά το πασόκ είναι σαν τις εκδόσεις των windows κι η τελευταία ειδικά ήταν άκρως προβληματική σαν τα windows (σ)vista. Και μπορεί να εξαϋλώντεται, αλλά κατά βάθος είναι πάντα εκεί, σαν πέμπτη διάσταση του ελληνικού χωροχρόνου.

Το πιο ωραίο μάλιστα είναι πως τον πάκη τον ψήφισαν από κοινού συγκυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, να συνηθίζουν από τώρα για το μεγάλο συνασπισμό, που θα κληθούν να συγκροτήσουν κάποτε και να πιστοποιηθεί με τη βούλα και σε συμβολικό επίπεδο η ενσωμάτωση του σύριζα κι η ομαλή του ένταξη στα πλαίσια ενός σοβαρού κι υπεύθυνου δικομματισμού, με πολιτικό savoir vivre και ιπποτικές παραχωρήσεις σε τέτοια δευτερεύοντα, λειτουργικά ζητήματα της αστικής μας δημοκρατίας.

Κι έτσι ψήφισαν όλοι. Δηλ σχεδόν όλοι. Γιατί ένας ηρωικός κι ανυπότακτος λαφαζάνης το ‘πε σχεδόν από μέσα του, για να μην πάρει μετά η ελληνοφρένεια το ηχητικό και του το χτυπάει για μια ζωή. Και γιατί ο μαρξιστής λαπαβίτσας εξήγησε γραπτά τις διαφωνίες του, εφαρμόζοντας ένα δικό του, ιδιότυπο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Λέμε ό,τι θέλουμε, όπου θέλουμε, αλλά κάνουμε τελικά ό,τι θέλει η ηγεσία. Κι η γαϊτάνη δεν πήγε στο ραντεβού με την ιστορία και την εθνική συμφιλίωση, όπως δεν πήγε και ο (κούλης-κούλα μ’ ακούς; πολύ κωλόπαιδο ο...) κυριάκος, πήγε όμως η ντόρα.


 Κι όπως και να ‘χει το πράγμα, όσο δευτερεύον ή ανούσιο κι αν είναι το ζήτημα, έχει πάντα πλάκα να να βλέπεις το λαφαζάνη να ψηφίζει έναν δεξιό, που δεν τον στήριξε (ο) ένας μητσοτάκης.
Όπως επίσης έχει πλάκα να βλέπεις το σύριζα να εκλέγει μνημονιακό πτδ και να έχει ως τελευταία γραμμή άμυνάς του πως τουλάχιστον δεν είχε διατελέσει υπουργός την εποχή των μνημονίων, αθωώνοντας όμως έτσι την προηγούμενη περίοδο του καραμανλή –που μπορεί όντως με απλοϊκούς, σχηματικούς όρους να φαντάζει έως κι αριστερός, σε σχέση με όσα ακολούθησαν.
Όπως ακόμα-ακόμα έχει πλάκα να βλέπεις τους ψηφοφόρους του «αριστερού σύριζα» του 4% να μένουν πάκηδες με τις κυβερνητικές επιλογές, να πέφτουν από τα σύννεφα, να απογοητεύονται, αλλά τελικά να βρίσκουν τρόπο να τα βολεύουν μέσα τους και να δικαιολογούν τα πάντα.

Έχει εξάλλου ιδιαίτερο συμβολισμό αυτή η κίνηση-ακινησία με την επιλογή του πάκη, που έμεινε ακίνητος κι ασυγκίνητος, σαν μπάτσος μπροστά σε φασίστες, στην χυδαία, φασιστική επίθεση του κασιδιάρη σε δύο γυναίκες. Κι ενώ αρχικά πίστευα ότι το ιδανικό πρόσωπο για μια θέση πτδ-παρελασιάρχη, που δε σημαίνει και δεν κάνει απολύτως τίποτα, θα ήταν ο κατεξοχήν κύριος τίποτα (δηλ ο αβραμόπουλος με το κεπ, τα ρέι-μπαν και τα δημαρχιακά καγκελάκια), πείστηκα εν τέλει πως ο προηγούμενος συμβολισμός με το μολυβένιο-ακούνητο στρατιωτάκι είναι πιο δυνατός κι εύστοχος.

Ακίνητοι! Χέρια ψηλά, κι όλα τα φτάνω, όλα τα ψηφίζω, με το κεφάλι επίσης ψηλά, όπως στο πρωτοσέλιδο της αυγής. Σοσιαληστεία, όλοι ακίνητοι! Προσμένοντας ίσως κάποιο θάμα από την αθηνά, χωρίς να κουνάμε το δαχτυλάκι μας.
Η ακινησία είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Η κατοικία των θεών

Πριν μπούμε για τα καλά, σοβαρά στα της προεκλογικής περιόδου, κι εφόσον αυτή ξεκίνησε με φαιδρές εξελίξεις, όπως την χτεσινή ίδρυση του κινήματος αλλαγής του γιωργάκη (ένας γιώργος στο νερό, τιμημένο κιδησό), η κε του μπλοκ δε θεωρεί πως παρεκκλίνει του γενικότερου κλίματος με τη σημερινή ανάρτηση για το τελευταίο αστερίξ, που έτυχε να παρακολουθήσει πρόσφατα στον κινηματογράφο.
Και δη στα ster, γιατί μόνο εκεί το βρίσκαμε υποτιτλισμένο, που είναι τόσο «εγκαταλειμμένο» και «παρακατιανό» για τα γκλαμουράτα δεδομένα αυτών των εμπορικών καταστημάτων, που νιώθεις σχεδόν ψαγμένος κι εναλλακτικός για την επιλογή σου, στηρίζοντας ένα μικρότερο μονοπώλιο ενάντια στο μεγαλύτερο. Κάτι σα να πίνεις πέπσι αντί για κόκα κόλα, που τη διαφήμιζαν πριν την ταινία. Ούτε γουλιά λέμε.


Και μέχρι να δεήσει να σκάσει μύτη μια δεύτερη παρέα, αφενός αρχίζεις να αμφιβάλλεις αν είσαι στη σωστή αίθουσα, αφετέρου νιώθεις ενδόμυχα λίγο σαν τους δικούς μας ηγέτες στην εσσδ και λοιπές σοσιαλιστικές δυνάμεις, που είχαν λέει ιδιωτικές αίθουσες πρώτων προβολών. Λες όμως σφε να παίξει προβοκάτσια κι αντί για αστερίξ, να μας βάλουν να δούμε με το στανιό το ιντερβιού;

Ξεπερνώντας λοιπόν την αίσθηση του γεροντοπαράξενου που προτιμά κλασικές μορφές κι αποφεύγει εφέ, θρι-ντι και μεταγλωττισμένες εκδοχές, νιώθεις να επικοινωνείς με το κοινό της αρχαιότητας, που ήξερε μεν πάνω-κάτω την υπόθεση του έπους, αλλά ήθελε να δει πώς θα το μεταφέρει ο εκάστοτε αοιδός. Και τι άλλο παρά ένα μικρό αριστούργημα με επικές διαστάσεις είναι εξάλλου οι περιπέτειες του αστερίξ του γαλάτη –τουλάχιστον όσες γράφτηκαν από τον γκοσινί;

Ο συγκεκριμένος αοιδός λοιπόν απέφυγε την πεπατημένη της μίξης διαφορετικών ιστοριών –που μόνο στο «μάντη» (με ολίγη από «αγώνα των αρχηγών» είχε συμπαθητικό αποτέλεσμα), κρατώντας στο πρώτο μέρος τη δομή της αρχικής υπόθεσης και τα περισσότερα αστεία της, για να ακολουθήσει κι ένα δεύτερο με δικούς του αυτοσχεδιασμούς και προεκτάσεις, χωρίς να το ξεχειλώσει όμως. Κατάφερε με άλλα λόγια το κυριότερο: να παραμείνει σε αξιοπρεπή επίπεδα, σεβόμενος το θεατή αλλά και τους δημιουργούς του πρωτότυπου έργου. Κάτι που δεν κατάφερε σε κανένα σημείο η τελευταία αντίστοιχη απόπειρα, με τους νορμανδούς.

Βοηθάει αρκετά βέβαια κι η συγκεκριμένη ιστορία, που περιέχει πολλά σημεία με έμμεση κοινωνική κριτική –ίσως τα περισσότερα μετά από το «οβελίξ και σία», που είναι κάτι σαν το απόλυτο εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας για αρχάριους και κλειδί για την κατανόηση του χαρακτήρα της τρέχουσας καπιταλιστικής κρίσης. Χωρίς να διακρίνεται από κάποιο σαφές ταξικό στίγμα –κάτι που φαίνεται και στους περισσότερους ήρωές του- ο γκοσινί προχωρά σε μια καυστική, διεισδυτική ανάλυση της αντίθεσης πόλης-χωριού και της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος με την άναρχη δόμηση –κάτι σαν κριτική της αστυφιλίας από έναν μάλλον.. αστόφιλο δημιουργό. Ενώ αποδίδει παραστατικά πώς η δύναμη του χρήματος μιας ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης μπορεί να κατακτήσεις άλλες χώρες (χωριά) και πολιτισμούς, εκεί που αποτυγχάνουν να το κάνουν τα όπλα.

Από αυτήν την άποψη, η κατοικία των θεών –και το γαλατικό χωριό εν γένει- παραπέμπει ευθέως στην περίπτωση της κούβας και τις πρόσφατες εξελίξεις στο νησί. Που είχε αρκετό μαγικό ζωμό –ο οποίος νοείται με καθαρά πολιτικούς όρους κι όχι προφανώς ως ένα μαντζούνι με μαγικές ιδιότητες- για να αντέξει τις συνέπειες της αντεπανάστασης και την ιμπεριαλιστική περικύκλωση απ’ τα ρωμαϊκά οχυρά και την αυτοκρατορία πίσω τους, αλλά η επίδραση του ζωμού δεν κρατάει για πάντα –εφόσον δεν ανανεώνεται ανά τακτικά διαστήματα- ούτε μπορεί να θρέψει τους κατοίκους του νησιού, για να λύσουν το πρόβλημα της επιβίωσης και των καταστροφικών συνεπειών του εμπάργκο.

Η αστική καταγωγή του γκοσινί γίνεται περισσότερο εμφανής στο κόμικ στη σάτιρα που κάνει στον εργατικό συνδικαλισμό, τα παράλογα αιτήματά του και τη συντεχνιακή νοοτροπία των λεγεωνάριων, που προχωρούν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, ζηλεύοντας τις κατακτήσεις των σκλάβων-εργατών –μία από τις διεκδικήσεις τους που ικανοποιήθηκε πχ ήταν να γίνεται το κάλεσμα για το συσσίτιο με μια γλυκολάλητη άρπα, αντί της παραδοσιακής βάρβαρης καραμούζας. Στη μεταφορά της ιστορίας στην ταινία όμως, η διασκευή δίνει μια έξυπνη εναλλακτική εκδοχή, καθώς οι σκλάβοι-χτίστες δεν απελευθερώνονται (όπως στο πρωτότυπο), αλλά πείθονται να υπογράψουν συμβόλαια με τους ίδιους όρους (μισθολογικούς και σχετικούς με τη διαμονή τους στην κατοικία των θεών). Οπότε τυπικά μεν είναι ελεύθεροι, αλλά καταλήγουν να δεχτούν συναινετικά τη μισθωτή σκλαβιά τους που ουσιαστικά δεν έχει καμία διαφορά με την προηγούμενή τους κατάσταση.

Στο κόμικ αντιθέτως, οι σκλάβοι μένουν ελεύθεροι, όπως είδαμε, μετά το χτίσιμο της πρώτης πολυκατοικίας και στο τελευταίο καρέ που εμφανίζονται, καταλαβαίνουμε πως πρόκειται για τους γνωστούς μας πειρατές, που τους συναντάμε και σε επόμενες ιστορίες, πάνω σε πλοία που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βυθίζονται. Πολύ αργότερα, και μετά το θάνατο του γκοσινί, ο ουντερζό –που δεν έφτανε ούτε στο δαχτυλάκι της έμπνευσης του παρτερνέρ του- βάζει στη γαλέρα του οβελίξ τον σπάρτακο και τους συντρόφους του να εξεγείρονται και να ψάχνουν διέξοδο στην χαμένη ατλαντίδα, που –τότε δεν είχε χαθεί ακόμα και- συμβολίζει από μία άποψη την ουτοπία. Κι ήταν όντως ουτοπική κάθε απόπειρα να τεθεί συνολικά το ζήτημα μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευσης εκείνα τα χρόνια, γι’ αυτό κι οι περισσότερες από αυτές τις εξεγέρσεις περιορίζοντας συνήθως στη διεκδίκηση μιας αλλαγής της κοινωνικής θέσης των συγκεκριμένων σκλάβων κι όχι στην κατάργηση του θεσμού της σκλαβιάς συνολικά και το γενικότερο κοινωνικό μετασχηματισμό.

Ένα τελευταίο στοιχείο σχετικό με την ιστορία, έχει επισημανθεί και σε μια παλιότερη ανάρτηση της κε του μπλοκ, με τον ίδιο τίτλο, από την οποία αντιγράφω και το σχετικό απόσπασμα.
Οι ρωμαίοι θέλουν να εκχερσώσουν το δάσος και να χτίσουν μια πολιτεία. Κόβουν δέντρα τις νύχτες -προσεχτικά μα το δία- για να μην τους πλακώσουν στις μπούφλες οι γαλάτες. Οι οποίοι πηγαίνουν κάθε πρωί με το δρυίδη στο εργοτάξιο και πετάνε καρπούς βελανιδιάς βουτηγμένους σε μαγικό ζωμό που φυτρώνουν στο δευτερόλεπτο και ξαναγίνονται δέντρα. Όπου ήταν δάσος θα ξαναγίνει δάσος.

Ο αστερίξ παθαίνει την πλάκα του.
-Δεν είναι απίστευτο οβελίξ;
-Ποιο πράγμα;
-Πόσο γρήγορα μεγάλωσαν οι βελανιδιές...
-Ω μα δεν έχω δει βελανιδιά να μεγαλώνει και δεν ξέρω πόσο γρήγορα γίνεται συνήθως.
Σάμπως ξέρουμε εμείς πόσο γρήγορα γίνεται ο κομμουνισμός;

Εν κατακλείδι, ποιο είναι το συμπέρασμα σφοι;

Ότι μυημένοι ή αμύητοι στην κλασική παιδεία του αστερίξ, αξίζει να (πάτε ή να κατεβάσετε για να) δείτε την ταινία. Αρκεί να μη βάλετε υπερβολικά ψηλά τον πήχη κι απογοητευτείτε. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την καινούρια ιστορία στη σειρά των κόμικ, ο αστερίξ στους πίκτους, την πρώτη που δεν συμμετέχει κανείς από τους αρχικούς δημιουργούς της, παρά τα όποια εύκολα κλισέ και τα εμφανώς χειρότερης ποιότητας σκίτσα, που δεν εκπέμπουν την ίδια ζεστασιά με αυτά του ουντερζό. Και το οποίο κατατάσσεται στην κατηγορία, που όπως θα έλεγε και το λαϊκό στρώμα, κυμαίνεται από το «δε με πρόσβαλε» έως το «δεν τρελάθηκα». Κι είναι πολύ σημαντικό να μη σε προσβάλλει κάτι στις μέρες μας.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Από αύριο δίαιτα

Εντάξει, δεν εννοώ ακριβώς δίαιτα, ξέρεις… προσεγμένη διατροφή μάλλον. Μήπως όμως όλα αυτά είναι βλακείες; Όχι ακριβώς. Αρκεί να τα δεις από σωστή σκοπιά. Ναι αλλά πώς μπορούμε να δούμε από μαρξιστική σκοπιά ένα διαιτολόγιο; Έχουμε και λέμε.

Η μέρα μας ξεκινά με δέκα οπορτουνιστές, που τους έχουμε για πρωινό. Κι εφόσον η πάλη απέναντι στον οπορτουνισμό είναι βασικός παράγοντας που δεν πρέπει να υποτιμάμε, καταλαβαίνεις γιατί το πρωινό θεωρείται τόσο σημαντικό γεύμα, που δεν πρέπει να παραλείπουμε.

Η βάση της δίαιτάς μας είναι το ταξικό κόκκινο κρέας, με στόχο τη λαϊκή παχυσαρκία (θα αναλυθεί παρακάτω) κι ενδεδειγμένη ποσότητα τα τρία πιτόγυρα, γιατί ο τρίτος γύρος θα είναι ο τελικός –οι δύο πρώτοι δε μας χόρτασαν. Κατ’ αντιστοιχία του οβελίξ, που όταν είναι άρρωστος ή στενοχωρημένος τρώει μόνο δύο αγριογούρουνα (σα να λέμε τίποτα). Ενώ η μόνη αξία χρήσης των ψαριών του αλφαβητίξ στο γαλατικό χωριό είναι να ξεκινάνε καβγάδες για το πόσο φρέσκα είναι. (Και αν τέλος πάντων πρέπει οπωσδήποτε να φάει κανείς ψάρι, ας προτιμήσει τα άλικα μπαρμπούνια).

Αν υπάρχει στην πραγματική ζωή κάτι αντίστοιχο του γαλατικού χωριού, αυτό θα ήταν η θεσσαλονίκη, όπου ο γύρος είναι βαρύς και σταλινικός, μεγάλος σαν αγριογούρουνο και στάζει λάδι –γιατί ως σταλινικοί είμαστε γνωστοί αιμοσταγείς, αρκεί να μην καταφεύγουμε σε εγκλήματα και σε ωμότητες τις ώρες αιχμής, που δεν προλαβαίνει να ψηθεί καλά το κρέας. Κι ας μην ανοίξουμε καλύτερα το ζήτημα ποιος έχει δίκιο με την ορολογία (σάντουιτς, πουρουφάν και τα σχετικά), αφενός γιατί δεν έχει κανένα νόημα αυτή η συζήτηση, κι αφετέρου γιατί έχουμε προφανώς δίκιο στη λδ του βορρά και το κομμουνιστικό κίνημα τασσόταν παραδοσιακά με  τους βόρειους (βιετνάμ, κορέα) ή τους ανατολικούς (λδγ). Εκτός από τις υεμένες, όπου νομίζω πως ήμασταν με τη δυτική.

Κι η σαλάτα; Ποια είναι η πρότασή μας για τη σαλάτα (όχι μες στο σάντουιτς, γενικώς); Εδώ ακολουθούμε ομόχρωμο σκεπτικό και βασιζόμαστε στις πιπεριές φλωρίνης, τη (μάτα τη) ντομάτα και το (βρασίδα το) κρεμμύδι, γιατί είμαστε ό,τι τρώμε, δηλ κόκκινοι –κι όχι γουρούνια εκ του χοιρινού. Εκτός κι αν εννοείς την αλληγορία του όργουελ στη φάρμα των ζώων, ότι εμείς δε λυγίσαμε, όπως τα άλλα γουρούνια που μεταλλάχτηκαν κι έγιναν άνθρωποι, σαν τους καπιταλιστές της δύσης. Ναι αλλά με αυτή την αστική λογική δεν πάμε μακριά, γιατί για να παραμείνεις άνθρωπος, πρέπει να τρως τους συνανθρώπους σου. Κι αυτός ο κανιβαλισμός είναι η βασική κινητήρια αρχή στον καπιταλισμό.

Αν θυμάσαι λοιπόν τη φρουτοπία της οικογένειας σοφιανού (τι σχέση να έχουν άραγε με το νίκο;) και το επεισόδιο με το τοπικό ντέρμπι μεταξύ κόκκινης θύελλας και παγκιτρινιακού, εμείς είμαστε με την πρώτη (που παίζει να ‘χε την υποστήριξη του αιμίλιου του μήλου, του ηγέτη της χώρας, και να ήταν κάτι αντίστοιχο με την τσσκα) ενάντια στο δεύτερο, που σε ένα άλλο επίπεδο θα μπορούσε να συμβολίζει την κίτρινη δεύτερη διεθνή του κάουτσκι.


Αν και γενικά, είμαστε από θέση αρχής με το λεμόνι, κι ας γινόμαστε οι ‘ξινοί’ της υπόθεσης, που χαλάνε την ζαχαρένια των μικροαστών. Κι αν θέλουμε να προσδώσουμε στο μενού μας μια διεθνιστική νότα από τον αδύναμο κρίκο της λατινικής αμερικής, θα θυμούνται οι σύντροφοι που πήγαν προ οκταετίας στο φεστιβάλ της ποδν στη βενεζουέλα, τι περιελάμβανε το πλούσιο μενού των διοργανωτών: μπανάνες ψητές, μπανάνες βραστές, μπανάνες τηγανητές, μπανάνες σκέτες, μπανάνες πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Άλλο αν οι γιάνκηδες δεν μπόρεσαν μέχρι τώρα να την κάνουν μπανανία (είναι μία, μόνο μία…)

Γιατί τα πιάσαμε όμως όλα αυτά;
Γιατί τις προάλλες ο μητσοτάκουλας που έκλεισε (απ)αισίως τα 95 του, πήγε σε μια εκπομπή του μέγκα για την υγεία να εξηγήσει το μυστικό της μακροζωίας του και τη διατροφή που ακολουθεί (όσπρια, ντολμαδάκια, κτλ). Αλλά ο βασικός λόγος που κατάφερε να μακροημερεύσει, σε αντίθεση με αρκετούς εκπροσώπους της γενιάς του, είναι πως δεν έμπλεξε ποτέ με… επικίνδυνα αντάρτικα στην αντίσταση και τρεφόταν από τρία διαφορετικά συσσίτια κατά τη διάρκεια της κατοχής (ενώ άλλοι ούτε από ένα). Έφαγε απ’ των εγγλέζων, έφαγε απ’ των κρητικών, έφαγε απ’ των δικηγόρων. (Όλοι μαζί τα) φάγανε, φάγανε, φάγανε…


Και κάνει μπάνιο στο μαράθι, δίπλα στις βάσεις της σούδας, οπότε έχει απορροφήσει ακτινοβολία, που τον προστατεύει –αν και ο καρκίνος θερίζει στην περιοχή κι αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο.

Ενώ οι δικοί μας αιωνόβιοι παππούδες (που έχουν βάλει στο μάτι το ρεκόρ του γκιαπ, που πέθανε πλήρης ημερών στα 102) έχουν άλλα «μυστικά». Έχουν περάσει από αντάρτικα, βουνά, κακουχίες, που τους ατσάλωσαν· κι έχουν περιφρονήσει τόσες φορές το θάνατο, για να θριαμβεύσει η ζωή, που δεν τους τρομάζει πια. Αλλά οι δικές τους ιστορίες δύσκολα θα βρουν χώρο στην εκπομπή του μέγκα για την υγεία.

Ο λαός κατάφερε με τα πολλά να αφήσει πίσω του την πείνα της κατοχής, αλλά του έμεινε αμανάτι το σχετικό σύνδρομο κι οι δωσίλογοι. Θυμάμαι πχ τον παππού μου που του έμεινε το κουσούρι να τρώει στο τραπέζι πρώτα το κρέας και μετά όλα τα άλλα, γιατί θα ήταν κρίμα, μία στα τόσα που το είχανε, να γίνει καμιά στραβή, να τους βρει στη μέση κάνας έκτακτος συναγερμός και να πάει χαμένο.

Ποιο ήταν τα αποτέλεσμα; Μετά από μια εξαιρετικά λιπόσαρκη γενιά, όπως μπορεί ακόμα να δει κανείς στα πλάνα από το πάρτι στη βουλιαγμένη με τον κηλαηδόνη, να καταλήξουμε στη λαϊκή παχυσαρκία –και την μπυροκοιλιά του κλασικού οικοδόμου με τα γυμνασμένα μπράτσα- με τις έτοιμες λιπαρές –και πρωτίστως φτηνές- τροφές, γιατί η φτώχια θέλει καλοπέραση.

Ενώ η καλή διατροφή (χώρια η άσκηση, τα γυμναστήρια, κτλ) θέλει να έχεις χρόνο κι όρεξη να μαγειρεύεις μετά τη δουλειά, ή να έχεις δουλειά για να μπορείς να αγοράζεις καλά αγνά υλικά και βιολογικά προϊόντα, ή συμβουλές ενός ειδικού (διαιτολόγου) και καταλήγει πολλές φορές να είναι πολύ ακριβό σπορ για λίγους και προνομιούχους. Γιατί μόνο αυτοί είναι κοινωνικά παχύδερμα, που τους περισσεύουν λεφτά για ξόδεμα, για να χάσουν αυτά που τρώνε, την ώρα που κάποιοι άλλοι δεν έχουν τι να φάνε.


Για αυτό το μόνο σωστό σύνθημα για τα λαϊκά στρώματα είναι «σωστή διατροφή με λαϊκή εξουσία». Κι από αύριο, μαζί με τη δίαιτα (την άθληση κι ό,τι άλλο σχετικό) να αρχίσουμε πιο σοβαρά και τον αγώνα να αλλάξουμε τον κόσμο και μέσα από αυτόν κι εμάς τους ίδιους. Το χρωστάμε στον εαυτό μας, στη σιλουέτα μας και την αξιοπρέπεια της τάξης μας.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Οβελίξ και σία

Προϋπόθεση για να μελετήσουμε συστηματικά την τρέχουσα κρίση, είναι να καταφύγουμε στα κείμενα των κλασικών. Κι ένα τέτοιο κείμενο είναι το δεύτερο τεύχος από τις περιπέτειες του αστερίξ, με τίτλο οβελίξ και σία. Η διεισδυτική ματιά του γκοσινί αποδίδει με εκλαϊκευτικό τρόπο διαχρονικά νοήματα και φτάνει πολύ πιο βαθιά από διάφορες σύγχρονες αναλύσεις περί κρίσης χρέους.


Όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τους ήρωες του κόμικ, μπορούν να σταματήσουν εδώ την ανάγνωση και να περιμένουν το επόμενο κείμενο. Όσοι απλώς δε γνωρίζουν την υπόθεση της συγκεκριμένης περιπέτειας, μπορούν να διαβάσουν εδώ μια περίληψη και να μπουν στο νόημα.

Ο γκοσινί βάζει τους ειρηνικούς κατοίκους του γαλατικού χωριού να παράγουν μενίρ αδιάκοπα, με ρυθμούς εντατικής ανάπτυξης. Ένα καυστικό σχόλιο πάνω στον φετιχισμό του εμπορεύματος και στην παραγωγή για την παραγωγή –κατ’ αντιστοιχία της τέχνης για την τέχνη- που αποσκοπεί στην ανταλλαγή –και κατά συνέπεια στο κέρδος- κι οδηγεί νομοτελειακά στην υπερπαραγωγή και την κρίση. Και το πιο ωραίο είναι ότι κανείς δεν έχει καταλάβει –ακόμα και σήμερα- σε τι ακριβώς χρησιμεύει ένα μενίρ. Ή με όρους μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, ποια είναι η αξία χρήσης του.

Η αλυσίδα χρήμα- εμπόρευμα-χρήμα σπάει στον κρίκο του εμπορεύματος κι οδηγεί στην απαλλοτρίωση των μικροπαραγωγών, την καταστροφή της βασικής παραγωγικής δύναμης που είναι ο άνθρωπος και την απαξίωση κεφαλαίων, με την επίθεση των αγανακτισμένων γαλατών στο ρωμαϊκό στρατόπεδο, όπου τα κάνουν όλα λίμπα, με συνείδηση λουδίτη μεν, καταδεικνύοντας δε ότι η διέξοδος βρίσκεται στο συλλογικό αγώνα κι είναι πάντοτε πολιτική, στο πεδίο της ταξικής πάλης κι όχι καθορισμένη ντετερμινιστικά από κάποιες επιστημονικές αυθεντίες.

Στο ενδιάμεσο οι γαλάτες είχαν φτάσει μέχρι του σημείου, να κυνηγάνε οι μισοί εξ αυτών αγριογούρουνα για να εξασφαλίσουν τροφή στους άλλους μισούς που έφτιαχναν μενίρ. Περίπου όπως σήμερα, που μόνο τα φαγάδικα έχουν τζίρο κι είναι βιώσιμα. Με τη διαφορά ότι οι άλλοι μισοί.. στην κίνα βρίσκονται, ή αμείβονται με μισθούς κίνας. Πολλές φορές και καθόλου. Ανεργία και χαρά..

Στο πρόσωπο του κάιους τεχνοκράτιους ο γάλλος σατιρίζει το σύγχρονο σινάφι των γκουρού της οικονομίας και τη δύσκολη έως ακατανόητη –στο ευρύ κοινό- ορολογία που χρησιμοποιούν, για να θολώσουν τα νερά. Σπρεντς, σι ντι ες, σελέκτιβ ντιφόλτ –που δεν είναι αυτό που νομίζετε, έγινε κάποιο λάθος στη μετάφραση- κοκ για να καταλήξει στο: εσύ πρέπει πληρώσει χρέος. Και στην πιο εκχυδαϊσμένη εκδοχή του: όλοι μαζί τα φάγαμε.

Στο τέλος βέβαια υπονοείται η κρατούσα αστική ερμηνεία της κρίσης: ότι φταίει ο χρυσοκάνθαρος, το golden boy, η λανθασμένη πολιτική διαχείρισης που ακολούθησε. Και κατά δεύτερο λόγο η κρατικοδίαιτη συντεχνία των κατασκευαστών μενίρ που αδειάζει το δημόσιο ταμείο της ρώμης.

Αλλά τα νοήματα του έργου πηγαίνουν πιο βαθιά από την επιφάνεια. Σε πολιτικό επίπεδο ο γκοσινί επεξηγεί το μηχανισμό ενσωμάτωσης των μικροαστών στις συστημικές αξίες και το όνειρο των γαλατών που ξεχνάνε την ταπεινή τους καταγωγή και μεγαλοπιάνονται.
Ενώ σε οικονομικό επίπεδο δίνει ένα παράδειγμα εφαρμογής του νόμου της που του μου που κου (πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους), όπου αν ξεπηδήσει ένας κλάδος με δυναμική, πλακώνουν πολλά κεφάλαια, κερδίζουν για κάποιο διάστημα, αλλά προοπτικά χαντακώνουν την δυνατότητα διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Το αυτό και σε διακρατικό επίπεδο, με τους ρωμαίους παραγωγούς μενίρ -που δεν υπήρχαν καν ως κλάδος- να αντιδρούν ενάντια στην κοινή ρωμαϊκή αγορά της εποχής και τα ξένα προϊόντα που τους παίρνουν τη δουλειά.

Παράλληλα ο γκοσινί κάνει μία ενδιαφέρουσα νύξη σε μια αποστροφή των Grundrisse του Μαρξ –οικονομικά χειρόγραφα υπό μορφή σημειώσεων, προπαρασκευαστικά του Κεφαλαίου, που ήρθαν στη δημοσιότητα μόλις τη δεκαετία του 1930- για τη γενική διάνοια (general intellect) και την επιστήμη ως άμεση παραγωγική δύναμη –αν το μεταφέρω σωστά από μνήμης- στο πρόσωπο του πανοραμίξ που δίνει μαγικό ζωμό στους κατασκευαστές μενίρ, μειώνοντας τον μόχθο του χειρώνακτα στο ελάχιστο. Κι εφόσον η γνώση είναι κάτι που –σε αντίθεση με τα κοινά εμπορεύματα- μπορούμε να τη δώσουμε χωρίς να την αποστερηθούμε, τα καλούπια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας που επιχειρούν να τη μεταχειριστούν ως εμπόρευμα, αποδεικνύονται στενά κι αναχρονιστικά.

Σε ένα γενικότερο επίπεδο, το γαλατικό χωριό ως σύλληψη –σε αντίθεση με το εξ αμερικής ορμώμενο ιδανικό του τυχερού, μοναχικού καουμπόι- προσφέρεται για μια σειρά κινηματικούς συνειρμούς.
Το κκ είναι ένα είδος συλλογικού διανοούμενου, που περικλείει στις γραμμές του το σπέρμα της λαϊκής συμμαχίας, και στο σήμα του την ένωση του σφυριού της εργατικής τάξης του σιδερά αυτοματίξ, με το δρεπάνι του διανοούμενου πανοραμίξ που είναι ο πνευματικός καθοδηγητής του χωριού και παίζει στα δάχτυλα τον μ-λ, τον οποίο και κωδικοποιεί σε διάφορες σοφές συνταγές και μαγικά μαντζούνια.

Όμως, παρά τη διαλεκτική άρση της διαφοράς πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας, ελλοχεύει ο κίνδυνος του καπελώματος των μεν απ’ τους δε. Η κοινωνία του μέλλοντος θα προκύψει ως μια ζωντανή διαδικασία, η οποία καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, κι όχι μέσα από έτοιμες συνταγές παρμένες από τον τσελεμεντέ του αναρχίξ. Μέσα από πάλη κι όχι μεταφυσικά με κάποιο μαγικό ζωμό. Ο πανοραμίξ έχει γενική εποπτεία της παραγωγής –βάση ονόματος μεταξύ άλλων- αλλά πρέπει να είναι αιρετός κι ανακλητός ανά πάσα στιγμή απ’ τη βάση του χωριού.

Κατά τα άλλα, ο ιντεφίξ είναι το κομματικό σκυλάκι που έρχεται στις μάχες με τους ρωμαίους και γαβγίζει τους μπάτσους. Ο οβελίξ είναι κάτι σαν την περιφρούρηση των οικοδόμων, κι απλώς θέλει να του εξηγήσουν για τι παλεύουμε, που είναι κι η βάση της συνειδητής πειθαρχίας κάθε κομμουνιστή. Ο μαζεστίξ έχει το κύρος του γγ, που κανείς αστός αρχηγός δε θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει. Είναι γενναίος, ατρόμητος και το μόνο που φοβάται είναι μη τυχόν μας πέσει ο ουρανός στο κεφάλι την ώρα που θα επιχειρούμε την έφοδο προς αυτόν –ό,τι περίπου πάθαμε με τη σοβιετική ένωση και τις λοιπές λδ.

Ο μαθουσαλίξ είναι ο βετεράνος με τις ιστορίες από το παρελθόν, σαν αυτούς τους ξεχασμένους παππούδες που συναντάς στα γραφεία στις συνοικιακές κόβες και σου διηγούνται ώρες ατέλειωτες, χωρίς ειρμό για τον περιφανή θρίαμβο του εαμ στη ζεγκόβια. Κι η αλεζία; (βάρκιζα).
-Ποια αλεζία; Τι τη θέλετε τέλος πάντων αυτή την αλεζία, ε; Μου λέτε;

Ο αλφαβητίξ είναι ένας οπορτουνιστής που τρώει ψάρια, αλλά υποτάσσεται στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό του χωριού και τα αγριογούρουνα. Οι αντιλήψεις του αποτέλεσαν τη βάση για τη ρεφορμιστική μετάλλαξη του γαλλικού κκ που τα ‘κανε θάλασσα και σήμερα είναι ένα θλιβερό απομεινάρι του ένδοξου παρελθόντος του. Τα αμφίβολης φρεσκάδας –σαν τα ψάρια του- επιχειρήματά του, για την ανανέωση της δίαιτας και των συνηθειών μας με πιο light θέσεις, γίνονται συχνά αφορμή για ασήμαντους καβγάδες στο εσωτερικό του χωριού, όσο δε μας παίρνει να τα βάλουμε με τους ρωμαίους, και παίζουμε αναμεταξύ μας.
Είναι τρελοί αυτοί οι κομμουνιστές.

Μαζί κι ο κακοφωνίξ, μια διαρκής παραφωνία στη σωστή γραμμή του κόμματος, που είναι αξιαγάπητος για παρέα όταν κρατάει κλειστό το στόμα του στις κόβες. Αλλά όταν αρχίζει τη γκρίνια, οι σύντροφοι τον κόβουν στεγνά, με συνοπτικές, σταλινικές διαδικασίες. Όχι δε θα τραγουδήσεις. Στην ουσία ενσαρκώνει έναν πρόδρομο του ρασούλη στο ρόλο του τροτσκιστή βάρδου.

Ο προφανής συνειρμός με το γαλατικό χωριό της κούβας, έχει αναλυθεί σε προηγούμενα κείμενα, και δε θα επεκταθώ περαιτέρω.
Όσο για τον ατσαλάκωτο αστερίξ, η κε του μπλοκ τον θεωρεί ντροπή του κόμικ κι αρνείται να σχολιάσει το παραμικρό.

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Η μελωδία της παρακμής

(ή αλλιώς, Mια βραδιά στον Καρρά)

Σάββατο απόβραδο (και ασετυλίνη). Οι μάζες ετοιμάζονται για τη νυχτερινή τους έξοδο και νιώθουν τον πυρετό του σαββατόβραδου να τυλίγει γλυκά τα μηλίγγια τους.
Η κε του μπλοκ αποτίνει το δικό της φόρο τιμής στον μολώχ της νύχτας με μία μελέτη του κμε (κομάντο μπουζουκόβιας εντροπίας), που ανήκει σε εκείνη την κατηγορία κειμένων που μπαίνουν στον ρίζο με τεράστια γράμματα ως ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΜΑΣ. Όπερ σημαίνει ότι απηχεί αποκλειστικά απόψεις και πρακτικές του συγγραφέα του.
Καλή ανάγνωση.

.

Με τα λόγια να κρύψεις τις πράξεις γιατί προσπαθείς;

Για να διασωθεί το -όποιο- κύρος του γράφοντος θα πρέπει να τονίσουμε πως η συγκεκριμμένη έξοδος στη βαθιά νύχτα της συμπρωτεύουσας δεν αποτελεί συνήθειά του, αφού: 1) δεν μπορεί να υποστηρίξει οικονομικά τέτοιες συνήθειες 2) γνωρίζει πολύ καλά πως η χρυσή εποχή των σκοτεινών σκυλάδικων τελείωσε λίγο πριν τη γέννηση του 3) ο ελιτίστικος διανοουμενισμός του (εμφανής στη συνήθειά του να αναφέρεται στον εαυτό του σε γ' πρόσωπο σαν τον Ιούλιο Καίσαρα) δεν επιτρέπει εύκολα τη συμμετοχή του σε τέτοιες διασκεδάσεις.
Παρ' όλα αυτά, λόγω της μεγάλης αγάπης του για το λαϊκό/ρεμπέτικο τραγούδι, πάντα συμπαθούσε τους σκυλάδες. Θρυλικά ονόματα, όπως αυτά του Χριστοδουλόπουλου, του Τερλέγκα, του Βασιλάκη έμοιαζαν σαν φωτεινοί φάροι, ριζικά αλλοτριωμένοι, αλλά έχοντες ακόμα τη δυνατότητα να θυμίζουν στους ευδαίμονες μικροαστούς ιμπρεσσιονιστικά τοπία απ' το κοινοτικό παρελθόν.
Η έξοδος λοιπόν -που θα περιγραφεί παρακάτω, ακολουθώντας την ποιητική του Απολιθώματος- έγινε για λόγους 'επιτόπιας έρευνας', που λένε και στην κοινωνική ανθρωπολογία. Για να δούμε τι έχει να μας πει ο Βασιλάκης εν έτει 2010. Υπάρχει βέβαια κι ένας άλλος λόγος, αλλά αυτός είναι αυστηρά προσωπικός και δεν βγαίνει στη δημοσιότητα.

-Παρασκευή βράδυ, δύο μέρες μετά την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ώρα δώδεκα και μισή.

Μπαίνοντας στο πάρκινγκ του FIX, καταλαβαίνω αμέσως πως είμαι ο πιο λέτσος που θα περάσει το κατώφλι του τεμένους. Κυριλέ σακάκια, σκαρπίνια, γραβάτες, -ρούχα σινιέ – σχέσεις σικέ. Μπεμβεδικά και καγιέν παντού -και ας μη μιλήσουμε για τις γυναίκες.. Δε μασάμε, είμαστε οι πιο λαϊκοί απ' όλους. Στη ρεσεψιόν, ο με ξυρισμένο κεφάλι πορτιέρης μας κοιτάει περίεργα. Η μουσική στα τέρματα, θέαμα στον κύβο με βίντεο γουόλ στους τοίχους από την πίστα που είναι μέσα. Ο σύντροφος (φέρελπις νέος μουσικός της κλασσικής, μεγαλωμένος με κκε εσ., Στραβίνσκυ και Λιλιπούπολη) που μιλάει μαζί του δε μπορεί να συνεννοηθεί -παρ' όλο που έχουμε κλείσει τραπέζι. Το ακροδεξιό μαφιόζικο στοιχείο μας αντιμετωπίζει καχύποπτα. Παρεμβαίνει δυναμικά μία όμορφη Ικαριώτισσα και τελικά μπαίνουμε μέσα.

λόγια στον αέρα λόγια, σαν ακούρδιστα ρολόγια

Το θέαμα είναι εντυπωσιακό. Στο βάθος η πίστα, αρκετά μεγάλη, αλλά άδεια ακόμα -είναι νωρίς. Και από κει και πέρα το χάος. Μια λαοθάλασσα καθισμένων σαλονικιών με ουΐσκια και λουλούδια.
Μαζική διασκέδαση. Καθόμαστε και περιμένουμε να τελειώσουν οι διάφορες χορεύτριες που το παίζουν τραγουδίστριες για να βγει ο Βασιλάκης. Πίνουμε -δεύτερος γύρος μετά το pre-game στο σπίτι- τα ουΐσκια μας και εντυπωσιασμένος από τη μαζικότητα σκέφτομαι: πρέπει η Αριστερά να ενσωματώσει και να απαντήσει σ' αυτήν την ανάγκη για ξεσάλωμα! Οι χαλαρωμένοι απ' τις ουσίες συνειρμοί με πάνε στη σύνθεση του διονυσιακού (που κυριαρχεί εδώ μέσα, και μάλιστα εν μέσω κρίσης) με το απολλώνιο στοιχείο (αριστερά, αλληλεγγύη, ήθος): Μαζικά λαϊκά γλέντια! Στην ύπαιθρο ή στις πόλεις, οργανωμένα από τις λαϊκές επιτροπές, με μόνο σκοπό τη γνωριμία όλων με όλους! Εκθέτω τη βαρυσήμαντη για το παρόν και το μέλλον του λαϊκού κινήματος σκέψη μου στο σύντροφο. Απαντάει ψύχραιμα: “Δεν γίνεται”. Καταλαβαίνω αμέσως πως έχει δίκιο και συνεχίζω να πίνω.

μ' αρέσει νά 'μαι θύμα σου, νά 'μαι φυλακισμένος

Η γνωριμία όλων με όλους γίνεται στις τουαλέτες. Τεράστιες, υπερκυριλέ, με καθρέφτες παντού. Ο τεράστιος τοίχος που χωρίζει το τμήμα των νιπτήρων ανάμεσα στις αντρικές και τις γυναικείες δεν είναι τοίχος. Είναι καθρέφτης!! Πλένεις τα χέρια σου και βλέπεις απέναντι τις κοπέλες να “φρεσκάρονται” -για άλλη μια φορά η τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων υπηρετεί την αλλοτρίωση...

τα καινούργια σας τα στέκια...

Μέσα στο FIX μπορείς να βρεις τα πάντα. Εκτός από μετανάστες, αριστερούς κι αναρχικούς. Εντυπωσιακή είναι η παρουσία της νεολαίας, πέραν των φοιτητών. Μιλάμε για παιδιά κάτω των είκοσι. Δεκαοχτάρηδες στα κυριλέ έκαναν πως διασκεδάζουν, αλλά το έμπειρο μάτι του κομάντο διέκρινε μια -ελπιδοφόρα- σκιά μελαγχολίας στα μάτια τους. Ειδικά στους αρσενικούς ήταν κάτι παραπάνω από σκιά και κάτι παραπάνω από εμφανής.
Αυτοί που ξεχωρίζουν είναι οι (πρώην) λαϊκές πασοκόφατσες γύρω στα πενήντα, με κοιλιές και ασχημοποιημένα πρόσωπα από το ξεκοκάλισμα των κονδυλίων για τα δημόσια έργα. Ύφος λούμπεν, στάση σώματος μαφιόζου, κομπολόι διακοσίων ευρώ, ρολόι ανάλογο -η προσωποποίηση της παρακμής της ελληνικής αστικής δημοκρατίας.
Αριστερά από το τραπέζι μας είναι μια παρέα σπουδαστών του Κ.Ω.Θ. Τους αναγνώρισε ο σύντροφος, καλά παιδιά, στην ίδια φάση με μας, ανίχνευαν τις δυνατότητες συγκίνησης πέραν του Μπάχ. Στα δεξιά, μια παρέα κλασσικών σαλονικιών δεξιών. Χοντροί, χρυσές αλυσίδες και τα τοιαύτα.
Ένας είχε wallpaper φωτό στο υψηλής τεχνολογίας κινητό του ένα κοριτσάκι με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την ελληνική σημαία, ενθύμιο μάλλον της εθνικής ανάτασης του 2004. Το χε βάλει μέσα σ' ένα ποτήρι όρθιο να φαίνεται.. Τον κοίταξα και ‘γω άγρια δυο τρεις φορές αλλά τίποτα.
Το μαγαζί είναι class-war-free. Εθνική ενότητα, με εγγυητή το Βασίλη και τη δανεική ευημερία -της οποίας οι μέρες είναι μετρημένες.

μη μου ζητάς να φύγω, μες στα μεσάνυχτα, θα πάρω πάλι σβάρνα τα ξενυχτάδικα

Κατά τις τρεις βγαίνει ο Βασιλάκης σκοτώνοντας την Πριγκηπέσα. Ακολουθούν μεγάλα κομμάτια: Άλλοθι, Άσ' τη να λέει, Δεν πάω πουθενά. Φωνητικά είναι αξιοπρεπέστατος (φήμες λένε πως έκοψε το πολύ αλκοόλ) αν και τρώει -κλασσικά..- πολλούς στίχους. Από πίσω του, μια μεγάλη οθόνη παίζει ό,τι νά' ναι βίντεο. Για μια στιγμή νομίζω πως βλέπω φλεγόμενους κάδους α λα στουρνάρη, ματ και καγκελάκι στο εμπ, αλλά μάλλον φταίει το αλκοόλ.
Το πρόγραμμα έχει απ' όλα. Και Πουλόπουλο έχει, και Ζαμπέτα-φίνος φιλμ έχει, και παλιά τσιφτετέλια έχει, και Τσιτσάνη έχει (μπαχτσέ τσιφλίκι).
Μόνο Καζαντζίδη δεν έχει. Τυχαίο; Σε καμία περίπτωση. Στα καινούργια μεταμοντέρνα κέντρα χωράνε πολλοί, όχι όμως και κείνος που τους χαιρέτισε τον πλάτανο απ' το '65.

μια μολυβιά που σβήνει, και δεν αφήνει, ούτε ένα ίχνος..

Άπειροι τύποι και τύπισσες από τη λαοθάλασσα των ζωντανών-νεκρών φωτογραφίζουν και βιντεοσκοπούν συνεχώς. Άμεση αυτοανάλωση της στιγμής στο σημείο μηδέν της εμπειρίας. Άμα δεν είναι στο facebook δεν υπάρχει. Φωτογραφίζουν για να ξεχάσουν κι όχι για να θυμούνται. Άλλωστε μια πραγματικότητα πλημμυρισμένη από ποτάμια παραμύθας και αλλοτρίωσης γιατί να τη θυμάσαι; Θέλω να φωνάξω: ΜΗΝ ΤΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙΣ – ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙΣ. Αλλά μετά συνειδητοποιώ πως του αξίζει του συγκεκριμένου θεάματος η καταστροφή, όπως και της κοινωνίας που το δημιουργεί, οπότε καλά κάνουν τα παιδιά.

Γενικά, αν εξαιρέσεις κάποια νησιώτικα που παίχτηκαν στο τσακίρ κέφι, η επιτόπια έρευνα δεν βρήκε αυτό που έψαχνε με το φακό. Τα ιμπρεσσιονιστικά τοπία του κοινοτικού παρελθόντος, που αχνοφαίνονταν τη δεκαετία του '80 και του '90 παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Χλωμά τσογλάνια, πλούσιοι από τη φούσκα του χρηματιστηρίου, επιχειρηματίες και υπόκοσμος έχουν πιάσει τα περάσματα. Και το μόνο που αχνοφαίνεται, μετά από πολύ αλκοόλ, είναι δεκεμβριανές συγκρούσεις σε βίντεο γουόλ, πίσω από έναν πάντα γλυκό Βασιλάκη που θέλει να το παίζει ακόμα λαϊκός. Ακόμα και τεράστιοι ύμνοι, όπως το Φωτιά στα Σαββατόβραδα, ακούγονταν παράταιροι σε ένα σκηνικό γενικευμένης παρακμής μιας διασκέδασης που κάποτε, που ήταν λαϊκή, άνοιγε περάσματα στον ουρανό της ψυχικής συν-κοινωνίας.

Το σύστημα καταρρέει -Άσ' το να πέσει! που λέει και η Α.Κ.



δες τι απέμεινε, στάχτη κι αγάπη ένα έγινε

.

Ποιοι είναι οι προσωπικοί λόγοι του νεαρού κομάντο; Συνοψίζονται στον τίτλο ενός αστερίξ, τεύχος νο 15: οι δάφνες του καίσαρα. Ως εκεί μπορώ να πω.
Όσο για το άλλοθι (δεν έχεις άλλοθι) της επιτόπιας έρευνας και της κοινωνικής κριτικής, η κε του μπλοκ υπενθυμίζει στον κομάντο τους στίχους του ποιητή: στους μπουρζουάδες κριτική να κάνουμε, αυτό δε φτάνει.

Σωποδήποτε! Ο αποτέτοιος έχει δίκιο…