Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στίνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα στίνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

ΕΑΜ ΕΛΑΣ ΟΠΛΑ

Οι πιο υποψιασμένοι θα το κατάλαβαν ήδη από τον τίτλο. Οι υπόλοιποι μπορούν καθώς θα διαβάζουν τα παρακάτω, να προσπαθήσουν να μαντέψουν το συγγραφέα ή έστω γενικά τον πολιτικό του χώρο.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ

Στο δεύτερο παγκόσμιο ο Χίτλερ με τις ευλογίες του Στάλιν είχε καταλάβει ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτές οι κατεχόμενες από τα γερμανικά και ιταλικά στρατεύματα χώρες, οι βιομηχανικά και πολιτιστικά ανεπτυγμένες, βρίσκονταν τώρα έξω από τον έλεγχο των εθνικών τους κυβερνήσεων. Και σε αυτές ήταν δυνατόν να δημιουργηθούν πολύ δυσάρεστες και επικίνδυνες καταστάσεις.

Στη ζωή του πληθυσμού των κατεχόμενων χωρών έχει επέλθει μια πολύ σημαντική αλλαγή. Όσα και να λένε οι δήθεν πατριώτες, ο πληθυσμός δέχτηκε με ανακούφιση το σταμάτημα του πολέμου στην περιοχή του. Δε διεξάγονται πλέον μάχες σε αυτήν, δεν κινδυνεύει να πολτοποιηθεί από τα τανκς, τις οβίδες του πυροβολικού, τις βόμβες των αεροπλάνων, τις επιθέσεις και αντεπιθέσεις, τις προελάσεις και υποχωρήσεις, δεν είναι αναγκασμένος να τρέχει διαρκώς έξαλλος για ένα οποιοδήποτε καταφύγιο γι’ αυτόν και τα παιδιά του. Υπάρχουν βέβαια οι στερήσεις, η αγωνία για την επιβίωση, η βία και οι κατασχέσεις σπιτιών ή τροφίμων από τους κατακτητές, αλλά μπορεί να πάρει μια ανάσα, μπορεί να σκεφτεί. Να σκεφτεί έξω από την τεχνητή ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η προπαγάνδα, οι παρελάσεις, οι μουσικές. Θα μπορούσε να δει ότι εκείνοι που τον καλούσαν να σκοτωθεί για να υπερασπίσει το «πάτριο έδαφος», τα «ιδεώδη της ελευθερίας και της δημοκρατίας» ήταν αυτοί οι ίδιοι σαν άτομα και σαν τάξη που του ρουφούσαν το αίμα στο εργοστάσιο και στο χωράφι, που στους αγώνες του για ψωμί και δημοκρατία στη χώρα του, του απαντούσαν με σφαίρες, με τον υποκόπανο, με τα μπουντρούμια, τα βασανιστήρια, τη φυλακή και την εξορία.

Μια οικειότητα ανάμεσα στον πληθυσμό και τους στρατιώτες της κατοχής θα ήταν αφύσικη και αναπόφευκτη και οπωσδήποτε θα δημιουργούνταν. Η οικειότης και οι συζητήσεις μέσα στον πόλεμο δε θα είχαν άλλο αντικείμενο από τον πόλεμο. Οι Γερμανοί και Ιταλοί στρατιώτες ήταν παιδιά του χτες, ήταν στα εργοστάσια, στα χωράφια, στα θρανία. Ο στρατιώτης της Βέρμαχτ θα μπορούσε να ξαναγίνει εκείνο που ήταν πριν, ο ανθρακωρύχος του Ρουρ και εκείνοι τους οποίους αυτός φρουρεί να ξαναγίνουν στα μάτια του, οι συνάδελφοί του, οι σύντροφοί του, οι ταξικοί αδελφοί του. Ο Χανς θα μπορούσε να ξαναβρεί τον Φρανς και τον Πέτρο που δούλευαν μαζί στην ίδια φάμπρικα. Θα μπορούσαν να βρουν ξανά την κοινή ταξική τους γλώσσα και στις συζητήσεις τους να θέσουν αυτά τα καυτά ερωτήματα: Γιατί εμείς αδελφοί εργάτες εκμεταλλευόμενοι σκοτωνόμαστε μεταξύ μας; Τι διαφορές έχουμε; Ποιοι έχουν συμφέρον απ’ αυτήν τη σφαγή ανάμεσά μας; Και ασφαλώς θα έβρισκαν την απάντηση.

Από πόσους Ιταλούς στρατιώτες δεν ακούγαμε «λα γκουέρα νο μόνο» ή ακόμα «τούτι ουόμινι σιάμο φρατέλι»; Πόσοι ιταλοί και γερμανοί στρατιώτες δε μας δείχνανε με συγκίνηση τις φωτογραφίες από τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, τους γονείς τους, τα αδέλφια τους; Πόσοι γερμανοί στρατιώτες δεν παρακολουθούσαν με συμπάθεια τις εξορμήσεις των φτωχών λαϊκών μαζών και τη λεηλασία απ’ αυτές των καταστημάτων, το φθινόπωρο του 1943. Δε βλέπανε σε αυτές τους έλληνες εχθρούς τους, αλλά τους φτωχούς εργαζόμενους, τον ίδιο τον εαυτό τους, την ίδια την τάξη τους. Η συμπεριφορά των γερμανών και ιταλών στρατιωτών στους πολιτικούς κρατούμενους ήταν απείρως πιο ανθρώπινη από των ελλήνων δεσμοφυλάκων και χωροφυλάκων. Χίλια παραδείγματα θα μπορούσαμε να φέρουμε. Θα αρκεστούμε σε αυτό. Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Γαύδο, βρήκαν εκεί πάνω από 100 πολιτικούς εξόριστους (σταλινικούς, τροτσκιστές, αρχειομαρξιστές). Όταν πληροφορήθηκαν ότι και οι εξόριστοι και οι κάτοικοι του νησιού πεινάνε, γιατί το ίδιο το νησί δεν παράγει λάδι, ρύζι, ζάχαρη, ο γερμανός διοικητής μοίρασε τα τρόφιμα στους εξόριστους και στους κατοίκους του νησιού ανάλογα με τις ανάγκες τους. Αυτό επαναλήφθηκε και από το δεύτερο διοικητή της φρουράς. Στα μπλόκα στις συνοικίες, σε αυτά που κατέληγαν σε συλλήψεις ομήρων και σε εκτελέσεις, περισσότερο ζήλο, μίσος και λύσσα έδειχναν οι έλληνες αστυνομικοί, οι μπουραντάδες, οι ταγματασφαλίτες, παρά οι γερμανοί ή οι ιταλοί στρατιώτες.

Από τις πρώτες μέρες μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο επαναστατικές εξορμήσεις των μαζών, από τη μεγάλη αυτή ηρωική εποχή όπου οι μάζες ενωμένες πάνω από σύνορα και πατρίδες αγωνίζονταν για μια αδελφική διεθνή κοινωνία, δεν είχαν περάσει παρά 17 χρόνια. Σε πολλούς από τους σφαζόμενους σήμερα μεταξύ τους αδελφούς εργάτες θα διατηρούνταν οι αναμνήσεις ή θα μπορούσαν να ξαναζωντανέψουν. Τα επαναστατικά συνθήματα των διεθνιστών αναμφισβήτητα θα μπορούσα να βρουν απήχηση. Αυτό όμως είναι που σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να γίνει. Και σε αυτό ήταν απόλυτα σύμφωνοι και οι δύο αντίπαλοι, και ο «δημοκρατικός» και ο φασιστικός κόσμος. Έπρεπε με τα οποιαδήποτε μέσα να εμποδιστεί αυτή η οικειότητα, η φιλική, η ανθρώπινη σχέση, η συναδέλφωση του πληθυσμού με τους ιταλούς και γερμανούς στρατιώτες, έπρεπε να διατηρείται και να βαθαίνει το μίσος και γι’ αυτό έπρεπε να επαναφερθεί ο πόλεμος, ο πόλεμος με την πιο βάρβαρη, την πιο άγρια και την πιο παράλογη μορφή του. Και αυτή ήταν η αποστολή που είχε αναλάβει και που γι’ αυτό δημιουργήθηκε η «εθνική αντίσταση». Και οι γερμανικές και οι ιταλικές αρχές έβλεπαν σε αυτήν την οικειότητα του πληθυσμού με τους στρατιώτες της κατοχής μια απειλή. Γι’ αυτό πολύ συχνά άλλαζαν και αντικαθιστούσαν τις μονάδες κατοχής από μια περιοχή σε άλλη.

Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΔΡΑΣΗ

Όλη η πολιτική και η πολεμική δραστηριότητα του ΕΑΜ εναντίον των αρχών κατοχής δεν είχε άλλο λογικό σκοπό απ’ αυτόν: να εμποδίσει την οικειότητα, τη φιλική επαφή, την ανθρώπινη σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και στους ιταλούς και γερμανούς στρατιώτες. Να πνίξει στη γέννησή του κάθε τι που θα μπορούσε να αφυπνίσει την ανθρώπινη ή την ταξική συνείδηση των σφαζόμενων μεταξύ τους μαζών για τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών τους.

Τίποτε απ’ ό,τι έγινε δεν ήταν αυθόρμητο, προϊόν ατομικής οργής ή εκδίκησης. Όλα ήταν υπεύθυνα, προγραμματισμένα, όλα γίνονταν κατόπιν αποφάσεων και διαταγών.

Σκότωναν απομονωμένους ιταλούς ή γερμανούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Έστηναν παγίδες και εξόντωναν μια μικρή γερμανική ή ιταλική στρατιωτική περίπολο και η άμεση ή πολύ γνωστή σε αυτούς από προηγούμενα, συνέπεια αυτής τους της δράσης ήταν τα άγρια αντίποινα των αρχών κατοχής, μαζικές σφαγές αθώων, μαζικές εκτελέσεις ομήρων, μαζικές συλλήψεις, μαζικές αποστολές στη Γερμανία, απ’ όπου πολύ λίγοι γύριζαν ζωντανοί, εμπρησμοί χωριών, κλπ. Στις 27 Απρίλη 1944, σκοτώνουν στους Μολάους έναν γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του. Οι γερμανοί για αντίποινα εκτελούν 200 ομήρους και ένα στρατιωτικό απόσπασμα παίρνει εντολή να σκοτώνει όσους συναντά στο δρόμο του από τους Μολάους στη Σπάρτη.

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους 200 ομήρους που εκτελέστηκαν την πρωτομαγιά του 1944 ήταν παλιοί ακροναυπλιώτες, απ’ αυτούς δηλαδή που ο Μανιαδάκης, ο Ιωαννίδης και ο Μπαρτζώντας παρέδωσαν στους γερμανούς τον Απρίλη του 1941. Την άλλη μέρα σκοτώνουν στο Κυριάκι δύο γερμανούς στρατιώτες. Οι Γερμανοί εκτελούν 110 ομήρους και καίνε το Κυριάκι.

Αυτές είναι δύο από τις όμοιες καθημερινές πολεμικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ εναντίον των Γερμανών. Και σε κάθε μία απ’ αυτές οι Γερμανοί απαντούσαν με όμοια με τα παραπάνω αντίποινα. Η χώρα ρήμαζε, τα χωριά καίγονταν, χιλιάδες ξεσπιτώνονταν, ο αριθμός των σφαζομένων ομήρων μεγάλωνε. Ο τρόμος και η παραφροσύνη βασίλευαν στη χώρα. Αλλά στην «Ελεύθερη Ελλάδα» πανηγύριζαν. Εκείνο που επεδίωκαν, εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε η «εθνική αντίσταση» γινόταν και είχε πλήρη επιτυχία. Το μίσος ανάμεσα στο στρατό κατοχής και τον πληθυσμό βάθαινε, οι απλοί γερμανοί στρατιώτες, που δεν ήταν SS ή στην Γκεστάπο εξαγριώνονταν από τις εκτελέσεις στρατιωτών, η οποιαδήποτε επαφή γινόταν αδύνατη. Ο καθένας με τρόμο απέφευγε να μιλήσει σε έναν ιταλό ή γερμανό στρατιώτη. Υπήρχε κίνδυνος να τον πάρει το μάτι κανενός από τα καρφιά της «εθνικής αντίστασης» και η τιμωρία ήταν θάνατος.

Υπήρχαν στη χώρα περιοχές που δε γνώρισαν αυτή την κτηνωδία των αρχών κατοχής, με τη μορφή σφαγών, μαζικών εκτελέσεων, εμπρησμών χωριών; Ασφαλώς υπήρχαν. Εκεί που δεν υπήρχαν αντάρτες. Μια απ’ αυτές ήταν η Κέρκυρα. Και έχει σημασία να το αναφέρουμε. Όταν μετά τη συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο, οι Γερμανοί έδιωξαν τους Ιταλούς και κατέλαβαν την Κέρκυρα, είπαν στον πληθυσμό: μην πειράξετε το στρατό μας και τις εγκαταστάσεις του. Δεν τις πείραξαν και δεν πείραξαν και αυτοί κανέναν.

Ορισμένοι θα πουν ότι είναι δειλοί οι Κερκυραίοι και γι’ αυτό δεν είχαμε εκεί «ηρωικές αντιστασιακές πράξεις». Αλλά δε χρειαζόταν και μεγάλη τόλμη και ηρωισμό για να σκοτώσεις μερικούς γερμανούς ή ιταλούς στρατιώτες. Δεν είναι όμως δειλοί οι Κερκυραίοι και είναι ηλίθια η φήμη για τη δειλία τους. Το 10ο Σύνταγμα Πεζικούς στον πόλεμο 1912-13 ήταν από τα πιο γενναία και μαχητικά συντάγματα. Και στο λόχο του Λατσίδη, ένα λόχο που έπεσε πίσω από τους ιταλούς στον ιταλοελληνικό πόλεμο, μόνο Κερκυραίοι ήταν. Τους είχαν προειδοποιήσει ότι η επιχείρηση ήταν πολύ επικίνδυνη και ότι έπρεπε να είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν. Όποιος φοβόταν μπορούσε να μην πάρει μέρος. Κανείς δεν αποχώρησε. Δε σκότωσαν γερμανούς στρατιώτες όχι από δειλία και φόβο, αλλά από αίσθημα ευθύνης και από σεβασμό στη ζωή των αμάχων και των αθώων που θα πλήρωναν αυτό τους το «ανδραγάθημα». Τον πόλεμο με την αποκτήνωση του ανθρώπου, με την περιφρόνηση στη ζωή και την αξιοπρέπεια του άλλου, με την τρομοκρατία και τη βρωμιά, η Κέρκυρα τον γνώρισε όχι τόσο από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς όσο από τους αντάρτες του Ζέρβα, όταν κυνηγημένοι από τους ελασίτες, κατέφυγαν στην Κέρκυρα.



Ε ναι λοιπόν. Ούτε Κώστας Πλεύρης, ούτε Καλύβας-Μαραντζίδης (αν και θα μπορούσαν απλά να αντιγράφουν και να τσιτάρουν κομμάτια του). Αλλά ο αναρχικός Άγης Στίνας, που αποκαλύπτει τον πραγματικό ρόλο της αντίστασης και το ρόλο για τον οποίο αναγνωρίστηκε από την Πολιτεία.

Σε άλλα σημεία του βιβλίου, μας εξηγεί πώς η κατοχή μιας χώρας (πχ του Πειραιά στον Α' ΠΠ) ήταν συνηθισμένο πολεμικό επεισόδιο, από το οποίο δεν απέρρεαν όμως κι αντίστοιχα πρακτικά καθήκοντα (αντίσταση). Ενώ βγάζει λάδι τον εργατικό Σιτρίν και χρησιμοποιεί μάλιστα ως επιχείρημα την έκθεσή του, αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά.
Αλλά αυτά ας μείνουν κάβα για επόμενη ανάρτηση.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Απλά μαθήματα αντικομμουνισμού

Τις προάλλες η κε του μπλοκ είχε την τύχη(;) να διαβάσει αντί προλογικού σημειώματος το κείμενο μιας ομιλίας του Καστοριάδη για τον (ήδη μακαρίτη τότε) Σπύρο (Άγη) Στίνα. Ακολούθως το έψαξε στο διαδίκτυο και το βρήκε στον ιστότοπο της Ζούγκλας, που δε σημαίνει κάτι για το κείμενο και την αξία του, αλλά έχει μια ιδιαίτερη σημειολογία. Όποιος θέλει να το διαβάσει ολόκληρο μπορεί εδώ να ακολουθήσει το διασύνδεσμο (στο βουνό).

Παρακάτω αντιγράφω το δεύτερο μέρος της εισήγησης, όπου μπορεί να δει κανείς στο μπλέντερ μια σειρά αντικομμουνιστικές θέσεις (από τη φύση της Σοβιετικής Ένωσης και του ΕΑΜ μέχρι τη θέση της εργατικής τάξης στην κοινωνία). Και να αναρωτηθεί για ποιον ακριβώς λόγο και με ποιον τρόπο πλασάρεται ακόμα και σήμερα ο Καστοριάδης (και όχι μόνο) ως αυθεντία της επαναστατικής φιλοσοφίας. Οι υπογραμμίσεις με έντονη γραφή είναι δικές μου. Τα χαρυσαυγίτικα κεφαλαία (που δεν είχα χρόνο δυστυχώς να τα αλλάξω) δεν είναι από το πρωτότυπο, αλλά του χρήστη που ανέβασε το κείμενο στη Ζούγκλα.

Ο Καστοριάδης για τον Άγη (Σπύρο) Στίνα

Αυτό το θέμα, το περίφημο ρωσικό ζήτημα, δηλαδή ο κοινωνικός χαρακτήρας του καθεστώτος στη Ρωσία, πάντα απασχολούσε, και με επιμονή, τον Σπύρο.
Εκείνη είναι η εποχή, το τέλος του '42, αρχές '43, που με τη μεσολάβηση ενός αγαπημένου μου και πεθαμένου φίλου συνάντησα κι εγώ για πρώτη φορά τον Σπύρο κι αμέσως εντυπωσιάστηκα - όσο ίσως ποτέ στη ζωή μου - από την οξύτητα, την τόλμη, την αδιαλλαξία της πολιτικής σκέψης του και προσχώρησα στην οργάνωση που εμψύχωνε μαζί με τον Δημοσθένη Βουρσούκη, τον Γιάννη Ταμτάκο κι άλλους αγωνιστές. Τότε ήταν η εποχή της Κατοχής και της λεγομένης Αντίστασης. Από την αρχή ο Σπύρος είχε χαράξει μια σωστή διεθνιστική γραμμή εναντίον της τροτσκιστικής γραμμής που υποστήριζε το λεγόμενο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Θυμάμαι, ακόμα, πως προσπαθούσαμε και κατορθώναμε γερμανικά γραμμένες διεθνιστικές προκηρύξεις να τις ρίχνουμε στους γερμανικούς στρατώνες που βρίσκαμε στην περιοχή Αττικής. Αυτό που ήταν το καίρια ασθενές σημείο των αναλύσεων μας κατά την κατοχή ήταν η ανάλυση του ΕΑΜ, του ΚΚΕ, της δυναμικής τους και των σκοπών τους. Το κατάλοιπο της τροτσκιστικής αυταπάτης που μας εβάραινε και που δεν είχαμε ακόμα απορρίψει ήταν η ιδέα ότι τα σταλινικά κόμματα είχαν αστικοποιηθεί, όπως 40 ή 50 χρόνια πριν είχε αστικοποιηθεί η ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία.

Η ώρα της αλήθειας εσήμανε το Δεκέμβρη του 44'. Τι είδους αστικό ή ρεφορμιστικό κόμμα ήταν αυτό που, αν αφήσουμε κατά μέρος τη σκοτεινή και όχι τελείως γνωστή ιστορία των δισταγμών και του ηλίθιου τρόπου με τον οποίο η σταλινική διεύθυνση, από δική της άποψη, έδωσε τη μάχη των Αθηνών, προσπαθούσε να καταλάβει την εξουσία με τα όπλα, έσφαζε τους πάντες και τα πάντα κ.λπ. Και τι κινούσε και υποκινούσε τις μάζες που το ακολουθούσαν; Σε αυτό το σημείο δημιουργήθηκε η μόνη πολιτική διαφωνία που είχα στη ζωή μου με το Σπύρο. Πιθανόν για να σώσει κάτι από το κλασικό σχήμα, πιθανόν διότι πράγματι η κατάσταση για κάποιον που είχε τραφεί μέσα στο μαρξισμό ήταν τερατωδώς ακατανόητη, πιθανόν διότι η κατάσταση ήταν τραγική - να βλέπεις τον κοσμάκη να κατεβαίνει από την Καισαριανή, από το Παγκράτι, να ανεβαίνει απ' το Περιστέρι και να είναι έτοιμος να σκοτωθεί και εσύ να ξέρεις ότι αυτό για το οποίο σκοτώνεται είναι για να εγκαταστήσει εδώ στρατόπεδα συγκεντρώσεως και σταλινική δικτατορία - για κάποιον απ' όλους αυτούς τους λόγους, ίσως για όλους μαζί, μετά από το Δεκέμβρη ο Σπύρος υποστήριξε για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, σ' ένα κείμενο που δεν ξέρω αν σώζεται, ότι επρόκειτο για ένα ιδιόρρυθμο στρατιωτικό κίνημα που απηχούσε πραξικοπηματικές τάσεις των στρατιωτικών στελεχών του ΕΛΑΣ. Για μένα, αντίθετα, όπως άλλωστε το έχω γράψει, τα Δεκεμβριανά ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η Αποκάλυψις, όχι του Ιωάννου αλλά του... Ιωσήφ και του... Νικολάου. Τα γεγονότα αυτά, η πολιτική του κόμματος, η στάση των μαζών ήταν τελείως αχώνευτα μέσα στα κλασικά σχήματα - όχι μόνο στα τροτσκιστικά ούτε καν και στα λενινιστικά, αλλά τελικά ακόμη, αν ακριβολογούμε, και μέσα στα μαρξιστικά σχήματα θεώρησης της κοινωνίας και της Ιστορίας. Έδειχναν πού επήγαινε ο σταλινισμός, ΗΤΑΝ ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙ ΟΤΙ ΑΝ ΟΙ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟΙ ΕΙΧΑΝ ΠΑΡΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΕΝΑ ΚΑΘΑΡΑ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΣΑΝ ΚΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΚΙ ΑΡΓΑ Η ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΣΑΙΟΥΣ ΑΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥΣ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝΤΕΣ ΚΙ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΟΥΣΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΓΙΝΟΤΑΝ ΠΕΙΘΗΝΙΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΟΥΣ. Αυτό φυσικά, το λέω χωρίς καμία έπαρση, επαληθεύθηκε μαζικά απ' ό,τι συνέβη μετά (δεν το ξέραμε τότε) και στη Γιουγκοσλαβία και στις άλλες χώρες, είτε υπήρχε ρωσικός στρατός είτε δεν υπήρχε. Απλά και μόνο με τη δύναμη των σταλινικών κομμάτων, τα οποία φυσικά, μέσα σε συνθήκες κατοχής, όπως και αργότερα σε άλλες χώρες (Βιετνάμ και αλλού) σε συνθήκες εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, ανέπτυσσαν ένα τεράστιο στρατιωτικό μηχανισμό, επάνω στον οποίο στηριζόντουσαν για να καταλάβουν την εξουσία.

Πάντως, αυτή η διαφωνία κράτησε λίγο καιρό, ίσως μέχρι το '45 και αρχές του '46, και γρήγορα βρεθήκαμε πάλι σύμφωνοι και η ιδεολογική συνέχεια δεν έχει άλλη ιστορία από την ιστορία των ιδεών του Socialisme ou Barbarie, με τις οποίες ο Σπύρος συμφώνησε από την αρχή ως το τέλος και σε όλες τις προοδευτικές εξελίξεις και αναθεωρήσεις του κλασικού μαρξισμού που έγιναν μέσα σ' αυτό το περιοδικό και μέσα στα γραπτά μου. Αλλά μέσα σ' αυτήν την εξέλιξη πάντα ξαναγύριζε στο θέμα που εγώ, δικαίως ή αδίκως, θεωρούσα πια κλεισμένο. Γιατί η ρωσική επανάσταση εκφυλίστηκε; Γιατί, όταν πια ξεπεράσαμε την ιδέα του εκφυλισμού και καταλάβαμε ότι ο μπολσεβικισμός και ο ίδιος ο Λένιν από την αρχή δεν είχαν καμία σχέση με την επανάσταση, γιατί λοιπόν εμφανίστηκε ο μπολσεβικισμός και ο Λένιν; Και πως απέκτησαν την εμπιστοσύνη των μαζών; Γιατί η Ρόζα Λούξεμπουργκ έμεινε φωνή βοώσα εν τη ερήμω; Γιατί η θεωρία του Μαρξ περιέλαβε, από την αρχή, στοιχεία που έκαναν δυνατή, αν όχι αναπόφευκτη, αυτή την εξέλιξη και ΕΚΑΝΑΝ ΕΠΙΣΗΣ ΔΥΝΑΤΗ ΤΗΝ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΌΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΣ;

Σ' αυτά τα ερωτήματα εγώ προσπάθησα να απαντήσω. Και νομίζω ότι απάντησα, όσο είναι δυνατόν να απαντήσει κανείς σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Συνελόντι ειπείν, απάντησα: Ότι ο Μαρξ ο ίδιος και ο μαρξισμός είχαν υποστεί βαθιά επίδραση του καπιταλιστικού φαντασιακού της εποχής του, ότι όλα αυτά τα στοιχεία τα καπιταλιστικά εμπεριέχονται στο έργο του Μαρξ, ότι αυτά τα στοιχεία επέτρεψαν μια ορισμένη εξέλιξη της ιδεολογίας και της σοσιαλδημοκρατικής και εκείνης των μπολσεβίκων αλλά και ότι (το έγραψα ήδη από το '58 σ' ένα κείμενο που λέγεται «Προλεταριάτο και οργάνωση») η ίδια η εργατική τάξη είχε αφήσει να διεισδύσουν μέσα της οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες του καπιταλισμού, είχε αρχίσει να πιστεύει στους ηγέτες της, στους ειδικούς και, συνεπώς, άφησε να δημιουργηθεί μια γραφειοκρατία η οποία δήθεν να την εκπροσωπεί.

Ο Σπύρος συνεχώς, χωρίς ούτε μια στιγμή να πάψει να εγκρίνει και να επικροτεί αυτά που έγραφα, ξαναγύριζε πάντα σ' αυτές τις ερωτήσεις. Το γιατί δεν το ξέρω. Ίσως κάτι στο βάθος των απαντήσεων μου δεν του πήγαινε. Δεν τολμώ να πω ότι δεν το αφομοίωνε, μάλλον σαν να μην του αρκούσε. Ίσως, και αυτό περιέχει ένα τραγικό στοιχείο από το οποίο ποτέ δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, υπήρχε η διαφορά των γενεών. Εγώ το '45 ήμουν 23 ετών. Η ζωντανή επαναστατική παράδοση για μένα ήταν βιβλία. Και η πρώτη φορά που είδα μάζες στο δρόμο ήταν στις 3 Δεκεμβρίου του '44 στην Αθήνα, που ήταν έτοιμες να κρεουργήσουν όποιον εγώ θεωρούσα επαναστάτη και εμένα τον ίδιο φυσικά.

Του Σπύρου η πείρα δεν ήταν αυτή. Εκείνος είχε ζήσει μια εποχή που η εργατική τάξη ήταν πραγματικά επαναστατική (τουλάχιστον κατά περιόδους και στα τμήματα της). Η Θεσσαλονίκη του '20 - '23 ήταν πάντοτε το σημείο αναφοράς του. Θυμάμαι τον θαυμασμό του για τις καπνεργάτριες της Θεσσαλονίκης όταν κατέβαιναν με τα τσόκαρα και συγκρούονταν με τους χωροφύλακες. Ίσως λοιπόν και αυτό να συνέβαλε ώστε να μην μπορεί να δεχθεί ότι, όσο ηρωική και κοσμοϊστορική και αν υπήρξε η προσπάθεια της εργατικής τάξης κατά τον 19ο και κατά το πρώτο τρίτο του 20ου αιώνα, δεν κατόρθωσε να φέρει το αποτέλεσμα που της φαινόταν προδιαγεγραμμένο. Ίσως επίσης η τρομερή αντίφαση ανάμεσα στην ιδέα μιας, όπως και να το κάνουμε, μεσσιανικής τάξης και στη διαπίστωση ότι αυτή η τάξη συνεχώς ξανάπεφτε κάτω από την επιρροή ξένων και εχθρικών στοιχείων της ρεφορμιστικής και κομμουνιστικής γραφειοκρατίας τον εμπόδιζε να απαλλαγεί από αυτή την σχεδόν έμμονη ιδέα.

Φυσικά, αυτό ποτέ δεν τον εμπόδισε να δει, να καταλάβει, να χαιρετήσει με ενθουσιασμό τα νέα απελευθερωτικά κινήματα που εμφανίσθηκαν στη δεκαετία τον '60 και κατόπιν τα κινήματα των σπουδαστών, των νέων, των γυναικών, των μειονοτήτων κ.λπ. Στα τελευταία χρόνια νομίζω, από τις συζητήσεις που είχαμε κάνει, είχε ξεπεράσει τον μύθο της εργατικής τάξης. Όμως ξαναγύριζε στο ερώτημα που θα μπορούσα να το ξαναδιατυπώσω με τη μορφή: Τί πήγε στραβά; Πού άρχισε ο εκτροχιασμός;

Και εδώ γεννιέται ένα φιλοσοφικότερο, αν μπορώ να πω, ερώτημα. Θα μπορούσε να είχε υπάρξει μια διαφορετική εξέλιξη του εργατικού και του επαναστατικού κινήματος; Θα μπορούσαν οι τάσεις που ήταν τόσο εμφανείς στην Παρισινή Κομμούνα, στα πρώτα Σοβιέτ, στα Εργατικά Συμβούλια στη Γερμανία και βόρειο Ιταλία το '18 και '19, στην Ισπανία το '36-'37 και ιδιαίτερα στην Καταλονία, να είχαν φθάσει στους σκοπούς τους; Νομίζω ότι, εξαιρώντας την Παρισινή Κομμούνα και τα Ουγγρικά Συμβούλια μετά το '56, το βασικό στοιχείο για να σκεφθούμε αυτή την ερώτηση είναι η ακόλουθη διαπίστωση: Όλα αυτά τα κινήματα της εργατικής τάξης σπανίως νικήθηκαν από τους εξωτερικούς τους εχθρούς. Σχεδόν πάντα κατέρρευσαν από μέσα, «εκφυλίσθηκαν» όπως λέγαμε τότε, δηλαδή έπεσαν κάτω από τον έλεγχο μιας γραφειοκρατίας που τα ίδια την είχαν δημιουργήσει.

Εκ των υστέρων, και χωρίς να είμαστε εγελιανοί, μπορούμε να πούμε ότι χωρίς αυτή τη γραφειοκρατία και την πείρα της γραφειοκρατικοποίησης, το Επαναστατικό Κίνημα δεν θα μπορούσε να πάει παρακάτω, και δεν θα μπορούσαμε εμείς σήμερα να σκεφθούμε ότι ο πραγματικός σοσιαλισμός, δηλαδή μια αυτόνομη, αυτοκυβερνούμενη και αυτοθεσμιζόμενη κοινωνία, και το κίνημα που θέλει να φθάσει σε μια τέτοια κοινωνία, δεν κινδυνεύει τόσο από εξωτερικούς εχθρούς αλλά ΑΠΟ ΤΗΝ ΊΔΙΑ ΤΗΝ ΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΗΓΕΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ, ΝΑ ΠΑΡΑΙΤΟΥΝΤΑΙ, ΝΑ ΑΠΟΣΥΡΟΝΤΑΙ, ΔΗΛΑΔΗ ΝΑ ΠΑΥΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΊΔΙΑ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΜΕΣΑ Σ' ΈΝΑ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ.

Κι έτσι ερχόμαστε στη σημερινή κατάσταση και στο σημερινό πρόβλημα. Γιατί βεβαίως αυτό που παρατηρούμε σήμερα γύρω μας, και που τόσο συχνά έφερνε σε απελπισία τον Σπύρο, είναι η επέκταση και η επικράτηση των χαρακτηριστικών που ανέφερα προηγουμένως, της απάθειας, της ιδιωτικοποίησης, της ανευθυνότητας, του εγκλωβισμού του καθενός στον μικρούλη του ατομικό χώρο. Και αυτό σε μια εποχή που τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα είναι πρωτοφανούς κρισιμότητας και απειλούν την ίδια τη ζωή πάνω στον πλανήτη.

Αν, πώς και πότε θα βγούμε από αυτή την κατάσταση, κανένας δεν μπορεί να το προβλέψει. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι να κάνουμε προβλέψεις. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο καθένας μας, εκεί που βρισκόμαστε, έστω και ως άτομα, ακόμα περισσότερο όταν μπορούμε ομαδικά, να συνεχίσουμε την πάλη για την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, να συνεχίσουμε τον αγώνα για μια αυτόνομη κοινωνία αποτελούμενη από αυτόνομα άτομα, αγώνα στον οποίο αφιέρωσε την ηρωική και μαρτυρική ζωή του ο Σπύρος Στίνας
.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Η θεωρία των άκρων

Οι περισσότεροι την έχουμε γνωρίσει στη φαιοκόκκινη εκδοχή της. Ο ναζισμός και ο κομμουνισμός (Στάλιν και Χίτλερ) δεν είναι παρά οι δύο όψεις του νομίσματος του ολοκληρωτισμού, μαύρος και κόκκινος φασισμός, που καταπνίγουν την προσωπικότητα και τις ελευθερίες της.

Πόσοι και πόσοι ειδικοί, πολιτικοί, "προοδευτικοί" συγγραφείς, κτλ, δεν έχουν βάλει το δικό τους λιθαράκι, για να χτίσουν αυτό το "αφήγημα": από τη Χάνα Άρεντ διεθνώς, μέχρι τη Σώτη, ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εγχώριας απαλεψιάς, και βουλευτές του Σύριζα, με τα πένθιμα σήμαντρα του "ομοφοβικού ΚΚΕ" και την καταπίεση ομοφυλόφιλων και γυναικών στη Σοβιετία -για να πιάσουμε το πιο πρόσφατο παράδειγμα.

Ή όπως γράφει ο Άγης Στίνας:
Η αληθινή δημοκρατία έχει πάψει να υπάρχει στον πλανήτη μας από τότε που ο ενεργός πολίτης μιας αυτόνομης κοινότητας έγινε ο ευπειθής υπήκοος της οποιασδήποτε πολιτικής, θρησκευτικής, κτλ, εξουσίας. Αυτό ισχύει για όλα τα σύγχρονα κράτη.
(...) Όμως υπάρχουν στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες μερικά πράγματα που έχουν πραγματική αξία για τις λαϊκές μάζες. Είναι αυτά που οι ίδιες με τους αγώνες τους και με το αίμα τους έχουν κατακτήσει. Είναι αυτά που μπορούν να γίνουν μέσα και όπλα στην πάλη για τη χειραφέτησή τους: το δικαίωμα της οργάνωσης, της συγκέντρωσης, της διαδήλωσης, της απεργίας, της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών, της ελεύθερης συζήτησης.
Αυτές ακριβώς τις πολύτιμες για τις λαϊκές μάζες κατακτήσεις καταργεί το ολοκληρωτικό καθεστώς, είτε πρόκειται για στρατιωτική δικτατορία είτε για την εξουσία του ενός κόμματος. Όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται και μονοπωλούνται από το ολοκληρωτικό Κράτος. Οι λαϊκές οργανώσεις διαλύονται, οι διαδηλώσεις, οι συγκεντρώσεις και οι απεργίες απαγορεύονται. Ο τύπος και όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι αποκλειστικό δικαίωμα του κράτους. Οι λαοί σε αυτά τα καθεστώτα δεν πρέπει να ακούν, να βλέπουν, να μαθαίνουν, να πληροφορούνται τίποτε άλλο από αυτό που θέλει το ολοκληρωτικό Κράτος. Για εκείνους που αντιδρούν ενεργά, για εκείνους που υπάρχουν υπόνοιες ότι αντιδρούν, για τους συγγενείς τους, για γνωστούς παλιούς αγωνιστές είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι φυλακές, τα ψυχιατρεία, τα βασανιστήρια, τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Η προφανής στόχευση είναι αυτή ακριβώς. Να δείξει δηλ τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας και των στοιχειωδών δικαιωμάτων που εξασφαλίζει στα μέλη της κοινωνίας,αντίθετα με τα δύο άκρα, που συνθλίβουν σαν Συμπληγάδες το άτομο. Αν και συνήθως, ένας τόσο χοντροκομμένος συμψηφισμός πάει πολύ βαθύτερα από την απλή ανάδειξη μιας "τρίτης, εναλλακτικής κατάστασης". Στην πραγματικότητα, στην σπίλωση ενός πόλου, χώρου, πολιτικής πρότασης, που βαφτίζεται άκρο, για να μπει στο ίδιο τσουβάλι με κάτι άλλο, το οποίο με τη σειρά του κερδίζει μια έμμεση νομιμοποίηση από αυτή τη σύγκριση. Ο στόχος εν προκειμένω δεν είναι άλλος από την καταδίκη της εγκληματικής φύσης του κομμουνισμού, ως πρακτικής κι ως ιδεολογίας (συμπληρώστε νοερά τα εισαγωγικά, όπου χρειάζεται, γιατί είναι πάρα πολλά, για να τα βάλω όλα). Αντιθέτως, το άκρο του φασισμού παρουσιάζεται ως κάτι αυτόνομο από την αστική του μήτρα, κι αναβαθμίζεται-νομιμοποιείται από την εξίσωσή του με τον άλλο πόλο, χωρίς να του μείνει κάποια ρετσινιά.

Εφόσον λοιπόν η (αστική) δημοκρατία ανέχεται τους κομμουνιστές, που διακηρύσσουν ανοιχτά πως θέλουν να την καταλύσουν, γιατί να μη γίνει το ίδιο και με τους νεοναζί, ανεξάρτητα από το αν διαφωνεί με τις ιδέες που εκφράζουν; Αυτή είναι εξάλλου η πεμπτουσία και το μεγαλείο της αστικής δημοκρατίας. Να φέρνει το φασισμό από το παράθυρο.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι πόσο εύκολα υιοθετούνται στον καθημερινό δημόσιο λόγο οι διάφορες παραλλαγές του παραπάνω σχήματος, για να αποδείξουν πόσο φρόνιμη και νηφάλια είναι η δική τους θέση, που οριοθετείται από δύο αλληλοτροφοδοτούμενα κέντρα και αποφεύγει τα ακραία ολισθήματα και τους κινδύνους που συνεπάγονται.

Ήδη από τη διατύπωση, κάποιοι σφοι αναγνώστες μπορεί να θυμήθηκαν το βασικό ερμηνευτικό σχήμα που έχει διαφανεί εν όψει του τρίτου τόμου του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος, για την κομματική κρίση του 89-91, με τα δύο αλλητροφοδοτούμενα κέντρα, δεξιό κι αριστερό (προσέξτε όμως πώς η χρήση της έννοιας κέντρου, αδυνατίζει τη σχηματική, γεωγραφική χρήση των όρων δεξιά-αριστερά). Το οποίο κατά τη γνώμη μου εξισώνει άνισα μεγέθη κι ευθύνες διαφορετικής βαρύτητας ή σκοπιμότητας, ενώ το βασικό είναι να αναδειχτούν οι λόγοι και τα δεξιά λάθη που οδήγησαν στην κυριαρχία του αναθεωρητικού κέντρου (και τον αριστερισμό ως τιμωρία για τα δεξιά λάθη), τα οποία εξετάζονται συνοπτικά σε ένα περυσινό κείμενο της κετουκε στην Κομεπ, που δίνει ίσως το περίγραμμα του τρίτου τόμου.

Σε παρόμοια θέση περικύκλωσης είχε βρεθεί κατά τη δεκαετία του 20' και το μπολσεβίκικο κόμμα, όταν ο σφος με το μουστάκι κι η συντριπτική πλειοψηφία γύρω απ' αυτόν εναντιώθηκε στην αριστερή, μικροαστική παρέκκλιση (Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ) και τη δεξιά, οπορτουνιστική παρέκκλιση (Μπουχάριν), κι ενώ αρχικά είχε συμμαχήσει με τη δεύτερη εναντίον της πρώτης. Ενώ ο Στάλιν επισήμαινε πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι αυτός που υποτιμούμε κάθε φορά.

Οι έννοιες αυτές αντιστράφηκαν με εντυπωσιακό τρόπο στα χρόνια της Περεστρόικα (πριν έρθουν όλα πάνω-κάτω), όπου αριστεροί και ριζοσπάστες θεωρούνταν τα γκεσέμια της παλινόρθωσης, ενώ δεξιοί και δογματικοί ήταν όσοι υπερασπίζονταν τις σοσιαλιστικές δομές, ακόμα και κάποιοι τίμιοι μπρεζνιεφικοί, σαν τον Λιγκατσόφ (ένας διαχωρισμός που μεταφέρθηκε εν μέρει και στα καθ' ημάς, με τους "ανανεωτικούς" αναθεωρητές να θεωρούνται από τα αστικά μέσα πιο τολμηροί κι αριστεροί από τους δογματικούς, που έμεναν προσκολλημένοι στο παρελθόν). Ο Γκόρμπι εμφανιζόταν ως η φωνή της λογικής, που έβαζε χαλινάρι στις ακραίες απόψεις κι οδηγούσε νηφάλια το τιμόνι της χώρας (προς το γκρεμό). Ενώ ο Σάββας Μιχαήλ, που έβλεπε στην Περεστρόικα την ενσάρκωση του τροτσκιστικού σχήματος της επανάστασης μες στην επανάσταση ενάντια στη γραφειοκρατία), θεωρούσε σε κάποιο κείμενό του το Γέλτσιν ως τον πιο συνεπή, ριζοσπάστη μεταρρυθμιστή (ενάντια στις "ταλαντεύσεις" του Γκόρμπι).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η χρήση του σχήματος από διάφορα παρακλάδια (καταβολάδες και περικοκλάδες, που δε θα γίνουν ποτέ δέντρα) του ΚΚ.
Στο εξωκοινοβούλιο πχ βρίσκουν αρκετά έξυπνη την τακτική των ίσων αποστάσεων από τους δύο πόλους της "επίσημης αριστεράς" και το διαχωρισμό τόσο από τον αδιέξοδο σεχταρισμό του ΚΚΕ, που υποτιμά την τακτική και τους ενδιάμεσους στόχους, όσο και από το ρεφορμισμό του Σύριζα που υποβαθμίζει κι απομακρύνει το στρατηγικό στόχο. Όμως από τη στιγμή που υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός, γίνεται σαφώς από θέση ευμενούς ουδετερότητας προς την κυβερνώσα αριστερά, που αθωώνεται (ή απλώς καταδικάζεται ανέξοδα εκ των υστέρων) για μια σειρά επιλογές της, όπως φάνηκε και στην πράξη, τους πρώτους μήνες της πρώτη φορά αριστεράς, μέχρι το δημοψήφισμα.

Αλλά αυτά τα σχήματα μπορεί να γυρίσουν μπούμερανγκ. Να βγει πχ η ΛαΕ, που έχει κάνει σημαία της την έξοδο από το ευρώ, και να φτιάξει με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό, το δικό της δίπολο, ενάντια στην Ανταρσυα που συμπεριφέρεται ως ένα μικρό ΚΚΕ (το 'παμε και παραπάνω για τα εισαγωγικά), βάζει απογειωμένους στόχους κι υποτιμά τον κρίκο της ευρωζώνης, κι ενάντια στο Σύριζα, που μένει σταθερά στο άλλο άκρο.

Αλλά μπορεί να βγάλει ένα αντίστοιχο δίπολο (και μαζί όλη την Πασοκιά του), μιλώντας πχ για αριστερούς ψάλτες της δεξιάς και το καραβάνι του, που προχωρά μες στην έρημο με τις πάμπολλες οφθαλμαπάτες (πχ για μια καλή, δημοκρατική ΕΕ), παρά τα σκυλιά που γαβγίζουν.
Αντίστοιχο δίπολο θα μπορούσε να βγάλει ακόμα κι η ΝΔ, για να δείξει πως εκπροσωπεί το μεσαίο χώρο ενάντια σε αυτούς που δε θέλουν τις μεταρρυθμίσεις και αυτούς που λένε πως δεν προχωρούν αρκετά γρήγορα κι αποφασιστικά.
Ή ακόμα και το Ποτάμι, που εκπροσωπεί το "ακραίο κέντρο", όπως είχε γράψει σε μια παλιότερη ανάλυσή του ο Θοδωρής.
Υπενθυμίζω επίσης και το δίπολο δογματισμού-αναθεωρητισμού, που χρησιμοποιεί στην ανάλυσή της η ΛτΙ -όπως είδαμε σε ένα πρόσφατο κείμενο.

Δεν ξέρω αν από τα παραπάνω μπορεί να βγει κάποιο συνολικό συμπέρασμα. Εγώ θα σημείωνα πάντως ως επιμύθιο πως αντί να προσπαθούμε να βρούμε δύο άκρα, που τα υπερβαίνει, υποτίθεται, διαλεκτικά η δική μας προσέγγιση, ως σώφρον κέντρο, και να παρουσιάζουμε με τέτοιους όρους την ιδεολογική διαπάλη που διεξάγεται -από εδώ η γυναίκα μου, από εδώ το αίσθημά μου, και στη μέση ο γαμάτος της υπόθεσης- πρέπει να ξεφύγουμε από την υποσυνείδητη ενσωμάτωση του παραπάνω σχήματος, τις γεωγραφικές έννοιες και τις σχηματικές αντιλήψεις.

Και να παρουσιάζουμε τη δική μας πρόταση ως αυτό που πραγματικά είναι: η επαναστατική υπέρβαση των αδιεξόδων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όλων των ταξικών κοινωνιών. Η προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς αδικία κι εκμετάλλευση. Και το αναντικατάστατο μέσο/όπλο της ταξικής πάλης, που περιλαμβάνει δύο ανειρήνευτους πόλους: το κεφάλαιο και την εργασία.
Τίποτα λιγότερο, τίποτα πιο "κεντρικό" ή στρογγυλεμένο.