Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

96 δεν είναι και λίγα

Είδηση φέτος δεν είναι αν γεμίσουν οι κομμουνιστές το σεφ. Είδηση είναι αν το γεμίσει ο μπασκετικός ολυμπιακός, που δεν έχει κουτσούμπα και βολεύεται με το σπανούλη και κάτι άλλους δευτεροκλασάτους. Κι εντάξει ο ολυμπιακός. Θα το γεμίσει την άνοιξη που αρχίζουν τα κρίσιμα. Είδηση όμως θα ήταν να γέμιζε το σεφ οποιοδήποτε άλλο κόμμα πλην κκε. Ακόμα θυμάμαι πχ μια συνεδριακή διαδικασία, αν δεν απατώμαι, του σύριζα που πήγε να εξελιχθεί σε μαζική φιέστα, με λαό κτλ, αλλά γέμισε μόλις μια εξέδρα κι η κάμερα έκανε γενικά πλάνα στο ίδιο πάντα τόξο, λες και είχε πιαστεί ο λαιμός της και δεν μπορούσε να γυρίσει πιο πέρα. Αρκετά αστικά μέσα (από όσα λίγα ασχολήθηκαν) άφησαν να αποτυπωθεί ο ειλικρινής (σχεδόν) θαυμασμός τους, στην κάλυψη της εκδήλωσης για τα 96χρονα. Αλλά δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν πια. Οι κομμουνιστές διοργανώνουν τις μεγαλύτερες (εκλογικές και όχι μόνο) συγκεντρώσεις από κάθε άλλο κόμμα, που θα ζήλευε το δικό μας κόσμο και την οργάνωσή του.

Η μετακίνηση προς το σεφ είναι μια ξεχωριστή ιστορία. Είτε με (θρύψαλα τα τζάμια στον) ηλεκτρικό, όπου κάθε βαγόνι είναι μια μικρή προσυγκέντρωση (αλλά χωρίς τσουκαλάδες κι εξαλλοσύνες). Και όταν κατεβαίνεις από το σαθμό, βλέπεις το σεφ απέναντι κι όλο περπατάς-περπατάς, χωρίς να το φτάνεις, σαν τη γραμμή του ορίζοντα, που όσο την πλησιάζεις, αυτή απομακρύνεται –κι ο λογοτέχνης πι-πι έγραφε κάπου σ’ ένα βιβλίο του ότι με αυτό μοιάζει κι ο κομμουνισμός! Αλλά το βάθος του ουρανού είναι πάντα κόκκινο κι αυτό το έβλεπαν καθαρά, όσοι πήγαιναν χτες στο σεφ με αυτοκίνητο απ’ την εθνική, με φόντο το φλεγόμενο αττικό ουρανό και τα παρδαλά του χρώματα. Και μια μεγάλη ουρά πριν το στάδιο να σε προϋπαντεί και να σε προσγειώνει ξερά στην πραγματικότητα. Γιατί οι κομμουνιστές, εκτός που θα μας πάρουν τις γυναίκες, τα σπίτια και τις τράπεζες, που κληρονομούν νόμιμα τα σπίτια μας, θα μας κλείσουν και την εθνική οδό, σαν τους αγρότες, μόνο που αυτό ήταν κάτι σα φορητό μπλόκο, που κινούταν αργά-αργά, όπως το αξέχαστο κινητό σκριν του μπατίστ, που βγάζει μάτια από μακριά, στο τέλος της ουράς των αυτοκινήτων.

Το σεφ αποπνέει μια βαθιά ρετρό αίσθηση από τη δεκαετία με τις βάτες. Από το όνομα «ειρήνης και φιλίας», που παραπέμπει στα έθιμα της μπρεζνιεφικής εποχής, με το πολύ ισχυρό φιλειρηνικό κίνημα· ως τις αθλητικές αναμνήσεις (με τον τίμιο γίγαντα και τον «όχι τρίποντο» γιοβάισα) και τις αντίστοιχες πολιτικές (συνέδρια, η πρεμιέρα του ενιαίου συνασπισμού, κοκ). Που στο δικό μου μυαλό έδενε πολύ με το σύνθημα «κουκουέ δυνατό, στη βουλή και το λαό», αν και πολύ δύσκολα θα πιάσουμε το 17%, για να μπούμε στη δεύτερη κατανομή. (Και με ένα άλλο, που έλεγε «κκε δυνατό, για να μην ξεγελάσουν πάλι το λαό», λες και είναι βγαλμένο από την αρνητική πείρα της δεκαετίας). Χώρια το καλλιτεχνικό μέρος που ακολούθησε και θύμιζε πολύ έντονα τους ολυμπιακούς της μόσχας –μόνο ο μίσα έλειπε.

Στο σεφ παραβρέθηκαν κλιμάκια από τις πρεσβείες της κούβας, της βενεζουέλας (λογικά ως εδώ), του βιετνάμ (εντάξει) και της κίνας –που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί έρχονται ακόμα. Ενώ το μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκάλεσε η παρουσία του γιου του ραούλ και ανιψιού του φιντέλ (που ζει, ζει...) αλεχάντρο κάστρο εσπίν, που σύμφωνα με το κοσμικό ρεπορτάζ της τατιάνας, είχε πάει το προηγούμενο βράδυ στα μπουζούκια και τη νατάσα θεοδωρίδου, να τραβήξει κόκκινες γραμμές. Αν κι αυτό είναι κατεξοχήν έργο του σφου κουβέλη, που πάει ολοταχώς να φάει ένα κόκκινο χι –σαν της σέρκοβα- από το ιστορικό και πολιτικό προσκήνιο.


Κι ανάμεσα στους μυριάδες επώνυμους κι.. ανώνυμος δεν είναι κανείς μας, σε πλήρη αντίθεση με ό,τι φαντάζονται τα αστικά μέσα κι ό,τι μπορεί να σχηματίζει κανείς ως εντύπωση παρακολουθώντας τα, ότι δηλ παραμένει σιδηροδέσμιος στα σκοτεινά και πλημμυρισμένα μπουντρούμια του περισσού ή πως τον έχουνε δεμένο και φιμωμένο στο δέντρο, όπως οι γαλάτες τον κακοφωνίξ, ήταν κι αυτός εκεί..


Ο κουτσούμπας δε βγήκε πανηγυρικά στις 19.17, για να παραπέμπει στη σωστή χρονολογία, αλλά στις 18.59 (τότε που γράφτηκαν τα γκρουντρίσε, αν δεν κάνω λάθος) και μια ανάσα πριν από το νοβετσέντο. Την ομιλία μπορείτε να τη βρείτε ολόκληρη στο πόρταλ, εδώ σημειώνω απλώς κάποιες σκόρπιες φράσεις που μου έμειναν.
96 δεν είναι και λίγα (εξ ου κι ο τίτλος της ανάρτησης). Το κουκουέ δεν τα διπλώνει. Για τη λαϊκή διακυβέρνηση (στην οποία θα έχει θέση και το κόμμα). Ξέφωτο. Εξάρτηση από διεθνικά μονοπώλια. Μονομερής και ολοσχερής διαγραφή του χρέους. Ανοχή ζητάει μόνο όποιος έχει λερωμένη τη φωλιά του. Για τις φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις του σύριζα, που θα γίνουν του αγίου ποτέ (αν και στους περισσότερους, πήγε συνειρμικά το μυαλό σε κάποια άλλη λέξη από πι) ή.. όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, δηλ ποτέ –ούτε ο σοσιαλισμός να ‘ταν πια η κατάργηση του μνημονίου. Το ερώτημα: τι σήμερα, σε συνθήκες κρίσης, πρέπει να διεκδικηθεί; που είναι σαφώς επηρεασμένο στην εκφορά του από ένα παλιότερο σύνθημα του φεστιβάλ (εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία). Κι η φόρτιση στο τέλος, με το κλείσιμο του λόγου να κρατάει περίπου ένα δίλεπτο και το γγ να μπερδεύει στη ρύμη του λόγου την ημερομηνία των εκλογών και να καλεί για τις 25 νοέμβρη.

Το καλλιτεχνικό πρόγραμμα που ακολούθησε έμοιαζε αρκετά με τελετή (έναρξης ή λήξης) ολυμπιακών αγώνων και άφησε πολλούς σφους συγκινημένους να δακρύζουνε σαν το μίσα, στο τέλος των αγώνων της μόσχας και να αναπολούν τις κορυφαίες σκηνές της παράστασης. Τη συγκλονιστική αναπαράσταση της εικόνας με τις τρεις μαυροφορεμένες εαμίτισσες και το πανό για το λαό, που αντιμέτωπος με την τυραννία, επιλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. Το ιστορικό πρωτοσέλιδο του ριζοσπάστη το 91’, μετά την υποστολή της κόκκινης σημαίας από το κρεμλίνο, που απλώθηκε σα γιγαντοπανό στο ένα πέταλο. Ένα πανό με τη φράση του χαρίλαου: οι ζευγάδες φεύγουν, η σπορά μένει· και τα μικρά παιδιά να τρέχουν σα σπορά πάνω του, κρατώντας κόκκινα μπαλόνια (που δεν έγραφαν όμως «ούτε γουλιά»). Και το βάθρο στο οποίο ανέβαιναν στο τέλος, καθώς «η ζωή τραβάει την ανηφόρα» για την έφοδο στον ουρανό.


Και μαζί της ανεβαίνει κι ο πήχης, ήδη τόσο ψηλά, που αναρωτιέται κανείς τι άλλο μπορεί να γίνει στην πορεία για την κορύφωση των εκατό χρόνων και ποιο γήπεδο θα μας χωρέσει τότε..

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Μια φορά κι έναν καιρό

…ήταν μια χώρια μακρινή, όπου κυβερνούσαν τα σοβιέτ και το βασίλειο της ελευθερίας και ζούσαν αδελφωμένες κι αγκαλιασμένες η εργατιά, η αγροτιά κι η διανόηση.
(…) Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα από τώρα, γιατί υπήρχε το αντίπαλο δέος και μπορούσαμε να αποσπάσουμε πιο εύκολα κάποιες κατακτήσεις που άρχισαν να ξηλώνονται την τελευταία 30ετία.

Αν θέλει να δει κανείς την ποιοτική διαφορά του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε με τον υπαρκτό καπιταλισμό, συμπυκνωμένη σε μερικές στιγμές, μπορεί να πάρει και να συγκρίνει τις εικόνες από την τελετή λήξης των ολυμπιακών αγώνων της μόσχας το 1980 και τις αντίστοιχες από το los angeles τέσσερα χρόνια μετά, όπου οι αμερικανοί κάνουν μια κιτς επίδειξη χλιδής και τεχνολογικής δύναμης με την οποία επιχειρούν να εντυπωσιάσουν τον υπόλοιπο κόσμο. Στο δικό μου μυαλό μάλιστα έρχονται αυθόρμητα πρώτα –όχι η αυθεντική τελετή του λος άντζελες, αλλά- σκηνές από το ROCKY IV και το φαντασμαγορικό διαστημικό σόου που στήνουν κακόγουστα οι διοργανωτές, με μουσική υπόκρουση το «living in america» του james brown, που κάνουν τον άμαθο «επαρχιώτη» σοβιετικό να σαστίζει και να παρακολουθεί κάθιδρος –όσο ποτέ και σε καμία στιγμή μες στον αγώνα- σαν την πατρίδα του που ερχόταν δεύτερη και καταϊδρωμένη στην κούρσα της ετε.

Οι σοβιετικοί αντιθέτως καταφέρνουν να στήσουν μια πολύ συγκινητική τελετή, βαθύτατα ανθρώπινη κι ανθρωποκεντρική. Ένα στοιχείο που αντανακλάται και στο ανθρώπινο κολάζ με το δάκρυ του μίσα, της μασκότ, ένα χαρακτηριστικό δείγμα τέλειου συγχρονισμού και συνεργασίας-ομαδικότητας, χωρίς την παραμικρή διαμεσολάβηση κάποιας μηχανής –που κι αυτή ανθρώπινο δημιούργημα είναι, αλλά προφανώς δεν είναι το ίδιο.


Το πιο σημαντικό όμως είναι οι θεατές του σταδίου που βλέπουν το μίσα να πετάει και να απομακρύνεται και δακρύζουν συγκινημένοι, σα μικρά παιδιά. Βλέπεις τις αντιδράσεις τους και αναρωτιέσαι ποια μπορεί να είναι η νοοτροπία, η ψυχολογία κι οι ευαισθησίες αυτών των ανθρώπων, που τους οδηγούν σε τόσο έντονα συναισθήματα. Θυμάμαι επίσης συνειρμικά κάτι που διηγούνταν ένας καθηγητής στη σχολή για το ταξίδι του σε μια λδ και τους θεατές ενός κινηματογραφικού έργου που περιείχε μια μικρή σκηνή βίας (ένα χαστούκι, μια γροθιά, δε θυμάμαι ακριβώς) και τους άφησε όλους άφωνους και σοκαρισμένους, γιατί ήταν έξω από όσα είχαν συνηθίσει και μπορούσαν να αποδεχτούν.

Μπορεί τα παραπάνω να μοιάζουν με ψεύτικη κι ειδυλλιακή εικόνα, έχουν όμως μια υπαρκτή κι αντικειμενική βάση. Την αναμφισβήτητη παιδικότητα και.. αγαθωότητα αυτών των λαών που αποτυπώθηκε ακόμα και στην προφορά τους. Οι ρώσοι πχ πολλές φορές μοιάζουν στις κουβέντες τους σα να διηγούνται ένα παιδικό παραμύθι, ανεξάρτητα από το τι λένε στην πραγματικότητα. Αποτυπώθηκε όμως και με αρνητικό τρόπο, πχ στην απλοϊκή πολιτική συνείδηση ενός λαού, που δεν κατάλαβε τι έγινε και πώς έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι του, την καλή του πίστη σε απατηλά συνθήματα για περισσότερο σοσιαλισμό, στις χαμηλές αντιστάσεις που πρόβαλε στη διάλυση της σοβιετίας, παρά την εκφρασμένη (με συντριπτική πλειοψηφία σε σχετικό δημοψήφισμα) θέλησή του να διατηρηθεί η μορφή και το περιεχόμενο της ένωσης. Και γενικώς σε μια «απολιτίκ» και παθητική στήριξη της σοβιετικής εξουσίας.

Κι αυτή η στάση, πέρα από τη διαλυτική επίδραση των αλλαγών και της οπορτουνιστικής στροφής στο κκσε, είχε επιπρόσθετα και μια αντικειμενική ρίζα. Στις αστικές κοινωνίες η πρωτοπόρα ταξική συνείδηση διαμορφώνεται στο πλαίσιο της ταξικής πάλης, των αγωνιστικών κινητοποιήσεων για τα καθημερινά προβλήματα. Σε ποια βάση να πατήσει όμως η πρωτόλεια έστω πολιτική συνείδηση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, που δεν αντιμετωπίζει οξυμένες αντιφάσεις, ανταγωνιστικές αντιθέσεις και καλύπτει βασικές λαϊκές ανάγκες, χωρίς να χρειάζεται η αγωνιστική τους διεκδίκηση;

Αυτή η παιδικότητα μπήκε προφανώς στο στόχαστρο της αστικής κριτικής από τη σκοπιά της «ανωριμότητας» αυτών των λαών και μιας πατερναλιστικής κοινωνίας που ελέγχει σε τέτοιο ασφυκτικό βαθμό κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, ώστε να δημιουργεί και να διαπαιδαγωγεί ευθυνόφοβους χαρακτήρες, να μην αφήνει τα μέλη της να μεγαλώσουν, να ανεξαρτητοποιηθούν, να αντιμετωπίσουν την «πραγματική ζωή», να διαμορφώσουν αυτόνομα κριτήριο για το καλό και το κακό, εφόσον άλλος αποφάσιζε για αυτούς. Και έτσι ένιωθαν το «φόβο μπροστά στην ελευθερία», που σημειώνει ο φρομ για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (έχοντας πάντως υπόψη του το ναζισμό κατά βάση) κι αναζητούσαν συνεχώς έναν πατερούλη τον ασφαλή εναγκαλισμό της μαμάς πατρίδας, του κράτους και της εξουσίας.

Ο χαμένος σοβιετικός παράδεισος –σε σύγκριση με την επίγεια καπιταλιστική κόλαση που ζουν αυτοί ειδικά οι λαοί- όταν δεν αμφισβητείται ευθέως από τις αστικές και μικροαστικές προσεγγίσεις, παρουσιάζεται σαν η ανελεύθερη φυλακή των πρωτόπλαστων, ένα εύθραυστο παραμύθι των αρχών, στο οποίο δεν μπορούσαν να παραμείνουν κλεισμένοι οι λαοί, εφόσον δοκίμαζαν το δέντρο της γνώσης, της ελευθερίας, του πραγματικού κόσμου, πίσω από το παραπέτασμα. Η ιδέα αυτή αναπτύσσεται νομίζω τόσο στο τέλος του κυνόδοντα (όπου η λύτρωση έρχεται με την απόδραση της πρωταγωνίστριας και το σπάσιμο των δεσμών της, μολονότι είναι εντελώς αβέβαιο το μέλλον της), όσο εν μέρει και στο truman show και την απόδραση του τρούμαν από τον ψεύτικο κόσμο που του είχαν φτιάξει (αν και το έργο έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης και χρήζει μάλλον ξεχωριστής ανάλυσης). Η αλήθεια, με όσα ρίσκα, βάσανα και κινδύνους περιέχει, είναι πάντα προτιμότερη από ένα ψεύτικο παραμύθι, όσο καλοφτιαγμένο κι αν είναι.

Η αντιστροφή της πραγματικότητας είναι εντυπωσιακή. Ο αστικός κόσμος είναι βυθισμένος και κατεξοχήν βασισμένος στο ψέμα, την αλλοτρίωση, τις φενακισμένες συνειδήσεις. Μια κοιλάδα των δακρύων χωρίς τέλος, για τη ζωή που φεύγει μακριά αναξιοποίητη, αέρας σε έγχρωμο μπαλόνι, όπως ο μίσα από το στάδιο λένιν. Ένας ψεύτικος κόσμος, όπου ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τους άλλους γύρω του ανταγωνιστικά, ως όριο της δικής του ελευθερίας, ψάχνει κάποια διέξοδο σε φανταστικούς εικονικούς κόσμους, άρλεκιν, σίριαλ, για να καλύψει το συναισθηματικό κενό μέσα του, τζόγος και τυχοδιωκτισμός, για δυνατές συγκινήσεις και περιπέτεια. Βομβαρδίζεται όμως καθημερινά με την εξαίρεση του κανόνα, το ψέμα που βαφτίζεται αλήθεια, τον φτωχό που έγινε βιομήχανος πλένοντας πιάτα στην αμερική, τον πραγματικό έρωτα που έμεινε αμόλυντος, μικρές τζούρες απ’ όσα νιώθουμε να μας λείπουν, την απάτη της φιλανθρωπίας.

Η δυσοίωνη αλήθεια περικυκλώνει και πνίγει τον «ενηλικιωμένο πρωτόπλαστο», που ψάχνει καταφύγια σε ανέξοδες κι απατηλές διεξόδους, σαν τις οφθαλμαπάτες όσων περιπλανώνται στην έρημο. Ο γέρικος κόσμος που σαπίζει γερνάει και τους ανθρώπους, τους μαθαίνει να συμβιβάζονται, πλακώνει το νεανικό τους ενθουσιασμό. Και ταυτόχρονα κρατάει με χίλια χαλινάρια τη συνείδησή τους σε νηπιακό επίπεδο, τους καταδικάζει σε ανωριμότητα και παλιμπαιδισμούς, για να μπορεί να τους ρουφάει το μεδούλι, όπως κάνουν οι γέρικες αμοιβάδες, για να ξανανιώσουν.

Από πότε λοιπόν αξιολογείται αρνητικά ως ανίδεος και λειψός ο απλός σοβιετικός άνθρωπος που δε γνώρισε το κακό, διαπαιδαγωγήθηκε διαφορετικά κι ως ένα βαθμό δεν πάει καν το μυαλό του στο κακό; Η διαμόρφωση –σε εμβρυακό έστω επίπεδο- ενός τέτοιου ανθρώπου –κατάλοιπα του οποίου μπορεί να συναντήσει ακόμα κανείς στις μέρες μας, σε κάποια ρωσοπόντια καθαρίστρια με πτυχίο πχ- είναι ίσως το πιο σημαντικό επίτευγμα του σοβιετικού πειράματος. Κι η καταστροφή του με όρους γενοκτονίας, που συντελείται τώρα σε αυτές τις χώρες –όχι μόνο με τον πόλεμο, αλλά και σε καιρό ειρήνης, με τη ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου και του μέσου προσδόκιμου ζωής- είναι η πιο κραυγαλέα κι αποκρουστική όψη της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Το τέλος της αγαθωότητας κι η ακριβοπληρωμένη στερνή γνώση αυτών των λαών για αυτό που έχασαν, δε θα έχει αξία αν μείνει στο επίπεδο της νοσταλγίας και δε γίνει δύναμη ανατροπής –όπως ίσως να επιδιώκουν να γίνει κάποιες δυνάμεις στην ουκρανία. Κι η γενιά που θα ζήσει την επόμενη επανάσταση δε θα είναι ανυποψίαστη, αλλά θα έχει μελετήσει καλά τα διδάγματα της ιστορίας, για να μην αφήσει το μέλλον να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια της και να φτιάξει το δικό της παραμύθι χωρίς λυπημένο τέλος.

Ντασβιντάνια..