Είναι που λες κάποια πράγματα που μόνο ξύλινα μπορώ να στα πω. Το μόνο εναλλακτικό που μπορώ να σκεφτώ είναι να βάλω από μπροστά έναν χαρακτηρισμό σαν το τρελή. Ή να σου πω να δεις στα αθλητικά πρωτοσέλιδα τον τίτλο της ώρας.
Δε μπορεί, κάποιος σύντροφος το ‘γραψε. Ίσως ο ίδιος που έβαλε τίτλο ειρηνική συνύπαρξη και ξεσκέπασε τον τιτικό προδότη μπάγεβιτς που κάρφωσε πισώπλατα το στιλέτο του στην ομάδα και πήγε να δουλέψει στον πράκτορα της στάζι.
1.http://www.contra.gr/pops/news_large.aspx?date=today&paper=ora
2.http://sfyrodrepano.blogspot.com/2008/11/blog-post_21.html
Ήθελα κανονικά να σου πω άλλα. Για τον σύντροφο περο-πομ-Πέρρο και το σύνθημα που έριξε στις μάζες: όλοι για έναν κι όλοι για όλους. Κολλάς λίγο, το σκέφτεσαι και λες, λάθος θα έκανε.
Ή μήπως όχι; Κι αν αυτό ακριβώς ήθελε να πει ο ποιητής; Ότι δεν υπάρχουν μοναχικοί αγώνες και καβαλάρηδες που θα μας σώσουν;
Στο καπάκι βλέπω δυο παππούδες, σκαστούς από τη δίπλα συγκέντρωση και το μπαλκόνι του μάπετ σόου, να κόβουν κίνηση φορώντας καπελάκι γσεε, πράσινο ο ένας, μπλε ο άλλος. Τι σου είναι η σημειολογία. Απ’ ό,τι είδα τελικά το είχαν και σε άλλα χρώματα, κόκκινο και πορτοκαλί.
Καπέλα υπάρχουν πολλά, σεκ όμως ένα. Οι ειδικοί του είδους μοιράζαν πλακάτ που καλούσαν σε απεργιακή ανταρσία. Κομάντο απεργιακής εντροπίας με στόχο τις εκλογές, το β’ γύρο και τους αντάρτες του πασοκ.
Θα σου ‘λεγα για την εργατική, λαϊκή αθήνα που ενώθηκε με την εναλλακτική και πλημμύρισε τους δρόμους. Και για τις συντρόφισσες που τις έχει πιάσει η άνοιξη (ή μήπως εμένα;) κι είναι πιο όμορφες αυτές τις μέρες. Κι αν ζηλεύει η μπρέζνιεβα, ας έρχεται στις δικές μας πορεία να με ελέγχει.
Για το σύνθημα που φώναζε μια συντρόφισσα στο μεγάφωνο. Ταξικά τα μέτρα, ταξική κι η πάλη, δίνουμε υπόσχεση για ανατροπή και πάλη. Ρίμα δηλαδή έκανε η πάλη με την πάλη. Μόνο η φάνη έλειπε. Η φαντασία στην εξουσία. Κι η σφισσα εκεί, να το φωνάζει πάλι και πάλι. Είχα και μια ανάλυση για τα συνθήματα, αλλά δεν είναι της ώρας.
Για το σκριν στη γσεε που κόλλησε πίσω μας και κάτι ανυπόμονους που έπαιξαν πικ εν ρολ και βρεθήκαμε όλοι μαζί ανάκατοι στον άγνωστο στρατιώτη.
–Εδώ δεν είναι η αλυσίδα του πάμε;
-Μα όχι. –Μα ναι.
Ρωμαϊκός ελιγμός αλά γκοσινύ. Το ενιαίο εργατικό μέτωπο έγινε πράξη από τα κάτω.
Τώρα αυτά όμως δεν έχουν καμιά σημασία. Θάνατος είναι οι μπάτσοι που χτυπιούνται με μαύρους στόκους μέσα στην πορεία.
Ο εχθρός είναι στις τράπεζες και στα υπουργεία κι έχει αντιπρόσωπους και μέσα στην πορεία. Ο εσωτερικός εχθρός. Τα αυθόρμητα μπάχαλα που έχουν φέρει βαριοπούλες και φτυάρια απ’ το σπίτι τους και ζουν ζωή χαρισάμενη με τον κόσμο που τους χαρίσαμε.
Τρεις νεκροί κι ένα κίνημα παράπλευρες απώλειες ενός μικροαστικού ξεσπάσματος που παίζει τον πυροσβεστικό του ρόλο δια της ομοιοπαθητικής, με φωτιές, πέτρες και μολότοφ. Αν δεν κάψω εγώ, αν δεν καεί το ράιχσταγκ, πώς θα γενεί το φως η νύχτα των κρυστάλλων;
Αυτοί που διαβάζουν γκυ ντεμπώρ αντί για μαρξ λειτουργούν κατ’ εξοχήν με όρους κοινωνίας του θεάματος. Αυτοί που σκέφτονται και δρουν σα μικροαστοί εγκαλούν το μικροαστό που μένει σπίτι του και κάνουν ό,τι μπορούν για να τον κρατήσουν εκεί. Και σιγοντάρουν αυτούς που αρπάνε το φαΐ από το τραπέζι και κηρύσσουν στο λαό τη λιτότητα.
Λέγαμε τις προάλλες με το ένα έβδομο για τη μάστιγα των πολιτικά άστεγων και την ιδιώτευση που έχει χίλια πρόσωπα και μπορεί να σου έρθει σα ζουζουλίνι που θέλει χρόνο και βόλτα κάθε σάββατο στο mall της περιοχής. Κι άντε να πεις όχι.
Κάποιοι την ιδιώτευση την κουβαλάν στο κίνημα. Γράφουν τους συσχετισμούς στην κουκούλα τους, ζητάν να ζήσουν τη φάση, το μύθο του ζορό, του μασκοφόρου εκδικητή. Τα παιδία παίζει κρυφτοκυνηγητό σαν ερωτευμένα. Ψάχνουν να βρουν το μπατσουλίνι τους, να εκφράσουν στην πράξη τα φλογερά τους αισθήματα σε κάθε κρίσιμο ραντεβουδάκι. Ο έρωτας τους τυφλώνει και δε βλέπουν πέρα απ’ τη μύτη του μπάτσου ποια τάξη προστατεύει το όργανο που έχει απέναντι.
Το θέμα είναι πως το βλέπαμε να έρχεται και το περιμέναμε.
Και πώς να μην έρθει; Όταν μετά το δεκέμβρη όλα τα συλλαλητήρια καταλήγουν αντι-μπατσικά; Όταν η σύγκρουση έχει καταντήσει φετίχ εν είδει ιεροτελεστίας. Όταν η περιφρούρηση θεωρείται σταλινικό κουσούρι και μένει σε κάτι ε-ε-ε, παραφωνίες στα παπάκια που ακούν άσιμο. Όταν το αυθόρμητο μένει στην χαρά της καταστροφής του μπακούνιν και κανείς δεν το διαπαιδαγωγεί διαφορετικά. Όταν ηγεμονεύουν ιδεολογικά ο αναρχοσυνδικαλισμός κι η αμεσοδημοκρατία. Όταν μπαίνει εκβιαστικά το δίλημμα ή με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες κι επικρατεί η λογική να μη γίνει κριτική στους συντρόφους του χώρου εν μέσω κινήματος. Λες κι έγινε ποτέ κατόπιν εορτής.
Μα αυτό δεν είναι κομμάτι του κινήματος. Αντικειμενικά το χαντακώνουν. Αντικειμενικά κάνουν τη δουλειά για την άλλη πλευρά. Γι’ αυτό μικρή σημασία έχει αν είναι βαλτοί ή ηλίθιοι. Πάντα θα υπάρχουν χρήσιμοι ηλίθιοι και δίπλα οι βαλτοί που τους αξιοποιούν.
Όποιος το καταλαβαίνει ας σηκώσει όση ευθύνη του αναλογεί για να κοπεί ο ομφάλιος λώρος. Αν υπάρχει κάτι θετικό που μπορεί να βγει άμεσα από μια τόσο στριμόκωλη συγκυρία είναι αυτό. Όποιος δεν θέλει να τον κόψει, πάει να πει πως έχει δεσμούς βαθύτερους, πολιτικούς. Ώρα καλή στην τάση του κι αέρα στα πανιά, τα δικά του και της αντίδρασης. Τόσο απλά κι αφοριστικά.
Έξω απ’ την πορεία η αστυνομία κι όσοι κατεβαίνουν να τη συναντήσουν.
Φταίμε κι εμείς σε ένα βαθμό. Που δε βγήκαμε επιθετικά ενάντια στην καθημερινή βία και τη βαρβαρότητα αυτού του συστήματος. Που δεν υπερασπιστήκαμε ανοιχτά την επαναστατική βία και το ρόλο της. Που δεν κλιμακώσαμε με τόσο κόσμο στο δρόμο να διεκδικεί το δίκιο της τάξης του και του αγώνα της. Που έχουμε ακόμα τόσο αδύναμη παρέμβαση. Που δεν έχουμε πολύ καλή σχέση με το αυθόρμητο. Που δε δώσαμε διέξοδο στην αγανάκτηση του κόσμου και την χαρίσαμε σε αδιέξοδες μικροαστικές εκτονώσεις. Που δεν είμαστε ακόμα στο ύψος των περιστάσεων. Αλλά παίρνουμε μπόι μέρα με τη μέρα.
Με ρωτάς γιατί το έκαναν τώρα. Γιατί δε μπορούν να ξεπεράσουν την κρίση τους όπως πριν και μας φοβούνται. Βάζουν το λαό να την πληρώσει και παίζουν το κεφάλι τους κορόνα-γράμματα.
Με ρωτάς αν μπορεί να πεθάνει ο καπιταλισμός. Από μόνος του όχι.
Είναι σάπιος κι αναχρονιστικός, αλλά χρειάζεται ευθανασία. Όσο δεν του την κάνουμε θα μας πίνει το αίμα και θα ξανανιώνει. Ο βρικόλακας της νεκρής εργασίας συσσωρεύεται σε κεφάλαιο, κυριαρχεί επί της ζωντανής και ρουφάει την υπεραξία της. Σαν γέρικη αμοιβάδα που παίρνει ζωή από τις πιο νέες και πιστεύει πως είναι αιώνιος.
Με ρωτάς αν μπορεί να πεθάνει μόνο σε μια χώρα. Σκέψου τον καλύτερα σαν έναν οργανισμό. Οργανικό όλο που λέει κι ο βαζιούλιν. Αν του σπάσουμε τον αδύναμο κρίκο δε σημαίνει πως τον σκοτώσαμε. Είναι σα να του βγάζουμε ένα μάτι –το όνομα του έχει βγει προ πολλού. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσει η μόλυνση. Αρκεί το κομμουνιστικό μικρόβιο να κάνει μετάσταση.
Όμως ο καπιταλισμός είχε καλό ανοσοποιητικό και βρήκε αντισώματα στη συνήθεια και στα ταξικά κατάλοιπα. Κι έτσι μείναμε με τη μονόφθαλμη σοβιετία να βασιλεύει μέσα στους τυφλούς. Ώσπου ήρθε ο κανένας με το νόμο της αξίας και την αποτελείωσε. Και κρύφτηκε κάτω από την προβιά του κομμουνιστή για να μην τον καταλάβουμε.
Με ρωτάς και για το ρίζο. Λες τώρα να βγάλει κι άλλο διήγημα; Το λάθος τηλεφώνημα ενός μπάχαλου που μετάνιωσε;
Τι να σου πω ρε συ. Δεν έχω απάντηση σε όλα.