Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλβανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλβανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Η Αλβανία σήμερα

Όταν λέμε σήμερα, εννοούμε βασικά το 1980, που την επισκέφτηκε ο Βάσος Γεωργίου και μετέφερε τις ταξιδιωτικές του (κι όχι μόνο) εντυπώσεις από την παραμονή του στη χώρα για τρεις εβδομάδες.
Εννοούμε δηλ την Αλβανία του Χότζα, με την οποία το ελληνικό κράτος βρισκόταν ακόμα, τυπικά, σε εμπόλεμη κατάσταση -κατάλοιπο (;) της περιόδου του εμφυλίου. Ενώ και η Αλβανία, με τη σειρά της, βρισκόταν άτυπα σε πόλεμο με όλη σχεδόν την οικουμένη και τα κράτη της (όχι όμως και με τους λαούς τους) που ήταν είτε ρεβιζιονιστικά, είτε ιμπεριαλιστικά. Άντε να εξαιρούνταν Βιετνάμ και Κούβα (και πάλι όμως, δε νομίζω), μετά το διαζύγιο με την Κίνα.


Το οποίο πάντως δεν ήταν τόσο οδυνηρό, όσο η ρήξη με τους Σοβιετικούς, που παραμένουν, κατά κάποιον τρόπο, παρόντες, στα εργοστάσια (με τις σοβιετικές μηχανές) και διάφορα τοπωνύμια (που παραπέμπουν κυρίως στο Στάλιν). Όπως λέει κι ο Αλβανός συνοδός του Β.Γ (που ορίστηκε από το αλβανικό κράτος).
Το διαζύγιό μας με την Κίνα και την Εκκλησία δεν ήταν καθόλου δύσκολη υπόθεση. Νομίσαμε πως ήταν κακοτράχαλο βουνό η ρήξη αυτή, αλλά αποδείχτηκε πολύ ευκολότερη. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τη ρήξη με τη Σοβιετική Ένωση.
Η κατάσταση αυτή τους υπαγόρευσε ως υποχρεωτική σχεδόν επιλογή μια λογική λιτής αυτάρκειας, που μοιάζει αρκετά με τo juche των ΛΔ-Κορεατών, και λέει πως "τα κάνουμε όλα μόνοι μας, με τις δικές μας δυνάμεις". Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος του Β.Γ. με το συνοδό του για το ωράριο των Αλβανών εργατών, που δουλεύουν μεν οκτάωρο, αλλά έξι μέρες τη βδομάδα.
-Σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες δουλεύουν πέντε μέρες τη βδομάδα. Σκεφτόμουν πόσο θα ελαφρυνόταν η δουλιά και σε σας, αν η Αλβανία έπαιρνε μέρος στο διεθνή καταμερισμό εργασίας της σοσιαλιστικής κοινότητας και βοηθιόταν από τις αδελφές χώρες.Τον είδα που πειράχτηκε.
-Εννοείτε την Τσεχοσλοβακία ή τη Λαοκρατική Γερμανία μου απάντησε. Ξεχνάτε πως όταν εμείς ξεκινήσαμε από το μηδέν, η Τσεχοσλοβακία είχε πολύ αναπτυγμένη βιομηχανία.
-Σωστή η παρατήρηση για την Τσεχοσλοβακία, απάντησα, μα δεν πρόκειται μόνο για αυτή. ορίστε η Βουλγαρία...-Εμείς χτίζουμε την καινούρια κοινωνία με τις δυνάμεις μας και προτιμούμε αυτό το δρόμο ανάπτυξης.
Σε εκείνη ακριβώς την περίοδο, αρχίζουν πιθανότατα να κάνουν κάποια δειλά "ανοίγματα" (για τα δικά τους μέτρα τουλάχιστον) και μάλλον σε αυτά τα πλαίσια υποδέχονται και το Β.Γ, χωρίς φυσικά να πάψουν να τον θεωρούν "ρεβιζιονιστή". Αυτός πάντως πηγαίνει με φιλικές διαθέσεις κι αποφεύγει την πολιτική αντιπαράθεση, όπως άλλωστε και οι οικοδεσπότες του, με εξαίρεση τους κομμουνιστές της ελληνικής μειονότητας (που οι Αλβανοί την έλεγαν απλά μειονότητα, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γιατί δεν είχαν κι άλλη στην επικράτειά τους) που είναι πιο φανατικοί. Και ένας από αυτούς λέει πχ:
-Πώς κατάντησε έτσι η Πασιονάρια...
Με το Βάσο Γεωργίου να προσπαθεί να μαλακώσει κάπως την κρίση του, φέρνοντας ως παράδειγμα τον Πλεχάνοφ, που παρά τα όσα (δεν) έκανε στα στερνά του, οι σοβιετικοί δεν έπαψαν να τον τιμούν και να τον θεωρούν μεγάλο μαρξιστή.

Λίγα είναι αυτά που δυσαρεστούν το Β.Γ. στην Αλβανία. Κάτι αγίνωτα ροδάκινα, το άνοστο γιαούρτι τους, κάποια αντίστοιχα μικροπράγματα. Αλλά και η πλήρης έλλειψη συνθημάτων για την ειρήνη, σε μια χώρα που βρισκόταν πάντως, επί ποδός πολέμου, με τριετή στρατιωτική θητεία, και υποχρεωτική ετήσια επιμόρφωση-γυμνάσια, για άνδρες και γυναίκες, που κρατούσαν δυο-τρεις βδομάδες.
Σύντροφοι, δεν αμφιβάλλω για αυτά που μου λέτε. Ξέρω ακόμα πως είστε ένα φιλειρηνικό κράτος. Πώς είστε κατά του πολέμου, κατά του φιλοπόλεμου ιμπεριαλισμού. Πως με την ύπαρξη της η ΛΣΔ της Αλβανίας προσφέρει υπηρεσίας στην υπόθεση της ειρήνης στη Βαλκανική. Πως ξεσκεπάζοντας τη συμμαχία ιμπεριαλισμού και ηγετικής κλίκας του Πεκίνου προσφέρετε υπηρεσία στη διεθνή ειρήνη. Ωστόσο, ο αγώνας για την ειρήνη είναι το κύριο καθήκον της εποχής μας. Κι αυτό δεν το λέει μόνο η σημερινή ηγεσία της ΕΣΣΔ. Το είπε κι ο Λένιν, που το πρώτο διάταγμα που υπόγραψε ήταν για την ειρήνη. Το είπε κι ο Στάλιν, που τόνισε πως οι λαοί θα πρέπει να πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση της ειρήνης και να παλέψουν ως το τέλος για αυτήν γιατί ο πόλεμος υπάρχει μες στη φύση του ιμπεριαλισμού.
Και σε ένα άλλο σημείο.
Τους παρακάλεσα να μου δείξουν ένα σύνθημα για την ειρήνη. Αντί για αυτό, μου ανάπτυξαν όλη την πολιτική του κόμματος και της λαϊκοδημοκρατικής κυβέρνησης, πως υποστηρίζουν όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα.
Κι αν ο συγγραφέας προβάλλει το σύνθημα της ειρήνης ως τον αντίθετο πόλο του ιμπεριαλιστικού πολέμου, οι Αλβανοί έχουν κάθε λόγο να βλέπουν καχύποπτα οτιδήποτε μπορεί να βάλει το ειρηνικό πέρασμα και την ειρηνική συνύπαρξη από το παράθυρο στη συζήτηση.
Αλλά αυτό δε δικαιώνει την κρίση τους για τα γεγονότα στο Αφγανιστάν, όπου επιμένουν να κάνουν λόγο για "εισβολή" των Σοβιετικών.

Κατά τα άλλα, η Αλβανία μεταμορφώνεται προς το καλύτερο, όπως κάθε άλλη ΛΔ - σοσιαλιστική χώρα, κι ο Γεωργίου βρίσκει άπειρα παραδείγματα (χωρίς πολλά στατιστικά, όπου θα ευημερούσαν οι αριθμοί χωρίς τους Αλβανούς) ήδη στην αρχή του ταξιδιού του και πριν φτάσει καν σε αλβανικό έδαφος.
Η κυρία που μιλούσε καθαρά ελληνικά ήταν συνταξιδιώτισσσα (...)
-Ξέρετε πώς ήταν τότε η Αλβανία; μου λέει απότομα. Ακούστε με: ήμουν τότε 15 χρονών και όταν έβγαινα στους δρόμους, τα γυμνασιόπαιδα που σπούδαζαν στα Τίρανα κι οι άλλοι νέοι της Πρεμετής πετάγονταν έξω από το καφενείο και με κοίταζαν αμίλητοι κι απορημένοι. Γιατί ήμουν η μόνη κοπέλα, η μόνη γυναίκα που περπατούσα στο δρόμο δίχως φερετζέ, δίχως καν μαντήλι στο κεφάλι. Οι Αλβανίδες δε βγαίνανε καθόλου από το σπίτι, κι όταν για λίγο κυκλοφορούσαν για δουλιές, ήταν σκεπασμένες από την κορφή ως τα νύχια. Μόνο τα μάτια τους φαίνονταν. Οι ίδιες συνήθειες υπήρχαν παντού. Και τα Τίρανα δεν ήταν να πεις καμιά πολιτεία. Ένα βρωμοχώρι ήταν, δίχως νερό, δίχως φως, δίχως μαγαζιά. Ηλεκτρικό είχε μόνο για τους Ιταλούς και τους λίγους μπέηδες. Οι άλλοι φωτιζόμαστε με λάμπες πετρελαίου. Θυμάμαι σαν παντρεύτηκα -ο άντρας μου ήταν Αλβανός, δημόσιος υπάλληλος- κι ήρθαμε στα Τίρανα, δεν μπορούσα να χωνέψω, νοσταλγώντας τότε την Αθήνα, όπου είχα γεννηθεί και ζήσει τα 15 χρόνια μου, πώς ήταν δυνατό να λέγεται πόλη αυτό το θλιβερό αλβανοχώρι. Δεν είχε ούτε νερό της προκοπής. Αγοράζαμε τότε ένα ζεστό γλυφονέρι και το πίναμε αναγκαστικά δίχως να ξεδιψάμε. Κι ο λαός πεινούσε, υπόφερε πολύ από χίλιες αρρώστιες, μα πιο πολύ τον τσάκιζε η φυματίωση κι η ελονοσία. Χτικιάρηδες και κιτρινιάρηδες, χλεμπονιάρηδες ήταν οι Αλβανοί. Και τεμπέληδες. Είχαν μια περιφρόνηση στη δουλιά, που δεν μπορούσα εγώ τότε να την εξηγήσω -κι ας μου μιλούσε συχνά γι' αυτό ο μεγάλος μου αδελφός, που δούλευε βιβλιοδέτης. Μόνο οι Αλβανίδες ήταν δουλευτάρες, προκομμένες.
-Και τώρα πως είναι; τη ρωτάω.
-Τώρα θα τα δείτε μόνος σας. Για μένα, η διαφορά από την παλιά κατάσταση με τη σημερινή δε μετριέται. Τα Τίρανα γίνανε πολιτεία, με όμορφα σπίτια, με δρόμους, με πλατείες, με πάρκα, με εργοστάσια, καταστήματα, θέατρα, με σπίτια πολιτισμού κι άλλα παλάτια, με ηλεκτρικό φως και καθαρή κατοικία για όλους, μ' ένα δροσερό, χωνευτικό νερό που το φέρανε από το βουνό Ντάιτι, και πρώτα απ' όλα με ψωμί και δουλιά για όλο τον κόσμο. Άλλαξε όλων των ανθρώπων η μοίρα. Θα σας πω για τη δική μου οικογένεια. Έχω μια κόρη και δυο γιους. Χήρεψα νέα. Και με τη δουλιά μου και τη βοήθεια του κράτους μπόρεσαν τα παιδιά μου να σπουδάσουν ή να μάθουν τέχνη. Η κόρη μου δουλεύει δασκάλα της μουσικής στην Κρούγια και παίρνει 720 λέκια το μήνα. Είναι αρραβωνιασμένη, τον άλλο μήνα θα παντρευτεί και για δαύτην κουβαλάω όλα τούτα τα δώρα από τους συγγενείς μας στην Αθήνα. Ο μεγαλύτερος γιος μου είναι μηχανικός στα Τίρανα και κερδίζει 810 λέκια. Ο μικρότερος γιος μου, που δεν ήθελε πολύ τα γράμματα, δουλεύει τεχνικός σ' επιχείρηση στα Τίρανα, κερδίζει κι αυτός αρκετά. Κι εγώ ως πέρσι δούλευα σε εργοστάσιο και έπαιρνα 430 λέκια το μήνα. Αρρώστησα, πήρα την αναρρωτική άδεια που έπρεπε, έγινα καλά και τώρα δε δουλεύω γιατί τα παιδιά μου μου έβαλαν τις φωνές: Κάθησε και λίγο, μάνα, να ξεκουραστείς, μπορούμε να σε βοηθήσουμε εμείς, γιατί παίρνουμε αρκετά. Κι έπειτα δε θα 'ναι για πολύ, γιατί εσύ τον άλλο χρόνο θα πάρεις τη σύνταξή σου.
Δεν είναι πως έχουν εξαλειφτεί οι δυσκολίες, οι ελλείψεις και η σχετική φτώχεια (πχ υπάρχουν πολύ λίγοι ανελκυστήρες, ακόμα και σε κεντρικά ξενοδοχεία), αλλά δεν είναι κανείς πλούσιος, εις βάρος των άλλων, και ο λόγος του ανώτερου με τον κατώτατο μισθό δεν υπερβαίνει, παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το δύο προς ένα.

Οι πόλεις είναι ανθρώπινες, με ελάχιστα ΙΧ αυτοκίνητα (και κάκιστο εθνικό οδικό δίκτυο), αλλά με απόλυτη κυριαρχία των πεζών και των ποδηλάτων, χωρίς τους ενοχλητικούς θορύβους της μεγαλούπολης -ο συγγραφέας ξυπνάει ένα πρωί στα Τίρανα από το λάλημα ενός κούκου (που δε φέρνει μόνος του την Άνοιξη της Πράγας) και αναρωτιέται μήπως βρέθηκε σε κάνα δάσος. Κι αυτό δε γίνεται στη βάση της τεχνικής καθυστέρησης αλλά βάση σχεδίου.
-Αν αφήναμε απόλυτη ελευθερία εισόδου-εγκατάστασης στα Τίρανα, θα είχαμε πάθει τα δικά σας καλά, μου λέει ο συνοδός μου. Ο μισός πληθυσμός θα είχε συγκεντρωθεί στα Τίρανα, όπως έχει τώρα συγκεντρωθεί στην Αθήνα η μισή Ελλάδα.
Αλλά αυτή η χαοτική πλημμυρίδα εμποδίστηκε με δύο ριζικούς τρόπους: ο πρώτος είναι πως δουλιά, ανάπτυξη, πολιτισμός υπάρχουν παντού, το ίδιο στην επαρχία, όπως και στην πρωτεύουσα. Ο δεύτερος είναι πως δίχως να έχει κανένας εξασφαλίσει δουλιά και σπίτι, δεν μπορεί να μετακινηθεί και να εγκατασταθεί μόνιμα στην πρωτεύουσα.
Δεν υπάρχει κεντρική αγορά, κι εμπορικά καταστήματα, με την έννοια που τα έχουμε συνηθίσει στο δυτικό κόσμο. Όπως δεν υπάρχουν πουθενά βιτρίνες, καμιά πολυτέλεια, τίποτα το περιττό, κανένα ίχνος καταναλωτικής κοινωνίας (και εννοείται ούτε υποψία ναρκωτικών και πορνείας). Υπάρχουν απλώς μαγαζιά, από τα οποία προμηθεύονται οι πολίτες ό,τι χρειάζονται. Και μπόλικα λουλούδια, που είναι μια από τις αρβανίτικες λέξεις, που πέρασαν και στο δικό μας λεξιλόγιο αντί του άνθους.

Εντυπωσιακή είναι η περήφανη στάση των Αλβανών εργαζόμενων που αρνούνται να πάρουν δώρα και φιλοδωρήματα. "Τρόμαξα να την πείσω να δεχτεί έστω μερικά φυστίκια" λέει ο Β.Γ. για μια καθαρίστρια, που ανήκει στην ελληνική μειονότητα κι ήθελε να της προσφέρει κάτι ελληνικό. Ενώ παρακάτω, και αφού γίνει λόγος για την κρατική ιδιοκτησία της γης, η ίδια γυναίκα ρίχνει την εξής αφοπλιστική ατάκα.
-Όχι, μου αποκρίθηκε, δεν είναι δικό μας το σπίτι, είναι του Κράτους. Και σε λίγο πρόσθεσε. Κι εμείς του Κράτους είμαστε.
Και δεν εννοούσε πως το λαϊκό κράτος είχε κάνει την κοινοκτημοσύνη των γυναικών. Εννοούσε απλούστατα πως ήταν με το σοσιαλιστικό κράτος δούλευε σε επιχείρηση του κράτους των εργατών και των αγροτών.
Υπάρχει επίσης ειδικό κεφάλαιο για την κατάσταση της ελληνικής μειονότητας, το σεβασμό στις παραδόσεις της και την απόλυτη ελευθερία που έχει στην εκμάθηση-διδασκαλία της γλώσσας της.

Και η θρησκεία της; Στην Αλβανία είχαν καταργηθεί οι θρησκευτικοί-εκκλησιαστικοί θεσμοί και διατηρήθηκαν μόνο οι ναοί (εκκλησίες και τζαμιά) με ιστορική αξία, που λειτουργούν ως μουσεία. Και ο Γεωργίου παραθέτει τα λόγια μιας γυναίκας από τη μειονότητα:
-Ήταν καιρός. Γλιτώσαμε από ένα μπελά. Επιτέλους. τι μας χρειάζονταν οι παπάδες και οι εκκλησίες;
Αναγνωρίζει πως ο χαρακτήρας της θρησκείας είναι διαβατάρικος (δηλ προσωρινός), αναρωτιέται κι ο ίδιος όμως: μήπως βιάστηκαν να το κάνουν;
Η επίσημη άποψη εξηγεί από βασικούς κοινωνικοπολιτικούς λόγος την κατάργηση των εκκλησιών που ξεκίνησε από τα κάτω σαν ένα αίτημα της μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας. Και συγκεκριμένα ότι η θρησκεία δεν είχε βαθιές ρίζες στο λαό, ότι η θρησκεία και η εκκλησία δεν έδρασαν ποτε σαν εθνικός ή ενωτικός παράγοντας, αλλά αντίθετα σαν πηγή διαίρεσης και διχασμού. 
Στην Αλβανία υπήρχαν τρεις θρησκείες και τρεις εκκλησίες, η ορθόδοξη χριστιανική, η καθολική και η μουσουλμανική, που χώριζαν και διασπούσαν το λαό και έστρεφαν το ένα κομμάτι του ενάντια στο άλλο. Απόδειξη άλλωστε ότι οι γάμοι δε γίνονταν ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, ακόμα κι ανάμεσα σε ορθόδοξους και καθολικούς. θάβονταν σε ξεχωριστά νεκροταφεία
Υπήρχαν κι ιστορικά παραδείγματα, που συνέτειναν στα παραπάνω, πχ ο χριστιανός επίσκοπος της Κορυτσάς, που είχε δώσει πρώτος το παράδειγμα στους πιστούς του για να τουρκέψουν, και πολύ πιο πρόσφατα, ο καθολικός επίσκοπος της Σκόδρας, που με παρακίνηση του Βατικανού, προσπάθησε να ξεσηκώσει τους πιστούς ενάντια στη νέα λαϊκή εξουσία που προέκυψε μετά την απελευθέρωση.

Κλείνουμε με μια νότα ιστορικής ειρωνείας, που απορρέει από τη σκοπιά του σημερινού αναγνώστη, με τη στερνή μας γνώση για τις αντεπαναστατικές ανατροπές που μεσολάβησαν και τη σύγκριση που επιχειρεί ο συγγραφέας μεταξύ της σοσιαλιστικής Αλβανίας και της τότε Δυτικής Γερμανίας.
Αυτή είναι η δύναμη της σημερινής Αλβανίας. Κι όμως πριν από έναν αιώνα και ακόμα νωρίτερα, οι μεγάλοι αμφισβητούσαν κι αυτή την ύπαρξή της. Ένας μεγάλος πολιτικός της Ευρώπης, ο σιδερένιος καγκελάριος Βίσμαρκ, είχε ρωτηθεί για την εθνική υπόσταση της χώρα των Σκιπετάρηδων. Η Αλβανία; απάντησε. Δεν υπάρχει. Είναι απλώς μια γεωγραφική έννοια.
Συμβαίνει κάποτε, ακόμα και μεγάλοι πολιτικοί και σιδερένιοι καγκελάριοι να μη λένε πολύ στέρεα λόγια. και πραγματικά η απάντηση του Βίσμαρκ αποδείχτηκε πως ήταν πολύ κοντόφθαλμη, μακριά από την αλήθεια και τη ζωή.
Πριν ένα αιώνα η Αλβανία ήταν υπόδουλη, κάτω από τον άγριο φεουδαρχικό  ζυγό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, φαινόταν ανύπαρκτη για αυτό το λόγο, και έμενε πολύ πίσω από την προοδευμένη Γερμανία του Βίσμαρκ . Σήμερα η νέα Αλβανία είναι τελείως ελεύθερη και ένα ολόκληρο κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό μπροστά από τη Δυτ. Γερμανία. Τι εκπλήξεις αλήθεια μας παρουσιάζει η ζωή.

Εκπλήξεις; Δε λες τίποτα...

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Ποιος ασχολείται με το μπάσκετ

Αυτός ήταν ο τίτλος του κειμένου σε ένα παλιό τρίποντο του 91’. Η κε του μπλοκ σήμερα αναδημοσιεύει μια παλιά μπασκετική ιστορία με πολιτικές προεκτάσεις, από το ταξίδι του (ακόμα τότε) πρωταθλητή άρη στη γειτοινική αλβανία για τον προκριματικό γύρο του κυπέλλου πρωταθλητριών. Το ρεπορτάζ υπογράφει ο (κοσμοπολίτης κεντρο-αριστερός από πολιτικής άποψης) νίκος παπαδογιάννης στο 149o τεύχος του περιοδικού με ημερομηνία 17/9/1991.

Για την ιστορία ο άρης είχε νικήσει με 98-79 την τοπική παρτιζάνι, έχοντας πρώτους σκόρερ τον γκάλη στην τελευταία του χρονιά στην ομάδα και τον «ω μπέρι-μπέρι», που έφυγε γρήγορα γιατί δεν τον πλήρωναν, με άξιο συμπαραστάτη τον.. ντίβατς των φτωχών μίροσλαβ πετσάρσκι –ένα κάρφωμα του οποίου κοσμεί και τη φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο. Ο γιαννάκης δεν αγωνίστηκε, συνεχίζοντας την αποχή από τις δραστηριότητες της ομάδας, στα πλαίσια της διεκδίκησης ενός καλύτερου συμβολαίου από τη διοίκηση

Είναι ίσως η πρώτη φορά που βρισκόμαστε σε πλήρη αμηχανία, μπροστά σ’ ένα άδειο χειρόγραφο. Γιατί; Όλη η απάντηση περικλείεται άνετα σε μια και μόνη φράση: Είναι απίθανό, αστείο, ανούσιο, να βρίσκεται κανείς στην Αλβανία και να είναι υποχρεωμένος να ασχοληθεί με μπάσκετ… ΟΚ, γι’ αυτό μ’ έστειλαν εδώ. Για να παρακολουθήσω τον πρώτο αγώνα του Άρη για το εφετινό Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, να καλύψω κάθε λεπτομέρεια του αγώνα, καθώς και τα παραλειπόμενα του ταξιδιού. Ώστε να δικαιολογείται η ετικέτα «του απεσταλμένου μας». Αλλά, εκεί ακριβώς είναι που υπάρχει το πρόβλημα: στα «παραλειπόμενα του ταξιδιού». Στην αποκάλυψη ενός κόσμου που, πριν τον δούμε, θέλαμε να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει, ότι είναι δημιούργημα των «εχθρών του υπαρκτού σοσιαλισμού».

Έπρεπε να δείτε το βλέμμα του Ουόλτερ Μπέρι όταν τον πλησίασε ένα κοριτσάκι με κομμένο πόδι και του ζητούσε ελεημοσύνη.
Έπρεπε να δείτε την αμηχανία του Παναγιώτη Γιαννάκη όταν κάποιοι ρακένδυτοι Αλβανοί του ζητούσαν να φωτογραφηθεί μαζί τους, με το χαμόγελο του ανθρώπου που νιώθει ευτυχισμένος επειδή, επιτέλους, του δίνουν σημασία.
Έπρεπε να δείτε τα παιδάκια στην πλατεία της Κορυτσάς. Έβαζαν τα δάχτυλα μπροστά στο στόμα και όλοι νομίζαμε ότι μας ζητούσαν τσιγάρο. Αλλά δεν ήθελαν τσιγάρο. Ήθελαν φαγητό.
Έπρεπε να δείτε τα μάτια που γυάλιζαν λίγο μετά τα σύνορα. Να απορήσετε, με την προσπάθεια του αδελφού να προξενέψει την 15χρονη αδελφή του, ώστε να φύγει τουλάχιστον από την χώρα. Να μαυρίσει η ψυχή σας στη θέα ενός 18χρονου που καβάλησε το πούλμαν μας- για τα Τίρανα σε μια απέλπιδα αναζήτηση βίζας.
Έπρεπε ν’ αντικρίσετε τα μάτια των πιτσιρικάδων που άνοιγαν την πόρτα της κουζίνας του ξενοδοχείου και καταβρόχθιζαν τα πάντα με το βλέμμα, ζητιανεύοντας παράλληλα μια «τσίχλα».
Για να μην πάμε μακριά: έπρεπε να δείτε τους παίκτες της Παρτιζάν να αναζητούν, ξυπόλητοι, καταφύγιο μετά τη λήξη του αγώνα. Κάποιος είχε ξεχάσει να ξεκλειδώσει τα αποδυτήριά τους… Και μέσα σ’ όλα, η βεντέτα Γκάζμεντ Τσάτσι, να αναπολεί τη ντόλτσε βίτα των Μεσογειακών: «Υπέροχα περάσαμε τότε», έλεγε…
Έπρεπε να είσασταν εδώ στα Τίρανα, «φορτωμένοι» μ’ ένα δωδεκάωρο ταξίδι στη χειρότερη εθνική οδό της γης, για να καταλάβετε γιατί δεν μπορώ να γράψω μόνο για μπάσκετ…

Ο Άρης έκανε ό,τι μπορούσε για να διεξαχθούν και τα δύο ματς με την Παρτιζάν στη Θεσσαλονίκη και ν’ αποφύγει το ταξίδι στην Αλβανία. Στο φαξ που έστειλε στην Αλβανική Ομοσπονδία, προσφέρονταν να αναλάβει τα έξοδα της τετραήμερης φιλοξενίας και έδινε στην Παρτιζάν όλες τις εισπράξεις του πρώτου αγώνα (ο άλλος αγώνας θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών). Η απάντηση όμως ήταν αρνητική.
Όταν οι άνθρωποι του Άρη συνάντησαν τους παράγοντες της Παρτιζάν την Πέμπτη το πρωί και τους ρώτησαν γιατί δε δέχθηκαν την πρόταση, η απάντηση ήταν ένα σοκ: «Ποια πρόταση;» Το φαξ είχε μείνει στα γραφεία της Αλβανικής Ομοσπονδίας! Δεν είχε κοινοποιηθεί ποτέ στην Παρτιζάν! Και οι παράγοντές της, μόνο που δεν έκλαιγαν όταν το έμαθαν!

Γιατί έγινε αυτό; Η απάντηση, δια στόματος μέλους της διοίκησης του Άρη: «Μα, αυτοί κάτι τέτοια περιμένουν για να χαμογελάσει λίγο ο κόσμος, να έχει κάτι ν’ ασχοληθεί». Σωστά. Μόνο που ο κόσμος δεν έχει πια διάθεση να χαμογελάσει. Όταν ο Άρης είχε αντιμετωπίσει πάλι την Παρτιζάν, το 1985, το γήπεδο γέμισε κι έμειναν και 2-3 χιλιάδες κόσμος απ’ έξω. Αυτή τη φορά, υπήρχαν ουκ ολίγα κενά καθίσματα στο όμορφο γυμναστήριο.
Άλλωστε, έπρεπε να πληρώσει κανείς για να μπει στο γήπεδο. Και το εισιτήριο κόστιζε 3 λεκ. Με 5 λεκ, αγοράζει κανείς ένα καρβέλι ψωμί. Και, καλός μεν ο συνδυασμός άρτου και θεαμάτων, αλλά τι να τα κάνει κανείς τα θεάματα, όταν δεν υπάρχει άρτος…

Ο Άρης ετοιμάζεται τώρα να κάνει παρόμοια πρόταση στη Σλασκ Βρότσλαβ, ελπίζοντας ότι η Πολωνική Ομοσπονδία θα σκεφτεί και το συμφέρον της Σλασκ, εκτός από το χαμόγελο του λαού του Βρότσλαβ…
Και μέσα σ’ όλα, στο όλο σοκ που λέγεται Αλβανία, θα πρέπει να βρούμε κέφι και για να ασχοληθούμε με μπάσκετ – αυτό είναι εφικτό μόνο αν πιστεύουμε ότι το άθλημα είναι μια πηγή χαμογέλου γι’ αυτούς τους δυστυχισμένους που μας περιτριγυρίζουν εδώ και οκτώ ώρες. Α, η αλήθεια είναι ότι σ’ έναν επαρχιακό δρόμο, καταμεσής ενός ρημαγμένου αγρού, είδαμε δύο παλιές, ξύλινες μπασκέτες, που μας φάνηκαν ό,τι πιο απίθανο περιμέναμε να δούμε σε μια χώρα βυθισμένη στο δικό της μεσαίωνα. Ελπίζουμε ότι αυτοί που βρήκαν το κουράγιο να τις στήσουν θα πήραν ένα χαμόγελο την Πέμπτη το βράδυ…

Ακόμα και στον… υπουργό Εσωτερικών της Αλβανίας απευθύνθηκαν οι άνθρωποι του Άρη για να φύγουν μια ώρα γρηγορότερα από τη χώρα. Η είδηση ότι τα σύνορα κλείνουν (!) από τις 11 τη νύχτα ως τις 6 το πρωί, πανικόβαλε τους «κίτρινους», αφού θα έπρεπε να ξεκινήσει το πούλμαν τους, όχι αμέσως μετά το ματς, αλλά γύρω στα μεσάνυχτα της Πέμπτης –όπερ και τελικώς εγένετο, αφού η επίσημη παρέμβαση δεν έφερε αποτέλεσμα.
Παρά το αρχικό σχέδιο, η ομάδα δε διανυκτέρευσε στην Οχρίδα, λόγω των ταραχών στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου, ενώ και όλες τους οι μετακινήσεις σε αλβανικό έδαφος έγιναν με αστυνομική συνοδεία, για το φόβο των Ιουδαίων.
Και μόνο τα πιτσιρίκια που στήνουν ενέδρες στους δρόμους και πετάνε… πέτρες στα πούλμαν, αρκούν για να τρομοκρατήσουν τον ανύποπτο ταξιδιώτη.

Υγ: όχι εσύ δηλ ήξερες σφε αναγνώστη ότι το τρίποντο της εποχής αναδημοσίευε από το ρίζο μια μεταφρασμένη από τα ρώσικα συνέντευξη του μάτζικ τζόνσον στην εφημερίδα σαβιέτσκι σπορτ;
Τι λες τώρα...