Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 100 χρόνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 100 χρόνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Υπάρχω λες κι ύστερα δεν υπάρχεις

Ο Χέγκελ λέει πως το πραγματικό είναι και λογικό και το λογικό είναι πραγματικό -ακόμα κι αν δεν υπάρχει ακόμα. Αλλά οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται μόνο την απτή πραγματικότητα και θεωρούν άπιαστο όνειρο και ουτοπία οτιδήποτε μη συντελεσμένο δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν.

-Πού εφαρμόζονται αυτά που λέτε;
Είναι μια συχνή ερώτηση, που αξιοποιεί αυτού του είδους τον πραγματισμό, για να απαξιώσει το δικό μας στρατηγικό στόχο. Και δεν τους απασχολεί προφανώς πως όλα όσα βλέπουμε γύρω μας δεν υπήρχαν από καταβολής του κόσμου και κάποτε ίσως έμοιαζαν ουτοπικά, αλλά προέκυψαν δια της εξέλιξης στην πορεία.

Στον πραγματισμό βασίστηκε κι ο Σουσλόφ -το ιδεολογικό στέλεχος που δέσποζε στη μεταπολεμική  ΕΣΣΔ- όταν είπε τη φράση του περί υπαρκτού σοσιαλισμού, του μόνου "μοντέλου" που υφίσταται στην πραγματικ΄ζωή, σε αντίθεση με τις θεωρίες και τις φαντασιοκοπίες όσων το απέρριπταν κι ευαγγελίζονταν ένα διαφορετικό σύστημα -πχ με περισσότερη δημοκρατία. Αλλά το πραγματικό ήταν και λογικό. Και ο σοβιετικός σοσιαλισμός ήταν αναπόφευκτο να χρησιμοποιεί περιορισμούς για την άμυνά του και αυξημένη καταστολή, για να αντιμετωπίσει τον επιθετικό καπιταλιστικό περίγυρο και την πολιορκία του από το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Και δε θα μπορούσε να πράξει και πολύ διαφορετικά, στο συγκεκριμένο περιβάλλον με το δοσμένο αρνητικό συσχετισμό, αν ήθελε να συνεχίσει να υπάρχει.

Και μοιάζει η αλήθεια μου πελώριο ψέμα
Στο τείχος η φωνή μου χτυπά

Το τείχος ήταν πραγματικό, επειδή ήταν λογικό -και βασικά αναπόφευκτο. Η πτώση του δεν είχε καμία λογική από σοσιαλιστική άποψη -δεν γκρέμιζε κάποιο ταξικό φραγμό ή το τείχος της ντροπής- είχε όμως για του λύκους που φορούσαν την προβιά του κομμουνιστή, επιδιώκοντας το γκρέμισμα του σοσιαλισμού, κι όχι απλώς ενός τοίχου. Αλλά κράτησαν ένα ψέμα για το τέλος, και έλεγαν πως παλεύουν για την αναγέννηση και την ενδυνάμωσή του.

Η πραγματικότητα είναι μία -σαν τη Φρουτοπία- αντικειμενική και γνώσιμη, αλλά υπάρχουν πολλοί τρόποι να την ερμηνεύσεις, πολλές αλήθειες, ανάλογα με το (ταξικό, υποκειμενικό, κοκ) πρίσμα από το οποίο την αντικρίζεις. Η αλήθεια είναι επαναστατική και γράφεται με κόκκινο -ακόμα κι αν είναι το κόκκινο στυλό που διορθώνει κάποιες ανορθογραφίες ή δυσάρεστες λεπτομέρειες της ιστορίας, όπως κάποια ανεπιθύμητα πρόσωπα σε ιστορικά φωτογραφικά στιγμιότυπα. Το ρετουσάρισμά τους όμως δεν ήταν καθόλου διαπαιδαγωγητικό για τις μάζες και τον τελικό σκοπό, που δε θα έχει δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα, αλλά με αντιφάσεις -ακόμα κι εντός της επαναστατικής πρωτοπορίας- και πισωγυρίσματα.

Οι μπολσεβίκοι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν από την αλήθεια. Γι' αυτό ήθελαν πχ να δημοσιευτούν όλες οι μυστικές διπλωματικές συμφωνίες των ιμπεριαλιστικών κρατών, και εξηγούσαν ποιο σκοπό εξυπηρετούσαν οι τακτικές υποχωρήσεις τους -πχ η ΝΕΠ. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως πήγαιναν με το σταυρό στο χέρι, γιατί τότε θα έτρωγαν τον αγκυλωτό σταυρό στο κεφάλι.

Αυτή ήταν πχ η λογική πίσω από την υπογραφή του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, για να κερδίσουν πολύτιμο χρόνο -όπως κι έκαναν. Αυτό το σκοπό υπηρετούσε επίσης η επιστράτευση του χρήσιμου μύθου και του φαντασιακού στο μεγάλο πατριωτικό πόλεμο κατά των ναζί, η επίκληση του θρησκευτικού συναισθήματος ή των τσαρικών πολέμων κατά του Ναπολέοντα, για να πετύχουν την καθολική συστράτευση στον υπέρ πάντων αγώνα της επιβίωσης.

Αυτή ήταν κι η περίπτωση της (αντι)κατασκοπίας, πριν, μετά και κατά τη διάρκεια του πολέμου, και του δικτύου της Κόκκινης Ορχήστρας, με επικεφαλής τον αντισταλινικό, Λέοπολντ Τρέπερ. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του "το μεγάλο παιχνίδι", όπου διηγείται πως έπεσε μεν στα χέρια των Γερμανών, αλλά κατάφερε να τους πείσει πως μπαίνει στην υπηρεσία τους και παίζει διπλό ρόλο με απώτερο σκοπό το κλείσιμο ξεχωριστής ειρήνης μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και ΕΣΣΔ, ενώ παράλληλα είχε ειδοποιήσει κρυφά το σοβιετικό κέντρο για την κατάστασή του και το σχέδιό του. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι Γερμανοί προσπαθώντας να ξεγελάσουν τους σοβιετικούς και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους, άρχισαν να τους δίνουν αξιόπιστες, διαβαθμισμένες πληροφορίες και υλικό για τη διάταξη του στρατού τους, που μόνο ένα άρτια κατασκοπευτικό δίκτυο, χωρίς απώλειες κι απρόοπτα, θα μπορούσε να συγκεντρώσει. Κι οι Σοβιετικοί κατάφερναν να τις παίρνουν άκοπα...
Ο μύθος στην υπηρεσία της επανάστασης...

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στη φράση του Σουσλόφ για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, δηλ αυτόν που γνωρίσαμε (κι αγαπήσαμε, σε βαθμό που τον υπερασπιστήκαμε άκριτα μερικές φορές) κατά τον εικοστό αιώνα. Μια φράση που στοιχειώνει -ως σημαίνον και σημαινόμενο- όχι μόνο τον ταξικό εχθρό, αλλά και πολλούς αντικομμουνιστές σοβιετιολόγους, με ριζοσπαστικό προσωπείο. Οι οποίοι προσπαθούν να ορκίσουν το φάντασμα -που πλανάται πάνω τους, απειλώντας να πάρει ξανά σάρκα και οστά- και να αποδείξουν πως ο υπαρκτός δεν υπήρξε ποτέ. Και δως του εισαγωγικά -δίπλα από το "υπαρκτός"- και δως του "ευφάνταστα" λογοπαίγνια με τον "αν-ύπαρκτο σοσιαλισμό".

Μα αν είστε τόσο έξυπνος, δώστε μου πίσω αυτό που δεν υπήρξε, λέει ένας εργάτης στο μικροαστό διανοούμενο, σε ένα λαϊκό ρωσικό ανέκδοτο, στα χρόνια της αντεπανάστασης.
Κι αυτό δε λέγεται προφανώς από τη σκοπιά της στείρας υπεράσπισης αυτού που υπήρχε -και οδηγήθηκε στην ανυπαρξία από τις αντιφάσεις του- αλλά ως αναγνώριση της προσφοράς του και των επιτευγμάτων του.

Υπάρχω, κι όσο υπάρχεις, θα υπάρχω.
Αλλά οι κομμουνιστές συνεχίζουν να υπάρχουν και μετά τον υπαρκτό. Και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, όσο υπάρχουν οι αιτίες που γεννάνε την αδικία, την εκμετάλλευση, και σε τελική ανάλυση την ταξική πάλη.
Τι στάση πρέπει να κρατήσουν όμως απέναντι στην εμπειρία και το μύθο του υπαρκτού σοσιαλισμού που γνωρίσαμε τον περασμένο αιώνα;

Κάποιοι -που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές- λένε ότι ήταν κάτι που απέτυχε, δυσφήμησε τις ιδέες μας και πρέπει να το απαρνηθούμε. Θεωρούν πιο βολικό το χρήσιμο μύθο που λέει ότι οι ιδέες μας, οι ιδέες του Μαρξ και το όραμά του για κοινωνική χειραφέτηση, είναι ακατανίκητες. Συνεπώς δεν απέτυχαν, απλώς δεν εφαρμόστηκαν ποτέ -οπότε κρατάνε το αήττητό τους. Κι έτσι είναι έτοιμοι να συνηγορήσουν υπέρ των πιο χυδαίων αστικών μύθων και της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, που γράφει την ιστορία με το μαύρο των νικητών και της αντίδρασης, αφού αυτό που υπήρξε δε μας αφορά και δεν ήταν ποτέ σοσιαλισμός.

Όσο κι αν είναι αλήθεια βέβαια πως ο σοσιαλισμός απέτυχε ή όξυνε τις αντιφάσεις του, όταν άρχισε να δανείζεται συνταγές από το οπλοστάσιο του αντιπάλου (που αφήνει ωστόσο ανοιχτό το ζήτημα τι ήταν αυτό που τον ώθησε σε αυτές τις απαντήσεις), αυτή είναι μια μισή αλήθεια, που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα περισσότερο από ό,τι ένα χυδαίο και φανερό ψέμα.

Οι ιδέες της επανάστασης εφαρμόστηκαν σε ένα δυσμενές περιβάλλον, και παρόλα αυτά ευδοκίμησαν -κι ως ένα βαθμό αναπτύχθηκαν- για πολλές δεκαετίες, να βγάλουν ρίζες και να αφήσουν σπορά που θα καρπίσει ξανά, στις κατάλληλες (επαναστατικές) συνθήκες, αρκεί να τις καλλιεργήσουν οι κομμουνιστές.

Κι η υπεράσπιση της σοβιετικής πείρας, η αναγνώριση των επιτευγμάτων και της προσφοράς της, δεν είναι ένας χρήσιμος μύθος, ένα ψέμα που μας παρηγορεί για να μην απογοητευτούμε, χωρίς ένα φάρο κι ένα μπούσουλα που φωτίζει την πράξη μας, αλλά μια αλήθεια, αντιφατική όπως κάθε τι πραγματικό, που πιθανότατα θα συναντήσουμε ξανά μπροστά μας στα επαναστατικά εγχειρήματα του μέλλοντος.

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Κοινωνικοποίηση και σοσιαλισμός

Θα υπάρχουν ΚΤΕΛ στον κομμουνισμό; Και πώς αντιλαμβανόμαστε την κοινωνικοποίησή τους και τη λειτουργία τους σε αυτό το πλαίσιο;
Θα υπάρχουν γυράδικα, ψησταριές με σουβλάκια και καλαμάκια -που για εμάς θα είναι πουρουφάν και για τον Αθηναίο σύμμαχο κάτι άλλο;
Θα τρώμε χοιρινό κρέας και αγριογούρουνα, όπως στο χωρίο του Οβελίξ, ή θα γίνουμε όλοι vegan που θα σέβονται τα δικαιώματα και την προσωπικότητα των ζώων;
Θα υπάρχουν κότερα, κρουαζιερόπλοια, βίτσια και διαστροφές, τζόγος, λιμουζίνες, σαμπάνιες, προϊόντα πολυτελείας, που σπαταλούν πόρους;
Κι οι ερωτήσεις μπορεί να συνεχίζονται επ' αόριστον, διατυπώνοντας φαινομενικά αστείες απορίες, που είναι όμως πολύ σοβαρές, όσο αδυνατούμε βασικά να τις απαντήσουμε.

Ας μείνουμε όμως στο θέμα της κοινωνικοποίησης. Τι είναι αυτό που τη διαφοροποιεί ουσιαστικά από την κρατικοποίηση; Γιατί μιλάμε για κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων στη βιομηχανία και σε άλλους παραγωγικούς τομείς, αλλά επιλέγουμε τη μεταβατική μορφή του συνεταιρισμού για τη γη και τους αγρότες; Οι εμπορικές σχέσεις επιβιώνουν μόνο στην ύπαιθρο ή υπάρχουν στις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις που απαλλοτριώνονται από το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου;

Μια πρώτη, σχηματική κι ίσως λίγο απλοϊκή απάντηση είναι πως το κράτος παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής, στο όνομα της κοινωνίας συνολικά. Όσο παραμένει λοιπόν -έστω και με άλλη μορφή-περιεχόμενο- η διάκριση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, όπου το δεύτερο υπάρχει σα δύναμη πάνω από την πρώτη, για να οργανώνει την παραγωγή της, επιβάλλοντας τους όρους της κυρίαρχης τάξης, θα υπάρχει απόσταση (τυπική ή ουσιαστική) μεταξύ κοινωνικοποίησης και κρατικοποίησης (που είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για να φτάσουμε στην πρώτη). Απόσταση που θα εκμηδενιστεί μόνο με την άρση αυτής της αντίθεσης, με την κατάργηση του κράτους, που σταδιακά καθίσταται περιττό κι απονεκρώνεται,

Αυτό κάποιοι σοβιετικοί (πχ Βαζιούλιν) το ονόμαζαν τυπική κοινωνικοποίηση (σε διάκριση με την ουσιαστική) και το εξαρτούν από τους όρους παραγωγής και την αντίθεση μεταξύ των προωθημένων, κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, που δεν είναι ανεπτυγμένες σε αντίστοιχο βαθμό -για να καταστήσουν ουσιαστική την κοινωνικοποίηση. Τη θεωρούν μάλιστα ως τη βασική αντίθεση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου το σημαντικό είναι πως και οι δύο πόλοι της εντοπίζονται στη σφαίρα της παραγωγής κι όχι πχ της διανομής (στον καθένα ανάλογα με...).

Ο Ρούσης γράφει κάτι παρόμοιο στο βιβλίο του "ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς", καθώς δανείζεται μια βασική ιδέα του Μαρξ για τον καπιταλισμό (περί τυπικής κι ουσιαστικής υπαγωγής) και την εφαρμόζει στη μετάβαση στον κομμουνισμό, κάνοντας λόγο για τυπική κι ουσιαστική υπαγωγή της παραγωγής στον κομμουνισμό ( κατ' αυτόν το ιστορικό παράδειγμα της ΕΣΣΔ να ανήκει στην πρώτη περίπτωση). Πρόκειται για μια δημιουργική αντιγραφή, με έμφαση όμως στο δεύτερο σκέλος (την αντιγραφή) παρά στο πρώτο (της δημιουργίας) που είναι κάπως αδόκιμο και προβληματικό.

Γιατί υπάρχει όμως αυτή η διάκριση; Τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να κοινωνικοποιήσουμε άμεσα (εδώ και τώρα που θα έλεγε μια ψυχή ή με ένα νόμο κι ένα άρθρο, όπως θα πρόσθετε ένα κακέκτυπό της) όλα τα μέσα παραγωγής; Η απάντηση δε βρίσκεται στην έλλειψη της απαραίτητης βούλησης ή σε κάποια ρεφορμιστική αμφιταλάντευση, αλλά στα ίδια τα μέσα παραγωγής, το βαθμό ανάπτυξής τους, τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και το χαρακτήρα της εργασίας που συνδέεται με αυτά.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που στη γη προκρίνεται ο συνεταιρισμός, με το Στάλιν να εντοπίζει στην ύπαιθρο την επιβίωση εμπορευματικών σχέσεων στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης (πέρα από το εξωτερικό εμπόριο και τις όποιες συναλλαγές με άλλες καπιταλιστικές χώρες). Θεωρούσε δηλ εμπορευματικές τις ανταλλαγές προϊόντων και τις σχέσεις μεταξύ του κοινωνικοποιημένου βιομηχανικού τομέα και του μη κοινωνικοποιημένου αγροτικού τομέα της οικονομίας.

Η κοινωνικοποίηση δεν είναι μια απλή απαλλοτρίωση. Δεν έχει κανένα νόημα να κοινωνικοποιήσει η σοσιαλιστική εξουσία την ιδιοκτησία φτωχών αγροτών (ένα χωραφάκι και μερικά ζωντανά). Επίσης η αγροτική παραγωγή περιέχει μια σειρά αστάθμητους παράγοντες που δεν υπόκεινται εύκολα στον οικονομικό προγραμματισμό, αλλά υπονομεύουν και δυσχεραίνουν τον (κεντρικό) σχεδιασμό (πχ οι απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες.

Η κοινωνικοποίηση συμβαδίζει με την ανάπτυξη, με τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση -δηλ με τα μονοπώλια ως το τελευταίο σκαλοπατάκι της υλικής προετοιμασίας για το σοσιαλισμό- και με την αυτοματοποίηση που ενισχύει τον κεντρικό σχεδιασμό και ενοποιεί τη διεύθυνση των παραγωγικών μονάδων, απλοποιώντας την και καθιστώντας την περιττή σε βάθος χρόνου.

Με αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να σταθούμε κριτικά απέναντι στην εκτίμηση των σοβιετικών για το αν και σε ποιο βαθμό ήταν πλήρως κι ουσιαστικά κοινωνικοποιημένος ο βιομηχανικός τομέας κι οι επιχειρήσεις που είχαν απαλλοτριωθεί από το εργατικό κράτος. Ένας τομέας στον οποίο ναι μεν συναντούσαμε μεγάλες παραγωγικές μονάδες και σπέρματα εφαρμοσμένης αυτοματοποίησης, αλλά συνυπήρχαν με τη χρήση χειρωνακτικής εργασίας, σε σημαντικό βαθμό, και τον κυρίαρχο ρόλο των μηχανών, δηλ της εκμηχανισμένης παραγωγής. Η οποία ναι μεν κατέστησε εφικτή και άμεσα ορατή την προοπτική του σοσιαλισμού και της διαφορετικής οργάνωσης των παραγωγικών σχέσεων, αλλά δεν αντιστοιχεί στην αυτοματοποίηση και τις απαιτήσεις της κομμουνιστικής προοπτικής.

Αν το ερμηνεύω καλά, αυτοματοποίηση σημαίνει μια τέτοια ανάπτυξη, που θα ενοποιεί το σχεδιασμό και τη δραστηριότητα όλων των παραγωγικών μονάδων σε ένα ενιαίο, οργανικά δεμένο σύνολο, με τον ίδιο τρόπο που ο εγκέφαλος κατευθύνει τις συντονισμένες κινήσεις του σώματος και τις εντολές σε κάθε όργανο, καθιστά αυτονόητη την ενιαία λειτουργία τους, που γίνεται ασυνείδητα, στη βάση της συνήθειας. Κι αυτό συμβαίνει χωρίς να χρειάζεται κάποιο μέτρο για τη μεταξύ τους συνεργασία, με τον ίδιο τρόπο που σε ένα οργανισμό, υπάρχει μεν ισοζύγιο, αλλά οι κινήσεις είναι αυτόματες και δε χρειάζεται κάποιο αποδεικτικό πχ για το οξυγόνο που παρέχουν οι πνεύμονες στο αίμα, ώστε να γίνουν οι καύσεις που απαιτούν οι κινήσεις, κτλ.

Αυτή η κατεύθυνση δίνει βάρος στην περαιτέρω συγκέντρωση της παραγωγής, ώστε όλες οι μονάδες της να λειτουργούν ως ένα σώμα, κι όχι στο μικροαστικό κατακερματισμό και την αναρχική ιδέα της αυτοδιαχείρισης-αυτοδιεύθυνσης, που διαιωνίζει τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό των ξεχωριστών επιχειρήσεων, που δεν υπάγονται στην ίδια διεύθυνση, στο ίδιο σχέδιο και υπηρετούν ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα.

Αυτά μπορεί να μην απαντούν άμεσα στον καταιγισμό των εισαγωγικών ερωτήσεων, που θυμίζουν τις επίμονες απορίες ενός παιδιού, χωρίς να είναι απαραίτητα παιδιάστικες (από μικρό κι από τρελό, εξάλλου...). Δίνουν όμως, πιστεύω, μια καλή βάση για την κατανόηση της κοινωνικοποίησης, σε ένα γενικό πλαίσιο, που χρειάζεται εξειδίκευση, κατά περίπτωση...

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Η τέταρτη διάσταση της επανάστασης

Αν κοιμηθώ νωρίς, θα (ξε)σηκωθώ νωρίς
κι όταν θα κάνω την έφοδο, θα είναι νωρίς.
Αν κοιμηθώ αργά...

Το νωρίς δεν έχει να κάνει με τον ορισμό του σοσιαλισμού ως πρώιμου, ανώριμου κομμουνισμού. Αλλά με τη σωστή εκτίμηση των πραγμάτων, τη συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης, που είναι η ουσία του μαρξισμού και το πιο δύσκολο επαναστατικό καθήκον. Έχει να κάνει με την τέταρτη διάσταση της επανάστασης, που μπορεί να προστεθεί στην τριάδα των προϋποθέσεων της εξέγερσης που σημειώνει ο Βλαδίμηρος ως ειδοποιό διαφορά του μαρξισμού από τον μπλανκισμό, όπως και στην τριάδα των κλασικών όρων για την επιτυχία της: ανεβασμένο επίπεδο συνειδητοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης, οργανωμένη πρωτοπορία κι ατσαλωμένο κόμμα, που διευθύνει τον αγώνα, αδυναμία των από πάνω κι επαναστατική κατάσταση.

Έχει να κάνει επίσης με την περίφημη φράση του Λένιν για την επιλογή της κατάλληλης στιγμής: μια μέρα πριν ήταν νωρίς, μία μέρα μετά θα είναι αργά, τώρα είναι η ευκαιρία.

Στην Πετρούπολη (που αργότερα ονομάστηκε Λενινούπολη-Λένινγκραντ κι ως τέτοιο έχει χαραχτεί στη μνήμη μας), οι διαθέσεις των εργατικών μαζών ήταν ώριμες για την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας ήδη από τον Ιούλιο. Οι μπολσεβίκοι μπήκαν μπροστά ως όφειλαν, παρά τη διαφωνία τους με τη χρονική στιγμή του ξεσπάσματος, προκειμένου να μην αποκοπούν από τις μάζες. Αλλά δεν παρασύρθηκαν από αυτές κι είχαν διαφορετική εκτίμηση ως προς την κατάλληλη στιγμή για το γενικό έναυσμα και την επαναστατική ετοιμότητα στην υπόλοιπη χώρα. Αν το κόμμα ακολουθούσε τυφλά τις μάζες, δε θα είχε λόγο ύπαρξης ως διακριτή οργανωμένη πρωτοπορία. Κι αν έκρινε την κατάσταση μόνο από το επίπεδο συνειδητοποίησης κι ωριμότητας στις γραμμές του και τον περίγυρό του, γενικεύοντας αυθαίρετα το μερικό στο σύνολο, θα ξέπεφτε στο επίπεδο της επαναστατικής λογοκοπίας -ίσως τίμιας κι ειλικρινούς, παρόλα αυτά επικίνδυνης.

Η συμμετοχή τους στο ξέσπασμα του Ιούλη κι η οργανωμένη συγκράτησή του επέτρεψε στους μπολσεβίκους μια συγκροτημένη υποχώρηση και τη διατήρηση των δυνάμεών τους, παρά την παρανομία και τις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν (με το Λένιν να καταφεύγει στη Φινλανδία, για να προστατευτεί). Αλλά ο τροχός ξαναγύρισε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Κορνίλοφ και την υπεράσπιση της προσωρινής κυβέρνησης (του εσέρου Κερένσκι) από τους μπολσεβίκους και το προλεταριάτο της Πετρούπολης.
Κάτω τα χέρια από την αστική δημοκρατία, είναι δική μας δουλειά να τη ρίξουμε, θα μπορούσε να είναι το σύνθημά τους.

Η αποτυχία αυτού του πραξικοπήματος και η σωτηρία της αστικής κυβέρνησης υπέγραψε παράλληλα τη θανατική της καταδίκη, αλλά από την ανάποδη. Ενώ απέδειξε παράλληλα, πως κατά έναν παράδοξο τρόπο, κι η αντίδραση οφείλει να παίρνει υπόψη της κάποιους παράγοντες και να αντιμετωπίσει παρόμοια πολιτικά προβλήματα με τους επαναστάτες, επιλέγοντας την κατάλληλη στιγμή για την εκδήλωση της αντεπανάστασης, αν δε θέλει να την οδηγήσει σε αποτυχία.

Η προσωρινή αποτυχία της επανάστασης ενίσχυσε την προσωρινή κυβέρνηση και την αντίδραση, που πίστεψε στη νίκη της, εκτίμησε λανθασμένα την κατάσταση -χωρίς να έχει πολλά περιθώρια για κάτι διαφορετικό ούτως ή άλλως- και ευνόησε με τη σειρά της την επικράτησης της επανάστασης, που έμοιαζε πρόσκαιρη κι επισφαλής, αλλά ουδέν μονιμότερο του προσωρινού. (Και δεν είναι τυχαίο ίσως πως η νίκη αυτή αποδείχτηκε στην πράξη προσωρινή, ακριβώς όταν για τους περισσότερους έμοιαζε μόνιμη και δεδομένη).

Η κατάσταση έμοιαζε κατά μία έννοια με το πατητό, που παίζαμε ως παιδιά, με μισά-πλάγια βήματα ή μεγάλα και θαρραλέα, που ξανοίγονται και μπορεί να αποδειχτούν μετέωρα και να την πατήσεις -αντί να πατήσεις τον αντίπαλο, που είναι κι ο στόχος του παιχνιδιού- πέφτοντας έξω ένα βήμα, λίγα εκατοστά, μία μέρα (νωρίς ή αργά) και μία αιωνιότητα, που κρινόταν το 17' για τις επαναστάσεις του σύντομου εικοστού αιώνα -που ήταν μια σύντομη εισαγωγή στην κοινωνία του μέλλοντος.
Το μετέωρο βήμα της επανάστασης...

Θυμάμαι μάλιστα πως τότε παίζαμε συνήθως με ομάδες και τις συλλαβές τους, που αντιστοιχούσαν σε ένα βήμα -μισό ή ολόκληρο- και για αυτό προτιμούσαμε τα ονόματα-σιδηρόδρομους: Ο-λυ-μπι-α-κός Βό-λου, Α-να-γέν-νη-ση Καρ-δί-τσας, κοκ, που σου έδιναν πλεονέκτημα για την τελική επίθεση. Κι ίσως έτσι να μας έμεινε κι εμάς η ροπή προς τα πολυσύλλαβα μακρινάρια που μπερδεύουν τον κόσμο: ευρωμονόδρομος, λυκοσυμμαχία, αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή συσπείρωση, δικτατορία του προλεταριάτου, επαναστατική πρωτοπορία, φτου σκουληκομερμηγκότρυπα.
Τι κρίμα να μην τις ξέρουμε σαν παιδιά αυτές τις λέξεις, για να τις χρησιμοποιούμε στο παιχνίδι μας...

Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος είναι πολύ σημαντική διάσταση για την επανάσταση, όπου κάθε μέρα μετράει σα μήνας, είναι γεμάτη γεγονότα που τρέχουν και προσπαθούν να καλύψουν το κενό και την χρόνια, συσσωρευμένη αδράνεια του προηγούμενου διαστήματος. Με άλλα λόγια, όσα δε φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει η ώρα κι η στιγμή, η κρίσιμη, επαναστατική συγκυρία που συγκεντρώνει τη δυναμική και τις τάσεις εξέλιξης των πραγμάτων, σπρώχνοντας το μέλλον για να έρθει πιο κοντά στην εποχή μας. Επισπεύδοντας τη γέννηση του καινούριου ενάντια στο παλιό που αρνείται να (αργο)πεθάνει, με την επαναστατική βία να βοηθάει τη γέννα ενός μωρού, που είναι πρώιμο(ς) (κομμουνισμός) και αδύνατο, σαν επταμηνίτικο, αλλά ικανό να πνίξει τα φίδια που το ζώνουν στην κούνια του, όπως ο Ηρακλής κι η νεογέννητη σοβιετική εξουσία. Που πέτυχε μια σειρά θαυμαστούς άθλους, κουβαλώντας στις πλάτες της την παγκόσμια επαναστατική προοπτική, σαν το μυθολογικό Άτλαντα, ενάντια στα μαύρα κοράκια και τις Στυμφαλίδες Όρνιθες που έπεσαν να τη φάνε. Και ας απέτυχε τελικά να εκτρέψει το ρου της ιστορίας και του Αλφειού (ή μήπως του Πηνειού) για να καθαρίσει τον κόπρο του Αυγεία και τα κατάλοιπα-βρομιές του ταξικού παρελθόντος, που επιβιώνουν μέσα μας.

Κατορθώματα κι άθλοι συλλογικοί κι ανθρώπινοι, που έφεραν μια πραγματική κοσμογονία, που μοιάζει με έργο θεού. Τι θεού, ημίθεου και βάλε... Αλλά πρέπει να προσέχουμε το Νέσσο και το δηλητήριο του κέρδους και του σοσιαλισμού της αγοράς, γιατί μια οικονομία δεν μπορεί να είναι σαν Κένταυρος, με ανθρώπινο, σοσιαλιστικό σώμα και καπιταλιστικά πόδια αλόγου.

Εν κατακλείδι, καθώς ο χρόνος της ανάρτησης τελειώνει: η επανάσταση δε θα έρθει ως μια σπασμωδική αντίδραση στην ιστορία που κυλάει πολύ αργά για τις επαναστατικές μας προτιμήσεις. Έρχεται όμως να την επιταχύνει, ισοφαρίζοντας με ένα άλμα την καθυστέρηση ολόκληρων δεκαετιών. Δεν μπορούμε να παίζουμε με αυτήν -όπως ένα παιδί με το ρολόι του- αλλά από τη στιγμή που θα ξεσπάσει, πρέπει να οδηγηθεί αποφασιστικά μέχρι τέλους. Κι όσο πιο αποφασιστικά κινηθεί, τόσο πιο εύκολη κι αναίμακτη θα είναι η νίκη της (όπως αποδεικνύει και το παράδειγμα της εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα, σε διάκριση με την πιο δύσκολη επικράτηση της επανάστασης στη Μόσχα, όπου το αρχηγείο της αμφιταλαντεύτηκε κι υπέπεσε σε οδυνηρά σφάλματα).

Το κακό επίσης είναι ότι η επανάσταση δεν έχει πολλά περιθώρια για λάθη, ούτε πολύ χρόνο στη διάθεσή της για να τα διορθώσει. Κι είναι ζήτημα πόσο μπορεί τελικά να προχωρήσει το ρολόι της ιστορίας και ποιες φάσεις μπορεί να παρακάμψει, όπως στη σοβιετική Ρωσία, όπου παρέκαμψαν το καπιταλιστικό στάδιο ανάπτυξης, ως υποχρεωτικό σταθμό της εξέλιξης, αλλά είχαν παράλληλα να αντιπαλέψουν πολλά προκαπιταλιστικά -ακόμα και προταξικά- κατάλοιπα κατά τη διάρκεια του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (και με αυτό το πολυσύλλαβο ονομαστικό σύνολο, τσακίσαμε κάθε αντίπαλο στο πατητό και μπορούμε να δώσουμε ένα απότομο τέλος στην ανάρτηση).

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Ειρήνη κι ειρηνική συνύπαρξη

Η λέξη ειρήνη [мир] στα ρώσικα σημαίνει κόσμος. Μιρ όμως λέγονταν κι οι μικρές αγροτικές κοινότητες, στις οποίες πίστευαν πως μπορούν να βασιστούν οι ναρόντνικοι επαναστάτες του 19ου αιώνα, και να τις καταστήσουν κύτταρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας που οραματίζονταν. Για τους αγρότες αυτά τα δύο мир ταυτίζονταν και με μια άλλη έννοια, καθώς ο κάμπος ήταν όλος ο κόσμος τους, όλη η ζωή τους. Κι ο πολιτικός, επαναστατικός τους ορίζοντας καθοριζόταν απ' τις παραστάσεις του ρώσου μουζίκου, που δεν είχε φύγει ποτέ από το χωριό του κι είχε αντικρίσει μόνο ό,τι χωρούσε στον ορίζοντα του χωραφιού του. Καθοριζόταν δηλ από τη μονότονη επανάληψη που διακρίνει την ύπαιθρο και την αγροτική ζωή κι έκανε ένα ναρόντνικο να λέει πως "η ιστορία κινείται πολύ αργά" και "πρέπει να την επιταχύνουμε". Σε τελική ανάλυση καθορίζεται από τον περιορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα της αγροτικής παραγωγής, που παραμένει ως πρόβλημα προς επίλυση στη σοσιαλιστική κοινωνία.

Αυτό δείχνει γιατί η ρωσική επανάσταση μπορούσε να θριαμβεύσει μόνο ως εργατική επανάσταση. Μόνο το εργατικό κίνημα μπορούσε να βρεθεί στη θέση της επαναστατικής πρωτοπορίας, θέτοντας ως στρατηγικό στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Το ότι αυτό έγινε σε μια κατεξοχήν αγροτική χώρα, καθυστερημένη κι ημιφεουδαρχική, και το ότι οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να χτίσουν τη δικτατορία του προλεταριάτου, με τα πρωτοπόρα στοιχεία της εργατικής τάξης αποδεκατισμένα από τις συνεχείς μάχες, και με μια εργατική τάξη με έντονο το σημάδι της αγροτικής της καταγωγής, είναι μερικές κρίσιμες ιδιαιτερότητες που καθόρισαν σημαντικά τις δυσκολίες και τα επαναστατικά καθήκοντα των μπολσεβίκων.

мир όμως σημαίνει και ειρήνη, δημιουργώντας έτσι ένα πολύ όμορφο ζευγάρι και μια αισιόδοξη οπτική, που δεν ανταποκρίνεται, ωστόσο, συχνά στην πραγματικότητα ενός κόσμου που διέπεται από αντιθέσεις και συγκρούσεις και όπου ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων, όπως λέει ο Ηράκλειτος. Η ταύτιση αυτή καταδεικνύει όμως τα καλύτερα στοιχεία και τις προοπτικές του ανθρώπινου γένους (όταν αποτινάξει τα κατάλοιπα της προϊστορίας του κι αρχίζει να δημιουργεί συνειδητά την ιστορία του).

Πολύ όμορφη είναι κι η ταύτιση που πετυχαίνει στα ελληνικά η λέξη "κόσμος", συνδέοντας ιδανικά τα πράγματα γύρω μας και το περιβάλλον, με τους ανθρώπους που ζουν και δρουν σε αυτό. Μπορείς να επισκεφτείς πχ ένα μέρος και να σε εντυπωσιάσει με τα αξιοθέατα, τη γοητεία και την αύρα που αποπνέει. Δεν μπορείς όμως να αγαπήσεις πραγματικά έναν τόπο, αν δε γνωρίσεις τους ανθρώπους του και την ιστορία τους, αν δε δεθείς μαζί τους, με τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής τους. Κι είναι προφανές πως δε γίνεται να αλλάξουμε τον κόσμο, χωρίς τη μαζική συμμετοχή του κόσμου, που θα πάρει την τύχη στα χέρια του. Ούτε (γίνεται) όμως να περιμένουμε πχ να αλλάξει η συνείδηση του κόσμου, προτού καταπιαστούμε με την αλλαγή του κόσμου, αφού αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα.

Οι Σοβιετικοί χρησιμοποίησαν την ελληνική λέξη "κόσμος" για τους δικούς τους κοσμοναύτες, που κατακτούσαν ένα γενναίο, νέο κόσμο: το διάστημα. Κι ονόμασαν συμβολικά мир το διαστημικό τους σταθμό, όπου είχε μείνει το 91' ένας κοσμοναύτης, και όταν επέστρεφε στη Γη, βρήκε τη Σοβιετική Ένωση διαλυμένη, κι έπρεπε να επιλέξει την καινούρια του εθνικότητα. Εγώ στη θέση του μπορεί να διάλεγα να μείνω εκεί που είμαι, ως υποκατάστατο της επουράνιας εφόδου, που προσγειώθηκε λίγο απότομα, και ψάχναμε το μαύρο κουτί, που θα μας δείξει τα αίτια της πτώσης.

Οι Σοβιετικοί δεν ήταν οι μόνοι που έβαζαν τόσο ψηλά το мир με τις δυο του έννοιες. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης, πολλοί σφοι γονείς διάλεγαν να βαφτίσουν τα κορίτσια τους Ειρήνη, περιέχοντας κι ένα σαφή πολιτικό συμβολισμό στην επιλογή τους. Τον ίδιο που είχε δηλ το ΣΕΦ (Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας -άλλο αν στην πράξη συνδέθηκε με τελείως διαφορετικές έννοιες), σε μια εποχή που δεν ήταν απλώς καλύτερη (αυτό είναι το μόνο εύκολο συγκριτικά με σήμερα) αλλά κρατούσε ζωντανή και την προοπτική -κι ίσως για αυτό ακριβώς ήταν καλύτερη.

Θυμάμαι επίσης στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Βάσου Γεωργίου από την Αλβανία του Χότζα, το 1980, το συγγραφέα να ρωτάει τους Αλβανούς γιατί δεν έχουν πουθενά κάποιο σύνθημα υπέρ της ειρήνης, κάτι που γινόταν συστηματικά στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες.
Το πρώτο σκέλος της απάντησης θα ήταν πως η απομονωμένη Αλβανία ένιωθε σαν πολιορκημένο φρούριο, που απαγορευόταν να χαλαρώσει την επιφυλακή της, γιατί εξαρτούσε από αυτό το κομμάτι την επιβίωσή της. Το δεύτερο σκέλος είναι πως έβλεπαν με καχυποψία τους ρεβιζιονιστές (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και τα συνθήματα του ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό και της ειρηνικής συνύπαρξης των δύο συστημάτων, σοσιαλιστικού και καπιταλιστικού, σε παγκόσμια κλίμακα.

Την τελευταία βέβαια δεν την ανακάλυψαν οι ρεβιζιονιστές, καθώς αναφέρεται ήδη στο Λένιν, τονίζοντας την "ανακωχή" που χρειαζόταν η Σοβιετική Ρωσία για να σταθεί στα πόδια της, να αναπτυχθεί και να ξεδιπλώσει τις παραγωγικές της δυνατότητες. Μια ιδιαίτερη μορφή αυτής της συνύπαρξης ήταν εξάλλου κι η υπογραφή του Συμφώνου μη επίθεσης Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, προκειμένου να κερδίσουν οι σοβιετικοί χρόνο και να προετοιμάσουν καλύτερα την άμυνά τους.

Το σύνθημα της ειρηνικής συνύπαρξης δεν προέκυπτε ως ιδεοληψία ενός λαού που ταυτίζει λεκτικά τον κόσμο με την ειρήνη, αλλά ως αναγκαιότητα για ένα λαό που έχτιζε το σοσιαλισμό. Που ακόμα κι όταν πάτησε πιο γερά στα πόδια του, κι αντιμετώπιζε από καλύτερες θέσεις το διεθνή συσχετισμό -που παρέμενε αρνητικός- αιμορραγούσε οικονομικά, για να ακολουθήσει το ιμπεριαλιστικό μπλοκ στην κούρσα των εξοπλισμών, χάνοντας πολύτιμους πόρους που θα μπορούσα να αξιοποιηθούν επωφελώς σε άλλους, ζωτικούς τομείς (σε αντίθεση με τους καπιταλιστές και το λεγόμενο στρατιωτικο-βιομηχανικό μπλοκ, που έστηνε μια κερδοφόρα μπίζνα με τους εξοπλισμούς κι ενίσχυε τη θέση του, αποδυναμώνοντας το αντίπαλο δέος).

Η συνύπαρξη αυτή δεν ήταν ασφαλώς ειρηνική, αλλά μια "ισορροπία τρόμου" που βαφτίστηκε μεταπολεμικά ψυχρός πόλεμος, αλλά απέτρεψε μια σειρά θερμές συγκρούσεις και ματοκυλίσματα, βάζοντας εμπόδια στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Και δεν εξασφάλιζε προφανώς συνθήκες εργαστηρίου για το προτσές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ούτε κάποια περίοδο συμφιλίωσης με τους ιμπεριαλιστές -που εξακολουθούσαν να ασκούν στο ακέραιο την πίεσή τους- συνδεόταν όμως με την αντιιμπεριαλιστική πάλη των λαών του κόσμου, πετυχαίνοντας ως ένα βαθμό τη συσπείρωσή τους σε προοδευτική κατεύθυνση.

Το πρόβλημα ήταν ότι σταδιακά η ειρηνική συνύπαρξη έπαψε να θεωρείται ως ειδική μορφή συνέχισης της ταξικής πάλης, κάτι που διακηρύχθηκε επίσημα το 90' από το Σεβαρντνάτζε, που ήταν υπουργός εξωτερικών της ΕΣΣΔ, ως διαβεβαίωση στο καπιταλιστικό μπλοκ ότι ο δρόμος-κατήφορος της Περεστρόικα ήταν χωρίς επιστροφή.

Το πρόβλημα επίσης ήταν ότι η ειρήνη ταυτίστηκε λανθασμένα με την κοινωνική ειρήνη και το λεγόμενο πασιφισμό, που ακύρωνε στην πράξη την ταξική πάλη, στο όνομα μιας δημοκρατικής μετάβασης, χωρίς επαναστάσεις, αίματα και μίση. Κάτι που διαψεύστηκε πανηγυρικά στην πράξη, αλλά θα το δούμε αναλυτικά σε προσεχή ανάρτηση.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε

Το βασικό "πρόβλημα" της χτεσινής γιορτής του ΚΚΕ, στο ΣΕΦ, ήταν πως όταν ο πήχης έχει μπει πολύ ψηλά από την προηγούμενη χρονιά, μπορεί να φανεί πως η φετινή προσπάθεια υστερεί, χωρίς να συμβαίνει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα, και να μη χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη του κοινού. Δεν είναι εύκολο όμως να γίνεται κάθε φορά καινούριο ρεκόρ ή κάτι σαν τελετή έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων, όπως στην περυσινή παράσταση.
Αν και προσωπικά, μου θύμισαν φέτος κάτι από Ολυμπιάδα οι συνοικιακές αποστολές με τα πούλμαν, τη γερουσία και τους επικεφαλής με τις ταμπελίτσες (Βύρωνας 1, Βύρωνας 2, Καισαριανή) που ακολουθούσαν, για να μη χαθούν μες στο πλήθος, σαν παρέλαση βετεράνων της Ζεγκόβια.
-Κι η Αλεζία;
-Ποια Αλεζία; Τι Αλεζία; Χμμ... Τι τη θέλετε τέλος πάντων αυτή την Αλεζία;

Φέτος ο κόσμος στις κερκίδες πρέπει να ήταν ελαφρώς λιγότερος στις κερκίδες (από πέρσι που η γιορτή είχε εγκαινιάσει άτυπα και την προεκλογική περίοδο) και γέμισε ασφυκτικά μόνο την πλευρά που συναντούσε πρώτη, καθώς ερχόταν από το τρένο κι όχι την άλλη από τη μεριά της θάλασσας. Αλλά ήταν συγκριτικά πιο ογκώδη τα μπλοκ της νεολαίας στον αγωνιστικό στίβο (της ταξικής πάλης), που έβγαιναν ένα-ένα, κατά οργάνωση, οπότε είναι κάπως επισφαλείς οι ακριβείς εκτιμήσεις.
Ας κρατήσουμε για σιγουριά ένα γενικό πενταψήφιο (πάνω από δέκα χιλιάδες κόσμος) και την ιδιαιτερότητα του ΚΚΕ. Που (μόνο αυτό) άφησε πίσω του τη θεωρία των σταδίων, όταν όλοι οι άλλοι ανακάλυπταν ξανά την κρυφή γοητεία της, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αλλά είναι το μόνο πολιτικό κόμμα που μπορεί να γεμίσει τόσο μεγάλα στάδια, ακολουθώντας τις παραδόσεις της μεταπολίτευσης και τα (σοβιετικής κοπής) ωραία φιλειρηνικά ονόματα των σταδίων που χτίζονταν τότε, πχ Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Ένα άλλο πρόβλημα, όταν μπλέκεις με κομμουνιστές, σε αντίθεση με το στερεότυπο για το μέσο (ας το πούμε σχηματικά) αριστερό, πλην Λακεδαιμονίων, που λέει πχ στις 7, για να ξεκινήσει/φτάσει στις 8μιση, είναι ο υπερβάλλων ζήλος, που ξεπερνάει την έννοια της συνέπειας, με συνέπεια να υπάρχει πχ μποτιλιάρισμα, μισή και μία ώρα πριν από την ώρα έναρξης, λες και πρόκειται για κανονικό αγώνα. Όπου χρειάζεται και το λεγόμενο pre game show με ζωντανές συνδέσεις για την άφιξη των πούλμαν με τις αποστολές, ρεπορτάζ από τους επίσημους καλεσμένους (όπου ήταν και ο μικρός Κόκκαλης, εγγονός του επιτρόπου Υγείας στην κυβέρνηση του βουνού, που έβγαζε και φωτογραφίες από το κινητό του) και το κλίμα στους οπαδούς. Κι είναι κρίμα που δε γίνονται σε πιο τακτική βάση τέτοιες εκδηλώσεις στο ΣΕΦ, για να έχει κάθε περιοχή-οργάνωση τη δική της θύρα, με τα δικά της συνθήματα, πανό, και οργανωτές κερκίδας για το πέταλο των φανατικών, όπου θα ήταν οι ναυτεργάτες από το Πέραμα.

Εκτός γηπέδου, οι πλανόδιοι σφοι-πωλητές (δεδομένης της έλλειψης μιας μπουτίκ με αναμνηστικά, ημερολόγια και λοιπά είδη του κόμματος) ήταν μάλλον λιγότεροι από άλλες χρονιές, αλλά τη διαφορά την έκανε η προσφορά με πιροσκί για την οικονομική ενίσχυση του κόμματος, που ένας σφος ορκίζεται πως είδε με τα μάτια του, αλλά δεν τα αγόρασε, για να έχει και πειστήρια.

Για την ομιλία του ΓΓ θα τα διαβάσατε κι αλλού (κι αν δεν το χορτάσατε, υπάρχει και μια σημερινή τηλεοπτική του εμφάνιση στο πρωινό ενημερωτικό της ΕΡΤ). Αυτό που μου έμεινε περισσότερο ήταν μια αποστροφή της ομιλίας του για μερίδα της ελληνικής αστικής τάξης και μερίδα της γερμανικής και βάλε (sic) αστικής τάξης, που βλέπουν καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, μέσω ενός γκρέξιτ.
Αλλά είναι ζήτημα πόσο μπορεί να διατηρήσει ένας ομιλητής την προσοχή του κοινού του σε μια σχεδόν ωριαία ομιλία. Και αν δυσκολεύεσαι να περάσεις κάποια μηνύματα στο μιλητό, που φτάνει σαν μπλα-μπλα στα αυτιά του μέσου συνομιλητή, μπορείς να δοκιμάσεις και το τραγούδι, που είναι πιο άμεσο. Όχι γιατί εσύ κεκεδίζεις ή πάσχεις από κάποια μορφή δυσλεξίας, αλλά γιατί ο άλλος δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί και να σε καταλάβει και σου χρεώνει συνήθως επικοινωνιακό έλλειμμα, την αδυναμία του ως δική σου έλλειψη.

Ο φασισμός δεν έρχεται απ' το μέλλον, καινούριο κάτι τάχα να μας φέρει, έπαιζαν τα μεγάφωνα στο στάδιο. Αλλά είναι σημάδι των καιρών και ιστορική ειρωνεία ότι πολύς κόσμος δέχεται το κλασικό στερεότυπο για τους κομμουνιστές, που έχουν μείνει στον 19ο αιώνα και δεν έχουν κάτι καινούριο ή πρωτότυπο να συνεισφέρουν.
Ο κομμουνισμός όμως έρχεται από το παρελθόν και από το μέλλον ταυτόχρονα, να τα ενώσει στο σήμερα σαν συνδετικός κρίκος, το κεκτημένο με την προοπτική. Έρχεται από τις ανασκαφές του μέλλοντος και την ένδοξη ιστορία που επιχείρησε να σπάσει την αλυσίδα της ανθρώπινης προϊστορίας, παίζοντας (και μερικές φάλτσες) νότες από τη μουσική της κοινωνίας του μέλλοντος*. Έρχεται, σαν τους συντρόφους, από πολύ μακριά και πάει πολύ μακριά, τόσο μακριά όσο φτάνουν οι ρίζες και οι ελπίδες μας.

{*η οποία μπορεί να μοιάζει με τις κλασικές παλιές μορφές ή και με πιο νέα είδη, όπως στην προχτεσινή ηλεκτρ(ον)ική βραδιά της Κοβ Γούβας-Εξαρχείων στου Ψυρρή, όπου μαζεύτηκε πολύς κόσμος, ενθουσιασμένοι νεωτεριστές και κάποιοι παραδοσιακοί ροκάδες να νιώθουν πολύ γέροι και να γκρινιάζουν, σαν αυτούς του Μάπετ Σόου, πότε θα παίξει πραγματική μουσική}.

Κι αυτό που μένει σα μελωδία στα αυτιά είναι ο στίχος του Αγγουλέ "μην καρτεράτε να λυγίσουμε ούτε για μια στιγμή", σαν επιμύθιο από το αφιέρωμα στους αλύγιστους της ταξικής πάλης, που στέκουν παράδειγμα προς μίμηση για τους σημερινούς σφους, αρκεί να μη χάσουν την τακτική τους ευλυγισία, εκεί που το απαιτούν οι συνθήκες. Κι αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα καθήκοντα για τη σημερινή γενιά, που μπορεί να μην έχει να αντιμετωπίσει ξερονήσια κι εξορίες, αλλά την απειλεί το αναμορφωτήριο της χρόνιας ανεργίας και μιας σειράς άλλων ζητημάτων, που στέκονται σαν τείχος, σα νέος Παρθενώνας μπροστά στους αγωνιστές και τους ζητάν να "συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις", να υπογράψουν νοερά μια δήλωση ότι αποκηρύσσουν τον αγώνα, την ταξική πάλη, όλες αυτές τις εξαλλοσύνες που θα σε κάνουν να φας το κεφάλι σου, να χάσεις τη δουλίτσα σου και τη ζαχαρένια σου.
Αυτή τη συνέχεια θέλησε να δώσει κι η χτεσινή παράσταση, με τους παλαίμαχους αγωνιστές να διηγούνται τα δικά τους βάσανα για την πέτρα που έσκαβαν χωρίς σταματημό, γιατί οι βασανιστές τους νόμιζαν πως οι δικές τους αντοχές θα τελείωναν πριν από τους βράχους. Αλλά σε βεβαίωναν την ίδια στιγμή πως το δύσκολο είναι να ακούς για όλα αυτά κι όχι να σου συμβαίνουν. Και πως αν τους δινόταν η ευκαιρία να ξαναρχίσουν τη ζωή τους, με τη στερνή τους γνώση, θα έκαναν τα ίδια και ακόμα περισσότερα. Για να παραδώσουν στο τέλος τη σκυτάλη στα μικρά παιδιά, τους νέους καρπούς της σποράς που άφησαν και θα κάνει τη ζωή να ανθίσει, σαν το γαρίφαλο που άνοιξε στο κέντρο της σκηνής, χτες στο ΣΕΦ.

Το καμένο χώμα βγάζει
έτσι και πέσει μια βροχή
Τα ωραιότερα λουλούδια
Που 'χω δει...