Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γκούλαγκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γκούλαγκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Το σωφρονιστικό σύστημα της ΕΣΣΔ - Μέρος Β'

Η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει το δεύτερο μέρος για το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα, από τη σχετική υποενότητα στο βιβλίο του Αναστάση Γκίκα για τη συμβολή των Ελλήνων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Το αναφέρω ως σωφρονιστικό (τόσο εδώ όσο και στον τίτλο της ανάρτησης), κατόπιν σχετικής υπόδειξης αρκετών σφων αναγνωστών, μολονότι ο ίδιος ο συγγραφέας επιλέγει να το γράφει ως "ποινικό", όπως θα δείτε διαβάζοντας αυτό το μέρος.

Ούτως ή άλλως όλα αυτά είναι δευτερεύουσας σημασίας ως προς την (πολύ ενδιαφέρουσα) ουσία του πράγματος και τα στοιχεία που μας δίνει για μια τόσο δυσφημισμένη περίοδο και πτυχή του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στοιχεία που εντυπωσίασαν ακόμα και τον ίδιο τον ερευνητή της μελέτης από την οποία προέρχονται όλες οι παραθέσεις αναφορικά με το ΒΑΜΙag, που αντιγράφει ο Γκίκας.

-.-.-

Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη παρένθεση για το ποινικό σύστημα στην ΕΣΣΔ παραθέτοντας ορισμένα στοιχεία από μια πρόσφατη αρχειακή έρευνα γύρω από την εκπαιδευτική-πολιτιστική δραστηριότητα στα Gulag. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής παρουσιάστηκαν στο περιοδικό Canadian Slavonic Papers (τεύχος Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2004) και υπήρξαν αποκαλυπτικά ακόμα και για τον ίδιο τον ερευνητή που τη διεξήγε. Ξεκινώντας από τον Τύπο των Gulag -και ειδικότερα τον Τύπο του BAMIag, ενός εκ των πολυπληθέστερων του δικτύου Gulag στην Άπω Ανατολή- ο συγγραφέας της μελέτης W.T.Bell κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, πολύ πέραν της καθιερωμένης εικόνας που έχει καθιερωθεί στη βιβλιογραφία τύπου Σολζενίτσιν, τα Gulag αποτελούσαν τμήμα της διαδικασίας μετασχηματισμού της κοινωνίας, επιστρατεύοντας την εργασία, την εκπαίδευση και την κουλτούρα ως κύρια οχήματα για τη διαμόρφωση του ατόμου.

Ο ίδιος διευκρινίζει εξ αρχής πως η έρευνά του δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία στα πλαίσια της σύγχρονης ιστοριογραφίας, αφού πλήθος ακαδημαϊκών μελετών έχουν ήδη αναδείξει το ζήτημα της πολιτιστική-εκπαιδευτικής επανάστασης ως αναπόσπαστο παράγοντα στη διαμόρφωση ενός νέου τύπου ανθρώπου στη Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του 1930: διαδικασία που επεκτάθηκε και στο ποινικό σύστημα της ΕΣΣΔ. Πράγματι, επισημαίνει ο Bell, από πολύ νωρίς, "οι μπολσεβίκοι... έδιναν έμφαση κυρίως στην επιμορφωτική, παρά στην κατασταλτική [punitive] πλευρά του ποινικού συστήματος". Η άποψη αυτή επαναλαμβάνεται και στα σχετικά κομματικά έγγραφα της περιόδου του λεγόμενου "Μεγάλου Τρόμου".

Το BAMIag διέθετε ειδικό Τμήμα Εκπαίδευσης και Πολιτισμού (KVCh), το οποίο και ήταν υπεύθυνο για όλες τις ανάλογες δραστηριότητες. "Οι αρχές", σημειώνει ο συγγραφέας, "διέθεταν αναμφισβήτητα σημαντικές πηγές" (χρήματα, προσωπικό, εγκαταστάσεις, κλπ) για την έκδοση, για παράδειγμα, εφημερίδων ή περιοδικών ποικίλης ύλης, των οποίων η ποιότητα σε πολλές περιπτώσεις "δεν είχε τίποτε να ζηλέψει" από τα αντίστοιχα έντυπα που κυκλοφορούσαν στην επικράτεια. Ο Τύπος των Gulag στόχευε, συν τοις άλλοις, στο να αποτελέσει συνδετικό κρίκο των έγκλειστων με τον "έξω κόσμο", γεγονός που φανέρωνε σύμφωνα με τον Bell την πρόθεση της κεντρικής εξουσίας, όχι να τους απομονώσει από την υπόλοιπη κοινωνία, αλλά να τους διατηρήσει ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτής.

Το εύρος της ύλης εκτεινόταν από περιγραφές των αποτελεσμάτων της άμιλλας μεταξύ των τμημάτων ή των μπριγάδων εργασίας, βιογραφίες των καλύτερων εργατών (οι έγκλειστοι δεν αναφέρονταν ποτέ ως κατάδικοι, κλπ, αλλά ως εργάτες, ιδιότητα που δε μείωνε την προσωπικότητά τους: ως γνωστό ο εργάτης διέθετε ανυψωμένη θέση στην ΕΣΣΔ), άρθρα για διάφορα θέματα πολιτισμού, υγιεινής, κλπ. Υπήρχαν τέλος εκδόσεις αφιερωμένες στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, οι οποίες περιείχαν από πληροφορίες γύρω από τη ρωσική γλώσσα μέχρι μαθηματικά προβλήματα. Το τιράζ της κυριότερης εφημερίδας, της Stroitel Bama άγγιζε τις 10.000, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έφτανε και τις 20.000 φύλλα. Οι κρατούμενοι ενθαρρύνονταν στο να στέλνουν επιστολές στην εφημερίδα (συνήθης πρακτική στη Σοβιετική Ένωση) γράφοντας τις γνώμες τους "όχι μόνο για τα καλώς αλλά και για τα κακώς κείμενα".

Το έντυπο Λογοτεχνία και Τέχνη του BAMIag κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1936 ως ένθετο της Stroilet Bama. Πραγματευόταν σύγχρονα ζητήματα και προσεγγίσεις αναφορικά με τη λογοτεχνία στη Σοβιετική Ένωση, προσφέροντας παράλληλα και ιδιαίτερα εξεζητημένες αναλύσεις όπως "για το φορμαλισμό και το νατουραλισμό στη λογοτεχνία". Το υλικό του ένθετου εμπλουτιζόταν επίσης συχνά με αφιερώματα σε κλασικούς και σύγχρονους Ρώσους συγγραφείς (Μαγιακόφσκι, Πούσκιν, Γκόρκι, κ.ά).

Εκτός αυτού, εκδιδόταν επιπλέον μια λογοτεχνική επιθεώρηση, την οποία συνέγραφαν και επιμελούνταν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Διέθετε 35-50 σελίδες και η μέση κυκλοφορία της έφτανε τα 3.000 αντίτυπα. Αναμεταξύ των συμβαλλόντων σε υλικό (ποιήματα, μικρές ιστορίες) αναδείχτηκαν σημαντικά ονόματα των σοβιετικών γραμμάτων και τεχνών, όπως ο Vasilii Azhaev, ο οποίος γράφοντας τις πρώτες ιστορίες του όντας έγκλειστος στο BAMIag στα μέσα της δεκαετίας του 1930 (καταδικάστηκε για αντεπαναστατική δράση), έφτασε να τιμάται το 1948 με το Βραβείο Στάλιν (μετέπειτα Κρατικό Βραβείο) για τη συγγραφική του δουλειά.

Η πολιτιστική δραστηριότητα στο ΒΑΜΙag συμπληρωνόταν, όπως μαθαίνουμε, από μουσικά σχήματα έγχορδων και κρουστών, καθώς και από μια υπό σύσταση συμφωνική ορχήστρα. Λειτουργούσε ακόμα δραματικός κύκλος, του οποίου οι παραστάσεις καλύπτονταν συχνά μέσα από τις στήλες του Τύπου. Υπήρχαν τέλος οι λεγόμενες κόκκινες γωνιές, βιβλιοθήκες, πολιτικοί κύκλοι συζητήσεων, κ.ά., ενώ παράλληλα διοργανώνονταν και αθλητικοί αγώνες*.

*Οι μαρτυρίες ατόμων που έζησαν και μετείχαν στα παραπάνω παρουσιάζουν επίσης ενδιαφέρον. Ένα παράδειγμα: στο Gulag του Βαρκουτά, ήταν οι ίδιοι κρατούμενοι, οι οποίοι πρότειναν στη Διοίκηση τη σύσταση θεατρικής ομάδας (1945). Η πρόταση έγινε δεκτή και χρηματοδοτήθηκε από το ειδικό κονδύλι που προορίζονταν για τις πολιτιστικές-εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Το Θέατρο του Μπαραμπάνοφ, όπως ονομάστηκε, στελέχωσαν πάνω από 200 άτομα και διέθετε δραματικό σχήμα, οπερέτα, συμφωνική ορχήστρα και τζαζ. Η θεατρική ομάδα του Gulag έδινε παραστάσεις κυρίως εντός του στρατοπέδου, αλλά έκανε και πολλές περιοδείες στα γύρω χωριά και τις πόλεις. Οι παραστάσεις ήταν δωρεάν. Αξίζει να σημειώσουμε πως στα θεατρικά αυτά συμμετείχαν σε ορισμένες περιπτώσεις και οι φαντάροι, το προσωπικό των Gulag που του συνόδευε/φύλαγε: λίγο πριν το ανέβασμα του έργου, αναφέρει μια μαρτυρία, "βγάζανε τα στρατιωτικά τους, βάζανε τη στολή της παράστασης και μαζί με τους εξόριστους ηθοποιούς συμμετείχαν και αυτοί στην παράσταση".

Μέσα και από τις στήλες της Stroitel' Bama τονιζόταν συχνά πως ο "ζήλος" και ο "ηρωισμός" που απαιτούνταν για την "τελική νίκη", δηλαδή την επιτυχή εκπλήρωση του έργου στο οποίο εργάζονταν οι εργάτες των Gulag, σχετιζόταν άμεσα με το επίπεδο της "μορφωτικής-πολιτιστικής τους δύναμης". Το σκεπτικό ήταν πως μέσα από την εργασία τους, οι έγκλειστοι δε συνέβαλαν απλά και μόνο στην κατασκευή, για παράδειγμα, ενός σιδηροδρόμου, αλλά συμμετείχαν στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ανοικοδομώντας ταυτόχρονα και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Η φιλοσοφική αυτή προσέγγιση στο χαρακτήρα του σωφρονιστικού συστήματος έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά την εμφάνιση και άνοδο του σταχανοφικού κινήματος. Ένα στοιχείο που δε θα βρεθεί πουθενά στη βιβλιογραφία: σταχανοβίτες υπήρχαν και ανάμεσα στους εργάτες των Gulag! Ένας σταχανοβίτης του BAMIag εν ονόματι Egorov, περιέγραψε την προσωπική του εμπειρία σε άρθρο με τίτλο "Πώς έγινα σταχανοβίτης: Για την κολεκτίβα και για τον εαυτό μου". Μια μέρα λοιπόν, ο Egorov είδε ένα σλόγκαν που έγραφε: "Χτες κλέφτης-σήμερα ήρωας της εργασίας". Αργότερα έμαθε πως το σλόγκαν αυτό ανήκε στον Sharov, ένα πρώην μέλος της κολεκτίβας στην οποία εργαζόταν και εκείνος. Ο Sharov είχε πετύχει την υπερπλήρωση της νόρμας κατά 220%. Εμπνεόμενο από το παράδειγμά του, ο Egorov, μπόρεσε να βελτιώσει την εργασία του ώστε να παράγει 300-350% πάνω από την καθορισμένη ημερήσια νόρμα. Οι επενδύσεις αυτές αποδείχτηκαν επωφελείς τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο για την κολεκτίβα του γενικότερα.

Οι ηθικές και υλικές ανταμοιβές των πρωτοπόρων εργατών στα Gulag δεν πρέπει να παραβλεφθούν: Όταν, για παράδειγμα, οι εργάτες του BAMIag διεκπεραίωσαν την κατασκευή ενός καναλιού 227 χιλιομέτρων σε λιγότερο από δυο χρόνια (Σεπτέμβριος 1931-Μάιος 1933) δε χαιρετίστηκαν απλά ως ήρωες από τον Τύπο. 12.484 εξ αυτών έλαβαν εξιτήρια αμέσως μετά τη λήξη του έργου, ενώ άλλοι 59.516 έλαβαν σημαντικές μειώσεις στη χρονική διάρκεια των ποινών τους.

Διευκρινίζεται τέλος στην έρευνα του Bell -και αυτό είναι πολύ σημαντικό- πως οι συνθήκες διαβίωσης στα Gulag δεν ήταν βέβαια εύκολες, αν και ποικίλαν από μέρος σε μέρος και από περίοδο σε περίοδο. Πουθενά όμως δε διαγράφεται κάποια εσκεμμένη πολιτική εκ μέρους της πολιτικής εξουσίας, ώστε να λειτουργούν οι μονάδες αυτές με όρους αρνητικούς (ως και εξοντωτικούς όπως ισχυρίζονται ορισμένοι) για τους κρατούμενους.

Το ποινικό σύστημα της ΕΣΣΔ χρήζει αναμφίβολα ουσιαστικότερης προσοχής και σίγουρα δε διατηρούμε καμιά ψευδαίσθηση αναφορικά με το κατά πόσο καταφέραμε να καλύψουμε το θέμα αυτό επαρκώς μέσα από λίγες και μόνο παραγράφους. Έχει αξία όμως να υπογραμμιστεί πως καμία από τις υπάρχουσες βιβλιογραφικές παραγωγές δεν μπαίνει στον κόπο ούτε καν να το αγγίξει. Έτσι, τα Gulag ειδικότερα, αλλά και το σωφρονιστικό σύστημα της Σοβιετικής Ένωσης στο σύνολό του, αντιμετωπίζονται βάσει μιας ευρύτερα αποκρυσταλλωμένης αντιεπιστημονικής και βαθύτατα αντικομμουνιστικής "παραδοχής" που εξισώνει τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης με τα "Gulag του Στάλιν". Και μέχρι εκεί. Ωστόσο, όσο θα εντρυφούμε βαθύτερα στην ουσία του θέματος τόσο περισσότερο θα εκτίθενται οι ιδεολογικοπολιτικές σκοπιμότητες πίσω από έναν τέτοιο παραλληλισμό.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Σύντομη επισκόπηση του ποινικού συστήματος της ΕΣΣΔ

Η σημερινή μέρα θα απαιτούσε  ίσως, τιμής ένεκεν, ένα πασοκικό κείμενο, αλλά η κε του μπλοκ προτίμησε να αντιγράψει και να δημοσιεύσει ένα απόσπασμα από το πολύ ενδιαφέρον και χρήσιμο βιβλίο του Αναστάση Γκίκα (του τμήματος Ιστορίας της κετουκε) "Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ", ένα απόσπασμα που αναφέρεται στο σοβιετικό, σωφρονιστικό σύστημα, για το οποίο έχουν γραφτεί πάρα πολλά, αλλά σε ελάχιστα από αυτά μπορεί να βρει κανείς τα παρακάτω στοιχεία (εδώ παρατίθεται το πρώτο μέρος, και πιθανότατα τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσει και το δεύτερο, που συμπληρώνει τη σχετική υποενότητα)


Τη δεκαετία του 1930 το σοβιετικό ποινικό σύστημα αποτελούνταν από ένα σωφρονιστικό δίκτυο, το οποίο περιελάμβανε: 1. τις φυλακές, 2 τα στρατόπεδα εργασίας (Gulag), 3. τις "αποικίες εργασίας", και 4. τις ειδικές ανοικτές ζώνες. Ο σοβιετικός πολίτης ο οποίος κρινόταν προφυλακιστέος στελνόταν κατά κανόνα σε μια κανονική φυλακή, ενώ παράλληλα πραγματοποιούνταν οι σχετικές έρευνες για να διαπιστωθεί εάν είναι αθώος ή ένοχος. Στην περίπτωση που η δικαστική αρχή αποφαινόταν καταδικαστικά, τότε ο κατηγορούμενος θα μπορούσε ενδεχομένως -ανάλογα και με τη σοβαρότητα της ποινικής πράξης- να πληρώσει ένα πρόστιμο, ή να φυλακιστεί ή, πολύ πιο σπάνια, να αντιμετωπίσει την ποινή της εκτέλεσης. Ένα πρόστιμο μπορούσε να είναι ένα δεδομένο ποσοστό επί των αμοιβών του για μια καθορισμένη χρονική περίοδο. Εκείνοι που καταδικάζονταν σε φυλάκιση στέλνονταν σε κάποια φυλακή, της οποία ο βαθμός ασφάλειας ποίκιλε ανάλογα με την παράβαση.

Όσοι καταδικάζονταν σε ποινές αναγκαστικής εργασίας με διάρκεια λιγότερη του ενός έτους δε μεταφέρονταν καν σε φυλασσόμενες ποινικές εγκαταστάσεις. Οι καταδικασθέντες δε στερούνταν την ελευθερία τους. Εξέτιαν την ποινή τους στον τόπο εργασίας όπου απασχολούνταν και στο παρελθόν, ή σε συγκεκριμένες παραγωγικές μονάδες οι οποίες έπρεπε να απέχουν το μάξιμουμ 10 χιλιόμετρα από τον τόπο κατοικίας τους. Στην ασυνήθιστη περίπτωση που ο υπόδικος καλούνταν να εκτίσει την ποινή του σε χώρο εργασίας βρισκόμενο πέραν του ορίου των 10 χιλιομέτρων, το κράτος αναλάμβανε τα έξοδα μετακίνησης. Το ποσοστό παρακράτησης επί του μισθού τους δεν υπερέβαινε το 25%. Αυτού του είδους οι ποινές αντιπροσώπευαν το 48% του συνόλου των ποινών που επιβλήθηκαν το 1935 από τα σοβιετικά δικαστήρια.

Στις αποικίες εργασίας και στα Gulag στέλνονταν εκείνοι που είχαν διαπράξει σοβαρές παρατυπίες (ανθρωποκτονία, ληστεία, βιασμός, οικονομικά αδικήματα, κλπ), καθώς επίσης και ένα μεγάλο ποσοστό εκείνων που καταδικάζονταν για αντεπαναστατικές δραστηριότητες. Παραβάτες του ποινικού δικαίου, οι οποίοι καταδικάζονταν σε κάθειρξη μεγαλύτερη των 3 ετών μπορούσαν επίσης ενδεχομένως να σταλούν στα Gulag. Έχοντας τελέσει μέρος της ποινής του σε κάποιο Gulag, ένας φυλακισμένος μπορούσε στη συνέχεια να μεταφερθεί σε μια αποικία εργασίας ή σε μια ειδική ανοικτή ζώνη.

Τα Gulag ήταν ιδιαίτερα εκτενείς περιοχές όπου οι φυλακισμένοι ζούσαν και εργάζονταν υπό στενή επίβλεψη. Σε αυτά εξέτιαν τις ποινές τους όσοι κρίνονταν ένοχοι για σοβαρά εγκλήματα του ποινικού δικαίου, για αντεπαναστατικές ενέργειες ή για αδικήματα γενικά για τα οποία προβλέπονταν ποινές κάθειρξης άνω των τριών ετών. Ο αριθμός τους το 1940 ήταν 53.

Την ίδια χρονιά υπήρχαν επίσης 425 αποικίες εργασίας. Αυτές ήταν πολύ μικρότερες μονάδες από τα Gulag και χαρακτηρίζονταν από ένα πολύ πιο ελεύθερο καθεστώς κράτησης με λιγότερη επίβλεψη. Εκεί στέλνονταν κρατούμενοι με μικρότερες ποινές, που είχαν διαπράξει τις λιγότερο σοβαρές εγκληματικές ή πολιτικές παραβάσεις. Εργάζονταν ελεύθερα στα εργοστάσια ή τους αγρούς και αποτελούσαν μέρος της κοινωνίας των πολιτών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το σύνολο των αμοιβών που κέρδιζε από την εργασία του παρέμενε στο φυλακισμένο, ο οποίος από αυτή την άποψη αντιμετωπιζόταν όπως ο οποιοσδήποτε άλλος εργαζόμενος.

Τέλος, οι ειδικές ανοιχτές ζώνες ήταν γενικά γεωργικές περιοχές που προορίζονταν κυρίως για εκείνους που είχαν αποκουλακοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κολεκτιβοποίησης. Ένας αριθμός εκ των καταδικασθέντων που βρίσκονταν ένοχοι για δευτερεύουσες εγκληματικές ή πολιτικές παραβάσεις εξέτιαν επίσης τις ποινές τους στις περιοχές αυτές.

Ενδεικτικός των σχετικά χαλαρών μέτρων φύλαξης των έγκλειστων στα Gulag και τις αποικίες εργασίας είναι ο αναλογικά μεγάλος αριθμός των αποδράσεων: μόνο την περίοδο 1934-1939 απέδρασαν συνολικά 311.926 άτομα. Στη συνέχεια τα μέτρα φύλαξης βελτιώθηκαν σημαντικά.

Η Έκθεση για τις "Συνθήκες στην Ποινική Αποικία Εργασίας του Nizhni Novgorod", την οποία συνέταξαν οι Σύμβουλοι του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ Kiselev και Novikov, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βαρύτητα που προσέδιδε η σοβιετική εξουσία στην ποιότητα του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας. Εκτός από τις αυστηρές συστάσεις που γίνονται γύρω από τις συνθήκες διαμονής, σίτισης και εργασίας των κρατούμενων, έκπληξη προκαλεί η αναφορά στην εκπαιδευτική-πολιτιστική δραστηριότητα του ιδρύματος. Ακολούθως, υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα για αύξηση του ήδη υπάρχοντος αριθμού συνδρομητών σε εφημερίδες και περιοδικά, για την επέκταση της Λέσχης των κρατούμενων, καθώς και για τη διεύρυνση των προγραμμάτων κατά του αναλφαβητισμού, όπως και άλλων μαθημάτων διαφόρων κατευθύνσεων που διδάσκονταν στην Αποικία*.

*Άλλα στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα και αξίζει να αναφερθούν περιλαμβάνουν, α) το γεγονός πως η εργασία δεν ήταν υποχρεωτική (το 64,8% εργαζόταν, εξασφαλίζοντας και ένα επιπρόσθετο εισόδημα το οποίο είτε κρατούσαν είτε διέθεταν για αγορά διαφόρων αγαθών μέσα στην Αποικία -πέραν των βασικών που ήταν βέβαια δωρεάν) και β) πως σε ένα μεγάλο ποσοστό -περίπου το ένα τρίτο- των έγκλειστων ήταν άτομα που είχαν κριθεί προφυλακιστέοι αναμένοντας τελεσίδικη απόφαση της αρμόδιας δικαστικής αρχής. Βλέπε Έκθεση για τις "Συνθήκες στην Ποινική Αποικία Εργασίας του Nizhni Novgorod", 10 Αυγούστου 1932.

Το ποινικό σύστημα της ΕΣΣΔ σχολίασε ο Αμερικανός Δικαστής Leibowitz, οι εντυπώσεις του οποίου δημοσιεύτηκαν στο γνωστό περιοδικό Life τον Ιούνιο του 1959 και εμφανίζονται διαμετρικά αντίθετες σε σχέση με την παγιωμένη εικόνα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία: "Τα Σοβιετικά επιτεύγματα σε αυτόν τον τομέα είναι τόσο εκπληκτικά που κάνουν τις αμερικανικές μεθόδους να φαντάζουν απαρχαιωμένες". Όπως αναφέρει ο ίδιος, η Ποινική Αποικία του Krukovd, μπορεί να διέθετε "μουντά, μη εντυπωσιακά κτίρια", ωστόσο, παρουσίαζε παράλληλα "ευφυή, ανθρώπινη, διορατική διοίκηση από πάνω ως κάτω... Οι τρόφιμοι... δεν είχαν εκείνη την καταπονημένη, ντροπιασμένη όψη ενός Αμερικανού τροφίμου... Πρέπει κανείς να γνωρίζει από πρώτο χέρι την αρρωστημένη ατμόσφαιρα του προαύλιου μιας μέσης αμερικανικής φυλακής προκειμένου να μπορέσει να εκτιμήσει αυτό που είδα και αυτό που ένιωσα καθώς παρατηρούσα αυτούς τους Ρώσους τρόφιμους... Έτρωγαν με άνεση: τέσσερα άτομα ανά τραπέζι και αρκετό φαγητό για όλους... Στην πραγματικότητα αμείβονται για την εργασία που εκτελούν στη φυλακή, όπως ακριβώς θα αμείβονταν για μια αντίστοιχη δουλειά έξω. Είναι δύσκολο να αναλογιστεί κανείς πόσο σημαντικό είναι αυτό το γεγονός από μόνο του... Αμείβονται και πληρώνουν για την ίδια τους την κράτηση... Το υπόλοιπο πηγαίνει προς υποστήριξη των οικογενειών τους...

ΠΙΝΑΚΑΣ Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΣΣΔ

                                                    1924-25                1925-26
Σχολές                                                122                        304
Εκπαιδευτικό προσωπικό                   251                        348
Κύκλοι μαθημάτων Πολιτικής           162                        204
Κύκλοι μαθημάτων Θεάτ-Μουσικής 374                        401
""   "" φυσικού πολιτισμού                 279                        393
Αριθμός σεμιναρίων                       16.471                  20.294

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Οι ερυθρές φυλακές

Οι αναμνήσεις του καζαντζάκη από τα ταξίδια του στη σοβιετική ένωση, όπως μας τις δίνει συγκεντρωμένες στο βιβλίο του «ταξιδεύοντας στη ρουσία», είναι τόσο πλούσιες σε υλικό κι εύστοχες αξιολογικές κρίσεις, που δεν είναι εύκολο να συνοψιστούν και να παρουσιαστούν σ’ ένα μόνο κείμενο. Σε κάποια σημεία, νιώθει κανείς την ανάγκη να πάρει αυτούσια κάποια κεφάλαια και να τα τρίψει στη μούρη διάφορων «έγκυρων σοβιετολόγων» που δεν έχουν (όχι το ταλέντο και τη διεισδυτικότητα του συγγραφέα καζαντζάκη αλλά έστω) την έντιμη κριτική ματιά ενός ανθρώπου που μόνο κομμουνιστής δεν μπορεί να θεωρηθεί –παρά μόνο με μια πολύ ευρεία και χαλαρή έννοια.

Ένα τέτοιο απόσπασμα είναι και το παρακάτω κεφάλαιο, όπου ο καζαντζάκης μιλάει για τις ερυθρές φυλακές, δηλ για την εμπειρία του από το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα. Και έχει κατά τη γνώμη μου μια ιδιαίτερη αξία, όχι μόνο επειδή μας δίνει τις βασικές αρχές του συστήματος και σημαντικές πληροφορίες για ένα θέμα στο οποίο οι «γνώσεις» των περισσότερων εξαντλούνται στη λέξη γκούλαγκ, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη να μάθουν κάτι πέραν αυτού· αλλά ακόμα και για το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στην τελευταία πρότασή του –που είναι από τους βασικούς ‘νόμους’ που ακολουθεί κάθε επαναστατικό εγχείρημα. Καλή ανάγνωση. 



 Ο Παναγής Σκουριώτης της Σοβιετικής Ρουσίας είναι, όπως κι ο δικός μας, ένας ισχυρός οργανισμός, όλος φλόγα, αφιερωμένος με φανατισμό στο σκοπό που έθεσε στη ζωή του: ν’ αναμορφώσει τις φυλακές. Ξανθός, γαλάζια μάτια, ξεχειλισμένος από χαρά, σαν τους ανθρώπους που, κυριεμένοι από ένα μεγάλο πάθος, το ικανοποιούν και χαίρουνται. Χαρούμενος, γοργοκίνητος, με άρπαξε στο αυτοκίνητό του και μ’ έφερε στις μεγάλες φυλακές έξω από τη Μόσχα.

Μέσα στην πυκνήν ομίχλη, το πρωί εκείνο, τα σπίτια κι οι εκκλησιές γυάλιζαν αχνά, εξαϋλωμένα, σα χτίρια ξωτικά καμωμένα από καπνούς κι υγρασία. Τα ηλεχτρικά ήταν αναμμένα κι έφεγγαν θαμπά τους δρόμους και τις παγωμένες βιτρίνες. Κοράκια περνούσαν σιωπηλά και κάθιζαν στα κρυσταλλωμένα δέντρα, τα σπίτια όλο και λιγόστευαν, είχαμε πια βγει στο μοσχοβίτικο κάμπο, φτάναμε στις φυλακές.

Σε όλο το δρόμο ο νέος σύντροφός μου μου ξηγούσε ότι η Σοβιετική Ρουσία αντικρίζει και το δύσκολο πρόβλημα φυλακών και φυλακισμένων:
-Δύο είναι οι βασικές αρχές μας: α) η μόρφωση του κατάδικου β) η εργασία

α) Κάθε φυλακή έχει: το σκολειό της για τους αναλφάβητους· όλοι, όταν θα βγουν από τη φυλακή, πρέπει να ξέρουν ανάγνωση και γραφή· έχει τη λέσχη της, το θέατρό της, τον κινηματογράφο της, τη βιβλιοθήκη της· στη λέσχη συζητούν, γίνουνται ομιλίες, θεατρικές παραστάσεις, διαβάζουν και μορφώνουνται. Κάθε φυλακή έχει τη δική της «εφημερίδα του τοίχου», όπου οι ίδιοι οι φυλακισμένοι γράφουν με απόλυτη ελευτερία για όλα τα θέματα που αφορούν την υλική ή πνευματική ζωή τους. Οι φυλακισμένοι διαιρούνται σε διάφορες ομάδες και καθεμιά αναλαβαίνει ορισμένο κλάδο: υπάρχουν ομάδες για τη μόρφωση, για την πολιτική, τα οικονομικά, την υγιεινή, άλλες αναλαβαίνουν τη φιλολογία, τη μουσική, τις γιορτές. Όλες οι ομάδες αποτελούνται από φυλακισμένους και μονάχα ο πρόεδρός τους είναι κρατικός υπάλληλος. Μεγάλη προσοχή συνάμα δίνουμε στο κορμί: καθαριότητα, ηλιοθεραπεία, αεροθεραπεία, γυμναστική, εκδρομές.

β) Σύμφωνα με τη δεύτερή μας αρχή, όσοι κατάδικοι μπορούν, πρέπει να εργάζουνται. Η εργασία δεν έχει σκοπό την τιμωρία του φυλακισμένου, παρά την ανθρωπιστική κι επαγγελματική του μόρφωση· γι’ αυτό η εργασία πρέπει να ‘ναι ανάλογη με την κλίση και τις ικανότητες του κάθε ατόμου. Σωματική ή ψυχική ποινή απαγορεύεται, όχι μονάχα γιατί αντιστρατεύεται στις σοβιετικές μας αρχές παρά και γιατί εξαγριώνει τον άνθρωπο και του γεννάει μίσος για την κοινωνία. Η πείρα μας απόδειξε πως τίποτα δεν επιδράει τόσο ευεργετικά στο φυλακισμένο, όσο ο σεβασμός στην ατομικότητά του.

Ευτύς ως ο κατάδικος μπει στη φυλακή, πάνε και τον βλέπουν ο διευθυντής κι οι προϊστάμενοι στο μορφωτικό ή εργατικό τμήμα. Κουβεντιάζουν μαζί του, μελετούν το χαραχτήρα και τη μόρφωσή του, τις επαγγελματικές του ικανότητες. Την άλλη μέρα του δίνουνε το βιβλιάριο, όπου αναγράφουνται τα δικαιώματα και τα χρέη του.

Οι φυλακισμένοι διαιρούνται σε τρεις τάξες: Κατώτατη, μέση κι ανώτατη. Κάθε φυλακισμένος παραμένει υποχρεωτικά ορισμένο χρονικό διάστημα στην τάξη όπου κατατάχτηκε, ωσότου η διεύθυνση του επιτρέψει να μετατοπιστεί στην αμέσως ανώτερη. Η παραμονή του στην ίδια τάξη ή η μετάθεση σε άλλη εξαρτάται από την πρόοδο του φυλακισμένου στην εργασία του και στη συμπεριφορά του, και γενικά από την επίδραση που είχε απάνω του το σωφρονιστικό σύστημα.

Η προαγωγή σε ανώτερη τάξη συνεπάγεται ορισμένα προνόμια: Αλαφρώνουν οι όροι του κανονισμού, μπορεί ν’ απολυθεί ο κατάδικος προτού λήξει ο χρόνος της ποινής κτλ. Όσοι ανήκουν στην κατώτατη τάξη δικαιούνται να δέχουνται επίσκεψες και να ‘χουν αλληλογραφία κάθε 15 μέρες· όσοι στην ανώτατη, κάθε μέρα. Όσο ανεβαίνουν σε ανώτερη τάξη αποχτούν και μεγαλύτερη ελευτερία να διαχειρίζουνται τα χρηματικά ποσά που κερδίζουν και ν’ αγοράζουν τρόφιμα, φορέματα, βιβλία. Όσοι ανήκουν στη μεσαία τάξη δικαιούνται εφτά μέρες άδεια το χρόνο· όσοι στην ανώτατη δεκατέσσερεις. Επίσης μπορεί να χορηγηθεί στους αγρότες που έδειξαν καλή διαγωγή άδεια απουσίας τρεις τέσσερεις μήνες, να πάνε στα χωριά τους και να βοηθήσουν στο θερισμό. Οι μήνες αυτοί υπολογίζουνται ως φυλακή.

Έχουμε διάφορους τύπους φυλακές, ανάλογα με τα διάφορα μέτρα της κοινωνικής προστασίας:
α) Σωφρονιστικές· αυτές υποδιαιρούνται: σε οίκους φυλακής· σωφρονιστικούς οίκους προστασίας· παροικίες αγροτικές, επαγγελματικές, βιομηχανικές· ειδικά απομονωτήρια· μεταβατικούς, σωφρονιστικούς οίκους.
β) Γιατροπαιδαγωγικές· υποδιαιρούνται σε οίκους εργασίας για ανηλίκους· σε οίκους εργασίας για εγκληματίες προερχόμενους από αγροτοεργατική νεολαία.
γ) θεραπευτικές· υποδιαιρούνται: σε ιδρύματα για ψυχικά ανισόρροπους και σωματικά άρρωστους· σε ινστιτούτα ψυχιατρικής θεραπείας, νοσοκομεία κτλ.

Το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα θέσπισε ακόμα μια σημαντική καινοτομία: Ως σήμερα, επικρατούσε η Ιδέα πως το δικαστήριο είναι ο μόνος ρυθμιστής της ποινής· σ’ εμάς όμως η δικαστική κι η σωφρονιστική εξουσία είναι δυο ισότιμοι παράγοντες της ενιαίας ποινικής πολιτικής του Κράτους. Το έργο της σωφρονιστικής εξουσίας δεν έχει σε μας μηχανικό χαραχτήρα· έγινε καθαρά δημιουργικό.

Από τη στιγμή που, ευτύς μετά τη δίκη, το κέντρο του βάρους μεταφέρεται στη σωφρονιστική εξουσία, τα εχτελεστικά σωφρονιστικά όργανα επιδίδουνται στη μελέτη –ψυχική, σωματική, πνευματική- των καταδίκων. Τους ταξινομούν, ορίζουν ειδικούς κανονισμούς, χρησιμοποιούν διάφορα, ανάλογα με την κάθε κατηγορία, μέσα σωφρονισμού και μόρφωσης.

Και το σπουδαιότερο: μπορούν όχι μονάχα ν’ αλλάξουν τους όρους της εχτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, παρά και να συντομέψουν το χρόνο της ποινής που όρισε το δικαστήριο και να μεταβάλουν ριζικά τα μέτρα της κοινωνικής προστασίας. Η Σοβιετική Ρουσία κλόνισε την αρχή πως οι δικαστικές ετυμηγορίες είναι απαραβίαστες· τα εχτελεστικά όργανα μπορούν, ανάλογα με τη διαγωγή του κατάδικου, να τροποποιήσουν ριζικά την ποινή.

Με τα μέσα αυτά προσπαθούμε όχι να τιμωρήσουμε τον κατάδικο παρά να τον κάμουμε ικανό να συνεργαστεί κι αυτός μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία: του μαθαίνουμε γράμματα, του θεραπεύουμε την ψυχή και το σώμα, του διδάσκουμε μιαν τέχνη για να μπορεί να ζήσει και να φανεί χρήσιμος στο σύνολο.
Κάνουμε ό,τι μπορούμε να νικήσουμε το σκοτάδι του μυαλού και της ψυχής του ανθρώπου.

Μέσα από την πυκνήν ομίχλη έβλεπα τα υπερβόρεια μάτια του συντρόφου μου να λάμπουν σα δυο φλόγες. Μπαίναμε στη μεγάλη αυλή της φυλακής.
Το χτίριο είναι παλιό, απέραντο και ξεμοναχεμένο στην πεδιάδα. Κάμποσοι φυλακισμένοι έκοβαν ξύλα, άλλοι κουβαλούσαν κάρβουνα· ο διευθυντής χαιρέτησε τους «συντρόφους φυλακισμένους» μ’ εγκαρδιότητα. Μπήκαμε σ’ ένα μακρύ, φωτισμένο διάδρομο· ευτύς εξαρχής σου γεννιέται η εντύπωση πως δε βρίσκεσαι σε φυλακή παρά σε σιωπηλό, πειθαρχημένο εργοστάσιο.

Ανοίγαμε τις πόρτες κατά σειρά και βρισκόμασταν πάντα μπροστά σ’ ένα καινούρια αργαστήρι: Εδώ το τυπογραφείο που αναλαβαίνει, με τη φίρμα της φυλακής, να εκδίδει βιβλία, παραπέρα το βιβλιοδετείο, έπειτα το ξυλουργείο, το παπουτσίδικο, το σιδεράδικο, το ψωμάδικο. Οι ίδιοι οι φυλακισμένοι ζυμώνουν, φουρνίζουν, μαγερεύουν, πλένουν. Παντού μας υποδέχουνται χαρούμενα κι εγκάρδια· πουθενά δεν είδα φύλακες με στολή ή με όπλα· ελάχιστοι οι φύλακες και ντυμένοι πολιτικά. Οι κατάδικοι πάλι φορούν ό,τι ρούχα τους αρέσουν, τίποτα δε σου θυμίζει πως βρίσκεσαι σε φυλακή.

Πολλοί μαθαίνοντας πως είμαι ξένος, με ζυγώνουν με περιέργεια και σφοδρό ανθρώπινο ενδιαφέρον και με ρωτούν για την πατρίδα μου: «Τι γίνεται εκεί κάτω, υπάρχουν άνθρωποι να εκμεταλλεύουνται ανθρώπους, υπάρχουν σύντροφοι που να υποφέρουν; Τι ενέργεια κάνετε να φωτιστεί, να λευτερωθεί ο λαός;» Ρωτούσαν, μ’ έπιαναν από τα χέρια, με κοίταζαν, περίμεναν κι εγώ απαντούσα με αοριστία.

Στο σιδεράδικο ένα φυλακισμένος στέκουνταν σε μια γωνιά με σταυρωμένα χέρια:
-Αυτός δε θέλει να δουλέψει, μου ξήγησε ο διευθυντής χαμογελώντας· μα σε λίγες μέρες θα βαρεθεί, θα ντραπεί, θα ζουλέψει και θα πιάσει κι αυτός δουλειά. Όταν ένας κατάδικος έρθει, τον ρωτούμε αν θέλει να δουλέψει και πού· μερικοί αποκρίνουνται πως καμιά διάθεση δεν έχουν για δουλειά κι εμείς τότε τους αφήνουμε· καθένας είναι λεύτερος. Όμως φροντίζουμε να παραστέκουν άνεργοι μαζί μ’ εκείνους που δουλεύουν και πάντα, ύστερα από λίγες μέρες, έρχουνται μόνοι τους και μας παρακαλούν να τους δώσουμε εργασία.

Πήγαμε στη λέσχη. Ήταν άλλοτε εκκλησία και σώζουνται ακόμα μερικές αγιογραφικές τοιχογραφίες απάνω από το ιερό· τώρα είναι καταστόλιστη με κόκκινες σημαίες και κόκκινα ρητά· και στο βάθος, όπου μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Αγία Τράπεζα, είναι τώρα η μαρμαρένια προτομή του Λένιν δεξιά του, το ξύλινο αντίγραφο του Μνημείου του στην Κόκκινη Πλατεία· κι αριστερά, το αποτύπωμα της φτωχικιάς ίσμπας που είχε καταφύγει ο Λένιν όταν τον κυνηγούσαν τα όρνια του Τσάρου.

Ως μπήκαμε, μια ορχήστρα από φυλακισμένους έπαιξε τη Διεθνή, η αυλαία άνοιξε και φάνηκαν στη σκηνή μια τριανταριά μεσόγυμνοι αθλητές κι άρχισαν να εχτελούν διάφορα δύσκολα γυμνάσματα.
-Μια από τις μεγαλύτερες φροντίδες μας είναι και τούτη, μου κάνει ο διευθυντής: μαθαίνουμε τους συντρόφους φυλακισμένους ν’ αναπνέουν, να γυμνάζουν το σώμα τους, να το διατηρούν γερό και καθαρό· να ζουν όσο το δυνατό περισσότερο στο ύπαιθρο. Γι’ αυτό τους βλέπετε τόσο ζωηρούς και ροδοκόκκινους.

Ήταν πια μεσημέρι. Καθίσαμε και φάγαμε όλοι μαζί στους μεγάλους ξύλινους πάγκους: σούπα, κρέας με πατάτες, τσάι. Οι φυλακισμένοι έρχουνταν από τ’ αργαστήρια τους, πλένουνταν και κάθιζαν κεφάτοι κι έτρωγαν.

Έλεγα στο διευθνυτή:
-Κι εμείς στην Ελλάδα προσπαθούμε κάποτε με την εργασία να καλυτερέψουμε την ψυχή και το σώμα των φυλακισμένων κι εμείς ξέρουμε τις θεωρητικές αρχές που εφαρμόζετε και προσπαθούμε να τις πραγματοποιήσουμε. Έχω ένα φίλο που ‘χει αφιερώσει τη ζωή του για τη μεγάλη τούτη αποστολή. Τον λένε Παναγή Σκουριώτη.

Ο διευθυντής κούνησε το κεφάλι του:
-Σε όλο τον κόσμο, αποκρίθηκε, υπάρχει η προσπάθεια που λέτε· όλες οι θεωρίες είναι γνωστές και κυκλοφορούνε στον αγέρα της εποχής μας· παντού κάποιος αγνός και φλογερός ιδεολόγος θα βρεθεί, που θα θυσιάσει τη ζωή του για να τις εφαρμόσει· όμως, θαρρώ, του κάκου. Καμιά γενναία ριζική μεταβολή δεν μπορούν να πετύχουν και στο ζήτημα αυτό οι αστικές χώρες· είναι κι οι φυλακές μέρος ενός συνόλου και καμιά ριζική αναμόρφωση δεν μπορεί ποτέ να γίνει ξεκάρφωτη.

Στις αστικές χώρες, οι χαραχτηριζόμενες αξιόποινες πράξες αιτία έχουν συχνότατα όχι την ατομική διάθεση του φταίχτη παρά το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών. Συχνότατα, στις αστικές κοινωνίες, ο εγκληματίας σπρώχνεται απ’ όλη την κοινωνία στο έγκλημα. Κι όταν τον κλείνουν στη φυλακή, έχει βαθιά του την πεποίθηση πως δεν είναι αυτός ο κακούργος παρά ολάκερη η κοινωνία· αυτός είναι το θύμα. Κι η πεποίθησή του αυτή τον γιομώνει πίκρα και μίσος. Με τέτοια ψυχολογία είναι φυσικό ν’ αντιδράει σε κάθε προσπάθεια που κάνει μια τέτοια κοινωνία για να τον καλυτερέψει.

Η αστική προσπάθεια για αναμόρφωση δεν μπορεί να ‘ναι ούτε ολοκληρωτική ούτε συνεχής. Είναι στη φύση του αστικού Κράτους να μη θέλει ποτέ –γιατί δεν το συφέρει- να ξυπνήσει εντελώς την ψυχή του λαού. Δε συφέρει να δει ο λαός πόσο κι από ποιους αδικιέται, ούτε να νιώσει πως έχει στα χέρια του όλη τη δύναμη. Γι’ αυτό, αν σε οποιοδήποτε κλάδο κρατικής ή κοινωνικής ενέργειας ξεπεταχτεί μια στιγμή μια αγνή προσπάθεια, η προσπάθεια αυτή είναι, αναγκαστικά, ξεμοναχιασμένη και μισερή, οφείλεται σε κανένα απροσάρμοστο στη γύρα του σαπίλα ιδεολόγο, βρίσκει οργανωμένη λυσσαλέα αντίδραση, φανερή ή κρυφή και γρήγορα ξεθυμαίνει.

Την άλλη μέρα, κάποιος γνώριμός μου Πολωνοεβραίος, παμπόνηρος κι αντιδραστικός, που του διηγήθηκα την επίσκεψή μου στις σοβιετικές φυλακές, καθώς κι όλα τα θαμαστά που ‘βλεπα κάθε μέρα, μου αποκρίθηκε σατανικά χαμογελώντας:

-Ο Ποτιέμκιν, όταν έβγαζε σε περιοδεία την αυτοκρατορικιά μετρέσα του, τη Μεγάλη Αικατερίνη, έστελνε μπροστά έτοιμα χωριά από καρτόνι και τα στερέωνε κοντά στα μέρη απ’ όπου θα περνούσαν. Χωριάτες και χωριάτισσες, ντυμένοι λαμπερά κοστούμια, γλεντούσαν ευτυχισμένοι κάτω από τα δέντρα, έπαιζαν μπαλαλάικα, πηδοκοπούσαν και ζητωκραύγαζαν την αυτοκρατόρισσα. Δεν ήταν χωριάτες και χωριάτισσες· ήταν ηθοποιοί που τους είχε νοικιάσει ο Ποτιέμκιν· κι η ερωτευμένη χοντρο-Κατερίνα δάκρυζε από κατάνυξη κι ευτυχία.

Όμοια κι οι μπολσεβίκοι σας περιοδεύουν στη Μόσχα –στη μεγάλη από καρτόνι, από ηθοποιούς και μπαλαλάικες βιτρίνα της Ρουσίας –και σας δείχνουν (οι Ρούσοι είναι, κατά παράδοση, περίφημοι σκηνοθέτες) μερικά καλοβαλμένα, πιτήδεια τρουκαρισμένα θεάματα: σκολειά, σανατόρια, φυλακές, δικαστήρια, οι σειρήνες των εργοστασίων όταν περνάτε σφυρίζουν, τάχατε πως δουλεύουν ακατάπαυτα, οι ίδιες πάντα γεωργικές μηχανές περνούν από τους δρόμους που είναι για να περάσετε, τάχατε έτσι, κατά τύχη… Και σεις χάσκετε, οι κουτόφραγκοι, και πέφτετε στην παγίδα Ποτιέμκιν νεότατου συστήματος –στην παγίδα «Καρλ Μαρξ».

Γελούσε ο φίλος μου σαρκαστικά και με κοίταζε με τα παμπόνηρα ματάκια. Με διαπέρασε αλαφριά ανατριχίλα. Ανάμεσα στους φλογερούς στενοκέφαλους πιστούς που δουλεύουν με αγάπη και πείσμα, υπάρχουν οι πολύ μορφωμένοι, χαριτωμένοι και χαιρέκακοι άπιστοι. Τούτοι όλα τα ξέρουν, τίποτα δεν μπορεί να τους ξεγελάσει, πολύ έξυπνα αποσυνθέτουν και καταγγέλνουν τον «ιερό δόλο», που χωρίς αυτόν ποτέ δεν μπόρεσε να θεμελιωθεί μια νέα θρησκεία.


Όλα τα ξέρουν οι φίνοι τούτοι άπιστοι· μονάχα τούτο ξεχνούν: πως μονάχα επιθυμώντας, απατώμενος κι απατώντας –δηλαδή πιστεύοντας- ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει το πρόσωπο της γης.

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ

Εδώ και μερικά χρόνια η νέα τάξη πραγμάτων επιχειρεί να μετατρέψει τη σημερινή επέτειο σε ένα είδος παγκόσμιας μέρας αντικομμουνισμού, με αφορμή την υπογραφή του συμφώνου μη επίθεσης μολότοφ-ρίμπεντροπ, το λανσάρισμα της δημοφιλούς θεωρίας περί άκρων και την έμμεση αθώωση του ενός, που είναι δικό της τέκνο, προκειμένου να στοχοποιήσει το άλλο στη συνείδηση του κόσμου και να μηδενίσει την ιστορική του προσφορά. Στο κλίμα της ημέρας λοιπόν, η κε του μπλοκ σήμερα καταπιάνεται με κάτι παρεμφερές κι άκρως αντικομμουνιστικό, το βιβλίο αρχιπέλαγος γκούλαγκ του αλεξάντερ σολζενίτσιν, παραθέτοντας κάποιες δικές της πρόχειρες σημειώσεις για το έργο κι ορισμένες προεκτάσεις του.

Το βιβλίο του σολζενίτσιν αποτελεί μία από τις βίβλους του αντικομμουνισμού και ως ένα βαθμό θυμίζει την άλλη γνωστή βίβλο των κουρτουά και σία, με την έννοια πως σε αρκετά σημεία καταλήγει να είναι μια ατελείωτη καταδικολογία-sic- (κατά το αντίστοιχο ‘πτωματολογία’), μια ανιαρή παράθεση ονομάτων και περιπτώσεων, χωρίς να εξετάζονται σε βάθος, χωρίς να παρουσιάζεται ο αντίλογος και φυσικά χωρίς καμία απολύτως αναφορά στο γενικότερο ιστορικό πλαίσιο που καθόρισε τα γεγονότα.

Η βασική διαφορά του ωστόσο από τη μαύρη βίβλο αποτελεί παράλληλα και το βασικό συγκριτικό του πλεονέκτημα, που είναι η απουσία οποιασδήποτε επιστημονικής αξίωσης, από ένα έργο που εξάλλου δεν είναι ιστορική μελέτη. Ο σολζενίτσιν διαθέτει αξιόλογη λογοτεχνική πένα, αλλά δίνει ελάχιστα στοιχεία, πηγές, ντοκουμέντα για όσα διηγείται κι έχει εξασφαλισμένο ένα πολύ καλό άλλοθι γι’ αυτό. Πώς θα μπορούσε να τα μαζέψει άλλωστε, αφού βρισκόταν έγκλειστος σε φυλακές και γκουλάγκ; Ακόμα και αν τα συγκέντρωνε ή τα κατέγραφε κάπου, το πιθανότερο θα ήταν να του τα είχαν κατασχέσει και να χάνονταν. Συνεπώς μας τα διηγείται σχεδόν όλα από μνήμης κι εμείς καλούμαστε να τα διαβάσουμε με καλή πίστη στο μνημονικό και την εντιμότητά του. Γιατί να τον αμφισβητήσουμε άλλωστε; Είναι ένας απλός άνθρωπος, που δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική –όπως τονίζει επανειλημμένα στο έργο του-, γνωρίζει κάποια πράγματα εκ των έσω, ως πρώην μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και μας διηγείται τα γεγονότα, χωρίς εμπάθεια.
Για ποιο λόγο να θεωρήσουμε πως είναι αντικομμουνιστής; Θα ρωτήσει ο ανυποψίαστος αναγνώστης που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του, χωρίς να γνωρίζει τίποτα σχετικά με το πρόσωπό του.

Ο σολζενίτσιν βέβαια είναι μάστορας στον αντικομμουνισμό. Κι όποιος ενδιαφέρεται για αποδείξεις, μπορεί να ψάξει να βρει κατοπινά γραπτά του ή και τις (πληρωμένες) διαλέξεις που έδινε εξόριστος στην αμερική, ενάντια στις… ενδοτικές συμφωνίες των δυτικών χωρών με την εσσδ –πχ στο ελσίνκι- και τη σύναψη εμπορικών σχέσεων μαζί της. Αυτές οι... νηφάλιες, φιλειρηνικές απόψεις κυκλοφόρησαν και στην ελλάδα σε ξεχωριστή μπροσούρα με τίτλο «δύση και ανατολή», αν θυμάμαι καλά.

Στο αρχιπέλαγος γκούλαγκ όμως η προπαγάνδα του είναι ακόμα πιο εκλεπτυσμένη. Έτσι λοιπόν τα σημεία που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι αυτά όπου ξεσκεπάζεται η ραφιναρισμένη δουλειά του και ξεφεύγουν κάποιες αναθυμιάσεις αντικομουνιστικής μπόχας κι εμπάθειας.
Στην αρχή για παράδειγμα μας λέει πως το κύμα των εκκαθαρίσεων στο σοβιετικό στράτευμα και τον κρατικό μηχανισμό, που κορυφώθηκε με τις δίκες της μόσχας, προκαλώντας τόση αίσθηση, δεν ανήκει καν στους τρεις μεγαλύτερους χείμαρρους καταδικών στη σοβιετία, που οδηγούσαν στο αρχιπέλαγος γκούλαγκ. Και ενώ αρχικά αναγνωρίζει τουλάχιστον την ιδιαιτερότητα και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής του εμφυλίου, δίνοντας ίσως την εντύπωση πως θα το εξαιρέσει από την κριτική του, αρχίζει στο καπάκι την εξιστόρηση από το 18’ και περιγράφει μια ατελείωτη αλυσίδα με τη ‘μαύρη βίβλο’ των «εγκλημάτων» των μπολσεβίκων.

Άδικες συλλήψεις, εξοντωτικές ποινές, φυλακίσεις, ταπεινώσεις, φρικτά βασανιστήρια, καταπάτηση δικαιωμάτων και της ανθρώπινης προσωπικότητας. Χωρίς όμως να προκύπτει από τη μαρτυρία του πως τα υπέστη και ο ίδιος και μας τα μεταφέρει από πρώτο χέρι. Εξάλλου δε διαμαρτύρεται καν για τη δική του σύλληψη, παρά μόνο οικτίρει εαυτόν για την αφέλειά του να πέσει μόνος του στο στόμα του μπολσεβίκου λύκου, καθώς καταφερόταν ανοιχτά εναντίον της σοβιετικής ηγεσίας στην αλληλογραφία του από το μέτωπο, όπου ήταν λοχαγός του κόκκινου στρατού –κι ήταν λογικό οι αρχές να τον θεωρήσουν επικίνδυνο και να μην τον αφήσουν σε τέτοιο νευραλγικό πόστο, εν μέσω πολέμου.

Τι γινόταν όμως εκείνα τα χρόνια στη σοβιετική ρωσία, που δέχτηκε την ιμπεριαλιστική επίθεση 14 δυτικών χωρών –ανάμεσά τους η ελλάδα του βενιζέλου- πριν καλά-καλά τελειώσει ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος; Τι μορφές και περιεχόμενο έπαιρνε η ταξική πάλη στην ύπαιθρο ενάντια στους κουλάκους εκμεταλλευτές; Σε τι συνθήκες προετοιμάζονταν οι σοβιετικοί για την πολεμική σύγκρουση που θα ακολουθούσε; Είχαν βάσιμους λόγους που δικαιολογούσαν την καχυποψία τους απέναντι σε κάποιους διασωθέντες από την αιχμαλωσία στα ναζιστικά στρατόπεδα; Γιατί συνέβαιναν τέλος πάντων όλα αυτά σε αυτόν τον πολύπαθο τόπο; Δυστυχώς αυτά τα ερωτήματα δε θα απασχολήσουν τον αναγνώστη του βιβλίου, εφόσον δεν κρίθηκαν σημαντικά από το συγγραφέα τους.

Αυτό που τον ενδιέφερε αντιθέτως ήταν να αποδείξει πως η… εγκληματική μανία των μπολσεβίκων δεν περιορίζεται στο μοχθηρό στάλιν, αλλά έχει βαθύτερες ρίζες κι εξαπλώνεται σε όλη την ιστορική διαδρομή της εσσδ, ενώ εδράζεται και σε κάποιες γραπτές οδηγίες του λένιν προς τους δικαστικούς και την τσεκά –όπως 'τεκμαίρεται' με κάποια φαιδρά τσιταρίσματα από το έργο του βλαδίμηρου από το σολζενίτσιν, που μόνο για το νικήτα έχει κάποια καλύτερη άποψη κι αυτό φυσικά δεν είναι τυχαίο.

Τα καλύτερα όμως έρχονται στη συνέχεια, που ο σόλτζε (οφ φόρτσουν) προβαίνει σε συγκρίσεις και κάποιες περίεργες… ανισωτικές εξισώσεις. Λέει για παράδειγμα πως οι πρακτικές της τσεκά και των συνεργατών της, την εξομοιώνουν με την τσαρική οχράνα. Αν και επί τσάρου τουλάχιστον κανείς δεν πήγαινε στη φυλακή ή στην εξορία χωρίς δίκη, οπότε ήταν μάλλον καλύτερα τα πράγματα –αυτό το τελευταίο δε μας το λέει ευθέως, αλλά μας αφήνει να το συμπεράνουμε συνεκδοχικά
Οι σοβιετικές πρακτικές κατατάσσουν επίσης τις αρχές της χώρας στο ίδιο επίπεδο με τους ναζί –αν και ο χίτλερ σεβόταν τη διεθνή σύμβαση για τους αιχμαλώτους. Και οι γερμανοί πέρασαν από δίκες 80 χιλιάδες πρωταίτιους της ναζιστικής θηριωδίας, ενώ αυτοί της αντίστοιχης σταλινικής μένουν ατιμώρητοι σαν το μολότοφ, ή και σε υπεύθυνα πόστα του σοβιετικού κράτους. Ο άθλιος σολζενίτσιν καμώνεται πως αγνοεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ναζί, πλην κάποιων αποδιοπομπαίων τράγων- επάνδρωσε και μεταπολεμικά τον κρατικό μηχανισμό της οδγ –σε πλήρη αντίθεση με την τύχη που είχαν στη λδγ- και μας το παρουσιάζει σαν πρότυπο για την αντιμετώπιση που θα έπρεπε να είχε η σοβιετική ηγεσία εκείνων των χρόνων!!
Η σοβιετική ρωσία της εποχής παρέμενε ένα ασιατικό κράτος του μεσαίωνα με πρακτικές της ιεράς εξέτασης. Μόνο που στο μεσαίωνα… και πάει λέγοντας.

Ο σολζενίτσιν λέει πως η εσσδ ήταν η μόνη χώρα που αρνήθηκε να υπογράψει τη διεθνή σύμβαση για τους αιχμαλώτους, γι’ αυτό κι άφηνε στη μοίρα τους τα παιδιά της μητέρας ρωσίας, με μοναδική επιλογή να πεθάνουν ή να συμβιβαστούν με τον εχθρό και να περάσουν στην υπηρεσία του. Και έτσι τους οδηγούσε στην αγκαλιά των ναζί, τη στιγμή που οι αιχμάλωτοι των άλλων εθνικοτήτων περίπου καλοπερνούσαν με βάση τις περιγραφές του –που δεν είναι από πρώτο χέρι. Η ρίζα του κακού δηλ δεν ήταν ο ολοκληρωτικός πόλεμος μέχρις εσχάτων που είχαν εξαπολύσει οι ναζί κατά της σοβιετίας με στόχο τον αφανισμό της –σε αντίθεση με τις χαμηλής έντασης επιχειρήσεις στο δυτικό μέτωπο. Αλλά η ξεροκεφαλιά της σοβιετικής ηγεσίας που κατ’ ουσίαν παρέδιδε τα παιδιά της στον εχθρό. Με βάση τα παραπάνω ο σολζενίτσιν καταφέρνει να δικαιολογήσει ως και τους βλασοφικούς δοσίλογους, που πολέμησαν με τη στολή των ναζί.

Αυτό που δεν καταφέρνει να εξηγήσει πολύ πειστικά ωστόσο είναι πώς μπόρεσε ένας τέτοιος λαός, τυραννισμένος και τρομοκρατημένος, με τόσο χαμηλό ηθικό κι αποκεφαλισμένη στρατιωτική ηγεσία (μετά τις εκκαθαρίσεις), να συντρίψει τη ναζιστική πολεμική μηχανή και να θριαμβεύσει. Και γιατί δεν αξιοποίησε την καινούρια κατάσταση που διαμορφωνόταν για να αποτινάξει τα δεσμά της τυραννίας. Η μόνη εξήγηση που διαθέτει γι’ αυτά είναι η αγάπη των πατριωτών για τη μητέρα ρωσία, που έκανε ως και τους εμιγκρέδες που ήταν πολέμιοι της σοβιετικής εξουσίας, να θέλουν επιστρέψουν στην πατρίδα για να την υπερασπίσουν.

Δε νομίζω πως ωφελεί να συνεχίσουμε με εξαντλητικές αναφορές στο αντικομμουνιστικό ρεπερτόριο του σολζενίτσιν. Όπως λέει κι ο ίδιος εξάλλου η ανθρώπινη συνείδηση έχει την τάση να κρατάει μόνο όσα συμφωνούν με αυτά που ήδη πιστεύει και να αγνοεί επιδεικτικά τα υπόλοιπα. Και μας το δείχνει αυτό με τη μονομέρεια και το βιβλίο του. Αυτό που απομένει να κάνουμε είναι η αυτοκριτική μας ως κομμουνιστικό κίνημα (όχι μόνο γιατί επιτρέψαμε την κυκλοφορία του βιβλίου στη σοβιετική ένωση –προφανώς στα πλαίσια του ‘αγώνα κατά της προσωπολατρίας’ και της… εκκαθάρισης της ιστορικής μνήμης- αλλά συνολικά).

Κάθε σύντροφος που διαβάζει τέτοια βιβλία επιδιώκει κατά βάθος δυο πράγματα. Είτε να περάσει ευχαρίστα η ώρα με μια εκδοχή πρωτόγονου αντικομμουνισμού, που θα του προκαλέσει γέλια μέχρι δακρύων. Είτε μια ψυχική αναμέτρηση με μια προσεγμένη εκδοχή εκλεπτυσμένου αντικομμουνισμού και με τον τυχόν κλονισμό που θα του επιφέρει. Αν συμπεριλάβουμε το αρχιπέλαγος γκούλαγκ στη δεύτερη κατηγορία, υπάρχουν σίγουρα ορισμένα σημεία (όπως οι πιθανές αποσπάσεις ομολογιών με βασανιστήρια, και η κριτική εξέταση του σοβιετικού ποινικού κώδικα και του νομικού πλαισίου της εσσδ) που προσφέρονται για προβληματισμό και γόνιμη αυτοκριτική –συνυπολογίζοντας πάντα το δοσμένο ιστορικό πλαίσιο-, ανεξάρτητα από το ποιος επισημαίνει αυτά τα σημεία, ή ακόμα και αν είναι από τους χειρότερους δηλωμένους αντικομμουνιστές.

Εν παρόδω να σημειώσουμε πως ο τίτλος του βιβλίου που εξετάζουμε είναι μάλλον παραπλανητικός, αφού οι σελίδες του δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου στα γκουλάγκ και τον τρόπο λειτουργίας τους. Αυτά περιγράφονται στο άλλο γνωστό –και πολυβραβευμένο στη δύση- έργο του σολζενίτσιν, το ‘μια μέρα στη ζωή του ιβάν ντενίσοβιτς’. Όπου ο βασικός ήρωας, μεταξύ άλλων, μασάει αργά την τροφή του από τη μίζερη μερίδα που δικαιούται, για να κρατήσει περισσότερο και να ξεγελάσει την πείνα του. Αυτή είναι μια πολύτιμη συμβουλή για τους σημερινούς ελεύθερους έλληνες πολίτες, που ζούνε κάτω από το όριο της φτώχιας κι αδυνατούν να θρέψουν τις οικογένειές τους.

Κλείνουμε την παρένθεση και κρατάμε τις προεκτάσεις της. Η πιο γόνιμη κριτική προσέγγιση που θα μπορούσε να γίνει ίσως είναι σχετικά με το θεσμό των γκούλαγκ και το σωφρονιστικό σύστημα στη μεταβατική, κατώτερη φάση της κοινωνίας του μέλλοντος. Ο απελευθερωτικός χαρακτήρας της εργασίας –παρά το καθαρά ειρωνικό σύνθημα ‘arbeit macht frei’ στην είσοδο του νταχάου κι άλλων ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης- σε αντίθεση με τον αποβλακωτικό χαρακτήρα της μονότονα επαναλαμβανόμενης, βαριάς χειρωνακτικής εργασίας. Και άλλα συναφή θέματα, που προσπάθησα να τα χωρέσω σε μια παράγραφο, με μια απλή αναφορά, γιατί το κείμενο αρχίζει να ξεφεύγει σε έκταση και δε μας παίρνει να αναλύσουμε εδώ το θέμα –επιφυλάσσομαι για τα σχόλια.


Για τον επίλογο κρατάμε την ευχή του σολζενίτσιν να μπορέσει να ζήσει σε μια ελεύθερη ρωσία –όπως εννοεί αυτός βέβαια την ελευθερία- που αξιώθηκε να τη δει στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το πρόβλημα είναι πω μαζί με αυτόν ‘αξιώθηκαν’ να τη ζήσουν και οι λαοί της σοβιετίας, που είδαν τη γλύκα από πρώτο χέρι. Κι αφού βγάλουν τα απαραίτητα συμπεράσματα και χωνέψουν τα διδάγματα της ιστορίας, καλούνται να ξαναλλάξουν τα κόζια, χωρίς να περιμένουν από δεύτερο χέρι σωτήρες.