Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συρίγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συρίγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Περί ιδιοκτησίας

Ο Προυντόν θα έλεγε για την ιδιοκτησία πως "είναι κλοπή" με φωνή Φίλιππα Συρίγου από τα παλιά. Αλλά μετά θα ονειρευόταν (ο Προυντόν, όχι ο Συρίγος) λαϊκές τράπεζες και ομοσπονδιακό, εναλλακτικό εμπόριο, αποδεικνύοντας την έλλειψη σοβαρότητάς του.
Κι ο Ρουσώ θα πρόσθετε απλοϊκά πως όλα άρχισαν όταν ο πρώτος άνθρωπος που επιχείρησε να περιφράξει τη γη ως κτήση του, δεν εμποδίστηκε από τους υπόλοιπους.

Τα αστικά συντάγματα χτίζονται γύρω από την υπεράσπισή της, που είναι ο βασικός τους άξονας, ιερός κι απαραβίαστος όρος κάθε ταξικής κοινωνίας.

Ο αστικός τρόπος ζωής αποθεώνει την ιδιοκτησία και τον καταναλωτισμό, που βασίζεται στην αγορά και την κατοχή αντικειμένων. Πολλοί γεμίζουν τα κενά της ζωής τους, αποκτώντας διάφορα προϊόντα που χάνουν σύντομα την "αξία χρήσης" της πρόσκαιρης ευχαρίστησης που προσφέρουν και πρέπει γρήγορα να αντικατασταθούν από άλλα καινούρια (ρούχα, παπούτσια, αμάξια, γκατζετάκια).
Και σύντομα αποκτάμε την ίδια ματιά-συμπεριφορά απέναντι στους ανθρώπους. Θέλουμε να μας ανήκουν, να τους υποτάσσουμε και να τους θεωρούμε δεδομένους, να τους κατακτάμε -πχ ερωτικά- κι όχι να μα πλουτίζουν με την παρουσία τους και τη συντροφιά τους. Κι όπως είναι φανερό, αυτό ξεφεύγει από την αντίθεση μονογαμίας-πολυγαμίας, αφού μπορεί να διέπει και τις δύο περιπτώσεις: οι κτήσεις και οι κατακτήσεις -οι άνθρωποι ως κτήματα ή ως εμπορεύματα μιας χρήσης.

Ο φροϋδομαρξιστής Έριχ Φρομ είχε στηλιτεύσει αυτή τη νοοτροπία, που καλλιεργείται συστηματικά ως όρος ύπαρξης του συστήματος, στη μελέτη του με τον εύγλωττο τίτλο "να έχεις ή να είσαι;". Όσο περισσότερο αλλοτριωνόμαστε από το σύστημα, τόσο μετράμε την αξία ενός ατόμου με βάση τις κτήσεις του κι όχι τις ιδιότητες-προτερήματά του.

Είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής η έννοια και η λογική της ιδιοκτησίας, που ο Λένον στους στίχους του Imagine κάνει μια πολύ εύστοχη κι ενδιαφέρουσα διαβάθμιση σε κάθε στροφή.

Imagine there 's no heaven ---> it's easy if you try
Imagine there 's no countries ---> it isn't hard to do
αλλά
Imagine no possessions ---> I wonder if you can

Είναι εύκολο -ή τέλος πάντων όχι δύσκολο, αν προσπαθήσουμε- να φανταστούμε μια κοινωνία-ζωή χωρίς παράδεισο και κόλαση ή χωρίς κράτη. Χωρίς ιδιοκτησία όμως; Αναρωτιέμαι αν μπορείς...

Ο σοσιαλισμός ως ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού έρχεται να καταργήσει την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, που ανήκουν στο κράτος, εξ ονόματος όλης της κοινωνίας (αυτή είναι μια μερική ή τυπική κοινωνικοποίηση -δηλ κρατικοποίηση- έως ότου πάψει η ανάγκη ύπαρξης ενός διευθυντικού μηχανισμού, πάνω από την κοινωνία). Στο ενδιάμεσο μιλάμε για ένα μισο-κράτος, όπως το έλεγε ο Ένγκελς και για... "μισο-εμπορεύματα" (ισχύει ο νόμος της αξίας, αλλά δεν είναι κυρίαρχος).

Κάποιες δυτικές σχολές παίρνουν την έννοια της κυριότητας (αντί της κατοχής-ιδιοκτησίας) για να τεκμηριώσουν με έναν τραβηγμένο συλλογισμό, πάνω στην ύπαρξη ενός διευθυντικού στρώματος, ότι στον υπαρκτό σοσιαλισμό υπήρχαν αστικές, εκμεταλλευτικές σχέσεις. Με άλλα λόγια, ναι μεν καταργήθηκε η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ως βασική πηγή εκμετάλλευσης, παραμένει όμως αυτή η τελευταία κι η υπεραξία, με κάποιον τρόπο (η αποδόμηση του οποίου δε θα μας απασχολήσει σε αυτήν την ανάρτηση).

Η αντικομμουνιστική υστερία έχει πατήσει κατά καιρούς στα πιο ταπεινά ένστικτα του όχλου, για να καρποφορήσει, με πιο τυπικό παράδειγμα τη διάδοση της φήμης πως οι κομμουνιστές θα έρθουν να μας πάρουν τα σπίτια και τις γυναίκες (που θεωρούνταν προφανώς κτήμα των ανδρών, με τον παρά τους και την κυρά τους) και γενικά όλο το βιος μας, δια της κοινοκτημοσύνης, καταργώντας κάθε ιδιοκτησία.

Είναι αυτό που σατίριζε ο -δικός μας τότε- Χάρρυ Κλυνν (που τώρα νομίζω πως έχει φτάσει στο σημείο να αρθρογραφεί στην Κόντρα του Κουρή -κι όχι του Γιώτη), στη δεκαετία με τις βάτες, σε έναν υποθετικό διάλογο με το Φλωράκη.
-Έλα εδώ ρε Χαρίλαε, τι ακριβώς θέλεις να μοιράσουμε δηλ με τον κομμουνισμό; Σπίτι δεν έχεις, αμάξι δεν έχεις... (δεν ήταν τότε και ο Βουτσάς να πεταχτεί "έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;"). Ε τι διάολο να μοιραστούμε τότε; Το ζάχαρό σου;

Η συνήθης παρανόηση την οποία αξιοποιεί η αστική προπαγάνδα είναι η σύγχυση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (και βασικά η κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων) με την ιδιοκτησία γενικά.
Οι κομμουνιστές δεν έρχονται να καταργήσουν την ατομική ιδιοκτησία στα προσωπικά είδη του καθενός και να απαλλοτριώσουν τα σπίτια και τις περιουσίες (εκτός από κραυγαλέες περιπτώσεις ατομικού πλουτισμού). Αλλά να κοινωνικοποιήσουν τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις, για να τα κάνουν κτήμα της τάξης που τα δουλεύει και παράγει τον πλούτο. (Άλλο αν ταυτόχρονα προωθεί και διαμορφώνει ολοκληρωμένες προσωπικότητες και συνθήκες τέτοιες, όπου θα υποχωρεί το καταναλωτικό πρότυπο και τα υλικά κίνητρα).
Για αυτό και κάποιοι ακριβολόγοι μεταφραστές μαρξιστικών έργων, που δίνουν σημασία στη λεπτομέρεια, αποδίδουν με τον όρο "ιδιωτική ιδιοκτησία" την κατοχή μέσων παραγωγής, σε διάκριση με την ατομική ιδιοκτησία στα προσωπικά είδη του καθενός, κτλ.

Σε κάθε περίπτωση, η αστική κοινωνία που αποθεώνει την ιδιωτική ιδιοκτησία, είναι καταδικασμένη να βουλιάζει στην τραγική ειρωνεία και την "αυτοαναίρεση" των αξιών της, απαλλοτριώνοντας τις μικρότερες ιδιοκτησίες, στα πλαίσια της συνεχούς συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίων και της ραγδαίας φτωχοποίησης του εργαζόμενου λαού. Γιατί είναι αν μη τι άλλο τραγική ιστορική ειρωνεία (σχεδόν διασκεδαστική, αν δεν αφορούσε τις δικές μας ζωές) να βλέπεις ένα σύστημα που διέδιδε τερατολογίες για τους κομμουνιστές, για να θωρακίσει την εξουσία του, να παίρνει τα σπίτια και τις πρώτες κατοικίες του κοσμάκη, να προσγειώνει απότομα στην πραγματικότητα (στα μυαλά και στη ζωή) μικροαστούς και ξεπεσμένους μεσοαστούς, που έπεσαν έξω στα σχέδιά τους και τους δημοσιολόγους-παπαγαλάκια του να ξιφουλκούν ενάντια στην ιδιοκατοίκηση και τα υψηλά ποσοστά της στην Ελλάδα, λες και είναι έγκλημα να βάλει/έχει κανείς ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Προτζεκτοράτο

Δελτίο Κομινφόρμ ΙΙΙ

Η προχτεσινή τηλεμαχία-ντιμπέι ρε κύλησε πιο χαλαρά και ζωντανά από την πρώτη, με τη διευρυμένη σύνθεση, αλλά αρκούντως αδιάφορα για το μέσο τηλέπαθο, που ξέδωσε βασικά με αγνό και άδολο διαδικτυακό τρολάρισμα, ή έστω για τους εκλογικούς συσχετισμούς. Ο Τσίπρας νίκησε γιατί δεν έχασε, και είναι σχεδόν να απορείς με την προεκλογική εκστρατεία του Σύριζα, που τον θεωρεί το δυνατό της χαρτί και βγάζει γιγαντοαφίσες, όπου κυριαρχεί η μουτσούνα του και από κάτω με μικρά γράμματα το μαγαζί που τραγουδάει ή μάλλον το κόμμα του. Όσο για τον Μεϊμάρ, θα ‘βγαινε εύκολα πρώτος αν νικούσε ο πιο ψηλός ή αυτός που κάνει το πιο έξυπνο τρολάρισμα με την κάμερα. Βγαίνοντας από το ραδιομέγαρο όμως οι δηλώσεις του θύμισαν παίκτες μετά τον αγώνα που γκρινιάζουν για τη διαιτησία, για τον αγωνιστικό χώρο που ήταν βαρύς και τα αγριογούρουνα που έφαγαν κάτι αηδίες.

Αλλά η καλύτερη στιγμή της βραδιάς ήταν όταν πήγε το θέμα στις συνεργασίες, ποιος (δε) θέλει τον άλλο, ποιος θα τελειώσει ποιον, κι άλλα παρόμοια αγαπησιάρικα υπονοούμενα, με αποκορύφωμα το σημείο που παραδέχτηκαν, εμμέσως πλην σαφώς, πως θα μπορούσαν να συνεργαστούν και σε κυβερνητικό επίπεδο ακόμα, αν το απαιτούσε το καλό της χώρας. Κοντός-ψηλός, σα δίδυμο συμμορίας, που βάζει στην κλίνη του Προκρούστη το λαό, για να κοντύνει ό,τι «περισσεύει» (μισθούς, συντάξεις, επιδόματα) και να τεντώσει τα υπόλοιπα (τα ωράρια, τις εισφορές, κεφάλαια στις τράπεζες, κτλ).

Η μεγάλη κερδισμένη της βραδιάς ήταν πάντως η ΛαΕ και το σχεδόν προσυνεννοημένο σόου της Ζωής στο Μέγκα, που δεν είναι απλά εγγύηση σιχασιάς για το μέσο τηλεθεατή, αλλά έχει καταφέρει να δίνει γραμμή στο λαό από την ανάποδη. Όχι μόνο με το Σύριζα και με το δημοψήφισμα του καλοκαιριού, αλλά ήδη από το 07’, που ξανάβγαλε ουσιαστικά τον ΓΑΠ πρόεδρο του Πασοκ, στηρίζοντας το Βενιζέλο. Η «σύγκρουση» με την Τρέμη ήταν η καλύτερη στιγμή (και βασικά το πολιτικό σωσίβιο) του Τσίπρα στο πρώτο ντιμπέι, ενώ η Ζωή φάνταζε προχτές σαν η θηλυκή εκδοχή κάποιου υπερήρωα που τολμάει να τα βάλει με το κατεστημένο (πχ του Ζορό, για να ταιριάζει και το αρχικό γράμμα –αν και οι Ισπανοί το προφέρου βασικά Θόρ-ρ-ο).

Εν τω μεταξύ ο (μικρο)αστικός μύθος λέει πως η Ζωή συνέχισε να παίζει με τηλεοπτικούς όρους με τηλεοπτικούς όρους κι εκτός οθόνης, πχ στη χτεσινή συγκέντρωση της ΛαΕ, όπου λέγεται πως ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος.

Ζορό: θέλετε να πληρώσουμε το χρέος;
Μαθητούδια από κάτω: Ό-οοοοο-χι-ι-ι-ι....
Ζορό-δασκάλα: Τι είπατε;

Κι εκεί δεκάδες αγοράκια από κάτω μπορεί να ένιωσαν για πρώτη φορά (αριστερά) το εσώρουχό τους να μουσκεύει, να πήγαν σπίτι απορημένοι, να διστάζουν να ρωτήσουν τον μπαμπά (ή μήπως τη μαμά) και να κοιτάνε μελαγχολικά το ταβάνι, χωρίς να μπορούνε να κοιμηθούν.

Το χτεσινό μενού περιελάμβανε επίσης προεκλογική συγκέντρωση Πασοκ-Δημαρ στην Κοτζιά. «Μα είναι να γελάει (και να κλαίει) κανείς», όπως θα έλεγε και ο τελευταίος τίμιος Πασόκος, Φίλιππας Συρίγος (που βασικά χτες θα είχε άλλους λόγους για να μη γελάει).
Είχε δίωρη πολιτική διαφήμιση του Σύριζα στο κανάλι 29 του Λαζόπουλου, με αυθόρμητα ρεπορτάζ στις λαϊκές αγορές, κι απλούς, καθημερινούς Συριζαίους, σαν κι εμάς. Κι ύστερα απορούσες, σφε αναγνώστη, πού έβρισκαν Γαπ και Σαμαράς, αυτούς που (έλεγαν ντεμέκ πως) τους συνέχαιραν.
Καθώς και την «παγκόσμια γιορτή της Δημοκρατίας» και του Σκάι, στη Στοά του Αττάλου, με σεΐχηδες, απλούς, καθημερινούς μεγιστάνες με δημοκρατικές ευαισθησίες και τον Καμίνη να λέει ότι α. η κρίση σημαίνει δημοκρατία β. η ΕΕ στέκεται αλληλέγγυα στην Ελλάδα, όπως και εμείς στους Σύριους πρόσφυγες, και γ. επί δημαρχίας του το μεταναστευτικό πρόβλημα έχει λυθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος.

Αλλά η τούρτα στο κερασάκι ήταν ο Παφίλης (ενάντια) στους εναλλακτικούς Συριζαίους του Πρες Πρότζεκτ, να αποδεικνύει πόση βάση έχει το ξύλινο μασίφ στερεότυπο για τους κομμουνιστές και την ξύλινη γλώσσα τους.
Μεταξύ των κορυφαίων στιγμών η παρομοίωση της Ζωής με μουλά, καθώς ερμήνευε όπως ήθελε τον κανονισμό της Βουλής, όταν αρνούνταν πχ να συζητηθεί η δική μας πρόταση για το δημοψήφισμα, ή άλλες προτάσεις νόμου του Κόμματος. Αλλά και η ιστορία με τον Λουλέ κι έναν Παναγιώτη (ποιος να είναι; ποιος να είναι;), που γκρίνιαζε πως μιλάμε συνέχεια για «ιμπεριαλισμό» και μήπως πρέπει να χρησιμοποιούμε άλλον όρο, για να ακολουθήσει ο εξής διάλογος:
-Στο χωριό σου Παναγιώτη πώς τη λέτε την κορομηλιά;
-Κορομηλιά.
-Ε τον ιμπεριαλισμό γιατί να τον πούμε αλλιώς δηλαδή; Αφού έτσι τον λένε.


Σήμερα όλοι οι δρόμοι (εκτός από τον ευρωμουνόδρομο) οδηγούν στο Σύνταγμα, όπου θα γίνει η πιο μαζική συγκέντρωση αυτής της προεκλογικής περιόδου.
Έλα να νιώσεις τι θα πει λαός
Και το πώς θα έρθει ο κομμουνισμός...

Στα διεθνή ξεχωρίζει η ανάδειξη ενός εγγλέζου Τσίπρα στην ηγεσία των Εργατικών (να και άλλος σύμμαχος! Κερδάμε αδέλφια). Ο εισοδισμός του Καλλίνικος και του αγγλικού Σεκ τώρα δικαιώνεται...

Κλείνουμε το δελτίο μας με την αθλητική ενότητα. Το μπάσκετ είναι ένα άθλημα όπου κάποιες φορές παίζουμε καλύτερα, άλλες όχι, και στο τέλος χάνουμε από τους Ισπανούς. Και δεν είναι αυτοί αντιπαθείς· εμείς είμαστε ηττοπαθείς και κομπλεξικοί. Δεν είναι αυτοί αχώνευτοι, οι δικές μας ήττες είναι η μία πιο αχώνευτη από την άλλη. Δε φταίει η τύχη και ο Κατσικαροπόδαρος προπονητής. Φταίει το σύστημα. Γι’ αυτό τώρα Κουκουέ.


Αλλά ουδέν κακό αμιγές καλού. Γιατί αν έφτανε τελικά η Εθνική στον τελικό, θα έπεφτε πάνω στην τούρλα των εκλογών και θα υπήρχε ηθικό δίλημμα. Κι άντε να πείσεις μετά το Λαϊκό Στρώμα να αλλάξει κανάλι.

Αν και η βασική αθλητική είδηση χτες ήταν το σχεδόν προλεκάλτ πρωτοσέλιδο της Πράσινης, που (έχει τον πόνο της με τον Αναστασίου και το τριετές πλάνο, αλλά) προδίδει τη σχεδόν Κουκουέ μόρφωση του (αρχι)συντάκτη που το εμπνεύστηκε.


Υγ: μια φορά Συριζαίος, για πάντα Πασόκος και στην αγκαλιά του φότοσοπ.

Υγ2: Και η Χρυσούλα Γιαταγάνα; Και η Έλενα Ακρίτα; Ένα είναι το Κόμμα...

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Φιλιππικός αποχαιρετιστήριος

Υπάρχουν διάφορες στιγμές, που εκτός απ’ το αποτύπωμά τους στην ιστορία, σημαδεύουν την οθόνη της μνήμης και μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες. Δραματικές σκηνές από την πτώση του τείχους και τις ουρές στα μακ ντόναλντ ή από την αποκαθήλωση των αγαλμάτων του βλαδίμηρου, που σε αφήνουν με εγκεφαλικό, σαν τη μητέρα του πρωταγωνιστή στην ταινία goodbye lenin. Και άλλες πιο ελαφρές, σαν το μητσοτάκη στο βήμα του 13ου συνεδρίου το κόμματος, τη φωτό με το τρίδυμο μίμη-λαφαζάνου-αλαβάνη στα νιάτα του στο κόμμα ή την άλλη με τις αντιπροσωπίες του σύριζα και της ανταρσύα στο πλαίσιο των διερευνητικών. Οι στιγμές που μας κλονίζουν εξάλλου δεν είναι απαραίτητο να είναι και από ιστορική άποψη συγκλονιστικές.

Η τελευταία τέτοια εικόνα που μπορώ να θυμηθώ ήταν στο τάιμ-άουτ ενός αγώνα μπάσκετ, σε ένα διαφημιστικό του συνδρομητικού για την εκπομπή της ευρωλίγκα «με το φίλιππα συρίγο» -που ήταν πάντα φίλιππας για κάποιο λόγο και σπανίως φίλιππος. Και εκεί ερχόταν το σοκ. Γιατί αντί για αυτό που περίμενες, βλέπεις ένα σκελετωμένο ανθρωπάκι, με καπελάκι –σαν κι αυτά που λάνσαρε κάποτε ο γελοίος μαστοράκης- χωρίς το παχύ μούσι, που ήταν σήμα κατατεθέν και μικρός πίστευα ότι ήταν πιστό αντίγραφο της γενειάδας του περικλή, με αντίστοιχο κύρος και μεγαλοπρέπεια. Χρειάστηκαν άλλα δύο τάιμ-άουτ και ισάριθμα διαφημιστικά, για να πειστούμε πως δεν είχαμε κάνει λάθος και να το χωνέψουμε. Κι ύστερα από αυτό το σοκ, μάντευες το χτύπημα της ύπουλης αρρώστιας και τίποτα δε μπορούσε να σε ξαφνιάσει· ούτε καν η ψεσινή είδηση για το τέλος.

Αν το μπασκετικό δημοσιογραφικό σινάφι θεωρείται –και αυτοπροσδιορίζεται ως ένα βαθμό- ως μασονία, τότε αποχαιρέτησε χτες, με αγάπη και τρυφερότητα, τον αρχιμασόνο μπασκετάρχη του. Σε ένα άθλημα που έζησε προ πολλού τον χρυσό αιώνα του, τράφηκε για μεγάλο διάστημα με τις δάφνες του παρελθόντος και τώρα βιώνει την παρακμή του σύγχρονου πελοποννησιακού πολέμου, με ερυθροπράσινα στρατόπεδα, που ρημάζει τα πάντα στον χώρο (ενώ σε λίγες ώρες θα δούμε ένα ακόμα επεισόδιό του, στο κατ’ ευφημισμόν στάδιο ειρήνης και φιλίας, που έχει συνδεθεί με τη φωνή του συρίγου από το ευρωμπάσκετ του 87’).
Ένα μπάσκετ που αργοπεθαίνει χρόνο με τον χρόνο και αποχαιρετά αυτές τις μέρες μία-μία τις μεγάλες μορφές που το δόξασαν. Το συρίγο, τον αμερικάνο τις προάλλες, πιο πριν τον μπέλοφ σε διεθνή κλίμακα. Χαρά στο κουράγιο και τη δύναμη των εν ζωή μασόνων να γράφουν μες σε δυο βδομάδες τόσους επικήδειους, ανατρέχοντας στο αρχείο τους και τα συρταράκια της μνήμης τους.

Ο συρίγος ήταν η φωνή του ευρωμπάσκετ του 87’ και η ιαχή: γιοβάισα, όχι τρίποντο. Που ενηλικιώθηκε στο βελιγράδι, 18 χρόνια μετά, με τη φράση «βάλτο αγόρι μου» από το σκουντή –που έχασε τη φωνή του εκείνη τη μέρα και δεν πρόλαβε να την ανακτήσει για τον τελικό. Κι η οποία δεν ξέπεσε ποτέ (κι είχε να το λέει αυτό ο συρίγος) στο επίπεδο της εθνικιστικής υστερίας του γιούρο στην πορτογαλία, με το πειρατικό του χελάκη (που έστησε ολόκληρη βιομηχανία εξαργύρωσης της επιτυχίας), το βερνίκο να παθαίνει έμφραγμα στο μικρόφωνο κάθε φορά που βάζαμε γκολ και το φακό να ζουμάρει σε τρέντι αχαιούς και μυρμιδόνες στις κερκίδες, με ασπίδες και περικεφαλαίες, ως πιστοποιητικά της βλακείας τους. Αυτό είναι που λένε βλάκας με περικεφαλαία.

Εκείνη η χρονιά εξάλλου με τους ολυμπιακούς της αθήνας και το ‘μεγάλο καλοκαίρι’ της «ισχυρής ελλάδας» ήταν γενικά κριτήριο για το ποιόν πολλών δημοσιογράφων. Και του βερνίκου που ήταν χωμένος σε διάφορες επιτροπές –αλλά από αυτόν δεν είχε κανείς κι άλλες προσδοκίες. Και για τον αριστερό χελάκη, που βάζει τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη, αλλά κάνει παράλληλα χρυσές μπίζνες για να μη σταματήσει να «περιγράφει άλλο…». Αλλά κυρίως για το συρίγο, που πήγε ενάντια στο κλίμα της γενικής ευφορίας της εποχής, καταγγέλλοντας με αποκαλυπτικά κείμενα το μεγάλο φαγοπότι, όχι γιατί έμεινε απέξω, αλλά με ευσυνειδησία και από επιλογή του. Είχε έρθει μάλιστα και στο φεστιβάλ της οργάνωσης να μιλήσει σχετικά με το ζήτημα, αποδεικνύοντας πως ο έντιμος καλός πασόκος τελεί μεν υπό εξαφάνιση ως είδος αλλά παραμένει δυνητικός σύμμαχος σε καίρια ζητήματα.

Ο συρίγος ήταν γνήσιο προϊόν της πασοκάρας του 80’, με όλους τους αντικειμενικούς περιορισμούς και τις αντιφάσεις του. Σεβόταν τη σοβιετική αρκούδα και την υποστήριζε διακριτικά σε διάφορες περιπτώσεις χωρίς ελληνικό ενδιαφέρον –πχ στη μαδρίτη το 86’, στη μεγάλη ανατροπή εναντίον των γιούγκων. Κι ήταν ‘αντι-ιμπεριαλιστής’ με μια πολύ θολή και γενική έννοια, ως οπαδός του «σκεπτόμενου ευρωπαϊκού μπάσκετ», που δεν άντεχε το τσίρκο του ύστερου nba μετά τον τζόρνταν.
Αλλά αθέτησε το σύνθημα «εοκ και νάτο το ίδιο συνδικάτο» γιατί είχε στενές σχέσεις με το βασιλακόπουλο, τον πασόκο πρόεδρο της μπασκετικής ομοσπονδίας (εοκ) και γι’ αυτό είχε βάλει στο στόχαστρο το (σοβιετοθρεμμένο) λάζαρο, που «κατέστρεφε την εθνική με τα συνδικαλιστικά». Και είχε κληρονομήσει την παπανδρεϊκή αλαζονεία και ισχυρογνωμοσύνη, που τον έκανε να μειώνει ζωντανά στον αέρα συνομιλητές και συνεργάτες, χάνοντας τις εντυπώσεις –ακόμα κι όταν είχε δίκιο. Καλή ώρα εδώ με το σκηνοθέτη της nova –που ήταν το αγαπημένο του θύμα.


Δεν ήταν όμως σαν άλλους πρασινοφρουρούς της ερτ –πχ ο θεοδωρακόπουλος από τις περιγραφές της άρσης βαρών, που έκανε πολιτική καριέρα στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ο συρίγος ήταν η τίμια βάση του πασόκ του 80’, που δεν ακολούθησε την εκσυγχρονιστική μετεξέλιξη του κόμματος. Έγινε σύμβολο της μαχητικής δημοσιογραφίας (κι ας μην ήταν ποτέ στα ψηφοδέλτια της δικής μας μαχόμενης δημοσιογραφίας) που εκτός από το φαγοπότι των ολυμπιακών χτύπησε ανελέητα τη διαβόητη κεντεριάδα, ανέδειξε το θέμα του σταδίου καραϊσκάκη και μιλούσε για τους ιδιωτικούς, οπαδικούς στρατούς των διαφόρων μεγαλομετόχων παε και καε. Και το τίμημα για αυτή τη στάση του ήταν πολύ ακριβό, με τραμπούκικες επιθέσεις πληρωμένων μπράβων, σε μια προσπάθεια να τον εκφοβίσουν και να του κλείσουν το στόμα.

Θα μπορούσε να είναι και μακάβριο ανέκδοτο.
Πώς πέθανε ο τελευταίος τίμιος πασόκος; -Από καρκίνο.
Ενώ στο εξής η φράση «καλός πασόκος» θα είναι ανέκδοτο από μόνη της.
Και τώρα με το συρίγο, μπορούμε να θάψουμε οριστικά και το κουφάρι του πνεύματος της μεταπολίτευσης, μαζί με τις αναμνήσεις μας.


Τουλάχιστον κράτησε ως τελευταία γεύση ένα σπουδαίο φινάλε, τη συνέντευξή του με τον γκάλη –κι ας είχε γράψει μύρια όσα εναντίον του, χωρίς μαλλιά στη γλώσσα, στη στήλη του στο τρίποντο. Εδώ μπορείτε να δείτε μια διαφορετική αυλαία, στην τελευταία συνέντευξη (αν όχι και πρώτη) που ‘χε παραχωρήσει μαζί με το γιο του. Κι ένα απολαυστικό βίντεο, όπου μαλώνουν σαν τα κοκόρια με το μεγάλο ατακαδόρο στιβ γιατζόγλου