Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γκράμσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γκράμσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Σε κάθε γωνία, υπάρχουνε μνημεία

…άφησε χνάρι απλόχερα εδώ η ιστορία
Κι επίσης, για κάθε ασκέρι (τουριστών) σκάνε καραμπινιέρι.
Παντός είδους: δημοτική αστυνομία, που εδώ δεν έχει καταργηθεί ακόμα, αν και κάθε άλλο παρά ανεπηρέαστος έχει μείνει ο κρατικός μηχανισμός από την κρίση. Capitale, που δεν κατάλαβα τη διαφορά που έχει από την πρώτη, ως πρωτευουσιάνα, εκτός κι αν εννοεί πως είναι του κεφαλαίου (ούτως ή άλλως). Και η κλασική, που και αυτή την ίδια δουλειά κάνει, δηλ να προστατεύει την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Και να σουλατσάρει ανενόχλητη κι επιδεικτικά μπροστά στο κολοσσαίο, όπου απαγορεύεται η κυκλοφορία για τους κοινούς θνητούς. Αλλά απουσιάζει εξίσου επιδεικτικά από τα περισσότερα κυβερνητικά κτίρια, πολύ πριν εμείς prima volta sinistra και φέρουμε άλλα ήθη.

Η χούντα δεν τελείωσε ούτε σε αυτά τα μέρη.
Φαντάσου όμως να το λέγανε σε στιλ ελληνικό (τεο ρακ, τηλεάστυ) κι αγανακτισμένο (άμα πω τηλεάστυ, πάλι μέσα δε θα ‘μαι;), η χούντα δεν τελείωσε το 73’ (αλλά το 74’ ως γνωστόν) και να το μεταφέρουμε στα ιταλικά δεδομένα, η χούντα δεν τελείωσε το 43’ (με την πτώση του μουσολίνι, αλλά το 44’ που τον κρεμάσανε, και βασικά δεν τελείωσε ποτέ, γιατί ακόμα δικτατορία της αστικής τάξης είναι από κοινωνική άποψη αυτό που ζούνε). Δεν ξέρω σε ποια πλατεία ήταν το κάλεσμα των αγανακτισμένων αλά ιταλικά, αλλά η αντίστοιχη (χαρντ) ΚΟΡ –σκληροπυρηνική κομματική οργάνωση ρώμης- θα είχε πρόβλημα να επιλέξει μία από όλες για τις συγκεντρώσεις της. Τη ναβόνα με τις τρεις φοντάνες να παραπέμπουν συνειρμικά στις τρεις πηγές του μαρξισμού; Ή μήπως την πιάτσα ντι (αβάντι) πόπολο, που είναι ίσως κι η ωραιότερη απ’ όλες –κι ας μην έχει το εξωτικό χρώμα πχ της πιάτσα καραϊσκάκη στο μεταξουργείο. Έχει όμως στη μία πλευρά της κάτι πανάκριβες καφετέριες, εκ των οποίων η μία –όπως έγραφε ένας οδηγός μας- ήταν στέκι της αριστερής διανόησης, όπου μπορείς να δεις απέξω παρκαρισμένους ακριβά σπορ αμάξια πολυτελείας! Και θα συζητάνε πιθανότατα σαν τον αρτέμη και τον ινστρούκτορα από το αλαλούμ για τις λότους και τη λούτα ντελι κλάσε, που μένει ιστορικά αδικαίωτη, σέντσα ριβεντικατσιόνε. Δεν ξέρω μόνο αν αυτοί συγκαταλέγονται στους οργανικούς διανοούμενους του γκράμσι ή τους διανοούμενους τύπου βαρουφάκη, που συμπεριλήφθηκε στους κορυφαίους στοχαστές της εποχής μας, σύμφωνα με έγκυρα περιοδικά. Ο πλούτος όμως, όπως λέει κι ένας σπουδαίος διανοούμενος της εποχής μας, είναι κάτι το υποκειμενικό, που δε μετριέται με λότους και φεράρι, αλλά με τον ελεύθερο χρόνο που έχει κανείς να γράφει –καλή ώρα.
Παρεμπιπτόντως κι επειδή το ψάξαμε, υπάρχει οδός αντόνιο γκράμσι, όπως και τολιάτι –αλλά και στάλινγκραντ στη φοιτητούπολη της μπολόνια, όπως σημείωσε ο μόμους στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης. Αλλά δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει με κάποια ευρύτερη, καθολική αναγνώριση από την πολιτεία (χα!) ή με την περίοδο, που η αυτοδιοίκηση ήταν προνομιακό πεδίο με ευνοϊκούς συσχετισμούς για τους ιταλούς κομμουνιστές, και καθόριζε ζητήματα, όπως τα ονόματα των (τρίτων) δρόμων.

Τι άλλο αξίζει να δει κανείς στην αιώνια πόλη;
Μπορεί να δει, αλλά να μην αγγίξει (χορταίνεις και με το μάτι) το περίφημο καφέ γκρέκο, όπου για παράδειγμα ο καπουτσίνος κοστίζει μόλις οκτώ ευρώ. Όσα χρειάζονται δηλ για να δεις κάτι άλλους σκελετωμένους καπουτσίνους στην κρύπτη τους, σε στιλ θρίλερ, όπου ένας μεταγενέστερος έκανε κάτι παρανοϊκές συνθέσεις με τα κόκαλά τους –που ελπίζω να μην τρίζουν τώρα που τα αναφέρω, γιατί θα κοκαλώσουν με τη σειρά τους και θα μείνουν στον τόπο από το κοψοχόλιασμα οι επισκέπτες τουρίστες. Κρανίου τόπος κυριολεκτικά. Αν θέλεις να παραμείνεις οπωσδήποτε στην κατηγορία, αξίζει τον κόπο να επισκεφτείς την κατακόμβη της καλλιστώς ή καλλιστούς (για να μην έχουμε πάλι την ίδια ιστορία στα σχόλια) και να ξεναγηθείς σε ένα μικρό μόνο τμήμα από τα είκοσι χιλιόμετρα του συνολικού μήκους των υπόγειων διαδρόμων και των τεσσάρων επιπέδων στους οποίους βρίσκονται οι χριστιανικοί τάφοι.

Μπορείς επίσης να κουραστείς να αρνείσαι ευγενικά τα άπειρα σελφιστήρια (ράβδοι-μαρκούτσια, όπου στερεώνεις το κινητό ή τη φωτογραφική σου μηχανή για να βγάλεις καλύτερα τον εαυτό σου και είναι πιθανότατα το αξεσουάρ που θα βαρεθείς να βλέπεις φέτος στα ελληνικά νησιά) που σου προτείνουν επίμονα να αγοράσεις οι μετανάστες –οι σύγχρονοι σπάρτακοι της ρώμης. Να αναρωτηθείς για την πρακτική εφαρμογή του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης, που θεωρητικά θα έπρεπε να ρίξει την τιμή αυτών των μαραφετιών στα δέκα λεπτά το ένα, με τόση υπερπροσφορά. Ή για την αξία των απολογητικών θεωριών ωφελιμότητας του συστήματος, που μας λένε πως όλα όσα γίνονται είναι καλώς καμωμένα, για βέλτιστα αποτελέσματα και τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε..

Να πας το βράδυ στο τραστέβερε, που είναι κάτι σαν τα ρωμαϊκά πετράλωνα, εργατική συνοικία, κοντά στο κέντρο, με τα περισσότερα μπαράκια κι «εναλλακτικά μέρη» για τη βραδινή διασκέδαση –που δε μας απασχόλησε ιδιαίτερα, γιατί δε σου μένουν και πολλές δυνάμεις στο τέλος της ημέρας, αν ακολουθείς σφιχτό, καθημερινό πρόγραμμα, για να προλάβεις να τα δεις όλα. Να κάνεις τους απαραίτητους συνειρμούς για τους λαούς της ευρώπης με το κάστρο του σαντάντζελο, που ήταν παλιά μεταξύ άλλων τόπος βασανιστηρίων, και με τη (σκωροφαγωμένη) σημαία του διευθυντηρίου της εε στον ιστό του. Να χαζέψεις στην επιβλητική πιάτσα βενέτσια και να καταλάβεις πως χάζευαν με το μεγαλείο της πόλης διάφοροι αρχαιόπληκτοι και ο μουσολίνι που έβγαζε τους λόγους του από το παλάτσο βενέτσια. Και να αναρωτηθείς στο μνημείο του βιτόριο εμανουέλε, αν είχε δίκιο που επέβαλε την ένωση των μικρών βασιλείων της ιταλίας ή αν η ανισομετρία εντός της ίδιας της χώρας καθιστά το όλο ενωτικό εγχείρημα ματαιοπονία.

Να αγνοήσεις τους λεγεωνάριους του μπαμπαορούμ και του πετιμπονούμ στο κολοσσαίο. Να προσπαθήσεις να πιάσεις την ατμόσφαιρα της εποχής και να φανταστείς το σόιμπλε με δάφνινο στεφάνι να στρέφει προς τα κάτω τον αντίχειρά του για τον αλέξη, που είχε την αυταπάτη (;) πως μπορούσε να πετύχει μια ευνοϊκή ρύθμιση-λύση μες στο λάκκο των λεόντων της εε. Στην αρένα του σταδίου, όπου μια ταμπέλα μας υποδεικνύει στα ιταλικά πως απαγορεύονται τα κοστούμια, εννοώντας πιθανότατα τις μεταμφιέσεις (και τις πολιτικές μεταλλάξεις), αλλά δεν διευκρινίζει τι γίνεται με τις γραβάτες. Να πας και δυο σταθμούς πιο κάτω στην (ιμπεριαλιστική) πυραμίδα, που είναι πιο μικρή αναλογικά κι από το μεσαίο μέγεθος για το λεγεωνάριο οβελίξ και τη ρόγα του σταφυλιού στο επιδόρπιό του. Και γνώριζες εσύ σφε αναγνώστη, πως εκτός από είλωτες, είχαμε κι εμείς κάτι πυραμίδες στην αργολίδα;

Να περπατήσεις στο πάρκο-δάσος μποργκέσε –αν και η λύκαινα είναι πάντα εδώ, στο έμβλημα της πόλης- ή να πάρεις ένα δίτροχο ποδήλατο, για να παλιμπαιδίσεις και να βυθιστείς στην ίντριγκα των βοργίων, που –σα γόρδιος δεσμός- δεν ξεμπλέκει ποτέ. Επικράτησε ο τάδε, αλλά οι αντίπαλοί του προσεταιρίστηκαν τους φράγκους, που θεωρούσαν δική τους περιοχή τη νεάπολη, κι επέδραμαν για να εμπεδώσουν την κυριαρχία τους, αλλά ο ανιψιός του τάδε ανέτρεψε την εξουσία του δείνα και του σαρδόνιου πρωτοξαδέλφου του, που τον υπονόμευε. Δηλ τέλος; Όχι γιατί οι δυσαρεστημένοι οπαδοί ενός τρίτου αντέδρασαν και τον αιχμαλώτισαν, υποχρεώνοντάς τον να προσκυνήσει την παπική εξουσία. Είχαν υπολογίσει όμως χωρίς τη δύναμη των…
Και πάει λέγοντας.

Μπορείς να συναντήσεις πατριωτάκια από την ελλάδα, που είναι παντού, αν και οι περισσότεροι τουρίστες είναι ισπανοί κονκισταδόρες, που καταφτάνουν με ορδές. Και τα τουριστικά καραβάνια με τις σημαιούλες για να μην χάνονται είναι ό,τι πιο κοντινό (και βασικά το μόνο) που μπορείς να πετύχεις σε προσυγκέντρωση και μαζική εκδήλωση.
Και να θαυμάσεις το ιταλικό δαιμόνιο στη ναβόνα και την πιάτσα ντι σπάνια (που θα μπορούσαν να φιλοξενούν το φτωχικό δίπατο του ιταλού άνεργου παπακαλιάτη), όπου κάποιοι χορηγοί βρήκαν ευκαιρία για την καλύτερη ρεκλάμα στην πρόσοψη κτιρίων και εκκλησιών, που βρίσκονται υπό αναστύλωση-ανακαίνιση. Να περικυκλώσεις το πάνθεον και τη φοντάνα ντι τρέβι, που εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα της έχουν αδειάσει το νερό και την επισκευάζουν, αλλά κάποιοι αήττητοι εξακολουθούν να πετάνε νομίσματα στο κενό, σημαδεύοντας αθώα ποντικάκια που τρέχουν τρομαγμένα, να σωθούν από την επέλαση των βαρβάρων.


Η ρώμη εν κατακλείδι είναι μια σκαλιστή πόλη (σε αντίθεση με κάποιες πιο βόρειες, που όλοι κινούνται μηχανικά, σαν κουρδιστά πορτοκάλια). Κι αν έχεις φτιάξει μια λίστα με τα ωραιότερα κτίρια του κόσμου, που πρέπει να επισκεφτείς μία φορά στη ζωή σου, εδώ μπορείς να τσεκάρεις σχεδόν τα μισά (ή ένα πολύ μεγάλο ποσοστό). Η ρώμη είναι γενικά ένα απέραντο δωρεάν μουσείο, με άπειρα ιστορικά μνημεία –που δεν μας εξασφαλίζουν αυτομάτως όμως και την ιστορική μνήμη. Πρέπει πάντα να επικαιροποιούμε τα χνάρια και τα διδάγματα της ιστορίας, γιατί η δύναμη κι η αίγλη είναι σαν τις εξεγέρσεις, που δε μπαίνουν σε μουσεία, ούτε και στην κατάψυξη, για να μείνουν εσαεί ζωντανές. Και αυτό σημαίνει πως χάνονται, αν δεν τις επαληθεύουμε διαρκώς στην πραγματική ζωή.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Από την κρίση στην επανάσταση

Το βράδυ της τρίτης η κε του μπλοκ βρέθηκε στο καφέ του κτιρίου των public, στον τελευταίο όροφο, όπου με φόντο τη βουλή και το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σύνταγμα, έλαμψε το άστρο της ενωμένης παναριστεράς. Κι ήταν όλοι τους εκεί: από το λιόση και τον καλτσώνη μέχρι το σερίφη και το σάββα μιχαήλ. Και από τον κουράκη και τη βαλαβάνη, μέχρι τον χρύση και το μήτσο από το φυσικό. Όλος ο καλός ο κόσμος μαζεμένος...


Όλος; Όχι. Γιατί ένα ηρωικό τιμημένο κόμμα αντιστέκεται και θα συνεχίσει να αντιστέκεται σε αυτό το ρεύμα που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ενωτισμό χωρίς αρχές». Αν κι υπήρχαν μεμονωμένοι λακεδαιμόνιοι που έδωσαν το «παρών». Όπως ο καζάκος –που ήρθε να δει τον τσακνή, με τον οποίο εμφανίζονται στην ίδια μπρεχτική παράσταση- και ο γεωργιάδης που είχε κοινή θητεία με το ρούση στο κμε –αν δεν κάνω λάθος.

Το καφέ του public παρά την ονομασία του, δεν ήταν ιδιαίτερα λαϊκό, για να καλύψει τις ανάγκες του κόσμου και γέμισε γρήγορα, αφήνοντας τους περισσότερους όρθιους. Το χειρότερο ήταν πως αν ήθελες να πιάσεις θέση, έπρεπε να πας κάποια ώρα νωρίτερα και να παραγγείλεις κάτι. Το καλό όμως ήταν πως με τέτοια κοσμοσυρροή, πατείς με πατώ σε, μάλλον δεν ήταν απαραίτητο να πληρώσεις για αυτό που παρήγγειλες, αν δεν ήθελες να το κάνεις.

Ασφαλώς το ενδιαφέρον του κόσμου ήταν στραμμένο στο πάνελ των ομιλητών. Είχαν φροντίσει να το «διαφημίσουν» και διάφορες αστικές φυλλάδες, παρουσιάζοντας την κοινή εμφάνιση λαφαζάνη και αλαβάνου ως καταλύτη πολιτικών εξελίξεων –ενώ προσπέρασαν επιδέξια την παρουσία του χάγιου. Τα πολιτικά στελέχη του πάνελ διέψευσαν, το καθένα με τη σειρά, τα σενάρια για τη συγκρότηση καινούριου πολιτικού φορέα. Αλλά ο ρούσης νωρίτερα, πριν τα στελέχη το αρνηθούν τρις, τόνισε δυο φορές ότι η επιλογή των ομιλητών δεν έγινε τυχαία. Και μου θύμισε συνειρμικά αυτό που έλεγε και παλιότερα για ένα μέτωπο από την αριστερά του λαφαζάνη μέχρι την αναρχία, που το έβλεπε μπροστά του να γίνεται πράξη, σε εμβρυακή έστω μορφή. Αν και όπως είπε, θα ήθελε να μιλήσουν κι άλλα άτομα από άλλους χώρους, που δε μπόρεσαν να παραβρεθούν –και το ρητορικό ερώτημα είναι ποιον χώρο εννοούσε.

Ο ρούσης ήταν αυτός που έδωσε και την παραπολιτική είδηση της ημέρας, όταν υποδέχτηκε από μικροφώνου τον αργοπορημένο λαφαζάνη: έλα ρε λαφαζάνη, ένα βουλευτή έχουμε κι άργησε. Κι έχει γίνει θέμα που θα ξαναβρεθείτε μετά από χρόνια με τον αλαβάνο. Αν και πρέπει να σας πω ότι έρχονται και οι δυο συχνά σπίτι μου και τρώνε μακαρονάδες.
Κι έτσι οι μακαρονάδες του ρούση μπαίνουν επάξια στο πάνθεον των αστικών, παραπολιτικών μύθων κερδίζοντας μια θέση δίπλα στα ντολμαδάκια της μακαρίτισσας της μαρίκας.

Η κε του μπλοκ δε σκοπεύει να αναπαράγει εκτενώς τις τοποθετήσεις των ομιλητών, αφενός γιατί θα ανέβουν σύντομα στο διαδίκτυο από το βαθύ κόκκινο (αν δεν τις έχει ήδη ανεβάσει κάποιος άλλος), αφετέρου γιατί οι αμιγώς πολιτικές ομιλίες ιδίως είχαν πολύ αλατοπίπερο, αλλά ελάχιστο ψητό. Κατά συνέπεια θα κάνω μια περιληπτική, επιλεκτική αναφορά και έναν σύντομο σχολιασμό, όπου το κρίνω απαραίτητο.

Ο βασιλείου είπε για το συγγραφέα ότι καταπιάνεται με δύσκολα θέματα που αποτελούν γκρίζες ζώνες κι ανέφερε μεταξύ άλλων ως παράδειγμα τη μελέτη του για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, «όπου απέδειξε ότι η ταξική εκμετάλλευση δεν υφίσταται μόνο στο έδαφος της ατομικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής». Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι σε εκείνη τη μελέτη ο ρούσης αποδείκνυε ακριβώς το αντίθετο, αντικρούοντας τη θεωρία του βιτφόγκελ, που ταύτιζε τη σοβιετική κοινωνία με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής –όπως πχ επί φαραώ στην αίγυπτο. Εσχάτως όμως φαίνεται να ανατρέπει (τακλάρει) τα συμπεράσματα αυτής της μελέτης και να μιλάει πχ για ασιατικού τύπου απόσπαση της σοβιετικής γραφειοκρατίας.

Από το ρούση κράτησα το άνοιγμά του, όπου μας είπε ότι απεχθάνεται τα κλεισίματα από τότε που ήταν στο κόμμα και μετά στο ρεύμα. Γιατί συνήθως ο σύντροφος που τα αναλάμβανε, έλεγε τα ίδια που είχε πει και στην αρχή κι οι άλλοι αναρωτιόντουσαν τι έκαναν τόσες ώρες στο ενδιάμεσο. Μίλησε για ένα αριστερό μέτωπο, που δε θα είναι κατ’ όνομα τέτοιο. Αλλά με αντικαπιταλιστικά-αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ενάντια στη λογική «όλα ή τίποτα» που υποβαθμίζει την τακτική, και στην αρχή ότι «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα» ή σε αυτή που ανάγει στο παν το αυθόρμητο κίνημα. Είπε για τη ρεφορμιστική σκουριά (με ευθύνη και του ίδιου του γκράμσι) στο έργο του, που προβάλλει τον πόλεμο θέσεων όχι ως μέσο, αλλά ως εναλλακτική στην επανάσταση. Κι έκλεισε με τη φράση ενός αφροαμερικάνου αγωνιστή που έλεγε ότι «δεν χρειαζόμαστε φως, αλλά τη φωτιά, δεν χρειαζόμαστε το ψιλόβροχο, αλλά τη νεροποντή και την καταιγίδα, το σεισμό της επανάστασης», που όπως είπε κι ο τσε, δε θα πέσει σαν ώριμο φρούτο αλλά μόνο αν ταρακουνήσουμε το δέντρο.

Ο τσακνής έκανε μια τοποθέτηση που είχε αρκετά κοινά σημεία με αυτήν που έκανε στην εκδήλωση για το βάρναλη. Μίλησε για την κοινωνική χρησιμότητα και την αρτιότητα της φόρμας ως κριτήρια για την αξία ενός πνευματικού έργου. Κι αν το ερώτημα «χρήσιμο για ποιους;» φέρνει για κάποιους από την πίσω πόρτα την έννοια της στράτευσης, ο όρος αυτός συκοφαντήθηκε για να απαξιωθεί ως παλαιομοδίτικο οτιδήποτε έχει ως σημείο αναφοράς τη συλλογικότητα και την αμφισβήτηση.
Έτσι η εξουσία εξαπολύει το δικό της «πόλεμο θέσεων» καλλιεργώντας την αποϊδεολογικοποίηση, ενώ η αριστερά δέχεται το ένα χαστούκι πίσω από το άλλο, και αναλώνεται σε βυζαντινισμούς περί ιδεολογικής καθαρότητας. Παράλληλα το ιδεολογικό μας οπλοστάσιο μένει ανενεργό με τη φωτεινή εξαίρεση μερικών ελεύθερων σκοπευτών, που παράγουν πολύτιμο έργο, το οποίο όμως δε φτάνει από μόνο του. Ενώ έκλεισε λέγοντας ότι το βιβλίο του ρούση έπρεπε κανονικά να γίνει αποδεκτό χωρίς μικροψυχία, ως ένα μεγάλο γεγονός κι αφορμή για συζήτηση.

Η σκυτάλη πέρασε στους πολιτικούς και το λαφαζάνη –που ήταν να μιλήσει πρώτος αλλά έχασε τη σειρά του, γιατί καθυστέρησε. Ο λαφαζάνης έβγαλε αρχικά ένα δεκάρικο λόγο για την ιστορία που δε θα μας συγχωρέσει άλλη μια χαμένη ευκαιρία, για την ελλάδα της ανόρθωσης (ου μην και του αποέλ) και τον προοδευτικό, σοσιαλιστικό ορίζοντα της πολιτικής κατεύθυνσης που υποστηρίζει. Είπε ότι έργο του γκράμσι (που κάποτε η ανάγνωσή του ήταν αιρετική, καθώς θεωρούνταν ιδιότυπα ρεφορμιστικό) είναι άκρως επίκαιρο κι ότι σήμερα υπάρχει μια ευρύτερη –κι όχι τεχνητή- συμφωνία στα εννιά δέκατα αυτού του έργου μέσα στις δυνάμεις της αριστεράς –αν και ο ίδιος δεν συμφωνεί απαραίτητα με το διαχωρισμό του ανατολικού από το δυτικό δρόμο για την επανάσταση. Και μετά προσδιόρισε τα κύρια χαρακτηριστικά του γκραμσιανού πολέμου θέσεων: μεταβατικοί στόχοι, ενιαίο μέτωπο κι ένα κόμμα μαζών, που να μην είναι απολιθωμένη, επαναστατική σέχτα –«χωρίς αυτό να περιέχει αιχμή προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, απλώς αναδεικνύω τη λογική του γκράμσι», όπως έσπευσε να προσθέσει.

Ανέφερε μια φράση του κλαούζεβιτς, ότι στην πολιτική και στον πόλεμο τα σχέδια ανατρέπονται σε όλα τους τα σημεία. Αυτό δε σημαίνει να μη σχεδιάζουμε τίποτα αλλά να το κάνουμε έχοντας πλήρη επίγνωση της πολυπλοκότητας των καταστάσεων. Κι έκλεισε με το ζουμί, ότι αν όλα αυτά έχουν αξία πρέπει τότε να οδηγούν και σε μια κυβέρνηση της αριστεράς, διαβάζοντας κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ρούση για το ενδεχόμενο της αριστερής-αντικαπιταλιστικής κυβέρνησης και το λένιν, που δεν απέκλειε γενικά την συμμετοχή στην κυβέρνηση (παρά μόνο στις αστικές), ούτε είχε ταχθεί κατά του «κυβερνητισμού», όρο που ανακάλυψε πρόσφατα τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, για να τον καταγγείλει γενικώς κι αορίστως.
Βρε, πως αλλάζουν οι καιροί...

Ο χάγιος βάσισε ένα μέρος της ομιλίας του σε κάποια δίπολα. Αφενός άσκησε κριτική στο ευρωκομμουνιστικό ρεύμα και το ρεφορμιστικό «τρόπο χρήσης» του γκράμσι. Αφετέρου έκανε την αυτοκριτική των συντρόφων του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος, που δεν αξιοποίησε τις ιδέες του γκράμσι, αλλά επιβάλλεται να το κάνει, έστω και καθυστερημένα, για την κομμουνιστική πολιτική της εποχής μας. Η οποία θα υπερβαίνει το σοσιαλισμό που ποτέ δε γνωρίσαμε, και θα έχει σαφείς αποστάσεις από τη λαϊκή εξουσία σε ένα θολό, απώτερο μέλλον και την χίμαιρα –από την άλλη- της λύσης με διαπραγμάτευση και ομαλό, κυβερνητικό τρόπο, εντός της φυλακής του χρέους και της εε. Μίλησε για την ανάγκη αυτοτελούς κκ ως σύγχρονου ηγεμόνα και για την τραγωδία της αριστεράς στην τοπική αυτοδιοίκηση. Συνέστησε να διαβάσουμε πάλι το κράτος κι επανάσταση και τα τετράδια της φυλακής του γκράμσι και έβαλε το τρίπτυχο: αποδέσμευση από την εε και διαγραφή του χρέους με πραγματική δημοκρατία.

Στο τέλος έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση, που περιείχε πιθανότατα υπονοούμενα και για τον χώρο της ανταρσύα, ότι η αριστερά ποτέ δεν ήταν ενιαία, και ότι ο διαχωρισμός επαναστατικών-ρεφορμιστικών δυνάμεων διατρέχει οριζόντια όλους τους χώρους –ακόμα κι αυτούς που φωνάζουν για την επανάσταση. Στο ενδιάμεσο έκανε μια αναφορά στις τρεις-τέσσερις φορές που συμμετείχε η αριστερά σε αστικές κυβερνήσεις και για τις τρεις φορές που κινδύνευσαν οι αστοί να χάσουν από τα χέρια τους την εξουσία: η μία με το εαμ, κι άλλες δύο στα ιουλιανά και το πολυτεχνείο, το 73’! Πάλι καλά που δεν είπε και για το δεκέμβρη του 08’.

Τελευταίος μίλησε ο αλαβάνος, που αρχικά προέτρεψε το κοινό να φύγει –γιατί θα πει τα ίδια με όσα ειπώθηκαν στο άνοιγμα- και στη συνέχεια να αγοράσει το βιβλίο, γιατί αποτελεί αχτίδα φωτός –ενώ κάτι παρόμοιο κάνει στο θέατρο κι ο καζάκος με τον μπρεχτ. Είπε ότι ζούμε μια άγρια, πνευματική κρίση ιδεών, που αποτυπώνεται στη φτωχή αντιπαράθεση των δυο βασικών αντικρουόμενων πλευρών στη βουλή, που δεν επικοινωνούν –όχι μεταξύ τους, αλλά- ούτε καν με τη σκέψη. Από τη μια πλευρά όσοι μιλούν για ανάπτυξη μες στο ευρώ και το μνημόνιο κι από την άλλη η λογική της «ρήξης» με το μνημόνιο εντός της ευρωζώνης –λες και πρόκειται για ένα απλό χαρτί, που μπορούμε να σκίσουμε.

Ακολούθως μίλησε για το περιεχόμενο του βιβλίου. Το πρώτο κεφάλαιο συμβάλλει στην ιδεολογική και ουσιαστική απονομιμοποίηση του καπιταλισμού, με τον αλαβάνο να αναφέρει δυο παραδείγματα ενδεικτικά των κανιβαλικών τάσεων του συστήματος –το φημολογούμενο ενδεχόμενο ενός τσουνάμι πχ, που εκτίναξε τις μετοχές των κατασκευαστικών. Στο τέταρτο αναλύεται η σύγχρονη εφαρμογή του γκραμσιανού πολέμου θέσεων. Αλλά τα δυο κεφάλαια που άγγιξαν και συγκίνησαν τον αλαβάνο είναι το δεύτερο και το τρίτο (όπου αναλύονται οι θέσεις του ιταλού στοχαστή). Τόσο για τον αγώνα του φυματικού και μισο-ανάπηρου γκράμσι να διατυπώσει τις ιδέες του μέσα από τη φυλακή, όπου τον καταδίκασαν να παραμείνει για να αναγκάσουν το μυαλό του να σωπάσει, όπως είπε ο δικαστής του. Όσο και για την προσπάθεια να διεισδύσει στη λαϊκή συνείδηση και την κουλτούρα του απλού κόσμου –της γιαγιάς που ανάβει κεράκι στον άγιο παντελεήμονα, την κόρη μακρονησιώτη που έγινε ρατσίστρια, κλπ- παράλληλα με την πάλη για την εξουσία.

Ο αλέκος κράτησε το καλό για το τέλος λέγοντας ότι σήμερα δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για άμεσες μεταρρυθμίσεις και μεταβατικά βήματα, χωρίς σύγκρουση με το υπάρχον πλαίσιο. Ενώ οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις αφομοιώνονται από το σύστημα – πχ το πασοκ, η δημαρ ή το ακελ, με την αυγή να χαιρετίζει τη σθεναρή διαπραγμάτευση της κυπριακής κυβέρνησης. Με άλλα λόγια το μεγάλο είναι που θα φέρει το μικρό και όχι αντίστροφα.

Παράλληλα όμως άσκησε κριτική στους συντρόφους που λένε ότι το νόμισμα δεν έχει καμία σημασία. Αφενός γιατί κάθε νόμισμα συνδέεται με συγκεκριμένη πολιτική. Αφετέρου γιατί το ευρώ συνδέεται ποικιλότροπα με το ζήτημα της λαϊκής συνείδησης και του καθορισμού της ταυτότητάς της, που περνάει μέσα κι από θεσμούς όπως η γιουροβίζιον και η ευρωλίγκα. Επομένως δεν πρόκειται για κάποια απλή διαφωνία, γιατί χρειάζεται μια συνολική διαφορετική αφήγηση για τη ζωή έξω από το ευρώ και όχι το μοτίβο ότι η έξοδος από την ευρωζώνη θα είναι καταστροφή, το οποίο λειτουργεί σα λίπασμα για τις διαδεδομένες αγκυλώσεις.

Δεν ξέρω αν με βάση αυτό το σκεπτικό η φετινή απουσία της ελλάδας από τη γιουροβίζιον ή ο αποκλεισμός από την ευρωλίγκα (και η συγκρότηση της δραχμολίγκας) είναι αντιιμπεριαλιστικές κατακτήσεις και στόχοι πάλης αλλά ο αλέκος δεν είπε κουβέντα για την εε. Από την άλλη βέβαια μπορεί ο αλέκος να έχει χαμηλό ταβάνι στο ριζοσπαστισμό του και να είναι αδιόρθωτος λαϊκιστής -για τη γιαγιά στον παντελεήμονα που την είχε ξεχάσει στο ντιμπέιτ του 07, ή για τις ιδέες του γκράμσι που πρέπει να γίνουν φούσκες για να μπολιάσουν όλες τις συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις (;;!!)… αλλά είπε και μια μεγάλη αλήθεια που δεν την είπε κανείς άλλος. Το μεγάλο είναι που θα φέρει σήμερα το μικρό και όχι αντίστροφα. Κι αν είναι να επηρεαστεί σε κάτι η ανταρσυα από τον καινούριο της σύμμαχο, ας είναι σε αυτό καλύτερα.

Στο τέλος της βραδιάς η κε του μπλοκ είχε δύο βασικές απορίες. Καταρχάς αν το ενδιαφέρον αυτής της αριστεράς για τον γκράμσι είναι αυθεντικό ή εμπίπτει στην πεπατημένη του πρακτικισμού και της απολογητικής που υποκαθιστά τη θεωρία και ψάχνει εκ των υστέρων οτιδήποτε συμφωνεί και μπορεί να δικαιολογήσει τις πράξεις της (ανάλογα τι συμφέρει κάθε φορά), προσθέτοντας έτσι επιπλέον σκουριά στο έργο του ιταλού μαρξιστή.
Και κατά δεύτερον αν υπάρχει κανείς που να θεωρεί ότι αυτό που έλειπε στο ελληνικό κίνημα μετά τον «εμφύλιο» και την πτώση της χούντας ήταν η ιδεολογική ηγεμονία, ή αντιθέτως η στρατηγική που θα έπιανε το νήμα των ιδεών και θα τις καθιστούσε υλική δύναμη.

Φεύγοντας από τον χώρο της εκδήλωσης, κοίταξα άλλη μια φορά την απόδειξη του βιβλίου, όπου είχε χωρέσει μόνο μία λέξη από τον τίτλο του κι έγραφε: 1 ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ……………10, 99€
Το θετικό είναι ότι σε καιρούς κρίσης η επανάσταση ακολουθεί τους νόμους της αγοράς και βγαίνει με προσφορά σε πολύ φιλικές τιμές. Κι η έφοδος στον ουρανό μπορεί να γίνει με κυλιόμενες σκάλες, σαν αυτές που έχει στο public. Με φόντο το άστρο της παναριστεράς και το ελληνικό κοινοβούλιο...

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Ιστορικά διδάγματα

Ή αλλιώς γιατί η λαϊκή εξουσία θα μπορούσε να σταθεί ως «μεταβατικό» πρόγραμμα.

Γιατί βάζω σε εισαγωγικά το μεταβατικό; Γιατί ως όρος έχει πολιτογραφηθεί με συγκεκριμένο περιεχόμενο, απ’ τη δεκαετία του 30. Όποιος τον χρησιμοποιεί λοιπόν σε πολιτικές αναλύσεις πρέπει πρώτα να διαβάσει τη θανάσιμη αγωνία του καπιταλισμού, το μεταβατικό πρόγραμμα της δ’ διεθνούς, είτε για να συμφωνήσει με όσα λέει, είτε για να διαφοροποιηθεί και να ορίσει αλλιώς την έννοια του μεταβατικού.

Εγώ παρακάμπτω για την ώρα αυτό το κομμάτι, για να περάσω κατευθείαν στην ερώτηση του red boy για τη λαϊκή εξουσία.

Πιάνω το νήμα ενός κουβαριού σκέψεων απ’ την ιστορία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα.
Η ιστορική πείρα δείχνει ότι η επανάσταση νίκησε σε εκείνες τις χώρες, όπου δε μπορούσε να προχωρήσει ο αστικός εκσυγχρονισμός, ο καπιταλισμός ήταν αδύναμος, μπλέχτηκε στις αξεδιάλυτες αντιφάσεις του και δε μπορούσε να βαδίσει μπροστά χωρίς να καταρρεύσει. Όχι μόνος του βέβαια, αλλά απ’ την «τρικλοποδιά» που του έβαλε ένα δυναμικό, μαζικό κίνημα κι ένα κόμμα με τακτική ευελιξία που πιάστηκε από στοιχειώδη αστικοδημοκρατικά αιτήματα (εθνική ανεξαρτησία, αγροτική μεταρρύθμιση κτλ) για να οξύνει τις αντιφάσεις και να πραγματοποιήσει την επανάσταση.

Η πείρα δείχνει ακόμα ότι οι περισσότερες επαναστάσεις στην ευρώπη νίκησαν στο έδαφος μιας πολεμικής σύγκρουσης και των ιδιαίτερων συνθηκών που δημιούργησε η όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τέτοια ήταν η περίπτωση της ρωσίας και των μπολσεβίκων, των λαϊκών δημοκρατιών της ανατολικής ευρώπης με το ειδικό βάρος του κόκκινου στρατού, αλλά και της κινέζικης επανάστασης το 49’.

Αντιθέτως σε περιόδους κρίσης έχουμε πολλές φορές συντηρητικοποίηση κι αντανακλαστικά κοινωνικού αυτοματισμού στους εργαζόμενους. Άνθρωπος έναντι ανθρώπου, λύκος. Το ένα εργατικό στρώμα στρέφεται ενάντια στο άλλο κι όλα μαζί ενάντια στην κοινή τους υπόθεσή για την χειραφέτηση του κόσμου της δουλειάς. Η νίκη του φασισμού σε μια σειρά χώρες στο έδαφος του παγκόσμιου κραχ το 29, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη γερμανία, δείχνει τον κίνδυνο που παραμονεύει για το προλεταριάτο αν δεν οργανώσει εγκαίρως τις αντιστάσεις του στη λαίλαπα που έρχεται.

Το προτσές δεν είναι μονοσήμαντο βέβαια. Η ταξική πάλη κι ο υποκειμενικός παράγοντας είναι η άλλη όψη του νομίσματος. Κι ο κόμπος του ζητήματος είναι σε αυτό το «αν δεν». Αν δεν οργανώσει αντιστάσεις. Αν δε μετατρέψει την κρίση του καπιταλισμού σε επαναστατική κρίση, την οικονομική κρίση του συστήματος σε πολιτική.

Το αναφέρω όμως για να δείξω το απλοϊκό της θέσης για την ανικανότητα της αριστεράς που δε μπορεί να εκμεταλλευτεί την χειρότερη κρίση του καπιταλισμού μεταπολεμικά. Μακάρι να ήταν τόσο απλό και να έφταιγαν απλώς κάποιες άχρηστες ηγεσίες. Θα τις είχαμε αλλάξει και θα ξορκίζαμε το κακό. Στην τελική αυτές θα αποδεικνύονταν το ίδιο ανίκανες να ανακόψουν τη ροή των πραγμάτων και του ποταμιού που δε γυρίζει πίσω πια.

Επιπλέον. Ο πόλεμος δεν είναι άλλης ποιότητας φαινόμενο από την κρίση, αλλά η τελική της συνέπεια, μια βίαια επίλυση των αντιθέσεων του συστήματος. Ούτε είναι κάποια ευνοϊκή κινηματική συγκυρία που πρέπει να προσδοκούμε και να επιδιώκουμε, γιατί η καταστροφή που φέρνει είναι ανυπολόγιστη. Το ίδιο ισχύει –σε μικρότερη κλίμακα- σήμερα και για την χρεοκοπία που είναι κι αυτή παιδί της κρίσης. Οι κομμουνιστές δεν ποντάρουν στην απελπισία και την καταστροφή, αλλά στην ελπίδα που δίνει ο αγώνας για να αποφύγουμε την καταστροφή και την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Επιστροφή στα της ιστορίας. Μετά την παρισινή κομμούνα, οι αδύναμοι κρίκοι προχωράνε ανατολικά και προς την περιφέρεια. Από την ημιφεουδαρχική, τσαρική ρωσία του 17’, στην αγροτική κίνα κι από εκεί στα αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα της τριτοκοσμικής αφρικής τη δεκαετία του 60’ και τη λατινική αμερική σήμερα με τη μπολιβαριανή επανάσταση. Στον δυτικό κόσμο και στην ευρώπη ειδικότερα, ο καπιταλισμός αποδείχτηκε πιο ανθεκτικός, ικανός να απορροφήσει τους κραδασμούς και τις εκάστοτε επαναστατικές κρίσεις –εκτός από τις χώρες που απελευθέρωσε ο κόκκινος στρατός στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Αυτή η πτυχή επηρέασε άμεσα κάποιες αναλύσεις του γκράμσι, ο οποίος μεταξύ άλλων είχε πει μεταφορικά ότι ο οκτώβρης ήταν μια επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο του μαρξ. Με την έννοια ότι επικράτησε σε μια χώρα με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης που ήταν πιο μακριά –από υλικοτεχνικής άποψης- από τον τελικό σκοπό της κομμουνιστικής κοινωνίας όπως την είχαν οραματιστεί οι κλασικοί.

Περισσότερο όμως επηρέασε τις αναλύσεις του για την επανάσταση στη δύση. Την κοινωνία των πολιτών ως ένα πλέγμα πολιτικών θεσμών που απορροφά την κοινωνική δυσαρέσκεια (και το οποίο δεν υπήρχε στην περίπτωση της ρωσίας). Τον πόλεμο χαρακωμάτων (άμεσα επηρεασμένο από τα τεχνικά γνωρίσματα των μαχών του πρώτου παγκοσμίου πολέμου). Τους συνασπισμούς και την ιδεολογική ηγεμονία.

Αυτό το έργο όμως χαρίστηκε στους αναθεωρητές κι επικαλύφτηκε απ’ τη θεωρητική τους σκουριά. Έγινε πολιτική κληρονομιά του μπερλίνγκουερ κι έτσι ο γκράμσι θεωρήθηκε πρόδρομος του ευρω-κομμουνισμού. Οι τακτικοί συνασπισμοί έκαναν το κίνημα ουρά της σοσιαλδημοκρατίας κι ο πόλεμος χαρακωμάτων μεταφράστηκε ρεφορμιστικά σε κατάληψη των πόστων της κρατικής εξουσίας, καθώς το κράτος θεωρείται μια ανοιχτή σχέση με περιεχόμενο που αλλάζει ανάλογα με τα πόστα (χαρακώματα) που κατέχουμε, τους κλάδους που εντάσσονται στο δημόσιο κτλ.

Τηρουμένων των αναλογιών θυμίζει εκείνο το σκετσάκι των αμάν για τον συνασπισμό, με τον αποστάτη βούγια και τον πρόεδρο κωνσταντόπουλο, όπου ο πρώτος έλεγε ότι αν έφευγε ένας σύντροφος κάθε τετραετία για το πασόκ, σε κάποια χρόνια θα ‘ταν πλειοψηφία και θα ‘καναν κυβέρνηση.

Ή σαν το ανέκδοτο με τον φυλακισμένο που θέλει να αποδράσει και σκέφτεται να το σκάσει λίγο-λίγο, για να μην τον πάρουν χαμπάρι. Πρώτα ένα χέρι, μία τούφα, ένα αυτί… και μια μέρα... φτου ξελευθερία Πρώτα οι τράπεζες, ύστερα η ενέργεια και μια μέρα θα φτάσουμε στο σοσιαλισμό… Ένα σοσιαλισμό τεμαχισμένο, ψεύτικο κι άψυχο, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της αυταπάτης για το σουηδικό μοντέλο. Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις...

Τι ρόλο παίζει όμως ο δημόσιος τομέας σε ένα αστικό κράτος, συνυφασμένο με τα μονοπώλια; Ποια ταξικά συμφέροντα υπηρετεί; Μπορεί η καρδιά του συστήματος (τράπεζες) να αρχίσει να χτυπά φιλολαϊκά, χωρίς να το σκοτώσουμε; Τι προοπτικές θα είχε ένας τύπος νεπ (έλεγχος κεφαλαίων, αναδιανομή εισοδήματος) χωρίς καν την ύπαρξη σοβιετικής εξουσίας;

Θα υπήρχε, λένε, μια δημοκρατική κυβέρνηση στο τιμόνι και θα άνοιγε δρόμο διάπλατα για το σοσιαλισμό. Σα να λέμε ο καλός μπάτσος της φυλακής που θα αφήνει να περνάει στη ζούλα εφημερίδες και κάνα τσιγάρο. Κι ίσως κάνει και τα στραβά μάτια, όσο εμείς θα σκάβουμε το τούνελ που θα μας οδηγήσει κάποτε στο σοσιαλισμό.

Αλλά ο ρόλος του φύλακα είναι αυστηρά καθορισμένος σε αυτό το σύστημα και το θέμα είναι ποιος θα μας φυλάει από τους φύλακες και ποια τάξη θα τους ελέγχει. Κι αν αυτή είναι η δική μας, δεν έχουμε κανένα λόγο να μένουμε στη φυλακή. Σπάμε τις αλυσίδες μας στον αδύναμο κρίκο τους και το σκάμε σαν το μπεζεντάκο (που ως κι οι τροτσκιστές δικό τους τον θεωρούν).

Κι αν βγούμε από αυτή τη φυλακή, κανείς δε θα μας περιμένει και τίποτα δε θα είναι έτοιμο, αλλά θα έχουμε το μέλλον στα δικά μας χέρια.

(Συνεχίζεται...)

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Απ' έξω και μεταμοντέρνο

(Περίπου συνώνυμο με το απ’ έξω κι ανακατωτά).

Συνέχεια από το προηγούμενο. Τι είναι επί της ουσίας αυτό για το οποίο μας μίλησε ο σοβιετικός κυριούλης; Ο ανοιχτός μαρξισμός του χολογουέι, ο ζίζεκ, ο μπαντιού κι όλη η παλιοπαρέα. Ο πραγματισμός της ήττας του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Η άρνηση των μεγάλων αφηγήσεων που κατέρρευσαν μαζί με τις νομοτέλειες και τη δυνατότητά μας να γνωρίσουμε τον κόσμο -επομένως και να τον αλλάξουμε ως σύνολο. Η έμφαση στο επί μέρους και τις μειονότητες. Οι μικροαλλαγές που αρχίζουν εδώ και τώρα και σταματάν στο μικρόκοσμό μας χωρίς να αλλάζουν την ουσία γύρω μας.

Ο κατακερματισμός της πραγματικότητας. Πολλά σπασμένα κομμάτια, χωρίς κανένα εργαλείο για να τα ενώσουμε και να δούμε τι δείχνει η εικόνα. Και μας κατηγορούν ότι τα ζουλάμε και τα πατάμε για να χωρέσουν με το ζόρι στο παζλ της μεγάλης μας αφήγησης. Ότι τα φτωχαίνουμε για να τα φέρουμε στα μέτρα μας που είναι κάτω από το ύψος των περιστάσεων και τον πήχη που βάζει η εποχή.
Όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις, δε θα σου φτάσει μια στιγμή για να με νιώσεις.
Κι η πραγματικότητα μένει σπασμένη σε κομμάτια, σαν υπολογιστής με πολλά ανοιγμένα παράθυρα.

Αυτό είναι εν πολλοίς το μεταμοντέρνο. Κι ένα απ’ τα σημεία των καιρών είναι το επιχειρούμενο πάντρεμά του με τη μαρξιστική σκέψη που καταλήγει σε ένα είδος μεταμοντέρνου μαρξισμού. Ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί τυπική περίπτωση αντίφασης εν τοις όροις.

Υπάρχει μία ακόμη διάσταση. Το μεταμοντέρνο σε τελευταία ανάλυση είναι αντανάκλαση διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στο προτσές της παραγωγής. Αυτοματοποίηση, μεταφορντικό μοντέλο, αποκέντρωση, θυγατρικές, υποκαταστήματα, μικρότερες μονάδες παραγωγής.

Είναι μια αντικειμενική τάση που εκτός από την επαναστατική θεωρία επηρεάζει και τη δράση. Δεν υπάρχουν πλέον τα μεγάλα εργοστάσια τύπου πουτίλοφ με τους χιλιάδες εργαζόμενους που βρίσκονται καθημερινά στον ίδιο χώρο και μοιράζονται κοινές εμπειρίες κι ανησυχίες. Κι αυτό ευνοεί αντικειμενικά την εξατομίκευση και την παρακμή των μαζικών συνδικάτων.

Κάτι η αποξένωση, κάτι η εντατικοποίηση, ο εργαζόμενος σήμερα δε βρίσκεται καλά-καλά ούτε με τον εαυτό του. Τον ψάχνει απεγνωσμένα σε χώρους κοινωνικής δικτύωσης, όπου διαμορφώνει το προφίλ του για να διασκεδάσει το έλλειμμα προσωπικότητας που έχει. Και ξεγελά τη μοναξιά του με φίλους που συναντά όλο και πιο σπάνια στην πραγματική ζωή.

Η ζωή μας μένει κλεισμένη σε χαζοκούτια κι οθόνες. Πώς να μην κλείσεις μετά σύντροφε τη δουλειά σου σε κουτάκια;
Κι όλα αυτά στο όνομα ενός ρεύματος που αρνείται να σκεφτεί καθολικά μη τυχόν του φορέσουν καμιά ταμπέλα. Για το μεταμοντέρνο οι ταυτότητες είναι στροφή στον ολοκληρωτισμό.

Η πραγματικότητα βέβαια είναι αντιφατική, γεμάτη διαλεκτική, με τέτοιες και αντίρροπες τάσεις. Η πολυδιάσπαση μπορεί να είναι ένωση σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο, σε μεγαλύτερη εμβέλεια ή κι επικράτεια, αν μιλάμε για μια χώρα που οι παραγωγικές της μονάδες μπορεί να βρίσκονται στα πιο απομακρυσμένα σημεία, αλλά λειτουργούν και διευθύνονται ενιαία.
Κι η αποκέντρωση να προωθεί τη συλλογική διεύθυνση και τη δημοκρατία στους χώρους παραγωγής. Μες στον καπιταλισμό όμως αυτό μένει στα πλαίσια του δυνητικού.

Παράλληλα μεγαλώνει η συγκέντρωση του κεφαλαίου. Η πολυδιάσπαση δεν ακυρώνει την τάση ενοποίησης και συγκεντροποίησης των παραγωγικών δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά παραμένει μια κυρίαρχη, αντικειμενική τάση που καλούμαστε να υπερβούμε, σπάζοντας τη νομοτέλεια. Και στην πραγματικότητα, επειδή η νομοτέλεια είναι ένα φάσμα δυνατοτήτων, να αξιοποιήσουμε εκείνες τις δυνατότητες του φάσματος που ευνοούν την υπόθεσή μας. Ή και να μετατοπίσουμε με τη δράση μας αυτό το φάσμα προς όφελός μας.

Το σπάσιμο της νομοτέλειας είναι αδόκιμη διατύπωση. Σαν αυτή που έκανε ο γκράμσι για τον οκτώβρη: μια επανάσταση ενάντια στο κεφάλαιο του μαρξ και τις προβλέψεις του. Μια λογοτεχνική διατύπωση που κρύβει μέσα της έναν φιλοσοφικό στοχασμό και μια πτυχή της αλήθειας.

Ας το συνδέσουμε με το περιβόητο απ’ έξω του λένιν που θα μας απασχολήσει. Ο αστός θεωρητικός που τάσσεται στο πλευρό του προλεταριάτου και της υπόθεσης του αγώνα του, πρέπει να σπάσει μια σειρά αντικειμενικές τάσεις μαζί με τα όρια της τάξης του, την κοσμοθεωρία και την ταξική συνείδηση που υπαγορεύουν τα συμφέροντά της. Όπως έκαναν εξάλλου κι οι κλασικοί. Ο μαρξ, ο ένγκελς, ακόμα και ο λένιν. Τον τρότσκι δεν τον αναφέραμε στον όμιλο. Ε μάλλον δε συγκέντρωνε και τόσες συμπάθειες ανάμεσά μας.

Γενικότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης. Ο λόγος των επαναστατών πρέπει να ανατρέψει την κρατούσα ιδεολογία και τους αντικειμενικούς παράγοντες που την αναπαράγουν: την αλλοτρίωση, τον φετιχισμό του εμπορεύματος κι όλα όσα δημιουργούν στον εργάτη ψευδή συνείδηση για να μην αποκτήσει ταξική.

Πώς συνδέονται όλα αυτά με το απ’ έξω;
Ο βιομηχανικός εργάτης μοιάζει με τον τσάρλι τσάπλιν στους μοντέρνους καιρούς που γίνεται γρανάζι της μηχανής. Υποτάσσεται στους ρυθμούς και τη λογική της, τρέχει να προφτάσει, γίνεται πειθήνιο εξάρτημά της, χωρίς κρίση και βούληση.
Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής κι ο γιος μου το ανταλλακτικό.
Κι όταν επιστρέφει το βράδυ σπίτι, έχει δύναμη μόνο να ανοίξει την τηλεόραση για να συμπληρώσει το σετ της αποβλάκωσης. Έχει ανάγκη από πράγματα που δε τον κουράζουν και δεν τον κάνουν να σκέφτεται. Κι ίσως να μην τα έχει ανάγκη, αλλά να συνεχίζει με κεκτημένη ταχύτητα απ΄ το οκτάωρο που αχρήστευσε το μυαλό του.

Ο χειρώνακτας εργαζόμενος μπορεί να κάνει μια κοπιαστική, μονότονη δουλειά που τον αποβλακώνει, αλλά αυτό δεν τον αφήνει εξ ορισμού και μονοσήμαντα στο επίπεδο του αποβλακωμένου που αδυνατεί να σκεφτεί, να αποφασίσει, να διευθύνει.
Πρέπει να βρούμε και να ενισχύσουμε τις τάσεις που υπερβαίνουν τους αντικειμενικούς περιορισμούς ενός χειρώνακτα. Αλλιώς θα αφήσουμε μοιρολατρικά να διαιωνίζεται σε διάφορες παραλλαγές η λογική του απαίδευτου όχλου που δεν είναι ικανός να κυβερνήσει. Η δημοκρατία των αρίστων, τα δάχτυλα που δεν είναι όλα ίσα, η εξουσία των ειδικών.

Το απ’ έξω δεν έχει να κάνει με την κοινωνική καταγωγή, αλλά με τις παραγωγικές σχέσεις και τον υποδουλωτικό τους χαρακτήρα, με τους φραγμούς που βάζει ο χαρακτήρας της εργασίας. Ο λένιν εξάλλου είναι αυτός που εξισορρόπησε το μειονέκτημα του απ’ έξω με το ταξικό πλεονέκτημα του προλετάριου ως προς την πειθαρχία και την κομματική ένταξη.
Για κάποιους αυτό μπορεί να σημαίνει ότι τα κόμματα είναι για τους βλάκες. Το κόμμα όμως είναι πάνω απ’ όλα σχολείο και δεν χωράει εύκολα όσους θεωρούν εαυτούς ψυχές διαλεχτές που δικαιούνται αυτομάτως υποτροφίας.

Υπάρχουν ποικίλες τάσεις στη σύγχρονη εργατική τάξη που αλλάζει σταδιακά δέρμα και χαρακτηριστικά, με την πληροφορική και τη δουλειά του υπάλληλου στο γραφείο. Αν και η πνευματική εργασία δεν είναι απαραίτητα ευχάριστη και δημιουργική στις μέρες μας.

Η αυτοματοποίηση είναι από τα λίγα αυτό- που δε θα ακούσεις από τους αναρχικούς. Και συνάμα η βασική προϋπόθεση για την αυτοδιαχείριση κι όλα τα δικά τους αυτό-, που χωρίς αυτό το αυτό μένουν λόγια του αέρα. Συλλογικός εγωισμός κι αυτοαναφορικότητα για να τονίζει αυτάρεσκα το συλλογικό εαυτούλη μας.

Το πρόθεμα αυτό λειτουργεί σαν το στερητικό άλφα κι αλλάζει περιεχόμενο σε όλες τις αρνητικές έννοιες. Η επάρατος οργάνωση γίνεται αυτοοργάνωση. Κι η ενέργεια που μας κλείνει το δρόμο της επιστροφής στη φύση και τα σπήλαια κροπότκιν γίνεται αυτενέργεια.

Μόνο η καταστροφή ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα και προσφέρει χειραφέτηση. Άλλο αν συνήθως καταλήγει αυτοκαταστροφική για το κίνημα. Ενώ η αυτοματοποίηση άμα της βγει το αυτό καταλήγει στη ματοποίηση της κοινωνίας και της παραγωγής (κατά τη στρατιωτικοποίηση των συνδικάτων του τρότσκι).
-Κάτω από τα κράνη σας έχετε σκατά.
-Ναι ρε συ, αλλά δεν είναι οι μόνοι.


Τώρα που είπα τρότσκι. Σε ένα λόγο του σε εργοστάσιο ο σύντροφος με το μουστάκι είπε στους εργάτες. Εσείς τα βλέπετε μόνο από κάτω και δε μπορείτε να έχετε συνολική εικόνα της παραγωγής. Αλλά κι οι διευθυντές έχουν συγκεκριμένη οπτική γωνία κι η εικόνα που σχηματίζουν είναι εξίσου λειψή. Μόνο αν ενώσουμε τα κομμάτια μπορούμε να δούμε σωστά.

Λίγο σχηματικό, αλλά σφαιρικό κι εύστοχο. Πάνω απ’ όλα διαλεκτικό. Δεν απολυτοποιεί καμιά πλευρά. Ούτε ελιτισμός κι επανάσταση των διευθυντών, ούτε φτηνός εργατισμός. Και δεν είναι παρατήρηση κάποιου κλασικού. Ούτε σε θεωρητική συγκυρία ειπώθηκε. Σε εργάτες μιλούσε ο στάλιν. Έβαλε όμως όλη την ουσία.

Στη σοβιετία είχαν ανάγκη από στελέχη στην παραγωγή, τεχνίτες κι ειδικούς. Προϋπόθεση γι’ αυτό όμως ήταν η δουλειά στη βάση που θα τα αναδείξει. Κι αυτό έχει γενική ισχύ. Στο κόμμα, στην ιστορία. Μόνο μια σπουδαία γενιά μπορεί να δώσει χαρισματικούς ηγέτες.

Η ανάπτυξη της θεωρίας προϋποθέτει την εκλαΐκευση. Κι είναι συλλογικό έργο με μεγάλους επιστήμονες και προσωπικότητες που δουλεύουν παράλληλα, κερδίζουν ο ένας από τη δουλειά του άλλου κι έρχεται στο τέλος ο καλύτερος να σταθεί ψηλότερα από όλους πατώντας πάνω σε ώμους γιγάντων. Χωρίς αυτούς και το δικό του μπόι θα ‘ταν μικρότερο.

Αυτό το συλλογικό έργο απαιτεί συλλογικότητες που θα το σηκώσουν, είτε σαν τον όμιλο, είτε κόμματα που καλούνται να παίξουν πρωτοπόρο ρόλο και να γίνουν ο συλλογικός διανοούμενος που περιγράφει ο γκράμσι.
Κι αυτό δε σημαίνει το πάντρεμα των διανοούμενων με την αποβλακωμένη εργατική τάξη που θα εκτελεί εντολές, αλλά καταμερισμό δουλειάς και συλλογικές επεξεργασίες που να στέκουν πιο ψηλά από τις μεμονωμένες προσπάθειες και τους μοναχικούς καουμπόηδες.

Πώς θα γίνει αυτό όμως όταν το κμε εδώ και μια δεκαετία περίπου φυτοζωεί και μένει νεκρή σφραγίδα χωρίς ζωή και περιεχόμενο;

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν

Γι' αυτό στο κόμμα βγάζουμε τους καλύτερους φιλόσοφους. Λακωνικοί σύντροφοι που χωράν όλους τους προβληματισμούς τους σε πεντάλεπτες τοποθετήσεις, ή σε μία εισήγηση. Τα πάντα πρέπει να αναλυθούν και να φιλοσοφηθούν μέσα στα όργανα, αλλά το κόμμα δεν είναι λέσχη συζητήσεων. Η καλύτερη φιλοσοφία είναι η πράξη κι ο γκράμσι δεν ονόμαζε τυχαία το μαρξισμό φιλοσοφία της πράξης.

Να 'χαμε και λίγο χρόνο να μελετήσουμε τον γκράμσι (κι όχι μόνο)! Τέτοιο θα βρούμε ξανά μόνο στις φυλακές ως πολιτικοί κρατούμενοι. Η πολλή κομματική δουλειά τρώει τον αφέντη κι αναπαράγει τα αφεντικά, γιατί χωρίς θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα.

Ο όμιλος πάλι βγάζει καλούς αμπελοφιλόσοφους. Καλή σχέση με τη θεωρία, πρώην σχέση με το κόμμα και κάκιστη με το λακωνίζειν, γι' αυτό και δε θεωρούνται φιλόσοφοι με την κλασική έννοια του όρου.
Εδώ στα όμορφα και γραφικά χανιά, οι εξίσου γραφικοί, αν κι όχι τόσο όμορφοι, σύντροφοι πιστεύουν ακράδαντα ότι το χανιάζειν εστί αμπελοφιλοσοφείν κι ότι η φετινή εν τω χανίω σύναξη δε θα γίνει... (τέλος πάντων κάτι ομοιοκατάληκτο με το ποιητική αδεία σε ενικό εν τω χανίω).

Θυμάμαι την πρώην νιφάδα της μακεδονίας να μονοπωλεί τη σιωπή στις οβες, παρά το σκληρό ανταγωνισμό, κάνω τις συγκρίσεις με το φαφλατάδικο παρόν κι απελπίζομαι.
Επιθετικοί οπαδοί του μονισμού και των τριών συστατικών του δημιουργικού μαρξισμού: μονοκομματικό πολιτικό σύστημα, μονοπρόσωπη διεύθυνση και σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα, διαλεκτικά δεμένα με το μονοπρόσωπο διάλογο, όπου ο απέναντι είναι απλώς αφορμή για μονόλογο.
Ιμπεριαλιστικές αναλύσεις που δε σταματάν να επεκτείνονται, μονοπώλια του λόγου που πνίγουν τη δημοκρατία και τη δυαδική συζήτηση. Η ανάγκη συγκρότησης του ααδμ στις κουβέντες μας είναι επιτακτική ανάγκη των καιρών.

Σε αυτή τη θερινή σύναξη θα ξαναδούμε πολλούς ήρωες της σοσιαλιστικής εργασίας που γνωρίσαμε μέσα απ' το μπλοκ.
Τον χωμένο στο βούρκο του αντισπαρτιατισμού κώστα-γιάννη με τα δύο ονόματα και τη διπλή ηθική. Αλλά και τον παλαίμαχο κομσομόλο και κοσμοναύτη γιούρι κακάριν, που με την ανταρσύα έχει αρχίσει να σκέφτεται σεκίτικα και λέει πως το επόμενο απαγορευτικό σηματάκι τους θα είναι με την αλέκα.
Αλλά η συντρόφισσα γγ δεν έχει (ακόμα) διεθνή αναγνώριση και το κόλπο θα είχε μόνο εθνική εμβέλεια. Το πραγματικά διεθνιστικό λάβαρο που θα 'μενε πιστό στις αρχές του προλετκαλτ θα ήταν το απαγορευτικό με τον σύντροφο με το μουστάκι. Θα μπορούσε να βγει και φτηνά, με ευρωπαϊκή επιδότηση.

Θα υποδεχτούμε επίσης δυο απ' τα πιο γόνιμα πνεύματα αντιλογίας του διαδικτύου, τον σύντροφο κριτία από το κκυ και τον καπετάνιο του γκράνμα Υ που θα ρίξει άγκυρα λίγες μέρες στο λιμάνι μας.
Αλλά θα μας λείψει ο σοβιετικός κυριούλης, ο μεγάλος απών βενιαμίν και το παπαγαλάκι του κρεμλίνου που τον στέλνουν να υπηρετήσει την πατρίδα του στη σμύρνη και στη σαρδηνία.
Γιατί... τι είναι η πατρίδα μας; Είναι τα δέντρα, τα βουνά, του νατο οι ασκήσεις. Κι οι συμβατικές μας υποχρεώσεις προς τους συμμάχους της αστικής μας τάξης.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει μια σειρά εκπλήξεις για το κοινό.
Η μεγαλύτερη είναι ότι δεν υπάρχουν εισηγήσεις και παρουσιάσεις, μόνο διακοπές κι αμπελοφιλοσοφίες.
Το φίδι απ' τη μαύρη τρύπα της θεωρίας καλείται να βγάλει ο σκληρός διαλεκτικός με επτά γράμματα που ετοιμάζει κάτι σχετικό με πολιτική οικονομία και τη λογική του κεφαλαίου του βαζιούλιν.
Περιμένω να ακούσω καινούρια πράγματα που ίσως φανούν αιρετικά και προκαλέσουν αίσθηση. Υπόσχομαι να ανταποδώσω το συναίσθημα αυτό με το ρεπορτάζ που θα ακολουθήσει. Από την εκδήλωση και γενικότερα.

Ζούμε σε καιρούς αντιπνευματικούς και χαλεπούς για τη θεωρία.
Ως κι οι -γνωστοί κι εξαιρετέοι- λακεδαιμόνιοι την παραμελούν τελευταία. Τρέχουν όλη μέρα στον πόλεμο με τους πλην λακεδαιμονίων και τους συν ασπισμένους, όπου κάποιος θα γυρίσει ταν και κάποιος επί τας για να γυρίσει ο τροχός της ιστορίας. Και μετά δεν τους μένει πολύς χρόνος για διάβασμα.

Χωρίς θεωρία όμως η πράξη μένει τυφλή, το αμάξι της ιστορίας τρακάρει κι ο φουκουγιάμα προβλέπει το τέλος της. Ή που θα πέσει πάνω στο τείχος του βερολίνου να το γκρεμίσει, ή στη λακούβα με το θεωρητικό κενό και θα μείνει από λάστιχο.

Εμείς, οι εν τω χανίω αμπελοφιλοσοφούντες, χωρίς αξιώσεις να (καθ)οδηγήσουμε τίποτα, απλώς βαυκαλιζόμαστε γλυκά ότι βάζουμε ένα λιθαράκι για να γεμίσει αυτή η λακούβα...