Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιολάντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιολάντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Αν θες να λέγεσαι ανθρωπάκι

Αν θες να λέγεσαι ανθρωπάκι, δε θα πάψεις στιγμή να αντιπαλεύεις το δίκιο.

Θα περπατάς μια ζωή σκυφτός, σα δαρμένο σκυλί, χωρίς να σε απασχολεί λεπτό πόσους αιώνες πήρε στο είδος μας να σηκωθεί στα δυο του πόδια.

Θα προσκυνάς τον νόμο του ισχυρού και τα όργανα της τάξης -ποτέ το δίκιο της δικής σου τάξης. Θα υποκλίνεσαι στη δύναμη, γιατί δεν έχεις καταλάβει τη δική σου.

Θα γίνεις τσάτσος του αφεντικού, τα μάτια και τα αυτιά του μες στους συναδέλφους σου. Θα του αναφέρεις τακτικά ό,τι πέφτει στην αντίληψή σου -μη σε νοιάζει αν πέφτεις έτσι στην υπόληψη των άλλων, χεσμένη την έχεις, αφού επέλεξες να κολυμπάς στα σκατά, μπας και επιπλεύσεις.

Θα παίρνεις μπόι από τις επιτυχίες και τα κέρδη του αφεντικού, αφού δεν έχεις δικό σου ανάστημα. Θα προσεύχεσαι για την ευτυχία του πολυχρονεμένου μας αγά-ευεργέτη. Ο θεός να μας κόβει μέρες, χέρια -ή ό,τι μπορεί να πιαστεί στη μηχανή- για να του δίνει εκατομμύρια και να έχουμε και εμείς ένα μεροκάματο.

Δε θα σκεφτείς ποτέ ότι θα μπορούσες να είσαι κι εσύ στη θέση ενός νεκρού εργάτη. Αυτό απαιτεί σκέψη, ενσυναίσθηση και άλλα τέτοια θολοκουλτουριάρικα. Ή ακόμα χειρότερα, ταξική συνείδηση, αλληλεγγύη και άλλα τέτοια «λαϊκίστικα».


Αν θες να λέγεσαι ανθρωπάκι, θα συμπεριφέρεσαι σαν άβουλο τετράποδο, που τους τρέχουν τα σάλια, όταν βλέπει το αφεντικό του. Δε θα δαγκώσεις ποτέ το χέρι που σε ταΐζει σου πέρασε το λουράκι και σε έκανε κατοικίδιο, πετώντας πότε-πότε κάνα κοκαλάκι από όσα παράγεις. Θα ’σαι σκυλάκι του καναπέ μπροστά του και άγριο μαντρόσκυλο που γαβγίζει όσους το απειλούν με απεργίες, αντί να κουνάνε χαρούμενα την ουρά τους. Θα προτιμάς να γίνεις ρεζίλι των σκυλιών, παρά να γραφτείς σε σωματείο.

Θα λυσσάς μόλις δεις συναδέλφους να «συνωμοτούν» με κινητοποιήσεις, ενάντια στο καλό της εταιρείας, δείχνοντας πως είσαι ο πιο πιστός φίλος του κυρίου σου. Εξάλλου, «εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια» και σου το θυμίζει το πιατάκι με τα μπισκότα στο πάτωμα, δίπλα στο σπιτάκι σου, στη γωνιά του κήπου.

Θα νευριάζεις με όσους σου θυμίζουν ότι θα μπορούσες να είσαι άνθρωπος, με αξιοπρέπεια και όνειρα. Θα θυμώνεις με όσους δηλώνουν ανοιχτά ότι «είναι με τον άνθρωπο» και το δείχνουν με τις πράξεις τους.

Θα ζητάς να σε αφήσουνε ήσυχο όλοι, να ζήσεις «ελεύθερος», δίχως ταυτότητα ή άλλη συλλογική ένταξη (ταξική, πολιτική κτλ). Το πολύ να κολλήσεις σε κάποια αγέλη (σύνδεσμο, συμμορία ή ό,τι άλλο) για να ξεγελάς αυτό το κενό.

Αν είσαι λίγο διαβασμένος, θα τους αντιστρέφεις τη ρετσινιά, με το «Ανθρωπάκι» από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, για να δείξεις πόσο τους σιχάθηκες και ότι εσύ δε θα γίνεις ποτέ ένας από αυτούς. Δε θα γίνεις ένας από τη μάζα, όπως αυτοί οι 200 για τους οποίους μιλάνε στα δελτία ειδήσεων. Εσύ είσαι ξεχωριστός, με αυτόνομη προσωπικότητα, που αγαπάς πρωτίστως τον εαυτό σου και δεν μπαίνεις σε καλούπια.

Θα βλέπεις τους 200 να περπατούν αγέρωχοι στον θάνατο και θα λες πως οι φωτογραφίες είναι πλαστές -σαν την αγάπη σου για αυτόν τον τόπο. Ρατσισμός, τυφλό μίσος, δηλητήριο, καμιά σημαία στο μπαλκόνι στην επέτειο, «έτσι αγαπάς εσύ την πατρίδα».

Θα σοκάρεσαι που δεν τρέμουν για τη ζωούλα τους, που δεν προσκύνησαν για να την γλιτώσουν. Θα λες «καλά να πάθουν» γιατί ήταν πράκτορες της Μόσχας. Θα τους βρίζεις χυδαία, όπως θα έκανες αν ζούσαν σήμερα, όπως κάνεις με όσους συνεχίζουν τον αγώνα τους, «σταλινικά απολειφάδια» κτλ. Θα πεις πως κανείς δε θα πάθαινε τίποτα, αν κοιτούσαν όλοι τη δουλειά τους -όπως εσύ- και δεν σκότωναν τον στρατηγό των Ναζί. Αν όλοι καταδίκαζαν τη βία από όπου και αν προέρχεται.

Θα είσαι εξάρτημα της μηχανής, αναλώσιμο ανταλλακτικό, σαν ανθρωπάκι play mobil, με ζωγραφιστό χαμόγελο. Κι ας σου φεύγει με τα χρόνια κάνα χέρι ή το σκαλπ.

Και δε θα ντραπείς ποτέ μπροστά σε αυτούς που ρωτάνε ρητορικά «μα καλά, δεν ντρέπεστε;», γιατί έχεις μάθει να μην κοκκινίζεις ποτέ -ιδίως πολιτικά.

Αν θες να λέγεσαι ανθρωπάκι, δε χρειάζεται να αλλάξεις τίποτα -και προπαντός τον κόσμο αυτόν και τις αξίες που τον κινούν (δηλαδή τις ανταλλακτικές, που βλέπουν τη ζωή ως εμπόρευμα).
Θα πηγαίνεις απλώς με το ρεύμα -και θα λες μετά πως σε παρέσυρε. Θα πλένεις το αίμα των αθώων από τα χέρια σου, σαν Πόντιος Πιλάτος, χωρίς προνόμια και αξιώματα. Και θα χαιρετάς πειθήνια, σαν μελλοθάνατος, την εποχή που σου θυμίζει τον Καίσαρα. Κι όσο γερνάς, περπατάς με τα τέσσερα...

Αν πάλι θες να λέγεσαι άνθρωπος, δεν αρκεί να συγκρίνεσαι με τα ανθρωπάκια, για να περνάς τον πήχη. Να μιλάς για τις δύο Ελλάδες, επειδή δεν είσαι σαν αυτούς -αυτό έλειπε. Δεν αρκεί να δακρύζεις με τις εικόνες των 200, αν τις βλέπεις ως κάτι σπάνιο και μακρινό, έξω από τον δικό μας κόσμο. Δεν αρκεί να συγκινείσαι, αν δεν κινείσαι για να κάνεις κάτι. Αν δε φροντίσεις να διαβάσεις, έστω, την ιστορία τους. Να μάθεις γιατί ήταν ξεχωριστοί, αλλά και ότι δεν ήταν οι μόνοι. Γιατί έγιναν χιλιάδες εκτελέσεις, τόσα μπλόκα εκείνη τη χρονιά. Να ξέρεις να απαντάς στην καραμέλα ότι «μας έβαλαν οι ξένες δυνάμεις να σκοτωθούμε». Αλλά να μην αθωώνεις το ναζιστικό τέρας και όσους το εξέθρεψαν.

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, δεν αρκεί να νιώθεις, χωρίς να δίνεις διέξοδο στην πράξη σε όσα αισθάνεσαι. Δε θα ψάχνεις στην ιστορία, σε μια φωτογραφία ή στο διαδίκτυο τις συλλογικές συγκινήσεις που λείπουν από την εποχή μας. Δε θα αναζητάς διαρκώς ήρωες για να διασκεδάσεις τις εντυπώσεις από την αντι-ηρωική μας στάση, στα χρόνια που χρεωθήκαμε να ζήσουμε.

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, δε θα βλέπεις κανένας αφ’ υψηλού. Τίποτα ανθρώπινο δε θα σου είναι ξένο -ούτε καν τα ανθρωπάκια. Θα μισείς την ηθική του δούλου, όσο και του αφεντικού, αλλά θα δίνεις το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται. Και δε θα είσαι τόσο αφελής, για να μην ξέρεις πως οι συγκεντρώσεις έξω από τα δικαστήρια δεν ήταν και τόσο αυθόρμητες, όπως σημειώνει και η ανακοίνωση του ΕΚ Τρικάλων.

Οι πρόσφατες συγκεντρώσεις κάποιων εργαζομένων της "Βιολάντα" έξω από την αστυνομική διεύθυνση και τα δικαστήρια δεν είναι καθόλου αυθόρμητες, έγιναν με οργανωμένη παρέμβαση της εργοδοσίας μέσω ενός στενού πυρήνα στελεχών της επιχείρησης και συγγενών του εργοδότη. Σε όσους εργαζομένους ενέδωσαν σ’ αυτή την καθοδηγούμενη προσπάθεια, να φτιαχτεί ένα ιδανικό προφίλ για τον εργοδότη αλλά και συνολικά σε όλους τους εργαζόμενους, απευθυνόμαστε για να σκεφτούν ορισμένα ζητήματα που σχετίζονται:

Πρώτον με το ότι θα μπορούσαν κάποιοι από αυτούς να ήταν στην θέση των θυμάτων και των οικογενειών τους.

Δεύτερον ότι εργοδότης και εργαζόμενοι δεν είναι στην ίδια θέση αλλά τα κέρδη του εργοδότη και η ανάπτυξη του πάτησαν πάνω σε απλήρωτες υπερωρίες, σε νυχτερινά ή αργίες που δεν πληρωνόταν, σε αποζημιώσεις που δεν δίνονταν και γενικότερα σε πολύ δύσκολες συνθήκες δουλειάς, με υπερεντατικοποίηση και υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων.

Τρίτον η δικαιολογημένη αβεβαιότητα που αισθάνονται για την δουλειά τους και το εισόδημα τους πρέπει να γίνει οργανωμένη διεκδίκηση από τον εργοδότη και από το Υπουργείο Εργασίας να διασφαλίσουν τους μισθούς τους για όσο χρονικό διάστημα παραμένει η επιχείρηση κλειστή και στα τρία εργοστάσια. Με το άνοιγμα της επιχείρησης να διεκδικήσουν ανθρώπινα ωράρια και συνθήκες εργασίας, μέτρα υγείας και ασφάλειας και μισθούς στο ύψος των αναγκών τους».

«Οι εργαζόμενοι έχουν την δύναμη να διεκδικήσουν όσα δικαιούνται μέσα από τα σωματεία τους, μέσα από την οργάνωση τους στους χώρους δουλειάς απέναντι από την εργοδοσία και τα στηρίγματα της», ξεκαθαρίζει το ΕΚΤ.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο θάνατος διακοπές στα εργοστάσια πάει

Κι έγινε το έγκλημα συνήθειά μας...

Πέντε εργάτριες δε γύρισαν σπίτι τους, αλλά η ζωή συνεχίζεται. Η παραγωγή, τα κέρδη που στάζουν αίμα, τα εγκλήματα. Η ανάπτυξη συνεχίζεται, show must go on -κι εμείς κομπάρσοι της. Εξάλλου, όλα μες στη ζωή είναι -ακόμα και ο θάνατος. Όλα μες στη ζωή, δηλαδή τον καπιταλισμό, που είναι συνώνυμο του θανάτου και μας δίνει ψίχουλα για τη ζωντανή εργασία μας. Αλλά αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, η ζωή δεν είναι επιβίωση, η αναπαραγωγή του είδους μας και βασικά του κεφαλαίου.

Θάνατος είν' τα κέρδη που γεννιούνται
Σε στάχτες, κάτεργα και αποκαΐδια


Όταν η Μποφίλιου έλεγε «είμαστε με τον άνθρωπο», έπεσαν να την φάνε τα τρολ της κυβέρνησης -ποιον άνθρωπο εννοεί κτλ. Και αυτή έδωσε πληρωμένη απάντηση, «εμείς είμαστε με τον άνθρωπο, ας πουν αυτοί με ποιον είναι, για να ξέρουμε». Λες τώρα να έμαθαν; Να απέκτησαν αυτογνωσία; Μετά το έγκλημα στα Τέμπη; Μετά τη Βιολάντα;

Εμείς μιλάμε για ανθρώπινες ζωές. Αυτοί για κέρδη και ζημιές. Θρηνούν για την επιχείρηση, δείχνουν ταξική αλληλεγγύη στον εργοστασιάρχη. Οι ζωές είναι παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα δεύτερη φύση του συστήματος. Κι αν έχεις συνηθίσει το αίμα και τα «ατυχήματα», γιατί όχι και τον γύψο; Γιατί όχι τον φασισμό, με τις ναζιστικές συμμορίες και τον υπόκοσμο; Όσοι θρηνούσαν χτες τα ντουβάρια και τις μηχανές, είναι ταξικοί απόγονοι των κρυφο-δωσίλογων, που θρηνούσαν για τα θύματα των Ναζί επί Κατοχής. Αλλά όχι για τους εκτελεσμένους στο Σκοπευτήριο -κόκκινοι, σαν το αίμα τους που κυλούσε άφθονο στις κατηφόρες της Καισαριανής, ζητώντας εκδίκηση-δικαίωση.

Η δικτατορία της πολιτικής ορθότητας δεν τους αφήνει να εκφραστούν ελεύθερα. Να ρωτήσουν πχ πώς γλίτωσαν τόσοι εργάτες; Γιατί ήταν έξω για διάλειμμα και έβαζαν μέσα το αφεντικό -που δεν μπαίνει ποτέ μες στις μονάδες, αλλά απομυζά σαν παρασιτική μονάδα τον συλλογικό κόπο της τάξης μας, χωρίς την οποία γρανάζι δε γυρνά, και ούτε καν μπισκότα μπορούν να φτιάξουν.

Κι αν όλα αυτά τα ακούς από θεούς, αρχόντους, βασιλιάδες, ξέρεις πως τίποτα απάνθρωπο δεν τους είναι ξένο, δεν υπάρχει έγκλημα που θα τους κάνει να διστάσουν. Δε βρίσκουν λόγια παρηγοριάς, δε χάνουν ποτέ το ταξικό τους κριτήριο, μόνο καμιά φορά τη μιλιά τους -σαν τη Βούλτεψη, που κατάπιε τη φαρμακόγλωσσά της, με την ατάκα του Κατσώτη για τη μάνα της -δεν είναι αυτή που νομίζετε.

Αλλά αν αυτό περνάει στον απλό κόσμο, της δικής μας τάξης, στερεύεις από ελπίδα και λόγια, αποσύρεσαι στη σιωπή σου, σαν φόρο τιμής στη χαμένη ταξική συνείδηση και τα λοβοτομημένα σχόλια για «τα αγαπημένα τους μπισκότα» και μια «επιχείρηση-υπόδειγμα», που δεν είχε δώσει δικαιώματα -στους εργάτες.
Ραγιαδισμός, το κατώτερο στάδιο της απανθρωποποίησης, που σφραγίζει όλα τα άλλα.

Δεν είναι ανθρώπινη ζωή να «προτιμάς» νυχτερινή βάρδια για να δεις τα παιδιά σου στο φως της μέρας -και όχι όταν κοιμούνται. Δεν είναι ζωή το 13ωρο, τα σπαστά ωράρια, που σπάνε τη μέρα σου στη μέση -ενίοτε και την ίδια τη μέση σου-, τα κάτεργα, το λειψό σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, τα εργατικά «ατυχήματα» που ούτε καν καταγράφονται -πόσο μάλλον να καταγραφούν οι αιτίες τους, να εκπονηθούν μελέτες και σχέδιο αντιμετώπισης. Αν δεν έχει καταγραφεί, είναι σα να μην υπάρχει. Κι έτσι ευημερούν και οι στατιστικές και οι επιχειρήσεις -αλλά όχι ο άνθρωπος...

Ατυχήματα μπορεί να συμβούν. Αυτό που τα αναβαθμίζει σε εγκλήματα είναι η εγκληματική τους αδιαφορία να πάρουν στοιχειώδη μέτρα για να μην ξανασυμβούν. Η μίζερη διαχείριση του κόστους, επικοινωνιακού ή ανθρώπινου -γιατί ως τέτοιο μας βλέπουν-, ότι δεν έκαναν τίποτα απολύτως για να το αποτρέψουν, ότι περιμένουν απλώς να περάσει ο χρόνος για να ξεθυμάνει η οργή μας.

Μας λένε πως η αμνησία είναι μια ευεργετική ιδιότητα για τον άνθρωπο, που έτσι μπορεί να ξεπερνά τα έντονα τραυματικά βιώματα, για να μην τρελαθεί από τον ψυχικό πόνο. Αυτή είναι το επόμενο στάδιο, ως ακραία εκδοχή αυτής της λογικής, που μας θέλει χρυσόψαρα χωρίς μνήμη, για να μην αποκτήσουμε ταξική συνείδηση. Να μη συμπεραίνεις, να μην καταλαβαίνεις τίποτα, να είναι όλα σαν πρώτη φορά (Αριστερά), να πέφτεις από τα σύννεφα, για να αναληφθείς στο επόμενο «ατύχημα» στους ουρανούς που περιμένουν την έφοδό μας επί ματαίω.

Μας λένε ακόμα πως πρέπει να θυσιάσουμε κάποιες ελευθερίες προς όφελος της ασφάλειας -βασικά του συστήματος και της τάξης που κυβερνά. Αυτό που δε μας λένε είναι ότι συγχρόνως θυσιάζουν την ασφάλεια των εργατών προς όφελος της ελευθερίας των αφεντικών να τους εκμεταλλεύονται.

Αλλά δεν πρέπει να επικρατήσει σιγή νεκροταφείου για τα εργοδοτικά-κρατικά εγκλήματα, ούτε να γίνουν νεκροταφείο για την τάξη μας οι χώροι δουλειάς. Οργάνωση, αγώνας -αυτά είναι τα μόνα αντίδοτα για τον θάνατο. Αλλιώς στο εργοστάσιο πια δεν έχουμε ζωή, στη Δραπετσώνα (με τα καζάνια του θανάτου), στο Πέραμα, στη Γλυφάδα, στα Τρίκαλα στα δυο στενά (θα πάμε σαν Σακαφλιάδες στις Συμπληγάδες), μια ωραία πόλη με ευρωπαϊκό άρωμα, χαίρεσαι να σκοτώνεσαι στη δουλειά (στην κυριολεξία) ή να κρεμιέσαι στον φανοστάτη, χωρίς σώμα.

Κι αν σκάβουμε λάκκους, σαν τυφλοπόντικες, δεν είναι για να θάψουμε τους νεκρούς μας, αλλά τον γέρικο κόσμο της εκμετάλλευσης. Τον βρικόλακα της νεκρής εργασίας του κεφαλαίου που τρέφεται με ζωντανή εργασία -και με νεκρούς εργάτες.

Η ζωή συνεχίζεται, η φάμπρικα (του κέρδους) δε σταματά. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά κυλά μπροστά μόνο με αγώνα. Η ζωή είναι αγώνας -και όχι μόνο για επιβίωση. Η ζωή συνεχίζεται, αρκεί να μην είμαστε κομπάρσοι της, ακόμα και στον θάνατό μας, και να μη γίνουν συνήθειά μας τα εγκλήματά τους.