Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπογιό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπογιό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Θερινό δελτίο θυέλλης

Συνεχίζοντας στο χτεσινό μήκος κύματος

Ο Στίβεν Χόκινγκ ψηφίζει Πανσπουδαστική
Και ο Στίβεν Χόκινγκ; Και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν; Ναι, είναι αλήθεια, είναι μαζί μας, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Εντάξει, όχι να γίνουν οργανωμένα μέλη, αν και ο Αλβέρτος συμφωνούσε γενικά με το στρατηγικό μας στόχο (δες μπροσούρα "γιατί σοσιαλισμός;"). Αλλά Πανσπουδαστική θα ψήφιζαν, δεν μπορεί. Δεν είναι τυχαίες εξάλλου οι κόκκινες πρωτιές σε όλα σχεδόν τα Φυσικά τμήματα ανά την Ελλάδα.

Τελευταία αφορμή ένα άρθρο (δοκίμιο) του Χόκινγκ στη Γκάρντιαν, όπου λέει στρογγυλεμένα -και όπως μπορεί να πει κανείς αυτά τα πράγματα σε ένα φιλελεύθερο ακροατήριο, για να τα καταλάβει και να τα δεχτεί- ότι πρέπει να αλλάξει τη στάση του απέναντι στον πλούτο, τα πράγματα, τη γνώση, τις δημόσιες δαπάνες (που στη δική του περίπτωση το βοήθησαν να παραμείνει ζωντανός) αλλά και την ιδιοκτησία.

Να συνεργαστούμε όλοι μας για ένα κοινό όραμα και η προσπάθεια μας αυτή μπορεί να διασφαλίσει ότι η ανθρωπότητα μπορεί να επιβιώσει. Θα πρέπει να προσαρμοστούμε, να επανεξετάσουμε και να αλλάξουμε κάποιες από τις θεμελιώδεις παραδοχές μας σχετικά με το τι εννοούμε με τον όρο πλούτου, την κατοχή πλούτου, τι είναι δικό μου και τι δικό σου. Ακριβώς όπως τα παιδιά, θα πρέπει να μάθουμε να μοιραζόμαστε.
Εντάξει, δεν μπορεί να περιμένει κανείς περισσότερα μάλλον από κάποιον με τη θέση του Χόκινγκ. Και όσα λέει στη συνέχει για το Brexit και τον απομονωτισμό δεν είναι αναγκαστικά θέση υπέρ της ΕΕ, αλλά γνήσια ανησυχία για μια υπαρκτή (κι όχι ακριβώς ελπιδοφόρα) τάση.

Ο Τόσκας στηρίζει το οργανωμένο, συλλογικό κίνημα
Είναι ίσως από τα πιο πετυχημένα τρολαρίσματα όλων των εποχών. Η επέμβαση της αστυνομίας στις καταλήψεις στέγης για πρόσφυγες και μετανάστες έφερε την κλασική σκηνή Σύριζα εναντίον Σύριζα, όπου το κόμμα εκφράζει την αντίθεσή του με την πολιτική της κυβέρνησης και (νομίζει πως) κρατάει καθαρή τη (σχιζοφρενική) συνείδησή του. Ο Τόσκας όμως ήρθε να δώσει απόλυτη κάλυψη -αν τυχόν κάποιοι είχαν ψευδαισθήσεις πως το βαθύ, αστυνομικό κράτος δρα αυτόβουλα και αυθαίρετα, για να εκθέσει πολιτικά την κυβέρνηση. Το γαμάτο της υπόθεσης είναι πως θέλησε να τις δικαιολογήσει, με ντεμέκ σοβαρό πολιτικό σκεπτικό, γιατί η λύση του προβλήματος θα 'ρθει συλλογικά κι οργανωμένα, κι όχι μέσα από τέτοιες (καλοπροαίρετες πλην μεμονωμένες) κινήσεις.

Το τρολάρισμα είναι τόσο προλεκάλτ κι έμπλεο Πασοκιάς, που δεν αποκλείεται να βρει και συνέχεια.
Να χτυπήσουν δηλ τα ΜΑΤ μια απεργιακή κινητοποίηση, γιατί τα αιτήματά της είναι συντεχνιακά κι οικονομίστικα ή ρεφορμιστικά, χωρίς να αναδεικνύουν την αιτία και το στρατηγικό στόχο πάλης.
Να χτυπήσουν μια αντι-ιμπεριαλιστική κινητοποίηση πχ έξω από την αμερικάνικη πρεσβεία, γιατί το αντι-ιμπεριαλιστικό στοιχείο πρέπει να μπολιάζεται με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, και να μην έχει χαρακτήρα αντίθεσης απέναντι σε μια (παγκόσμια) υπερδύναμη.
Να χτυπήσουν μια κινητοποίηση έξω από τα γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πχ σε μια επίσκεψη κλιμακίου της Τρόικα, γιατί έτσι δεν αναδεικνύονται οι ευθύνες της ελληνικής κυβέρνησης και των κρατούντων...
Και να διαλύσουν με χημικά τις καθιερωμένες πορείες της 6ης Δεκέμβρη, γιατί αναλώνονται σε ένα στείρο αντιμπατσικό μέτωπο, αντί να θέσουν στο στόχαστρο το αστικό κράτος συνολικά και την οικονομική εξουσία του κεφαλαίου.

Τι ωραία που περνά κανείς, όταν έχει μια κυβέρνηση με μαρξιστικό υπόβαθρο, γεμάτη κομμουνιστές κι αποστάτες της τάξης τους, σαν τον Κατρούγκαλο...

Ο αριστερός Κουτσογιωργισμός
Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσετε την "αριστερή, εναλλακτική" αλλεργία απέναντι στο ΚΚΕ, με αφορμή το δημοψήφισμα. Η οποία, αντί να παραδεχτεί εκ των υστέρων, έστω, πως το ΚΚΕ είχε δίκιο για όσα προειδοποιούσε τον ελληνικό λαό, κι ήταν το μόνο που την άλλη μέρα του δημοψηφίσματος υπερασπίστηκε το ΟΧΙ του ελληνικού λαού, υψώνουν το δάχτυλο για να του πουν πως δε δικαιούται να ομιλεί, με ύφος χιλίων κουτσογιώργηδων, όπως έγραψε κι ο Μπογιό. Γιατί το ΚΚΕ φταίει, ακόμα κι όταν έχει δίκιο. Ποιος του είπε να δικαιωθεί δηλαδή;

Το ενδιαφέρον σε όλα αυτά είναι πως το Press Project επέλεξε ή αναγκάστηκε να δώσει βήμα σε κάποιον από το κόμμα, για να απαντήσει. Και για να ένιωσε αυτήν την ανάγκη, πάει να πει πως ένας κόσμος (κι όχι απαραίτητα δικός μας, δεν είναι αυτό το βασικό κοινό της ιστοσελίδας) δεν τρώει το κουτόχορτο που του πασάρουν κι αντιδρά.

Υλικό για τσαούσες
Ενημέρωση προς όσους πρόθυμους έχουν βάλει στο στόχαστρο το γγ και στόχο ζωής να βρίσκουν υλικό για να αγανακτήσουν.
Πήγε στο Προεδρικό Μέγαρο για τη γιορτή της (αστικής) Δημοκρατίας. Ήταν συνοφρυωμένος αλλά φορούσε γραβάτα.
Χτες κυκλοφόρησε και μια φωτό, όπου μια τηλεπερσόνα της σειράς θέλησε να βγει σέλφι μαζί του. Να υπενθυμίσω πως στη μαθητική σκηνή του Φεστιβάλ (πρόπερσι στη ΛΔ του Βορρά) είχε γίνει και διαγωνισμός για την καλύτερη σέλφι.
Κι επίσης έδωσε μια συνέντευξη στα Παραπολιτικά, που περιέχει και σημεία με πιο προσωπικά στοιχεία (για τα παιδικά του χρόνια).
Αυτά. Μην τα αφήσετε αναξιοποίητα, κρίμα θα είναι...

Θερινή ψηφοφορία
Στο κατώφλι του Αυγούστου, που θεωρητικά δεν έχει ειδήσεις, η κε του μπλοκ βάζει μετά από καιρό (και δοκιμαστικά) μια προλεκάλτη ψηφοφορία να τρέχει τον επόμενο μήνα, με το καίριο ερώτημα: ποιος πιστεύετε ότι εκφράζει γνήσια σήμερα το πνεύμα του "παλιού, καλού Σύριζα"; Για να πάρει τη θέση του και να έχουμε μία από τα ίδια. Άλλες ιδέες και προτάσεις για υποψηφιότητες δεν μπορούν να προστεθούν εκ των υστέρων, αλλά είναι ευπρόσδεκτες.

Υγ: κι επειδή αυτές οι αναρτήσεις ήταν συνήθως βούτυρο στο ψωμί του 4.14. Πού χάθηκε αυτή η ψυχή και γιατί εγκατέλειψε τα διαδικτυακά εγκόσμια;

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Συναρπαστικά χρόνια

Κι ενώ η επικαιρότητα τρέχει πιο γρήγορα κι από τον Άδωνη Γεωργιάδη στους «δρόμους της Φωτιάς» (κρίμα πάντως να μην έχει ακόμα ως σήμα τη δάδα η ΝΔ, για να τρέχει κι ως λαμπαδηδρόμος), η κε του μπλοκ κάνει μια αναδρομή σε ό,τι μας έκανε σοφότερους αυτές τις μέρες.

Η ελληνική Βουλή απέκτησε νέο πρόεδρο στη θέση της Ζωής, που έδινε την εντύπωση πως είχε ταμπουρωθεί εκεί τις τελευταίες μέρες της θητείας της. Αντ’ αυτής σε ρόλο Γουλιμή, το ανθρωπάκι της Μονόπολης-εσωτερικού, που θα βοηθήσει τα μονοπώλια εσωτερικού και εξωτερικού να αυξήσουν απρόσκοπτα την κερδοφορία τους.
Όσο για τις πομπώδεις δηλώσεις του πρωθυπουργού πως τα μεγάλα συμφέροντα θα είναι η πραγματική αντιπολίτευση στην κυβέρνησή του, η μόνη περίπτωση να αποκτήσουν κάποια βάση είναι να εκπροσωπεί κάποια άλλα μεγάλα συμφέροντα στα πλαίσια μιας ενδοαστικής σύγκρουσης, ή εναλλακτικά να παίξει το μεγάλο εναλλακτικό επιτραπέζιο αντι-Monopoly, που είναι τόσο ριζοσπαστικό, όσο κι ο Σύριζα. Αλλά δεν ξέρω αν έχει κρατήσει το κλασικό ανθρωπάκι της κλασικής Μονόπολης ή αν το έχει αντικαταστήσει με το Βούτση.

Αυτή τη φορά μπορεί να μην υπήρχαν οι γελωτοποιοί του Ποταμιού να καμαρώσουν τους εαυτούς τους με «σέλφι», προσπάθησε να καλύψει επάξια το κενό τους ο σελΦίλης, που πήρε ήδη πολύ σοβαρά το ρόλο του.
Όσο για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, ο Τσίπρας διάβασε από μέσα ένα ανιαρό κείμενο, κατορθώνοντας να γίνει ακόμα πιο βαρετός, όταν μιλούσε εκτός κειμένου. Μίλησε για ένα σωρό εικονικές μάχες της κυβέρνησής του, όχι όμως για κάποια ναυμαχία, προς τιμήν του κυβερνητικού του εταίρου. Ενώ ακόμα κι από αυτά τα ανιαρά κείμενα, που συνήθως εξωραΐζουν την πραγματικότητα, δεν προκύπτει καμία αχτίδα φωτός, προοπτική άμεσης ανακούφισης, αναπτυξιακής φούσκας, κτλ, για να ξεγελάει ο κόσμος τον πόνο του. Το αστικό πολιτικό σύστημα ολοκληρώνει ομαλά την αναμόρφωσή του, το αντιμνημονιακό μέτωπο περνάει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, αφού επιτέλεσε το ρόλο του, κι η ελπίδα περιμένει παγωμένη τον μαρμαρωμένο βασιλιά...

Προχτές, παρεμπιπτόντως, έγινε η παρουσίαση ενός βιβλίου για τον κοινοβουλευτικό Κάππο, με την επιμέλεια του γιου του, Θανάση. Το κοινοβουλευτικό έργο του Κάππου είναι πράγματι πλουσιότατο και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μια ενδιαφέρουσα κι αποκαλυπτική μελέτη για το φάκελο της Κύπρου, όταν εδέησε να τον ανοίξει το Πασόκ. Αλλά δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τον (εξω)κοινοβουλευτικό κρετινισμό της Ίσκρα και κατά καιρούς του Πριν, όπου αρθρογραφούσε, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, ο γιος Κάππος.

Παραμένοντας στην κατηγορία νέες κυκλοφορίες, ο Μπογιό θα βγάλει καινούριο βιβλίο, με άρθρα του από τον Ενικό (αν δεν κάνω λάθος), όχι όμως από τις εκδόσεις Λιβάνη, με τις οποίες είχε συμβόλαιο και υνεργάστηκε για το μπεστ-σέλερ «είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε», αλλά από το ΚΨΜ, με τη συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση.

Βιβλία, όπως και γέλιο επίσης, βγάζει κι ο Άδωνης (για να κλείσουμε το φαύλο, διαλεκτικό κύκλο του κειμένου), που βάζει υποψηφιότητα για Πτ(Ν)Δ, δηλαδή Πρόεδρος της (Νέας) Δημοκρατίας, και χτες βγήκε στο Χατζηνικολάου, βάζοντας τα δυνατά του για να μας δείξει πως δε βγήκε από κάποιο πολιτικό τζάκι, για αυτό ζορίστηκε να βρει πενήντα ονόματα να βάλουν γι’ αυτόν την υπογραφή τους, και να βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά, βάζοντας την ακροδεξιά σφραγίδα του στη Συγγρού, και να ξεχαστούν οι παλιές ατασθαλίες και τα μπες-βγες από την παράταξη. Εξάλλου, όπως λέει και ο ίδιος: «τι ήταν το ΛΑΟΣ; Δεξιό δεν ήταν; Τι ήταν δηλ, το ΚΚΕ;»

Από την εμφάνιση του Άδωνη κρατάμε επίσης τη δέσμευσή του πως αν εκλεγεί, θα ζήσουμε συναρπαστικά χρόνια (πολλά μπορεί να μην είναι, τουλάχιστον όμως δε θα πλήξουμε) και τον ιδεολογικό αγώνα των στελεχών μιας παράταξης, που συνέδεαν πάντα τις ιδεές τους με τη μάσα, για το προφίλ που θα πουλήσουν: περήφανο ακρο-δεξιό ή φιλελεύθερο ή κεντρώο μετριοπαθές ή φρέσκο, καινό και κενό, σαν το ροδομάγουλο Τζιτζικώστα. Γράφω προφίλ, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία ουσιαστική διαφορά, όχι απλώς μεταξύ των υποψηφίων της Νδ, αλλά κι όλων των επιμέρους συστατικών του αστικού πολιτικού χυλού. Θα μπορούσε κάλλιστα στη θέση τους να είναι υποψήφια η Φώφη, ο Σταύρος ή ακόμα κι ο Αλέξης, που έχει πάρει το κολάι και βγαίνει νικητής σε κάθε κάλπη. Κάποιος δεξιός, όπως βγαίνεις, ή πιο αριστερός, όπως μπαίνεις. Τι σημασία έχει άλλωστε; Αφού ακριβώς την ίδια πολιτική εφαρμόζουν.


Το μεγάλο κατόρθωμα κι η πρωτοτυπία του Σύριζα, δηλ του νέου Πασόκ, είναι πως ενώ σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, η σοσιαλδημοκρατία παρακμάζει και οι ψηφοφόροι της γυρίζουν την πλάτη, γιατί «προτιμούν» την αυθεντική δεξιά, για να εφαρμόσει τα μέτρα που πιστεύει, εδώ το σχήμα αντιστρέφεται κι ο κόσμος εμπιστεύεται αυτόν που θα εφαρμόσει ακριβώς τα ίδια αντιλαϊκά μέτρα, αλλά παρά τη θέλησή του, κι αυτό του δίνει ηθικό πλεονέκτημα.

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Δύο κείμενα για το Μουντιάλ

Το παγκόσμιο κύπελλο ήταν και θα είναι –όχι ελληνικό, αλλά- μουντιάλ κι όχι world cup ή όπως αλλιώς σκεφτεί να το μετονομάσει η (πούτα) φίφα, με την ίδια έννοια που το ελληνικό πρωτάθλημα θα είναι πάντα η άλφα εθνική (κατηγορία), για να βγαίνει και το σύνθημα «εκεί-εκεί…» με τις ομάδες που πηγαίνουν για υποβιβασμό, και δε θα καθιερωθεί ποτέ στη συνείδηση του μέσου φιλάθλου ως σούπερ-λιγκ.

Το μουντιάλ είναι επίσης η ευκαιρία να θυμίσουμε στους εαυτούς μας πως παραμένουμε παιδιά, ένας απενοχοποιημένος παλιμπαιδισμός, όπου φωνάζουμε, χαιρόμαστε, χοροπηδάμε, κλαίμε καμιά φορά χωρίς σοβαρό λόγο, αφηγούμαστε δημιουργικά σπορ ιστορίες με αρκούδες και χιλιάδες υπερβολές, χωρίς να μεγαλώνει η μύτη μας. Και να φανταστείς πως τώρα υπάρχει ο αδιάψευστος μάρτυρας του βίντεο, σε αντίθεση με παλιές, (παρα)μυθικές εποχές, οπότε κάθε ιστορία πρέπει να κρατήσει και ένα άλλοθι αληθοφάνειας, χωρίς να απομακρύνεται πολύ από τα γεγονότα ή να εφευρίσκει δικά της. Μπορεί κάλλιστα όμως να επιλέξει εκείνα τα γεγονότα που θα τη βοηθήσουν να χτίσει το μύθο της. Η τεχνολογία προσδίδει φοβερή ισχύ στο ψέμα ή τις μισές αλήθειες (που είναι περίπου το ίδιο) και αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς από πρώτο χέρι, με το ρόλο του διαδικτύου στην πολιτική.

Η ιστορία των μουντιάλ είναι το ξετύλιγμα του νήματος των αναμνήσεών μας. Από τον χορό του ροζέ μιλά, το κλάμα του ντιέγκο στον τελικό του 90’ και τέσσερα χρόνια μετά, όταν πιάστηκε ντοπέ, τις καράφλες του μπαρτέζ και του ζιντάν (αν και κανείς δε φτάνει αυτή του βούλγαρου λέτσκοφ) και το keep walking του μπάτζιο, μέχρι την κουτουλιά στο ματεράτσι και την αφιέρωση του blaugrana ινιέστα στο μακαρίτη χάρτκε της μισητής γειτόνισσας εσπανιόλ. Και από το ναυάγιο του 94’ με το 4-4-2 του αλκέτα (τέσσερα από αργεντινή και βουλγαρία, δύο από νικηρία), στο πρώτο γκολ και την πρώτη νίκη με τη νιγηρία στη νότια αφρική το 10’.

Το μουντιάλ είναι η ανάγκη μας να χαμογελάσουμε, να κάνουμε καζούρα, και λίγο χαβαλέ, όχι γιατί μας τον επιβάλλουν, αλλά γιατί τον χρειαζόμαστε, χωρίς οπαδικά γυαλιά και στεγανά που τον κάνουν «άγουστο» και επικίνδυνο. Η ανάγκη να ξεφύγουμε λίγο από τη μίζερη πραγματικότητα, χωρίς να ξεχνάμε στιγμή όσα χρειάζονται για να την αλλάξουμε.

Κι ίσως φανεί τραγικό, αλλά το μουντιάλ κι όλες οι μεγάλες αθλητικές στιγμές είναι ίσως για πολύ κόσμο ό,τι πιο κοντινό θα βιώσει ποτέ σε μια κάποια αίσθηση διεθνισμού και συλλογικότητας, με τους λαούς του κόσμου να έχουν στραμμένα τα μάτια τους στη στρογγυλή θεά και τα καπρίτσια της.

Είναι επίσης η ευκαιρία να βρουν δικαίωση (ή να διαψευστούν παταγωδώς) κάποιες ποδοσφαιρικές εμμονές ή αντιπάθειές μας: η απέχθεια για την αβάσταχτη ελαφρότητα του βραζιλιάνικου φολκλόρ και τα ψυχρά πάντσερ του.. μερκελισμού· οι παράλληλοι βίοι του μέσι με το μαραντόνα· η λατρεία για τους αργεντινούς και τους μποέμ ολλανδούς, που ούτε τώρα θα το πάρουν· και οι μπλαουγκράνα ανταύγειες της ισπανίας.

Το μουντιάλ σε τελική ανάλυση είναι κάτι σαν λαϊκή προσομοίωση της τέχνης, με τους βιρτουόζους της μπάλας, τους ποιητές της κερκίδας, τις ντρίμπλες που χορεύουν τις άμυνες και αφήνουν άγαλμα τον τερματοφύλακα, τους θεατρίνους στο χόρτο, τους σκηνοθέτες του πάγκου κι όλα όσα σμιλεύουν την ψυχή του φιλάθλου και κάνουν το ποδόσφαιρο να θεωρείται το μπαλέτο της εργατικής τάξης.


Το μουντιάλ όμως δεν είναι μόνο η λάμψη των αστέρων, της μπάλας και των χορηγών, αλλά κυρίως η αθέατη πλευρά του. Είναι πρωτίστως η άλλη βραζιλία, που υποφέρει κι εξεγείρεται, οι παραγκουπόλεις με τις φαβέλες δίπλα στους ουρανοξύστες, η συσσωρευμένη δυστυχία και φτώχεια, που είναι μονίμως στη σέντρα και τρώει αλλεπάλληλα γκολ στην καθημερινή ζωή, οι εργάτες που θυσιάστηκαν για να στεριώσουν τα καινούρια γήπεδα, σα σύγχρονα γεφύρια της άρτας, και να είναι έτοιμα στην ώρα τους, οι συνάδελφοί τους στο μετρό που απεργούν, κτλ.

Ακόμα και με καθαρά ποδοσφαιρικούς όρους να το δει κανείς, το μουντιάλ είναι η υπερκόπωση των καταπονημένων ποδοσφαιριστών, που είναι σα στυμμένες λεμονόκουπες και δεν μπορούν να παίξουν στο μάξιμουμ της απόδοσής τους, ο θρίαμβος της σκοπιμότητας, τα άνοστα ματς-σούπες μες στο κατακαλόκαιρο, κτλ.

Φέτος στην ευρώπη, πολλοί σύλλογοι έμοιαζαν με ακριβά αμάξια πολυτελείας που είχαν ξεμείνει από βενζίνη στην τελική ευθεία και πήγαιναν με κεκτημένη ταχύτητα. Στην ισπανία οι διεκδικητές του τίτλου δεν πέτυχαν ούτε νίκη τις τελευταίες αγωνιστικές. Στην αγγλία πάλεψαν για τον τίτλο ως το τέλος μία ομάδα που έμεινε νωρίς εκτός ευρώπης και μια άλλη που δεν είχε εξ αρχής ευρωπαϊκές υποχρεώσεις. Στον τελικό του τσου λου η φιναλίστ ατλέτικο κατέρρευσε σταδιακά μετά από μία ώρα παιχνιδιού κι έμεινε από λάστιχο στην παράταση. Ο πορτογάλος ρονάλντο μοιάζει σκιά του καλού του εαυτού εδώ και δύο μήνες, ενώ ο μέσι που μοίραζε κάποτε σακούλες για εμετό στους αντιπάλους του, τώρα υποφέρει ο ίδιος από εμετούς και ναυτίες. Ο κόσμος λαχταρά να δει καλό θέαμα κι ωραία παιχνίδια, αλλά οι οιωνοί δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικοί για αυτά που θα δούμε τον επόμενο μήνα.

Ούτε η παράδοση εξάλλου, αν ξετυλίξουμε όλο το μίτο των αναμνήσεων.
Το 90’ η γερμανία σπρώχτηκε προς τον τίτλο, γιατί έπρεπε να σφραγίσει με μια αθλητική επιτυχία την ενοποίησή της (διάβαζε καλύτερα προσάρτηση της λδγ). Το 94’ η φίφα όρισε τον τελικό κι άλλα παιχνίδια ντάλα μεσημέρι μες στο κατακαλόκαιρο, για να πέσει σε βολική τηλεοπτική ώρα (prime time) για τις μεγάλες αγορές της ευρώπης. Το 98’ ο ρονάλντο είχε επιληπτικό επεισόδιο πριν από τον τελικό με τη γαλλία, αλλά έπαιξε κανονικά, για να μη μείνουν μπουκάλα οι χορηγοί, χωρίς τη λάμψη του φαινομένου, που ήταν σβηστός εκείνη τη μέρα στο γήπεδο.

Το καλοκαίρι του 02’ θυμάμαι αποχαιρετήσαμε στη σχολή τις συμφοιτήτριές μας, γιατί δε θα μας έβλεπαν τις επόμενες μέρες και καταλήξαμε να τις νοσταλγούμε με όσα είδαμε (κλοτσοσκούφι και κοράκια) στο χειρότερο μουντιάλ όλων των εποχών. Το 06’, το μουντιάλ συνέπεσε με τις καταλήψεις του μαϊούνη και θυμάμαι σε ένα απογευματινό ματς τον διπλανό να μου λέει: ευτυχώς που ήρθες, να πούμε καμιά κουβέντα, γιατί θα με είχε πάρει ο ύπνος. Το 10’ η πιο χαρακτηριστική ανάμνηση ήταν ο.. γλυκός ήχος της βουβουζέλας, γιατί κανένα από τα αστέρια της εποχής (μέσι, ρονάλντο, ρούνεϊ, κακά) δεν πέτυχε έστω ένα γκολ, για να οδηγήσει την ομάδα του στα ημιτελικά τουλάχιστον.




Εν κατακλείδι. Αν το μουντιάλ και το ποδόσφαιρο γενικότερα είναι μια θρησκεία χωρίς απίστους, όπως μας λένε στο βιβλίο τους ο μπογιό κι ο μηλάκας, γίνεται όντως το όπιο του λαού, δηλ η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και το παυσίπονο του κοσμάκη που θέλει να περάσει καλά και να ξεχάσει για λίγο τα προβλήματα και την πραγματικότητα. Κι αν θέλουμε να μην καταλήξει κι αυτό μια κοιλάδα ατελείωτων δακρύων και χασμουρητών (και μια αθλητική εκδοχή της σίλικον βάλεϊ για τα μεγάλα συμφέροντα), οφείλουμε να καταπιαστούμε με αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα, όχι απλά για να την ερμηνεύσουμε με διάφορους τρόπους, αλλά για να την αλλάξουμε.

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Η ανάκριση

Κάλλιο αργά παρά ποτέ λέει ο θυμόσοφος λαός. Όταν λοιπόν είδαμε πως ο θίασος του καζάκου έρχεται στα χανιά για να ανεβάσει την ανάκριση του πίτερ βάις, δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα για την απόφαση. Στην πορεία μάλιστα νικήθηκαν κι οι όποιοι ενδοιασμοί περί πιθανής… «απεργοσπασίας» (λευκής από την πλευρά μας ως θεατές κι από τη δική τους ως ηθοποιοί), καθώς η παράσταση έδενε άριστα με το απεργιακό κλίμα της χτεσινής ημέρας κι αναδείκνυε μια σημαντική διάσταση για το εργατικό κίνημα και την πάλη του ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο.


Η ανάκριση είναι στην ουσία μια ντοκιμαντερίστικη αφήγηση των «ανδραγαθημάτων» των ναζί στο κολαστήριο του άουσβιτς. Και για εμάς τους αμύητους αποτελεί μια καλή εισαγωγή στην κατανόηση της έννοιας της μπρεχτικής αποστασιοποίησης –που με έχει μπερδέψει περισσότερο και από τη διαλεκτική.
Ο βάις καταγγέλλει τη ναζιστική φρίκη και βάζει το θεατή σε μια σκληρή ψυχική δοκιμασία. Δε στοχεύει όμως στο συναίσθημά του, παρά τα πολύ έντονα συναισθήματα που προκαλεί στο κοινό κατά τη διάρκεια του έργου, αλλά στην ενεργοποίηση της συνείδησης και του προβληματισμού του. Δε στοχεύει στα κλαμένα πρόσωπα –και είναι αρκετοί αυτοί που δακρύζουν στην παράσταση- ή στο σφίξιμο της καρδιάς, αλλά στις σφιγμένες γροθιές, που παλεύουν και διεκδικούν. Δεν ενδιαφέρεται για τις καλλιτεχνικές φόρμες, αλλά για την ανάλυση του θέματός του. Δε στέκεται στο προσωπικό δράμα των θυμάτων, αλλά το χρησιμοποιεί ως όχημα για να αναδείξει την ουσία του φασισμού, τα αίτια που τον γεννάνε.

Η ανάκριση δεν αποσκοπεί σε μια προσωρινή ταύτιση του θεατή με τους ήρωες του έργου, που σχεδόν δεν αναφέρονται ονομαστικά. Αλλά στο ταρακούνημά του, δίνοντάς του υλικό να σκεφτεί μετά το τέλος της παράστασης. Με αυτή την έννοια, ο ιστορικός-δημοσιογραφικός (επι)λογος του μπογιόπουλου στο κλείσιμο της παράστασης, δεν έρχεται ως κάτι παράταιρο, αλλά ως επιστέγασμα όσων έχουμε παρακολουθήσει πριν κι επιπλέον τροφή για σκέψη κι επεξεργασία. Το έργο δε θέλει να υποδείξει κάποιο έτοιμο συμπέρασμα στο θεατή, ούτε καταλήγει σε εύκολο από σκηνής διδακτισμό. Αντιθέτως, αποφεύγει το σύνηθες αίσιο τέλος και την πολυπόθητη κάθαρση για το κοινό. Ο θεατής καλείται να αναζητήσει τη λύτρωση έξω από την αίθουσα και το «μύθο», στην πραγματική ζωή με τις πράξεις του και τον αγώνα του.

Ίσως λοιπόν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεχνικής αυτής, ακόμα και αν δεν αποδιδόταν στο υψηλότερο επίπεδο ή δεν απευθυνόταν σε κοινό με θεατρική παιδεία και καλλιέργεια, να ήταν σε κάποια θέατρα της σοβιετικής επαρχίας, όπου όσοι ενσάρκωναν το ρόλο πχ του καπιταλιστή ή του κουλάκου, μόλις και μετά βίας γλίτωναν τις επιθέσεις και το λιντσάρισμα από τους εξαγριωμένους θεατές, που έπαιρναν πολύ στα σοβαρά αυτό που έβλεπαν και σχεδόν κυριολεκτικά τη φράση «πάρε την υπόθεση (του έργου) στα χέρια σου».

Οι μόνοι που αναφέρονται ονομαστικά στο έργο είναι οι βασανιστές κι εκτελεστές του στρατοπέδου. Στις οθόνες της σκηνής εμφανίζεται μάλιστα μια φωτογραφία τους με τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου τους και τις ποινές που τους επιβλήθηκαν. Και εκεί διαπιστώνεις δύο πράγματα: αφενός πως πολλά καθάρματα έζησαν αρκετά για να προλάβουν την πτώση του τείχους και την «ενοποίηση» της γερμανίας, για να νιώσουν «ιστορικά δικαιωμένοι» -αν και είχαν ήδη «δικαιωθεί» κι «αποκατασταθεί» από τις αρχές της δυτικής γερμανίας, στελεχώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον κρατικό της μηχανισμό*. Κι αφετέρου πως τελικά τους επιβλήθηκαν αστείες ποινές κάθειρξης, ενώ οι πραγματικοί ένοχοι (τα γερμανικά –κι όχι μόνο- μονοπώλια της κρουπ, της μπάγερ, κτλ) απουσίαζαν από το εδώλιο.

(*κι εκεί αναπόφευκτα κάνεις ορισμένες συγκρίσεις με… την πάλη των τάξεων που έμεινε ιστορικά αδικαίωτη και τους δικούς μας ήρωες. Πχ το μολότοφ που έφυγε πλήρης ημερών το 86’ και σχετικά μακάριος, πριν από την τελική εκδήλωση της αντεπανάστασης. Ή τη θρυλική πασιονάρια που έφυγε επίσης πλήρης ημερών, τρεις μέρες μετά την πτώση του τείχους. Και δε γίνεται να μην αναλογιστείς την τρομερή σημειολογία και την επίδραση της είδησης στον οργανισμό της –και βασικά στα ψυχικά της αποθέματα. Και προπαντός τους βετεράνους του κόκκινου στρατού, οι οποίοι έχουν μπει στο στόχαστρο των ναζί και των επίσημων αρχών, που παίρνουν εκδίκηση αντιστρέφοντας τους ρόλους της Ανάκρισης).

Οι βασανιστές του στρατοπέδου είναι εκ των τελευταίων τροχών της αμάξης, εκτελεστικά όργανα μιας μηχανής, που σκοτώνει όχι μόνο από μίσος ή ιδεολογία αλλά κυρίως γιατί απέτυχε να πείσει τον κόσμο ότι έχει κάποιο όραμα. Αμετανόητοι ιδεολόγοι χωρίς όμως ιδιαίτερη ιδεολογική κατάρτιση, καθώς δέχονταν διαταγές, υπακούοντας απλώς το νόμο –και δεν είναι δικό τους λάθος που ο νόμος άλλαξε. Με καρικατουρίστικα στοιχεία και κουσούρια που θυμίζουν σε πολλά σημεία τις σύγχρονες φιγούρες του αντικομμουνιστικού εσμού, οι οποίες πάσχουν από επιλεκτική αμνησία, διαπνέονται από θρασύδειλο κυνισμό και τσαμπουκαλεύονται εκ του ασφαλούς και με άνωθεν προστασία.

Η ανάκριση έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό που ξεκινά ήδη από το σχολείο και τη μισή ιστορία που μαθαίνουμε. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τις φρικιαστικές λεπτομέρειες για τους θαλάμους αερίων και τις απεγνωσμένες κραυγές των θυμάτων που συνεχίζονταν κάποιες φορές για αρκετά λεπτά; Ή για τη στενή διασύνδεση του άουσβιτς με τις βιομηχανίες της περιοχής; Για την αδρή χρηματοδότηση των ναζί από τα μεγαλύτερα γερμανικά –και όχι μόνο- μονοπώλια, που επένδυσαν πολιτικά στην επικράτηση του φασισμού; Για τη μεταχείριση των εβραίων και των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου; Για τα γενετικά πειράματα στις γυναίκες κρατούμενες του στρατοπέδου; Ή κι ευρύτερα για τα ολοκαυτώματα δεκάδων χωριών στη σοβιετική επικράτεια από τους ναζί (βασικό θέμα της ταινίας του κλίμοφ «έλα να δεις»); Και για την πολλαπλάσια ένταση και κλίμακα των πολεμικών επιχειρήσεων στο ανατολικό μέτωπο του β’ παγκόσμιου, με τους σοβιετικούς να σηκώνουν σχεδόν μόνοι τους από τις συμμαχικές δυνάμεις το βάρος της απόκρουσης του ναζισμού;

Αξίζει να συγκρίνουμε αυτό το κενό με τις «γνώσεις» μας, τον καταιγισμό πληροφοριών και έγκυρων ρεπορτάζ για τη σοβιετική ένωση: τα γκουλάγκ, την εξίσωση με το φασισμό, το διαδεδομένο μύθο για τις σφαίρες που περίμεναν όσους πολεμιστές υποχωρούσαν ή επέστρεφαν από την αιχμαλωσία. Και γενικώς με την αστική ευαισθησία για τα «εκατομμύρια θύματα του σταλινισμού» και του «κόκκινου ολοκληρωτισμού», τον χυδαίο συμψηφισμό και τη ντροπαλή αποσιώπηση των ναζιστικών εγκλημάτων.

Ίσως στο μέσο θεατή φανεί το έργο πολύ.. στρατευμένο, γραμμένο από κομμουνιστές για κομμουνιστές. Ο συγγραφέας του ήταν μαθητής του μπρεχτ, οι πρωταγωνιστές-κρατούμενοι του στρατοπέδου μέλη του κκ γερμανίας, ο φασισμός καταγγέλλεται ως η πιο επιθετική κι απροκάλυπτη εκδοχή του καπιταλισμού. Κομμουνιστές είναι εξάλλου κι οι περισσότεροι θεατές κάθε παράστασης, αλλά κι αρκετοί από τους συντελεστές της: ο καζάκος, ο μπογιόπουλος, ο ορκόπουλος ως γιατρός σε προηγούμενες παραστάσεις –που είναι και στο ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος που ανακοινώθηκε σήμερα. Ίσως πάλι ένας κόσμος να ψάχνει στις εξόδους του κάτι ανάλαφρο και διασκεδαστικό, ως καταφύγιο από τα προβλήματά του και να αποφεύγει ένα έργο που θεωρεί ότι θα τον ψυχοπλακώσει.

Στην πραγματική ζωή όμως δεν υπάρχουν τέτοιες νησίδες και καταφύγια. Και η φασιστική απειλή ξαναθεριεύει όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια. Εφόσον λοιπόν αναγνωρίζουμε την αξία και την επικαιρότητα του έργου, ας αναλογιστούμε τα εξής: ποιος άλλος –αν όχι ο θίασος του κομμουνιστή καζάκου- θα ανέβαζε στις μέρες μας ένα τέτοιο δύσκολο και «αντιεμπορικό» έργο; Ποιος άλλος –αν όχι οι φίλοι του κόμματος- θα γέμιζε τις θεατρικές αίθουσες, με ομαδικά εισιτήρια για συντρόφους και ραντεβού που θυμίζουν προσυγκεντρώσεις; Ποιος άλλος –αν όχι οι κομμουνιστές- θα έδινε μια τέτοια διαλεκτική κι αμφίδρομη σχέση μεταξύ της τέχνης για το λαό και του λαού που στηρίζει από το υστέρημά του αυτούς τους καλλιτέχνες;

Και σε τελική ανάλυση, τι θα ήταν το αντιφασιστικό κίνημα σήμερα, χωρίς τους κομμουνιστές και τη δράση τους, καρφί στο μάτι των αφεντικών και των σκυλιών που τα φυλάνε;

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Ξεφυλλίζοντας

Ο δανεισμός βιβλίων μεταξύ συντρόφων είναι πονεμένη μάλλον ιστορία, όπου όλοι σχεδόν έχουμε υπάρξει κατά καιρούς θύτες ή θύματα. Προχτές κυριακή, η κε του μπλοκ πήρε τη ρίαλ νιουζ, που είχε προσφορά την εντολή της διδώς σωτηρίου –καμία σχέση με την «εντολή σαμαρά» που μας απασχολεί τελευταία- για να αναπληρώσει την απώλειά της από έναν τέτοιο δανεισμό. Και πέρα από το βιβλίο έγινε σοφότερη σε ορισμένα σημεία, ξεφυλλίζοντας το υπόλοιπο φύλλο.

Έμαθα πχ πως ο μπογιόπουλος έχει ξεκινήσει να αρθρογραφεί και στην εφημερίδα του χατζηνικολάου, με μια μικρή στήλη άποψης που στο τελευταίο φύλλο είχε ένα πολύ καλό σχόλιο περί πλεονάσματος. Το οποίο κι αντιγράφω, καθώς δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου να έχει ανέβει διαδικτυακά κάπου αλλού.

Όντως υπάρχει πλεόνασμα. Ανέργων. Στο 1,5 εκατομμύριο οι εμφανώς άνεργοι. Κοντά στο 1 εκατομμύριο οι αφανώς άνεργοι, που ενώ εργάζονται παραμένουν απλήρωτοι για μήνες. Όντως υπάρχει πλεόνασμα. Φτώχιας. Στα 600.000 τα παιδιά που, σύμφωνα με τη Unicef, υποσιτίζονται. Τι ντροπή! Υπάρχει πλεόνασμα. Κοινωνικής αδικίας. Επί «σωτηρίας», οι φόροι σε μισθωτούς και μικροβιοπαλαιστές αυξήθηκαν κατά 7 και 9 φορές. Αλλά στις «εξωχώριες» εταιρείες μειώθηκαν. Κατά 16 φορές! Αυτά τα χρόνια –της «σωτηρίας»- η ψαλίδα της εισοδηματικής ανισότητας των πλουσιότερων με τους φτωχότερους Έλληνες διευρύνθηκε κατά 7,5 φορές! Όντως, υπάρχει πλεόνασμα. Υποκρισίας. Που γίνεται αβάσταχτα εξοργιστική όταν οι υπαίτιοι της λαϊκής δυστυχίας πανηγυρίζουν και, για να θαμπώσουν τα θύματα, επιλέγουν την παλιά γνωστή μέθοδο: Επιδεικνύουν αριθμούς που… ευημερούν. Όντως, υπάρχει πλεόνασμα. Μόνο που είναι βουτηγμένο στην απελπισία. Για να βγάλουν πλεόνασμα (3,9 δις ευρώ ήταν η τελευταία του μέτρηση) αφαίμαξαν πάνω από 63 δις ευρώ (!) από τον ελληνικό λαό. Αλήθεια, με τέτοιες «επιδόσεις», για να μειώσουν το χρέος των 320 δις ευρώ, πόσα… τρισεκατομμύρια σε μέτρα θα κληθεί να επωμιστεί ο λαός; Ναι, αλλά έχουμε πλεόνασμα. Θα χρησιμοποιηθεί, λένε, στις διαπραγματεύσεις με τους «εταίρους». Θυμηθείτε: Θα το χρησιμοποιήσουν για δύο λόγους: Πρώτον, για το ψηφοθηρικό λάδωμα της προεκλογικής τους μηχανής. Δεύτερον, και κυριότερο: Για να εμφανίσουν σαν «δικαιωμένη» την πολιτική της βαρβαρότητας και σαν «αδήριτη ανάγκη» τη συνέχισή της!

Σε άλλα θέματα της εφημερίδας, ο διευθυντής του πγ του καταλληλότερου αλέξη, νίκος παππάς, είπε πως ο κίνδυνος για το σύριζα δεν είναι να γίνει ένα καινούριο πασοκ, αλλά να γίνει ένα άλλο κουκουέ. Και για το μεν πρώτο δεν μπορώ να πω πως υφίσταται κίνδυνος για κάτι που έχει ήδη συντελεστεί κι αποτελεί κομμάτι της πολιτικής πραγματικότητας· ενώ για το δεύτερο μπορούμε να τον βεβαιώσουμε πως ο σύριζα δεν πρόκειται ποτέ να γίνει κκε, όχι στην κάλπη, αλλά κυρίως στο κίνημα και την πολιτική του.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ο παππάς ισχυρίζεται πως ο σύριζα θα υποστηρίξει στο δεύτερο γύρο κάθε κομμουνιστή υποψήφιο απέναντι σε χρυσαυγίτες και κυβερνητικούς εκπροσώπους. Αλλά ακόμα κι αν κάνουμε αφαίρεση από την πείρα που έχουμε και τις κάθε λογής ικαρίες, η ίδια η βάση του σύριζα δε φαίνεται να συμφωνεί μαζί του. Σε δημοσκόπηση για λογαριασμό της εφημερίδας, στο ίδιο φύλλο, σχετικά με την πρόθεση ψήφου στο δήμο αθηνών, υπάρχει ένα ειδικό ερώτημα που εξετάζει ποιον υποψήφιο θα σκεφτόταν γενικά να στηρίξει το σώμα, ανεξάρτητα από το τι θα ρίξει τελικά στην κάλπη. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, μόλις ένας στους τέσσερις-πέντε (22,8%) ψηφοφόρους του σύριζα θα σκεφτόταν να στηρίξει το σοφιανό –σε αντίθεση με το 58,4% που απαντά αρνητικά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο- οριακά πάνω από τον καπερνάρο των ανελ και τον νυν δήμαρχο καμίνη ή άλλους υποψήφιος. Κι αυτό σε πλήρη αντίθεση με την εκλογική συμπεριφορά ενός μέρους των «σκληρών δογματικών κουκουέδων» που υπέκυψε στο εκβιαστικό δίλημμα του σύριζα να μη βγει η δεξιά, στα χνάρια των καλύτερων παραδόσεων του παπανδρεϊκού πασόκ και το απατηλά θέλγητρα μιας «εύκολης λύσης» αριστερής κυβέρνησης.

Αλλάζουμε έντυπο και θεματολογία. Στο πριν, την εφημερίδα της ανεξάρτητης αριστεράς, έχει ανοίξει προεκλογικός διάλογος για το… μέτωπο συμπόρευσης και βασικά για τη συνεργασία με τον αλαβάνο. Είναι κατά της εε ο αλέκος ή απλώς το παίζει; Το πιο εντυπωσιακό ωστόσο δεν είναι τόσο οι εκτιμήσεις του ρούση, του πατέλη και λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων για το σύμμαχο αλαβάνο. Αλλά ότι αυτή η διαμάχη γίνεται μόλις λίγους μήνες μετά την πανελλαδική συνδιάσκεψη της ανταρσύα και την ερμηνεία της πολιτικής της απόφασης, που καθόρισε θεωρητικά το ζήτημα των τακτικών συμμαχιών. Συμβαίνουν όμως αυτά με τις συρραφές θέσεων και τα αμφίσημα κείμενα, που προσπαθούν να τα χωρέσουν όλα.

Στο τελευταίο φύλλο δημοσιεύεται ένα απαντητικό κείμενο τριών μελών της ανταρσύα (ανάμεσά τους αναγνωρίζω ένα ηγετικό στέλεχος της αραν από την οποία προέρχονται πιθανότατα κι οι άλλοι δύο) το οποίο ασκεί κριτική σε ένα πρόσφατο άρθρο των ελαφρού-αναγνωστάκη, που αξιοποιώντας τα αποθέματα της κνίτικης μόρφωσής τους, αναφέρθηκαν στις θέσεις των κλασικών περί ατομικής τρομοκρατίας και τη διαλυτική επίδραση της τελευταίας στο μαζικό κίνημα. Η απάντηση στο κείμενο των τριών είναι πως ο λένιν δεν απέρριπτε γενικά και από θέση αρχής τέτοιες μεθόδους, αλλά συγκεκριμένα παραδείγματα λανθασμένης χρήσης της, ότι το ολιγομελές αντάρτικο του φιντέλ δεν είχε άμεση σύνδεση με το μαζικό κίνημα, αλλά οδήγησε σε θρίαμβο την κουβανική επανάσταση κι ότι δεν πρέπει να απορρίπτουμε κανένα μέσο, χαρίζοντας στο κράτος το μονοπώλιο της βίας, για να μη γλιστρήσουμε στον οικονομισμό, στο λεγκαλισμό (την αστική νομιμοφροσύνη δηλ) και στον κυβερνητισμό, όπως οι κυρίαρχες εκδοχές της αριστεράς.

Δεν είναι στις προθέσεις μου να κάνω συνολική κριτική στο κείμενο, το οποίο θέτει ένα ενδιαφέρον γενικά θέμα προς συζήτηση –αρκεί να μην φετιχοποιούμε τη σύγκρουση, περιορίζοντας την έννοια στην τελική της εκδήλωση, την χρήση όπλων και επαναστατικής βίας και θεωρώντας την τελευταία αποκλειστικό κριτήριο επαναστατικής δράσης. Αφενός όμως κινείται μάλλον στα όρια της τραγικής ειρωνείας η κριτική περί κυβερνητισμού από τη σκοπιά ενός πουλατζικού πχ –που θεωρεί το κράτος σχέση, συσχετισμό δυνάμεων και συνεπώς την κυβέρνηση θέση που μπορεί να καταληφθεί για την καλύτερη προώθηση του αγώνα. Αφετέρου θεωρώ τουλάχιστον εντυπωσιακή την κακή αντίληψη του επίδικου της συγκυρίας, με την οργανωμένη προσπάθεια να χρεωθεί στο οπλοστάσιο της αριστεράς συλλήβδην η ατομική τρομοκρατία και να ταυτιστεί μαζί της κάθε διαφορετική φωνή και αντίδραση.

Εξίσου εκπληκτική είναι η εκτίμηση πως δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά πως τα συλληφθέντα μέλη τέτοιων ομάδων ήταν στημένοι πράκτορες –λες και η δράση τους κρίνεται με υποκειμενικά και όχι με αντικειμενικά κριτήρια. Ή ότι δεν έχει υπάρξει κάποια μεγάλη προβοκάτσια κατά του λαϊκού κινήματος που θα δικαιολογούσε την υπόνοια περί κρατικής προέλευσης τρομοκρατία. Αναρωτιέμαι ωστόσο πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πχ η υπόθεση της μαρφίν στη σταδίου, την ίδια μέρα που ψηφιζόταν το πρώτο μνημόνιο.

Κλείνουμε το σημερινό κύκλο με το τελευταίο τεύχος του περιοδικού μαρξιστική σκέψη –συριζικών και τροτσκιστικών αναφορών, αν κρίνει κανείς από τα περιεχόμενά του και τα μέλη της συντακτικής επιτροπής- που φιλοξενεί διπλό αφιέρωμα στον καβάφη και την ιστορία του κουκουέ –χοντρικά την ίδια περίοδο που εξετάζει και ο πρώτος τόμος του δοκιμίου.

Πώς συνδέονται αυτά τα δύο; Σύμφωνα με το εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης… «ο Καβάφης εξέφρασε και συνόψισε με την ποίησή του αυτό που παραμένει αξιοπρεπές στον παλιό κόσμο, τον αστικό κόσμο που πεθαίνει» ενώ αντιθέτως «στην ιστορία του ΚΚΕ, με αντιφάσεις, θετικά διαλείμματα και στιγμές, και με πολλές αμφισημίες μετά την αποκήρυξη του Άρη το 1945, αλλά οριστικά, αμετάκλητα και διαρκώς εντεινόμενα αφότου επικράτησε η ηγεσία της Παπαρήγα το 1991, κυριάρχησε σε επίπεδο ηγεσίας αυτό που είναι αναξιοπρεπές μέσα στο νέο κόσμο, το σοσιαλιστικό κόσμο που πασχίζει να γεννηθεί». Ενώ στη συνέχεια γίνεται λόγος και για το «ανώμαλο, ζαχαριαδικό καθεστώς» και άλλα συναφή ζητήματα στα οποία θα επανέλθει το περιοδικό με μελλοντικά αφιερώματα.

Δε θα υπήρχε λόγος να ασχοληθούμε περισσότερο με το συγκεκριμένο αφιέρωμα, αν δεν υπήρχε το «άλλοθι πολυφωνίας» που του δίνουν τα κείμενα των συντελεστών του εργατικού αγώνα και του συλλόγου «γιάννης κορδάτος» -αν και δεν είμαι πολύ σίγουρος αν ταυτίζονται πλέον αυτά τα δύο: μια μελέτη του καλτσώνη για τη μαρξιστική συζήτηση στην ελλάδα σχετικά με το κράτος και την επανάσταση στη δεκαετία του 30’, μια μελέτη του πετρόπουλου για το γληνό και ένα κείμενο του λιόση –που έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν με το ίδιο περιοδικό- για την τακτική και στρατηγική του κκε τη δεκαετία του 30 και τις εξελίξεις στην κομιντέρν.

Εκεί ο λιόσης αναφέρει μεταξύ άλλων σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.
Η ΚΔ από το 3ο συνέδριό της, στο οποίο χαράχτηκε η τακτική του Ενιαίου Μετώπου (εφεξής ΕΜ), μέχρι και το 7ο, δεν παρουσίασε μια σταθερή ιδεολογικοπολιτική πορεία. Θεωρούμε πως το 4ο συνέδριο ήταν ένα συνέδριο σταθμός για την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος, όχι όμως το 5ο (1924) και 6ο (1928). Δεν υποστηρίζουμε ότι οι αποφάσεις αυτών των συνεδρίων ήταν για το σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, αλλά ότι υπήρξαν λάθη και αντιφάσεις που δε βοηθούσαν στην ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος. Υιοθετήθηκε το σχήμα του σοσιαλφασισμού (ταύτιζε το φασισμό με τη σοσιαλδημοκρατία), η Εργατική Κυβέρνηση (εφεξής ΕΚ) ταυτίστηκε με τη δικτατορία του προλεταριάτου, το ΕΜ περιορίστηκε ως τακτική που θα εφαρμοζόταν «από τα κάτω» (υποτιμούνταν ή εξαφανιζόταν το «από τα πάνω») και υπήρξαν κάποιες χρονικές φάσεις που εγκαταλείφθηκε η θέση του ενός συνδικάτου και προτιμήθηκε η γραμμή των «Κόκκινων Συνδικάτων» (συνδικάτα που συμμετείχαν μόνον οι κομμουνιστές και ο «κύκλος» τους).

Μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί κανείς με τα συμπεράσματα του λιόση, σίγουρα όμως δε θα βοηθούσε τη συζήτηση ένας αντίλογος που θα βασιζόταν σε υστερικές κραυγές για «προδοσία, εγκατάλειψη αρχών, ιστορική συρραφή και επιλεκτική αποδοχή παλιότερων επεξεργασιών, κτλ». Κι αυτό δεν το λέω για να προλάβω κριτικές εναντίον του λιόση, αλλά ως γενικό κριτήριο που πρέπει να τίθεται σε κάθε κριτική αποτίμηση της ιστορικής διαδρομής της κομιντέρν και να μην υπάρχουν δυο μέτρα και σταθμά.

Σημειώνω επίσης πως ο λιόσης αποφεύγει λόγω χώρου να αναφερθεί κριτικά στη θεώρηση του ελληνικού τροτσκισμού –παραπέμποντας για μια αναλυτική κριτική στο βιβλίο του για την εξάρτηση. Λέει όμως πως οι θέσεις του δε βρήκαν ιδιαίτερη ανταπόκριση και αυτό, χωρίς να αποτελεί τεκμήριο για την ορθότητά τους, «πρέπει ωστόσο να προβληματίσει σοβαρά το γεγονός πως δε συγκίνησαν κανέναν, παρά πολύ μικρές μειοψηφίες».


Κι έχει απόλυτο δίκιο. Το μόνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί εδώ η μειοψηφία οφείλει τουλάχιστον να προβληματιστεί για τις θέσεις της, ενώ για το συνέδριο του κουκουέ τα κριτήρια αλλάζουν και η μειοψηφία έχει το δίκιο με το μέρος της, χωρίς να αναλογιστεί γιατί δεν κέρδισε την πλειοψηφία.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Προεκλογική καντάδα

Σύντομες θεματικές ενότητες από την χτεσινή μέρα, που όπως θα ‘λεγε και το λαϊκό στρώμα –αν δεν είχε βγει στη σύνταξη- προσφερόταν για μπόλικο αστικό πατατάκι.

Οι φημολογούμενες δυσκολίες στον αρραβώνα αλαβάνου-ανταρσύα εν όψει των προσεχών εκλογών, μου θύμισαν ένα παλιότερο γηπεδικό σύνθημα με τον μπιν λάντεν κι άρχισα να δουλεύω στο μυαλό μου μερικά στιχάκια για να το διασκευάσω. Για να δούμε..

Ρε συ χάγιο, τι να κάνω;
Που δε θέλω να ψηφίσω αλαβάνο
Στον παφίλη θα το ρίξω,
Και το εμπόδιο της δούρου θα πηδήξω
(εντάξει, δεν είμεθα και σεξισταί..)
Θα το ρίξω στον παφίλη
Στην ευρώπη ένα μήνυμα να στείλει
Θα το ρίξω στο θανάση
Είκοσι τοις εκατό να φτάσει
Θα το ρίξω στον κουτσούμπα
Και οι κνίτες θα φωνάζουν ντάμπα-τούμπα
Θα το ρίξω μαργαρίτη (πιθανό ευρωψηφοδέλτιο)
Γιατί ο αλέξης σας το έκλεισε το σπίτι

Πάμε κι άλλη μία εκδοχή
Ρε γκαργκάνα τι θα γίνει;
Που στο βήτα γύρο ψήφισες καμίνη
Θα το ρίξω σοφιανό
Κόντρα στον χριστόφορο
Θα το ρίξω στο λιλάκι
Και στο δήμο πειραιά στην παντελάκη
Θα το ρίξω στον τζατζάνη
Ιστορίες να μου λέει για λαφαζάνη
Θα το ρίξω στον πρωτούλη
Για να γίνουνε αφεντικά οι δούλοι
Θα το ρίξω και στον ζιώγα
Και ο μητσιάς θα τραγουδάει την πιρόγα

(εντάξει, υπάρχουν κι άλλες ρίμες, αλλά δε μου έβγαιναν πολύ καλές κι ευπρεπείς και πέρασαν από λογοκρισία)

-.-.-

Χτες βράδυ στο πάνελ του ενικού είχε συζήτηση για την οικονομία: το πρωτογενές πλεόνασμα (όπου δεν έχεις λεφτά για να πάρεις γάντια πχ, οπότε κόβεις τα χέρια σου κι έχεις και περίσσευμα)· για την ανάπτυξη που έρχεται –πήρε τηλέφωνο να πει ότι κόλλησε στην κίνηση και θα αργήσει λίγο- αλλά δε μας λένε για ποιον και με τι όρους· και για τη βιωσιμότητα του χρέους, που μεγαλώνει, μεγαλώνει… (γερά παιδιά) και τελικά μια χαρά βιώσιμο είναι –αφού θα ζήσει να δεις και θα μας θάψει όλους στο τέλος.

Κι αν θυμάσαι εκείνο το απόφθεγμα ενός παλιού κομμουνιστή για την κρίση –που είναι λέει ένα μακρύ παλούκι που έχουν οι αστοί στον πισινό τους και θέλουν να το χώσουν στο δικό μας- μπορείς να καταλάβεις σφε αναγνώστη πόσο αποτελεσματικές είναι κάποιες λύσεις τύπου επιμήκυνσης… του χρέους και τι ακριβώς συμφέροντα εξυπηρετούν.

Ο χατζηνικολάου συνεχίζει πάντως να αποδεικνύει ότι είναι έξυπνος επιχειρηματίας, που ξέρει να κρατάει ισορροπίες. Καλεί μια εβδομάδα μετά την τηλεοπτική εμφάνιση του κουτσούμπα, σοφιανό και μπογιόπουλο αλλά τους ανεβάζει στην πίστα, όταν έχει αδειάσει το μαγαζί απ’ όσους δουλεύουν κι έχουν πολύ πρωινό ξύπνημα. Κι ενώ περιμένουν καρτερικά μια πάσα για δευτερολογία στο τέλος, αυτός κλείνει  με ένα γραφικό από το κοινό στο στούντιο (καλύτερο φινάλε δεν μπορεί να υπάρξει, λέει) κι απαντά ειρωνικά στις διαμαρτυρίες: ορίστε κύριε σοφιανέ, κάντε εσείς καλύτερο φινάλε αν μπορείτε.
Εντάξει, εγώ αν ήμουν ο σοφιανός, θα σηκωνόμουν να τραγουδήσω «μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά». Κι αν μπορούσε, ας έβρισκε καλύτερο φινάλε από αυτό. Κι έτσι όμως, μια χαρά τα είπαν.



Παρεμπιπτόντως, η realnews προσφέρει κάθε κυριακή ένα βιβλίο της διδώς σωτηρίου και αυτή τη βδομάδα, αν δεν κάνω λάθος, δίνει την εντολή, που είναι στην ουσία η ιστορία της σύλληψης και της εκτέλεσης του μπελογιάννη και των συντρόφων του –συνεπώς αξίζει να το πάρει κανείς, αν τυχόν δεν το έχει διαβάσει μέχρι τώρα.

Την ίδια στιγμή (αφού μέχρι και οι διαφημίσεις μπαίνουν ταυτόχρονα, κατόπιν συνεννόησης) στην ανατροπή είχε πρόγραμμα μαγειρικής, με την καθιερωμένη, μηνιαία δημοσκόπηση.
-Δηλ μπαμπά, ο σαμαράς είναι ο πιο δημοφιλής πολιτικός αρχηγός;
-Όχι αγόρι μου, πρετεντέρη βλέπουμε…

Ο σοφιανός θα έχει πάντως πολύ δύσκολο έργο στη διεκδίκηση του δήμου, αν ευσταθεί ένα σενάριο που κυκλοφόρησε χτες και βρει απέναντι του μια στιβαρή πολιτική υποψηφιότητα σαν και αυτή του χριστόφορου παπακαλιάτη, με στήριξη νδ! Ένα πολιτικό φλερτ, που αν τελικά ευδοκιμήσει, θα δώσει υλικό στο τουίτερ για πέντε χρόνια και στον χριστόφορο για ένα ακόμα σίριαλ. Που θα μπορούσε να έχει για τίτλο κάτι σαν «η νουδούλα η καλή» για να παραπέμπει στην παλιά θρυλική ατάκα από τους απαράδεκτους για την αλέκα.

Τελευταία θεματική ενότητα στο σημερινό μαγκαζίνο, ο –επίσης καθιερωμένος- εβδομαδιαίος λίβελος του σταυρόπουλου στο βήμα, που γίνεται αυτόκλητος (;) υπερασπιστής του λαφαζάνη, ως αγαπημένου παιδιού του χαρίλαου, απέναντι στις «μικροπρέπειες» του περισσού και το «κουτσομπολιό» του κουτσομπόλη κουτσούμπα. Τάδε έφησαν (αν είναι δόκιμος ο όρος) ο λαφαζάνης και ο καρτερός στην αυγή. Και τα αναπαράγει ο σταυρόπουλος, σπεύδοντας να προσθέσει ότι η απάντηση του ρίζου με αποσπάσματα από τις τοποθετήσεις τους σε μια κρίσιμη ολομέλεια του 90’ δε φανερώνει εχθρικές διαθέσεις ή προσωπική εμπάθεια πέρα από τις αναμενόμενες ιδεολογικοπολιτικές διαφορές.

Κι εντάξει, ο σταυρόπουλος χαφιές είναι, γι’ αυτό πληρώνεται –κι όχι για να μπορεί να ξεχωρίσει δυο λογιών άχυρα και στοιχειώδεις πολιτικές έννοιες. Αλλά το δράμα του εκάστοτε οπορτουνιστή είναι ότι συγχέει μια πολιτική κατηγορία, όπως τη φράση «εκφραστές του επιστημονικού οπορτουνισμού» με την εμπάθεια, το κουτσομπολιό και τις προσωπικές επιθέσεις. Έτσι η ενότητα, δε σκοντάφτει σε πολιτικούς λόγους και διαφορές, αλλά στο αδικαιολόγητο μίσος του κακού σεχταριστή, που δεν είναι φιλικός κι ενωτικός σαν κι εμάς. Η ενότητα δηλ είναι πρωτίστως ζήτημα χαρακτήρα και διάθεσης.

Γιατί…
Αν όλοι οι αριστεροί της γης πιάναν σφιχτά τα χέρια
Σταλίνες, τρότσκες στη σειρά και στήνανε χορό
Το μέτωπο θα ήτανε πολύ-πολύ μεγάλο
Κι ολόκληρη κυβέρνηση θα έφτιαχνε θαρρώ…

Υστερόγραφο
Σα λερναίες ύδρες είναι τελικά αυτά τα μπουμπούκια.
Κομμουνιστές υπάρχουν πολλοί. ΚΚΕδες λίγοι. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Η κατακλείδα από το νέο πόνημα του χαραλαμπόπουλου στο ανφόλοου...
Κι ο οπορτουνιστικός κατήφορος συνεχίζεται

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Είναι η υπεραξία ηλίθιε

Σήμερα που είναι κυριακή, θα μιλήσουμε για ποδόσφαιρο. Παίρνουμε τη σκυτάλη από άλλους red bloggers που καταπιάστηκαν με το θέμα, για να ασχοληθούμε με πολιτική οικονομία και τον κώστα μήτρογλου. Αυτόν το (λούμπεν) προλετάριο της μπάλας με τα αγροτικά σε νέα σμύρνη και περιστέρι –όπου κόλλησε (σ)την αισθητική του μπουρναζίου- που μάλλον δε θα φανταζόταν πως θα βρισκόταν μια μέρα ένας τζήμερος να τον συνδέσει με τον μαρξ και τη θεωρία της υπεραξίας. Ας μην είμαστε όμως δογματικοί. Εδώ έγινε τιμητής του μαρξισμού ένας διανοητής του διαμετρήματος του ιδρυτή της δημιουργίας ξανά. Γιατί να μη δώσουμε μια ευκαιρία και στο μήτρογλου, για να την κάνει γκολ; Αποκλείεται εξάλλου να πει χειρότερες κοτσάνες και να βγει μεγαλύτερος κάγκουρας από το θάνο.

Κάτι μου βρωμάει στο Τζημερολόγιο
Από θεωρητικής πλευράς νομίζω πως το θέμα έχει εξαντληθεί, αν και ήταν μια καλή αφορμή για να ξεσκονίσουμε σκουριασμένες γνώσεις (ή έστω την ημιμάθειά μας) πάνω στο Κεφάλαιο του μαρξ. Το τζημερικό παραλήρημα εστιάζει σε δύο βασικούς άξονες. Η αξία (δηλαδή η ενσωματωμένη εργασία) ενός προϊόντος καθορίζει το όριο γύρω από το οποίο κυμαίνεται η διατίμησή του στην αγορά, αλλά δεν ταυτίζεται με την τελική του τιμή, που διαμορφώνεται από μια σειρά παράγοντες (από τη σπάνη μέχρι τη ζήτηση του αγαθού). Ο τζήμερος αξιοποιεί αυτή τη διαφορά, για να μας πει πως η θεωρία της υπεραξίας δεν έχει καμία απολύτως αξία, γιατί όλα καθορίζονται από το αόρατο χέρι της αγοράς και τον απόλυτο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης: τόσα δίνω, πόσα θες, στα λαδάδικα πουλάνε αυτό που θες. Και δεύτερον γιατί εκτός απ’ τους εργάτες, παράγουν αξίες κι άλλοι παράγοντες, όπως το επιχειρηματικό δαιμόνιο ενός καπάτσου καπιταλιστή.

Τι άλλο θα ακούσω χριστέ μου

Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι διάλεξε ένα παράδειγμα παρασιτικής επένδυσης κεφαλαίου (που επιζητά το μέγιστο δυνατό κέρδος και έξω από τη σφαίρα της παραγωγής) για να κολυμπήσει στα κενά τάχα της μαρξιστικής θεωρίας και να βρει επιπλέοντες φελλούς που θα τον πιστέψουν. Προτού αφήσουμε όμως τον τζήμερο να ασχοληθεί με άλλα φλέγοντα οικονομικά προβλήματα, όπως την υπεραξία που παράγουν οι κότες που γεννάν αυγά και τα παράγωγα στο χρηματιστήριο ή τη διέξοδο που βρίσκουν τα συσσωρευμένα αέρια του μπαρμπουνιού, ας βάλω κι εγώ μερικά βασικά σημεία και ερωτήματα.

Κανείς καπιταλιστής δεν μπλέκεται σε μια ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία για την αγάπη του στη φανέλα, χωρίς να προσβλέπει σε άμεσα ή έμμεσα κέρδη κι οφέλη. Είτε όταν πουλά τους καλύτερους παίκτες της ομάδας, είτε όταν αγοράζει άλλους, και περιμένει να αυξήσουν τη μεταπωλητική τους αξία ή να εκμεταλλευτεί εμπορικά την εικόνα τους, για να κάνει απόσβεση της μεταγραφής. Είτε έχει μια κερδοφόρο επιχείρηση με έσοδα, από χορηγούς τηλεοπτικά δικαιώματα, εισιτήρια, την uefa, το στοίχημα, κτλ· είτε έχει ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και χρέη που συσσωρεύονται –συνήθως με κρατική κάλυψη- αλλά αντλεί εμμέσως οφέλη για άλλες επιχειρηματικές του δραστηριότητες, μέσα από ένα λαοφιλή σύλλογο κι ένα πολύ ισχυρό μοχλό πίεσης. Την ίδια συνταγή δεν ακολουθούν άλλωστε οι μεγαλοεκδότες κι οι καναλάρχες;

Ή μήπως αγνοούν ο τζήμερος κι οι οπαδοί του πως το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε ένα μεγάλο πλυντήριο βρώμικου χρήματος; Κλασικό παράδειγμα η κοιτίδα του φιλελευθερισμού αγγλία, όπου οι μισές και παραπάνω ομάδες του πρωταθλήματος (premiere league) έχουν τέτοιο ιδιοκτησιακό καθεστώς, με άραβες πετρελαιάδες και άλλους επενδυτές από την αλλοδαπή και τον τρίτο κόσμο.

Είναι τρελοί αυτοί οι μαρξιστές
Ας πάρουμε και την περίπτωση του προλετάριου μήτρογλου. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε εργάτες – μισθωτούς τους ποδοσφαιριστές, πόσοι απ’ αυτούς έχουν την τύχη του μήτρογλου και ανήκουν στην αφρόκρεμα που λύνει εφ’ όρου ζωής το οικονομικό της πρόβλημα; Παίρνοντας κανείς τον –πολύ συμπαθή κατά τα άλλα- μήτρογλου ως τυπικό παράδειγμα, είναι σα να μιλάμε για το δημοφιλή μύθο του αυτοδημιούργητου επιχειρηματία, που ξεκίνησε από χαμηλά ως λαντζιέρης στην αστόρια και να τον ανάγουμε σε γενικό κανόνα.

Ο οποίος συμπληρώνει διαλεκτικά από την ανάποδη το μύθο του λεφτά επενδυτή, που πονά την ομάδα και βάζει κεφάλαια από την τσέπη του για να τη σώσει από το αδιέξοδο. Και αν υπάρχουν σήμερα πολλοί πρόθυμοι να τον πιστέψουν και να περιμένουν το σωτήρα καβάλα στο άσπρο άλογο, αυτό αντανακλά δυστυχώς μια γενικότερη τάση, όπου ο μέσος εργάτης έχει μάθει να βλέπει τον εργοδότη και εκμεταλλευτή του σαν ένα είδος ευεργέτη, που του χαρίζει αυτή τη δουλειά.

Είναι κρίμα πάντως που εκείνο το άνεργο παλικάρι από την ιταλία που είχε σαλτάρει από τα τρελά λεφτά που δαπανήθηκαν για την αγορά ενός παίκτη και τον χορό των εκατομμυρίων στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, έφτασε στην απελπισία κι αυτοκτόνησε, πριν ακούσει την τζημερική διδασκαλία για τα καλά κι αγαθά του συστήματος, ώστε να παρηγορηθεί και να αλλάξει την απόφασή του.

Λες να 'χε δίκιο ο Μαρξ τελικά;
Το σύγχρονο ποδόσφαιρο εξελίσσεται κατ’ εικόνα κι ομοίωση του διεθνούς καπιταλισμού -καθρέφτης σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω. Καταργεί τα σύνορα, ευνοεί νομικά και διαιτητικά τους ισχυρούς, βυθίζεται στα σκάνδαλα και τη διαφθορά. Πουλάει την ψυχή του στο διάβολο του χρήματος, της σκοπιμότητας και του αποτελέσματος. Χάνει την αθωότητά του κι ισοπεδώνει τις ιδιαιτερότητες, τη δημιουργία, το κάτι διαφορετικό που θα μπορούσε να φέρει την έκπληξη. Και ακολουθεί την τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, με τους τίτλους να γίνονται μονοπώλιο μιας χούφτας ομάδων, που τους κατακτούν εναλλάξ, ενώ κάθε έκπληξη είναι μόνο η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Ξεβράκωμα του Τζήμερου από το Μαρξ 
Γίνεται το σύγχρονο όπιο του λαού, όπως ήταν κάποτε η θρησκεία, με τη διαφορά πως ο κάρολος εννοούσε ως όπιο το παυσίπονο που φτιάχνει ο ίδιος ο λαός με τα υλικά της φαντασίας του, για να αντέξει τη μίζερη ζωή του στην κοιλάδα των δακρύων. Και ο μαρξ δεν τα είχε με το λαό και το παυσίπονό του, αλλά με τους πρεζέμπορους, που τον αφιονίζουν συστηματικά, για να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους και την κοιλάδα των δακρύων.

Και για να τελειώσουμε επιστρέφοντας στο αρχικό παράδειγμα. Κανείς αγνός οπαδός δε θα πουλούσε τον καλύτερο παίκτη της ομάδας –πόσο μάλλον όταν ακολουθούν σε λίγες μέρες τα δύο κρίσιμα παιχνίδια της που θα καθορίσουν την ευρωπαϊκή της πορεία και τις πιθανότητες διάκρισής της.

Κάντε ησυχία, διανοείται ο Τζήμερος
Οι θεωρητικές καγκουριές του πολιτικού κομήτη θάνου τζήμερου θυμίζουν έντονα το τρολάρισμα ενός φοιτητικού σχήματος στο αριστοτέλειο με τα αρχικά «κωμήτης»: κώστας μήτρογλου η σωτηρία. Κι η πολιτική κριτική του εναντίον του μαρξ κινείται στο επίπεδο του μέσου χούλιγκαν, γιατί ένας τυπικός μυαλοπώλης σαν κι αυτόν χρειάζεται πάντα ανεγκέφαλους (σαν αυτούς των γηπέδων) για να περνάει τις εξυπνάδες του και να μπορέσει να φανεί σπουδαίος.



Αλλά όσα ενδεικτικά αναφέρθηκαν παραπάνω κι άλλα τόσα στοιχεία για τη διάβρωση του αθλήματος και την πλήρη υποταγή του στα κριτήρια του κέρδους και της αγοράς, μας δίνουν το δικαίωμα να φωνάξουμε με όλη μας τη δύναμη στο διάττοντα κάγκουρα της πολιτικής –αυτή την περίτρανη απόδειξη για τη νομοτελή σύγκλιση φιλελευθερισμού και φασισμού- τη γνωστή φράση που καθιέρωσε ο μπογιόπουλος (που έχει γράψει κι αυτός βιβλίο για το ποδόσφαιρο).

Είναι ο καπιταλισμός ηλίθιε!



Υγ: σε ένα από τα τρομερά σημειώματά του ο τζήμερος απευθύνεται στα… μαρξιστόπουλα -sic- και λέει πως αν καταφέρουν να του απαντήσουν στα εξίσου τρομερά ερωτήματα που τους θέτει –σαν το αίνιγμα της σφίγγας, ένα πράγμα- υπόσχεται να ψηφίσει σύριζα ή ανταρσύα –όπου εντοπίζει μάλλον τους μαρξιστές που θα ήθελε να του απαντήσουν. Κουκουέ ούτε για πλάκα δε λέει να ψηφίσει…


Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ευρωφετιχισμός

Αυτό το μήνα το περιοδικό unfollow έχει αφιέρωμα στο ευρώ και το ζήτημα της παραμονής ή της εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη. Για να ‘μαι ειλικρινής το πήρα περισσότερο για το άρθρο του μπογιόπουλου, που είναι καθαρά κείμενο γραμμής και βάζει ολοκληρωμένα τις θέσεις του κόμματος για το νόμισμα και το πλαστό δίλημμα «ευρώ ή δραχμή». Διαβάζοντας ωστόσο και τα άλλα άρθρα του αφιερώματος, βρήκα την αφορμή να μοιραστώ κάποιες σχετικές σκέψεις με τη βάση του μπλοκ.

Υπάρχει καταρχάς μια άποψη που μας εγκαλεί και επισημαίνει πως πρέπει να υποδείξουμε επιτέλους συγκεκριμένα, με στοιχεία και ονόματα, τα επιχειρηματικά συμφέροντα και τη μερίδα της αστικής τάξης που φλερτάρει με το ενδεχόμενο της εγκατάλειψης του ευρώ· διαφορετικά καταλήγουμε να σιγοντάρουμε την κυβερνητική προπαγάνδα για το περιβόητο «λόμπι της δραχμής», που κανείς δεν κάνει τον κόπο να το δείξει και να το ορίσει.

Προσωπικά δεν αμφιβάλλω καθόλου πως η συμμετοχή στο ευρώ αποτέλεσε στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης και δεν πρόκειται να παραιτηθεί εύκολα από αυτήν. Θεωρώ πάντως εξίσου αναμφίβολο πως υπάρχει και μια μερίδα καπιταλιστών που είδαν τα συμφέροντά τους να πλήττονται κατά τη διάρκεια της κρίσης και θα καλοέβλεπαν μια πιθανή εναλλακτική λύση επιστροφής σε εθνικό νόμισμα και μεγαλύτερου προστατευτισμού της ελληνικής οικονομίας, χωρίς να αποτελούν ωστόσο πλειοψηφική δύναμη.

Κατά τη δική μου αντίληψη η ουσία του ζητήματος δε βρίσκεται σε αυτό. Η στρατηγική χάραξη του ελληνικού καπιταλισμού δεν εξαντλείται στα υπαρκτά αντικρουόμενα συμφέροντα και τις ενδοαστικές αντιθέσεις. Συμπεριλαμβάνει και τους τακτικούς ελιγμούς του ενιαίου (μες στις αντιθέσεις του) «αστικού λόμπι», που προετοιμάζει εναλλακτικές για κάθε πιθανό σενάριο. Κι ανάμεσά τους για μια πιθανή επικείμενη έξοδο από το ευρώ, είτε ως «δική μας» επιλογή, είτε με την αποπομπή της χώρας από το ευρώ, με πρωτοβουλία της κομισιόν και της γερμανίας. Και η βασική πολιτική εφεδρεία του συστήματος, που θα κληθεί να διαχειριστεί ως κυβέρνηση μια τέτοια κατάσταση, θεωρώ πως είναι ο σύριζα.

Αυτό το νόημα έχει κατά τη γνώμη μου η περίφημη φράση του τσίπρα για το «ευρώ που δεν είναι φετίχ» -αν και ο σύριζα πίνει νερό στο όνομα της εε και της ευρωπαϊκής προοπτικής. Αλλά αυτό είναι και το στίγμα της λεγόμενης «αριστερής κριτικής» που ασκεί στο σύριζα πχ ο λαπαβίσας κι η κίνηση των χιλίων (;) που αναλύει την τρέχουσα κρίση ως κρίση ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και θέλει να καταστήσει πιο φτηνά κι ανταγωνιστικά τα ελληνικά προϊόντα μέσω εθνικού νομίσματος.

Παρόμοια εκτίμηση για τον χαρακτήρα της κρίσης και την προοπτική διεξόδου από αυτήν έχει κι ο αλαβάνος, που καθιστά απολύτως σαφές ακόμα και από το όνομα της πολιτικής του κίνησης (σχέδιο β’) πως αναφέρεται σε ένα εναλλακτικό σχέδιο για την ελληνική οικονομία, εννοώντας προφανώς την καπιταλιστική ελλάδα –γιατί η οικονομία, όπως κι η πατρίδα δεν είναι ταξικά ουδέτερες έννοιες. Το σχέδιο β’ δεν αφορά κάποιο τρίτο δρόμο ή εναλλακτικό σχέδιο της εργατικής τάξης με κατεύθυνση το σοσιαλισμό, παρά τις δημαγωγικές αναφορές. Στην ουσία δεν είναι παρά το εναλλακτικό σχέδιο της ελληνικής αστικής τάξης και σε αυτήν ακριβώς απευθύνεται.

Δεύτερο ζήτημα. Εφόσον το ευρώ αποτελεί στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης δε θα έπρεπε να συγκρουστεί με αυτήν το εργατικό κίνημα, προβάλλοντας ως στόχο πάλης την έξοδο της χώρας από την ευρωζώνη; Καταρχάς είναι αυτονόητο νομίζω πως τασσόμαστε κατά της ευρωζώνης αλλά και της ευρωπαϊκής ένωσης συνολικά. Και πως αν η ελλάδα καταστεί ο αδύναμος κρίκος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας στην ευρώπη, θα υιοθετήσει μεταξύ άλλων και δικό της νόμισμα (αδιάφορο αν θα το πούμε δραχμή, μνα, ή δηνάριο, όπως έλεγε κι η αλέκα), μακριά από την ‘ευρωσοσιαλιστική’ προοπτική που φαντάζεται ο ευρωκομμουνιστής μηλιός και διάφοροι ευρωλιγούρηδες ομοϊδεάτες του. Η διαφωνία μας δεν έγκειται σε αυτό το σημείο, αλλά στο αν μπορεί να απομονωθεί αυτός ο στόχος πάλης και να προβληθεί αυτόνομα ως άμεσο αίτημα.

Ας ξεκινήσουμε με μια γενική παρατήρηση σχετικά με τις στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης στην ελλάδα και διεθνώς. Στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα μετά την κρίση του 73’ ήταν πχ η εγκατάλειψη του κεϊνσιανού μοντέλου κι η γενική στροφή στο νεοφιλελευθερισμό. Στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου ήταν επίσης στην χώρα μας το μνημόνιο, με στόχο τη μεγάλη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης και την κινεζοποίηση του μέσου μισθού και μεροκάματου, που προωθείται σε όλες τις χώρες της εε, είτε με μνημόνιο, ευρώ και το δντ, είτε χωρίς αυτά. Είναι περιττό να σημειώσουμε ότι οι κομμουνιστές αντιπαλεύουν τόσο τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική, όσο και το μνημόνιο με τις δραματικές συνέπειες για το βιοτικό επίπεδο του εργαζόμενου λαού. Αυτή η πάλη όμως δε γίνεται από η σκοπιά της επιστροφής στον κεϊνσιανισμό και το 09’ πριν από την κρίση και το μνημόνιο. Κι είναι καθαρό σε όλους πως δεν μπορεί να χωρέσει σε ένα ρηχό αντιμνημονιακό ή αντινεοφιλελεύθερο μέτωπο –ή αντιστοίχως σε ένα μέτωπο κατά του ευρώ, που θα αποτυγχάνει να δώσει πειστικές απαντήσεις στα κομβικά ζητήματα της συγκυρίας.

Όπως έχουμε αναλύσει αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν, η κρίση δεν έκανε διακρίσεις μεταξύ των χωρών που είναι εκτός ή εντός ευρωζώνης κι απαιτεί μια συνολική πολιτική αντιπρόταση, που δε θα περιοριστεί στο θέμα του νομίσματος· ούτε σε μια σκέτη ρήξη ή αποδέσμευση από την εε, χωρίς άλλες αλλαγές. Το αίτημα της αποδέσμευσης μπορούσε να προβάλλεται αυτόνομα σε άλλες εποχές, που η ρήξη με την εοκ πχ σήμαινε αυτομάτως σχεδόν προσέγγιση με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Σήμερα όμως δεν μπορεί να νοηθεί ως πρώτο βήμα σε έναν άλλο δρόμο, χωρίς να συνδεθεί άμεσα με το δεύτερο, με το τρίτο και γενικά με ένα επαναστατικό άλμα.

Για να παραφράσω ένα γνωστό τσιτάτο του βλαδίμηρου, ένας τέτοιος στόχος αποκομμένος από το στρατηγικό ζήτημα της επανάστασης και της εξουσίας, θα είναι είτε αντιδραστικός (από την σκοπιά μιας εθνικιστικής αναδίπλωσης) είτε απραγματοποίητος. Κι εδώ φαίνεται πόσο ουτοπικός είναι στην πράξη ο ρεαλισμός του εφικτού και η ρεφορμιστική λογική των μικρών σταδιακών αλλαγών, που θα ανοίξουν θεωρητικά το δρόμο στις μεγαλύτερες {αν διαβάσει κανείς πχ το άρθρο του βατικιώτη από το ίδιο αφιέρωμα –του ναρίτη οικονομολόγου που επιμελείται τα ντοκιμαντέρ του χατζηστεφάνου-, θα γελάσει και θα φοβηθεί ταυτόχρονα με την πρόχειρη αφέλεια που διακρίνει την ανάλυσή του για τις ευεργετικές συνέπειες μιας πιθανής εξόδου από το ευρώ στα σημερινά δεδομένα}.

Μια λογική που πιστεύει πως μπορεί να αφήσει ένα βράχο ακίνητο στη μέση μιας πλαγιάς, ενώ στην πραγματικότητα, όσο δε στοχεύει να τον σπρώξει στην κορυφή, θα παρασυρθεί και θα κατρακυλήσει αναπόφευκτα στον κατήφορο –με αυτή τη γλαφυρή παρομοίωση περιγράφει αν θυμάμαι καλά κάπου η ρόζα λούξεμπουργκ τις μικροαστικές αυταπάτες. Κι η οποία, όσο ξορκίζει το επαναστατικό άλμα, θα καταλήγει σε θεωρητικές ακροβασίες πάνω σ’ ένα σχοινί, που θα κοπεί στην πρώτη δοκιμασία και την πρώτη επαφή με τις αιχμές της πραγματικής ζωής.

Έτσι, αυτό που μένει πίσω είναι η αρκετά διασκεδαστική διαπάλη μεταξύ των διάφορων αποχρώσεων κι εκδοχών ενός μεταβατικού σχεδίου. Όπου η πιο «αριστερή, ριζοσπαστική» του εκδοχή βλέπει τα επιχειρήματά της κατά του «μαξιμαλιστικού κκε», που «παραπέμπει τα πάντα στη δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού» να γυρίζουν μπούμερανγκ εναντίον της στη διαμάχη με όσους προτείνουν εδώ και τώρα άμεση έξοδο από την ευρωζώνη και ρήξη με την εε σε πρώτη φάση, ή ακόμα χειρότερα, ρήξη με την ευρωζώνη (!) και ακύρωση του μνημονίου ως πρώτο βήμα. Ή αντιπαραθέτουν στο αίτημα της διαγραφής του χρέους τη μερική διαγραφή του, το λογιστικό έλεγχο, την επαναδιαπραγμάτευση, την παύση πληρωμών… και πάει λέγοντας, με διάφορες εκπτώσεις, πάντα στο όνομα του ρεαλισμού και του δοσμένου χαμηλού επίπεδου συνειδητοποίησης των λαϊκών μαζών.

Εάν όμως ενδιαφερόμαστε για την άνοδο του επιπέδου της λαϊκής συνείδησης, που δεν μπορεί να φτάσει κατευθείαν στην αναγκαιότητα της επανάστασης, αυτό σημαίνει κατά τη δική μου αντίληψη πως κάποια αιτήματα μπαίνουν πρωτίστως για ζύμωση κι όχι ως στόχοι που θα πραγματοποιηθούν στο δοσμένο πλαίσιο, δίνοντας άμεση διέξοδο από την κρίση. Μπαίνουν δηλ ως στόχοι πάλης για την εργατική τάξη, που μες στον αγώνα αρχίζει να συνειδητοποιεί πως η αστική τάξη δεν μπορεί και δε θέλει –παρά μόνο ως τακτικό ελιγμό, αν συρθεί από τις εξελίξεις- να τους ικανοποιήσει. Και έτσι μπαίνει επιτακτικά το ερώτημα «ποιος θα υλοποιήσει αυτά τα αιτήματα» και τίθεται από την ίδια τη λογική των πραγμάτων το ζήτημα της εξουσίας.

Μόνο με αυτή την έννοια θα είχε αξία να μιλά κανείς για κάποια «μεταβατικά αιτήματα». Και όχι με την ουτοπική περιγραφή ενδιάμεσων, κεϊνσιανών μοντέλων (σταδίων) ως πρώτο βήμα δήθεν προς το σοσιαλισμό, και με τη φαντασίωση μεταβατικών κυβερνήσεων και δυαδικής εξουσίας.
Αντ’ αυτού ωστόσο, όσοι υπέκυψαν στη γοητεία του «εφικτού σοσιαλισμού» και είναι σε αναζήτηση του σύγχρονου μιτεράν για να τον εφαρμόσει, περιγράφουν στο λαό παραμυθένια σχέδια με ταχεία οικονομική ανάκαμψη, εύκολη διέξοδο από την κρίση, προσφέροντας έτσι την χειρότερη υπηρεσία στο κίνημα. Γιατί το εθίζουν στη λογική των εύκολων (κυβερνητικών ως επί το πλείστον) λύσεων και αναπαράγουν το απόστημα της ανάθεσης και του καναπέ.


Κι αυτό είναι το τρίτο και τελευταίο σημείο με το οποίο κλείνει και το σημείωμα. Ο λαός δεν πρέπει να μας βρει παρασυρμένος από δημαγωγικές υποσχέσεις, αλλά αποφασισμένος και ατσαλωμένος για μια δύσκολη πορεία χωρίς ροδοπέταλα, όπου δε θα αποφύγει τις θυσίες, αλλά θα γνωρίζει πως αυτή είναι η μόνη διέξοδος για το δικό του συμφέρον. Και ότι οι μόνες θυσίες που έχουνε αξία, είναι στον αγώνα για άλλη εξουσία.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Πόσο μ’ αρέσεις τελεβιζιόν…

Τι έχουμε μάθει φέτος από το αναγεννημένο τηλεοπτικό σκηνικό στην ελλάδα της κρίσης που γίνεται ευκαιρία; Σε τι γίναμε σοφότεροι από τις πολιτικές συζητήσεις και τις εκπομπές διαλόγου που παρακολουθήσαμε;

Καταρχάς είχαμε την επιστροφή στα τηλεοπτικά δρώμενα του χατζηνικολάουυ, που είναι έξυπνος δημοσιογράφος κι ακόμα πιο έξυπνος επιχειρηματίας, μαζεύοντας όλα τα δυνατά χαρτιά στο ‘αληθινό’ ραδιόφωνο του real, που κάνει πάρτι πρωτιάς στις ακροαματικότητες. Και δεν έχει κανένα πρόβλημα να φιλοξενεί στη συχνότητά του και δηλωμένους κομμουνιστές ή συμπαθούντες, σαν τον μπογιόπουλο, την κανέλλη και τους συντελεστές της ελληνοφρένειας, εφόσον του εξασφαλίζουν αυτά τα νούμερα, μαζί με το άλλοθι της πολυσυλλεκτικής αντικειμενικότητας. Όπως λέει και ένα γνωστό τσιτάτο, οι καπιταλιστές είναι ικανοί να μας πουλήσουν και το σχοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε, προκειμένου να βγάλουν κέρδος.

Ο χατζηνικολάου αποδείχτηκε αρκετά έξυπνος, ώστε να βάλει στο περιθώριο το οννεδίτικο παρελθόν του και να πλασάρει ένα μετριοπαθή κριτικό αντιμνημονιακό λόγο, που έμοιαζε με όαση στη γενική ξεραΐλα του ειδησεογραφικού τοπίου. Κι ανάγκασε εν μέρει και τους ανταγωνιστές του να προσαρμόσουν ανάλογα το δικό τους λόγο, κρατώντας μερικά προσχήματα, για να μην εκτίθενται χειρότερα κι από κυβερνητικό εκπρόσωπο.


Η μεγάλη φετινή καινοτομία του (εκτός από τη μετατόπισή του σε θέση πολιτικού σχολιαστή του δελτίου αντί για παρουσιαστής ειδήσεων) ήταν θεωρητικά το κοινό του ενικού στο στούντιο, με τις άμεσες ερωτήσεις και τον απευθείας διάλογο με τους πολιτικούς, πέρα από την ξύλινη, καθιερωμένη δομή αυτών των εκπομπών.
Αυτό το καινούριο στοιχείο κέντρισε αρχικά την περιέργεια και το ενδιαφέρον αρκετών τηλεθεατών, που κινούνταν από διαφορετικά ελατήρια. Από το να δουν ένα τηλεοπτικό στούντιο να γίνεται αρένα και να το απολαύσουν τρώγοντας ποπ-κορν και πατατάκια ως συνοδευτικό του θεάματος. Μέχρι το να παρακολουθήσουν μια πιο ουσιαστική συζήτηση με καίρια ερωτήματα που να στριμώχνουν στον τοίχο τους κρατούντες και να επέλθει ένα είδος τηλεοπτικής κάθαρσης σε συναισθηματικό επίπεδο για τους τηλεθεατές που πλήττονται άμεσα από την πολιτική που εφαρμόζεται.

Γρήγορα βέβαια οι ελπίδες αυτές αποδείχτηκαν φρούδες κι εξανεμίστηκαν. Γιατί το αστικό πολιτικό προσωπικό είναι είτε αρκετά χοντρόπετσο, ώστε να μην το νοιάζει που εκτίθεται με όσα λέει, είτε ειδικευμένο να ξεφεύγει επαγγελματικά σα χέλι από την ουσία του πράγματος με περίτεχνες φράσεις και καταιγισμό αριθμών που ευημερούν. Και ο ενδεδειγμένος τρόπος για να ξεφύγει από τον κλοιό ένα πολιτικό παχύδερμο είναι να διαλαλήσει σε όλους τους τόνους την ευαισθησία του για το δράμα που περνά η χώρα κι οι συμπολίτες μας αυτή την περίοδο και πόσο βαθιά τον έχει συγκλονίσει.


Την περασμένη βδομάδα για παράδειγμα ο βρούτσης στον ενικό είχε ως μόνιμη επωδό σε ό,τι κι αν του έλεγαν, μια κασέτα που έλεγε: έχετε δίκιο, σας καταλαβαίνω. Κι αν ήταν πιο κοντά στο κοινό, σε απόσταση βολής, μπορεί να τους έκανε κι ένα φιλικό ταπ-ταπ στην πλάτη, ως έμπρακτο δείγμα της ενεργού συμπαράστασης της πολιτείας. Μέχρι που τον περιέλαβε κάποιος από το κοινό και ξέσπασε: δε θέλω να μου πεις ότι καταλαβαίνεις το πρόβλημα, λύση θέλω. Για να του απαντήσει ο βρούτσης «δε θα σας πω πως συμμερίζομαι το πρόβλημά σας, αφού δε θέλετε… Αν και είναι αλήθεια!».
Μπράβο ρε γίγαντα, την ατάκα σου εσύ…

Οι απαντήσεις για την ταμπακέρα δεν είχαν περισσότερη πρωτοτυπία. Παραδέχονταν μεν την ύπαρξη του προβλήματος, αλλά έβαζαν ως προοπτική το επόμενο χρονικό διάστημα, που θα εφαρμοστούν διάφορα ηλεκτρονικά προγράμματα με ωραίες ονομασίες (ήλιος, άτλας, εργάνης) και θα επιλύσουν αυτομάτως όλες τις παθογένειες, ενώ ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός. Με τον ήλιο τα βάζω, με τον άτλα τα βγάζω, τι έχουν οι έρμοι οι συνταξιούχοι και ψοφάνε;

Την περασμένη βδομάδα παρεμπιπτόντως βγήκαν τα μισθολογικά στοιχεία από το πληροφοριακό σύστημα εργάνης και ο ριζοσπάστης δημοσίευσε ένα διαφωτιστικό στατιστικό πίνακα, όπου φαίνεται πως το 80% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα αμείβεται με λιγότερα από 1500 ευρώ μικτά το μήνα –ενώ ένας στους πέντε εργαζόμενους έχει απολαβές που δε φτάνουν ούτε καν τα 500 μικτά. Κάτι που δείχνει το μέγεθος της φτώχιας και της εξαθλίωσης στη σημερινή ελλάδα, ιδίως αν συνυπολογίσουμε πως το σύνθημα που βάζει το παμε για 1500 βασικό μισθό, δε βγαίνει σαν αθηνά από το κεφάλι μας, αλλά έπαιρνε υπόψη του το όριο φτώχιας.

To 80% του ιδιωτικού τομέα παίρνει κάτω από 1500 μικτά
Αλλά το πιο απογοητευτικό κομμάτι στον ενικό είναι το ίδιο το κοινό, που σε κάνει συχνά ν’ απορείς από πού το ψωνίζει ο χατζηνικολάου (πιθανόν απ’ το κοινό του καζάκη) και γιατί δηλώνει συμμετοχή στην εκπομπή, εφόσον δεν έχει κάτι δικό του να πει και δανείζεται κλισέ που έχει αποστηθίσει απ’ τα δελτία, για να συνθέσει άποψη –γιατί ως γνωστόν, η κοινή γνώμη δεν έχει γνώμη. Δέχεται ευχάριστα, σα ζάπινγκ, τις μικρές εναλλαγές, αλλά δε σκέφτεται ποτέ να κλείσει την τηλεόραση και να αλλάξει το έργο, μένοντας προσκολλημένη με τη δύναμη της συνήθειας στον καναπέ. Υπνωτίζεται από οθόνης και παπαγαλίζει όσα άκουσε, όπως στην υπνοθεραπεία, με τις ίδιες ακριβώς κούφιες φράσεις, που δεν είναι καν ξύλινες. Αναπτύσσει τηλεοπτική συνείδηση και μαθαίνει να μιλά και να σκέφτεται με όρους τηλεοπτικούς και ελεγχόμενους, ακόμα και να αντιδρά ή να ‘εξεγείρεται’ στα πρότυπα της κοινωνίας του θεάματος, χάνοντας κάθε στοιχείο αυθεντικής λαϊκότητας.

Εδώ μπορεί να κολλήσει ένας πιο συνολικός προβληματισμός για το είδος και την ποιότητα του διαλόγου που μπορεί να γίνει στην τηλεόραση. Μια αρθρογράφος της ελευθεροτυπίας εξηγούσε την άρνησή της σε μια τηλεοπτική πρόσκληση και επικαλέστηκε μεταξύ άλλων μια πρόσφατη έρευνα που έδειχνε πως «ο μέσος όρος διακοπής καλεσμένου σε talk show στην προ εικοσαετίας κρατική ήταν περί τα τέσσερα λεπτά, ενώ σήμερα τα είκοσι πέντε δευτερόλεπτα!»

Αναρωτιέται κανείς συνεπώς πόσο εύκολο είναι να αναπτύξει έναν ολοκληρωμένο συλλογισμό σε τέτοια πάνελ και αφετέρου πόσοι σύγχρονοι τηλεθεατές θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μέχρι τέλους μια συζήτηση «παλαιού τύπου» από ένα κοινό που έχει διαπαιδαγωγηθεί στην κουλτούρα της ατάκας και αδυνατεί να αποκωδικοποιήσει πιο σύνθετα μηνύματα που ξεπερνούν αυτό το μέγεθος.

Τις προάλλες πχ βρέθηκαν μαζί στο πάνελ του ενικού ο παφίλης κι ο μπογιόπουλος, ως εκπρόσωπος του κουκουέ και συνεργάτης του ενικού αντίστοιχα, δηλ δύο από τους ικανότερους αγκιτάτορες του κόμματος, με ευρύτερες συμπάθειες, που τηρουμένων των αναλογιών είναι σαν απαγορευμένη φαντασίωση ή σα να έχεις πχ στο τραπέζι σου πίτσα μαζί με πιτόγυρα. Ειδικά ο παφίλης έκανε μια φοβερή κατά τη γνώμη μου εκλαϊκευτική ανάλυση, που αξίζει να τη δει κάποιος είτε τοποθετεί τον εαυτό του κοντά στο κόμμα είτε όχι. Για να ακούσει όμως κανείς ζωντανά ένα δεκάλεπτο σοβαρής ανάλυσης, έπρεπε να περιμένει ένα τρίωρο μαζί με τις διαφημίσεις και να λουστεί όλα τα υπόλοιπα, χώρια οι διακοπές του φιλελφασίστα τζήμερου.


Στο τέλος τουλάχιστον βγήκε η είδηση πως σε κάποια από τις επόμενες εκπομπές ο χατζηνικολάου θα φιλοξενήσει τον κουτσούμπα που είναι πολύ καλός όταν έχει χρόνο να αναλύσει τη σκέψη του. Το θέμα είναι τι κοινό θα έχει να αντιμετωπίσει και αν θα είναι το ίδιο επιθετικό όσο ήταν προεκλογικά και με την αλέκα, όπου κάποιοι επαγγελματίες αγανακτισμένοι σηκώθηκαν να φύγουν από το studio, πριν καν τελειώσει η εκπομπή, ενώ μετά ήταν αρνάκια στον τσίπρα και τον κουβέλη –ο τελευταίος πρέπει να τους νανούριζε κιόλας με το λόγο του.


Σε φιλικό περιβάλλον πάντως ο κουτσού πιάνει μία ώρα τουλάχιστον στις ομιλίες του. κι αν ποτέ γίνει η επανάσταση, νομίζω πως θα βάλει στο μάτι και το ρεκόρ του φιντέλ στον οηε…