Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάικλ τζάκσον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάικλ τζάκσον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Κοίτα, Μιχάλη μου, το χάλι σου

Ωπ, τι γυρεύει εδώ ένα τέτοιο κείμενο; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση αλλά μια πλήρης απάντηση θα έπιανε πολλές σελίδες και θα χρειαζόταν ένα άλλο κείμενο για το κυρίως θέμα. Ας πούμε απλώς ότι το μπλο(γ)κ είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο που υπηρετεί τις εμμονές του ιδιοκτήτη του. Και αν χρειάζεται κάποια αφορμή, αυτή είναι η ταινία «Μάικλ» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις αίθουσες.


Και πώς εμπλέκεται ο Μιχάλης στις εμμονές της κε του μπλοκ; Αυτή είναι μια κακή ερώτηση, που φανερώνει κακή σχέση με την πατριδογνωσία και την εποχή των παιδικών μας χρόνων -της μόνης πραγματικής πατρίδας μας. Αλλά μια πλήρης απάντηση θα έπιανε βιβλίο ολόκληρο με παιδικά απομνημονεύματα και μετα θα χρειαζόταν άλλο ένα. Ας πούμε απλώς ότι οι κασέτες του Μιχάλη (εκτός και αν ήσουν σαν την κακομαθημένη ξαδέλφη που μου χάρισε εν είδει φιλανθρωπίας την πρώτη κασέτα μου, γιατί αυτή είχε ήδη το BAD σε βινύλιο και σε CD), ήταν για τη γενιά μου στο φάσμα της νομοτέλειας, που δεν είναι παρά ένα φάσμα δυνατοτήτων, οριζόμενο από μια βασική αντίθεση -πχ άσπρο-μαύρο, που ο Μιχάλης πήγε να το λύσει αντιδιαλεκτικά, με πλαστικές εγχειρίσεις.

Μπορεί απλά να άκουγες. Ή να άκουγες και να το ξεπέρασες μεγαλώνοντας, όπως κάποιοι με τον Βασίλη, γιατί είναι λέει για αιώνιους έφηβους και ο Μακεγιάσο για μικρά παιδιά -που με τη στερνή μας γνώση δε γεννά πολύ ευχάριστους συνειρμούς. Ή να άκουγες σαν τον συνονόματο συμμαθητή, που του κόλλησε η μελωδία-ριφάκι από το Smooth Criminal (προφητικός, αυτοβιογραφικός τίτλος κατά μία έννοια -όπως το «Καταρρέω» για τη Σοβιετία που ανατράπηκε- και τι να απέγινε άραγε η Άννι κι ο φίλος της) και τραγουδούσε λούπα «ντίγκι-ντίγκι ντίγκι-ντάγκα, ντίγκι-ντάγκα». Γιατί ήμασταν αθώα παιδιά που δεν ήξεραν τα λόγια ούτε από ντιγκιντάγκες, αχ ωραία χρόνια...
Γιατί τα μισά νοσταλγικά σχόλια του ΥΤ καταλήγουν σε φλερτ με τον ρατσισμό και την εποχή που δεν είχαμε γεμίσει ξένους, αλλά κοιμόμασταν με παράθυρα ανοιχτά -όπως συμβούλευε ο Ζαχαριάδης τους κομμουνιστές, για να μπορούν να το σκάσουν. Και θέλει μεγάλη συνειδησιακή-ιδεολογική μάχη, για να διαχωρίσουμε τα σκατά (και την AfD) από την Ostalgie και τις συμβουλές του σ. Νίκου.

Μπορεί επίσης άκουγες και να άφηνες την ψυχή σου στην πίστα (και blood on the dancefloor), σαν τον μικρό στη μικρότερη τάξη που αντέγραφε τις κινήσεις του και ανοιγόκλεινε τα χείλη του, σαν να έβγαινε play-back, και ήταν πόλος έλξης στις σχολικές γιορτές.
Αλλά ήταν σχεδόν απίθανο να μην άκουγες -έστω και αν ήταν για να το απορρίψεις αργότερα.

Τι λέγαμε όμως; Α ναι, για την ταινία και τον Μάικλ Τζάκσον. Καλλιτεχνικά μιλώντας, ο Μιχάλης ήταν ένας και μοναδικός στο είδος του, σπάνιος συνδυασμός μουσικών ταλέντων -χορευτή, ερμηνευτή και ολίγον συνθέτη- και εκπληκτικός σόου-μαν, με εμβληματικά κλιπάκια (σαν ταινίες μικρού μήκους), συναυλίες-εμφανίσεις, κινήσεις, στολές, γάντια και άσπρες κάλτσες να φωσφορίζουν στο στρομπόλι. Έστω και ένα απ’ αυτά θα ήταν αρκετό να τον κατατάξει μεταξύ των κορυφαίων, πόσο μάλλον στην εποχή μας, που αναδεικνύει πολλά ατάλαντα, φανταχτερά τίποτα. (Όλα αυτά ασφαλώς με όρους αστικής τέχνης, δηλαδή σόου μπιζ, καθώς ο Μιχάλης δεν εξέφρασε ποτέ ούτε δια της τεθλασμένης το βασανισμένο τραγούδι της φυλής του ή των φτωχών στρωμάτων από τα οποία προερχόταν και ο ίδιος). 

Σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, ο Τζάκσον ήταν κατά πάσα βεβαιότητα κακοποιητής (αν όχι βιαστής) μικρών παιδιών και η συζήτηση θα μπορούσε να τελειώσει εκεί. Ή να συνεχίσει ευρύτερα πάνω στο διαχρονικό ζήτημα της σχετικής αυτονόμησης του έργου από τον καλλιτέχνη -ιδίως αν μιλάμε για δηλωμένους φασίστες, που έχουν φτιάξει αριστουργήματα. Καθώς και γύρω από το ερώτημα πόσοι δικοί μας καλλιτέχνες θα γλίτωναν την ακύρωση, αν ήταν ανοιχτό βιβλίο η ιδιωτική τους ζωή, ως πεδίο δοκιμής-κρίσης για τις αρχές και τη θεωρία τους.

Η συζήτηση, όμως, δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ εκεί, από τη δική μας σκοπιά τουλάχιστον. Πίσω από κάθε έγκλημα, κακοποίηση και διαταραγμένη προσωπικότητα που τα διαπράττει, αναζητάμε τους κοινωνικούς παράγοντες που δε δικαιολογούν, ούτε δίνουν άλλοθι, αλλά ερμηνεύουν κάποιες πράξεις-συμπεριφορές. Όχι για να ξεπλύνουμε ή να αθωώσουμε τους ενόχους, αλλά για να εμβαθύνουμε στις αιτίες και να τις αντιμετωπίσουμε.

Στην περίπτωση του MJ μπορούμε να διακρίνουμε δύο επίπεδα: το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Ο Τζάκσον είχε έναν χειριστικό, κακοποιητικό πατέρα που χτυπούσε τα παιδιά του, για να επιβάλλει πειθαρχία, τα εκμεταλλευόταν ως μάνατζερ που προωθούσε την καριέρα τους και τα «όνειρά» τους και έβλεπε το συγκρότημα και ειδικά τον Μάικλ ως μηχανή κέρδους - λαχείο για να κάνει τη μεγάλη ζωή που ήθελε ή να ξελασπώσει από τα χρέη του.
Εξαιτίας του ο MJ δεν είχε ουσιαστικό δικαίωμα στην παιδική ηλικία και μια φυσιολογική ανάπτυξη του χαρακτήρα του. Δεν έκανε παρέα με άλλα παιδιά, γιατί έπρεπε να αφοσιωθεί στις πρόβες του, απέκτησε κόμπλεξ για τη μύτη του -και έκανε την πρώτη από τις πολλές πλαστικές του! Δε γνώρισε πολλές στιγμές οικογενειακής θαλπωρής -παρά μόνο δίπλα στη μητέρα του- ενώ μια θεωρία λέει πως δεν αγάπησε το αντίθετο φύλο, γιατί έβλεπε τον πατέρα του να ξενοπηδά ό,τι κινούνταν κατά τη διάρκεια των περιοδειών των Jackson 5.
Ο Μάικλ μισούσε και φοβόταν τον πατέρα του, αδυνατώντας να απεμπλακεί από τις δαγκάνες του, ακόμα και όταν έφτασε στην κορυφή του κόσμου με το Thriller και είχε ξεκινήσει τη σόλο καριέρα του. Έψαχνε απεγνωσμένα διέξοδο στις «φιλίες» του με εξωτικά ζώα (πχ έναν χιμπατζή, ένα φίδι και ένα λάμα!) ή στο παραμύθι του Πίτερ Παν, και ένα κομμάτι του έμεινε για πάντα εγκλωβισμένο σε αυτές τις «Χαρούμενες σκέψεις», το καταφύγιο της παιδικής του ηλικίας, χωρίς να καταφέρει ποτέ να ωριμάσει. Αλλά ένα ενήλικο παιδί που αποκτά απεριόριστο χρήμα και δύναμη, μπορεί να γίνει ο χειρότερος τύραννος για όσους τον περιβάλλουν.
 


Αν εστιάσουμε στη γενική εικόνα, μπορούμε να βρούμε βαθύτερα γκεστάλτ από το «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα». Ή από το στερεότυπο των απόκληρων που πιάνουν την καλή και βγάζουν απωθημένα, μαζί με τα χειρότερα στοιχεία του εαυτού τους. Ή την απόγνωση μιας φτωχής αφροαμερικάνικης οικογένειας, που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μιζέρια του «πεπρωμένου» της. Ή τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης που σκληραίνουν και τον χαρακτήρα της, αφού ο κυνισμός είναι μονόδρομος για την επιβίωση. 

Μπορούμε να δούμε πχ τη δίψα για κέρδη να διεισδύει από τις ρωγμές των οικογενειακών σχέσεων, να τις δηλητηριάζει και να τις καταστρέφει (ούτε ο Μάικλ ούτε τα άλλα μέλη της οικογένειας ήταν αθώα του αίματος -δεν είναι η δόξα, δεν είναι τα λεφτά). Μπορούμε επίσης να δούμε το star system να υψώνει είδωλα για να τα γκρεμίσει, αφού τα χορέψει στο ταψί. Να τα ταΐζει με δόξα, χρήματα και προνόμια άγνωστα στους κοινούς θνητούς, να τα ντοπάρει (κυριολεκτικά, κατά κανόνα) για να αντέξουν την κούρσα και να τα ξεζουμίζει, να τα αποστραγγίζει μεθοδικά από κάθε υποψία ανθρώπινων συναισθημάτων και φυσιολογικής ζωής, και να τα πετά στο περιθώριο όταν πάψουν να (του) είναι χρήσιμα. Προφανώς είχε τη συναίνεσή τους για όλα αυτά και ο καθένας φέρει ευθύνη για τις επιλογές του, αλλά είναι ζήτημα πόσο ελεύθερες είναι αυτές τελικά.

Εν κατακλείδι, πίσω από κάθε έγκλημα και κάθε κατεστραμμένη ζωή, υπάρχει ένα ευρύτερο «κατηγορώ» για έναν σάπιο κόσμο κι ένα ένοχο σύστημα, που έχει το έγκλημα στη φύση του. Για να παραφράσουμε τους στίχους που τραγουδά και ο Μιχάλης: 

If they say why, why, tell them that is system's nature. 

Η ταινία βέβαια δεν έχει καμία πρόθεση να μας δείξει κάτι από όλα αυτά. Επιλέγει ως -πραγματικό πλην- βολικό στόχο τον πατέρα-μάνατζερ, που δεν είναι καν εν ζωή για να αντιδράσει, αναδεικνύοντας πόσο γλοιώδης και εγωιστής ήταν. Πέραν τούτου, όμως, ουδέν, πλην μιας αδιάφορης αγιογραφίας, που σταματά στην περιοδεία του BAD -δηλαδή στο απόγειο της δόξας του Μιχάλη- και αφήνει να εννοηθεί πως ίσως υπάρξει και δεύτερο μέρος, όπου ίσως έχουμε κάποια ανατροπή ως προς το βασικό αφήγημα. Γιατί στο πρώτο δεν είδαμε τίποτα κακό (πλην του BAD), παρά μόνο ελάχιστες νύξεις για τα σκοτεινά του σημεία (πχ την απαρχή του εθισμού του στις ουσίες) -αλλά σχεδόν καμία για τις κατηγορίες που αμαυρώνουν τη φήμη του. 

Περιμέναμε άραγε κάτι διαφορετικό; Σαφώς, όχι. Με ξενίζει όμως ότι δεν τηρήθηκαν τα προσχήματα, γιατί η βιομηχανία του Χόλιγουντ έχει δείξει πως ξέρει να φτιάχνει προσεκτικούς «βίους αγίων», με άλλοθι αντικειμενικότητας -πχ όπως στο Last Dance, για έναν άλλο διάσημο MJ. Ξέρει να δείχνει τις υπαρκτές κηλίδες ενός λαμπερού ήλιου, να παίζει με την κλίμακα άσπρου-μαύρου και των (50) ενδιάμεσων αποχρώσεων, να παρουσιάζει πιο ρεαλιστικά -και για αυτό πειστικά- πορτρέτα, με αδιόρατα φίλτρα. Εδώ τι πήγε στραβά άραγε; 

Η πρώτη σκέψη ήταν πως η συμμετοχή της οικογένειας και του μάνατζερ στην παραγωγή έβαλε αρκετά χαμηλά το ταβάνι της ειλικρίνειας, διασφαλίζοντας πως δε θα ειπωθούν άβολες αλήθειες που θα έβλαπταν (ακόμα περισσότερο) την υστεροφημία του Μιχάλη. Χωρούσε μόνο η δική τους, στρογγυλεμένη, μεροληπτική, επιλεκτική και αναξιόπιστη, με το αφήγημα - παραμύθι για τον Μάικλ που βρήκε καταφύγιο στη χώρα του παραμυθιού του Πίτερ Παν. Και όσοι το χάψουν...

Μια άλλη προσέγγιση είναι ότι οι Αμερικάνοι βλέπουν τον Μιχάλη κάπως σαν εθνικό τους σύμβολο, κάτι μεταξύ Καποδίστρια και Καζαντζίδη, με τη διαφορά πως α. η ταινία δεν τρέφεται από εντάσεις και επικοινωνιακό θόρυβο, βγάζοντας περίπου απάτριδες όσους δεν την εγκωμιάζουν και β. ακόμα και η ταινία για τον Καζαντζίδη έχει κάποιες λίγες αιχμές για τον ήρωά της, ενώ το «Michael» όχι. Προσωπικά το βρίσκω μονοδιάστατο, πολύ άγευστο και άοσμο για να πιάσει, αλλά τα εισιτήρια που κόβει μαρτυρούν το αντίθετο. Μπορεί τελικά ο κόσμος να έχει ανάγκη από άσπιλα είδωλα, όπου το μόνο ψεγάδι τους θα είναι ίσως η λεύκη στο δέρμα. Ή να περάσει ανέμελα, σα να παίζει με σαπουνόφουσκες που σκάνε κάνοντας ποπ -και ο Τζάκσον είναι ο βασιλιάς της. Ακόμα και να νοσταλγήσει τα νιάτα του ή μια εποχή που δεν έζησε και ίσως είχε παραπάνω μελωδία, έμπνευση, πρωτότυπες ιδέες -περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να βγάζεις κέρδος. 

Τελικά από την πλάνη μου με έβγαλε, για πολλοστή φορά, το όργανο, που έχει για όλα τη σωστή απάντηση (και δεν είναι το 42). Όχι (μόνο) γιατί είχε τη σωστή γραμμή για την κριτική της ταινίας, αλλά γιατί εξηγεί πως υπάρχει εξωδικαστικός συμβιβασμός για τις κατηγορίες εναντίον του Τζάκσον και δεσμευτική ρήτρα να μην αναφερθεί ποτέ ξανά η υπόθεση, κάτι που αχρήστεψε σχεδόν το 1/3 του αρχικού υλικού και οδήγησε τους δημιουργούς σε άλλα μονοπάτια και ένα μάλλον αδιάφορο αποτέλεσμα. Το οποίο είναι πολύ ωραίο για μιούζικαλ, έχει ορισμένες εκπληκτικές ερμηνείες (από τον ανιψιό του Τζάκσον ή το παιδί που τον υποδύεται στα πρώτα χρόνια, και τον ηθοποιό που παίζει τον ρόλο του πατέρα του), μοιάζει όμως να μην έχει καλό σενάριο και λόγο ύπαρξης. Αν, παρόλα αυτά, σου φτάνει να χορεύεις στη θέση σου, θα περάσεις ευχάριστα την ώρα σου και το μόνο που πρέπει να προσέχεις είναι να μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι σου και να μην πατήσουν άλλα επικίνδυνα πράγματα, πάνω στην ανεμελιά σου.

Υστερόγραφο 


Τι γυρεύει εδώ αυτό το υστερόγραφο για μια σειρά του Νέτφλιξ; Μα ο Ρόνι ήταν ένας χορευτής των γηπέδων, που χόρευε και τους αντιπάλους του και έκανε τον Πανούτσο να πει ότι θα μπορούσε να τον βλέπει οκτώ ώρες να κοιμάται (και από τότε ίσως έχει να πει κάτι έξυπνο). Δεν είχε διάρκεια για να μπει στην κουβέντα περί GOAT, αλλά έκανε πράγματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε (από την αποθέωση στο Μπερναμπέου ως το να αναγκάσει αντίπαλο να ζητήσει τη φανέλα του στο ημίχρονο, πριν βγει αλλαγή εκτεθειμένος από τα μαγικά του). Δε θα ήταν σχέση ζωής, αλλά ίσως η πιο δυνατή, αξιομνημόνευτη καψούρα. Είχε το ίδιο απαράμιλλο ταλέντο με τον Μάικλ, το σουλούπι και τις κινήσεις του, ίσως και το μαλλί του, μεγάλο δέσιμο με την οικογένεια από την οποία προέρχονταν όμως και πολύ κακές επιρροές, και πρωτίστως τις ίδιες (αυτο)καταστροφικές τάσεις. Από τον εθισμό στις ουσίες, μέχρι τα σκάνδαλα και τις σκοτεινές υποθέσεις που τον έφεραν στη φυλακή της Παραγουάης.

Όταν γελούσε στο γήπεδο, ήταν ένας γητευτής της μπάλας, που είχε μάτια μόνο για αυτήν (και αυτή για αυτόν), της μιλούσε γλυκά, της έκανε έρωτα και την αποπλανούσε. Όταν έχασε τη μαγική του αύρα, ήταν απλώς ένας γκάουτσο με πεταχτά δόντια, που έμοιαζε με τον Μπαγκς Μπάνι και είχε φανεί προ πολλούς πως η μπάλα δεν ήταν η βασική προτεραιότητα στα ενδιαφέροντά του. Έτσι από αρχηγός του Καρναβαλιού και ενός άγριου διονυσιασμού, κατέληξε σαν βασιλιάς Καρνάβαλος που περιφέρει το σαρκίο του οπουδήποτε μπορεί να βγάλει κέρδος από τις καλές αναμνήσεις που κράτησε για αυτόν ο κόσμος.

Έχασε κάθε άλλοθι, όχι όταν λύγισε στις ουσίες -αυτό το είχε πάθει και ο Μαραντόνα, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Αλλά όταν προσκύνησε την εξουσία του Μπολσονάρου -όπως και αρκετοί ακόμα συμπατριώτες του από το σινάφι του. Και δεν άφησε πολλά περιθώρια συμπάθειας και υπεράσπισης, ούτε καν σε όσους τον είχαν ερωτευτεί βλέποντάς τον στο χορτάρι. 

Τι θα γινόταν ή θα μπορούσε να γίνει αν είχε αγωνιστική πειθαρχία, αν δεν αγαπούσε τόσο τα πάρτι, τις γυναίκες και τις καταχρήσεις; Πιθανότατα τίποτα, γιατί δε θα ήταν ο ίδιος. Τα (ποδοσφαιρικά) είδωλα καίγονται και σβήνουν σαν κομήτες. Τα αντιδιαλεκτικά ερωτήματα πάλι, όχι.


Ασχολούμαστε όμως με το Χόλιγουντ και παραβλέπουμε τις εγχώριες ποιητικές σκηνές, που είναι βγαλμένες από σινεμά. Σαν τους Πασόκους στο Σkοπευτήριο, που είναι λιγότερο πειστικοί και από τους κομπάρσους του Βούλγαρη. Ή το ιστορικό πανό της ΟΚΔΕ...

Αλλά ίσως το κάνουμε σε επόμενη -πχ φοιτητική- ανάρτηση. Αν και η βάση του μπλοκ πρέπει να ξέρει πως το επόμενο διάστημα είναι πιθανό η συχνότητα των αναρτήσεων να αραιώσει αισθητά, λόγω αυξημένων υποχρεώσεων. Η ζωή θα δείξει.

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Hello Budapest

(ταξιδιωτικές σκέψεις για τη Ρουμανία)

Η κε του μπλοκ έχει τη χαρά και την τιμή να φιλοξενεί τη δυναμική επιστροφή του Μώμου (γνωστός απ' το μονόλογο του Μώμου) στα bloggerικά δρώμενα (γιατί στο τουίτα ήταν πάντα ενεργός). Κι είναι διπλή η χαρά και η τιμή για το κείμενο της επιστροφής του, που είναι μια χορταστική, απολαυστική ανταπόκριση από ένα πρόσφατο ταξίδι του στη χώρα του Δράκουλα των Καρπαθίων, του Χάτζι, της Δρακουλέσκου, του Τσαουσέσκου, κτλ. Διαβάστε και απολαύστε υπεύθυνα σήμερα το πρώτο μέρος που θα ολοκληρωθεί σε δύο συνέχειες. (Και ναι, Βουδαπέστη, μην το κοιτάς, δεν κάνεις λάθος, σφε αναγνώστη).

Σήμερα ένας χάρτης, αύριο οι καλές φωτογραφίες, που σπαρταράνε
Η ώρα είναι επτά το πρωί και οδεύοντας, αγουροξυπνημένος, προς το αεροδρόμιο, σκέφτομαι τι θα συναντήσω στην πόλη που ο Michael Jackson φώναξε το ιστορικό «ΗELLO BUDAPEST» για να τον μιμηθούν στη συνέχεια οι IRON MAIDEN, ο Lenny Kravitz, o Ozzy Osbourn και οι METALLICA, δηλαδή στο Βουκουρέστι.

Μη όντας και πολύ σίγουροι για το όνομα της πρωτεύουσάς της, υποδέχτηκαν στον Δυτικό κόσμο, οι Αμερικάνοι κι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες την Ρουμανία, αντίθετα με όλα τα προηγούμενα χρόνια που έδειχνε ολόκληρος ο «ελεύθερος κόσμος» να γνωρίζει με ακρίβεια τι ακριβώς συμβαίνει εκεί. Μα αν είσαι Ευρωπαίος κι έχεις δυο αυτιά με το’να μόνο να ακούει απ' τα Ανατολικά, είναι λογικό να μην «γροικάς» λεπτομέρειες για μια χώρα, κατόπιν της πολιτικής μετατόπισής της στα Δυτικά. Μια πρώτη ιδέα των κοσμογονικών αλλαγών που έχουν πραγματοποιηθεί στη χώρα, έλαβα δια του στόματος νεαρού εκπροσώπου εταιρίας με την οποία συνεργάζομαι: «Το να πας στο Βουκουρέστι με γυναίκα είναι σαν να πας στο Άργος με το πεπόνι σου» με είχε συμβουλεύσει γλαφυρά, τονίζοντάς μου την ευκολία και το χαμηλό κόστος εύρεσης γυναικείας συντροφιάς. Και μόνο η απουσία από την περιγραφή, του άλλοτε πανίσχυρου καλσόν των Ελληναράδικων αφηγήσεων, που γοήτευε κάθε Ανατολικοευρωπαία και η αντικατάσταση του από την επισήμανση του χαμηλού χρηματικού αντιτίμου, δείχνει την πρόοδο που βιώνει η χώρα και την αλλαγή του οικονομικού συστήματος. Φυσικά ο καθένας βρίσκει αυτό που ψάχνει ανεξαρτήτως συστήματος κι αυτό που ψάχνει χαρακτηρίζει τον ίδιο, συστηματικά.

Μη γνωρίζοντας κι εγώ πολλά για την πρωτεύουσα των «λατίνων» της βαλκανικής χερσονήσου, όπως αρέσκονται οι ίδιοι να αυτοπροσδιορίζονται, ξαφνιάστηκα ευχάριστα από τις πρώτες εικόνες της πόλης, που φαίνεται να έχει ζήσει τρεις διαφορετικές ζωές σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στην αρχή πρόσεξα το εντυπωσιακό Casa Presei, όπου στεγαζόταν ο Τύπος κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής περιόδου, στη θέση όπου από το 1905 υπήρχε ο βασιλικός Ιππόδρομος. Το Casa Presei είναι η ζωντανή απόδειξη της σοβιετικής παρουσίας αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς ακολουθεί με συνέπεια την Αρχιτεκτονική των «Εφτά Αδερφών» της Μόσχας και κυρίως του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ. Ακριβώς μπροστά από το κτήριο υπάρχει ένα μοντέρνο γλυπτό που θυμίζει τα φτερά του Ικάρου και για το οποίο εάν ρωτήσεις κάποιον ντόπιο περί του συμβολισμού του, το πιθανότερο είναι πως θα εισπράξεις κάποιο αυτοσχέδιο ανέκδοτο. Στο ίδιο σημείο που βρίσκεται αυτό το γλυπτό υπήρχε προπολεμικά το έφιππο άγαλμα του πρώτου βασιλιά της Ρουμανίας, Καρόλου Α΄ (1839-1914) του γερμανικού Οίκου των Χοεντσόλερν, το οποίο η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Gheorghe Gheorghiu-Dej, σε μια πρωτοφανή για την εποχή κίνηση οικολογικής ευσυνειδησίας, το ανακύκλωσε φτιάχνοντας από αυτό το άγαλμα του Λένιν όπου δέσποζε στο ίδιο σημείο μέχρι το 1990. Λίγο παρακάτω το υπέροχο και γιγάντιο πάρκο Herastrau, με τις προτομές μεγάλων λογοτεχνών από όλον τον κόσμο, με το μνημείο για τον Michael Jackson (!) και την ομώνυμη λίμνη, η Πλατεία Charles de Gaulle, πρώην Πλατεία Στάλιν, πρώην Πλατεία Μουσολίνι (με τα αντίστοιχα κάθε φορά αγάλματα) και η Αψίδα του Θριάμβου (1935) που επισφραγίζει τον χαρακτηρισμό «Παρίσι των Βαλκανίων» για το Βουκουρέστι. Στο κέντρο της πόλης ξεχωρίζουν οι μεγάλοι δρόμοι, τα καταθλιπτικά εμπορικά κέντρα όπου δεν μπαίνει αχτίνα ηλιακού φωτός από πουθενά, τα «καζίνο» σε κάθε γωνία που θυμίζουν το είδος της επιχειρηματικότητας στο οποία στηρίχθηκε η «ανάπτυξη» ήδη από τα πρώτα χρόνια του ΄90, η τουριστική Παλαιά Πόλη, με τον Ναό Σταυροπόλεως και την γοτθική μπιραρία Caru’cu Bere μεταξύ άλλων, το Intercontinental που σαν τεράστια τσιμεντένια σφήνα εξ’ουρανού έχει καρφωθεί στην καρδιά του Βουκουρεστίου (ίσως για να κατατροπώσει τον Δράκουλα του Κομμουνισμού) και φυσικά το Παλάτι του Κοινοβουλίου ή μάλλον το Σπίτι του Λαού.

Το Σπίτι του Λαού ξεκίνησε να κτίζεται το 1984 και αποτέλεσε το αποκορύφωμα της γιγάντιας ανοικοδόμησης που πραγματοποιήθηκε στο Βουκουρέστι από τα τέλη του ΄70 και καθ΄όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄80. Αυτή η ανοικοδόμηση του Βουκουρεστίου, σήμερα συνήθως καταλογίζεται στον τότε ηγέτη της Ρουμανίας, Τσαουσέσκου ως αποτέλεσμα μιας μεγαλομανίας παρόμοιας με αυτήν του Νέρωνα. Κατηγορείται πως γκρέμισε ένα μεγάλο μέρος της γραφικής Παλαιάς Πόλης, Εκκλησίες και Συναγωγές και πως ξεσπίτωσε χωρίς προειδοποίηση χιλιάδες οικογένειες. Αυτό που σπανίως αναφέρεται είναι μια μικρή λεπτομέρεια. Τον Μάρτιο του 1977 ένας σεισμός της τάξης των 7,4 R με επίκεντρο τα ανατολικά Καρπάθια, άφησε πίσω 1.570 νεκρούς, πάνω από 11.000 τραυματίες, 33 μεγάλα προπολεμικά κτήρια πλήρως κατεδαφισμένα και άλλα 35.000 μη κατοικήσιμα, πράγμα που έκανε τη ριζική ανοικοδόμηση της πόλης εντελώς αναγκαία.

Ο Τσαουσέσκου υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής κυρίως στα πρώτα χρόνια της εκλογής του (1965). Ο προκάτοχός του, Gheorghiu-Dej, είχε αποστασιοποιηθεί τα τελευταία χρόνια από τη Σοβιετική Ένωση αντιδρώντας στη λεγόμενη αποσταλινοποίηση που εκπροσωπούσε η σοβιετική ηγεσία. Αυτή η υπάρχουσα σταδιακή απομάκρυνση μεταξύ των δυο χωρών υπήρξε πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Τσαουσέσκου να αποκοπεί σχεδόν ολοκληρωτικά από τους Σοβιετικούς, παραμένοντας ωστόσο στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αλλά ως μη ενεργό μέλος. Αυτή η «Ανεξαρτησία» της χώρας, όπως παρουσιάστηκε στην κοινή γνώμη, έγινε δεκτή από μεγάλο μέρος των Ρουμάνων με ενθουσιασμό ενώ ο Τσαουσέσκου προβλήθηκε ως μεγάλος πατριώτης. Ο αντισοβιετισμός άλλωστε δεν ήταν κάτι ξένο για τους Ρουμάνους. Η ένταξη της Μολδαβίας, την οποία ο προπολεμικός ρουμανικός Μεγαλοϊδεατισμός, θεωρούσε έδαφος του Ρουμανικού Βασιλείου, στην ΕΣΣΔ το 1940, είναι κάτι το οποίο συζητείται ακόμα από τους Ρουμάνους. Επιπλέον οι αντιπαραθέσεις και οι συγκρούσεις που προκλήθηκαν από το ξήλωμα του παλαιού μοναρχοφασιστικού κρατικού μηχανισμού και από την κολεκτιβοποίηση, χρεωνόταν από κάποιους στη σοβιετική παρουσία, ενώ υπήρχαν κι εκείνοι που θεωρούσαν πως μέσω των Σοβιετορουμανικών βιομηχανικών μονάδων (SovRom) που είχαν σχηματιστεί, οι Σοβιετικοί έβαζαν χέρι στον πλούτο της χώρας
Η σταδιακή απομάκρυνση από τη ΕΣΣΔ είναι το μόνο που κράτησε η νέα ηγεσία από την προηγούμενη, την ίδια ώρα που η εσωκομματική αντιπολίτευση τη χαρακτήριζε ως ντροπαλά σοσιαλδημοκρατική. Το μεγαλόπνοο πλάνο για την ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας, η δημιουργία υποδομών ηλεκτροδότησης μέσω πυρηνικής ενέργειας και υδροηλεκτρικών σταθμών στον Δούναβη, το νέο δίκτυο μεταφορών, η αναβάθμιση των υποδομών εξόρυξης πετρελαίου, η δημιουργία εμπορικού στόλου στη Μαύρη Θάλασσα κλπ εκσυγχρόνιζαν με γοργούς ρυθμούς τη χώρα και σύντομα η Ρουμανία έγινε η τέταρτη μεγαλύτερη δύναμη στη εξαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού παγκοσμίως και δεύτερη στην παραγωγή πετρελαίου στην Ευρώπη (πίσω από την ΕΣΣΔ). Η ρουμανική ηγεσία, για την υλοποίηση όλων των παραπάνω όχι μόνο αρνήθηκε τη σοβιετική βοήθεια, αλλά αντίθετα στράφηκε, για δανεισμό, προς τη Δύση και σύντομα ο δανεισμός αυτός έγινε αβάσταχτος. Πριν όμως διαπιστωθεί πόσο είχε χρεωθεί η χώρα, ο Τσαουσέσκου είχε γίνει εξαιρετικά δημοφιλής για τους ηγέτες της Δύσης. Κάτι το γεγονός ότι καταδίκασε τη συμμετοχή των σοβιετικών στα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας το 1968, ενώ τις παραμονές είχε πραγματοποιήσει φιλική επίσκεψη στον Dubček, κάτι το ότι η Ρουμανία ήταν η πρώτη χώρα του Συμφώνου της Βαρσοβίας που εντάχθηκε στο Δ.Ν.Τ. και στη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου, ο Τσαουσέσκου είχε γίνει ιδιαίτερα αξιαγάπητος. Τόσο αξιαγάπητος μάλιστα που τον επισκέφθηκε ο Αμερικάνος πρόεδρος Νίξον και του χάρισε μια φεγγαρόπετρα από τις αποστολές της NASA, ενώ συχνά παραλάμβανε τίτλους Τιμής και παράσημα κι από τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις δυτικά του Δούναβη π.χ. του Τάγματος του Ελέφαντα από τη Δανία, των Ιπποτών του Μεγαλόσταυρου της Μ. Βρετανίας κι αυτό της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλία. Μπορεί η Τιμή τιμή να μην έχει, τα δάνεια όμως είχαν και συνεχώς ανέβαιναν. Τότε συνειδητοποίησε πως στην προσπάθεια του να αποδεσμευτεί από την ΕΣΣΔ είχε δεθεί χειροπόδαρα στους Δυτικούς. Φοβούμενος την ολοκληρωτική εξάρτηση της χώρας από τους δανειστές της, προέβη στην εφαρμογή επείγοντος προγράμματος εξόφλησης του εξωτερικού χρέους με έμφαση στις εξαγωγές, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα, όπου με ποσοστό Τσαουσέσκου (όπως θα έλεγαν κάποιοι) επικυρώθηκε η απαγόρευση μελλοντικού δανεισμού της χώρας από το εξωτερικό.
Η προώθηση του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής προς τις εξαγωγές και η απορρόφηση μεγάλων πόρων για την ανοικοδόμηση του Βουκουρεστίου, είχε ως αποτέλεσμα τη δεκαετία του ογδόντα να παρουσιαστούν ελλείψεις αγαθών από τα ράφια των καταστημάτων, ενώ οι διακοπές ρεύματος και φυσικού αερίου έκαναν την εμφάνισή τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ηγεσία του Τσαουσέσκου άρχισε να χάνει τη δημοφιλία της στο εσωτερικό, ενώ με την ανακοίνωση της πλήρους αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους και δεδομένης της απόφασης του δημοψηφίσματος, η Δύση δεν είχε τίποτα άλλο να κερδίσει από αυτόν. Παρ΄όλα αυτά, άνευ χρέους πλέον και βασισμένος στην πρόσφατη επανεκλογή του στην ηγεσία του Κόμματος, ο Τσαουσέσκου έβλεπε ένα λαμπρό μέλλον για την πατρίδα του χωρίς να νιώθει πως απειλείται, ακόμα κι όταν γύρω του ο σοσιαλισμός ανατρεπόταν από χώρα σε χώρα. Ίσως η πρόθεση του να μην παραδώσει αναίμακτα τα κλειδιά της εξουσίας, ή να στραφεί ο ίδιος σε καπιταλιστικές λύσεις μπροστά στη νεοδιαμορφωθείσα παγκόσμια κατάσταση, αλλά αντιθέτως να καλέσει Σύνοδο όλων των σοσιαλιστικών χωρών ώστε να προστατευθεί ο Σοσιαλισμός, αποτέλεσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της δυτικής υπομονής. Ο καλός φίλος από την Ανατολή, μετατράπηκε εν μια νυκτί σε σκληρό δικτάτορα στον Δυτικό Τύπο. Τα γεγονότα της Τιμισοάρα, οι προβοκάτσιες και οι ψευδείς φήμες περί εκατόμβης νεκρών που έφταναν στο Βουκουρέστι μέσω των Διεθνών Μ.Μ.Ε. «νομιμοποίησαν» το πραξικόπημα που θα ακολουθούσε και κατόπιν μιας «δίκης» ολίγων λεπτών, για την οποία αργότερα θα μετάνιωναν ακόμα και άνθρωποι που συμμετείχαν σε αυτήν, το ζεύγος Τσαουσέσκου θα κατηγορηθεί ακόμα και για γενοκτονία (!) και θα εκτελεστεί αμέσως, από εκτελεστικό απόσπασμα που είχε ήδη σχηματιστεί πριν από τη «δίκη».

Το Σπίτι του Λαού, που δεν είχε ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια των δραματικών γεγονότων του 1989, αποτελεί αδιαμφισβήτητα το σύμβολο εκείνης της περιόδου. Η υλοποίηση ενός τόσο υπερφιλόδοξου έργου, την ίδια στιγμή που λίγα μέτρα πιο πέρα ο λαός του Βουκουρεστίου προσπαθούσε να αντιμετωπίσει της δυσκολίες που προέκυπταν καθημερινά στα πλαίσια του έκτακτου προγράμματος εξόφλησης του χρέους, υπήρξε πεδίο αντιπαράθεσης ακόμα κι εσωκομματικά, από πολύ νωρίς. Το κτήριο, που σήμερα αποτελεί το μεγαλύτερο σε όγκο διοικητικό οικοδόμημα στην Ευρώπη και δεύτερο στον κόσμο μετά το αμερικάνικο Πεντάγωνο, προοριζόταν να στεγάσει την Κ.Ε. του Κόμματος, διεθνή συνέδρια, θεατρικές παραστάσεις, διεθνείς συναντήσεις καθώς και κάθε είδους σωματείο που δραστηριοποιούταν στην πόλη. Κυρίως όμως προοριζόταν να αποτελέσει σύμβολο της αυτάρκειας και των δυνατοτήτων του Ρουμάνικου λαού, καθώς οικοδομούνταν αποκλειστικά με πρώτες ύλες από τη Ρουμανία. Σήμερα στεγάζεται το Ρουμανικό Κοινοβούλιο κι ένα Συνεδριακό Κέντρο ενώ το μεγαλύτερο μέρος του παραμένει άδειο. Τμήμα του κτηρίου είναι επισκέψιμο αλλά μόνο κατόπιν τηλεφωνικού ραντεβού και υποχρεωτικά με τη συνοδεία ξεναγού ο οποίος σου παρέχεται στον χώρο. Για να σου επιτραπεί η λήψη φωτογραφιών πρέπει να πληρώσεις επιπλέον ειδικό εισιτήριο, κάτι που ισχύει στους περισσότερους χώρους τουριστικού ενδιαφέροντος στη Ρουμανία. Κατά την είσοδο, μου έκανε εντύπωση πως ενώ αποτελεί την μεγαλύτερη τουριστική ατραξιόν της πόλης, η υποδοχή είναι το λιγότερο, πρόχειρα οργανωμένη, με ένα πτυσσόμενο σταντ για ρεσεψιόν (παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούν οι διαφημιστικές εταιρίες στις υπαίθριες εκδηλώσεις τους) και με τα ραντεβού γραμμένα σε χαρτάκια, ενώ τα εισιτήρια παραλαμβάνονταν από ένα gift soft που θύμιζε έντονα «ΔΕΛΤΑ της γειτονιάς» προηγούμενης δεκαετίας. Όλο αυτό σε συνδυασμό με την ύπαρξη μιας έντονης οσμής ούρων με έκαναν να σκεφτώ πόσο θα σχολιαζόταν κάτι τέτοιο πίσω στην πατρίδα εάν η Ρουμανία ήταν ακόμα σοσιαλιστική, αντίθετα τώρα πέρναγε απαρατήρητο από τους περισσότερους αφού τα κάλυπτε όλα η οσμή της ελευθερίας και των Ευρώ (ή των Λέι) αλλά κυρίως της ελευθερίας. Κάπου εκεί συνάντησα και δυο διαμαρτυρόμενες Ελληνίδες (όχι στο θρήσκευμα) γύρω στα 55 που δεν τους επετράπη η είσοδος λόγω του ότι δεν είχαν κλείσει ραντεβού, μέχρι που αποφάσισαν από κοινού πως δεν αξίζει ο κόπος. Οι ίδιες, μετά από λίγο ξεφυλλίζοντας έναν οδηγό με φωτογραφίες από το εσωτερικό του «Παλατιού» αποφάνθηκαν πως η αισθητική του Τραμπ αδίκως χαρακτηρίζεται κιτς, αφού πληρώνουμε αντίτιμο για να επισκεφθούμε κτήριο ανάλογης αισθητικής.

Η ξενάγηση ξεκίνησε και ήταν εύκολο να διαπιστώσει κανείς την αμηχανία με την οποία γινόταν η διαχείριση του χώρου. Παραδοσιακές στολές από διάφορες περιοχές εδώ, πίνακες από αγαπημένους καλλιτέχνες του Τσαουσέσκου εκεί, φθαρμένες αυτοκόλλητες αναγεννησιακές αγιογραφίες σε τοίχο αίθουσας που είχε χρησιμοποιηθεί ως «Βατικανό» κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «ΑΜΗΝ» του Κώστα Γαβρά, αλλά κυρίως τεράστιοι αναξιοποίητοι χώροι. Το μόνο που είχε σαφή κατεύθυνση ήταν η ξενάγηση. Προφανώς στη χώρα που ο μεγαλύτερος τουριστικός πόλος έλξης είναι ο υποτιθέμενος Πύργος του Δράκουλα στην Τρανσιλβανία και οι θρύλοι γύρω από αυτόν, πιστεύεται πως χωρίς ιστορίες για αγρίους οι τουρίστες χάνουν το ενδιαφέρον τους. Έτσι ο κατά τα άλλα συμπαθέστατος ξεναγός, ανάμεσα στο να μας λέει πως το κτήριο αποτελείται κατά 95% από υλικά που παράχθηκαν εντός συνόρων και δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές κόστος αφού τα υλικά ήταν ήδη κρατική περιουσία, ενώ οι εργάτες και οι στρατιωτικοί που συμμετείχαν στο έργο έτσι κι αλλιώς πληρώνονταν από το Κράτος, πέταγε και μια ιστορία μυθοπλασίας για τον «Δικτάτορα». Για να καταλάβει κανείς πόσο ακραίες ήταν αυτές οι ιστορίες που συμπληρώνονταν πάντα από ένα «Δεν ξέρω εγώ εάν είναι αλήθεια, έτσι λέγεται, αλλά η ίδια ιστορία λεγόταν παλαιότερα και για τον τάδε βασιλιά, εσείς θα κρίνετε ποια είναι η αλήθεια κλπ» μένει να αναφέρω πως οι ιστορίες εκείνες που ο ίδιος ισχυριζόταν πως ήταν πράγματι αληθινές, ήταν ότι ο Τσαουσέσκου είχε έναν αδελφό με το ίδιο ονοματεπώνυμο επειδή ο μεθύστακας πατέρας τους είχε ξεχάσει πως έχει κι άλλον γιο και πως στη στρογγυλή τράπεζα των συνεδριάσεων της Κ.Ε. λείπει μια καρέκλα επειδή ο Τσαουσέσκου είχε παραγγείλει για τον ίδιο έναν θρόνο, που δεν μπορούσαν όμως να μας τον δείξουν γιατί δεν φτιάχτηκε ποτέ. Λέγε λέγε, μένει η επίγευση.
Περιμένοντας το ασανσέρ για να πάμε στην ταράτσα του κτηρίου όπου θα μπορούσαμε να δούμε το Βουκουρέστι από ψηλά, πιάσαμε την κουβέντα με τον ξεναγό που μας παραπονέθηκε για το μέγεθος της διαφθοράς στη σημερινή Ρουμανία, τις μειωμένες επιλογές των νέων της χώρας, την ακραία φτώχεια και πως ο μισός πληθυσμός νοσταλγεί την κομμουνιστική περίοδο. Φτάνοντας στην ταράτσα αποφάνθηκε πως ήταν λάθος η κατασκευή ενός τόσο μεγάλου κτηρίου κι αυτό χρεώνεται αποκλειστικά στη ματαιοδοξία του παλαιού ηγέτη, ενώ ο γιός του διαφωνούσε με την οικοδόμηση, θεωρώντας πως αφού κατά τον Μαρξ στόχος είναι η απονέκρωση του Κράτους, ένα τέτοιο κτήριο θα είναι μελλοντικά άχρηστο. Κι ενώ μιλούσαμε για λάθη ματαιοδοξίας του παρελθόντος, μας λέει με απόλυτη φυσικότητα πως πίσω από το «Σπίτι του Λαού» χτίζεται η νέα Μητρόπολη της Ρουμάνικης Ορθόδοξης Εκκλησίας και στόχος είναι να είναι ψηλότερη από το «Παλάτι» ώστε από μακρυά να φαίνεται ο σταυρός της πάνω από αυτό. Επιπλέον σχολίασε την ειρωνεία του να φαίνεται ο σταυρός πάνω από ένα «κομμουνιστικό» κτήριο. Πράγματι εδώ υπήρχε μια ειρωνεία, απλά δεν ήταν ακριβώς αυτή.
Το τελευταίο κομμάτι της ξενάγησης ήταν ίσως το πιο ενδιαφέρον. Επισκεφθήκαμε τα γεμάτα υγρασία υπόγεια του κτηρίου όπου ένας χώρος είχε διαμορφωθεί όπως ήταν υποτίθεται την εποχή που φιλοξενούσε τους εργάτες ως γιαπί. Περιοδικά και βιβλία της εποχής σκόρπια στον χώρο, πικάπ και δίσκοι βινυλίου, μια αφίσα με το σύμβολο του Κομμουνιστικού Κόμματος (το μόνο σφυροδρέπανο σε όλη την πόλη βρίσκεται στα θεμέλια του Κοινοβουλίου) και δυο ποδοσφαιρικά συνθήματα με σπρέι στον τοίχο, που είχαν διατηρηθεί από τότε. Ο ξεναγός μας ενημέρωσε πως δεν είχαν καταγραφεί εργατικά δυστυχήματα αλλά σίγουρα υπήρχαν και πρόσθεσε μια ιστορία κατά την οποία σε μια επίσκεψη επίβλεψης του έργου, ο Τσαουσέσκου μπαίνοντας σε μια αίθουσα πέτυχε έναν εργάτη να κάνει την ανάγκη του (δεν μας διευκρίνισε εάν ήταν το νούμερο ένα ή το δυο) κι όπως μπήκε έτσι βγήκε διακριτικά χωρίς να μάθει ποτέ ο εργάτης πως ο Πρόεδρος τον είχε δει live επί τω έργω. (Ο ξεναγός πάντως περιέργως το έμαθε). Η ιστορία αυτή ήταν στα πλαίσια της περιγραφής των κακών συνθηκών εργασίας στον χώρο, όπου οι τουαλέτες δεν έφταναν για όλους κι έτσι ουρούσαν όπου έβρισκαν. Αυτό ίσως δικαιολογούσε την οσμή κατά την είσοδο, σκέφτηκα.


Την ημέρα της επίσκεψής μου στο «Παλάτι του Κοινοβουλίου» πραγματοποιούνταν στη Ρουμανία βουλευτικές εκλογές.

(Συνεχίζεται...)

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Αγαπητό μου ημερολόγιο

Σου γράφω πρόχειρα κι ενδεικτικά, κάποιες από τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών, για να είσαι μες στο κλίμα και να μη μένεις πίσω από τα γεγονότα.

Οι υπεξ (στα decks) του νατο ερμήνευσαν, πιασμένοι χέρι-χέρι στη σύνοδό τους, μάικλ τζάκσον: we are the world (εμείς είμαστε ο κόσμος). Την επόμενη φορά θα μπορούσαν να καθίσουν οκλαδόν στο πάτωμα και να πουλήσουν τρέλα με το «give peace a chance» (δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη).
Εν τω μεταξύ, η επεξήγηση στον τίτλο του τραγουδιού λέει usa for africa (οι ηπα για την αφρική). Έχουμε και λέμε, με πρόχειρες σημειώσεις, την τελευταία μόνο 5ετία: τυνησία, λιβύη, αίγυπτος, κεντροαφρικανική δημοκρατία –και όλο κάποια θα ξεχνάω. Όχι άλλη βοήθεια παιδιά, νίκο κούρκουλε, φτάνει τόση.

Στο κλίμα των ημερών, ο καμμένος πρότεινε τη δημιουργία νατοϊκής βάσης στο αιγαίο. Μέσα οι βάσεις του θανάτου. Μένουν οι βάσεις που μένουν.
Η εθνικά υπερήφανη στάση της κυβέρνησης στο μνημόνιο με τους εταίρους, μπορεί να συγκριθεί μόνο με την ιστορία με τις βάσεις επί αλλαγής. Το ωραίο είναι πως τελικά και οι δύο κυβερνήσεις υπέγραψαν κάτι σαν επέκταση, αλλά έπεισαν τον κόσμο να κατέβει στους δρόμους να πανηγυρίσει! Αθάνατη πασοκάρα…

Ο ολυμπιακός έθεσε χτες την τσσκα αντιμέτωπη με τα φαντάσματά της και την πέταξε εκτός τελικού. Κι ενώ ένα φάντασμα (εξακολουθεί να) πλανάται πάνω από την ευρώπη, ο πρωθυπουργός κυριεύτηκε από το αγαπημένο του φάντασμα του καραμανλή (της… καλής, σοσιαλμανούς περιόδου του) και με αφορμή τη νίκη του ολυμπιακού, επανέλαβε το απόφθεγμα: έξω πάμε καλά.
Τη μία τα μπασκετικά αστειάκια του ολυμπιακού, την άλλη η πλακίτσα του χατζηνικολάου, μετά από την τρίπλα του μέσι με την μπάγερν (αλέξη, στείλε το μέσι στη διαπραγμάτευση), και φτιάξαμε καινούριο στομάχι. Τόση μπάλα τόσο χιούμορ από την χούντα είχαμε να δούμε…

Παρεμπιπτόντως, ο χτεσινός ημιτελικός γινόταν στην επέτειο της διάλυσης της κομιντέρν, κι ο σκουντής έγραφε τα δικά του για ερυθρές ταξιαρχίες vs κόκκινος στρατός και το σφαιρόπουλο, που θέλει να γίνει πατερούλης των φάιναλ φορ στη θέση του ομπράντοβιτς.
Αλλά το πιο αγαπημένο κλισέ στα παιχνίδια της τσσκα είναι το «θέλει κρέμασμα ή άγαλμα» (αναλόγως την επίδοση) «στην κόκκινη πλατεία». Ενώ κανονικά θα έπρεπε να πουν μαυσωλείο. Άμα είναι να υπερβάλλεις, να το πας μέχρι τέλους..

Παραμένουμε στα αθλητικά και τους ρώσους, καθώς μες στη βδομάδα η παε παοκ επωφελήθηκε της πολλοστής ρύθμισης χρεών των ομάδων προς την πολιτεία και απαλλάχτηκε από το βραχνά, πληρώνοντας μόνο το αρχικό κεφάλαιο (με τα υπόλοιπα ο σαββίδης μπορεί να αγοράσει τη μισή μακεδονία. Δηλ το ελληνικό τμήμα της). Είναι τόσο ωραία και πρακτική ιδέα, που υποθέτω πως μπορεί να εφαρμοστεί και στο ελληνικό χρέος, ε; Τι; Όχι;
Την ίδια στιγμή, η βέροια κινδυνεύει με υποβιβασμό για στήσιμο αγώνα στο παλιότερο 3-0 με τον ολυμπιακό (που απαλλάσσεται από τις κατηγορίες) και διαμόρφωση του τελικού σκορ. Και μην ακούς που λεν πως θέλει δύο, για να χορέψεις τανγκό –αυτό είναι συμβατικό. Εδώ είναι να στήνει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Εδώ είναι παίξε, γέλασε και σώπα…

Τις τελευταίες μέρες, η πολιτική ζωή της χώρας μονοπωλήθηκε από ένα ιερό λείψανο, από τα δεκάδες που κυκλοφορούν ανά την υφήλιο. Ευτυχώς όμως εδώ απολαμβάνουμε δημοκρατία και ελευθεροτυπία, οπότε κανένα ενημερωτικό μέσο δε φοβήθηκε τους εδώ μουτζαχεντίν, για να σατιρίσει τα μεσαιωνικά ήθη και έθιμα. Ζε σουί σαρλί. Όσο για τα άλυτα αστικοδημοκρατικά ζητήματα, όπως το διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους… έλα μωρέ τώρα, αυτά είναι για τη δευτέρα παρουσία, όπου δε θα υπάρχει καν κράτος για να διαχωριστεί, και όχι για μια κοσμική, αριστερή κυβέρνηση, που καταπιάνεται με τόσα άλλα θαυμαστά έργα, όπως τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού.

Περίσσεψε παρόλα αυτά λίγος τηλεοπτικός χρόνος, για τα λείψανα της κίνησης των χιλίων (ακαδημαϊκών). Που δεν ήταν ούτε διακόσιοι στην κινητοποίηση στο σύνταγμα, με τους φακούς, αλλά πολλαπλασιάστηκαν με την ευλογία των αστικών μμε, όπως τα ψάρια και τα ψωμιά στο θάμα του ιησού.
Μια κίνηση-πρόπλασμα του ενιαίου φιλο-εε, φιλομνημονιακού πολιτικού χώρου, που μαγειρεύεται στα παρασκήνια, αν τους καούν τα άλλα χαρτιά. Στρατηγέ μου, ιδού ο ιδεολογικός σας στρατός –και μια στρατιά κονδυλοφόρων στα μετόπισθεν να τον πλαισιώνει.

Μουσικό φινάλε: Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον, στο μέλλον που φτιάχνετε, όπως θέλετε.
Αλλά για στάσου, γιατί να είμαστε τόσο στείροι. Ας το συνδιαμορφώσουμε.

Συνένοχο στο φόνο δε θα με έχετε.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Ένας λευκός λιγότερο

Ο έρωτας είναι ανίκητος στη μάχη. Πάνω απ' όλα όμως ένα πολύ καλό άλλοθι για παντός είδους κωλυσιεργίες και γραφειοκρατικά αντανακλαστικά.
Τα οποία τα κουβαλάμε σαν τον ίσκιο μας κι είναι παρόντα για άλλη μια φορά. Αλλά σε αυτό το σημείωμα θα σας μιλήσω για έναν άλλο μου έρωτα.
Ό,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει...

Ίσως κάποιοι περίμεναν πιο δυνατό θέμα μετά από τόσο καιρό.
Αλλά αν δε διαβάσετε εδώ μια καλτ προσέγγιση του θέματος, πού αλλού θα τη βρίσκατε; Τέτοια είδωλα και τέτοιες δεκαετίες δεν πρέπει να τα χαρίζουμε στους αστούς.

Γράφω το κείμενο με καθυστέρηση νιώθοντας εαυτόν κομμάτι εκείνης της αριστεράς που ο φιλόσοφος χατζησωκράτης ονομάζει παλαιοημερολογίτικη. Eίμαι απολίθωμα, τι να κάνουμε;

Όλο αυτό το διάστημα οι σημαίες του μπλοκ με το σφυροδρέπανο κυμάτιζαν μεσίστιες. Όταν σε λίγα χρόνια καταλάβω επιτέλους τι διάολο είναι αυτή η ετε, θα το κάνω και στην πράξη να φαίνεται.

Με το πέρας του πένθους η κε του μπλοκ ανοίγει το διάλογο για την πτώση και διάλυση του τραγουδιστή της ποπ μάικλ τζάκσον, τον χαρακτήρα της (κατάρρευση ή ανατροπή) και τα αίτια που οδήγησαν σε αυτή.

Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι οι παιδικές μνήμες είναι τόσο ισχυρές που θα μπορούσαν να με κάνουν να νιώσω θλίψη. Νιώθεις να αφήνεις μαζί τους κι ένα κομμάτι του εαυτού σου.
Λες να λυπηθώ όταν πεθάνει κι ο γκόρμπι;

Καλύτερα όμως που πέθανε τώρα, πριν εκφυλιστεί τελείως. Ίσως να έπρεπε να πεθάνει και λίγο νωρίτερα για να προστατέψει το μύθο του. Όπως ο λένον, ο έλβις, ο γκεβάρα κι η κομμούνα του παρισίου.

Το ίδιο πιστεύουν πολλοί για τη σοβιετία.
Γιατί έτσι αμφότεροι γνώρισαν το θάνατο δύο φορές. Μια ουσιαστική και μια τυπική επιβεβαίωση του προαναγγελθέντος θανάτου.
Ο πραγματικός θάνατος ήρθε όταν απαρνήθηκαν και πρόδωσαν τη φύση τους. Ο τζάκσον τη μαύρη φύση του δέρματός του κι η σοβιετία το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της κοινωνίας που οικοδομούσε.

Αν και στη δική μας περίπτωση ήτανε κόλπο γκρόσο.
Ο γκόρμπι διέλυσε τη σοβιετία, αλλά υπογράφοντας το φιρμάνι αναφώνησε πάνω απ' το πτώμα της: μια καπιτάλα [σ.σ: χώρα] λιγότερη.

Όπως και να 'χει ο νεκρός δεδικαίωται. Και κατά βάθος ποτέ δεν θα υπάρξει άλλος σαν κι αυτόν.
Κάθε μετά θάνατον εξιδανίκεση είναι σημάδι της αγάπης μας για έναν μακαρίτη που μέσα μας είναι αθάνατος.
Ζει, ζει, η σοβιετία ζει, με κούβα και κομμούνα μας οδηγεί.

Πολλοί ζηλιάρηδες κολλάνε εκ των υστέρων σε κάτι πράγματα μικρά για να σπιλώσουν την υστεροφημία ενός μεγάλου έρωτα.
Λένε πχ ότι ο μάικλ τζάκσον ήταν μάρτυρας του ιεχωβά.
Ε και; Μακάρι κι οι υπόλοιποι ιεχωβάδες να τραγουδούσαν και να χόρευαν σαν αυτόν αντί να μοιράζουν το ξύπνα.
Αν το έκαναν μπορεί να πήγαινα μαζί τους. Αν και γενικώς έχω μάθει από φοιτητής να συμπαθώ μόνο τους ορθόδοξους.

Τον τζάκσον και τη σοβιετία δεν τους αγαπάμε τόσο για αυτό που ήταν (γραφειοκρατία, παιδεραστία κι άλλοι παρόμοιοι μύθοι που συσκοτίζουν την ουσία) όσο για αυτό που δεν ήταν. Λευκοί και καπιταλιστές. Στην αρχή τουλάχιστον.

Τους αγαπάμε επίσης για αυτό που συμβόλιζαν κι ενσάρκωναν.
Ο τζάκσον όλη την καλτ μαγεία της δεκαετίας του ογδόντα.
Κι η σοβιετία αυτό που ο χαρίλαος έλεγε 'κονίσματα. Τα σφυροδρέπανα, τους κλασικούς, τον κομμουνισμό.

Ο μάικλ τζάκσον εξέφρασε απόλυτα το πνεύμα των 80'ς, όπως ο κόκκινος οκτώβρης σφράγισε το σύντομο εικοστό αιώνα των επαναστάσεων.
Αλλά μετά από αυτή τη δεκαετία απέτυχε να κάνει κάτι καλό κι ήταν σαν ψάρι έξω απ' τα νερά του. Ό,τι ακριβώς θεωρούν τον μαρξισμό εκτός 19ου αιώνα πολλοί επικριτές του.

Η καπιταλιστική λαίλαπα του 90 δεν έριξε μόνο το τείχος και τη σοβιετία. Οι ανατροπές ήταν γενικές κι επηρέασαν και το εποικοδόμημα.
Μαζί με το τέλος της ιστορίας, ήρθε σαν ρέκβιεμ ο τελευταίος καλός δίσκος του τζάκσον κι η αρχή του τέλους για τον παπακωνσταντίνου, που είχε δώσει δείγματα γραφής ήδη από το 87 στα χαιρετίσματα με το αντεπαναστατικό άσμα καταρρέω (αντί του πολιτικά ορθόδοξου ανατρέπομαι).
Να ζεις για να ακούς το βασίλη σήμερα είναι σα να μπερδεύεις τη σοβιετία με τη σημερινή ρωσία του πούτιν. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που το παθαίνουν.
Σοβιετία ζούμε για να σε ξαναδούμε.

Δεν είναι μια απλή χρονική σύμπτωση αυτή η παρακμή.
Χωρίς το αντίπαλο δέος, ο καπιταλισμός δε νιώθει πίεση κι έχει λιγότερη έμπνευση. Μουσική, κινηματογραφική, καλλιτεχνική εν γένει. Ακόμα και πολιτική.
Η βασική διαφορά στο σοσιαλισμό είναι ότι όσο λιγοστεύει η πίεση αυξάνεται ανάλογα η έμπνευση.

Η σύγχρονη νέα τάξη πραγμάτων θεωρεί τον τζάκσον και τη σοβιετία ανεπίκαιρους και τους νοσταλγούς τους ρετρό απολιθώματα εκτός χρόνου και πραγματικότητας.
Αυτοί όμως ενσάρκωσαν το πνεύμα της εποχής τους κι έγιναν διαχρονικοί, για πάντα επίκαιροι. Ήταν η ίδια η εποχή τους και για αυτό ακριβώς πέρα από αυτή.
Ενώ αυτό που ζούμε σήμερα είναι εφήμερο -σαν τη νίκη της αντεπανάστασης- πιο ανεπίκαιρο κι από ρετρό.
Ποτέ άλλοτε το παρόν δεν ήταν τόσο ανεπίκαιρο. Αυτό είναι το βαθύτερο δράμα της εποχής μας.

Το παρόν υπάρχει, αλλά με χεγκελιανούς όρους είναι μη πραγματικό.
Ο υπαρκτός έχει πάψει να υπάρχει εδώ και χρόνια, αλλά από διαλεκτικής άποψης είναι πραγματικός κι επίκαιρος όσο ποτέ.
Είναι να μη σε πιάνουν μετά τα υπαρξιακά σου;

Υπάρχει μια βαθύτερη, σχεδόν οργανική σύνδεση του τζάκσον με τη σοβιετία.
Ο τζάκσον έβγαζε ένα δίσκο ανά πέντε χρόνια για να πιάσει τη νόρμα του πλάνου και τα έκανε όλα μόνος του: την εκτέλεση, τη σύνθεση των τραγουδιών, τους στίχους, τον χορό, τις χορογραφίες.
Ο κεντρικός σχεδιασμός στα καλύτερά του.

O χρόνος της σοβιετίας κυλούσε αργά κι ανέμελα σαν τον χρόνο των 80'ς.
Κι η παθολογική αγάπη για το σύντροφο με το μουστάκι έδειχνε τη ροπή των ανώριμων συνειδήσεων στην προσωπολατρία. Ό,τι ακριβώς ισχύει για τους θαυμαστές του μάικλ τζάκσον.
Ο άνθρωπος χρειάζεται το μύθο στη ζωή του. Όταν τον κατεβάζει από τον ουρανό στα επίγεια δεν τον γκρεμίζει, αλλά κάνει ένα πρώτο βήμα για να τον καταλάβει και να τον απομυθοποιήσει.

Κάποιοι πιστεύουν ότι η σύγκριση αυτή είναι ιερόσυλη, γιατί οι καλλιτέχνες δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι.
Έτσι νομίζουν.
Οι καλλιτέχνες δε μπορεί παρά να πληρώνονται από το κράτος. Γιατί αλλιώς η τέχνη τους καταντάει περιφερόμενη πόρνη που την πουλάνε στους δρόμους για να ζήσουν.
Καμιά τέχνη δεν πρέπει να πουλιέται σαν κονσέρβα. Κι όταν λέμε τέχνη εννοούμε κάθε είδους εργασία, όπως το εννοούσαν κι οι αρχαίοι. Μάθε τέχνη κι άστηνε...

Εξάλλου η σοβιετία ήταν αυτό ακριβώς. Η τέχνη του δημιοσιουπαλληλείν. Η διαλεκτική άρση του ψευτοδιλήμματος.
Γραφειοκράτες σαν τον σουσλόφ κι άλλοι συγγραφείς πολιτικών άρλεκιν ήταν πραγματικοί καλλιτέχνες στο είδος τους.

Αφού πέθανε ο τζάκσον κι ήταν να ανοίξει η διαθήκη του (όπου προειδοποιούσε το κόμμα για το σύντροφο με το μουστάκι) πολλοί απόρησαν πώς ένας τέτοιος σταρ κατέληξε να είναι καταχρεωμένος.
Στα δικά μου τα αυτιά ήταν σα να ρωτούσαν πώς μια τέτοια υπερδύναμη κατέρρευσε διαλυμένη και καταχρεωμένη.
Στο τέλος της ζωής της μάζεψε τις δυνάμεις της για να κάνει μια τελευταία περιοδεία που την ονόμασε περεστρόικα. Αλλά κάπου στη μέση έμεινε από λάστιχο κι όλοι άρχισαν να ψάχνουν τον σαμποτέρ που τη σκότωσε.

Το πόρισμα της νεκροψίας μπορεί να έδειξε ανακοπή καρδιάς, αλλά η βαθύτερη αιτία είναι το 20ό συνέδριο.
Με την εγχείριση αλλαγής χρώματος (από τον πράκτορα χριουτσόφ που ήταν πίσω απ' την υπόθεση των γιατρών) μίκρυνε ο σοσιαλισμός και το μόριο του ποπ τραγουδιστή κι οδηγηθήκαμε σταδιακά στο μοιραίο.

Μια πιο λογοτεχνική εξήγηση είναι ότι ο τζάκσον κι η σοβιετία έπεσαν θύματα της ίδιας τους της ουτοπίας να υπερβούν την ανθρώπινη φύση. Κι άφησαν πίσω το μύθο τους να μας στοιχειώνει.
Ζωή σε λόγου μας σύντροφοι...