Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ίσκρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ίσκρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Σαράντα χρόνια σύντροφος

Η σχέση των κομμουνιστών –και όσων δηλώνουν τέτοιοι, χωρίς να είναι απαραίτητα- με την εφημερίδα (τους) είναι ιδιαίτερη· σχεδόν ερωτική. Δεν είναι τυχαίο πως στις πιο δύσκολες συνθήκες, όταν το κόμμα έκανε τα πρώτα βήματά του ή όταν έβγαινε στην παρανομία και έπρεπε να τα ξανακάνει από την αρχή, το πρώτο πρακτικό καθήκον που έβαζαν οι σύντροφοι, μόλις μαζευόταν έστω μια μικρή ομάδα, ήταν να εκδώσουν κάποιο φύλλο, για να ανοιχτούν στον κόσμο, να δείξουνε την ύπαρξή τους, να οργανώσουν τη ροή πληροφοριών σε ένα ενιαίο κέντρο, να βοηθήσουν τα μέλη να ενημερώνονται σφαιρικά για όλα όσα γίνονται στην κεντρική πολιτική σκηνή, σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, οπουδήποτε δηλ δρα και παρεμβαίνει το κόμμα.


Εξ ου λοιπόν τα δεκάδες τοπικά εαμίτικα φύλλα κατά τη διάρκεια της κατοχής, τακτικές ή περιστασιακές εκδοτικές προσπάθειες, ερασιτεχνικές και ενίοτε χειρόγραφες, που αποτύπωναν τη ζωτική ανάγκη των αγωνιστών να καταγράφουν τα νέα τους, να υπάρχει ένας «ζωντανός οργανισμός» με συνέχεια, πέρα από τη δική τους αμφίβολη βιολογική συνέχεια, που διακυβευόταν κάθε μέρα στο πεδίο της μάχης. Εξ ου κι οι δεκάδες ηρωικές στιγμές αυτοθυσίας συντρόφων χρεωμένων στα κρυφά τυπογραφεία της οργάνωσης για την παράνομη έκδοση του ριζοσπάστη, που έκλεισε χτες τα σαράντα χρόνια κυκλοφορίας από την επανέκδοσή του και το πρώτο νόμιμο φύλλο της μεταπολίτευσης.

Εξ ου και η επιμονή του βλδίμηρου για τη σημασία ενός κομματικού οργάνου και ο αναντικατάστατος (επιμορφωτικός κι όχι μόνο) ρόλος της ίσκρα στην ενότητα του νεοσύστατου κόμματος (σδεκρ) και τη διαμόρφωση του μπολσεβίκικου ρεύματος. Μόνο που το παράδειγμά του βρήκε μια σειρά κακέκτυπα, που πίστευαν πως το μιμούνται πιστά. Το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη έστησε τη διαδικτυακή ίσκρα, αν και φέρνει μάλλον στον ύστερο πλεχάνοφ και τους συντρόφους του, που αποτελούσαν τη συντακτική επιτροπή της αυθεντικής ίσκρα, μετά από την αποχώρηση του λένιν. Το «πριν», ως μηνιαίο περιοδικό επί ενιαίου συνασπισμού, ήταν ο προάγγελος της συγκρότησης του νέου αριστερού ρεύματος. Ο χώρος της σακε μετεξελίχθηκε σε εφημερίδα («κόντρα»), οπότε μπορεί κανείς να οργανώθηκε ως μέλος σε πολιτική συλλογικότητα, για να βρεθεί μέλος μιας συντακτικής επιτροπής. Παρόμοια πορεία πρέπει να είχε και ο χώρος της κόκκινης ορχήστρας. Γενικά, αν υπήρχε παλιότερα το διαδίκτυο, πολλές διασπαστικές τάσεις θα ξεθύμαιναν εκεί και δε θα έμπαιναν στον κόπο να βαφτίσουν πολιτική κίνηση/κόμμα/οργάνωση την ομάδα/παρέα τους. Στο σύριζα κατάργησαν τις συνιστώσες, αλλά καθεμιά κράτησε την εφημερίδα της (αυγή, εποχή, κτλ) ως χώρο έκφρασης. Ενώ η ανταρσύα, που δεν έχει συνιστώσες (αλλά οργανώσεις), δεν αποτολμά να στήσει μια ενιαία εφημερίδα, γιατί αυτό θα σήμαινε πιθανόν το τέλος της, είτε πολιτικά, με την όξυνση διαφωνιών που θα προέκυπταν, είτε οικονομικά, αν για κάθε θέμα θα πρέπει να αναφέρεται η άποψη όλων των οργανώσεων ξεχωριστά, και βγαίνει κοντά στις εκατό σελίδες το κάθε φύλλο.

Τα 40χρονα του νόμιμου ρίζου συνέπεσαν σχεδόν χρονικά με την κορύφωση των εκδηλώσεων του 40ου φεστιβάλ, όπου κυκλοφόρησε κι η ειδική επετειακή έκδοση του ριζοσπάστη, μια προσεγμένη κι αξιόλογη δουλειά, που θα μπορούσε να ενταχθεί ίσως σε ένα ευρύτερο αφιέρωμα, με το βιντεάκι που θα προβληθεί στην αυριανή εκδήλωση, στην έδρα της κετουκε γι’ αυτήν την επέτειο. Ένα αφιέρωμα, όπου θα είχε θέση κατά τη γνώμη μου, ως προλεγόμενα, ένα σημείο από τον «παράνομο» του κοτζιά για την προδικτατορική αυγή και το διευθυντή της, που του άρεσε να περιγράφει το ειρηνικό πέρασμα με κάτι ακατανόητες χειρονομίες και σχήματα στον αέρα –από τα οποία ούτε το κόμμα ήταν πλήρως απαλλαγμένο, μετά απ’ τη διάσπαση του 68’. Και μετά, εικόνες από τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, όπου το κόμμα δρομολογούσε την ντε φάκτο νομιμοποίησή του (και με την επανέκδοση του ρίζου μεταξύ άλλων). Αναφορά στο σατιρικό ρίζο της δευτέρας· και στην πρώτη, που ήταν ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα της εξέλιξης της ελευθεροτυπίας και των σημερινών απογόνων της, ως στιλ εφημερίδας. Στα ειδικά αφιερώματα για το τσέρνομπιλ και την εοκ· τις επεισοδιακές συνεδριάσεις της κοβ ριζοσπάστη, που διέρρεαν στον αστικό τύπο, όταν μαζί με τη φυσιογνωμία του κόμματος αμφισβητούνταν παράλληλα ο ρόλος της εφημερίδας ως κομματικό όργανο. Στις πλημμύρες του 95’ στον περισσό, που δεν ανέστειλαν ούτε για μια μέρα την κυκλοφορία-λειτουργία της εφημερίδας. Το πρωτοσέλιδο του 91’ για την κόκκινη σημαία, αμέσως μετά την υποστολή της απ’ το κρεμλίνο. Και τον πρωτοσέλιδο τίτλο «γρηγορείτε έλληνες» στους βομβαρδισμούς της γιουγκοσλαβίας. Την ανηφόρα της ανασυγκρότησης (του κκε και του ριζοσπάστη), με τη διεύθυνση του μακαρίτη τσίγκα και του τωρινού γγ, του κουτσούμπα. Και μια ομάδα επίλεκτων με τις καλύτερες γραφίδες-πενάκια που έχουν φιλοξενήσει οι στήλες της εφημερίδας αυτά τα χρόνια: καραντηνός, χουρμουζιάδης, ραφαηλίδης –αν δεν κάνω λάθος, για ένα φεγγάρι-, παπαϊωάννου, ο παλιός στάθης, για να μην πιάσουμε και τα χρόνια πριν από τη δικτατορία (βάρναλης, ζαχαριάδης, διδώ σωτηρίου, καραγιώργης, γληνός και πόσοι άλλοι), ως τους νεότερους και αυτούς που θα αναδειχθούν από την καινούρια φουρνιά, μες στα επόμενα χρόνια.

Ο ριζοσπάστης βγήκε τραυματισμένος από την κρίση και την ανάγκη για περικοπές στις σελίδες του και το έμψυχο δυναμικό του. Ενώ παράλληλα ανοίγει μια συζήτηση για το μέλλον των εφημερίδων συνολικά και τον Τύπο που αργοπεθαίνει στην εποχή του διαδικτύου, χωρίς προοπτικές ανόδου της κυκλοφορίας του –ιδίως όταν κάθε φύλλο ανεβαίνει από το πρωί διαδικτυακά και μπορεί να το διαβάσει δωρεάν κάθε χρήστης, χωρίς να το αγοράσει από το περίπτερο. όπως συμβαίνει δηλ με το ριζοσπάστη. Και δεν ξέρω πολλές εφημερίδες, πλην λακεδαιμονίων, που να το κάνουν αυτό.

Οι εφημερίδες μπορεί να είναι καταδικασμένες να πεθάνουν, όπως άλλωστε κάθε τι εφήμερο –το λέει και το όνομά τους. Ο ριζοσπάστης όμως είναι ‘καταδικασμένος’ να συνεχίσει να υπάρχει, ακριβώς γιατί ειναι διαχρονικό κι αναντικατάστατο εργαλείο, η εφημερίδα που ξεφεύγει από αυτόν τον εφήμερο χαρακτήρα και μπορείς να ανατρέξεις στο αρχείο της για κάθε θέμα για να βρεις παλιά ή καινούρια άρθρα, ζωντανά, επίκαιρα κι ενδιαφέροντα –ακόμα κι αν λείπει η πιο ζουμερή περίοδος πριν από το 95’. Και θα συνεχίσει να έχει λόγο ύπαρξης, όσο εξακολουθεί να γράφει (για) αυτά, που δεν πρόκειται να βρεις πουθενά αλλού, πχ το εργατικό ρεπορτάζ από τους χώρους δουλειάς (κι όχι απ’ τους διαύλους του υπουργείου εργασίας).

Θα υπάρχει, όσο υπάρχουμε (καζαντζίδης) κι όσο υπάρχουν σύντροφοι.. που βλέπουν σαν ιεροτελεστία το διάβασμά του, τον μυρίζουν καθώς τον ξεφυλλίζουν –αν και για κάποιο διάστημα είχε το καλύτερο, οικολογικό φύλλο, χωρίς έντονες μυρωδιές- πριν τον διπλώσουν ευλαβικά στα τέσσερα, για να χωρέσει κλασικά στην κωλότσεπη του παντελονιού. Και όσο θα υπάρχουν παππούδες σύντροφοι που αναζητούν κάθε πρωί τον καθημερινό τους σύντροφο, τον περιμένουν στην πόρτα σε κάθε εξόρμηση, βάζουν τους άλλους να τους τον διαβάζουν, όταν αδυνατίζει η όρασή τους, και δακρύζουν από χαρά και συγκίνηση, όταν θα τους τον φέρουν μετά από καιρό, πχ στο εξωτερικό.


Εξαρτημένα αντανακλαστικά και θρησκοληψίες, μπορεί να σκεφτεί κάποιος. Θα ήταν τέτοια όμως, αν έβλεπαν απλά τον τίτλο και ένα σφυροδρέπανο, χωρίς να τους νοιάζει το περιεχόμενο, χωρίς να έχουν άποψη για όσα γράφει, όπως οι εγκλωβισμένοι αναγνώστες-ψηφοφόροι, που δεν μπορούν να αλλάξουν συνήθειες/κόμμα/εφημερίδα. Αλλά ο ρίζος δεν είναι συνήθεια, ούτε έχει συνηθισμένους αναγνώστες. Δεν είναι καψούρα, αλλά μια συντροφική σχέση που δοκιμάζεται κι επιβεβαιώνεται κάθε μέρα. Γιατί η σχέση των κομμουνιστών με την εφημερίδα τους είναι ιδιαίτερη· σχεδόν ερωτική..

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Ένα σώμα για το υποκείμενο

Πάμε στα της σοβαρής συνιστώσας, η οποία φέτος πάει για συνέδριο. Στο καταστατικό της προβλέπει συνέδριο κάθε τρία χρόνια, ένα λιγότερο από την τετραετία που βάζει το κόμμα. Ίσως στη λογική της πλειοδοσίας, που επικρατεί με τα χίλια-πεντακόσια, το 35ωρο και πάει λέγοντας. Στην πράξη βέβαια βγάζουν ένα συνέδριο κάθε οχτώ χρόνια. Αλλά ο αναμάρτητος που δεν παραβίασε το καταστατικό, πρώτος το λίθο βαλέτω. Έναυσμα για την πραγματική εξέγερση, όπου θα σπάσουν όλες οι βιτρίνες και θα φανεί η ουσία πίσω από το φαίνεσθαι.

Το ναρ προσπαθεί με αξιώσεις να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ του σταλινικού κκσε που είχε 13 χρόνια να κάνει συνέδριο, από το 39’ ως το 52’. Τότε βέβαια είχαν να αντιμετωπίσουν κι έναν παγκόσμιο πόλεμο ενδιάμεσα. Κι η σοβαρή συνιστώσα όμως έχει να αντιμετωπίσει το δικό τους εμφύλιο, οπότε εν μέρει δικαιολογείται.

Το συνέδριο είναι μια επίσημη περίσταση, που ως τέτοια απαιτεί ένα παστρικό ξεκαθάρισμα. Κι όπως θα πιάσουν να τινάξουν τα χαλιά, θα βγουν στη φόρα όλα τα θέματα κι οι αντιθέσεις που πετούσαν τόσο καιρό από κάτω για να τις σκεπάσουν. Αλλά οι αντιθέσεις είναι σαν τον βήχα, τον έρωτα και το βρώμικο 89’: δεν κρύβονται. Ίσως ήταν καλύτερα πριν, που άπαντες γνώριζαν τι συνέβαινε, αλλά κανείς δε μιλούσε.

Τα συνέδρια λοιπόν έβγαιναν κάθε οκταετία, ένα το 98’ κι άλλο ένα το 06’. Και μέχρι τώρα συνέπιπταν από παράδοση με τα μουντιάλ που γίνονταν στην ευρώπη. Το 90’ η ίδρυση, με το ιτάλια 90’. Το πρώτο συνέδριο μαζί με το φρανς 98’. Και το δεύτερο το 06’ με το μουντιάλ της γερμανίας. Τώρα όμως, το επόμενο ευρωπαϊκό μουντιάλ θα γίνει το 18’ στη ρωσία. Κι επειδή δε μπορούσαν να το αναβάλουν δώδεκα χρόνια, κάνουν ένα τώρα ενδιάμεσα και το 2018 θα κάνουν το τέταρτο, μαζί με το μουντιάλ, για να τηρηθεί η παράδοση.
Το τρίτο λένε ότι θα το κάνουν φέτος. Αυτή δηλαδή είναι η επίσημη εκδοχή, αλλά εγώ πιστεύω ότι θα τους πάρει κάτι παραπάνω με τα εσωτερικά τους και θα τους βγει μες στο 12, για να συμπέσει τουλάχιστον με το EURO.

Το εναρκτήριο λάκτισμα των προσυνεδριακών διαδικασιών, είναι το σώμα του ναρ για την οικονομική κρίση. Κυκλοφορεί κι ένα βιβλιαράκι με τις θέσεις τους, που πωλείται προς δύο ευρώ. Εγώ έχω διαβάσει διαγώνια ένα προσχέδιο κι έμεινα με την εντύπωση μιας αδιάφορης σούπας που πάει να τα παντρέψει όλα. Κρίση χρέους αλλά κι υπερσυσσώρευσης. Ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς (sic), γιατί ο ιμπεριαλισμός τους κάθεται άσχημα, αλλά κι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις ενίοτε, γιατί κάποια πράγματα δε μπορείς παρά να τα πεις με το όνομά τους.

Πιο ενδιαφέρον όμως θα είναι μάλλον το επόμενο σώμα για το υποκείμενο. Το κοινωνικό δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, ό,τι κι αν έχει ακούσει κανείς κατά καιρούς σε διάφορες κουβέντες με εεακίτες. Θα είναι η εργατική τάξη σε όλες τις εκδοχές της: βιομηχανικό προλεταριάτο, νέα βάρδια, μικροαστοί που προλεταριοποιούνται κ.ά.

Αλλά το ουσιαστικό διακύβευμα θα είναι το πολιτικό υποκείμενο. Εκεί θα παιχτεί η ιστορία. Όχι τόσο με τα τασάκια που απέμειναν και τα φετίχ τους για τις ολομελειακές διαδικασίες και τα όργανα ανοιχτού τύπου. Αλλά με τους ίδιους τους ορθόδοξους και το μοντέλο λειτουργίας της εαακ που έχει περάσει και στο ρεύμα.

Αυτά όμως θα τα δούμε εν καιρώ. Για την κρίση, το καινούριο τους πρόγραμμα (όχι ότι είχαν παλιό), τι είδους κόμμα θέλουν να γίνουν και πώς θα το ονομάσουν (έχουν κατοχυρωμένο το ρεύμα κι από τα υπόλοιπα έχει μείνει η επανίδρυση. Που είναι κοντά στην επαναθεμελίωση και τους γοητεύει, αλλά έχει μια αρνητική φόρτιση μετά τη μετάλλαξη της κομ. επανίδρυσης στην ιταλία).

Ας μείνουμε λίγο στο υποκείμενο. Ποιος συγκροτεί σήμερα το επαναστατικό υποκείμενο;
Οι σύντροφοι. Εγώ, εμείς. Πάντα σε πρώτο πρόσωπο και πάντα πολύ λιγότεροι από αυτούς. Ποιοι είναι αυτοί; Οι αστοί κι οι πραίτορές τους. Και γενικώς οι κακοί. Αλλά τους έχουμε.

Πάντα σε πρώτο πρόσωπο κι ολιγοπρόσωποι. Αλλά αμεσοδημοκρατικά χωρίς αντωνυμίες κι αντιπροσώπους. Μονάχα ονόματα. Ορέστη απ’ τη σπάρτη, μαρία απ’ το βόλο (αυτή είναι η cundu luna). Τα όνειρά μας έχουν όνομα που έλεγε και μια καλτ αφίσα της δαπάρας. Μαριέττα, αννούλα... ή όπως έλεγε σε μια εκπομπή κι ο μπογιό: κόκαλης, μπόμπολας, βαρδινογιάννης...

Τώρα μας χρειάζεται κι ένας επιθετικός προσδιορισμός. Το επιθετικός δεν παραπέμπει στη σύγκρουση, δεν έχει να κάνει με άμυνα κι επίθεση. Ούτε είναι φετίχ, όπως λεν κάποιοι που διεγείρονται με μαλόξ και το χρησιμοποιούν σε ερωτικά παιχνίδια με το σύντροφό τους.

Εδώ εννοούμε επίθετο. Όχι το επώνυμο του ορέστη απ’ το βόλο και της cundu luna αλλά έναν πολιτικό χαρακτηρισμό, μια ταμπέλα. Ενάντια στα κλισέ που δεν αντέχουν τις ταμπέλες, τους χαρακτηρισμούς και βασικά την πολιτική.

Λείπει αυτό το κάπα που χάνουν οι συνιστώσες στην πάλη των τά(κ)σεων μες στα μετωπικά σχήματα, που είναι το κομμουνιστικό. Κι άμα το πεις, δε λύνεις τα ξόρκια, αλλά δε χρειάζεται να πεις τίποτα άλλο –στο μιλητό τουλάχιστον. Ούτε οικολογικό, ούτε ριζοσπαστικό –που στο έκλεψε κι ο σύριζα- ή αντικαπιταλιστικό. Το κάπα αυτό τα καλύπτει όλα. Δε γίνεται να είσαι κομμουνιστής και να μην είσαι όλα τα άλλα.
Ούτε χρειάζεται μακρινάρι στον υπότιτλο για να χωρέσουν όλα. Και μόνο η κομμουνιστική ανανέωση να επιμένει για το κάπα. Γιατί έχει καλό παρελθόν και το δείχνει σε κάθε ευκαιρία.

Εφόσον το σώμα ασχολείται με το υποκείμενο και με τα υπαρξιακά της σοβαρής συνιστώσας, δηλ με το είναι και την ουσία, χρειάζεται κι ένα κατηγορούμενο. Και τέτοιο είναι διαχρονικά το κόμμα, ανεξαρτήτως συνθηκών. Το οποίο έχει στα σκαριά μια συνδιάσκεψη για το δεύτερο τόμο της ιστορίας του κόμματος και το αντικείμενο.

Το αντικείμενο είναι ο νίκος ζαχαριάδης. Έτσι τον ανέφερε στις εκθέσεις του ο καγκεμπίτης που είχε αναλάβει να τον παρακολουθεί όταν ήταν εξόριστος στη σιβηρία, στο τέλος της ζωής του. Από εκεί εμπνεύστηκε τον τίτλο του βιβλίου του για τον ζαχαριάδη ο φρέντυ γερμανός, που έγραψε κάτι σαν ιστορικό μυθιστόρημα, όπου η φαντασία συμπληρώνει ιντριγκαδόρικα τις λεπτομέρειες για όσα δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια.

Έτσι ο ζαχαριάδης είναι μέλος της τιμητικής φρουράς μαζί με το ναζίμ χικμέτ στην κηδεία του λένιν και κάνει παθιασμένο έρωτα με μια νταρντάνα ινστρούκτορα της κουτβ, που τον έβαλε κάτω μετά από έναν μεταξύ τους αγώνα πάλης. Το βιβλίο όμως έμεινε στη μέση, όπως όλα τα μεγάλα έργα άλλωστε, γιατί ο γερμανός πέθανε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του και δεν πρόλαβε να το τελειώσει. Στον άδη και το βαθύ σκοτάδι που λένε κι οι αναρχικοί. Μακάβριοι οι πτωχοί τω πνεύματι..

Η δυσκολία του θέματος είναι ευθέως ανάλογη με το ενδιαφέρον του. Ήδη η σύγχρονη εποχή έβγαλε τα υλικά της έκτης ολομέλειας (το 56’), που καθαίρεσε τον ζαχαριάδη από γραμματέα και της τρίτης συνδιάσκεψης (του 50’) που έδωσε τις πρώτες εκτιμήσεις και συμπεράσματα για τα αίτια της ήττας του δσε στο δεύτερο αντάρτικο. Αυτά όμως μένουν λειψά, αν δεν τα δούμε μαζί με τα υλικά της έβδομης (που διέγραψε το ζαχαριάδη απ’ το κόμμα), την αποκατάσταση του 67’ (σε εισαγωγικά ή χωρίς) που τον απάλλαξε από την κατηγορία του πράκτορα, κι ακόμα την υπόθεση πλουμπίδη, την ιστορία με το γουσόπουλο κ.ά.

Με κατηγορούμενο συντάσσονται ρήματα σαν το είναι και το φαίνεται. Οι πιο πολλοί μένουν στο δεύτερο κι αγνοούν συστηματικά το πρώτο. Όταν δεν έχουμε τέτοια σύνταξη, τότε έχουμε αντικείμενο, με μεταβατικό ρήμα που πάει μαζί με τα αιτήματα και το πρόγραμμα της τέταρτης διεθνούς.

Το κόμμα απ’ την άλλη, που είναι κάτι σαν σοβιετικό κόμμα ελλάδας –όπως είχαμε παλιά το ρώσικο και το γαλλικό του κωλέττη- το κατηγορούν ότι έχει μείνει μπρεζνιεφικά στάσιμο στη λαϊκή εξουσία και δε βάζει μεταβατικούς στόχους και ρήματα ως συνδετικούς κρίκους. Εξάλλου στη ρωσική γλώσσα, πολλές φορές δε μπαίνει καν ρήμα. Λένε πχ, έτα ντομ. Αυτό [είναι] σπίτι. Το ρήμα εννοείται και παραλείπεται. Ή ακόμα, κτο ον; Ποιος [είναι] αυτός; Και πάει λέγοντας.

Αυτή είναι όμως η μισή αλήθεια. Γιατί τα ρώσικα είναι η πιο πλούσια γλώσσα στα ρήματα κίνησης. Έχουν συνολικά καμιά δεκαριά και παραπάνω –ιντίτς, παϊντίτς κι άλλα τέτοια. Και πρέπει να δεις διαλεκτικά, ποιο μπαίνει κάθε φορά, με ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Ο σοβιετικός μαρξισμός είναι περίπου όπως η ρώσικη γλώσσα. Μπορεί να θεωρείται φτωχός συγγενής από κάποιους, αλλά στην ουσία έχει να δώσει τα περισσότερα. Το αντικείμενο είχε απόλυτο δίκιο όταν έγραφε στο εγχειρίδιο του καλού κομμουνιστή ότι (αυτός) πρέπει να έχει γνώση της ρωσικής. Κι αυτό –ως προς τον μαρξισμό τουλάχιστον- ισχύει και γι’ αυτούς που ψάχνουν υλικά για την επαναθεμελίωσή του και θέλουν να ασχοληθούν με το υποκείμενο.

Αν κρίνεις τη φύση της σοβιετίας από κάποιες πτυχές του εποικοδομήματος, είναι σα να κρίνεις μια πρόταση από το επίρρημά της. Ή να έχεις σε ένα κείμενο μια περίοδο –προεπαναστατική ή μη- να πιάνεις τη δευτερεύουσα πρόταση και να αφήνεις την κύρια. Πρέπει να ξέρεις να κάνεις συντακτική ανάλυση. Δεν αρκεί μια σκέτη πρόταση (εξουσίας) υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο.

Υπάρχει η αττική σύνταξη. Πχ τα παιδία παίζει (κι αρρωσταίνει). Όπου τελικός στόχος είναι να έχεις ενιαίο, μαζικό σύνολο που δρα σαν ένα και μπαίνει στον ενικό. Όπως το πλήθος, που ένα είναι, σαν το κόμμα δηλ, αλλά αναφέρεται στις μάζες που κινούν την ιστορία με τον αγώνα τους.

Υπάρχει η σύνταξη της ίσκρα –η παλιά, καλή ίσκρα, όχι αυτή του λαφαζάνη. Υπάρχει η σύνταξη από το μερικό, στο γενικό. Ξεκινάς από το ψαλίδισμα των μισθών και των συντάξεων και φτάνεις στη συντακτική συνέλευση και την κατάργησή της από το μαΐλη, που δε σέβεται το σύνταγμα. Δεν κατάλαβα, υποχρεωμένοι είμαστε;

Η σύνταξη αυτή από το μερικό στο γενικό, λέγεται παράθεση. Το διαλεκτικό της συμπλήρωμα είναι η επεξήγηση (των θέσεών μας και της λαϊκής εξουσίας) που είναι το ακριβώς αντίστροφο. Πάει από το γενικό στο μερικό και εξειδικεύει το πρόγραμμά μας σε κάθε χώρο. Απαραίτητη σημείωση, ότι και στους δύο αυτούς τύπους σύντάξης χρειάζεται η διαμεσολάβηση ενός κόμματος (εργατικού και νέου τύπου).

Κάθε γλώσσα είναι κατασταλαγμένη σοφία. Το ρήμα συνδέει διαλεκτικά το υποκείμενο με το αντικείμενο, τον υποκειμενικό παράγοντα με τις αντικειμενικές συνθήκες. Ο άνθρωπος καθορίζει τις συνθήκες που τον διαμορφώνουν. Όταν κρατάει παθητική στάση γίνεται έρμαιο των άψυχων αντικειμένων, που γίνονται συντακτικά υποκείμενα στην παθητική φωνή και ορίζουν τη ζωή του. Το εμπόρευμα γίνεται φετίχ κι η νεκρή εργασία κυριαρχεί πάνω στη ζωντανή, ή με άλλα λόγια, το κεφάλαιο παρασιτεί εις βάρος (του κόσμου) της εργασίας. Και τότε ψάχνεις να βρεις τα (ποιητικά) αίτια, να φωτίσεις τις αιτίες που σε αφήνουνε μισό.

Δεν ξέρω τι επίλογο να κάνω. Το κίνημα θα πει την τελευταία λέξη, (πρόταση, παράγραφο, κοκ..)