Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Το τρίτο μέγα ΟΧΙ

Για μένα τα χρόνια στο δημοτικό ήταν συνυφασμένα με μια παιδική ανεμελιά, που κόπηκε κάπως απότομα με τη μετάβαση στην εφηβεία και το γυμνάσιο. Εκ των υστέρων καταλαβαίνω πως μία από τις βασικές δυσκολίες αυτής της μετάβασης ήταν η προσαρμογή από τη «γενική μόρφωση» του δημοτικού και τη σύνδεσή της με εξωσχολικά διαβάσματα, που μας απασχολούσαν και μες στην τάξη, στην εξειδίκευση μιας ύλης που πρέπει να βγει πάση θυσία, χωρίς χρονοβόρες παρεκκλίσεις, για να ξεχαστεί την αμέσως επόμενη μέρα των εξετάσεων. Κι όταν θυμάμαι τη δασκάλα που είχα ως την τετάρτη δημοτικού, σκέφτομαι πως της οφείλω πολλές χρήσιμες γνώσεις, εκτός σχολικών εγχειριδίων κι ως ένα βαθμό το ευ ζην –αν και τελευταία έχει καταστεί εντελώς αμφίβολο αυτό καθαυτό το ζην, για όσους δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στον εαυτό τους τα προς το ζην, δηλ την επιβίωση, πόσο μάλλον την πραγματική ζωή, που παραπέμπει περισσότερο στο ευ ζην.

Ευτυχώς όμως δεν της οφείλω τις πολιτικές πεποιθήσεις μου. Γιατί ανάμεσα στις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που μας περνούσε, ήταν κι ένα τραγουδάκι για τη μακεδονία (ήταν στην επικαιρότητα τότε και τα σκοπιανοφάγα συλλαλητήρια με την καθολική –πλην λακεδαιμονίων- συμμετοχή) που έλεγε: στρατός, ξηρά και ναυτικό κρατούν γερά τη λόγχη, για να απαντήσουν στον εχθρό το τρίτο μέγα όχι. Ήμασταν βέβαια πολύ μικροί για να πιάσουμε το ιστορικό υπονοούμενο στο τακτικό αριθμητικό τρίτο και σε ποιο γεγονός αναφερόταν. Πότε ήταν δηλ το δεύτερο όχι, για να φτάσουμε στο τρίτο; Χρειάζονταν εξωσχολικά αναγνώσματα, για να το καταλάβουμε. Ενώ κι οι μισές, κουτσουρεμένες απαντήσεις που θα βρίσκαμε τα επόμενα χρόνια στα σχολικά εγχειρίδια του γυμνασίου και του λυκείου έμεναν πάντα εκτός διδακτέας κι εξεταζόμενης ύλης.

Και το πρώτο όχι πότε ειπώθηκε δηλ; Ο μεταξάς απάντησε στον ιταλό πρέσβη κάτι σαν «αλόρ, σε λα γκερ», λοιπόν έχουμε πόλεμο. Με βάση όσα μας έμαθε η δασκάλα μας στο δημοτικό, αυτό είναι συμπερασματικός σύνδεσμος και δεν εισάγει κάποια άρνηση αλλά μια διαπίστωση. Ώστε έτσι λοιπόν.. Και τέλος πάντων η τάξη που εκπροσωπούσε ο μεταξάς, χωρισμένη σε φιλοβρετανικό και φιλογερμανικό τμήμα, δεν είπε κανένα απολύτως όχι, ούτε έμεινε να υπερασπιστεί, γιατί το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, παρά μόνο συμφέροντα και εθνικά κράτη ή διακρατικούς οργανισμούς ως όργανα και συλλογικούς εκφραστές τους.

Το ΟΧΙ το είπε ο ελληνικός λαός που πολέμησε στην πίνδο τους ιταλούς κι αργότερα ενάντια στους γερμανούς φασίστες (και όχι τη γερμανία και την ιταλία ως έθνη, όπως έλεγαν οι τεταρταυγουστιανές αρχές) ενώ η πολιτική του ηγεσία ήταν τελείως απρόθυμη κι ανέτοιμη για αυτόν τον πόλεμο, χωρίς να έχει προχωρήσει στη στοιχειώδη υλική προπαρασκευή για τη διεξαγωγή του.
Το ΟΧΙ το είπε ο ελληνικός λαός που δεν τράπηκε σε φυγή στο κάιρο, αλλά αντιστάθηκε στις δυνάμεις κατοχής με ψυχή και οργανωτή του αγώνα του το εαμ, τον αντάρτικο στρατό του ελας, την επον και την εθνική αλληλεγγύη.  Το δεύτερο ΟΧΙ δεν το είπαν οι δοσίλογοι συνεργάτες του κατακτητή, που βρήκαν προστασία κάτω από τις φτερούγες των βρετανών και των αμερικάνων αργότερα, αλλά οι ηρωικοί μαχητές του δημοκρατικού στρατού, που ιδρύθηκε στην έκτη επέτειο του ΟΧΙ στους ιταλούς, 28 οκτώβρη του 46’.

Συνεπώς το πρώτο όχι συνδέεται άρρηκτα με το δεύτερο και δεν μπορεί να ιδωθεί ξεκομμένο από αυτό και από όλα τα μικρά και μεγαλύτερα όχι που ακολούθησαν: στις νατοϊκές βάσεις, στο λάκκο των λεόντων της εοκ και το μάαστριχτ, στο σχέδιο ανάν. Η άρνηση να γίνουμε δούλοι του εικοστού πρώτου αιώνα και το «τρίτο μέγα όχι» στον κόσμο της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας.

Τα ιστορικά μισόλογα (όχι μεν αλλά) προσιδιάζουν κατεξοχήν στον πολιτικό χυλό της σοσιαλδημοκρατίας (σε όλες του τις ιστορικές εκδοχές κι απ’ όπου κι αν προέρχεται) που επιχειρεί να αντλήσει (συνήθως με όρους λεηλασίας) πολιτική υπεραξία από την ιστορική παράδοση του εαμ, αλλά... αναγνωρίζει την αντίσταση μόνο ως το 44’, οικτίρει το «λάθος» του δεκέμβρη και της αποχής του 46’, τον «αδελφοκτόνο εμφύλιο» (έλληνες να ντουφεκάνε έλληνες) και τον αγώνα του δσε. Καλλιεργεί την αυταπάτη ότι υπήρχε δυνατότητα ομαλής, δημοκρατικής εξέλιξης αλά γαλλία κι ιταλία και ότι η αντίδραση θα ανεχόταν την ειρηνική συνύπαρξή της με ένα τόσο ισχυρό εαμικό κίνημα, χωρίς να συγκρουστεί στρατιωτικά μαζί του, για να το τσακίσει και να το οδηγήσει στη συντριβή.

Είναι ο ίδιος πολιτικός χυλός που απορρίπτει τη «στείρα άρνηση» των κομμουνιστών, «που δεν έχουν προτάσεις, δε θέλουν να κυβερνήσουν και λένε σε όλα όχι, από συνήθεια και θέση αρχής». Αυτός που προβάλλει τον «τρίτο δρόμο» των παπατζήδων και των ιστορικών τους κακέκτυπων, γιατί… αυτοί έλεγαν και κανένα όχι τουλάχιστον –κι ας μην το εννοούσαν- στην εοκ, τους αμερικάνους, το παλάτι. Αλλά τα περήφανα «όχι» και «μη» έγιναν «μη κυβερνητικές οργανώσεις» και «μη κρατικά πανεπιστήμια» (με ιδιωτικούς σεκιούριτι) ή ένα αφοριστικό «όχι σε όλα τα κόμματα», σε μια άλλη του εκδοχή.

Η διέξοδος όμως, ιδίως σήμερα, δε βρίσκεται σε μισόλογα και ντροπαλές αρνήσεις, που είναι σαν τα νάζια της σεμνότυφης χαμηλοβλεπούσας που λέει «μη» για τα μάτια του κόσμου. Το ζήτημα είναι να ξέρουμε πού να χτυπήσουμε και τι να αρνηθούμε. Το ζητούμενο είναι το τρίτο μέγα ‘όχι’ που λέγαμε και παραπάνω, η συνολική άρνηση της σημερινής μιζέριας. Ένα «όχι» που δεν είναι στείρο, αλλά διαλεκτικό και αρνείται όλα όσα κρατάνε πίσω την εξέλιξη του κόσμου και τον εμποδίζουν να σταθεί στο μπόι των ονείρων μας και των δυνατοτήτων της εποχής μας.

Για να τα βρει κανείς αυτά όμως, πρέπει πρώτα να διαβάσει φιλοσοφία, για να αρχίσει να καταλαβαίνει τη διαλεκτική, να διαβάσει την πραγματική ιστορία του τόπου, που δεν πρόκειται να τη μάθει στο σχολείο, από τα βιβλία και τους καθηγητές του, αλλά μόνο σε εξωσχολικά αναγνώσματα. Ένα σχολείο, που συνήθως αφήνει στους απόφοιτούς του, ως μοναδικό εφόδιο, την απέχθεια για το διάβασμα, το βιβλίο και συνολικά τη γνώση. Και δίνει και μια άλλη διάσταση στο περίφημο «απέξω» του βλαδίμηρου και στο ερώτημα πώς και σε ποια βάση μπορεί να προκύψει η επαναστατική συνείδηση.

Υστερόγραφο

Το.. «πουλιοπουλικό αντιεαμικό μένος» –όπως θα έλεγε κάποια ψυχή- έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, που χτες στην πάτρα, μετά την κατάθεση στεφάνου από το κκε στο σημείο που είχε πέσει η πρώτη βόμβα στον πόλεμο του 40’, οι συγκεντρωμένοι κομμουνιστές (και κομμουνίζοντες σαν κι εμένα) τραγουδήσαμε για το εαμ: «τρία γράμματα μόνο φωτίζουν» και τους «ήρωες». Ναι αλλά γιατί ο σφος που τραγουδούσε από τη ντουντούκα ξέχασε και παρέλειψε τη δεύτερη στροφή «νέοι, γέροι, όλοι μαζί φωνάζουν»; Πού θα φτάσει πια αυτός ο κατήφορος; Ε;

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Για τη δουλειά στους μαθητές

Χτες κυκλοφόρησαν μαζί με τον οδηγητή του σεπτέμβρη, οι θέσεις του κσ της κνε για το 11ο συνέδριο της οργάνωσης, που θα γίνει στο τέλος αυτής της χρονιάς, μαζί με το σχέδιο καταστατικού που προτείνεται προς ψήφιση· ένα σημαντικό κι ενδιαφέρον κείμενο, που πιάνει μια σειρά καίρια ζητήματα και δίνει πολλές αφορμές για πλούσια συζήτηση.

Αυτό που ξεχώρισα μεταξύ άλλων στο πρώτο ξεφύλλισμα, με ένα γρήγορο σκανάρισμα και μια διαγώνια ανάγνωση, είναι οι διάσπαρτες αναφορές για τη δουλειά στους μαθητές, την (ως ένα βαθμό) ανησυχητική κατάσταση που επικρατεί στο μαθητικό κίνημα και τα άμεσα πρακτικά μέτρα που χρειάζονται για την αντιμετώπισή της.

Στη θέση 4, για την πορεία ανάπτυξης της κνε, αναφέρεται ενδεικτικά: η ΚΝΕ ανανέωσε τις γραμμές της σε όλους τους χώρους, αναδείχθηκαν νέα στελέχη, τροφοδότησε με νέα μέλη τις γραμμές του Κόμματος. Εκτιμάμε όμως ότι παραμένει ως δικό μας πρόβλημα, ξεκινώντας από το ΚΣ και τα άλλα καθοδηγητικά όργανα, οι καθυστερημένοι ρυθμοί στρατολογίας. Αφορά ιδιαίτερα στους μαθητές των ενιαίων και τεχνικών σχολείων, όπου υπήρξαν κενά στη συνεχή ανανέωση και ανάπτυξη, ζήτημα κρίσιμο για την ανάπτυξη της ΚΝΕ συνολικά.

Αυτό το τελευταίο αναπτύσσεται ξεχωριστά και στη θέση 30: «Η ανάπτυξη στους μαθητές είναι ζήτημα που καθορίζει την ανάπτυξη όλης της ΚΝΕ. Αποτελεί προϋπόθεση για την τροφοδότηση των γραμμών της ΚΝΕ στους χώρους δουλειάς, στις επαγγελματικές σχολές, στα ΤΕΙ και στα πανεπιστήμια» (η ιεράρχηση προφανώς δεν είναι τυχαία). Όπου εκτιμάται επίσης, και σωστά κατά τη γνώμη μου, πως τα μαθητικά φεστιβάλ είναι η καλύτερη προσπάθεια που έχει γίνει σε αυτή την κατεύθυνση (να μεγαλώσει δηλ η επιρροή της κνε στα σχολεία) και πρέπει να τη στηρίξουμε περισσότερο.

Στη θέση 23 τέλος, για το δυνάμωμα της συλλογικής αγωνιστικής δραστηριότητας μες στα σχολεία, σημειώνονται μια σειρά πρωτότυπες μορφές και μέσα: ταυτόχρονα ο προσανατολισμός μας βρίσκεται στην ανάπτυξη συλλογικών δραστηριοτήτων και ομάδων μουσικών, θεατρικών, έρευνας και συλλογικών εργασιών, αθλητικών, δημιουργίας εντύπων, site κι άλλων, με καλά δουλεμένο και προσαρμοσμένο περιεχόμενο και μορφή.
Γίνεται μια κριτική αναφορά στην πείρα των μαθητικών συντονιστικών πόλεων «τα οποία δημιουργήθηκαν κι έπαιξαν ρόλο σε φάσεις ανόδου των μαθητικών αγώνων για το συντονισμό της πάλης τους» αλλά «δεν μπόρεσαν και ίσως να μην μπορούσαν ούτως ή άλλως να αποτελέσουν μορφή μόνιμης συσπείρωσης των μαθητών».
Και μπαίνει ως στόχος και προς συζήτηση η ανάγκη «να περάσει σε ανώτερο επίπεδο η οργανωμένη έκφραση των μαθητών, τα μαθητικά συμβούλια, όχι με την έννοια μόνο ενός συντονισμού, αλλά από το επίπεδο του σχολείου σε επίπεδο πόλεων και πανελλαδικά με εκλεγμένα συμβούλια».

Από τη δική μου πλευρά θέλω να διατυπώσω συμπληρωματικά δυο –τρεις προσωπικές σκέψεις, χωρίς προφανώς να έχω συνολική εικόνα κι ολοκληρωμένη άποψη.

Όποιος σφος έχει κάνει έστω και μία εξόρμηση σε σχολείο, είναι σε θέση να καταλάβει νομίζω πως αν γενικά χρειάζεται ευελιξία, φαντασία και πρωτότυπες μέθοδοι, για να προσεγγίσουμε και να «ξεκουνήσουμε» τον κόσμο, με τους μαθητές αυτά τα στοιχεία απαιτούνται στο πολλαπλάσιο, λόγω και της ιδιαιτερότητας της ηλικίας. Κι αν δεν είσαι λίγο κοινωνικός και μαζικός, λίγο εξοικειωμένος με κάποια ζητήματα που μπορεί να κουβεντιάζουν μεταξύ τους (ηλεκτρονικά, αθλητικά, τηλεοπτικές σειρές) κινδυνεύεις να ιώσεις πως σας χωρίζει χάσμα γενεών, χωρίς να έχεις πατήσει καν τα πρώτα –άντα. Την ίδια περίπου γεύση που μπορεί να αποκομίσεις δηλ κι από ένα μαθητικό φεστιβάλ, με ένα εντελώς πλούσιο, ευέλικτο πρόγραμμα και τις δραστηριότητες τύπου παρκούρ, όπου έχεις ένα σωρό άγνωστες λέξεις κι αναρωτιέσαι πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήσουν εσύ μαθητής.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο σύνθετη και απαιτητική, καθώς στα σχολεία καλλιεργείται πολύ έντεχνα κι από χίλια κανάλια το στερεότυπο του δογματικού συντηρητικού κνίτη, που ζει πίσω από τον ήλιο και είναι κολλημένος στα πολιτικά και το κόμμα. Είναι σίγουρα πολύ δύσκολο και μεγάλη μαγκιά για ένα μικρό συντροφάκο να κολυμπήσει μόνος του κόντρα στο ρεύμα, να εξηγήσει στους συμμαθητές του γιατί δεν έχει δικό του λογαριασμό στο φέις-μπουκ, ή τι επιφυλάξεις έχει για το μεγάλο χαφιέ του διαδικτύου (αν και υποψιάζομαι πως υπάρχει πλέον μεγαλύτερη ελαστικότητα, για αυτές ειδικά τις ηλικίες και πως η πιο «σκληρή» γραμμή του προηγούμενου διαστήματος είχε συγκεκριμένη σκοπιμότητα, να σφίξει ο κλοιός και να εντοπιστούν κρούσματα, που εκφράζονται τώρα πια ανοιχτά από τις γνωστές ιστοσελίδες). Ή να στηρίξει θεωρητικά και στην πράξη την επιλογή του να απορρίψει όλα τα ναρκωτικά και τη ζωή με δόσεις –σε μια ηλικία που βιώνει έντονα πολλά αδιέξοδα και βρίσκει συχνά καταφύγιο στην απατηλή παρηγοριά των ουσιών.

Δε σταματάει όμως εκεί η καλλιέργεια του στερεότυπου, που εντάθηκε ιδιαίτερα μετά το 08’ και τις διαδηλώσεις για τη δολοφονία του αλέξη γρηγορόπουλου, και ας ήταν η κνε αυτή που κινητοποίησε ίσως τους περισσότερους μαθητές εκείνο το μήνα –ας θυμηθούμε και την «αδέσποτη» σφαίρα που χτύπησε ένα μικρό σφο μαθητή στο περιστέρι, λίγες μέρες αργότερα. Το αποτύπωμα του δεκέμβρη μπορεί να έσβησε σταδιακά –όπως φαίνεται κι από τις τάσεις προτίμησης των αστυνομικών σχολών τα τελευταία χρόνια, που εξασφαλίζουν μια κάποια ‘σιγουριά’ εν μέσω κρίσης- αλλά έμεινε ανεξίτηλο ως προς την καχυποψία απέναντι στην οργάνωση κι εν γένει κάθε μορφή οργανωμένου κινήματος –που δεν εξαντλεί τη δική του δράση στα αντιμπατσικά αντανακλαστικά και τις εκτονώσεις λουδίτικου τύπου. Και διατηρήθηκε ως τάση, καθόλου τυχαία, αλλά ακριβώς γιατί καλλιεργήθηκε.

Στις νεότερες μαθητικές γενιές είναι αισθητή η επίδραση του δηλητηρίου των ναζιστικών φιδιών στις νεανικές συνειδήσεις. Η στρεβλή έκφραση της ανάγκης για συλλογικότητα και η προγονοπληξία, η υστερική αναζήτηση μιας αίσθησης ανωτερότητας που να ισοφαρίζει τις σφαλιάρες στην καθημερινή ζωή, βρίσκει το ιδανικό της συμπλήρωμα στις ανιστόρητες αναλύσεις και τον (ολοένα και λιγότερο) συγκαλυμμένο αντικομμουνισμό των σχολικών εγχειριδίων.
Ψάχνεις για το μεγαλείο, που σου μάθαν στο σχολείο, κι εγώ ξένος μετανάστης σου ελλάς.
Η απήχηση των φιδιών στις εργατικές συνοικίες και παιδιά με λαϊκή καταγωγή, καθιστά ακόμα πιο επιτακτικό το καθήκον να παρθούν πρωτοβουλίες και δράσεις για την άμεση αντιμετώπισή τους.

Υπάρχουν πολλά ακόμα που θα μπορούσαμε να σημειώσουμε, πχ για τη δουλειά και το συντονισμό με τις λαϊκές επιτροπές, τις τοπικές κοβ, κτλ, όπου εκτός από την προσέγγιση και το «ταρακούνημα» του κόσμου, που γράφω και παραπάνω, χρειάζεται ίσως και το δικό μας ξεκούνημα από τη ρουτίνα και την πεπατημένη των περασμένων χρόνων, που έχει συγκεκριμένο ταβάνι και δυνατότητες. Αλλά αυτά δεν είναι της παρούσης.


Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, θα σταθώ στο σύνθημα που αναφέρεται στις θέσεις: «δίνουμε ζωή στο σχολείο, κάνουμε τη ζωή σχολείο». Για να συμπληρώσω πως το μεγαλύτερο σχολείο είναι αυτό της οργανωμένης πάλης, της καθημερινής δράσης από τις γραμμές της οργάνωσης. Και είναι στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί, να θητεύσουν σε αυτό το σχολείο και να αφομοιώσουν πολλές γνώσεις, όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά, κάθε ανήσυχο μυαλό και πρωτοπόρο στοιχείο.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Πριν χτυπήσει το κουδούνι

Αν οι πορείες για τη χιροσίμα και το ναγκασάκι στη ντάλα του αυγούστου ενδείκνυνται για να μετρηθούν οι αποφασισμένοι που έμειναν πίσω να φυλάνε θερμοπύλες, αυτές του σεπτέμβρη για τη διεθνή έκθεση είναι το πρώτο αγωνιστικό κάλεσμα της καινούριας σεζόν, περίπου όπως όταν ανοίγουν τα σχολεία και γίνεται ο αγιασμός. Ο οποίος δε βοηθά και πολύ δηλαδή αν δεν έχεις δασκάλους και βιβλία, παρόλα αυτά γίνεται ανελλιπώς τέτοια μέρα κάθε χρόνο.


Εμείς πάλι έχουμε τους δικούς μας επώνυμους κι ανώνυμους αγίους του κινήματος και ελλείψει ορθόδοξης θρησκευτικής πίστης βρίσκουμε λέει υποκατάστατα, θεοποιώντας πότε τις αντικειμενικές συνθήκες, που περιμένουμε με ευλάβεια να ωριμάσουν, και πότε τον υποκειμενικό παράγοντα και τις ιδιότητες της εργατικής τάξης – η γνωστή ρετσινιά που μας κόλλησαν για τη μεσσιανική αντίληψη του προλεταριάτου και της κοινωνικής αποστολής Του, που μόνο αυτό μπορεί να εκπληρώσει βάσει της θέσης του στην κοινωνία και την παραγωγή.

Αυτή η πρώτη συγκέντρωση κυλάει χωρίς πολλή συγκέντρωση στα μαθήματα και τα συνθήματα, με χαλαρό κλίμα και μερικές κοπάνες σημειωμένες στο απουσιολόγιο. Μιλάς συνεχώς με το διπλανό σου, ανταλλάσσετε νέα και εμπειρίες από το καλοκαίρι και το τσουρούφλισμα που θα ‘ρθει μες στο καταχείμωνο. Κάθε χρονιά με λιγότερο μαυρισμένα κορμιά και περισσότερες μαύρες σκέψεις, σαν το μαυροπίνακα και τη μαύρη μας τη μοίρα με όσα μας ετοιμάζουν.

Μια πρώτη συνάντηση με αφορμή την έκθεση που θυμίζει αγιασμό και συνήθως γίνεται κοντά στην 11η σεπτέμβρη, που πέρασε στην ιστορία ως η μέρα που άλλαξε τον κόσμο. Οπότε μαζευόμαστε σα σχολιαρόπαιδα και σκεφτόμαστε το θέμα της δικής μας έκθεσης, όπως στο σκέφτομαι και γράφω που είχαμε παλιά: Πώς θα καταφέρουμε κεμάλ να αλλάξουμε πραγματικά αυτόν τον κόσμο;


Θέλω να αλλάξω τον κόσμο, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω, τραγουδά υπνωτισμένος ο κόσμος στους ρυθμούς της γνωστής διαφήμισης. Ο λαός παραμένει όμηρος του πολιτικού αναλφαβητισμού που του έχουν επιβάλει. Νιώθει οργή αλλά δεν ξέρει πως να την εκφράσει, κομπιάζει. Δεν έχει μάθει να σκέφτεται μόνος του, δανείζεται έτοιμα, αλεσμένα κλισέ από τα τηλεοπτικά δελτία που του γανιάζουν το μυαλό και υποκαθιστούν την πρωτότυπη σκέψη. Δεν ξέρει πως να γεμίσει τη σελίδα της ιστορίας που έχει μπροστά του, φοβάται μην ξεπεράσει το όριο λέξεων, αντί για το όριο σκέψεων που του έχουν φορέσει σα χαλινάρι και αγνοεί τις απαγορευμένες έννοιες που κάνουν τζιζ: απεργία, ταξική πάλη, ιμπεριαλισμός, κλπ.

Πρέπει λοιπόν να του μιλήσουμε απλά στη γλώσσα του. Χωρίς πολλά κομματικά κλισέ που είναι το εύκολο καταφύγιο για να μην εκτεθούμε με προσωπικές κρίσεις και πρωτοβουλίες. Με έμπνευση, φαντασία και αυθόρμητη σκέψη. Αλλά και με ένα βασικό σχέδιο για σκελετό, για να μην είμαστε χύμα στο κύμα και κάνουμε μουτζούρες και προχειροδουλειές.

Να του μάθουμε να σκέφτεται κριτικά και ποιητικά, να γίνει ποιητής του νέου κόσμου και πλαστουργός της νιας ζωής.

Αν όλα τα παιδιά της γης δίναν σφιχτά τα χέρια
Άσπρα και μαύρα στη σειρά και στήνανε χορό
Δυο χρυσαυγίτες θα ΄ρχονταν με πέτρες και λοστάρια
Και τρύπες στα κεφάλια τους θα ανοίγανε θαρρώ

Να του μιλήσουμε χωρίς πομπώδεις φράσεις – μακρινάρια, με περικοκλάδες και πολλά στάδια που αναλώνονται σε μεταβατικές σάλτσες, χωρίς να μπαίνουν ποτέ στο ψητό. Αλλά ούτε και με απλοϊκά σχήματα, τσιτάτα και συνθήματα, αρκεί να βγαίνει ένα γενικό νόημα και να συνεννοούμαστε. Γιατί ο υποβιβασμός της γλώσσας υποβιβάζει τη σκέψη συνολικά και τη φέρνει στο επίπεδο του χρυσαυγίτη ούγκαλου που γράφει σε άπταιστα greeklish για την τιμή της πατρίδας του και βγάζει άναρθρες κραυγές: egerthito.

Να σκεφτούμε χωρίς επαναστατικές ονειρώξεις και υποθετικά ραντεβού για το καυτό φθινόπωρο που έρχεται με τα πάγια έξοδα για σχολικά και για θέρμανση και θα μας βρει όλους στους δρόμους όπου θα γίνεται χαμός. Χωρίς παραμυθάκια με εύκολες λύσεις και αίσιο τέλος, όπου επιστρέφουν όλοι στο 2009, στο προ κρίσης βιοτικό επίπεδο και ζουν ευτυχισμένοι.
Να του μιλήσουμε χωρίς έτοιμες συνταγές και απαντήσεις. Την ιστορία τη γράφουν οι λαοί και δεν υπάρχει λυσάρι για να αντιγράψουν τη λύση και να ξεμπερδεύουν χωρίς αγώνα.

Κι αφού τελειώσουμε με την έκθεση να προχωρήσουμε και στα υπόλοιπα. Από τα απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας της κοα και του κηλαηδόνη, μέχρι την τέχνη της επανάστασης και τον ιστορικό υλισμό, που όπως έλεγε ο ένγκελς αντιστοιχεί σε ανώτερα μαθηματικά και όχι σε απλές αλγεβρικές εξισώσεις πρώτου βαθμού.

Ας δούμε όμως το παράδειγμα ενός αιώνια έφηβου κι αιώνια αρχάριου μαθητή που κατέγραψε τις εντυπώσεις του από τη φετινή δεθ.

Η προσυγκέντρωση ήτανε στο λιμάνι. Λύσαμε πρώτα τα χωροταξικά κι εν συνεχεία κατευθυνθήκαμε προς την Αριστοτέλους, για να ενωθούμε με τους υπόλοιπους.

Το κουδουνάκι του κουλουρτζή
Τη μουσική και τις ομιλίες τις διέκοπτε το κουδουνάκι των κουλουρτζήδων, που ήταν σαν καμπανάκι που χτυπάει για εμάς, για τον τελικό γύρο κι όσα θα ακολουθήσουν. Μίλησαν πολλοί και διάφοροι, ο κόσμος περίμενε την Αλέκα για το φινάλε, αλλά η φωνή από τα μεγάφωνα μας αιφνιδίασε: ακολουθεί πορεία από τους δρόμους…

Η πορεία
Η πορεία ξεκινά από την Αριστοτέλους και μέσω Νίκης και Αγίας Σοφίας φτάνει στην Τσιμισκή με κατεύθυνση προς τα ανατολικά. Εκεί ξεκίνησε ένα γρήγορο βάδην, στα όρια του τροχάδην και ενώ έτρεχες, προσπαθούσες να καταλάβεις το λόγο. Το υποψιαζόσουν λίγο παρακάτω, που σταματούσε η πορεία, με τη βοήθεια των κινητών και των ζωντανών μεταδόσεων από το ραδιόφωνο.

Μετωπική στην Τσιμισκή
Πάνω στην Τσιμισκή από τη μία οι διαδηλωτές του Π.Α.ΜΕ. κινούμενοι προς τα ανατολικά και από την άλλη η Α.Κ., ένα μπλοκ που αντιτίθεται στην δημιουργία μεταλλείων χρυσού και κάποιοι άλλοι κινούμενοι προς τα δυτικά. Μετά από λίγη ώρα η πορεία συνεχίστηκε με κατεύθυνση Δ.Ε.Θ.

Μάπα το καρπούζι
Στην πλατεία της ΧΑΝΘ, μπροστά στην Δ.Ε.Θ. αγρότες της ΠΑ.ΣΥ. πέταξαν στο οδόστρωμα καρπούζια, που μεταφέρονταν επί τούτου με αγροτικό στην κεφαλή της πορείας. Κι εφόσον οι πίσω δεν έβλεπαν τι κάνουν οι μπροστά, περνώντας ύστερα από τον χώρο, στην εξέλιξη της πορείας και μέχρι να καταλάβουν τι είχε γίνει, περνούσε στιγμιαία από το μυαλό ότι τα καρπούζια είναι μέρος του ντεκόρ, ή εικαστική παρέμβαση κάποιου δημιουργού που ήθελε να περάσει το δικό του μήνυμα.

Νέα συνάντηση
Όση ώρα περνούσε η πορεία του Π.Α.ΜΕ. από την πλατεία της ΧΑΝΘ, στη Νικολάου Γερμανού (από Λευκό Πύργο προς Δ.Ε.Θ.) υπήρχε άλλο μπλοκ διαδηλωτών (με συγκεχυμένες πληροφορίες για την ακριβή του ταυτότητα. Άλλοι έλεγαν πως ήταν οι υπόλοιποι της συγκέντρωσης της Καμάρας κι άλλοι πως ήταν το κομμάτι της συγκέντρωσης απ’ το Άγαλμα Βενιζέλου που μετά το Υπουργείο κατευθύνθηκε στο Βελλίδειο. Είχε πέσει και η νύχτα στην πόλη του Παλέρμο…

Τα βήματα στην Μανώλη Ανδρόνικου
Αφού η Νικολάου Γερμανού ήταν κατειλημμένη, το ΠΑΜΕ επιχείρησε ελιγμό «Γράμμος-Βίτσι» και πέρασε στην Ανδρόνικου, που ίσως ήταν πρώτη φορά ανοιχτή σε «εγκαίνια ΔΕΘ». Ύστερα βγήκαμε στη Λεωφόρο Νίκης μέσω της Μεγάλου Αλεξάνδρου, τη διασχίσαμε και φτάσαμε στο λιμάνι, όπου μας περίμεναν τα αστικά λεωφορεία για το Φεστιβάλ της ΚΝΕ.
Ηθικό δίδαγμα; Ήταν οπωσδήποτε μεγάλη πορεία. Αν όχι σε κόσμο, σίγουρα σε χρονική διάρκεια και απόσταση.

Και η Αλέκα;
 Η Αλέκα δε μίλησε στην Αριστοτέλους, αλλά τέθηκε επικεφαλής της πορείας και μίλησε αργότερα στο Φεστιβάλ. Υπήρξαν όμως και κάποια μικροπροβληματάκια, καθώς η φουρνιά από τα σουβλάκια που βγήκε κατά τη διάρκεια της ομιλίας είχε ψιλοαρπάξει, κάτι που αποδίδεται στο ότι οι σύντροφοι ψήστες είχαν απορροφηθεί από το περιεχόμενο και όσα έλεγε η ΓΓ.

Το Φεστιβάλ
Όσον αφορά το Φεστιβάλ, οι πρώτες νότες της Λιζέτας συνέπεσαν με την προκαθορισμένη ώρα αναχώρησης, οπότε μένει ένα πολύ μεγάλο κενό, που καλύφθηκε εν μέρει με τους λουκουμάδες με μέλι, που τα έσπαγαν κι είχαμε λαϊκό προσκύνημα. Την ώρα της αναχώρησης έφταναν στον χώρο ο Πασχαλίδης και ο Θηβαίος, που μπήκαν στο χώρο με τα αυτοκίνητά τους, ενώ οι μουσικοί έφτασαν λίγα λεπτά αργότερα, ποδαράτοι και κουβαλώντας τα όργανά τους.

Εμείς φύγαμε ευτυχώς με τα πούλμαν που μας έφεραν, αλλά μας έκοψαν πάνω στο καλύτερο, κι ενώ είχαμε το δάχτυλο στη μαρμίτα με το μέλι. Άιντε και του χρόνου.


Παρατηρήσεις – Διορθώσεις
Δεν υπήρχε λόγος να μιλήσει η αλέκα. Το κάλεσμα ήταν του παμε , όχι του κκε. Σφιχτός δωρικός λόγος και ρεαλιστική περιγραφή με ελάχιστες ιδεαλιστικές παρεκκλίσεις. Θα μπορούσες να πεις περισσότερα για την ομιλία της γγ και τον κόσμο στο φεστιβάλ αν δε σε είχαν απορροφήσει τα σουβλάκια. Βαθμός λίαν καλώς.


Τι άλλο έπιασαν οι κεραίες της κε του μπλοκ αυτό το τριήμερο;
Στην αθήνα το κάλεσμα της πορείας δε γινόταν από το παμε, αλλά από ενώσεις συνταξιούχων και συνδικάτα, χωρίς να υπάρχει κάποιος προφανής – σε εμάς τουλάχιστον- λόγος.

Στην πάτρα, τη μετακόμιση του φεστιβάλ στον χώρο των τει γιατί στο κάστρο κατά μία εκδοχή μας ζήτησαν λεφτά και για τις πρόβες και κατά μία άλλη μας είπαν να μην ψήσουμε σουβλάκια για να προστατέψουμε το χώρο. Μα γίνεται φεστιβάλ χωρίς σουβλάκια; Ο κόσμος πάντως έμεινε πιστός και ακολούθησε το φεστιβάλ και στα τει που είναι εκτός πόλης. Το αφιέρωμα στον τσιτσάνη με το μαργαρίτη, που το διεκπεραίωσε με 4-5 τραγούδια και μετά έκανε πρόγραμμα με τα δικά του λέγοντας τώρα θα πάρει φωτιά η πίστα. Την ομιλία του σοφιανού που ήταν πολύ καλή αλλά με δραματικούς σχεδόν τόνους για τα οικονομικά του κόμματος: θα περάσουμε δύσκολες μέρες και ίσως χρειαστεί να προβούμε σε ενέργειες που δε θέλουμε, (σήμερα καταλάβαμε όλοι τι εννοούσε).

Στη θεσσαλονίκη το μεστό λόγο της αλέκας που είχε αρκετά ζουμερά σημεία, όπως αυτό για πασοκ και συριζα που μαλώνουν μεταξύ τους για τη διακήρυξη της 3ης σεπτέμβρη και κατέληγε στο θυμόσοφο συμπέρασμα: πιασ’ το αυγό και κούρευτο. Την παρουσία-έκπληξη του μουζουράκη στη μαθητική σκηνή, ως απλός θεατής. Και τους κατσιμιχαίους να τα χώνουν στους μικροαστούς που νομίζουν ότι αν γράφεις τραγούδια για πρεζόνια, τότε είσαι κι εσύ πρεζόνι.

Bonus track μια σύνθεση των μέγα και dj rico (από τους νεβμα) με στίχο έκπληξη και τίτλο που τα λέει όλα: στα όπλα!
Κοίτα να δεις που όσο περνά ο καιρός (μου) γίνονται τελικά όλο και πιο συμπαθείς.
Λέξεις για την καρτέλα: ιμπεριαλισμός, μωρομάνα, υπερσυσσώρευση, κοινωνικοποίηση, αποδέσμευση